Σύνδεση συνδρομητών

Edvard Munch / Musée Rodin

Με το παρόν σημείωμα αρχίζει μια νέα σειρά με θέμα την εμφάνιση του πνεύματος στον κόσμο και την σχέση του με την υλική υφή του. Στις δυο σειρές που προηγήθηκαν ασχοληθήκαμε με τις θεωρίες της εξέλιξης των ειδών και με τις θεωρίες της εμφάνισης της ζωής στον πλανήτη μας. Και στις δύο καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως η δυνατότητα και η πραγματικότητα της ύπαρξης όντων προικισμένων με πνεύμα, δηλαδή των έλλογων όντων, είναι η συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ τόσο για την κατανόηση των μηχανισμών της εξέλιξης των ειδών όσο και για την διατύπωση των αναγκαίων και ικανών συνθηκών της εμφάνισης της ζωής σε ένα αβιοτικό περιβάλλον.

 

Αυτό μας οδηγεί στο φαινομενικό παράδοξο ότι η εμφάνιση όντων προικισμένων με πνεύμα στο τέλος μιας διαδικασίας δισεκατομμυρίων ετών, η οποία εκκινεί σε ένα αβιοτικό περιβάλλον εντελώς εχθρικό προς κάθε μορφή έλλογων όντων, προϋποθέτει την ύπαρξη του πνεύματος  ως «πραγματικότητας της δυνατότητας τελείωσης» αυτής της διαδικασίας. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι το πνεύμα ήταν αυτό που «άδραξε» τις ευνοϊκές συνθήκες για την εμφάνιση της ζωής οι οποίες επικρατούσαν κατά τη «βρεφική» φάση της  Γης και «οργάνωσε» τις διαδικασίες των υλικών μεταβολών έτσι ώστε να εμφανιστούν τα πρωταρχικά έμβια όντα και να τεθούν σε κίνηση οι μηχανισμοί της βιολογικής εξέλιξης.

Ο ισχυρισμός αυτός έχει δυο σκέλη: ένα οντολογικό, που αφορά τη σχέση του πνεύματος με την ύπαρξη της εκτατής ύλης· και ένα εμπειρικό, που αφορά την «εκ των υστέρων», δηλαδή την από παρατηρήσεις και πειράματα αποκτημένη γνώση για τους μηχανισμούς που κάνουν δυνατή την πνευματική λειτουργία των έλλογων όντων και για τους εξελικτικούς μηχανισμούς που επέτρεψαν την εμφάνισή τους. Η «απόδειξη» του οντολογικού σκέλους ανήκει στη σφαίρα του κλασικού φιλοσοφικού στοχασμού και είναι το θεμέλιο επάνω στο οποίο διατυπώνονται τα κριτήρια της εμπειρικής έρευνας και της οργάνωσης της εμπειρικά αποκτημένης γνώσης σε θεωρίες της νοητικής λειτουργίας των έλλογων όντων.

Το πρώτο πρόβλημα που ανακύπτει κατά τη διερεύνηση του οντολογικού σκέλους είναι ο ορισμός των βασικών εννοιών, αρχίζοντας με την έννοια του πνεύματος και συνεχίζοντας με συγγενείς έννοιες όπως η νόηση (το νοείν), το σκέπτεσθαι και η σκέψη, η γλώσσα, η ομιλία – και συνεχίζοντας με έννοιες που σχετίζονται με αυτές όπως το ον, το είναι, η ύλη. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των εννοιών έγκειται στο ότι είναι «πρωτόγονες», δηλαδή ότι δεν μπορούν να αναλυθούν σε πιο απλές και να οριστούν με αναφορά σε αυτές. Η κατανόησή τους ανήκει στις θεμελιώδεις ικανότητες ενός ανθρώπου (ως έλλογου όντος) που του επιτρέπουν να συμμετάσχει στην επικοινωνία με άλλους ανθρώπους σε ένα καθημερινό επίπεδο.

Η πρόσβαση σε αυτές τις έννοιες και η σωστή χρήση τους γίνεται έμπρακτα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του ανθρώπου από τη φάση του νηπίου στη φάση της ωριμότητας. Με παρόμοιο τρόπο μαθαίνουμε να ελέγχουμε και πολλές άλλες λειτουργίες του σώματός μας, όπως το να στεκόμαστε όρθιοι, να περπατάμε, να χρησιμοποιούμε τα χέρια μας κ.λπ.

Η έννοια του πνεύματος και των άλλων συναφών εννοιών δεν μπορεί λοιπόν να οριστεί με μια τυπική μέθοδο, μπορεί όμως να περιγραφεί απαριθμώντας μερικά βασικά χαρακτηριστικά της. Μια εύλογη περιγραφή του πνεύματος είναι ότι είναι ο «χώρος» που περιέχει όλες τις άλλες έννοιες – τις πρωτόγονες και αυτές που δημιουργούνται εμπειρικά από την ταξινόμηση του περιεχομένου των αισθήσεων. Μια παρόμοια εύλογη περιγραφή του πνευματικού ή έλλογου όντος (οι δυο αυτοί όροι θα χρησιμοποιούνται συνώνυμα)  όπως ο άνθρωπος, είναι ότι σε αντίθεση με τα μη έλλογα όντα έχει όχι μόνο συνείδηση της ύπαρξής του αλλά και συνείδηση του ότι είναι κάτι, ότι έχει μια φύση. Το έλλογο ον είναι προικισμένο με αυτοσυνείδηση. Στην αυτοσυνείδηση του έλλογου όντος ανήκει και η γνώση ότι είναι μέρος του εκτατού υλικού κόσμου και ότι αλληλεπιδρά με άλλα εκτατά σώματα – άψυχα και έμψυχα· και φυσικά και με άλλα έλλογα όντα.

Το γεγονός ότι κάθε έλλογο ον είναι εκτατό και αισθητό και ότι δεν έχουμε γνώση μη εκτατών έλλογων όντων μας οδηγεί στην επαναδιατύπωση ερωτήματος του οντολογικού σκέλους ως τέσσερις δυνατές σχέσεις ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη:

1.      Το πνεύμα είναι μια μορφή διαμόρφωσης της ύλης και το πνευματικό ον είναι έμβιο ον, το οποίο εξελικτικά έχει αναπτύξει μερικές ειδικές ικανότητες που του επιτρέπουν όχι μόνο να επιβιώσει αλλά να θέσει τον εαυτό του στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας σε μια πληθώρα οικοσυστημάτων. Με άλλα λόγια, το έλλογο ον δεν είναι στενά προσαρμοσμένο σε ένα περιβάλλον αλλά μπορεί να επιβιώνει σε ένα ευρύ περιβαλλοντικό φάσμα.

2.      Πνεύμα και ύλη είναι δυο ξεχωριστές και οντολογικά αυτόνομες αλλά ισοδύναμες εκφάνσεις της ύπαρξης. Το έλλογο ον είναι ένα σύμπλοκο των δυο αυτών εκφάνσεων.

3.      Πνεύμα και ύλη είναι δυο αλληλεξαρτώμενες πλευρές του όντος – όπως οι δυο όψεις ενός νομίσματος. Το έλλογο ον είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι όψεις γίνονται πραγματικότητα.

4.      Η ύλη είναι μια έννοια στο χώρο του πνεύματος (με άλλα λόγια, η ύλη δεν είναι κάτι διαφορετικό από το πνεύμα). Το έλλογο ον ως εκτατή μονάδα είναι ο τρόπος με τον οποίο το πνευματικό ον κατανοεί την ύπαρξή του.

Η διερεύνηση της ευλογοφάνειας των τεσσάρων αυτών οντολογικών διατυπώσεων –δηλαδή των θεωριών– της σχέσης του πνεύματος με την ύλη θα αποτελέσει το κύριο αντικείμενο αυτής της σειράς των σημειωμάτων.

 

 

19 Αυγούστου 2026
Stephan Röhl / flickr

Ανακοινώθηκε το μεσημέρι της Τρίτης, 18 Αυγούστου 2026, ο θάνατος του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσουκαλά.

 

Ποιος ήταν ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1937. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στη Χαϊδελβέργη, στο Μόναχο, στο Παρίσι και στο Yale. Δίδαξε για πολλά χρόνια στη Γαλλία, στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, στη συνέχεια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και, από το 1985 έως την αφυπηρέτησή του το 2004, στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Υπήρξε ένας από τους στοχαστές που διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα σκέφτηκε τον εαυτό της. Το κράτος, οι κοινωνικές τάξεις, η εκπαίδευση, οι μηχανισμοί κοινωνικής αναπαραγωγής βρέθηκαν στο επίκεντρο της σκέψης του.

Ο θεωρητικός λόγος του ήταν πυκνός, απαιτητικός, κάποτε πληθωρικός, πάντοτε προσωπικός και αναγνωρίσιμος. Ο ίδιος τοποθετούσε τον εαυτό του στην ευρύτερη Αριστερά. Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια κινήθηκε στο χώρο του ΚΚΕ εσωτερικού, ιδιαίτερα στην τάση του που έβλεπε θετικά τον κυβερνητικό ρόλο του ΠΑΣΟΚ. Αργότερα, βρέθηκε στον ευρύ κύκλο του Κώστα Σημίτη τα χρόνια του πασοκικού εκσυγχρονισμού. Στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 ήταν επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και εξελέγη βουλευτής.

Τον Μάρτιο του 2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα Κοινωνιολογία – Κοινωνική Θεωρία.

18 Αυγούστου 2026
flickr

Ο Στέφανος Μάνος, που πέθανε στις 15 Αυγούστου 2026 σε ηλικία 87 ετών, υπήρξε μία από τις πιο διακριτές περιπτώσεις πολιτικού της μεταπολιτευτικής Κεντροδεξιάς. Όχι επειδή έμεινε σε αυτήν μέχρι τέλους –δεν έμεινε– αλλά επειδή εξέφρασε με συνέπεια μια εκδοχή της που στην Ελλάδα ούτε αυτονόητη ήταν ούτε δημοφιλής: τη φιλελεύθερη.

Ο Στέφανος Μάνος μπήκε στην πολιτική το 1977, με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αφού είχε προηγηθεί μια ενδεκαετής επιχειρηματική διαδρομή. Μηχανολόγος μηχανικός του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης, με MBA από το Χάρβαρντ, δεν είχε ούτε τη διαδρομή ούτε τη γλώσσα του επαγγελματία κομματικού στελέχους. Ο Καραμανλής τον χρησιμοποίησε αμέσως: υφυπουργός Δημοσίων Έργων και, στη συνέχεια, υπουργός του νεοϊδρυθέντος τότε υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Στην κυβέρνηση Ράλλη έγινε υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας.

Η πρώτη εκείνη κυβερνητική περίοδος του Στέφανου Μάνου κυρίως χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια διάσωσης της Πλάκας, κάτω από την Ακρόπολη. Ως ο πρώτος περιβαλλοντικός υπουργός, εργάστηκε για τη διάσωση του ιστορικού κέντρου από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία των αυτοκινήτων, από χρήσεις που το υποβάθμιζαν και από την οικοδομική πίεση – έργα που δύσκολα θυμάται κανείς ότι κάποτε δεν ήταν αυτονόητα. Με τον Μάνο συνδέθηκε επίσης η απομάκρυνση του εργοστασίου φωταερίου από το Γκάζι. Ήταν μια πρώτη ένδειξη ενός χαρακτηριστικού που θα τον ακολουθούσε: του άρεσε περισσότερο να αλλάζει κάτι συγκεκριμένο παρά να εξηγεί επί μακρόν γιατί δεν μπορεί να αλλάξει.

Η σημαντικότερη πολιτική περίοδός του, ωστόσο, ήταν η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το 1990-1993. Εκεί, ο Στέφανος Μάνος βρήκε το πολιτικό περιβάλλον που βρισκόταν πιο κοντά στις ιδέες του. Ως υπουργός ΠΕΧΩΔΕ συνδέθηκε με τη δρομολόγηση μεγάλων έργων υποδομής –μεταξύ αυτών του Μετρό της Αθήνας–, με το σχεδιασμό της Αττικής Οδού και με την απόσυρση των παλαιών, ρυπογόνων αυτοκινήτων. Κατόπιν, ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, βρέθηκε στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής μιας κυβέρνησης που επιχείρησε, με μεγάλο πολιτικό κόστος και όχι πάντα με επιτυχία, να περιορίσει τον κρατισμό της δεκαετίας του 1980.

Ο Στέφανος Μάνος ήταν καθαρόαιμος φιλελεύθερος. Πίστευε στην οικονομία της αγοράς, στις ιδιωτικοποιήσεις, στον ανταγωνισμό, στον περιορισμό του πελατειακού κράτους, στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην αξιολόγηση του αποτελέσματος. Αντιμετώπιζε με βαθιά καχυποψία την ιδέα ότι το κράτος οφείλει να παράγει το ίδιο ό,τι μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα για τον πολίτη εποπτεύοντας την αγορά. Και πίστευε ότι το κόστος μιας δημόσιας πολιτικής δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια αλλά πολιτικό και ηθικό δεδομένο: επειδή τελικά οι πολίτες πληρώνουν.

Αυτές οι αντιλήψεις τον έφεραν σταδιακά σε σύγκρουση με το κόμμα του, τη ΝΔ, και την κυρίαρχη στο εσωτερικό και στην ελληνική κοινωνία λαϊκή Δεξιά, που αποθέωνε τον κρατισμό, μια στερεότυπη εθνικοφροσύνη, ενώ και ο κοινωνικός χαρακτήρας της πολιτικής της απέβλεπε στην εκλογική ανταποδοτικότητα. Η σύγκρουση έγινε ρήξη το 1998, επί προεδρίας τη ΝΔ του Κώστα Καραμανλή. Μαζί με άλλους φιλελεύθερους βουλευτές της παράταξης (Γιώργος Σουφλιάς, Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, Αναστάσης Παπαληγούρας, Πέτρος Τατούλης, Νίκος Κάκκαλος), ο Στέφανος Μάνος υποστήριξε τη ρύθμιση Παπαντωνίου που επέτρεπε την αλλαγή των κανονισμών προσωπικού στις ζημιογόνες ΔΕΚΟ, επειδή θεωρούσε τη μεταρρύθμιση απολύτως συμβατή με όσα υποστήριζε η ίδια η ΝΔ και αρνήθηκε να ακολουθήσει την κομματική γραμμή της καταψήφισης. Διαγράφηκε. Και έκτοτε, η πορεία του ήταν ενός παρεμβατικού ανθρώπου, που υπερασπιζόταν τις ιδέες του και, ιδίως, τις φιλελεύθερης κατεύθυνσης μεταρρυθμίσεις στο ελλυνικό κράτος.

Το 1999 ίδρυσε τους Φιλελευθέρους («Ταύροι», λόγω του εμβλήματός τους). Η φιλοδοξία ήταν μεγαλύτερη από το εκλογικό αποτέλεσμα: στις ευρωεκλογές το κόμμα έμεινε περίπου στο 1,6%. Το 2000 συνεργάστηκε ξανά με τη ΝΔ με την οποία επανεξελέγη βουλευτής. Αργότερα συνεργάστηκε εκλογικά με το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, με το οποίο εξελέγη βουλευτής επικρατείας.

Παρότι συχνά επικρίθηκε για τις πολιτικές του μετακινήσεις, ο Στέφανος Μάνος δεν μετακινήθηκε από τον βασικό του στόχο, τον οποίο θεωρούσε ζωτικής σημασίας για τη χώρα: την οικονομική ελευθερία, τις μεταρρυθμίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις με στόχο ένα μικρότερο αλλά αποτελεσματικότερο κράτος. Με τις μειοψηφικές αυτές θέσεις, το 2009 συνέβαλε στην ίδρυση αμιγώς φιλελεύθερου κόμματος, της Δράσης.

Όπως όμως οι Φιλελεύθεροι δεν απέκτησαν κοινωνική βάση, έτσι και η Δράση δεν κατόρθωσε να γίνει μαζικό κόμμα. Ο Στέφανος Μάνος είχε επιρροή μόνο σε όσους δημοσίως υποστήριζαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ενώ η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού συστήματος τον απαξίωνε ως νεοφιλελεύθερο και οι πολιτικές του απόπειρες αποδοκιμάζονταν εκλογικά. Τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε έναν πολιτικό οι παρεμβάσεις του οποίου υπεδείκνυαν τι όφειλε να κάνει η χώρα. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν είχαν αποδέκτες, γι’ αυτό άλλωστε η Ελλάδα πορεύτηκε στο δρόμο της χρεοκοπίας.

Η χρεοκοπία, ωστόσο, και η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να υιοθετήσουν και να υλοποιήσουν τα μνημόνια τα οποία είχαν συνυπογράψει, οδήγησε στη μεγάλη περιπέτεια για τη χώρα της δεκαετίας του 2010. Και επανέφερε, ως στρατηγική σωτηρίας, ιδέες που η προ Κυριάκου Μητσοτάκη ΝΔ αποστρεφόταν ως υπερβολικά φιλελεύθερες. Ιδιωτικοποιήσεις, αξιολόγηση, συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα, δημοσιονομική πειθαρχία, λιγότερη ανοχή στις ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις είναι μερικές από τις ιδέες που πρότεινε ο Στέφανος Μάνος και προσπαθούν να υλοποιήσουν οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η διαμάχη, δηλαδή, που ο Στέφανος Μάνος άνοιξε μέσα στη συντηρητική παράταξη δεν έκλεισε με τη διαγραφή του. Κατά έναν παράξενο τρόπο, μάλιστα, έφυγε από τη ΝΔ πολύ πριν ορισμένες από τις ιδέες του επιστρέψουν σε αυτήν. Από την άποψη αυτή, θα ένιωθε σε μεγάλο βαθμό δικαιωμένος.

16 Αυγούστου 2026
Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Ο Στέλιος Ράμφος, που πέθανε στις 10 Αυγούστου 2026, ήταν ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και ιδιοσυγκρασιακούς έλληνες στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών. Μαρξιστής στα νεανικά του χρόνια, αργότερα βρέθηκε στην κίνηση των στοχαστών του ρεύματος της νεορθοδοξίας ενώ, τις τελευταίες δεκαετίες, διάβασε κριτικά την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας θεωρώντας απαραίτητη μια ουσιαστική εκσυγχρονιστική κατεύθυνση, πρωτίστως της παιδείας και του κράτους.

Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1939. Έκανε νομικές σπουδές στην Αθήνα και, αργότερα, σπουδές φιλοσοφίας στο Παρίσι. Με θητεία στα κινήματα του γαλλικού Μάη του 1968, δίδαξε κατόπιν στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν μέχρι τη Μεταπολίτευση.

Η σχέση του με τη νεορθοδοξία (που εκφράστηκε από προσωπικότητες όπως ο Κωστής Μοσκώφ, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Παναγιώτης Νέλλας, ο ίδιος ο Στέλιος Ράμφος, ο Κώστας Ζουράρις κ.ά.) προέκυψε από τις σπουδές του, τα πολιτικά του ενδιαφέροντα και τη μελέτη των πατερικών κειμένων. Περιγράφει ως εξής στον Σάκη Ιωαννίδη (Η Καθημερινή, 3/9/2024) τη σχέση της δικής του σκέψης με τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά:

Με κέντρο και με άξονα το εκκλησιαστικό γεγονός, προσπαθούσε να ελευθερώσει τον Θεό της θρησκείας και της θρησκευτικότητος από μια αντίληψη του Θεού στη Δύση και στα καθ’ ημάς, ως πρώτης αιτίας των πραγμάτων, και περνούσε σε μία σκέψη για τον Θεό, ως πεδίο αυθυπερβάσεως του ανθρώπου, αυτό που ονόμαζε Πρόσωπο. […] Ο Γιανναράς έβλεπε τον άνθρωπο σε ένα επίπεδο σχέσεως με τον άλλο άνθρωπο και αυτό ήταν το Πρόσωπο. Πρόσωπο –άπειρο– ο Θεός, Πρόσωπο και ο άνθρωπος. Δηλαδή, έβλεπε το Πρόσωπο ως υπέρβαση μιας ατομικότητος εγωκεντρικής, την οποία συνδύαζε με τη Δύση. Γι’ αυτό και έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην ενορία, ως συμβολικό και πραγματικό στοιχείο και κατ’ επέκταση στην κοινότητα. Μέσα σε αυτήν την προσέγγιση υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, ένα κενό, το οποίο αποτελούσε πολλές φορές θέμα συζητήσεως μεταξύ μας. Εκείνος θεωρούσε ότι η ατομικότητα και το ατομικό εγώ είναι η αιτία όλων των κακών στον σημερινό κόσμο, στην Ελλάδα αλλά και στη Δύση. Σκεφτόταν το εγώ ως «κλειστότητα», όχι ως δυνατότητα ανοίξεως. Αυτό έχει μία βάση και μία λογική, αλλά δεν παύει να προϋποθέτει έναν άνθρωπο, μια ατομικότητα της οποίας η εσωτερική άνοιξη πρέπει να είναι μια θεμελιώδης, υπαρξιακή δυνατότητα, κάτι το οποίο εκείνος δεν έβλεπε.

Η σχέση με τους νεορθόδοξους και η αντίληψή του για την ατομικότητα άλλαξε τις αρχικές θεωρήσεις του Στελιου Ράμφου ο οποίος, μετά τη δεκαετία του 1990, αρχίζει να στοχάζεται για τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης Ελλάδας, επιχειρώντας να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: γιατί η νεότερη Ελλάδα είναι αυτή που είναι; Οι απαντήσεις πίστευε ότι δεν υπάρχουν μόνο στην πολιτική, στους θεσμούς ή στην οικονομία, αλλά βρίσκονται πιο βαθιά, στις νοοτροπίες, στις παραδόσεις, στη θρησκευτικότητα, στο συναίσθημα, στη σχέση των Ελλήνων με τον χρόνο και με την ίδια την ιδέα της ατομικής ευθύνης. Η ερμηνεία του ελληνισμού και ιδιαίτερα της βυζαντινής κληρονομιάς στη συγκρότηση της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας βρέθηκε στο κέντρο μεγάλου μέρους του έργου του.

Δεν ήταν ένας στοχαστής που απέφευγε τις μεγάλες γενικεύσεις ούτε τις αντιπαραθέσεις. Οι απόψεις του προκάλεσαν συχνά έντονες συζητήσεις, ακριβώς επειδή επιχειρούσε να διαβάσει την ελληνική κοινωνία πέρα από τις τρέχουσες πολιτικές διαιρέσεις. Τον απασχολούσε ιδιαίτερα η δυσκολία της να αλλάξει όχι απλώς θεσμούς και συνθήκες αλλά νοοτροπίες.

Στη συζήτησή του με τον Ανδρέα Πανταζόπουλο και τον υπογράφοντα, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 118, Απρίλιος 2021, του Books' Journal και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Κι αυτοί είναι η Ελλάδα, το έλεγε χαρακτηριστικά:

Ένας είναι ο δρόμος: να μάθουμε να αναρωτιόμαστε για μας. Να μην έχουμε την αλήθεια έξω από εμάς. Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι ακολουθούμε τυφλά μια αλήθεια έξω από μας και τους μεσίτες της. Ποτέ δεν αναρωτιόμαστε για εμάς τους ίδιους.

Η συζήτηση εκείνη έκλεινε με τις ουσιαστικές προτάσεις του για την ταυτότητα μιας σύγχρονης, ευρωπαϊκής Ελλάδας, μιας χώρας όμως η εσωστρέφεια της οποίας προϋποθέτει την αυτογνωσία της. Πού συναιρούνταν αυτός ο προβληματισμός; Σε δυο έννοιες στις οποίες η χώρα οφείλει να δώσει αποτελεσματικές απαντήσεις: στην παιδεία και στο κράτος. Έλεγε:

Απαιτείται μια στροφή προς τα μέσα, όπου θα παίξουν ρόλο η παιδεία και ο πολιτισμός. Όχι ένας πολιτισμός των αναβατήρων της Ακροπόλεως, αλλά ένας πολιτισμός για τη μεγάλη ανάγκη του ανθρώπου που αναζητά τον εαυτό του έξω, αντί να τον βρίσκει μέσα του. Ταυτόχρονα, απαιτείται η συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, ώστε να ενισχύει τη συνοχή των πραγμάτων. Ώς τώρα έχουμε ένα κράτος το οποίο απλώς έρχεται σε ανταγωνισμό με τις οικογένειες και τις εντοπιότητες. Αλλά πρέπει να πάμε σε ένα κράτος που θα διεκδικήσει συνειδητά και με επιτυχία να είναι ο πολιτικός εγγυητής της κοινωνικής συνοχής. Έχουμε δηλαδή πρόβλημα κράτους και πρόβλημα ατόμου. Ας ρίξουμε λοιπόν το βάρος στην προσπάθεια το άτομο να μάθει την ευθύνη του και στη συνεργασία – που σημαίνει ότι το κρίσιμο δεν είναι απλώς να παρθεί αυτό ή το άλλο μέτρο στο σχολείο, αλλά πώς τα παιδιά από το σχολείο θα μάθουν να συνεργάζονται. Το βλέπετε, στην κοινωνία μας πλειοψηφούν τα ατομικά νοικοκυριά και οι ατομικές επιχειρήσεις – ο καθένας θέλει να είναι αφεντικό, δεν αντέχει τη συνεργασία. Αλλά δεν μπορεί με τέτοιου είδους διαλυτικό πνεύμα να γίνει προκοπή. Ούτε μπορεί να γίνει κράτος όταν η συνοχή είναι μόνο συναισθηματική, που σου την παρέχουν το χάδι και η θωπεία, όχι η κριτική στάση (και η αυτοκριτική στάση απέναντί σου). Επομένως, για μένα, παιδεία και κράτος είναι οι δύο μεγάλοι συντελεστές. Ακόμη δεν το έχουμε σκεφτεί σοβαρά όσο πρέπει. Γίνονται βήματα, αλλά τα υπόγεια ρεύματα κάθε τόσο ανατρέπουν τις πραγματικότητες. Κατά τα άλλα, τίποτα δεν αποκλείει το καλύτερο, αρκεί να το λέμε, να το έχουμε καταλάβει και εμείς που το λέμε καλά και να το εξηγούμε σωστά – γιατί καμιά φορά λες κάτι αλλά δεν το έχεις καταλάβει και καλά για να μπορείς να το πεις όπως πρέπει.

 

LINKQ

https://booksjournal.gr/synenteykseis/3270-tipote-den-apokleiei-to-kalytero-mia-syzitisi-me-ton-filosofo-kai-syggrafea-stelio-ramfo

 

 

10 Αυγούστου 2026
Edward Lear

Ήτανε μια μικρή στη Βραζιλία

που φώναζε: «Για πες μου, βράζει Ηλία

το σινάπι που ’χα βάλει

προχτές βράδυ στο τσουκάλι

για να κάνει ένα ποδόλουτρο η Κυρία;»

Τι είναι αυτό; Ίσως ένα δημώδες παιδικό τραγουδάκι; Όχι, είναι ένα «λιμερίκι». Δηλαδή ένα πεντάστιχο με ομοιοκαταληξία ααββα και σκωπτικό, παράδοξο, κι ενίοτε αθυρόστομο περιεχόμενο.

Η προέλευση της ονομασίας των λιμερικιών είναι ουσιαστικά άγνωστη· θρυλείται όμως ότι προέρχεται από την ιρλανδική πόλη Limerick στην οποία υποτίθεται ότι πρωτοεμφανίστηκαν.

Κι αφού δεν είναι δημώδες, κάποιος δεν θα πρέπει να το έχει συγγράψει; Το έγραψε λοιπόν ο Γιώργος Σεφέρης, ακολουθώντας το πρότυπο των αντίστοιχων ποιημάτων ενός εικονογράφου, λογοτέχνη και μουσικού της βικτωριανής εποχής. Ο πολυτάλαντος αυτός άνθρωπος ονομαζόταν Edward Lear και γι’ αυτό τα λιμερίκια ονομάζονται επίσης και «ληρολογήματα» – δηλαδή μωρολογίες, φλυαρίες  όπως μας πληροφορεί το λεξικό Liddell & Scott – ονομασία την οποία ευφυώς προέτεινε ο Σεφέρης, ώστε να συνδεθεί και με το επώνυμο του Λήαρ.

Όμως ο Λήαρ, δεν ενέπνευσε μόνον τον Σεφέρη. To 1966 οι Beatles κυκλοφόρησαν ένα δίσκο 45 στροφών, ο οποίος στην πρώτη πλευρά του είχε ένα τραγούδι με τίτλο: Paperback writer.

Ο πρώτος στίχος αυτού του τραγουδιού έλεγε:

Dear Sir or Madam, will you read my book?

It took me years to write, will you take a look?

It's based on a novel by a man named Lear.

Αυτός λοιπόν ο Lear, δεν ήταν άλλος από τον βικτωριανό καλλιτέχνη – όπως είχε διευκρινίσει σε μια συνέντευξή του ο ΜακΚάρτνεϊ. Βλέπετε, ότι οι Beatles δεν έγραφαν μόνο μουσική, διάβαζαν επίσης. Και ο στιχουργός του τραγουδιού δεν ήταν ο Λένον, που αρεσκόταν στην παραδοξολογία και στην αυτόματη γραφή. Στιχουργός ήταν ο ΜακΚάρτνεϊ, ίσως μετά από παρότρυνση του φίλου του, ή απλώς από την επιθυμία του να τον ευχαριστήσει.

Όμως ο Λήαρ ήταν ζωγράφος και εικονογράφος. Ανάμεσα στα έργα του ξεχωρίζουν οι λιθογραφίες που περιέχονται στο βιβλίο του: Illustrations of the Family of Psittacidae, or Parrots, το οποίο εξέδωσε με δικά του έξοδα σε ηλικία μόλις 20 ετών.

Η ακρίβεια των αναπαραστάσεών του, τις οποίες επέμενε να φιλοτεχνεί εκ του φυσικού, και όχι από βαλσαμωμένα δείγματα, είχε εντυπωσιάσει τον Κάρολο Δαρβίνο, ώστε να τις επαινεί και να τις συμβουλεύεται, κατά τις επισκέψεις του στη βιβλιοθήκη της «Βασιλικής Εταιρείας».

Υπάρχουν μάλιστα βάσιμες εικασίες, ότι η εικονογράφηση του βιβλίου του Δαρβίνου, The Zoology of the Voyage of H.M.S. Beagle, αν και δεν υπογραφόταν από τον Λήαρ, ήταν τόσο δεξιοτεχνική, ώστε μόνον σε αυτόν μπορούσε να αποδοθεί.

Ο ταλαντούχος αυτός ζωγράφος γύρω στα 1835 εγκατέλειψε την επιστημονική εικονογραφία, της οποίας οι απαιτήσεις για ακραία λεπτομέρεια δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από την εξασθενημένη όρασή του. Έτσι η καριέρα του πήρε μια στροφή, που έχει και το ελληνικό ενδιαφέρον της. Άρχισε να ασχολείται με την τοπιογραφία και αποτύπωσε τη φυσική ομορφιά της Ελλάδας, τους αρχαιολογικούς χώρους και την καθημερινή ζωή των  κατοίκων της, που ως ακούραστος περιηγητής είχε επισκεφτεί πολλές φορές στο διάστημα των ετών 1848 – 1864.

Το 1846 εξέδωσε μια σειρά ληρολογημάτων, με τίτλο, Το βιβλίο των παραδοξολογημάτων. Μερικά χρόνια αργότερα η αγάπη του για την παραδοξολογία και για τον φυσικό κόσμο συνδυάστηκε σε ένα βιβλίο με τίτλο Παράδοξη βοτανική. Στο βιβλίο αυτό, χρησιμοποιώντας το διωνυμικό σύστημα του Λινναίου, κατέταξε τα φανταστικά φυτά του –τα πέταλά τους, ήταν διάφορα είδη ζώων, ή αντικείμενα καθημερινής χρήσης!– τα οποία σκιτσάρισε με χαρακτηριστικά κομψές γραμμές.

Βεβαίως υπήρχαν κ.ά. καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν με την επιστήμη ή επιστήμονες που ασχολήθηκαν με την τέχνη. Όμως ο  Λήαρ κατέχει ιδιαίτερη θέση. Διαβάζοντας κανείς τα ληρολογήματά του, και παρατηρώντας τις εικονογραφήσεις του, εκπλήττεται: είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος να επιδίδεται τόσο αριστοτεχνικά στην παιγνιώδη αταξία των λογοτεχνικών και εικαστικών παραδοξολογιών του και ταυτοχρόνως, στην αυστηρότητα της καταγραφής των χαρακτηριστικών των ζώων που ζωγράφιζε;

Ο Λήαρ δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος της εποχής· ήταν ένας άνθρωπος που τη συμπύκνωνε. Οι βικτωριανοί προσλάμβαναν τον φυσικό κόσμο, ως ένα σύνολο παραδοξοτήτων που κατέφθαναν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας στη μητρόπολή της. Κι ο μοναδικός τρόπος για να τις κατανοήσουν, ήταν να τις συλλέξουν, να τις περιγράψουν και να τις ταξινομήσουν. Ταυτόχρονα όμως ήταν μάρτυρες της μετάβασης από τη λινναιική βεβαιότητα της σταθερότητας των ειδών στη δαρβινική μεταβλητότητά τους. Αυτή λοιπόν η φαινομενική αντίθεση ανάμεσα στην επιδίωξη της ταξινόμησης των πάντων, με την επίγνωση ότι τα πάντα ανθίστανται στην ταξινόμηση, έπρεπε με κάποιο τρόπο να διευθετηθεί Και πριν τη διευθετήσει η επιστήμη, το επιδίωξε η τέχνη. Οι λογοτεχνικές και εικαστικές παραδοξολογίες του Λήαρ δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι: Όπως τα παιχνίδια των παιδιών, που προκειμένου να κατανοήσουν τον κόσμο που τα περιβάλλει καταστρατηγούν ανενδοίαστα και χωρίς συνέπειες, τους κανόνες του, τους φυσικούς νόμους του, την τάξη των πραγμάτων του.

Απλώς, ο Λήαρ, όπως με τα παραδοξολογήματά του διεύρυνε τα όρια της κοινής λογικής, έτσι και με τη φανταστική βοτανική του διεύρυνε το φυσικό όριο ανάμεσα στα διαφορετικά βιολογικά είδη.

 

08 Αυγούστου 2026
Irene Savaidis / PlatinumPhotos.gr

Από τις 30 Μαΐου 2026, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος δεν είναι πια μαζί μας. Ποιητής, βιβλιογράφος, μελετητής και κριτικός της λογοτεχνίας μας, τακτικός συνεργάτης του ΒooksJournal, έχει αφήσει ισχυρότατο το αποτύπωμά του στα νεοελληνικά γράμματα. 

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος γεννιέται στην Πάτρα, το 1939. Είναι λοιπόν ένα παιδί που μεγαλώνει στην επαρχία στις δύσκολες δεκαετίες του 1940 και του 1950, μ’ ένα μάλιστα πρώιμο πένθος να βαραίνει στους ώμους του – ο πατέρας του πεθαίνει μόλις 52χρονος, το 1943. Στην Αθήνα έρχεται για να σπουδάσει νομικά (1957). Δυο χρόνια αργότερα (1959), ο θάνατος της μητέρας επιτείνει τις δυσκολίες επιβίωσης. Μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων και κατόπιν εξετάσεων προσλαμβάνεται (1962-1996) στην Εθνική Τράπεζα (όπου είχαν γνωριστεί, ως υπάλληλοι, και εργαστεί οι γονείς του).

Παιδί φανατικό για γράμματα, καλλιεργεί διά βίου τόσο την ποιητική ευαισθησία του (διακρινόμενος ήδη από φοιτητής στους κόλπους του περιοδικού Πανσπουδαστική και υπηρετώντας τη Μούσα μέχρι πρόσφατα, με δέκα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του)[1] όσο και τα βιβλιοφιλικά και γραμματολογικά του ενδιαφέροντα. Η βιβλιολογική περιέργεια και το βιβλιογραφικό πάθος δεν ήταν διόλου αυτονόητα δεδομένα: χώρος σχεδόν αχαρτογράφητος ακόμα και στις Φιλοσοφικές Σχολές, έθελξε από νωρίς τον Δασκαλόπουλο και εξαντλητικός, λεπτολόγος, επίμονος όπως ήταν στις δουλειές που αναλάμβανε, αφιερώθηκε με ζέση στην κατάκτησή του, διεκπεραιώνοντας σεμνά και αθόρυβα όσα θα απαιτούσαν επιτελεία ερευνητών για να φτάσουν σε αίσιο αποτέλεσμα. Σεφερογνώστης και καβαφογνώστης όσο λίγοι, δώρισε υποδειγματικές βιβλιογραφικές μελέτες στο αναγνωστικό κοινό (Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη, 2003 και Βιβλιογραφία Γ. Σεφέρη, 2016), επεκτείνοντας τούτη την κοπιώδη έρευνα και σε άλλους συγγραφείς (μεταξύ άλλων: Βιβλιογραφικά Σικελιανού, 1983· Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη, 1993· Βιβλιογραφία Αλέξανδρου Κοτζιά, 1998) – με τελευταία και κορυφαία τη σχετική εργασία για τον αγαπημένο του Μανόλη Αναγνωστάκη (Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη, 2024).

Ιδανικός επιμελητής εκδόσεων (μνημονεύουμε την επιμέλεια του τρίτου τόμου των Δοκιμών του Σεφέρη, 1992· την αλληλογραφία Σεφέρη-Μαλάνου, 1990· την αλληλογραφία Σεφέρη-Κατσίμπαλη, 2009), είναι σταθερά παρών στον χώρο των γραμμάτων. Η εμπλοκή του στο περιοδικό της Εθνικής Τράπεζα, Εμείς (1984 κ.ε. για μια δεκαπενταετία), η τακτική συνεργασία του με το θεσσαλονικιώτικο περιοδικό Εντευκτήριο (1987 κ.ε.), η βιβλιοκριτική στήλη του στην εφημερίδα Τα Νέα επί μία εξαετία (1993-1999) τον καθιερώνουν στη συνείδηση του βιβλιόφιλου κοινού ως έγκυρη κριτική φωνή, με επιχειρηματολογημένη άποψη για τις αναγνωστικές του προτάσεις. Και μήτε αποτολμά κανείς να απαριθμήσει τα λεξικογραφικά λήμματα που έχει κατά καιρούς συντάξει, τη συμμετοχή του σε αφιερωματικά τεύχη περιοδικών, τη συμβολή του σε συνέδρια, σε συλλογικούς τόμους ή τις πολύτιμες, σωστικές πολλές φορές, συμβουλές του σε ερευνητές, και οργανωτές επετειακών και άλλων εκδηλώσεων.

Για όλη αυτή την πολύχρονη συνεπή και ακάματη πορεία του στα γράμματα έχει τιμηθεί με πλείστες διακρίσεις: μέλος του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ), ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού, της Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη, αντιπρόεδρος του ΕΚΕΒΙ (2000-2004), επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2006), του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών (2010) και του Πανεπιστημίου Κύπρου (2023), βραβευμένος για το σύνολο του έργου του από την Ακαδημία Αθηνών (2015), πρόεδρος του Ομίλου φίλων του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και τιμώμενος για την προσφορά του στη διοργάνωση των Καβαφείων (1984 κ.ε.) με το Ειδικό Βραβείο Καβάφη (Κάιρο, 2026).

Απορεί και θαυμάζει κανείς για τη διαχείριση του χρόνου σε όλο αυτό το μάκρος της πνευματικής ζωής: πώς στο καλό προλάβαινε τα υπαλληλικά καθήκοντα στην Τράπεζα, τα διαβάσματα, τα γραψίματα, τις αναθέσεις, τις ομιλίες, την έρευνα, και σε εποχές μάλιστα που όλα αυτά δεν γίνονταν με ένα πάτημα πλήκτρου στον υπολογιστή; Μέρος της απάντησης είναι μάλλον το γεγονός ότι πρέπει να μιλάμε σε δυικό αριθμό για τον Δασκαλόπουλο – τους Δασκαλοπουλαίους, μια και δεν μπορείς να σκεφτείς τον Δημήτρη δίχως τη Μαρία (Στασινοπούλου) στο πλάι του, πολύτιμη αρωγό στον βίο και στην πνευματική διαδρομή. Ακάματο ντουέτο που κόσμησε με υπευθυνότητα, αγάπη και χιούμορ (διόλου αμελητέα αρετή) τα γράμματα στον τόπο μας.

Και εικάζουμε πως, πέρα από όλα αυτά τα γραμματολογικά κατορθώματα που τροχάδην αναφέραμε, τις διακρίσεις και τις επιβραβεύσεις, ο Δασκαλόπουλος χάρηκε ιδιαίτερα τα παράσημα φιλίας που είχε καρφιτσωμένα στο πέτο του – φιλίες διακεκριμένες που στέριωσαν στα χρόνια και πλούτισαν τη ζωή του: Μαρώ (Σεφέρη), Σαββίδηδες (Γιώργος και Λένα), Μαρωνίτηδες (Μίμης και Ανθή), Αναγνωστάκηδες (Μανόλης και Νόρα), Πατρίκιοι (Τίτος και Ρένα), Ζήσιμος Λορεντζάτος, Στρατής Τσίρκας, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Μάνος Χαριτάτος, Νάσος Βαγενάς και τόσοι και τόσοι άλλοι.

Και πολλοί φίλοι που τον ξεπροβόδισαν με πόνο στις αρχές Ιουνίου στο τελευταίο του ταξίδι, και θα τον θυμούνται πάντα με αγάπη και ευγνωμοσύνη.

 

 



[1] Απόπλους, 1963· Επιστροφές, 1973· Αλφαβητάρι, 1976· Νέκυια, 1978· Γράμματα στον Ερμόλαο, 1981· Κλειδούχος μοίρα, 1993· Σκοτεινή πανσέληνος, 1999· Υπαινιγμοί, 2007· Με δίχτυα στον άνεμο, 2015· Χωρικά ύδατα, 2020.

05 Αυγούστου 2026
Αρχείο Σάκη Κουρουζίδη

Ο Γιάννης Χατζίνης (1900-1975) ήταν κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος (είχε μακρόχρονη συνεργασία με τη Νέα Εστία). Εκδόθηκαν 15 βιβλία του, κυρίως με δοκίμια: Στοχασμοί και σημειώματα (1936), Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη (1961), Ο λογοτέχνης και η σκιά του (1968) κ.ά. Οι απαντήσεις στη συνομιλία που ακολουθεί δόθηκαν στο πλαίσιο σειράς συνεντεύξεων, στο Έθνος, 13 Αυγούστου 1966.

Η πεζογραφία (όπως άλλωστε και η λογοτεχνία ολόκληρη), σαν κύριο θέμα έχει τον έρωτα. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κι' όταν ακόμη ο έρωτας δεν βρίσκεται στην επιφάνεια της δράσης, τον ακούμε πίσω απ' αυτήν σαν υπόκρουση μουσικής. Η ζωή, η ίδια, δεν εκφράζεται παρά με τον έρωτα. Μια ανησυχία, ένας πόθος, ένα όνειρο έρωτα, βρίσκεται πάντοτε στο βάθος κάθε δημιουργίας. Και τα βασικά βιβλία των συγγραφέων, αυτά που μας δίνουν τα κλειδιά ολόκληρου του έργου τους, που αποτελούν τον ακρογωνιαίο του λίθο, είναι εκείνα μέσα στα οποία ήρθε η ώρα τους να εξομολογηθούν, να προβάλουν (συχνά χωρίς να το καταλάβουν) αμεσότερα τον πιο κρυφό εαυτό τους.

Μπαλζάκ και Καζαντζάκης

– Τέτοιο βιβλίο στάθηκε για τον Μπαλζάκ η «Σεραφίτα» μέσα στην οποία βρήκε μια μοναδική έκφραση όλο το μυστικιστικό του πάθος για την Πολωνέζα πριγκήπισσα Χάνσκα. Για τον Καζαντζάκη αντίστοιχο βιβλίο είναι ο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», όπου ξαφνικά μας αποκάλυψε το μέγα δράμα της ζωής του. Έμμεσα, αλλά με όλη την παραστατικότητα που χαρακτηρίζει το λόγο του, μας έφερε στο φως την αδυναμία του να ασκήσει φυσικά τον έρωτα, μια αδυναμία που του στοίχισε την πικρία και το μαρτύριο μιας ολόκληρης ζωής. Ο «Αλέξης Ζορμπάς» γίνεται γι' αυτόν ένα απρόσιτο ιδανικό αντρικής αξίας, ακριβώς γιατί διαθέτει πληθωρικά ό,τι έλειπε δραματικά από τον ίδιον… Πάντως, το βέβαιο είναι ότι έτσι ή αλλιώς, βαθιά τον επηρέασε. Ο Καζαντζάκης ριχνόταν με τόσο πάθος στη δουλειά, προσπαθώντας, συνειδητά ή όχι, να γεμίσει αυτό το κενό από τον απραγματοποίητο έρωτα.

– Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπαλζάκ δημιούργησε ο ίδιος τεχνητά αυτό το κενό, που έδινε μια συνεχή διέγερση στην εξυπνάδα του, μια έξαψη στη φαντασία του, από την οποία είχε ανάγκη για να φτιάξει το τεράστιο έργο του. Δημιούργησε το κενό αλληλογραφώντας ερωτικά επί δεκαεφτά χρόνια με την κυρία Χάνσκα, χωρίς ποτέ να την συναντήσει. Όταν συναντήθηκαν, επί τέλους, ήταν για να παντρευτούν.

Ο Παπαδιαμάντης

– Το ίδιο κενό, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, βρισκόταν μέσα στην ψυχή του Παπαδιαμάντη. Φτάνει να θυμηθούμε μερικά διηγήματά του σαν το «Ολόγυρα στη λίμνη», το «Έρωτας στα χιόνια» ή το «Υπό την βασιλικήν δρυν» για να πεισθούμε ότι το κενό αυτό το δημιουργούσε η μεγάλη ερωτική του δειλία, ένα πλέγμα ερωτικής μειονεξίας, που αντίστοιχα αύξαινε τη λαχτάρα του για τον έρωτα. Η έλλειψη ήταν το κίνητρο της δημιουργίας του. Ονειροπόλος ώς το παραλήρημα, επιχειρεί κάποτε να εγγίσει την πραγματικότητα, να ψαύσει με τα ίδια του τα χέρια το αντικείμενο του πόθου του, και γράφει το «Όνειρο στο κύμα». Αλλά πάλι, για να φτάσει κ' εδώ στο άκρο άωτο της ονειροπόλησης! Ίσως είναι η πιο συνηθισμένη περίπτωση σε συγγραφείς του είδους του, όπου η έξαψη του πόθου εγγίζει αυτά τα ακρότατα όρια. Γράφει κανείς για να λυτρωθεί από την έλλειψη, που έτσι παύει να είναι οδυνηρή. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο άγιος όχι γιατί ζυμώθηκε τόσο πολύ με τη θρησκεία και με την Εκκλησία, αλλά γιατί δεν έμεινε μέσα του κανένα κατακάθι κακίας απέναντι στη ζωή, που την είχε απαρνηθεί. Και γιατί στάθηκε ασυμβίβαστος στην απόλυτη ιδέα που είχε πλάσει γι' αυτήν.

Ο Ξενόπουλος

– Κ' έπειτα, ο νους μου πάει στον Ξενόπουλο, που είναι ο κατ' εξοχήν γνωστός σαν ερωτικός συγγραφέας. Πάνε τόσο πολλά χρόνια από τότε που τον διάβασα, ώστε αυτή τη στιγμή δύσκολα θα μπορούσα να φτάσω σ' ένα συμπέρασμα για τη βαθύτερη προέλευση του ερωτισμού του. Όταν ήμουν παιδί με συγκλόνιζαν η «Στέλλα Βιολάντη» και ο «Κόκκινος βράχος»…

Ο Καραγάτσης

– Είπαν τον Καραγάτση μαθητή του Ξενόπουλου. Άλλοι βρήκαν τις ρίζες του στον Λώρενς της «Λαίδης Τσάτερλυ». Νομίζω ότι δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο Ξενόπουλος αποβλέπει, σε τελευταία ανάλυση, στη μετάδοση ενός ερωτικού ερεθισμού. Στο ξύπνημα της ψυχής και των αισθήσεων. Είναι σ' αυτό ένας αληθινός δεξιοτέχνης… Αλλά, παρ' όλα αυτά, ο Καραγάτσης, σαν ερωτικός συγγραφέας, είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Μπορούμε να τον συναντήσουμε υπό διάφορες μορφές: έναν ρομαντικό βλάκα ή ένα σεξουαλικό τέρας. Αλλά, ο πιο αυθεντικός Καραγάτσης βρίσκεται μέσα στα βιβλία του εκείνα, και ιδίως μέσα σε κάποια διηγήματά του, όπου τον πιάνει μια μανία καταστροφής. Ζητάει τότε να εξευτελίσει τον έρωτα, σε ό,τι έχει πιο βαθύ, πιο μυστικό, πιο ανεξήγητο. Να μας αποδείξει με τα πιο απεχθή ρεαλιστικά μέσα, πως ό,τι υπήρξε παλμός της ψυχής και της σάρκας, υπερούσια προσδοκία, ήταν απλούστατα συνέπεια μιας απάτης. Ξαναδιαβάστε εκείνο το περίφημο «Μοναχικό ταξίδι στα Κύθηρα» για να καταλάβετε τί εννοώ. Πειθόμαστε εκεί ότι η ερωτική ευτυχία είναι το αποτέλεσμα μιας άμετρης βλακείας. Και ρωτιόμαστε ειλικρινώς: Έχει, άραγε, το δικαίωμα ένας συγγραφέας, που διαθέτει μια τέτοια παραστατική φαντασία, να ρίχνει ένα τόσο τρομακτικό φως σε ό,τι υπάρχει πίσω από το μυστήριο; Δεν έχουμε όλοι ανάγκη απ' αυτή την ευεργετική επιρροή της πλάνης; Αν ο έρωτας είναι μια πλάνη, τότε θάπρεπε να την αποδεχθούμε σαν θείο δώρο. Αλλά το θέμα του έρωτα είναι το πιο απύθμενο και το πιο χαώδες. Γι' αυτό και δεν υπάρχουν λύσεις: Κάθε συγγραφέας μάς κάνει τη δική του, προσωπική, μύηση.

31 Ιουλίου 2026
libcom.org

Ο θάνατος του Ραούλ Βανεγκέμ, στις 28 Ιουλίου 2026, στη Βαρκελώνη, σε ηλικία 92 χρόνων, κλείνει έναν κύκλο. Έναν από τους τελευταίους μεγάλους κύκλους της ευρωπαϊκής διανόησης του εικοστού αιώνα, που επαγγέλθηκε την επανάσταση.

Μαζί με τον Γκυ Ντεμπόρ, ο βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος ήταν σημαντικός θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς (Situationist International, γι’ αυτό στην Ελλάδα τους αποκαλούσαμε και Σιτουασιονιστές), της μικρής εκείνης ομάδας που επηρέασε το πνεύμα του γαλλικού Μάη του 1968 κι επηρεάστηκε απ’ αυτό, διεκδικώντας ελευθερία, αποστάσεις από την κοινωνία του θεάματος και μόνιμη πολεμική στον καταναλωτισμό – μετά τον Μάη, η κριτική αυτή εξελίχθηκε σε συνολικότερη κριτική στον καταναλωτικό καπιταλισμό

Ο θεωρητικός της ιδεολογικοπολιτικής πάλης κατά της «κοινωνίας του θεάματος», βεβαίως, ήταν ο Γκυ Ντεμπόρ. Ο Ραούλ Βανεγκέμ ήταν ο θεωρητικός μιας ελεύθερης, αντικαταναλωτικής καθημερινότητας. Το βιβλίο του Η επανάσταση της καθημερινής ζωής (Traité de savoir-vivre à l'usage des jeunes générations, 1967), που εκδόθηκε περίπου το ίδιο διάστημα με το έργο του Ντεμπόρ, Ενάντια στην κοινωνία του θεάματος, δεν ήταν μια πολιτική διακήρυξη. Ήταν επίθεση εναντίον κάθε μορφής αλλοτρίωσης: κατά της αλλοτρίωσης της εργασίας, της οικογένειας, της κατανάλωσης, της πειθαρχίας, ακόμη και εναντίον της αλλοτρίωσης στην οποία οδηγούσαν τα μέλη τους οι παραδοσιακές αριστερές επαναστατικές οργανώσεις. Η ελευθερία, υποστήριζε ο Ραούλ Βανεγκέμ, δεν προϋπέθετε την κατάκτηση της εξουσίας από τα κινήματα αλλά την απελευθέρωση της επιθυμίας των ανθρώπων.

Ο Βανεγκέμ, τα χρόνια μετά τον γαλλικό Μάη, θεωρούνταν ότι εξέφραζε το απελεύθερο πνεύμα της παρισινής εξέγερσης. Συνθήματα όπως «Να είστε ρεαλιστές, απαιτήστε το αδύνατο», «Η πλήξη είναι αντεπαναστατική» αποδίδονται, άμεσα ή έμμεσα, στο πνεύμα της σκέψης του. Εκείνος, πάντως, δεν προσπάθησε να προσεταιριστεί το νόημα της εξέγερσης ή κάποιες από τις πράξεις της. Δεν ήταν στην ιδιοσυγκρασία του η προσωπική προβολή του ούτε είχε φαντασιωθεί ηγετικό ρόλο σε κάποιο οργανωμένο κίνημα. Πολύ νωρίς μάλιστα, το 1970, η σχέση του με τον Γκυ Ντεμπόρ διαταράχθηκε κι εκείνος αποχώρησε από την Καταστασιακή Διεθνή, διαφωνώντας με τον ολοένα και πιο συγκεντρωτικό τρόπο λειτουργίας της.

Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε, δεν έκαναν τα βιβλία του μπεστ σέλερ – συνήθως εκδίδονταν από μικρά εκδοτικά σχήματα ή από στενού προσανατολισμού ιδεολογικές κοινότητες (στην Ελλάδα πρωτοκυκλοφόρησε, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, από τις εκδόσεις Άκμων του Ευγένιου Αρανίτση, ενώ τα τελευταία του κείμενα μεταφράζονταν και κυκλοφορούν στις εκδόσεις Πανοπτικόν). Οι ιδέες του πάντως πέρασαν σχεδόν αθόρυβα στη γλώσσα των κινημάτων, της αντικουλτούρας, της οικολογίας.

Ο Βανεγκέμ συνέχισε να παρεμβαίνει στον δημόσιο λόγο, με κείμενα που προφανώς εξέλιξαν τις αρχικές του προσεγγίσεις. Συνέχισε να δημοσιεύει δοκίμια, πολιτικά και φιλοσοφικά κείμενα, επιμένοντας ότι η χειραφέτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικονομία ή στους θεσμούς, αλλά αφορά πρωτίστως τον τρόπο με τον οποίο ζει κανείς. Σε μια εποχή όπου η πολιτική συχνά περιορίζεται στη διαχείριση, εκείνος επέμενε ότι το ερώτημα είναι υπαρξιακό: με ποιον τρόπο δηλαδή θα μπορούσε μια ζωή να είναι πραγματικά ελεύθερη.

Η ιδέα της ελευθερίας ήταν η βασική κληρονομιά του γαλλικού Μάη στη σκέψη του Ραούλ Βανεγκέμ. Διεκδίκησε την ελευθερία της έκφρασης, ιδίως στη συνθήκη που επέβαλλε στον δυτικό κόσμο η πολιτική ορθότητα. «Δεν υπάρχει ούτε καλή ούτε κακή χρήση της ελεύθερης έκφρασης, υπάρχει μονάχα ανεπαρκής χρήση της», γράφει στο σημαντικό βιβλίο του, Τίποτα δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να λεχθούν, που κυκλοφόρησε το 2003 (στα ελληνικά μεταφράστηκε το 2005, εκδ. Σαββάλα). Για τον Βανεγκέμ, η λογοκρισία δεν θεραπεύει τον φανατισμό, τον ρατσισμό ή το μίσος. Αντίθετα, τα μετατρέπει σε απαγορευμένο καρπό, κρύβοντας τις κοινωνικές συνθήκες που τα γεννούν. Θεωρεί την ελεύθερη έκφραση προϋπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης: όσο υπάρχουν απαγορευμένες λέξεις, απαγορευμένες εικόνες ή απαγορευμένες ιδέες, υποστηρίζει, η κοινωνία εξακολουθεί να αναπαράγει σχέσεις κυριαρχίας. Κι η απάντηση στο λόγο που θεωρείται επικίνδυνος δεν είναι η απαγόρευση αλλά ο αντίλογος, η κριτική και η αποδόμησή του.

Το βιβλίο επιτίθεται σε κάθε μορφή «ιερού»: καταρχήν στη θρησκεία, αλλά και στα εθνικά σύμβολα, στις ιδεολογίες, στα κρατικά μυστικά και σε κάθε αξίωση ότι κάτι βρίσκεται υπεράνω αμφισβήτησης. Ο τίτλος είναι κυριολεκτικός: αν κάτι ανακηρύσσεται ιερό, παύει να υπόκειται στην ελεύθερη κρίση και έτσι ανοίγει ο δρόμος για την εξουσία και τον δογματισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών στο Charlie Hebdo, το 2015 στο Παρίσι, ο τίτλος του βιβλίου χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα ως σημείο αναφοράς στη δημόσια συζήτηση γύρω από τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Μάλιστα, το συλλογικό βιβλίο Όλα μπορούν να λεχθούν ή υπάρχουν εκείνα που δεν λέγονται; (Βιβλιόραμα, 2015), που κυκλοφόρησε στον απόηχο του τρομοκρατικού εκείνου συμβάντος, δανείζεται συνειδητά τη φράση του Βανεγκέμ για να ανοίξει ακριβώς αυτή τη συζήτηση[1].

Τις απόψεις αυτές είχε υποστηρίξει και σε μια σύντομη συνάντηση που είχαμε στο γραφείο του ΒοοksJournal, πριν από μερικά χρόνια, όταν ο Ραούλ Βανεγκέμ μας επισκέφτηκε, κυρίως για να συναντήσει τον παλιό του φίλο από το Παρίσι, Σταύρο Καπλανίδη. Ανησυχούσε πολύ για την ενίσχυση των ιδεών της λογοκρισίας, στο όνομα της προστασίας της κοινωνίας από τη ρητορική μίσους, την παραπληροφόρηση και την υποκίνηση βίας. Θεωρούσε την απεριόριστη ελευθερία της έκφρασης τη μεγαλύτερη κατάκτηση του δυτικού πολιτισμού και ανησυχούσε ότι η σχετικοποίησή της μπορούσε να επιφέρει φαλκίδευση των ιδεών της ελευθερίας – και στην ουσία παραχάραξη του πνεύματος του δυτικού κόσμου.

Η εκδημία του συμπίπτει με την υποχώρηση όχι πλέον του ελευθεριακού πνεύματος του Γαλλικού Μάη αλλά ακόμα και της ιδέας της ελευθερίας, όπως την εννοεί και την προασπίζει η δυτική δημοκρατία.

 

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 07 30 6.39.38 μμ

O Ραούλ Βανεγκέμ σε πιο πρόσφατη φωτογραφία του. 

 



[1] Δεν ξέρω αν πολλά από τα πρόσωπα που υπέγραφαν κείμενα σε εκείνη την έκδοση συνεχίζουν να υπερασπίζουν την άνευ όρων ελευθερία του λόγου.

30 Ιουλίου 2026
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη

100 χρόνια από τη γέννηση και 56 από την αποδημία του, στα 44 χρόνια του. Επέλεξα να τον παρουσιάσω μέσα από όσα έγραψε κατά καιρούς γι’ αυτόν ο φίλος και μελετητής του έργου του, κορυφαίος μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος (1935-2024). Λόγια γνώσης, αγάπης και θαυμασμού. Η τιμητική αναφορά συμπληρώνεται από απόσπασμα ενός άγνωστου κειμένου του μεγάλου έλληνα συνθέτη: «Η  σύγχρονη μουσική και το κοινό».

 

In memorian Γιάννη Χρήστου. «Οι πρώτες λέξεις, η πρώτη κριτική που αφιερώνουμε σ’ ένα έργο του Γιάννη Χρήστου, μετά τον θάνατό του, δεν πρέπει να θεωρηθούν παρά σαν καρπός αμφίβολου αποτελέσματος προσπάθειας, επώδυνης και πολυήμερης.

Ο διάλογος σταμάτησε. Απ’ εδώ κι εμπρός, ό,τι πούμε, ό,τι γράψουμε γι’ αυτόν θα ’ναι μονόλογος. “Φωνή βοώντος εν τη ερήμω”. Και νοιώθει κανείς φόβο γι’ αυτή τη φωνή, για το πώς ο ήχος της θ’ ακουστεί, δίχως να σπάση την ερημιά της. Εκείνος που έκανε μουσική μ’ όλες τις δυνάμεις της ψυχής και του κορμιού του, αποκαλύπτοντας με τον ήχο και την κραυγή, σαν μάγος, ό,τι ουσιαστικότερο υπάρχει μες στον άνθρωπο: Εκείνος που ερευνούσε τα βιβλία των Νεκρών της αρχαίας Αιγύπτου ή του Θιβέτ, κι αποτινάζοντας πάνωθέ του κάθε τι το “διακοσμητικό” ή ψεύτικο που ’χει προσθέσει στον άνθρωπο ο “πολιτισμός” είχε ξαναβρεί την τρομερή ενότητα ανάμεσα στην έξαλλη νυχτοφοβία των πρώτων τρωγλοδυτών και στα άγχη των τωρινών τους απογόνων, των κατακτητών της Σελήνης – ο Γιάννης Χρήστου δεν υπάρχει πια.  Να ένoιωσε τάχα πως ό,τι κι αν έκανε δεν θα ’δινε απάντηση στα ερωτηματικά του, να ’νoιωσε, καθώς λέει ο Κητς, πως η “φαντασία δεν μπορεί να ξεγελάση τόσο καλά” και θέλησε, σαν τον Όσιρι, να παραδοθή στον Σηθ, στο Πνεύμα της Φθοράς, για να παραβιάση τις πύλες του κόσμου των Νεκρών; Ποιος ξέρει; Κι έτσι, καθώς ο πόνος μάς καθήλωσε μπροστά στον τάφο του, η καρδιά έβαλε πάνω στα χείλη μας τούτα τα λόγια, από τους επιτάφιους των παιδικών μας χρόνων: “Η ζωή, πώς θνήσκεις”».

(Γιώργος Λεωτσάκος, Τα Νέα, 18/2/1970)

“Άστρων κάτοιδα…”. Χοή στον Γιάννη Χρήστου. «Τώρα που μόλις μπορούμε ν’ ατενίζουμε τη μνήμη του αλαφρωμένοι κάπως αλλ’ όχι αδέσμευτοι από συναισθήματα, ίσως είναι καιρός γι’ αυτή την ψυχραιμότερη θεώρηση που ο χώρος τούτος ευνοεί.

Ερώτημα πρώτο: Γιατί στάθηκε μεγάλος; Γιατί υπακούοντας σ’ ακαταμάχητες ψυχοβιολογικές παρορμήσεις, πήρε τρέχουσες μουσικές ύλες κι αντί γι’ αμφίβολης χρήσης και λειτουργίας ηχητικά αντικείμενα, καθώς άλλων τα έργα, τους έδωσε μια φοβερή εκφραστική λειτουργία που βγαίνει από τα ανησυχητικότερα βάθη της ψυχής κι απευθύνεται ξανά σ’ αυτά. Μες στο λυκόφως της Ιστορίας, που είναι οι καιροί μας, μονάχα, ίσως, το ψυχόδραμα, τα σύμβολα του συλλογικού κι ατομικού υποσυνείδητου κι ο σπαραγμός τους μπορεί πια να ’χουν εκφραστικό κύρος αμετάθετο. Ο Χρήστου τα κατάλαβε καλά. Δύσκολα θα κατονόμαζε κανείς άλλον ομότεχνο συγκαιρινό του που γι' αυτόν κάθε τι καινούργιο να δένεται τόσο άμεσα και λειτουργικά με την εκφραστική του πρόθεση».

(Γιώργος Λεωτσάκος, Το Βήμα, 13/3/1971)

Γιάννης Χρήστου. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. «Το πλήρωμα του χρόνου ξαναφέρνει τη μνήμη της φοβερής στιγμής όπου ο Γιάννης Χρήστου πεθαίνοντας, μας έδωσε να γευτούμε το θάνατο, να πεθάνουμε λίγο μαζί του, κάνοντας όλους όσοι τον ζήσαμε κοινωνούς μιας τρομερής μυσταγωγίας για την οποία λες και τον προετοίμαζαν όλη του η ύπαρξη και δημιουργία. Πεθάναμε όλοι τότε λίγο μαζί του, αλλ’ εκείνος πόσο πολύ ζει πάντα μέσα μας!

Όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο, τουλάχιστον σε μένα, γίνεται συνείδηση πως ό,τι έκαμε ή άφησε ο Γιάννης Χρήστου τον ξεχωρίζει όχι μόνο από τους γενικά εκτιμώμενους συγκαιρινούς του, τους Χέντσε, τους Μπουλέζ, τους Πεντερέτσκι, τους Κάγκελ, τους Καίητζ ή τους διάφορους ραλίστες των κομπιούτερς με τον ψυχρό διακοσμητισμό ή τους αυτάρεσκους βεντετισμούς, αλλά κι από ολόκληρο ίσως το παρελθόν της μουσικής: Ώς τον Χρήστου, η ανθρώπινη ψυχή με τους ήχους ή εκφραζόταν ή έπλαθε μορφές. Με κείνον, η λαχτάρα μιας υπερβατικής ελευθερίας έσπασε όλα τα ηχητικά περιβλήματα και “σαρκία” — κι όμως τούτο το “επέκεινα” της μουσικής ήταν αναπόφευκτο να ταυτιστεί με το θάνατο».

(Γιώργος Λεωτσάκος, Τα Νέα, 12/1/1973)

 

Ο Γιάννης Χρήστου για τη σύγχρονη μουσική

[…] Αλλά, για να ξαναγυρίσουμε στους συνθέτες της σύγχρονης μουσικής, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, τα σημερινά στη διάθεση του συνθέτη εκφραστικά μέσα είναι πολύ περισσότερα και πολύ διαφορετικά από πριν. Και είναι δικαίωμα του συνθέτη ή να χρησιμοποιήσει τα παραδοσιακά μέσα ή να προσπαθήσει να εκφραστεί με τα σύγχρονα, ανταποκρινόμενος έτσι στο καθολικό αίτημα της ανανεώσεως που κυριαρχεί στην εποχή μας και που στηρίζεται στην τόσο αλματώδη, την γιγαντιαία πρόοδο του συνόλου πολιτισμού μας. Όπως δεν μπορώ να φανταστώ να απαγορεύουν σ’ έναν αρχιτέκτονα τη χρήση του κρυστάλλου σαν οικοδομικού υλικού, έτσι δεν διανοούμαι ότι πρέπει να εκφραστώ μουσικά χρησιμοποιώντας μονάχα τα παραδοσιακά μέσα μουσικής εκφράσεως.

Δεν ξέρω, ή μάλλον δεν έχω το δικαίωμα να πω, ότι η μέθοδος που ακολουθώ στην χειραγώγηση της μουσικής μου εμπνεύσεως είναι η σωστή, ή όχι. Ξέρω όμως πως αυτό που κάνω είναι πάντως μια έρευνα, μια αναζήτηση υπαγορευμένη από γνήσια καλλιτεχνική παρόρμηση. Τέτοιες έρευνες κάνουν διεθνώς πολλοί νέοι συνθέτες που κινούνται από επίσης γνήσια καλλιτεχνικά κίνητρα. Επίσης και οι Έλληνες συνθέτες. Ποιος θα τους βοηθήσει; Ποιος θα τους συμπαρασταθεί; Ποιος θα τους ενθαρρύνει; Και ποιαν εξήγηση θα δώσουν για τους φραγμούς που υψώνουν –αυτοί που τους υψώνουν–, πώς θα απολογηθούν, όταν σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει στην Ελλάδα, ούτε συνθέτης ούτε μαέστρος, ούτε εκτελεστής, αλλ’ ούτε και κοινό για την μουσική, για την όποια μουσική, την παραδοσιακή ή τη σύγχρονη, την σημερινή ή την αυριανή;

Γιάννης Χρήστου, περ. Λυρικός Κόσμος, τχ. 5ον-6ον, Φεβρουάριος -Μάρτιος 1968

28 Ιουλίου 2026
Φωτογραφία αρχείου

Ο θάνατος του Αλέξη Σταμάτη, στις 21 Ιουλίου 2026 σε ηλικία 67 ετών, για τους περισσότερους ήταν ξαφνικός. Όσοι τον παρακολουθούσαν στα κοινωνικά δίκτυα ήξεραν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά – τον τελευταίο καιρό κυκλοφορούσε με γυαλιά που επέτρεπαν να βλέπει από το ένα μάτι. Αλλά είχε ντύσει τα προβλήματά του με ένα περίβλημα εκκεντρικότητας, που δεν επέτρεπε αισθήματα οικτιρμού.  

 

Ο Αλέξης Σταμάτης συγκαταλέγεται στους πιο παραγωγικούς Έλληνες συγγραφείς της μεταπολίτευσης. Κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στο μυθιστόρημα, την ποίηση, το θέατρο, το σενάριο και τη δημοσιογραφία, αφήνοντας το προσωπικό του στίγμα.  

Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1959 κι ήταν γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο, στην αρχιτεκτονική όσο και στον κινηματογράφο. Εργάστηκε ως αρχιτέκτονας στην Ελλάδα και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, πριν αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία.

Εξέδωσε συνολικά 34 βιβλία, από τα οποία τα 20 μυθιστορήματα, ενώ δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, θεατρικά έργα και σενάρια. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ο έβδομος ελέφαντας (Κέδρος, 1998, β' έκδ. Καστανιώτη, 2016) κυκλοφόρησε το 1998 στην Αγγλία, σηματοδοτώντας τον διεθνή προσανατολισμό του έργου του. Το Μπαρ Φλωμπέρ (Κέδρος, 2000, β' έκδ. Καστανιώτη, 2012) είναι από τα πλέον γνωστά βιβλία του και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ η Αμερικάνικη φούγκα (2006) τιμήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες με το International Literature Award του National Endowment for the Arts, επιβεβαιώνοντας ότι είναι ένας συγγραφέας με απήχηση ευρύτερη του κοινού της ελληνικής γλώσσας, στην οποία έγραφε. Ασχολήθηκε και με την παιδική λογοτεχνία, μάλιστα το πρώτο του μυθιστόρημα για παιδιά, Ο Άλκης και ο λαβύρινθος (2009), τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.

Η γραφή του συνδύαζε τον ψυχολογικό στοχασμό με την αφηγηματική τόλμη. Οι ήρωές του βρίσκονταν συχνά αντιμέτωποι με υπαρξιακά αδιέξοδα, τη μοναξιά, την ταυτότητα, τη μνήμη και τις εύθραυστες ανθρώπινες σχέσεις. Χωρίς να εγκλωβίζεται σε μία μόνο αισθητική ή θεματική, ο Σταμάτης αναζητούσε διαρκώς νέες μορφές έκφρασης, αντλώντας στοιχεία από την αρχιτεκτονική, τον κινηματογράφο και τη μουσική, γεγονός που προσέδιδε στα έργα του ιδιαίτερο ρυθμό και έντονη εικονοποιία.

Παράλληλα με τη λογοτεχνική του παραγωγή, διατηρούσε σταθερή παρουσία στον δημόσιο λόγο – τα τελευταία χρόνια αρθρογραφούσε στο Βήμα. Οι παρεμβάσεις του χαρακτηρίζονταν από στοχαστικότητα και ενδιαφέρον για τα πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής, ενώ συχνά η κριτική του ήταν διαμεσολαβημένη από τη λογοτεχνία, μέσω της οποίας κυρίως αντιμετώπιζε τα προβλήματα του κόσμου.

21 Ιουλίου 2026
Martha Heasley Cox Center for Steinbeck Studies - San Jose State University

Την 12η Δεκεμβρίου 1962 στην αίθουσα συναυλιών της Στοκχόλμης, έξι επίσημα ντυμένοι άνδρες ποζάρουν για μια αναμνηστική φωτογραφία. Κρατούν στα χέρια τους το δερμάτινο ντοσιέ με το περίτεχνο δίπλωμα Νόμπελ που έλαβαν λίγο πιο πριν από τα χέρια του βασιλέα της Σουηδίας. Οι πέντε από αυτούς είναι βιολόγοι. Και μεταξύ αυτών οι Τζέιμς Γουότσον, Φράνσις Κρικ και Μόρις Γουίλκινς που τιμήθηκαν για την ανακάλυψη της δίκλωνης έλικας του DNA. Αλλά και ο έκτος, ο μυθιστοριογράφος που κοιτάζει το φακό με σοβαρότητα, που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους ζωηρούς, νεότερους επιστήμονες οι οποίοι βρίσκονται δίπλα του, δεν είναι άσχετος με τη βιολογία.

 

 

Είναι ο Τζον Στάινμπεκ που, ως νεαρός φοιτητής του Στάνφορντ, είχε παρακολουθήσει μαθήματα θαλάσσιας βιολογίας τα οποία επηρέασαν το λογοτεχνικό έργο για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.

Και πράγματι, στα μυθιστορήματά του οι σχέσεις των ηρώων, μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους, απεικονίζονται υπό το πρίσμα μιας ολιστικής και μη τελεολογικής θεώρησης που είναι συναφής με τη βιολογία. Και από όλα τα βιβλία του, ένα που δεν αποτελεί μυθοπλασία αποκαλύπτει αρκετά για τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας του προσελάμβανε τον κόσμο και συνέθετε τις νουβέλες του.

Το βιβλίο αυτό που φέρει τον τίτλο, Ημερολόγιο από τη θάλασσα του Κορτέζ, εξιστορεί το ταξίδι που έκανε με τον φίλο του βιολόγο, Εντ Ρίκετς, το 1940, στον κόλπο της Καλιφόρνιας (θάλασσα του Κορτέζ). Το ταξίδι ξεκίνησε από το Μοντερέι με ένα ψαροκάικο, το Western Flyer. Κι όταν  μετά 40 ημέρες και 4.000 μίλια οι δυο φίλοι αποβιβάστηκαν στο Σαν Ντιέγκο, μπορούσαν να είναι βέβαιοι ότι η αποστολή τους είχε αποφέρει τους καρπούς για τους οποίους ξεκίνησε: εκατοντάδες είδη θαλάσσιων ασπόνδυλων –μερικά από τα οποία, ώς τότε, άγνωστα– και ένα ημερολόγιο με περιστατικά και στοχασμούς που τροφοδότησαν το βιβλίο το οποίο εκδόθηκε ένα χρόνο μετά.

Ο Στάινμπεκ αντιλαμβανόταν την ολότητα, ως εγγενή ιδιότητα για κάθε μονάδας ύπαρξης. Ας αφήσουμε λοιπόν κάποια αποσπάσματα του βιβλίου να μιλήσουν για την αντίληψη αυτή. Με την ελπίδα ότι η σύνθεσή τους θα  αναδείξει την κοινή ματιά που είχε ο Στάινμπεκ, είτε ερευνούσε τους οργανισμούς που αποκαλύπτονταν στην ακτή –όταν η παλίρροια αποσυρόταν– είτε τους ήρωές του στα εργοστάσια, στους δρόμους και στα χωράφια: ένα οικοσύστημα, βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων, τις αλληλεπιδράσεις των οποίων επεδίωκε να καταγράψει και να κατανοήσει, χωρίς να τις παραμορφώσει, για να τις πειθαρχήσει ως προδιαγεγραμμένες συνέπειες μιας απώτατης αιτίας.

Την 23η Μαρτίου 1940, λοιπόν, το ημερολόγιο σημειώνει:

Αυτή την ημέρα, ο ήλιος που έλαμπε στην παραλία μάς έκανε να αισθανόμαστε καλά. Μας θύμισε τον Κάρολο Δαρβίνο, ο οποίος έφτασε αργά το βράδυ με το Beagle στον κόλπο του Βαλπαραΐσο. Όταν το πρωί ξύπνησε και κοίταξε στην ακτή, ένιωσε τόσο όμορφα, ώστε να γράψει: «Όταν ήρθε το πρωί, όλα φαίνονταν υπέροχα. Μετά τη Γη του Πυρός, το κλίμα ήταν θαυμάσιο, η ατμόσφαιρα τόσο ξηρή και ο ουρανός, τόσο καθαρός και γαλάζιος με τον ήλιο να λάμπει έντονα, που όλη η φύση φαινόταν να πάλλεται από ζωή».

Κι ο Στάινμπεκ, για να δηλώσει ότι δεν υπάρχει τίποτε κακό όταν ο παρατηρητής γίνεται μέρος του αντικειμένου της παρατήρησής του, παρατηρεί: «Ο Δαρβίνος δεν έλεγε πώς ήταν το Βαλπαραΐσο, αλλά πώς ήταν αυτός εντός του Βαλπαραΐσο».

Κι αν γεννηθεί στον αναγνώστη η ένσταση ότι η υποκειμενικότητα είναι ακατάλληλη διανοητική στάση για να παρατηρεί κανείς τα πράγματα, ο Στάινμπεκ, από την εισαγωγή του βιβλίου, του έχει ήδη ξεκαθαρίσει:

Ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε μια  «αντικειμενική» Θάλασσα του Κορτέζ διότι, αυτόν τον μοναχικό και ακατοίκητο Κόλπο, το σκάφος μας και εμείς οι ίδιοι θα τον «αλλάζαμε» από τη στιγμή που θα φτάναμε.

Δύο ημέρες αργότερα, το ημερολόγιο παρατηρεί:

Υπάρχουν αποικίες πελαγικών χιτωνοφόρων που έχουν το σχήμα του δακτύλου ενός γαντιού. Κάθε μέλος της αποικίας είναι ένα μεμονωμένο ζώο, αλλά η αποικία είναι ένα άλλο μεμονωμένο ζώο, που δεν μοιάζει καθόλου με το άθροισμα των ατόμων της. Μερικοί από τους αποίκους, περικυκλώνοντας το ανοιχτό άκρο, έχουν αναπτύξει την ικανότητα να κάνουν μια παλμική κίνηση που μοιάζει πολύ με μυϊκή. Άλλοι από τους αποίκους συλλέγουν την τροφή και τη διανέμουν, ενώ το εξωτερικό του γαντιού έχει σκληρυνθεί για να προστατεύεται από τη μηχανική προσβολή. Έτσι, αν ένας άνθρωπος αναρωτηθεί: ποιο είναι το ζώο; η αποικία ή το άτομο; προτιμότερο θα ήταν να εγκαταλείψει το συγκεκριμένο είδος λογικής και να πει: μα, είναι δύο ζώα και δεν είναι όμοια, όπως τα κύτταρα του σώματός μου δεν είναι όμοια με εμένα. Είμαι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των κυττάρων μου και, απ’ όσο γνωρίζω, αυτά, είναι πολύ περισσότερα από τη διαίρεση του εαυτού μου. Δεν υπάρχει κάποιου είδους διδακτισμός σε μια τέτοια αποδοχή, αλλά μάλλον η βάση για μια πολύ βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας.

Αυτή λοιπόν την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας, που επιδίωξε στη λογοτεχνία του, συνόψισε –παραφράζοντας τον Απόστολο Ιωάννη– στον επίλογο της ομιλίας του κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ:

Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος είναι ο άνθρωπος, και ο Λόγος είναι με τον άνθρωπο.

 

06 Ιουλίου 2026
Αρχείο The Books’ Journal

 

Τηλεοπτική συνέντευξη του Ηλία Βενέζη – δεν αναφέρεται το όνομα του δημοσιογράφου που πήρε τη συνέντευξη. Ο ίδιος ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973), ο πολυγραφότατος, πολυδιαβασμένος και πολυμεταφρασμένος λογοτέχνης της «γενιάς του ’30», τη μετέφερε στη στήλη του, στην εφημερίδα Ακρόπολις, στις 15 Ιανουαρίου 1968.

ΕΡ.: Κύριε Βενέζη, σας μεταφέρω την καλησπέρα των θεατών μας, οι οποίοι επί τόσα χρόνια σας διαβάζουν και σας ακούν, απόψε δε σας βλέπουν κι από κοντά. Επιτρέψτε μου να σας διατυπώσω μια παρατήρηση και μια απορία: Τα βιβλία σας κυκλοφορούν σ’ έναν εκπληκτικό αριθμό αντιτύπων. Εδώ και τριάντα χρόνια βρίσκεστε σταθερά στην πρώτη σειρά των συγγραφέων που αγαπά το ελληνικό κοινό. Πού οφείλεται αυτό το μεγάλο τιράζ των 30 έως 40 χιλιάδων αντιτύπων των βιβλίων σας;

ΑΠ.: Πώς να σας το εξηγήσω εγώ αυτό; Ίσως εσείς πρέπει να αναζητήσετε την εξήγηση. Βεβαίως έχουμε εδώ ένα σπάνιο φαινόμενο: δύο Έλληνες συγγραφείς –αναφέρομαι και στον κ. Μυριβήλη– παρουσιάζουν, εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, τα πρώτα τους βιβλία και φθάνουν αμέσως σε αριθμούς κυκλοφορίας καταπληκτικούς. Μεσολαβούν από τότε γεγονότα κοσμογονικά που αλλάζουν εκ βάθρων τον ρυθμό της ζωής, τη στάση των νέων γενεών απέναντι στην Τέχνη, τους τρόπους και τα θέματά της. Εμφανίζονται νέοι συγγραφείς, αντιπρόσωποι των νέων ρευμάτων. Και παρ’ όλα αυτά, τα βιβλία της πρώτης κυκλοφορίας μένουν σταθερά: είναι τα βιβλία αυτών των δύο Αιγαιοπελαγιτών συγγραφέων. Τα διαβάζουν οι σημερινοί νέοι όπως τα διάβασαν οι πατέρες τους. Μια εξήγηση του γεγονότος ίσως να είναι τούτη: στα βιβλία αυτά δεν περιγράφονται προσωπικές μικροϊστορίες με μικροπεριστατικά του ήσυχου, καθημερινού βίου. Αλλά χρονογραφούνται συγκλονιστικά συμβάντα της χώρας μας και του λαού μας: οι πόλεμοι, η καταστροφή του 1922, το ξερίζωμα του ελληνισμού της Μικρασίας, που είναι το σημαντικότερο συμβάν μετά την Άλωση και την επανάσταση του 1821. Με το να περιγράφουν αυτά τα συμβάντα τα βιβλία μας, ίσως να υπηρετούν το πιο θεμελιώδες χρέος της λογοτεχνίας του καιρού μας: να είναι χρονικά της εποχής, όχι –όπως παλαιότερα– έργα φαντασίας. Οι άνθρωποι σήμερα έλκονται περισσότερο απ’ την ιστορία. Και η λογοτεχνία, που δεν απομακρύνεται απ’ τα ιστορικά γεγονότα, είναι αγαπητή...

ΕΡ: Θα θέλατε να μας πείτε πώς βλέπετε την πνευματική μας κίνηση, και ιδιαίτερα, τους νέους μας συγγραφείς; Νομίζετε ότι η συμβολή τους είναι ουσιαστική;

ΑΠ: Ο νους μας και η αγάπη μας πρέπει να είναι προς τους νέους. Πιστεύω πως οι νέοι, οι σημερινοί, είναι καλύτεροι από τους πατέρες τους. Αγόρια και κορίτσια. Μη λησμονούμε ότι τους κληροδοτούμε έναν κόσμο πάθους και αγριότητας. Αλλά, ταυτόχρονα, τους κληροδοτούμε το μεγαλείο της δύναμης του ανθρώπου που κατορθώνει να ταξιδεύει στο διάστημα. Κι όλα αυτά τα τρομερά, τα αντιφατικά, η νεότητα του σημερινού κόσμου τα δέχεται, τα αντέχει, χωρίς να εξαντλείται. Μη βλέπετε τις εξαιρέσεις της διεθνούς αλητείας. Κοιτάξτε την ίσια ματιά, το καθαρό πρόσωπο, την τιμιότητα που έχει η σημερινή νεολαία που θα μας διαδεχθεί. Μορφώνεται καλύτερα από εμάς, και μπαίνει στη μάχη της ζωής με θετικότερο όπλο απ’ τα δικά μας. Δεν ονειροπολεί υπό το σεληνόφως. Σχεδιάζει να πάει στο φεγγάρι.

ΕΡ: Και ειδικότερα, ως προς τη νέα μας λογοτεχνία;

ΑΠ: ...Θα ήθελα να προσθέσω και τούτο: Μια κεφαλαιώδης τομή έγινε ήδη στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Από τη μια είμαστε εμείς, η γενεά του 1930 – από την άλλη η γενεά η σημερινή. Φοβούμαι ότι οι συγγραφείς της γενεάς της δικής μου δεν θα είναι δυνατόν να βρουν τους νέους εκφραστικούς τρόπους που θα προβάλουν την πυρηνική εποχή του ανθρώπου και του κόσμου. Αυτό είναι προνόμιο και ευθύνη της νεότερης γενιάς, των παιδιών μας.

ΕΡ: Πιστεύετε πως η λογοτεχνία μας μπορεί να συμβάλει σ’ αυτό που συντελείται απ’ το λαό μας και που λέγεται «νεοελληνική δημιουργία»;

ΑΠ: Βεβαίως. Η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, βοηθά και συμπαραστέκεται στον άνθρωπο, του δίνει το αίσθημα της διάρκειας και την πεποίθηση της αλήθειας. Τον βοηθά να ονειροπολεί και να πιστεύει.

ΕΡ: Ποιο απ’ όλα σας τα έργα θεωρείτε ως τη μεγαλύτερή σας προσφορά;

ΑΠ: Δεν ξέρω να σας πω. Ίσως αγαπώ την «Αιολική Γη» περισσότερο. Επειδή περιέγραψα έναν κόσμο χαμένο στα βάθη του, που δεν θα τον ξαναζήσω ποτέ.

ΕΡ: Είναι γνωστό ότι τα περισσότερα έργα σας έχουν μεταφρασθεί σε πολλές χώρες του κόσμου. Ποια είναι η απήχηση που είχαν;

ΑΠ: Δεν θα ήθελα να σας απαντήσω σε πρώτο πρόσωπο, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Τα βιβλία μου κυκλοφορούν σ’ όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Άλλοτε σημείωσαν, σε μεταφράσεις, επανειλημμένες εκδόσεις. Επί παραδείγματι: η «Αιολική Γη» κυκλοφόρησε στη Γερμανία σε 4 εκδόσεις, εκ των οποίων μία για τους στρατιώτες και μία λαϊκή, ένα βιβλίο τσέπης. Κεφάλαια των βιβλίων μου βρίσκονται σε ξένα σχολικά βιβλία. Αναφέρω συγκεκριμένως: στα βιβλία της Μέσης Παιδείας της Δυτικής Γερμανίας. Αυτά τα αιγαιοπελαγίτικα βιβλία αγαπήθηκαν πολύ επίσης στις Σκανδιναβικές χώρες. Λαβαίνω συχνά γράμματα απ’ τη Φινλανδία, απ’ τη Νορβηγία, απ’ τη Σουηδία, από άγνωστους φυσικά αναγνώστες, που αν συμβεί να ταξιδεύσουν στην Ελλάδα, έρχονται να με βρουν. Θα ήταν ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς τι ακριβώς φθάνει από ένα αιγαιοπελαγίτικο βιβλίο σ’ έναν Φινλανδό. Τούτον τον χρόνο θα κυκλοφορήσει στο Παρίσι μια νέα μετάφραση της «Γαλήνης» και στη Γερμανία το «Νούμερο 31328» μεταφρασμένο απ’ τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης δόκτορα Ρόλλαντ Χάμπε.

 

 

28 Ιουνίου 2026
Σελίδα 1 από 99