Στήλες
Ο Γιάννης Χατζίνης (1900-1975) ήταν κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος (είχε μακρόχρονη συνεργασία με τη Νέα Εστία). Εκδόθηκαν 15 βιβλία του, κυρίως με δοκίμια: Στοχασμοί και σημειώματα (1936), Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη (1961), Ο λογοτέχνης και η σκιά του (1968) κ.ά. Οι απαντήσεις στη συνομιλία που ακολουθεί δόθηκαν στο πλαίσιο σειράς συνεντεύξεων, στο Έθνος, 13 Αυγούστου 1966.
Η πεζογραφία (όπως άλλωστε και η λογοτεχνία ολόκληρη), σαν κύριο θέμα έχει τον έρωτα. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κι' όταν ακόμη ο έρωτας δεν βρίσκεται στην επιφάνεια της δράσης, τον ακούμε πίσω απ' αυτήν σαν υπόκρουση μουσικής. Η ζωή, η ίδια, δεν εκφράζεται παρά με τον έρωτα. Μια ανησυχία, ένας πόθος, ένα όνειρο έρωτα, βρίσκεται πάντοτε στο βάθος κάθε δημιουργίας. Και τα βασικά βιβλία των συγγραφέων, αυτά που μας δίνουν τα κλειδιά ολόκληρου του έργου τους, που αποτελούν τον ακρογωνιαίο του λίθο, είναι εκείνα μέσα στα οποία ήρθε η ώρα τους να εξομολογηθούν, να προβάλουν (συχνά χωρίς να το καταλάβουν) αμεσότερα τον πιο κρυφό εαυτό τους.
Μπαλζάκ και Καζαντζάκης
– Τέτοιο βιβλίο στάθηκε για τον Μπαλζάκ η «Σεραφίτα» μέσα στην οποία βρήκε μια μοναδική έκφραση όλο το μυστικιστικό του πάθος για την Πολωνέζα πριγκήπισσα Χάνσκα. Για τον Καζαντζάκη αντίστοιχο βιβλίο είναι ο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», όπου ξαφνικά μας αποκάλυψε το μέγα δράμα της ζωής του. Έμμεσα, αλλά με όλη την παραστατικότητα που χαρακτηρίζει το λόγο του, μας έφερε στο φως την αδυναμία του να ασκήσει φυσικά τον έρωτα, μια αδυναμία που του στοίχισε την πικρία και το μαρτύριο μιας ολόκληρης ζωής. Ο «Αλέξης Ζορμπάς» γίνεται γι' αυτόν ένα απρόσιτο ιδανικό αντρικής αξίας, ακριβώς γιατί διαθέτει πληθωρικά ό,τι έλειπε δραματικά από τον ίδιον… Πάντως, το βέβαιο είναι ότι έτσι ή αλλιώς, βαθιά τον επηρέασε. Ο Καζαντζάκης ριχνόταν με τόσο πάθος στη δουλειά, προσπαθώντας, συνειδητά ή όχι, να γεμίσει αυτό το κενό από τον απραγματοποίητο έρωτα.
– Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπαλζάκ δημιούργησε ο ίδιος τεχνητά αυτό το κενό, που έδινε μια συνεχή διέγερση στην εξυπνάδα του, μια έξαψη στη φαντασία του, από την οποία είχε ανάγκη για να φτιάξει το τεράστιο έργο του. Δημιούργησε το κενό αλληλογραφώντας ερωτικά επί δεκαεφτά χρόνια με την κυρία Χάνσκα, χωρίς ποτέ να την συναντήσει. Όταν συναντήθηκαν, επί τέλους, ήταν για να παντρευτούν.
Ο Παπαδιαμάντης
– Το ίδιο κενό, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, βρισκόταν μέσα στην ψυχή του Παπαδιαμάντη. Φτάνει να θυμηθούμε μερικά διηγήματά του σαν το «Ολόγυρα στη λίμνη», το «Έρωτας στα χιόνια» ή το «Υπό την βασιλικήν δρυν» για να πεισθούμε ότι το κενό αυτό το δημιουργούσε η μεγάλη ερωτική του δειλία, ένα πλέγμα ερωτικής μειονεξίας, που αντίστοιχα αύξαινε τη λαχτάρα του για τον έρωτα. Η έλλειψη ήταν το κίνητρο της δημιουργίας του. Ονειροπόλος ώς το παραλήρημα, επιχειρεί κάποτε να εγγίσει την πραγματικότητα, να ψαύσει με τα ίδια του τα χέρια το αντικείμενο του πόθου του, και γράφει το «Όνειρο στο κύμα». Αλλά πάλι, για να φτάσει κ' εδώ στο άκρο άωτο της ονειροπόλησης! Ίσως είναι η πιο συνηθισμένη περίπτωση σε συγγραφείς του είδους του, όπου η έξαψη του πόθου εγγίζει αυτά τα ακρότατα όρια. Γράφει κανείς για να λυτρωθεί από την έλλειψη, που έτσι παύει να είναι οδυνηρή. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο άγιος όχι γιατί ζυμώθηκε τόσο πολύ με τη θρησκεία και με την Εκκλησία, αλλά γιατί δεν έμεινε μέσα του κανένα κατακάθι κακίας απέναντι στη ζωή, που την είχε απαρνηθεί. Και γιατί στάθηκε ασυμβίβαστος στην απόλυτη ιδέα που είχε πλάσει γι' αυτήν.
Ο Ξενόπουλος
– Κ' έπειτα, ο νους μου πάει στον Ξενόπουλο, που είναι ο κατ' εξοχήν γνωστός σαν ερωτικός συγγραφέας. Πάνε τόσο πολλά χρόνια από τότε που τον διάβασα, ώστε αυτή τη στιγμή δύσκολα θα μπορούσα να φτάσω σ' ένα συμπέρασμα για τη βαθύτερη προέλευση του ερωτισμού του. Όταν ήμουν παιδί με συγκλόνιζαν η «Στέλλα Βιολάντη» και ο «Κόκκινος βράχος»…
Ο Καραγάτσης
– Είπαν τον Καραγάτση μαθητή του Ξενόπουλου. Άλλοι βρήκαν τις ρίζες του στον Λώρενς της «Λαίδης Τσάτερλυ». Νομίζω ότι δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο Ξενόπουλος αποβλέπει, σε τελευταία ανάλυση, στη μετάδοση ενός ερωτικού ερεθισμού. Στο ξύπνημα της ψυχής και των αισθήσεων. Είναι σ' αυτό ένας αληθινός δεξιοτέχνης… Αλλά, παρ' όλα αυτά, ο Καραγάτσης, σαν ερωτικός συγγραφέας, είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Μπορούμε να τον συναντήσουμε υπό διάφορες μορφές: έναν ρομαντικό βλάκα ή ένα σεξουαλικό τέρας. Αλλά, ο πιο αυθεντικός Καραγάτσης βρίσκεται μέσα στα βιβλία του εκείνα, και ιδίως μέσα σε κάποια διηγήματά του, όπου τον πιάνει μια μανία καταστροφής. Ζητάει τότε να εξευτελίσει τον έρωτα, σε ό,τι έχει πιο βαθύ, πιο μυστικό, πιο ανεξήγητο. Να μας αποδείξει με τα πιο απεχθή ρεαλιστικά μέσα, πως ό,τι υπήρξε παλμός της ψυχής και της σάρκας, υπερούσια προσδοκία, ήταν απλούστατα συνέπεια μιας απάτης. Ξαναδιαβάστε εκείνο το περίφημο «Μοναχικό ταξίδι στα Κύθηρα» για να καταλάβετε τί εννοώ. Πειθόμαστε εκεί ότι η ερωτική ευτυχία είναι το αποτέλεσμα μιας άμετρης βλακείας. Και ρωτιόμαστε ειλικρινώς: Έχει, άραγε, το δικαίωμα ένας συγγραφέας, που διαθέτει μια τέτοια παραστατική φαντασία, να ρίχνει ένα τόσο τρομακτικό φως σε ό,τι υπάρχει πίσω από το μυστήριο; Δεν έχουμε όλοι ανάγκη απ' αυτή την ευεργετική επιρροή της πλάνης; Αν ο έρωτας είναι μια πλάνη, τότε θάπρεπε να την αποδεχθούμε σαν θείο δώρο. Αλλά το θέμα του έρωτα είναι το πιο απύθμενο και το πιο χαώδες. Γι' αυτό και δεν υπάρχουν λύσεις: Κάθε συγγραφέας μάς κάνει τη δική του, προσωπική, μύηση.
Ο θάνατος του Ραούλ Βανεγκέμ, στις 28 Ιουλίου 2026, στη Βαρκελώνη, σε ηλικία 92 χρόνων, κλείνει έναν κύκλο. Έναν από τους τελευταίους μεγάλους κύκλους της ευρωπαϊκής διανόησης του εικοστού αιώνα, που επαγγέλθηκε την επανάσταση.
Μαζί με τον Γκυ Ντεμπόρ, ο βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος ήταν σημαντικός θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς (Situationist International, γι’ αυτό στην Ελλάδα τους αποκαλούσαμε και Σιτουασιονιστές), της μικρής εκείνης ομάδας που επηρέασε το πνεύμα του γαλλικού Μάη του 1968 κι επηρεάστηκε απ’ αυτό, διεκδικώντας ελευθερία, αποστάσεις από την κοινωνία του θεάματος και μόνιμη πολεμική στον καταναλωτισμό – μετά τον Μάη, η κριτική αυτή εξελίχθηκε σε συνολικότερη κριτική στον καταναλωτικό καπιταλισμό
Ο θεωρητικός της ιδεολογικοπολιτικής πάλης κατά της «κοινωνίας του θεάματος», βεβαίως, ήταν ο Γκυ Ντεμπόρ. Ο Ραούλ Βανεγκέμ ήταν ο θεωρητικός μιας ελεύθερης, αντικαταναλωτικής καθημερινότητας. Το βιβλίο του Η επανάσταση της καθημερινής ζωής (Traité de savoir-vivre à l'usage des jeunes générations, 1967), που εκδόθηκε περίπου το ίδιο διάστημα με το έργο του Ντεμπόρ, Ενάντια στην κοινωνία του θεάματος, δεν ήταν μια πολιτική διακήρυξη. Ήταν επίθεση εναντίον κάθε μορφής αλλοτρίωσης: κατά της αλλοτρίωσης της εργασίας, της οικογένειας, της κατανάλωσης, της πειθαρχίας, ακόμη και εναντίον της αλλοτρίωσης στην οποία οδηγούσαν τα μέλη τους οι παραδοσιακές αριστερές επαναστατικές οργανώσεις. Η ελευθερία, υποστήριζε ο Ραούλ Βανεγκέμ, δεν προϋπέθετε την κατάκτηση της εξουσίας από τα κινήματα αλλά την απελευθέρωση της επιθυμίας των ανθρώπων.
Ο Βανεγκέμ, τα χρόνια μετά τον γαλλικό Μάη, θεωρούνταν ότι εξέφραζε το απελεύθερο πνεύμα της παρισινής εξέγερσης. Συνθήματα όπως «Να είστε ρεαλιστές, απαιτήστε το αδύνατο», «Η πλήξη είναι αντεπαναστατική» αποδίδονται, άμεσα ή έμμεσα, στο πνεύμα της σκέψης του. Εκείνος, πάντως, δεν προσπάθησε να προσεταιριστεί το νόημα της εξέγερσης ή κάποιες από τις πράξεις της. Δεν ήταν στην ιδιοσυγκρασία του η προσωπική προβολή του ούτε είχε φαντασιωθεί ηγετικό ρόλο σε κάποιο οργανωμένο κίνημα. Πολύ νωρίς μάλιστα, το 1970, η σχέση του με τον Γκυ Ντεμπόρ διαταράχθηκε κι εκείνος αποχώρησε από την Καταστασιακή Διεθνή, διαφωνώντας με τον ολοένα και πιο συγκεντρωτικό τρόπο λειτουργίας της.
Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε, δεν έκαναν τα βιβλία του μπεστ σέλερ – συνήθως εκδίδονταν από μικρά εκδοτικά σχήματα ή από στενού προσανατολισμού ιδεολογικές κοινότητες (στην Ελλάδα πρωτοκυκλοφόρησε, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, από τις εκδόσεις Άκμων του Ευγένιου Αρανίτση, ενώ τα τελευταία του κείμενα μεταφράζονταν και κυκλοφορούν στις εκδόσεις Πανοπτικόν). Οι ιδέες του πάντως πέρασαν σχεδόν αθόρυβα στη γλώσσα των κινημάτων, της αντικουλτούρας, της οικολογίας.
Ο Βανεγκέμ συνέχισε να παρεμβαίνει στον δημόσιο λόγο, με κείμενα που προφανώς εξέλιξαν τις αρχικές του προσεγγίσεις. Συνέχισε να δημοσιεύει δοκίμια, πολιτικά και φιλοσοφικά κείμενα, επιμένοντας ότι η χειραφέτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικονομία ή στους θεσμούς, αλλά αφορά πρωτίστως τον τρόπο με τον οποίο ζει κανείς. Σε μια εποχή όπου η πολιτική συχνά περιορίζεται στη διαχείριση, εκείνος επέμενε ότι το ερώτημα είναι υπαρξιακό: με ποιον τρόπο δηλαδή θα μπορούσε μια ζωή να είναι πραγματικά ελεύθερη.
Η ιδέα της ελευθερίας ήταν η βασική κληρονομιά του γαλλικού Μάη στη σκέψη του Ραούλ Βανεγκέμ. Διεκδίκησε την ελευθερία της έκφρασης, ιδίως στη συνθήκη που επέβαλλε στον δυτικό κόσμο η πολιτική ορθότητα. «Δεν υπάρχει ούτε καλή ούτε κακή χρήση της ελεύθερης έκφρασης, υπάρχει μονάχα ανεπαρκής χρήση της», γράφει στο σημαντικό βιβλίο του, Τίποτα δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να λεχθούν, που κυκλοφόρησε το 2003 (στα ελληνικά μεταφράστηκε το 2005, εκδ. Σαββάλα). Για τον Βανεγκέμ, η λογοκρισία δεν θεραπεύει τον φανατισμό, τον ρατσισμό ή το μίσος. Αντίθετα, τα μετατρέπει σε απαγορευμένο καρπό, κρύβοντας τις κοινωνικές συνθήκες που τα γεννούν. Θεωρεί την ελεύθερη έκφραση προϋπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης: όσο υπάρχουν απαγορευμένες λέξεις, απαγορευμένες εικόνες ή απαγορευμένες ιδέες, υποστηρίζει, η κοινωνία εξακολουθεί να αναπαράγει σχέσεις κυριαρχίας. Κι η απάντηση στο λόγο που θεωρείται επικίνδυνος δεν είναι η απαγόρευση αλλά ο αντίλογος, η κριτική και η αποδόμησή του.
Το βιβλίο επιτίθεται σε κάθε μορφή «ιερού»: καταρχήν στη θρησκεία, αλλά και στα εθνικά σύμβολα, στις ιδεολογίες, στα κρατικά μυστικά και σε κάθε αξίωση ότι κάτι βρίσκεται υπεράνω αμφισβήτησης. Ο τίτλος είναι κυριολεκτικός: αν κάτι ανακηρύσσεται ιερό, παύει να υπόκειται στην ελεύθερη κρίση και έτσι ανοίγει ο δρόμος για την εξουσία και τον δογματισμό.
Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών στο Charlie Hebdo, το 2015 στο Παρίσι, ο τίτλος του βιβλίου χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα ως σημείο αναφοράς στη δημόσια συζήτηση γύρω από τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Μάλιστα, το συλλογικό βιβλίο Όλα μπορούν να λεχθούν ή υπάρχουν εκείνα που δεν λέγονται; (Βιβλιόραμα, 2015), που κυκλοφόρησε στον απόηχο του τρομοκρατικού εκείνου συμβάντος, δανείζεται συνειδητά τη φράση του Βανεγκέμ για να ανοίξει ακριβώς αυτή τη συζήτηση[1].
Τις απόψεις αυτές είχε υποστηρίξει και σε μια σύντομη συνάντηση που είχαμε στο γραφείο του Βοοks’ Journal, πριν από μερικά χρόνια, όταν ο Ραούλ Βανεγκέμ μας επισκέφτηκε, κυρίως για να συναντήσει τον παλιό του φίλο από το Παρίσι, Σταύρο Καπλανίδη. Ανησυχούσε πολύ για την ενίσχυση των ιδεών της λογοκρισίας, στο όνομα της προστασίας της κοινωνίας από τη ρητορική μίσους, την παραπληροφόρηση και την υποκίνηση βίας. Θεωρούσε την απεριόριστη ελευθερία της έκφρασης τη μεγαλύτερη κατάκτηση του δυτικού πολιτισμού και ανησυχούσε ότι η σχετικοποίησή της μπορούσε να επιφέρει φαλκίδευση των ιδεών της ελευθερίας – και στην ουσία παραχάραξη του πνεύματος του δυτικού κόσμου.
Η εκδημία του συμπίπτει με την υποχώρηση όχι πλέον του ελευθεριακού πνεύματος του Γαλλικού Μάη αλλά ακόμα και της ιδέας της ελευθερίας, όπως την εννοεί και την προασπίζει η δυτική δημοκρατία.

O Ραούλ Βανεγκέμ σε πιο πρόσφατη φωτογραφία του.
[1] Δεν ξέρω αν πολλά από τα πρόσωπα που υπέγραφαν κείμενα σε εκείνη την έκδοση συνεχίζουν να υπερασπίζουν την άνευ όρων ελευθερία του λόγου.
100 χρόνια από τη γέννηση και 56 από την αποδημία του, στα 44 χρόνια του. Επέλεξα να τον παρουσιάσω μέσα από όσα έγραψε κατά καιρούς γι’ αυτόν ο φίλος και μελετητής του έργου του, κορυφαίος μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος (1935-2024). Λόγια γνώσης, αγάπης και θαυμασμού. Η τιμητική αναφορά συμπληρώνεται από απόσπασμα ενός άγνωστου κειμένου του μεγάλου έλληνα συνθέτη: «Η σύγχρονη μουσική και το κοινό».
In memorian Γιάννη Χρήστου. «Οι πρώτες λέξεις, η πρώτη κριτική που αφιερώνουμε σ’ ένα έργο του Γιάννη Χρήστου, μετά τον θάνατό του, δεν πρέπει να θεωρηθούν παρά σαν καρπός αμφίβολου αποτελέσματος προσπάθειας, επώδυνης και πολυήμερης.
Ο διάλογος σταμάτησε. Απ’ εδώ κι εμπρός, ό,τι πούμε, ό,τι γράψουμε γι’ αυτόν θα ’ναι μονόλογος. “Φωνή βοώντος εν τη ερήμω”. Και νοιώθει κανείς φόβο γι’ αυτή τη φωνή, για το πώς ο ήχος της θ’ ακουστεί, δίχως να σπάση την ερημιά της. Εκείνος που έκανε μουσική μ’ όλες τις δυνάμεις της ψυχής και του κορμιού του, αποκαλύπτοντας με τον ήχο και την κραυγή, σαν μάγος, ό,τι ουσιαστικότερο υπάρχει μες στον άνθρωπο: Εκείνος που ερευνούσε τα βιβλία των Νεκρών της αρχαίας Αιγύπτου ή του Θιβέτ, κι αποτινάζοντας πάνωθέ του κάθε τι το “διακοσμητικό” ή ψεύτικο που ’χει προσθέσει στον άνθρωπο ο “πολιτισμός” είχε ξαναβρεί την τρομερή ενότητα ανάμεσα στην έξαλλη νυχτοφοβία των πρώτων τρωγλοδυτών και στα άγχη των τωρινών τους απογόνων, των κατακτητών της Σελήνης – ο Γιάννης Χρήστου δεν υπάρχει πια. Να ένoιωσε τάχα πως ό,τι κι αν έκανε δεν θα ’δινε απάντηση στα ερωτηματικά του, να ’νoιωσε, καθώς λέει ο Κητς, πως η “φαντασία δεν μπορεί να ξεγελάση τόσο καλά” και θέλησε, σαν τον Όσιρι, να παραδοθή στον Σηθ, στο Πνεύμα της Φθοράς, για να παραβιάση τις πύλες του κόσμου των Νεκρών; Ποιος ξέρει; Κι έτσι, καθώς ο πόνος μάς καθήλωσε μπροστά στον τάφο του, η καρδιά έβαλε πάνω στα χείλη μας τούτα τα λόγια, από τους επιτάφιους των παιδικών μας χρόνων: “Η ζωή, πώς θνήσκεις”».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Τα Νέα, 18/2/1970)
“Άστρων κάτοιδα…”. Χοή στον Γιάννη Χρήστου. «Τώρα που μόλις μπορούμε ν’ ατενίζουμε τη μνήμη του αλαφρωμένοι κάπως αλλ’ όχι αδέσμευτοι από συναισθήματα, ίσως είναι καιρός γι’ αυτή την ψυχραιμότερη θεώρηση που ο χώρος τούτος ευνοεί.
Ερώτημα πρώτο: Γιατί στάθηκε μεγάλος; Γιατί υπακούοντας σ’ ακαταμάχητες ψυχοβιολογικές παρορμήσεις, πήρε τρέχουσες μουσικές ύλες κι αντί γι’ αμφίβολης χρήσης και λειτουργίας ηχητικά αντικείμενα, καθώς άλλων τα έργα, τους έδωσε μια φοβερή εκφραστική λειτουργία που βγαίνει από τα ανησυχητικότερα βάθη της ψυχής κι απευθύνεται ξανά σ’ αυτά. Μες στο λυκόφως της Ιστορίας, που είναι οι καιροί μας, μονάχα, ίσως, το ψυχόδραμα, τα σύμβολα του συλλογικού κι ατομικού υποσυνείδητου κι ο σπαραγμός τους μπορεί πια να ’χουν εκφραστικό κύρος αμετάθετο. Ο Χρήστου τα κατάλαβε καλά. Δύσκολα θα κατονόμαζε κανείς άλλον ομότεχνο συγκαιρινό του που γι' αυτόν κάθε τι καινούργιο να δένεται τόσο άμεσα και λειτουργικά με την εκφραστική του πρόθεση».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Το Βήμα, 13/3/1971)
Γιάννης Χρήστου. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. «Το πλήρωμα του χρόνου ξαναφέρνει τη μνήμη της φοβερής στιγμής όπου ο Γιάννης Χρήστου πεθαίνοντας, μας έδωσε να γευτούμε το θάνατο, να πεθάνουμε λίγο μαζί του, κάνοντας όλους όσοι τον ζήσαμε κοινωνούς μιας τρομερής μυσταγωγίας για την οποία λες και τον προετοίμαζαν όλη του η ύπαρξη και δημιουργία. Πεθάναμε όλοι τότε λίγο μαζί του, αλλ’ εκείνος πόσο πολύ ζει πάντα μέσα μας!
Όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο, τουλάχιστον σε μένα, γίνεται συνείδηση πως ό,τι έκαμε ή άφησε ο Γιάννης Χρήστου τον ξεχωρίζει όχι μόνο από τους γενικά εκτιμώμενους συγκαιρινούς του, τους Χέντσε, τους Μπουλέζ, τους Πεντερέτσκι, τους Κάγκελ, τους Καίητζ ή τους διάφορους ραλίστες των κομπιούτερς με τον ψυχρό διακοσμητισμό ή τους αυτάρεσκους βεντετισμούς, αλλά κι από ολόκληρο ίσως το παρελθόν της μουσικής: Ώς τον Χρήστου, η ανθρώπινη ψυχή με τους ήχους ή εκφραζόταν ή έπλαθε μορφές. Με κείνον, η λαχτάρα μιας υπερβατικής ελευθερίας έσπασε όλα τα ηχητικά περιβλήματα και “σαρκία” — κι όμως τούτο το “επέκεινα” της μουσικής ήταν αναπόφευκτο να ταυτιστεί με το θάνατο».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Τα Νέα, 12/1/1973)
Ο Γιάννης Χρήστου για τη σύγχρονη μουσική
[…] Αλλά, για να ξαναγυρίσουμε στους συνθέτες της σύγχρονης μουσικής, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, τα σημερινά στη διάθεση του συνθέτη εκφραστικά μέσα είναι πολύ περισσότερα και πολύ διαφορετικά από πριν. Και είναι δικαίωμα του συνθέτη ή να χρησιμοποιήσει τα παραδοσιακά μέσα ή να προσπαθήσει να εκφραστεί με τα σύγχρονα, ανταποκρινόμενος έτσι στο καθολικό αίτημα της ανανεώσεως που κυριαρχεί στην εποχή μας και που στηρίζεται στην τόσο αλματώδη, την γιγαντιαία πρόοδο του συνόλου πολιτισμού μας. Όπως δεν μπορώ να φανταστώ να απαγορεύουν σ’ έναν αρχιτέκτονα τη χρήση του κρυστάλλου σαν οικοδομικού υλικού, έτσι δεν διανοούμαι ότι πρέπει να εκφραστώ μουσικά χρησιμοποιώντας μονάχα τα παραδοσιακά μέσα μουσικής εκφράσεως.
Δεν ξέρω, ή μάλλον δεν έχω το δικαίωμα να πω, ότι η μέθοδος που ακολουθώ στην χειραγώγηση της μουσικής μου εμπνεύσεως είναι η σωστή, ή όχι. Ξέρω όμως πως αυτό που κάνω είναι πάντως μια έρευνα, μια αναζήτηση υπαγορευμένη από γνήσια καλλιτεχνική παρόρμηση. Τέτοιες έρευνες κάνουν διεθνώς πολλοί νέοι συνθέτες που κινούνται από επίσης γνήσια καλλιτεχνικά κίνητρα. Επίσης και οι Έλληνες συνθέτες. Ποιος θα τους βοηθήσει; Ποιος θα τους συμπαρασταθεί; Ποιος θα τους ενθαρρύνει; Και ποιαν εξήγηση θα δώσουν για τους φραγμούς που υψώνουν –αυτοί που τους υψώνουν–, πώς θα απολογηθούν, όταν σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει στην Ελλάδα, ούτε συνθέτης ούτε μαέστρος, ούτε εκτελεστής, αλλ’ ούτε και κοινό για την μουσική, για την όποια μουσική, την παραδοσιακή ή τη σύγχρονη, την σημερινή ή την αυριανή;
Γιάννης Χρήστου, περ. Λυρικός Κόσμος, τχ. 5ον-6ον, Φεβρουάριος -Μάρτιος 1968
Ο θάνατος του Αλέξη Σταμάτη, στις 21 Ιουλίου 2026 σε ηλικία 67 ετών, για τους περισσότερους ήταν ξαφνικός. Όσοι τον παρακολουθούσαν στα κοινωνικά δίκτυα ήξεραν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά – τον τελευταίο καιρό κυκλοφορούσε με γυαλιά που επέτρεπαν να βλέπει από το ένα μάτι. Αλλά είχε ντύσει τα προβλήματά του με ένα περίβλημα εκκεντρικότητας, που δεν επέτρεπε αισθήματα οικτιρμού.
Ο Αλέξης Σταμάτης συγκαταλέγεται στους πιο παραγωγικούς Έλληνες συγγραφείς της μεταπολίτευσης. Κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στο μυθιστόρημα, την ποίηση, το θέατρο, το σενάριο και τη δημοσιογραφία, αφήνοντας το προσωπικό του στίγμα.
Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1959 κι ήταν γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο, στην αρχιτεκτονική όσο και στον κινηματογράφο. Εργάστηκε ως αρχιτέκτονας στην Ελλάδα και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, πριν αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία.
Εξέδωσε συνολικά 34 βιβλία, από τα οποία τα 20 μυθιστορήματα, ενώ δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, θεατρικά έργα και σενάρια. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ο έβδομος ελέφαντας (Κέδρος, 1998, β' έκδ. Καστανιώτη, 2016) κυκλοφόρησε το 1998 στην Αγγλία, σηματοδοτώντας τον διεθνή προσανατολισμό του έργου του. Το Μπαρ Φλωμπέρ (Κέδρος, 2000, β' έκδ. Καστανιώτη, 2012) είναι από τα πλέον γνωστά βιβλία του και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ η Αμερικάνικη φούγκα (2006) τιμήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες με το International Literature Award του National Endowment for the Arts, επιβεβαιώνοντας ότι είναι ένας συγγραφέας με απήχηση ευρύτερη του κοινού της ελληνικής γλώσσας, στην οποία έγραφε. Ασχολήθηκε και με την παιδική λογοτεχνία, μάλιστα το πρώτο του μυθιστόρημα για παιδιά, Ο Άλκης και ο λαβύρινθος (2009), τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.
Η γραφή του συνδύαζε τον ψυχολογικό στοχασμό με την αφηγηματική τόλμη. Οι ήρωές του βρίσκονταν συχνά αντιμέτωποι με υπαρξιακά αδιέξοδα, τη μοναξιά, την ταυτότητα, τη μνήμη και τις εύθραυστες ανθρώπινες σχέσεις. Χωρίς να εγκλωβίζεται σε μία μόνο αισθητική ή θεματική, ο Σταμάτης αναζητούσε διαρκώς νέες μορφές έκφρασης, αντλώντας στοιχεία από την αρχιτεκτονική, τον κινηματογράφο και τη μουσική, γεγονός που προσέδιδε στα έργα του ιδιαίτερο ρυθμό και έντονη εικονοποιία.
Παράλληλα με τη λογοτεχνική του παραγωγή, διατηρούσε σταθερή παρουσία στον δημόσιο λόγο – τα τελευταία χρόνια αρθρογραφούσε στο Βήμα. Οι παρεμβάσεις του χαρακτηρίζονταν από στοχαστικότητα και ενδιαφέρον για τα πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής, ενώ συχνά η κριτική του ήταν διαμεσολαβημένη από τη λογοτεχνία, μέσω της οποίας κυρίως αντιμετώπιζε τα προβλήματα του κόσμου.
Την 12η Δεκεμβρίου 1962 στην αίθουσα συναυλιών της Στοκχόλμης, έξι επίσημα ντυμένοι άνδρες ποζάρουν για μια αναμνηστική φωτογραφία. Κρατούν στα χέρια τους το δερμάτινο ντοσιέ με το περίτεχνο δίπλωμα Νόμπελ που έλαβαν λίγο πιο πριν από τα χέρια του βασιλέα της Σουηδίας. Οι πέντε από αυτούς είναι βιολόγοι. Και μεταξύ αυτών οι Τζέιμς Γουότσον, Φράνσις Κρικ και Μόρις Γουίλκινς που τιμήθηκαν για την ανακάλυψη της δίκλωνης έλικας του DNA. Αλλά και ο έκτος, ο μυθιστοριογράφος που κοιτάζει το φακό με σοβαρότητα, που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους ζωηρούς, νεότερους επιστήμονες οι οποίοι βρίσκονται δίπλα του, δεν είναι άσχετος με τη βιολογία.
Είναι ο Τζον Στάινμπεκ που, ως νεαρός φοιτητής του Στάνφορντ, είχε παρακολουθήσει μαθήματα θαλάσσιας βιολογίας τα οποία επηρέασαν το λογοτεχνικό έργο για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.
Και πράγματι, στα μυθιστορήματά του οι σχέσεις των ηρώων, μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους, απεικονίζονται υπό το πρίσμα μιας ολιστικής και μη τελεολογικής θεώρησης που είναι συναφής με τη βιολογία. Και από όλα τα βιβλία του, ένα που δεν αποτελεί μυθοπλασία αποκαλύπτει αρκετά για τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας του προσελάμβανε τον κόσμο και συνέθετε τις νουβέλες του.
Το βιβλίο αυτό που φέρει τον τίτλο, Ημερολόγιο από τη θάλασσα του Κορτέζ, εξιστορεί το ταξίδι που έκανε με τον φίλο του βιολόγο, Εντ Ρίκετς, το 1940, στον κόλπο της Καλιφόρνιας (θάλασσα του Κορτέζ). Το ταξίδι ξεκίνησε από το Μοντερέι με ένα ψαροκάικο, το Western Flyer. Κι όταν μετά 40 ημέρες και 4.000 μίλια οι δυο φίλοι αποβιβάστηκαν στο Σαν Ντιέγκο, μπορούσαν να είναι βέβαιοι ότι η αποστολή τους είχε αποφέρει τους καρπούς για τους οποίους ξεκίνησε: εκατοντάδες είδη θαλάσσιων ασπόνδυλων –μερικά από τα οποία, ώς τότε, άγνωστα– και ένα ημερολόγιο με περιστατικά και στοχασμούς που τροφοδότησαν το βιβλίο το οποίο εκδόθηκε ένα χρόνο μετά.
Ο Στάινμπεκ αντιλαμβανόταν την ολότητα, ως εγγενή ιδιότητα για κάθε μονάδας ύπαρξης. Ας αφήσουμε λοιπόν κάποια αποσπάσματα του βιβλίου να μιλήσουν για την αντίληψη αυτή. Με την ελπίδα ότι η σύνθεσή τους θα αναδείξει την κοινή ματιά που είχε ο Στάινμπεκ, είτε ερευνούσε τους οργανισμούς που αποκαλύπτονταν στην ακτή –όταν η παλίρροια αποσυρόταν– είτε τους ήρωές του στα εργοστάσια, στους δρόμους και στα χωράφια: ένα οικοσύστημα, βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων, τις αλληλεπιδράσεις των οποίων επεδίωκε να καταγράψει και να κατανοήσει, χωρίς να τις παραμορφώσει, για να τις πειθαρχήσει ως προδιαγεγραμμένες συνέπειες μιας απώτατης αιτίας.
Την 23η Μαρτίου 1940, λοιπόν, το ημερολόγιο σημειώνει:
Αυτή την ημέρα, ο ήλιος που έλαμπε στην παραλία μάς έκανε να αισθανόμαστε καλά. Μας θύμισε τον Κάρολο Δαρβίνο, ο οποίος έφτασε αργά το βράδυ με το Beagle στον κόλπο του Βαλπαραΐσο. Όταν το πρωί ξύπνησε και κοίταξε στην ακτή, ένιωσε τόσο όμορφα, ώστε να γράψει: «Όταν ήρθε το πρωί, όλα φαίνονταν υπέροχα. Μετά τη Γη του Πυρός, το κλίμα ήταν θαυμάσιο, η ατμόσφαιρα τόσο ξηρή και ο ουρανός, τόσο καθαρός και γαλάζιος με τον ήλιο να λάμπει έντονα, που όλη η φύση φαινόταν να πάλλεται από ζωή».
Κι ο Στάινμπεκ, για να δηλώσει ότι δεν υπάρχει τίποτε κακό όταν ο παρατηρητής γίνεται μέρος του αντικειμένου της παρατήρησής του, παρατηρεί: «Ο Δαρβίνος δεν έλεγε πώς ήταν το Βαλπαραΐσο, αλλά πώς ήταν αυτός εντός του Βαλπαραΐσο».
Κι αν γεννηθεί στον αναγνώστη η ένσταση ότι η υποκειμενικότητα είναι ακατάλληλη διανοητική στάση για να παρατηρεί κανείς τα πράγματα, ο Στάινμπεκ, από την εισαγωγή του βιβλίου, του έχει ήδη ξεκαθαρίσει:
Ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε μια «αντικειμενική» Θάλασσα του Κορτέζ διότι, αυτόν τον μοναχικό και ακατοίκητο Κόλπο, το σκάφος μας και εμείς οι ίδιοι θα τον «αλλάζαμε» από τη στιγμή που θα φτάναμε.
Δύο ημέρες αργότερα, το ημερολόγιο παρατηρεί:
Υπάρχουν αποικίες πελαγικών χιτωνοφόρων που έχουν το σχήμα του δακτύλου ενός γαντιού. Κάθε μέλος της αποικίας είναι ένα μεμονωμένο ζώο, αλλά η αποικία είναι ένα άλλο μεμονωμένο ζώο, που δεν μοιάζει καθόλου με το άθροισμα των ατόμων της. Μερικοί από τους αποίκους, περικυκλώνοντας το ανοιχτό άκρο, έχουν αναπτύξει την ικανότητα να κάνουν μια παλμική κίνηση που μοιάζει πολύ με μυϊκή. Άλλοι από τους αποίκους συλλέγουν την τροφή και τη διανέμουν, ενώ το εξωτερικό του γαντιού έχει σκληρυνθεί για να προστατεύεται από τη μηχανική προσβολή. Έτσι, αν ένας άνθρωπος αναρωτηθεί: ποιο είναι το ζώο; η αποικία ή το άτομο; προτιμότερο θα ήταν να εγκαταλείψει το συγκεκριμένο είδος λογικής και να πει: μα, είναι δύο ζώα και δεν είναι όμοια, όπως τα κύτταρα του σώματός μου δεν είναι όμοια με εμένα. Είμαι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των κυττάρων μου και, απ’ όσο γνωρίζω, αυτά, είναι πολύ περισσότερα από τη διαίρεση του εαυτού μου. Δεν υπάρχει κάποιου είδους διδακτισμός σε μια τέτοια αποδοχή, αλλά μάλλον η βάση για μια πολύ βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας.
Αυτή λοιπόν την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας, που επιδίωξε στη λογοτεχνία του, συνόψισε –παραφράζοντας τον Απόστολο Ιωάννη– στον επίλογο της ομιλίας του κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ:
Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος είναι ο άνθρωπος, και ο Λόγος είναι με τον άνθρωπο.
Τηλεοπτική συνέντευξη του Ηλία Βενέζη – δεν αναφέρεται το όνομα του δημοσιογράφου που πήρε τη συνέντευξη. Ο ίδιος ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973), ο πολυγραφότατος, πολυδιαβασμένος και πολυμεταφρασμένος λογοτέχνης της «γενιάς του ’30», τη μετέφερε στη στήλη του, στην εφημερίδα Ακρόπολις, στις 15 Ιανουαρίου 1968.
ΕΡ.: Κύριε Βενέζη, σας μεταφέρω την καλησπέρα των θεατών μας, οι οποίοι επί τόσα χρόνια σας διαβάζουν και σας ακούν, απόψε δε σας βλέπουν κι από κοντά. Επιτρέψτε μου να σας διατυπώσω μια παρατήρηση και μια απορία: Τα βιβλία σας κυκλοφορούν σ’ έναν εκπληκτικό αριθμό αντιτύπων. Εδώ και τριάντα χρόνια βρίσκεστε σταθερά στην πρώτη σειρά των συγγραφέων που αγαπά το ελληνικό κοινό. Πού οφείλεται αυτό το μεγάλο τιράζ των 30 έως 40 χιλιάδων αντιτύπων των βιβλίων σας;
ΑΠ.: Πώς να σας το εξηγήσω εγώ αυτό; Ίσως εσείς πρέπει να αναζητήσετε την εξήγηση. Βεβαίως έχουμε εδώ ένα σπάνιο φαινόμενο: δύο Έλληνες συγγραφείς –αναφέρομαι και στον κ. Μυριβήλη– παρουσιάζουν, εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, τα πρώτα τους βιβλία και φθάνουν αμέσως σε αριθμούς κυκλοφορίας καταπληκτικούς. Μεσολαβούν από τότε γεγονότα κοσμογονικά που αλλάζουν εκ βάθρων τον ρυθμό της ζωής, τη στάση των νέων γενεών απέναντι στην Τέχνη, τους τρόπους και τα θέματά της. Εμφανίζονται νέοι συγγραφείς, αντιπρόσωποι των νέων ρευμάτων. Και παρ’ όλα αυτά, τα βιβλία της πρώτης κυκλοφορίας μένουν σταθερά: είναι τα βιβλία αυτών των δύο Αιγαιοπελαγιτών συγγραφέων. Τα διαβάζουν οι σημερινοί νέοι όπως τα διάβασαν οι πατέρες τους. Μια εξήγηση του γεγονότος ίσως να είναι τούτη: στα βιβλία αυτά δεν περιγράφονται προσωπικές μικροϊστορίες με μικροπεριστατικά του ήσυχου, καθημερινού βίου. Αλλά χρονογραφούνται συγκλονιστικά συμβάντα της χώρας μας και του λαού μας: οι πόλεμοι, η καταστροφή του 1922, το ξερίζωμα του ελληνισμού της Μικρασίας, που είναι το σημαντικότερο συμβάν μετά την Άλωση και την επανάσταση του 1821. Με το να περιγράφουν αυτά τα συμβάντα τα βιβλία μας, ίσως να υπηρετούν το πιο θεμελιώδες χρέος της λογοτεχνίας του καιρού μας: να είναι χρονικά της εποχής, όχι –όπως παλαιότερα– έργα φαντασίας. Οι άνθρωποι σήμερα έλκονται περισσότερο απ’ την ιστορία. Και η λογοτεχνία, που δεν απομακρύνεται απ’ τα ιστορικά γεγονότα, είναι αγαπητή...
ΕΡ: Θα θέλατε να μας πείτε πώς βλέπετε την πνευματική μας κίνηση, και ιδιαίτερα, τους νέους μας συγγραφείς; Νομίζετε ότι η συμβολή τους είναι ουσιαστική;
ΑΠ: Ο νους μας και η αγάπη μας πρέπει να είναι προς τους νέους. Πιστεύω πως οι νέοι, οι σημερινοί, είναι καλύτεροι από τους πατέρες τους. Αγόρια και κορίτσια. Μη λησμονούμε ότι τους κληροδοτούμε έναν κόσμο πάθους και αγριότητας. Αλλά, ταυτόχρονα, τους κληροδοτούμε το μεγαλείο της δύναμης του ανθρώπου που κατορθώνει να ταξιδεύει στο διάστημα. Κι όλα αυτά τα τρομερά, τα αντιφατικά, η νεότητα του σημερινού κόσμου τα δέχεται, τα αντέχει, χωρίς να εξαντλείται. Μη βλέπετε τις εξαιρέσεις της διεθνούς αλητείας. Κοιτάξτε την ίσια ματιά, το καθαρό πρόσωπο, την τιμιότητα που έχει η σημερινή νεολαία που θα μας διαδεχθεί. Μορφώνεται καλύτερα από εμάς, και μπαίνει στη μάχη της ζωής με θετικότερο όπλο απ’ τα δικά μας. Δεν ονειροπολεί υπό το σεληνόφως. Σχεδιάζει να πάει στο φεγγάρι.
ΕΡ: Και ειδικότερα, ως προς τη νέα μας λογοτεχνία;
ΑΠ: ...Θα ήθελα να προσθέσω και τούτο: Μια κεφαλαιώδης τομή έγινε ήδη στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Από τη μια είμαστε εμείς, η γενεά του 1930 – από την άλλη η γενεά η σημερινή. Φοβούμαι ότι οι συγγραφείς της γενεάς της δικής μου δεν θα είναι δυνατόν να βρουν τους νέους εκφραστικούς τρόπους που θα προβάλουν την πυρηνική εποχή του ανθρώπου και του κόσμου. Αυτό είναι προνόμιο και ευθύνη της νεότερης γενιάς, των παιδιών μας.
ΕΡ: Πιστεύετε πως η λογοτεχνία μας μπορεί να συμβάλει σ’ αυτό που συντελείται απ’ το λαό μας και που λέγεται «νεοελληνική δημιουργία»;
ΑΠ: Βεβαίως. Η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, βοηθά και συμπαραστέκεται στον άνθρωπο, του δίνει το αίσθημα της διάρκειας και την πεποίθηση της αλήθειας. Τον βοηθά να ονειροπολεί και να πιστεύει.
ΕΡ: Ποιο απ’ όλα σας τα έργα θεωρείτε ως τη μεγαλύτερή σας προσφορά;
ΑΠ: Δεν ξέρω να σας πω. Ίσως αγαπώ την «Αιολική Γη» περισσότερο. Επειδή περιέγραψα έναν κόσμο χαμένο στα βάθη του, που δεν θα τον ξαναζήσω ποτέ.
ΕΡ: Είναι γνωστό ότι τα περισσότερα έργα σας έχουν μεταφρασθεί σε πολλές χώρες του κόσμου. Ποια είναι η απήχηση που είχαν;
ΑΠ: Δεν θα ήθελα να σας απαντήσω σε πρώτο πρόσωπο, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Τα βιβλία μου κυκλοφορούν σ’ όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Άλλοτε σημείωσαν, σε μεταφράσεις, επανειλημμένες εκδόσεις. Επί παραδείγματι: η «Αιολική Γη» κυκλοφόρησε στη Γερμανία σε 4 εκδόσεις, εκ των οποίων μία για τους στρατιώτες και μία λαϊκή, ένα βιβλίο τσέπης. Κεφάλαια των βιβλίων μου βρίσκονται σε ξένα σχολικά βιβλία. Αναφέρω συγκεκριμένως: στα βιβλία της Μέσης Παιδείας της Δυτικής Γερμανίας. Αυτά τα αιγαιοπελαγίτικα βιβλία αγαπήθηκαν πολύ επίσης στις Σκανδιναβικές χώρες. Λαβαίνω συχνά γράμματα απ’ τη Φινλανδία, απ’ τη Νορβηγία, απ’ τη Σουηδία, από άγνωστους φυσικά αναγνώστες, που αν συμβεί να ταξιδεύσουν στην Ελλάδα, έρχονται να με βρουν. Θα ήταν ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς τι ακριβώς φθάνει από ένα αιγαιοπελαγίτικο βιβλίο σ’ έναν Φινλανδό. Τούτον τον χρόνο θα κυκλοφορήσει στο Παρίσι μια νέα μετάφραση της «Γαλήνης» και στη Γερμανία το «Νούμερο 31328» μεταφρασμένο απ’ τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης δόκτορα Ρόλλαντ Χάμπε.
Αν, σύμφωνα με δημόσια δήλωση του Μανώλη Γλέζου, ο Μαθιός Πόταγας (1924-1941) ήταν ο πρώτος παρτιζάνος στην Ευρώπη (https://booksjournal.gr/stiles/symptoseis/6065-matthaios-lazarou-potagas-1924-1941-foros-timis-tou-varvakeiou-ston-agona-gia-tin-eleftheria), ένας συμμαθητής του στο Βαρβάκειο υπήρξε ο τελευταίος.
Ο Γιάννης Β. Χούπης εκτελέστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στο Χαϊδάρι (στη χαράδρα του Διομήδειου Κήπου στο Δαφνί) λίγες μέρες πριν από την Απελευθέρωση. Η συμμετοχή του στη συλλογική αντίσταση κατά των κατακτητών συνέπεσε με την εισαγωγή του στο Πανεπιστήμιο. Έδωσε εξετάσεις στη Νομική και το όνομά του πέρασε στον κατάλογο των επιτυχόντων που δημοσιεύθηκε στο Ελεύθερον Βήμα στις 24 Φεβρουαρίου 1944. Σχεδόν αμέσως δραστηριοποιήθηκε στον Εθνικό Σύνδεσμο Ανωτάτων Σχολών. Λίγο αργότερα γνωρίστηκε με τη Λέλα Καραγιάννη και έγινε ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης Μπουμπουλίνα, που ανέπτυξε έντονη δράση στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με κύριο αντικείμενο τη συλλογή πληροφοριών, τις δολιοφθορές και τη φυγάδευση αγωνιστών. Σημειώνω την ημερομηνία εισαγωγής στη Νομική για να δείξω ότι, σε ένα μόνο εξάμηνο, Μάρτιος - Αύγουστος 1944, χώρεσαν η ένταξη, η δράση και ο τόσο πρόωρος θάνατός του. Τα γεγονότα της σύλληψης και της εκτέλεσής του περιγράφει με ενάργεια ο πρωτοπρεσβύτερος και έγκριτος συγγραφέας Ηλίας Δροσινός.
Στις 24 Ιουνίου, ο Γιάννης Χούπης και ο σύντροφός του Νίκος Μπάρδης συνελήφθησαν στον Πειραιά κατά την απόπειρά τους να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή με καΐκι, έχοντας στην κατοχή τους εμπιστευτικά έγγραφα. Οδηγήθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπείας, όπου υπέστησαν απάνθρωπα βασανιστήρια κατά τις ανακρίσεις.
Τα χαράματα της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, δύο φορτηγά αναχώρησαν από την οδό Μέρλιν για το Χαϊδάρι. Κατά τη διαδρομή, ένα σημείωμα του Γιάννη Χούπη, τυλιγμένο γύρω από μια μικρή εικόνα της Παναγίας, έπεσε από το φορτηγό. Το σημείωμα, γραμμένο σε χαρτί από κονσέρβα, βρέθηκε από μικροπωλητή και παραδόθηκε στον πατέρα Βασίλειο, αναγράφοντας: «Ο ευρών παρακαλείται να πάει το παρόν σημείωμα στον Ιερό Ναό Αγίας Ειρήνης, εις τον ιερέα Βασίλειο Χούπη. Είμαι γιος του και εκτελούμαι σήμερα 8-9-1944. Ζήτω η Πατρίς. Πατέρα, μανούλα μου, Κούλα μου. Να με συγχωρήσετε για την πίκρα που θα σας ποτίσω. Θέλω να ζήσετε, για να εκδικηθείτε και να προσεύχεσθε για την ανάπαυση της ψυχής μου. Θάρρος, συγγνώμη. Σας φιλώ, Ιωάννης Χούπης».
Μετά την είδηση της εκτέλεσης, ο π. Βασίλειος, συνοδευόμενος από τον διάκονο (και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου) Μακάριο, μετέβη άμεσα για την αναγνώριση του γιου του.
Μεταγενέστερες πληροφορίες
Παρότι οι εκτελέσεις στο Χαϊδάρι (72 ο συνολικός αριθμός) δεν ανακοινώθηκαν, αμέσως μετά (10, 12, 14 Σεπτεμβρίου 1944) κοινοποιήθηκαν στο Ελεύθερον Βήμα δωρεές χρημάτων εις μνήμην «Γιαννάκη Β. Χούπη» υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων. Χειρονομίες που απαιτούσαν κάποια τόλμη, γιατί θα μπορούσαν να είχαν συνέπειες για τους δωρητές. Μια δωρεά, όμως, πιθανόν συγγενούς του τιμωμένου, αφήνει ερωτηματικά. Πρόκειται για εκείνη του Ξενοφώντα Λεων. Χούπη, «απαχθέντος υπό των στασιαστών και αγρίως δολοφονηθέντος τον παρελθόντα Δεκέμβριον εις τα διυλιστήρια της Ούλεν». Όπως αναγράφει η αγγελία του μνημοσύνου του στις 22 Απριλίου 1945 στον ναό της Αγίας Ειρήνης (Εμπρός, 8/9/1945).
Οι τιμητικές εκδηλώσεις για το μαθητή του Βαρβακείου στα χρόνια που ακολούθησαν είναι λιγοστές. Ξεχώρισα δύο: την αναφορά του ονόματός του στο ετήσιο αρχιερατικό ομαδικό μνημόσυνο του Δήμου Αθηναίων στη Μητρόπολη, στις 8 Σεπτεμβρίου 1945, για τους «εκτελεσθέντες υπό των Γερμανών εις την χαράδραν του Δαφνίου στις 8/9/1944», και στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων στις 8/9/1950, στην εκπομπή Η τελευταία εκτέλεσις της Βιβής Ν. Κολοκοτρώνη, αφιερωμένη στη δράση του 18χρονου Ι. Χούπη.
Αν το τετράδιο Εκθέσεων του Μαθιού Πόταγα έγινε η αφορμή να ασχοληθώ μαζί του στο προηγούμενο τεύχος του Books’ Journal, το σχετικό ερέθισμα για την παρουσίαση του Γιάννη Β. Χούπη προήλθε από ένα μαθητικό του σχεδίασμα. Το διέσωσε στα κατάλοιπά του ο φιλόλογος καθηγητής του στο Βαρβάκειο Αλέξανδρος Σαρής (1880-1973). Πιθανολογώ ότι ο ευφάνταστος και ικανός στο σχέδιο μαθητής είχε ανταποκριθεί εικαστικά στο μάθημα της έκθεσης με θέμα «Το ταξίδι». Διάλεξε από τη μυθολογία την Αργοναυτική Εκστρατεία, την επικίνδυνη περιπέτεια με τη συνεχή έκθεση στο θάνατο και το άγνωστο.
Ιάσων και ελευθερία
Το σχέδιο παρουσιάζει μια αφηγηματική, σχεδόν εικονογραφική απόδοση, με σαφή αναφορά στο ταξίδι του Ιάσoνα και των Αργοναυτών. Η σύνθεση οργανώνεται οριζόντια, με καθαρή διάκριση ανάμεσα στη θάλασσα και τη στεριά. Το ανασηκωμένο αρχαίο πλοίο με τον μαίανδρο, αναγνωρίσιμο σύμβολο ελληνικής ταυτότητας, με την καλλιτεχνικά γραμμένη ονομασία Αργώ, καταλαμβάνει το αριστερό τμήμα και λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Οι αρχαίες μορφές πάνω στο πλοίο μοιάζουν να συγκροτούν θεατρική σκηνή τελετουργικής παραλαβής του Δέρατος.
Οι γοργόνες, υβριδικές από θαλάσσιες φιγούρες στεριανές, δεν εντάσσονται αυστηρά στο μύθο των Αργοναυτών. Διασπούν την ιστορική αναπαράσταση και τη μετατρέπουν σε ονειρικό τοπίο.
Σε όλο, όμως, το σχεδίασμα δεσπόζει σε ξηρά και θάλασσα το δέντρο: κορμός στιβαρός, όρθιοι κλάδοι, πυκνή φυλλωσιά. Έχει φυτρώσει στην άμμο, αλλά δεν έχει σχέση με τ’ αρμυρίκια. Δέντρο γειωμένο, σταθερό, κατακόρυφο, ζωγραφισμένο με υλικά της φαντασίας. Στέκεται σαν αντίβαρο στην ασταθή θαλάσσια έκταση. Στο ιστορικό σκοτάδι της Κατοχής λειτουργεί ως σύμβολο ρίζας και προσδοκίας ελευθερίας.
René Barjavel, Οι εραστές του πάγου, μετάφραση από τα γαλλικά: Χαρά Σκιαδέλλη, Στερέωμα, 360 σελ.
Ένα μυθιστόρημα όπου η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο επιστημονικό και στο μυθικό: ο ρυθμός είναι ήρεμος και σχεδόν τελετουργικός, η συναισθηματική ένταση χτίζεται με λεπτές, υπαινικτικές πινελιές και η δράση μετακινείται από την ιστορία επιστημονικής φαντασίας προς ένα είδος παραβολής.
Έβγαλε τα γυαλιά του, τα ακούμπησε στο γραφείο του και, ικανοποιημένος από την πρόοδο της εργασίας του, αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό του λίγες στιγμές χαλάρωσης. Παραμέρισε το κουτί με τις κάρτες αρχειοθέτησης που έφερε την ετικέτα Λολίτα και ανέσυρε από το κάτω συρτάρι του γραφείου του την πινακίδα από φελλό με τις καρφιτσωμένες πεταλούδες πάνω της. Χαμογελώντας στη σκέψη ότι η ανθρώπινη ψυχή –το αντικείμενό του ως συγγραφέα– μοιράζεται την ίδια λέξη στην αρχαία ελληνική γλώσσα με τις πεταλούδες, ξαναφόρεσε τα γυαλιά του κι έστρεψε τον μεγεθυντικό φακό του στη λεπτεπίλεπτη καλλονή με τα ιριδίζοντα φτερά που κρατούσε η λαβίδα του.
Οι στιγμές που σημαδεύουν τη ζωή του ανθρώπου είναι η απώλεια των γονέων του και των δασκάλων του. Είναι μεγάλη τύχη και ευλογία να συναντήσει κανείς στη ζωή του τον δάσκαλο που θα του διαμορφώσει καθοριστικά την επιστημονική σκέψη και το επιστημονικό ήθος του.
Ευτύχησα σε ώριμη ηλικία να έχω ακόμη τους γονείς μου, όμως πρόσφατα αποχαιρέτισα τον δάσκαλό μου. Ο Παρασκευάς Κονόρτας, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών υπήρξε από τους πρωτοπόρους της επιστήμης του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Καθοριστική ήταν η συμβολή του με το διεθνώς αναγνωρισμένο ερευνητικό και διδακτικό έργο του στην εδραίωση της Οθωμανικής Ιστορίας στη χώρα μας.
Ο Εντγκάρ Μορέν, που πέθανε στις 29 Μαΐου 2026 στο Παρίσι, ήταν ο τελευταίος επιζών μιας γενιάς στοχαστών που σημάδεψαν την πολιτική επιστήμη τα μεταπολεμικά χρόνια – με τις επεξεργασίες του, την τόλμη του και την επιδραστικότητά του. Ήταν ο άνθρωπος που συνέδεσε όσο λίγοι τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την πολιτική σκέψη και τις επιστήμες σε μια ενιαία θεώρηση του ανθρώπινου κόσμου. Με το έργο του άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη σύγχρονη σκέψη, προτείνοντας μια νέα προσέγγιση απέναντι στην πραγματικότητα: τη «σύνθετη σκέψη» (pensée complexe).