Σύνδεση συνδρομητών

Συλλογή De Folard

Θεοδόσης Π. Τάσιος, Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 2025, 448 σελ.

Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει σημαντική στρατιωτική τεχνολογία. Για την άμυνα χρησιμοποιούσαν αμυντικά έργα ξηράς, μηχανές και ειδικές τεχνικές, έργα λιμένων, πανοπλίες. Για την επίθεση, ατομικά όπλα, μικρά και μεγάλα, πολιορκητικές μηχανές και τεχνικές, επιθετικά στρατηγήματα και ναυτικά επιθετικά όπλα. Όλα, από τις ασπίδες μέχρι το δόρυ ή τον γαστραφέτη, από τους γερανούς μέχρι τα πολεμικά άρματα, από τα ύφαλα εμπόδια μέχρι τις τριήρεις και το υγρό πυρ, προϋπέθεταν ανεπτυγμένη τεχνολογία. Την τεχνολογία αυτή διερευνά εξονυχιστικά στο νέο βιβλίο του ο Θεοδόσης Π. Τάσιος. [ΤΒJ]

Ι.

Ένας από τους ανθεκτικούς για καιρό «μύθους» σχετικά με τους Αρχαίους Έλληνες στηριζόταν στην άποψη πως δεν είχαν αναπτύξει τεχνολογία, επειδή αδιαφορούσαν γι’ αυτή. Σ’ αυτό είχε μάλλον συμβάλει η περιοριστική τρέχουσα σύνδεση της έννοιας της τεχνολογίας με τεχνουργήματα αιχμής, περίπλοκες συσκευές και, ιδιαίτερα, με υπολογιστικές μηχανές. Ίσως αυτή η αντίληψη να μην είχε μακροημερεύσει τόσο αν είχε βρεθεί νωρίτερα και «αποκρυπτογραφηθεί» ο περίφημος πλέον «Μηχανισμός των Αντικυθήρων».

Ωστόσο, μία εμβριθής μελέτη των αρχαίων πηγών θα απεδείκνυε πως αυτή η αντίληψη ήταν εσφαλμένη. Αρκεί προς τούτο να αναφερθεί ότι και η ίδια η λέξη «τεχνολογία» δεν είναι νεοελληνική· υπήρχε και στην αρχαία ελληνική ως ουσιαστικό του ρήματος τεχνολογέω, το οποίο κατά το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης (των Henry G. LiddellRobert Scott) σήμαινε «υπάγω τι υπό κανόνας τέχνης, συστηματοποιώ»!

Οι Αρχαίοι Έλληνες, λοιπόν, όχι μόνο διέθεταν και τεχνογνωσία και τεχνολογία, αλλά η τεχνολογία τους κάλυπτε ένα ευρύτατο πεδίο εφαρμογών, ήταν δυναμική και εξελισσόταν συνεχώς έως την ύστερη αρχαιότητα. Επιπλέον, ήταν «τεχνολογία αιχμής», αφού εκτεινόταν στην κάλυψη και των πλέον απαιτητικών αναγκών της εποχής. Τέλος, βρισκόταν στην πρωτοπορία της εποχής της, καθώς ήταν «μητέρα» πλείστων όσων σημαντικότατων καινοτομιών.

Στην εμπέδωση αυτής της διαπίστωσης συνετέλεσε η προσωπική πρωτοβουλία κάποιων Νεοελλήνων που παρακινήθηκαν να ρίξουν ένα διαφορετικό βλέμμα. Προσωπικά, με παρακίνησε η ανάγνωση του βιβλίου του Bertrand Gille που είδα τυχαία σε μία βιτρίνα στο Παρίσι, Les mécaniciens grecs. La naissance de la technologie (Οι έλληνες μηχανικοί. Η γέννηση της τεχνολογίας). Όχι κάποιας αλλά, με κάποια υπερβολή, «της τεχνολογίας». Άλλωστε, η παραμέληση του επιπέδου της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας δεν ήταν αποκλειστικά νεοελληνική εξαίρεση. Όπως αναφέρει σχετικά ο ίδιος ο Bertrand Gille, πέρα από τη λήθη στην οποία έχουν περιπέσει οι έλληνες μηχανικοί, «υπάρχει μια τεχνική κουλτούρα», στους Αρχαίους Έλληνες εννοείται, «εξίσου παραμελημένη, διαμορφωμένη από συσσώρευση ερευνών, επιτυχιών και αποτυχιών, μεθόδων και αρχών»1. Άλλωστε, αυτή τη μεταστροφή ως προς την ύπαρξη αρχαιοελληνικής κουλτούρας τεχνολογίας την είχαν προετοιμάσει κάποιοι προπομποί2.

ΙΙ.

Τη δεκαετία του 1980, άρχισε και στη χώρα μας μια συστηματική ενασχόληση με τα επιτεύγματα της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας. Σήμερα πια διαθέτουμε διαυγέστερη και σφαιρική αντίληψη γι’ αυτήν. Σε αυτή τη γνωστική προσπάθεια πρωτοστάτησε ο ομότιμος πλέον καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και ακαδημαϊκός3 Θεοδόσης Π. Τάσιος, ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος της Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας από το 1993, έτος της ίδρυσής της, ο οποίος έκτοτε έχει πρωταγωνιστήσει σε σειρά εκδηλώσεων και εκδόσεων που είχαν στόχο την ανάδειξή της. Τελευταίο δείγμα αυτής της δραστηριότητας είναι το ογκώδες έργο του Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία, ένα άκρως κατατοπιστικό βιβλίο 448 σελίδων με πολυάριθμα σχέδια, τα περισσότερα σχεδιασμένα από τον ίδιο.

Ο συγγραφέας και τα πεπραγμένα του είναι μάλλον γνωστά στους αναγνώστες αυτού του κειμένου – ο καθηγητής Τάσιος, άλλωστε, είναι τακτικός συνεργάτης του ΒοοksJournal που τυπώνει τακτικά σύνοψη του βιογραφικού του. Τα κυριότερα σημεία των δραστηριοτήτων του περιέχονται στο βιογραφικό σημείωμα του βιβλίου του. Γεννήθηκε το 1930 στην Καστοριά, αλλά μεγάλωσε στα Μέγαρα, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του. Αποφοίτησε το 1953 από τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) και συνέχισε τις σπουδές του στο Centre d’Études Supérieures ITB στο Παρίσι. Αναγορεύθηκε διδάκτωρ (1958), επιμελητής, έκτακτος μόνιμος καθηγητής (1964) και τακτικός καθηγητής του ΕΜΠ (1969), ενώ δίδαξε παράλληλα σε πανεπιστήμια της αλλοδαπής και διετέλεσε μέλος σημαντικών ενώσεων, σωματείων, ινστιτούτων κ.λπ. Είναι επίτιμος διδάκτωρ επτά πανεπιστημίων, ελληνικών και ξένων.

Υπήρξε δάσκαλος πολλών γενεών ελλήνων μηχανικών, αλλά, με το παράδειγμα του καταξιωμένου πολυσχιδούς στοχαστή, εμφύσησε σε πολλούς (όπως και στον υπογράφοντα4) την αντίληψη ότι η προσωπική πνευματική ολοκλήρωση δεν επέρχεται αποκλειστικά και μόνο από την επαγγελματική καταξίωση, αλλά σε συνδυασμό της με την ενεργητική και συμμετοχική διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντα του ατόμου.

Η (σε βάθος και όχι επιφανειακή) ενασχόλησh του Θεοδόση Π. Τάσιου με αντικείμενα τόσο πολλών πεδίων δικαιολογεί απόλυτα τον χαρακτηρισμό «homo universalis / οικουμενικός άνθρωπος» τον οποίο του αποδίδουν.

ΙΙΙ.

Το πρόσφατο βιβλίο του Θεοδόση Π. Τάσιου επιβάλλει ένα ερώτημα: γιατί αυτή η πληθωρική ενασχόληση με την τεχνολογία των Αρχαίων Ελλήνων; Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας:

Όλα ξεκίνησαν από το γεγονός ότι είχα ενοχληθεί από την ανιστόρητη αντίληψη για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, σύμφωνα με την οποία οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν να επιδείξουν σπουδαία επιτεύγματα στην τεχνολογία. Ως, δηλαδή, οι αρχαίοι να ασχολούνταν μόνο με τη φιλοσοφία! Μα δεν είναι δυνατόν να υπάρχει πολιτισμός χωρίς τεχνολογία.5

Για την οποία, τεχνολογία, προτείνει τον ακόλουθο ορισμό:

Τεχνολογία είναι η σκόπιμη μετουσίωση γνώσεων και υλικών προς ένα προϊόν που ικανοποιεί μίαν ανάγκην την οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν φυσικά μέσα. (σ. 18)

Ασφαλώς και θα ήταν εύλογο για τη συνέχεια το ερώτημα «γιατί ο περιορισμός του αντικειμένου του βιβλίου στη στρατιωτική τεχνολογία;» Μια εύλογη απάντηση θα ήταν: «επειδή η επέκταση σε όλο το εύρος της θα απαιτούσε έργο άλλων διαστάσεων». Εξίσου πιθανό θα ήταν να ενταχθεί ο περιορισμός στο πνεύμα του «πόλεμος πατήρ πάντων». Ωστόσο και τότε γνώριζαν και σήμερα γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος δεν είναι ο πατέρας των πάντων. Και η τεχνογνωσία που αναπτυσσόταν και αναπτύσσεται δεν είχε και δεν έχει αποκλειστικό στόχο την εξυπηρέτηση της πολεμικής μηχανής του ανθρώπου. Ωστόσο, όπως αναλύεται και στην εισαγωγή του βιβλίου, η πρόταξη της ανάγκης των ελληνικών πόλεων να αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις συχνότατες εμπλοκές τους σε πολέμους τις εξωθούσε να κατευθύνουν το ενδιαφέρον κρατικής οντότητας και πολιτών σε αυτούς. «Με αυτό το δεδομένο, αναμένεται ότι η Στρατιωτική Τεχνολογία, (όταν δεν ήταν) η “μητέρα” των Τεχνολογιών, ήταν τουλάχιστον η “Προικισμένη” Κόρη των Πόλεων. Κάθε τεχνολογικό επίτευγμα θ’ αναζητούσε τη στρατιωτική του εφαρμογή» (ή την εκμετάλλευσή του για στρατιωτικούς σκοπούς θα προσθέταμε) «– αλλά πρόσθετες ερευνητικές δαπάνες προσφέρονταν για την ανάπτυξη οπλικής ή οχυρωματικής Τεχνολογίας» (σ. 16).

Ιδού λοιπόν «γιατί και το κεφάλαιο της Στρατιωτικής Τεχνολογίας είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερο από τα άλλα κεφάλαια της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας» αλλά και επικαλύπτει πολλά απ’ αυτά. Ίσως σε αυτό να συμβάλλει και ο σχετικός διαθέσιμος πλούτος των γνώσεων γύρω από τη στρατιωτική τεχνολογία. Όπως παρατηρεί ο B. Gille αναφορικά με τα στοιχεία που γνωρίζουμε για την αρχαία ελληνική τεχνολογία, «στον στρατιωτικό τομέα, η τεκμηρίωσή μας είναι ενδεχομένως λίγο πιο άφθονη χάρις στους χρονικογράφους και τους ιστορικούς»6, παρατήρηση που εξηγεί την έλλειψη αναφορών σε άλλες παράλληλες τεχνικές επινοήσεις. Όπως πάντως διευκρινίστηκε στην εκδήλωση του εκδοτικού οίκου του, ο Θεοδόσης Π. Τάσιος έχει επεκτείνει την εργασία του συνολικότερα στην αρχαία ελληνική τεχνολογία και σύντομα αναμένεται η έκδοση κι άλλων τόμων, για άλλες ενότητες της ζωής και της δραστηριότητας των αρχαίων Ελλήνων.

Το βιβλίο του Θεοδόση Π. Τάσιου που ασχολείται με τη στρατιωτική τους τεχνολογία αρχίζει με ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στα «Αμυντικά έργα ξηράς». Προφανώς γιατί με αυτά τα έργα αντιμετωπιζόταν μια από τις πρώτες αμυντικές ανάγκες των κοινωνιών από τη στιγμή που, όπως διευκρινίζεται, επιτυγχανόταν «μία κρίσιμη αύξηση του μεγέθους του οικισμού» και η «ανάπτυξη της απαιτούμενης οικονομικής και τεχνολογικής ικανότητας προς τούτο» (σ. 19). Φυσικά, η τεχνολογία των οχυρωματικών έργων άλλαζε με τον καιρό, είτε εξαιτίας των πολιορκητικών μέσων τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσει είτε λόγω των διαθέσιμων υλικών. Στο κεφάλαιο αυτό ο συγγραφέας παραθέτει εντυπωσιακά στοιχεία για τα υλικά (κατασκευής και επένδυσης-προστασίας), την αντοχή, τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά, τη χάραξη, τα τυχόν συμπληρωματικά έργα (δεύτερα αμυντικά ή επιθετικά τείχη, περιφερειακές οδοί, προτειχίσματα, τάφροι, διατειχίσματα) των διαφόρων τύπων οχυρωματικού τείχους.

Στη συνέχεια παρατίθενται οι κατασκευές που συμπλήρωναν κατά περίπτωση τα τείχη, δηλαδή οι πύργοι και οι αμυντικοί υπόνομοι (σήραγγες), με ιδιαίτερη αναφορά στη χρησιμότητά τους.

Το δεύτερο κεφάλαιο πραγματεύεται τις αμυντικές τεχνικές και μηχανές στην ξηρά, αρχής γενομένης από τα αντιβλητικά κωλύματα, δηλαδή τα τεχνάσματα στα οποία κατέφευγαν οι αμυνόμενοι για να αντιμετωπίσουν τα κάθε είδους βλήματα που εκτόξευαν εναντίον τους οι αντίπαλες δυνάμεις, όπως λίθους, απλά βέλη, πυρφόρα βέλη, ακόντια κ.λπ. Συνεχίζει με τις παγίδες (ή δολιεύματα) που έστηναν, τη λιθορριψία κατά των επιτιθεμένων και τον εμπρησμό των πολιορκητικών μηχανών, τους γερανούς και διάφορα άλλα μηχανικά αμυντικά μέσα, τα αμυντικά βλητικά όπλα (όπως οι αμυντικοί καταπέλτες). Αξιοσημείωτη είναι σε αυτό το κεφάλαιο η αναφορά στις αμυντικές τεχνικές των κατοίκων της Τύρου εναντίον των πολιορκητών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Συν τοις άλλοις, η αναφορά αυτή δείχνει ότι η πολεμική τεχνολογία δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των Ελλήνων.

Με δεδομένο ότι πολλές πόλεις της αρχαιότητας ήταν παραλιακές (ή διέθεταν σημαντικά επίνεια) είναι προφανές ότι θα είχαν ανάγκη για προστασία από την πλευρά της θάλασσας, δηλαδή από αμυντικά έργα και τεχνικές σε παραλιακές πόλεις. Με αυτές ασχολείται το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Στα αμυντικά έργα περιλαμβάνονταν η περιμετρική οχύρωση του λιμένα ή η φραγή του στομίου του, ενώ στις αμυντικές τεχνικές οι (πετροβόλοι, δορυβόλοι ή πυροφόροι) καταπέλτες, η μείωση του βάθους της θάλασσας μέσω επιχώσεων, η τοποθέτηση ύφαλων εμποδίων, αλλά και ο εμπρησμός των εχθρικών πλοίων με πυρπολικά σκάφη (στα οποία οι Τύριοι μάλλον κατέχουν πρωτιά). Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούσε η άμυνα των θαλάσσιων τειχών.

Το τέταρτο κεφάλαιο ασχολείται με την αμυντική πανοπλία των στρατιωτών, δηλαδή τα κράνη (με μια όχι πάντως και τόσο σημαντική έλλειψη: την αναφορά στα φάλαρα), τους θώρακες, τις περικνημίδες και τα καλύμματα άλλων τμημάτων των άκρων του ανθρωπίνου σώματος, τα οποία, σε διάφορες μορφές, είναι εν χρήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας. Τα υλικά κατασκευής τους ποικίλλουν, όπως και η μορφή τους, ανάλογα με την περίοδο. Οι θώρακες, ακόμα και κατά τη μυκηναϊκή εποχή, αποτελούν εντυπωσιακά σύνολα.

Το κεφάλαιο συνεχίζεται με ένα λίαν εκτεταμένο αφιέρωμα στις ασπίδες: στο σχήμα τους, στην κατασκευή τους, στην τεχνολογία τους, στον τρόπο κρατήματος και χειρισμού τους. Το αφιέρωμα επεκτείνεται και σε παράθεση μηχανικών στοιχείων, αντοχών και άλλων φυσικών παραμέτρων, αλλά ακόμα και σε υπολογισμούς των δυνάμεων προσβολής της ασπίδας και των αντοχών της (σε τέμνουσα, καμπτική, διατρητική), οι οποίοι αντλούνται άλλοτε από τη διεθνή βιβλιογραφία και άλλοτε είναι του ίδιου του συγγραφέα – οι υπολογισμοί, πάντως, δεν μπορούν να αναγνωσθούν παρά από ολίγους ειδήμονες επί του θέματος.

Τέλος, το κεφάλαιο συμπληρώνεται από δύο προσαρτήματα· ένα για τις ζωικές κόλλες που είχαν χρησιμοποιηθεί για τη σύνδεση στοιχείων των ασπίδων μεταξύ τους και ένα για την περίφημη και περίεργη συνάμα οκτώσχημη ασπίδα.

Στη συνέχεια (πέμπτο κεφάλαιο), σειρά παίρνουν τα ατομικά όπλα, αμυντικά και επιθετικά, αγχέμαχα (δηλαδή όπλα των οποίων η χρήση ήταν πρόσφορη σε μάχες με τους αντιπάλους σε μικρή απόσταση) και εκηβόλα (δηλαδή όπλα τα οποία εβάλλοντο εξ αποστάσεως). Αρχής γενομένης από το δόρυ και το ακόντιο και με ειδική αναφορά στην υπερμήκη μακεδονική σάρισα. Παρατίθενται τόσο τα υλικά κατασκευής των, όσο και τα γεωμετρικά στοιχεία τους και το βάρος τους, αλλά και τα εξαρτήματα/προσαρτήματά τους· δηλαδή η μεταλλική λόγχη στο εμπρόσθιο μέρος και ο σαυρωτήρ ή στύραξ, η επίσης μεταλλική απόληξή τους με την πολλαπλή χρησιμότητά του. Η περιγραφή συνοδεύεται και σε αυτή την περίπτωση από υπολογισμούς για τις αντοχές των σε λυγισμό και κρούση.

Ακολουθεί ανάλογη παρουσίαση του αγχέμαχου ξίφους και, στη συνέχεια, του τόξου. Του δεύτερου συνοδεύεται με νέους υπολογισμούς της ενέργειας ώθησης η οποία μεταδίδεται στο βέλος, της μετατροπής της σε κινητική ενέργεια, του επιδιωκόμενου ή του επιτεύξιμου βεληνεκούς. Σε ειδικό περί τα τόξα προσάρτημα παρουσιάζονται με πληθώρα σχεδίων αλλά και υπολογισμών του συγγραφέα τα θέματα αρχικής τάνυσης-ανάκαμψης και επανατάνυσης των διαφόρων τύπων των τόξων, καθώς και των παραμορφώσεών τους. Το προσάρτημα κλείνει με αναδρομή στα τόξα διαφόρων περιοχών ή περιόδων (στις Μυκήνες και στην Κρήτη, στα Ομηρικά Έπη, στη μετά τη Γεωμετρική Εποχή), καθώς και με αναφορά στα πυρφόρα βέλη.

Το τελευταίο όπλο που εξετάζεται είναι η σφενδόνη, η οποία, σημειωτέον, δεν έχει και τόση σχέση με τη σημερινή σφεντόνα, αλλά, ως διαδικασία βολής, σχετίζεται κάπως με τη βολή της σφύρας κατά τη διαδικασία του αγωνίσματος της σφυροβολίας. Το βλήμα ήταν τοποθετημένο σε ιμάντα τον οποίο περιέστρεφε ο ρίπτης μέχρις ότου αποκτήσει ικανή ταχύτητα για να απελευθερωθεί και να κατευθυνθεί προς τον εχθρό. Σε νέο προσάρτημα καταγράφεται σύγχρονο πείραμα που εκτελέσθηκε το 2021, το οποίο απέδειξε ότι ήταν εφικτό το βλήμα της να έχει βεληνεκές πάνω από 100 μέτρα!

Από τα ατομικά όπλα τη σκυτάλη παίρνουν τα μεγάλα επιθετικά όπλα· όπλα γενικά πιο σύνθετα και πιο πολύπλοκα, η τεχνολογία των οποίων δεν περιοριζόταν ουσιαστικά στον τρόπο και στο υλικό κατασκευής τους, αλλά επεκτεινόταν και στη σύλληψη της λειτουργίας τους. Αρχής γενομένης από τους καταπέλτες που επινοήθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα. Στο σχετικό κεφάλαιο προηγείται μικρή ανασκόπηση των έργων περί της «βλητικής». Υπό τον όρο «καταπέλτης» συγκεντρώνονται διάφορα τοξοβόλα όπλα, όπως ο γαστραφέτης του Κτησιβίου, κάποια παλαιότερα καμπτικά τοξωτά όπλα και οι στρεπτικοί καταπέλτες (μεταξύ των οποίων και ο καταπέλτης του Διονυσίου του Αλεξανδρέως που λειτουργούσε περίπου ως «ρεβόλβερ» βελών!).

Το κεφάλαιο των μεγάλων επιθετικών όπλων κλείνει με τα φλογοβόλα. Όχι τη ρίψη των γνωστών από παλιότερα αναμμένων βελών, αλλά τα ολοκληρωμένα φλογοβόλα όπλα, το πρώτο των οποίων περιγράφει ο Θουκυδίδης και το οποίο χρησιμοποιήθηκε το 424 π.Χ. από τους Βοιωτούς και τους συμμάχους τους κατά την πολιορκία του Δηλίου.

Το έβδομο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις πολιορκητικές τεχνικές και μηχανές και χωρίζεται σε δύο μέρη, ένα για τα «Πολιορκητικά Τεχνικά Έργα και Τεχνάσματα» και ένα για τις «Πολιορκητικές Μηχανές».

Των Ελλήνων είχαν προηγηθεί στη χρήση πολιορκητικής τεχνολογίας και άλλοι λαοί (Ασσύριοι, Πέρσες κ.ά.). Ωστόσο, σε πολλούς τομείς πρωτοπόροι αναδείχθηκαν οι Έλληνες, σε σημείο μάλιστα που από μια στιγμή και μετά τα ελληνικά (και, ειδικότερα, τα μακεδονικά και τα ελληνιστικά στρατεύματα) να συνοδεύονται από ειδικευμένο σώμα Μηχανικών (Τεχνιτών ή Δημιουργών ή Μηχανοποιών ή Οργανοποιών ή Αρχιτεκτόνων, ανάλογα με τον συγγραφέα αναφοράς). Το στράτευμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνόδευαν «Πολιτικοί Μηχανικοί», όπως σηραγγολόγοι, υδραυλικοί, αλλά και πολεοδόμοι!

Αρχικά, το πρόβλημα των πολιορκητών ήταν η προσπέλαση στο εχθρικό τείχος. Προς τούτο εφαρμόζονταν δύο μέθοδοι: η αναρρίχηση μέσω κλιμάκων (απλό αλλά ευπρόσβλητο τέχνημα με μέγιστο ύψος έως 8,5 μ., ενίοτε εξοπλισμένο με διάφορα βοηθητικά μέσα) και τα χωματουργικά έργα..

Τα βασικά επιθετικά χωματουργικά έργα ήταν η οριζόντια επίχωση των αμυντικών τάφρων και το ανηφορικό ανάχωμα για προσέγγιση της στέψης του τείχους. Απαιτούνταν κατασκευές ιδιαίτερα απαιτητικές (ως προς την επιπεδότητα οι μεν και την αντοχή οι δε) αν επρόκειτο να αποτελέσουν υπόστρωμα για τη διέλευση πολιορκητικών μηχανών. Αναφέρονται τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις επιθετικών χωματουργικών έργων. Η πρώτη, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος υποχρεώθηκε να κατασκευάσει για τις πολιορκητικές του μηχανές πέριξ της υπό πολιορκίαν πόλης της Γάζας γενικευμένο ανάχωμα ύψους 83 μέτρων και πλάτους στη βάση 360 μέτρων! Η δεύτερη, όταν οι Ρωμαίοι έλυσαν την πολιορκία της θεσσαλικής πόλεως Άτραξ λόγω της αστοχίας (μειωμένης αντοχής) του υλικού επίχωσης, με αποτέλεσμα μεγάλες τοπικές καθιζήσεις υπό το βάρος των πολιορκητικών μηχανών. Η τρίτη όταν τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου κάλυψαν με επίχωση το φαράγγι (μήκους ίσως και ενός χιλιομέτρου!) που χώριζε το λόφο όπου είχαν στρατοπεδεύσει από το λόφο όπου βρισκόταν η ινδική φρουρά.

Στην περίπτωση μακροχρόνιας πολιορκίας, οι πολιορκητές κατασκεύαζαν τους περιτειχισμούς: αμυντικά επιχώματα για την προστασία τους από πιθανή επίθεση των πολιορκουμένων και των τυχόν συμμάχων τους (οπότε προβλεπόταν και δεύτερος περιτειχισμός στα νώτα του στρατοπέδου). Άλλα επιθετικά χωματουργικά έργα ήταν: α) η υπονόμευση (μέσω σηράγγων) των τειχών με στόχο είτε την κατακρήμνιση μέρους αυτών για διάνοιξη διόδου, είτε για την κρυφή διέλευση πολιορκητών μέσα στην πολιορκούμενη πόλη· β) η εκτροπή ποταμού που επέτρεπε τη διέλευση των πολιορκητών από την άνυδρη πλέον κοίτη· γ) η καταστροφή του υδραγωγείου της πολιορκούμενης πόλης.

Μετά από τα χωματουργικά έργα, σειρά έχουν οι καθαυτό πολιορκητικές μηχανές. Σε αυτές περιλαμβάνονταν οι χελώνες: χωστρίδες και εφεδριακές για την προστασία των εργαζομένων στα επιθετικά χωματουργικά έργα από τα βέλη των αμυνομένων και ορυκτρίδες με επίπεδο κατακόρυφο μπροστινό μέρος για να κολλάνε στο τείχος, τέλος δε στομιοκαλύπτρες για να κρύβουν το στόμιο σηράγγων.

Μετά τις χελώνες, το κεφάλαιο περνά στους κριούς και τις κριοφόρους χελώνες. Οι κριοί –ίσως το γνωστότερο πολιορκητικό όπλο στο σημερινό κοινό– είχαν στόχο την πρόκληση ζημιών στην αμυντική γραμμή των πολιορκουμένων. Άλλοτε μεν ως κρουστικοί, είτε με την αποσύνθεση της δομής του τείχους είτε με τη διάτρηση αυτού, άλλοτε δε ως περιστροφικοί (και περιστροφικά τρύπανα) με τη διάνοιξη βαθιάς οπής σε αυτό. Οι πρώτοι, ξύλινοι εφοδιασμένοι με μεταλλικοί κεφαλή, έπλητταν το στόχο τους με συνεχείς κρούσεις ανηρτημένοι σε μηχανισμό όπως ένα εκκρεμές. Τα περιστροφικά τρύπανα, μικρότερα σε μέγεθος, άνοιγαν μια σειρά από τρύπες στο τείχος με στόχο την τοπική κατάρρευση τμήματος αυτού.

Το περί κριών τμήμα του κεφαλαίου εμπλουτίζεται με περιγραφές της μορφής των και με υπολογισμούς των δυνάμεων που ασκούσαν αυτοί, αλλά και των αντιστάσεων της τοιχοποιίας.

Ακολουθεί η αναφορά στις ελεπόλεις, κινούμενα «άρματα μάχης» ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεων, η πρώτη χρήση των οποίων πιστοποιείται με βάση τις αρχαίες μαρτυρίες το 399 π.Χ. Αυτό που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι η χρήση της προκατασκευής εκείνη την εποχή, καθώς, λόγω της ανέφικτης μεταφοράς των σε μεγάλες αποστάσεις, καθιστούσε αναγκαία την επιτόπου συναρμολόγησή τους με έτοιμα από πριν στοιχεία!

Οι πολιορκητικοί πύργοι ήταν πολυώροφοι και «στέγαζαν» επιθετικά όπλα, κυρίως κριούς ή και καταπέλτες, αλλά και στρατεύματα εάν χρειαζόταν. Για την άμυνά τους έναντι πυρφόρων βλημάτων ήταν εξοπλισμένοι με μέσα πυροπροστασίας και πυρόσβεσης. Περιείχαν και επιβάθρες, δηλαδή γέφυρες για την πρόσβαση στο πολιορκούμενο τείχος.

 

Ελέπολις Επιμάχου, βελτιωμένη, σχεδιασμένη βάσει των περιγραφών Διοδώρου.

Θεοδόσης Π. Τάσιος

 

Το κείμενο που αφορά τις ελεπόλεις εμπλουτίζεται και με αναφορές αφενός μεν στη μηχανολογική ανάλυση της οιονεί-αυτοκίνησης της ελεπόλεως του Ποσειδωνίου (του Μακεδόνος), αφετέρου δε σε κατασκευαστικά θέματά τους, καθώς και στην επιβίωση της χρήσης των, ακόμα και την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η τελευταία πολιορκητική μηχανή που εξετάζεται είναι η σαμβύκη. Επρόκειτο για μια κατασκευή που θεράπευε εν πολλοίς τα μειονεκτήματα της κλίμακας· δηλαδή, ενώ και αυτή αποτελούσε μέσο για την άνοδο των πολεμιστών στο πολιορκούμενο τείχος, μεταφερόταν συχνά υπό την προστασία μιας άμαξας, διέθετε σωληνοειδή κατασκευή για την εντός αυτής προστασία τους προς απόβαση στο εχθρικό τείχος πολιορκητών, δεν ανατρεπόταν λόγω μεγαλύτερου βάρους. Έπρεπε ωστόσο να προστατεύεται από δύσβρεκτες δορές για να αποφεύγει την πυρπόλησή της. Οι σαμβύκες διακρίνονταν σε στεριανές, που στηρίζονταν επάνω σε τροχοφόρους φορείς, και σε ναυτικές, που στηρίζονταν επάνω σε δύο συζευγμένα πλοία. Υπήρχε και μία ιδιαίτερη κατηγορία ναυτικών σαμβυκών που είχε διαφορετική χρήση: ήταν στην ουσία ελέπολις εξοπλισμένη με έναν ή δύο καταπέλτες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πιθήκια, «ίσως μια απ’ τις σημαντικότερες συλλήψεις της Ελληνικής Τεχνολογίας» (σ. 340) κατά τον συγγραφέα. Επρόκειτο για κατασκευαστικά τεχνάσματα που επιτρέπανε στις ναυτικές σαμβύκες / πολιορκητικούς πύργους να παραμένουν κατακόρυφες παρά τις ταλαντώσεις που προκαλούνται από τον προνευστασμό ή τον διατοιχισμό του πλοίου λόγω κυματισμών. Ο συγγραφέας τα παραλληλίζει με τα σημερινά «καρντάνια», που εξασφαλίζουν την οριζοντιότητα της πυξίδας πλοίων ή αεροπλάνων.

Μετά τις πολιορκητικές μηχανές ακολουθεί το όγδοο κεφάλαιο, το αφιερωμένο στα ναυτικά επιθετικά όπλα, πέρα από τις ναυτικές ελεπόλεις και σαμβύκες.

Εύλογα δε το κεφάλαιο αρχίζει με τα αρχαία πολεμικά πλοία. Πρώτες αναφέρονται οι μυκηναϊκές εικόσορος και πεντηκόντορος, με την τελευταία να διαθέτει 25 κωπηλάτες στην κάθε πλευρά της. Χαρακτηριζόταν από το τετράγωνο ιστίο της που κρεμόταν από οριζόντια δοκίδα, η οποία με τη σειρά της στηριζόταν στο κατάρτι. Στο κείμενο περιγράφονται οι εξελίξεις στη μορφή του πλοίου (π.χ. προσθήκη καταστρώματος για τη μεταφορά πολεμιστών) και στη δομή του. Η μυκηναϊκή ναυπηγική τέχνη συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια των σκοτεινών αιώνων οπότε επιφέρονται και ορισμένες βελτιώσεις στη δομή του πλοίου (όπως, για παράδειγμα, το διπλό κατάστρωμα). Μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και τα υποκεφάλαια που περιέχουν πληροφορίες για την ορολογία των τμημάτων του πλοίου και τα υλικά κατασκευής (ιστίων και καλωδίων).

Στη συνέχεια, σειρά παίρνει το πιο γνωστό στο ευρύ κοινό πλοίο της Αρχαίας Ελλάδας, η τριήρης. Η τριήρης υπήρξε μετεξέλιξη της δικρότου νηός, δηλαδή του πλοίου που διέθετε σε κάθε πλευρά του δύο σειρές κωπηλατών, τη δεύτερη σε κατάστρωμα επάνω από την πρώτη. Η ευφυέστατη πρωτοτυπία της τριήρεως ήταν η προσθήκη μιας τρίτης σειρά κωπηλατών στο κατακόρυφο τοίχωμα του σκάφους και ενός προστατευτικού για αυτούς κιγκλιδώματος. Παράλληλα, η αντικατάσταση του στόχου του πλοίου από την αποβίβαση μαχητών στο αντίπαλο σκάφος, στον εμβολισμό του τελευταίου και η συνακόλουθη απαλλαγή του από μέρος των ναυτικών που μετέφερε συνετέλεσε στην ελάφρυνση του βάρους του, στη μείωση του βυθίσματός του και στην, ως εκ τούτου, αύξηση της ταχύτητάς του, με αποτέλεσμα τη μετατροπή του σε «καινοτομικό φοβερό επιθετικό όπλο». Μια πρόσθετη καινοτομία ήταν ο εξοπλισμός της με όργανα που, μέσω μιας «προέντασης», αντιμετώπιζαν τις τάσεις που καταπονούσαν το πλοίο όταν βρισκόταν στην κορυφή ενός κύματος.

Ιδιαίτερη σημασία για τα πλοία, ακόμα δε περισσότερο για τις τριήρεις, είχε το έμβολο, μεταλλική επένδυση του εμπρόσθιου άκρου της τροπίδας.

Η εξέλιξη της ναυπηγικής τεχνολογίας συνεχίστηκε και, μετά την ύστερη αρχαιότητα, έδωσε στη συνέχεια τον βυζαντινό δρόμωνα.

 

Βυζαντινός δρόμων μήκους 40 μέτρων.

Θεοδόσης Π. Τάσιος

 

Στο τμήμα του κεφαλαίου που πραγματεύεται τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις αναφέρονται οι εμπρησμοί με πυροφόρα τοξεύματα από πλοία, τα φλογοφόρα πλοία και τα φλογοβόλα όργανα. Στα τελευταία περιλαμβάνεται και το «υγρόν πυρ» των βυζαντινών, για το οποίο υπάρχει μία εκτενής ανάλυση και το οποίο είχε τον αρχαιοελληνικό πρόγονό του, όπως προκύπτει από σχετικές αρχαιοελληνικές πηγές. Με αυτή κλείνει το κυρίως έργο.

Μετά από την παράθεση όλων αυτών των πολεμικών όπλων, μέσων και τεχνικών, ο Θεοδόσης Π. Τάσιος καταλήγει να συνοψίσει, στη θέση του επιλόγου, την ερευνητική μέθοδο που ακολουθήθηκε για να παρακαμφθούν οι δυσκολίες του εγχειρήματός του (ελλιπής ιστορική τεκμηρίωση, αμφίβολη ακρίβεια λεπτομερειών, σπάνις αρχαιολογικών ευρημάτων κ.ά.). Σε γενικές γραμμές προηγήθηκε μια συλλογή των σχετικών κειμένων της αρχαίας γραμματείας και συγκριτική παράθεση για την εξαγωγή πιο βέβαιων συμπερασμάτων. Συνοδεύτηκε από περιήγηση στη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, η οποία, ωστόσο, αναδείκνυε και διάσταση απόψεων μεταξύ των ερευνητών. Και κατέληξε σε εφαρμογή μιας σύγχρονης ερευνητικής –πειραματικής ή υπολογιστικής– μεθόδου. Κατακλείδα δε αυτού του τελικού κείμενου είναι η επισήμανση των κυριότερων επιτευγμάτων της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας.

IV.

Έπειτα από όσα καταγράφηκαν στις παραγράφους που προηγήθηκαν, μπορούμε με βεβαιότητα να επισημάνουμε τα εξής:

·    Η Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία είναι ένα ανεκτίμητο έργο αναφοράς για τους μελλοντικούς μελετητές της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας γενικότερα, αλλά και της πολεμικής ειδικότερα.

·    Επιτελεί παιδευτικό ρόλο καθώς, με την ανάγνωσή του, καταρρίπτει ως ανέρειστο το μύθο της τεχνολογικής υστέρησης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και παρακινεί τον συνειδητό αναγνώστη να εμβαθύνει περισσότερο στην ενημέρωσή του γύρω από αυτή την παραμελημένη έως πρόσφατα πτυχή του.

·    Είναι προσιτό στο ευρύτερο κοινό παρά την ενδεχόμενη δυσκολία κατανόησης των υπολογισμών που περιέχει. Ως προς αυτούς, ο μη ειδήμων μπορεί κάλλιστα να αρκεστεί στα συμπεράσματά τους.

·    Προσφέρει πρωτοφανές πλήθος σχετικών πληροφοριών και τεκμηρίων που αποτελείται από παράθεση αποσπασμάτων – μαρτυριών. Περιέχει μέχρι και τεχνικές προτροπές από τους τότε μηχανικούς, αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά και παραπομπές στη διεθνή βιβλιογραφία και επίκληση των συμπερασμάτων αυτής (πάντοτε, ωστόσο, με κριτικό πνεύμα και όχι με αβασάνιστη αντιγραφή τους). Κυρίως, περιέχει αποδεικτικό υλικό σχεδίων και υπολογισμών, στη συντριπτική τους πλειονότητα του ίδιου του συγγραφέα.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η προσπάθεια του Θεοδόση Π. Τάσιου να διορθώσει (με απόλυτη επιτυχία κατά την προσωπική μου άποψη), με βάση την τεχνική του κατάρτιση, ακόμα και καθιερωμένες μεταφραστικές αστοχίες. Σαν την αστοχία π.χ. στην απόδοση του ομηρικού επιθετικού προσδιορισμού της ασπίδας: «επταβόειος». Δεν πρόκειται για ασπίδα «από δορές επτά βοδιών» αλλά για ασπίδα «εφτάστρωτη από βοδινή δορά» (σ. 93).

Αξιοπρόσεκτη είναι και η γλωσσοπλαστική ικανότητα του συγγραφέα και η χρήση ασυνήθιστης ορολογίας (π.χ. κριοκόπηση, διατόρημα, βαρορριψία). Ωστόσο, οι όροι αυτοί παράγουν ένα εύληπτο αποτέλεσμα για τον αναγνώστη.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία αποτελεί το opus magnum του Θεοδόση Π. Τάσιου. Και όντως είναι, τόσο από τη σκοπιά του κόπου και της προσπάθειας που απαίτησε από τον συγγραφέα, όσο και από τη σκοπιά της συμβολής της στο αντικείμενο που υπηρετεί: την ανάδειξη της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας. Είθε να ακολουθήσει η ανάδειξη των επιτευγμάτων αυτής και σε άλλα, πέραν του στρατιωτικού, πεδία. Ωστόσο, για κάποιον (όπως ο υπογράφων το παρόν κείμενο) που πέρασε από τα φοιτητικά θρανία την εποχή που ο συγγραφέας δίδασκε στο Πολυτεχνείο και –στη συνέχεια– παρακολούθησε από κοντά την πνευματική του πορεία και το έργο που απέδωσε (επέστρεψε στην κοινωνία, σύμφωνα με μία δική του αντίληψη, όπως την εξέφρασε σε μία συνέντευξή του στην εκπομπή «Αστικό Τοπίο»), «έργο ζωής» του αποτελούν οι γνώσεις που μετέφερε και το υπόδειγμα που προσέφερε στους σπουδαστές του.

Ας σημειωθεί εν κατακλείδι ότι τα κείμενα του βιβλίου ακολουθούν σε όλη της την έκταση την πρόταση φυσικού τονισμού που έχει αναπτύξει7 ο Θεοδόσης Τάσιος παλιότερα, δηλαδή για τον τονισμό εκείνων μόνον των συλλαβών που τονίζονται και στον προφορικό λόγο.

 

1 Bertrand Gille: «Les mécaniciens grecs. La naissance de la technologie», Seuil 1980, σ. 7.

2 Ενδεικτικά αναφέρεται o γάλλος φιλόσοφος και ιστορικός της επιστήμης Abel Rey του Μεσοπολέμου με το έργο του του 1939 με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το απόγειο της ελληνικής τεχνικής επιστήμης (Abel Rey: Lapogée de la science technique grecque, Albin Michel 1948), με το οποίο αναλύει την πρόοδο εκείνης της εποχής στις θετικές επιστήμες, δηλαδή την προοδευτική πρόσκτηση τεχνικής γνώσεως, η οποία θα μεταφραζόταν και σε τεχνικές εφαρμογές. Ενδεικτική είναι η άποψη που διατυπώνει σχετικά με τη γεωμετρία των πυθαγορείων: «Επινοεί την γενική κατασκευή μιας λύσης και αμέσως μετά τη λογική αλληλουχία που επιτρέπει την πρόοδο από τη μία κατασκευή στην άλλη, την κατασκευή επί ήδη εν ισχύι κατασκευών ενός οικοδομήματος το οποίο, επάνω σε αυτά τα θεμέλια, ανυψώνεται όροφο με όροφο», εννοώντας ότι δεν ενδιαφέρονταν για τυχαία και μεμονωμένα αποτελέσματα (λύση προβλήματος, διατύπωση θεωρήματος, κατάστρωση μαθηματικού τύπου…), αλλά για τη δόμηση ολοκληρωμένης διαδοχής βημάτων με το καθένα να αποτελεί τη βάση για το (ή να οδηγεί στο) επόμενο ώς την κορυφή της πυραμίδας.

3 Στον καθηγητή Θ. Π. Τάσιο απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών την 18η Δεκεμβρίου 2025. Την δε 20ή Ιανουαρίου 2026 του απονεμήθηκε το μετάλλιο του ΕΜΠ με τον Πυρφόρο Προμηθέα, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας.

4 Τον Θ. Π. Τάσιο, τον γνώρισα ως καθηγητή μου στο Πολυτεχνείο. Με την αποφοίτησή μου μετατραπήκαμε τυπικά σε συναδέλφους. Ξαναβρεθήκαμε στο πλαίσιο της δραστηριότητας του Κέντρου Σοσιαλιστικών Μελετών (1979-2016) και της έκδοσης της Εφημερίδας του. Είχα αναλάβει εργολαβικά (ίσως ως προερχόμενος από τον κλάδο των εργολάβων) να διευθύνω τις εκδηλώσεις κατά τις οποίες ήταν ομιλητής. Ένα βράδυ (στο σπίτι της Αθηνάς Μπουζιάνη) του πρόσφερα ένα αντίτυπο του βιβλίου του Bertrand Gille και, έκτοτε, αρχίσαμε να παρακολουθούμε πιο συστηματικά ο ένας τις δραστηριότητες του άλλου και να επικοινωνούμε τακτικά.

5 (Παρατίθεται στο) Ιωάννα Σουφλέρη: «Η αρχαία ελληνική πολεμική υπεροχή» στην εφημερίδα Το Βήμα (ένθετο Β2) της 14ης Δεκεμβρίου 2025.

6. Bertrand Gille, ό.π., σ. 13.

7 Θ. Π. Τάσιος, Πρακτικά ζητήματα της νεοελληνικής γλώσσας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2022.

 

07 Σεπτεμβρίου 2026
Wikipedia

Χρίστος Ζαφείρης, Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα. Ιστορικός και Περιηγητικός Οδηγός - Ιστορία, Κοινωνία, Μνημεία, Μουσεία, Τοπόσημα της σύγχρονης πόλης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2025, 270 σελ.

Είναι γνωστό ότι στη διάρκεια του 20ού αιώνα όλες οι ελληνικές πόλεις γνώρισαν σημαντικές αλλαγές. Με παρόμοιο τρόπο, οι αλλαγές που γνώρισε η Θεσσαλονίκη ήταν καθοριστικής σημασίας για την ταυτότητά της σε όλα τα επίπεδα.

Όπως γενικά συμβαίνει, το μέγεθος των αλλαγών στην πόλη το συνειδητοποιεί καλύτερα εκείνος που έλειπε όταν συνέβησαν, ώστε να τις διαπιστώσει όλες μαζί ως σύνολο ολοκληρωμένο μέσα σε έναν πυκνό ιστορικό χρόνο. Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας φαντασθούμε έναν εικοσάχρονο Έλληνα από τη Θεσσαλονίκη που φεύγει ως μετανάστης στα 1910 και επιστρέφει το 1945, πενηνταπεντάχρονος, στην γενέθλια πόλη, η οποία όμως δεν είναι πια η πόλη που άφησε φεύγοντας, καθώς πρόκειται, από όλες τις απόψεις, για μια σχεδόν τελείως άλλη πόλη. Καταρχάς, ως προς την ταυτότητά της, στο επίπεδο της διοίκησης,  ο μετανάστης έφυγε από μία πόλη που συνέχιζε επί πεντακόσια χρόνια να ανήκει σε ένα απολυταρχικό κράτος στο οποίο αυτοί που είχαν την ίδια εθνικότητα, την ίδια θρησκεία και την ίδια γλώσσα με εκείνον αποτελούσαν μειονότητα με περιορισμένα δικαιώματα, και επιστρέφει σε μια πόλη που ανήκει σε ένα κράτος κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το οποίο αποτελείται,  στην πλειονότητά του, από ομοεθνείς, ομόθρησκους και ομόγλωσσούς του ελεύθερους πολίτες.

 Όσον αφορά τον πληθυσμό της πόλης του, οι μεν έλληνες κάτοικοί της είχαν διπλασιαστεί, καθώς εγκαταστάθηκαν μαζικά, ως πρόσφυγες, περίπου άλλοι τόσοι ομοεθνείς τους προερχόμενοι από άλλα μέρη και αντίστοιχα, την εγκατέλειψαν ως ανταλλάξιμοι οι δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι συμπολίτες του, ενώ η άλλη αλλόγλωσση και αλλόθρησκη, αλλά πλειοψηφούσα, πληθυσμιακή συνιστώσα της πόλης του, η εβραϊκή, αυτή είχε εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά στο ναζιστικό ολοκαύτωμα. Η παλιά λοιπόν πολυεθνική, πολυθρησκευτική  και πολυπολιτισμική πόλη από την οποία είχε φύγει δεν υπήρχε πια. Από πολεοδομική άποψη, σχεδόν η μισή από την πόλη που άφησε είχε καταστραφεί από πυρκαγιά και ξανακτίστηκε σε άλλα χνάρια, ενώ στη θέση των αδόμητων εκτάσεων που την περιέβαλλαν τότε που έφυγε δημιουργήθηκαν, κυριολεκτικά εκ του μηδενός, πυκνοδομημένα και πολυάνθρωπα οικιστικά σύνολα, σχεδόν κανονικές πόλεις, όπως η Καλαμαριά, η Τούμπα, η Νεάπολη, κ.λπ., για την εγκατάσταση των προσφύγων.  Όλες αυτές οι καθοριστικού χαρακτήρα αλλαγές συντελέστηκαν μέσα στα 35 χρόνια που έλειψε.

Αν μάλιστα ο επανακάμψας μετανάστης έφθανε τα 80, ζούσε δηλαδή ώς το 1970, θα έβλεπε να γίνονται επιπλέον αρκετές ακόμη σημαντικές αλλαγές, δεδομένου ότι η μεγάλη αύξηση της εσωτερικής μετανάστευσης, που σημειώθηκε στην εικοσαετία 1950-70, σχεδόν διπλασίασε τον πληθυσμό της, ενώ από περιβαλλοντική και πολεοδομική άποψη η επιχωμάτωση του παραλιακού μετώπου προς τα ανατολικά, που δημιούργησε τη Νέα Παραλία, συνιστούσε επίσης σημαντική αλλαγή της φυσιογνωμίας της.  Αν σ’ αυτές τις αλλαγές προστεθούν και εκείνες που, πριν τελειώσει ο αιώνας, συνέβησαν γενικά σε όλη τη χώρα, όπως η εγκατάσταση των χιλιάδων ημεδαπών και αλλοδαπών μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και η γενικευμένη ανοικοδόμηση με τον συγκεκριμένο τρόπο, γίνεται κατανοητό ότι η περιδιάβαση στην εξέλιξη της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους Θεσσαλονικείς.

Μια τέτοια μεθοδική και πολυεπίπεδη περιδιάβαση, δηλαδή μια περιδιάβαση σ’ αυτήν την πολυκύμαντη ιστορική, πληθυσμιακή, πολεοδομική και πολιτιστική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, βασισμένη απολύτως στα πορίσματα της σχετικής επιστημονικής έρευνας, μας δίνει το νέο βιβλίο του Χρίστου Ζαφείρη. Το ξετύλιγμα αυτής της πορείας από τον συγγραφέα γίνεται κατά τρόπο που το καθιστά εύληπτο και ευχάριστο. Το βιβλίο έχει αφηγηματικό άξονα για την παράλληλη ανάδειξη των ιστορικών γεγονότων τα «εμπράγματα» κατάλοιπα της πορείας της πόλης στην πορεία του 20ού αιώνα, όπως είναι τα εμβληματικά κτίρια, τα τοπόσημα και οι μουσειακές συλλογές. Αλλά μπορεί να το δει κανείς και αντίστροφα, δηλαδή ότι η αφήγηση γίνεται με άξονα την εξέλιξη της ιστορίας της στοιχειοθετημένης από τα αντίστοιχα εμπράγματα τεκμήρια.

Η ανάπτυξη της αφήγησης με βάση τις τομές στην ιστορία της Θεσσαλονίκης διαρθρώνεται στα αντίστοιχα κεφάλαια, που αναφέρονται, κατά χρονολογική σειρά, στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας (1900-1912), στην έκρυθμη δεκαετία (1912-1922), στον Μεσοπόλεμο (1918-1940), στην πολεμική δεκαετία (1940-1950), στη μετεμφυλιακή εικοσιπενταετία (1950-1974) και στην περίοδο της μεταπολίτευσης, ενώ υπάρχουν και ξεχωριστά κεφάλαια για τις πολιτικές δολοφονίες, τα ιστορικά νεκροταφεία, για τους «χαμένους παραδείσους» της πόλης, αλλά και για τις επιμέρους πλευρές της ταυτότητάς της, όπως η λογοτεχνία, η τέχνη, το θέατρο, και ο αθλητισμός.

Εκείνο που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι η εξαιρετική φωτογραφική τεκμηρίωση του βιβλίου, με σύγχρονες και παλαιότερες φωτογραφίες, μερικές από τις οποίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά. Το γεγονός μάλιστα ότι οι φωτογραφίες των εμπράγματων τεκμηρίων της περιδιάβασης, όπως τα ονομάζει ο συγγραφέας, είναι στην μεγάλη πλειονότητά τους κτίρια, δίνει στον συγγραφέα την ευκαιρία, συνοδεύοντάς τες με σύντομο αλλά περιεκτικό σχολιασμό, να μας δώσει μια εικόνα τού πώς εξελίχθηκε η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της πόλης κατά τον 20ό αιώνα.

Όσον αφορά την ίδια την αφήγηση, όποιος έχει διαβάσει οποιοδήποτε άλλο βιβλίο του συγγραφέα είναι βέβαιος πως αυτή η πολυεπίπεδη και τεκμηριωμένη περιδιάβαση δεν θα καταλήγει σε ένα βιβλίο κουραστικό, αλλά σε έναν οδηγό συνοπτικό και ευανάγνωστο, που θα χαρακτηρίζεται από την ίδια ακριβολογία, την ίδια  γλαφυρότητα και την ίδια ευρύτητα θεώρησης του αντικειμένου που χαρακτηρίζουν και τα άλλα βιβλία του.

Εντέλει, θα έλεγα πως τα δεδομένα αυτά, χωρίς άλλες επιπλέον λεπτομέρειες, είναι αρκετά για να πεισθεί ο αναγνώστης του βιβλίου ότι Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα του Χρίστου Ζαφείρη αξίζει όχι μόνο απλώς να διαβαστεί, αλλά να γίνει κτήμα κάθε κατοίκου και φίλου της Θεσσαλονίκης που ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη ταυτότητά της.

 

 

07 Σεπτεμβρίου 2026
Agata Grybowska

Fatherland. Ασπρόμαυρη δραματική, ιστορική ταινία του Πάβεου Παβλικόφσκι παραγωγής 2026. Χώρες συμπαραγωγής: Πολωνία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία. Σενάριο: Paweł Pawlikowski - Hendrik Handloegten. Σκηνοθεσία: Paweł Pawlikowski. Διεύθυνση φωτογραφίας: Łukasz Żal. Παίζουν: Sandra Hüller, Hanns Zischler, August Diehl. Παραγωγή: Our Films, Extreme Emotions, Nine Hours, Chapter2. Πρώτη προβολή στην Ελλάδα: 3/9/2026. Διάρκεια: 82΄.

 

Το Fatherland του Πάβεου Παβλικόφσκι είναι μια ταινία περιπλάνησης με θέμα την επιστροφή του Τόμας Μανν στη μεταπολεμική Γερμανία του 1949. Καθώς διασχίζει τις δύο, πλέον, Γερμανίες μαζί με την κόρη του Έρικα, έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τις διαφορετικές πολιτικές πραγματικότητες, αλλά και με το ναζιστικό παρελθόν που εξακολουθεί να στοιχειώνει τη χώρα. Παράλληλα, η διαδρομή γίνεται ένα εσωτερικό ταξίδι στη διαλυμένη οικογένειά του και ιδιαίτερα στη σχέση με τα παιδιά του και την τραγική αυτοκτονία  του γιου του Κλάους.

«Είσαι ένα νάρκισσος κλεισμένος σε ένα κάστρο από λέξεις…», αυτή περίπου είναι η κατηγορία που η Έρικα Μανν απευθύνει στον πατέρα της, μετά την αυτοκτονία του αδελφού της. Η φράση συμπυκνώνει την τραγική δυναμική της οικογένειας Μανν και τη βαθιά ρήξη που προκάλεσε η αυτοκτονία του Κλάους το 1949. Η  Έρικα και ο Κλάους Μανν ήταν τα «χαρισματικά» παιδιά μιας πολυμελούς οικογένειας με ένα ιστορικό σκοτεινής επαναληπτικότητας: αυτοκτονίες, ψυχικές και υπαρξιακές κρίσεις, εθισμοί, δύσκολες σεξουαλικές ταυτότητες, εξάρτηση των παιδιών  από τον πατέρα και μια διαρκής προσπάθεια απελευθέρωσης από το οικογενειακό όνομα. Επιπλέον, οι δυο τους, υπήρξαν ένα αδιαίρετο δίδυμο, με μια οικειότητα που ξεπερνούσε κατά πολύ τα συνηθισμένα αδελφικά όρια. Η σχέση τους ήταν τόσο έντονα, προκλητικά και συναισθηματικά «αιμομικτική» που οι φήμες τούς κυνηγούσαν σε όλη τους τη ζωή. Η ταινία ξεκινάει με μια σχεδόν ερωτική τηλεφωνική συνομιλία των δυο αδελφών και με βαριά υπονοούμενα για τον πατέρα τους.

 Όταν ο Κλάους έδωσε τέλος στη ζωή του, καταβεβλημένος από την κατάθλιψη, τις πολιτικές απογοητεύσεις και τον εθισμό στα ναρκωτικά, η αντίδραση του πατέρα του εξόργισε την Έρικα. Ο Τόμας Μανν επέλεξε να μη διακόψει την περιοδεία του στη μεταπολεμική Γερμανία, καθώς θεωρούσε ότι το «καθήκον» του απέναντι στο έργο και την πατρίδα του ήταν ανώτερο. Το 1949, δεκαέξι χρόνια μετά την έξοδό του από τη ναζιστική Γερμανία, ο Μανν επιστρέφει στη χώρα του και τη διασχίζει από την αμερικανικά ελεγχόμενη Φρανκφούρτη έως τη σοβιετικά ελεγχόμενη Βαϊμάρη. Η διαδρομή αυτή είναι ο βασικός αφηγηματικός μηχανισμός της ταινίας, αλλά και η μεγάλη μεταφορά της. Πρόκειται για μια ταινία δρόμου που δεν έχει πραγματικό προορισμό, γιατί η χώρα στην οποία ο Μανν επιστρέφει δεν είναι πλέον η χώρα που εγκατέλειψε.

Στη Δυτική Γερμανία ο πόλεμος έχει τελειώσει, οι πόλεις παραμένουν γεμάτες ερείπια, αλλά η κοινωνική ζωή επιχειρεί ήδη να επιστρέψει στην κανονικότητα. Και αυτή η «κανονικότητα» είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας. Μέσα στα ερείπια ξαναστήνονται τελετές, δεξιώσεις και κοινωνικές σχέσεις· άνθρωποι που είχαν συμβιβαστεί με το ναζιστικό καθεστώς επανατοποθετούνται στη δημόσια ζωή και προσπαθούν να εμφανιστούν ως αξιοπρεπείς πολίτες της νέας εποχής. Η Έρικα, περισσότερο από τον πατέρα της, αντιλαμβάνεται την ηθική ασυνέχεια που κρύβεται πίσω από αυτή την επιφανειακή επιστροφή στην τάξη. Ο Παβλικόφσκι δεν χρειάζεται να καταγγείλει ρητά τη μεταπολεμική γερμανική συνθήκη. Του αρκεί η αντίθεση ανάμεσα στα ερείπια και στη σχεδόν αυτάρεσκη κοινωνική ανασύνταξη. Η Δυτική Γερμανία του 1949 παρουσιάζεται ως ένας τόπος όπου η ήττα του ναζισμού δεν σήμαινε αυτομάτως και την ηθική του υπέρβαση. Αυτή η μεταπολεμική «μη κανονικότητα» διήρκεσε πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι τα τέλη τις δεκαετίας του 1960. Είναι γνωστό ότι στα λογοτεχνικά σαλόνια του Δυτικού Βερολίνου κυκλοφορούσε ο Άλμπερτ Σπέερ, μετά την αποφυλάκισή του το 1966, περιβεβλημένος με έναν βαθύ σεβασμό από τις πνευματικές ελίτ της εποχής1.

Νο Mann’s land

Η Ανατολική Γερμανία είναι διαφορετική, αλλά όχι λιγότερο προβληματική. Εκεί η παλιά Γερμανία έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα, υπό σοβιετικό έλεγχο. Η αυστηρότητα, η ιδεολογική πειθαρχία και η τελετουργία της νέας εξουσίας δημιουργούν μια διαφορετική μορφή ανελευθερίας. Και εδώ, όμως, υπάρχει μια ιδιότυπη διεκδίκηση της γερμανικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Γκαίτε και ο Τόμας Μανν λειτουργούν ως σύμβολα μιας «παλιάς» Γερμανίας που η νέα εξουσία θέλει να οικειοποιηθεί.

Και οι δύο Γερμανίες διεκδικούν τον Μανν. Η Δύση τον χρειάζεται ως σύμβολο μιας δημοκρατικής και ανθρωπιστικής Γερμανίας· η Ανατολή ως απόδειξη ότι η μεγάλη γερμανική πολιτιστική παράδοση μπορεί να ενταχθεί στη δική της ιστορική αφήγηση. Ο Μανν βρίσκεται επομένως σε μια παράδοξη θέση: είναι ο άνθρωπος που ανήκει και στις δύο Γερμανίες, αλλά τελικά δεν ανήκει πραγματικά σε καμία. Ο άνθρωπος που θεωρείται σύμβολο της γερμανικής κουλτούρας αδυνατεί να βρει μια Γερμανία στην οποία να αισθάνεται πραγματικά ότι ανήκει.  Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο Μανν και η Έρικα καταλήγουν σε μια κατεστραμμένη εκκλησία, όπου το όργανο παίζει το Jesu, Joy of Man’s Desiring του Μπαχ – τη μουσική που, όπως είχε πει ο Κλάους, «θα μπορούσε να τον κάνει να πιστέψει στο Θεό». Μέσα στα ερείπια της χώρας, της οικογένειας και μιας ολόκληρης εποχής, ο Μανν  ακούει συγκινημένος, σχεδόν δακρυσμένος. Η Γερμανία που αναζητούσε ως πατρίδα σε όλη τη διαδρομή έχει χαθεί· αυτό που απομένει είναι ο πολιτισμός της, ως η μόνη πατρίδα που δεν μπορεί να διαιρεθεί ούτε από την Ιστορία ούτε από τα σύνορα.

Ο Παβλικόφσκι κάνει μια αποφασιστική επιλογή στο σενάριο: αντί για την Κάτια Μανν, που ιστορικά συνόδευσε τον Τόμας στην επιστροφή του το 1949, τοποθετεί δίπλα του την Έρικα. Η επιλογή αυτή μετατρέπει το πολιτικό road movie σε οικογενειακό. Η Έρικα δεν είναι απλώς συνοδός του πατέρα της. Είναι οδηγός, βοηθός, μεταφράστρια, συνεργάτης, προστάτιδα, αλλά και ο άνθρωπος που έχει το θάρρος να τον αμφισβητεί. Η ίδια οδηγεί το αυτοκίνητο, ενώ ο μεγάλος συγγραφέας κάθεται στο πίσω κάθισμα.  Ο Κλάους είναι ο αόρατος τρίτος επιβάτης του ταξιδιού. Δεν βρίσκεται στο αυτοκίνητο, αλλά είναι διαρκώς παρών. Η φωνή του, η σχέση του με τον πατέρα του, η απελπισία του και τελικά ο θάνατός του μετατρέπουν τη διαδρομή σε ταξίδι πένθους. Ο Κλάους αντιπροσωπεύει την πιο τραγική πλευρά της οικογένειας Μανν: τον γιο που δεν κατόρθωσε να απελευθερωθεί από τη σκιά του πατέρα του, από τις προσδοκίες του, αλλά και από την ίδια την ιστορική εποχή στην οποία έζησε. Η ταινία, επομένως, κινείται σε δύο δρόμους που τελικά γίνονται ένας: τον δρόμο μέσα από τη διαιρεμένη Γερμανία και τον δρόμο μέσα στην τραυματισμένη οικογένεια Μανν.  Ο τίτλος Fatherland συμπυκνώνει αυτή τη διπλή διαδρομή. Το fatherland είναι η πατρίδα, αλλά είναι ταυτόχρονα και η «χώρα του πατέρα». Ο Τόμας Μανν είναι ο άνθρωπος που επιστρέφει στην πατρίδα του και συγχρόνως ο πατέρας που επιστρέφει, έστω καθυστερημένα, μέσα στη δική του οικογενειακή ιστορία.  Μια οικογενειακή ιστορία, πολλαπλά βεβαρημένη και τραγική. Ο Μίχαελ που  στην ταινία αναλαμβάνει την κηδεία του Κλάους, θα αυτοκτονήσει το 1977, ενώ ο τρίτος  γιος της οικογένειας, ο Γκόλο, μέχρι το τέλος της ζωής του θα μιλάει με μίσος για τον πατέρα του. Η δεύτερη κόρη της οικογένειας, Μόνικα, θα αποκαλεί την αδελφή της Έρικα «μάγισσα» κατηγορώντας τη για την αυτοκτονία του Κλάους1. H πιο ισορροπημένη όλων είναι η Ελίζαμπεθ, αγαπημένη κόρη του Τόμας. Η Ελίζαμπεθ ήταν το μόνο από τα έξι παιδιά που ακολούθησε τον δικό του δρόμο και  δεν υπέφερε ψυχικά από τη διασημότητα του πατέρα της.

Με το Fatherland, ο Πάβεου Παβλικόφσκι επιστρέφει στη μεταπολεμική Ευρώπη και ολοκληρώνει, κατά κάποιον τρόπο, την άτυπη τριλογία που είχε αρχίσει με το Ida και το Cold War. Και εδώ, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, το ασπρόμαυρο, η αυστηρή σκηνοθεσία και η οικονομία της αφήγησης είναι ο τρόπος με τον οποίο μετατρέπει την Ιστορία σε προσωπική εμπειρία. Οι ηθοποιοί δεν «εξηγούν» τα συναισθήματα των χαρακτήρων, αλλά τα αφήνουν να διαφαίνονται μέσα από τα βλέμματα, τις  χειρονομίες και τις σιωπές. Ο Χανς Ζίσλερ δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία του Τόμας Μανν ακριβώς επειδή αποφεύγει τη «μεγάλη» ερμηνεία. Παρουσιάζει τον Μανν ως έναν άνθρωπο αυτάρεσκο, συγκρατημένο, διανοητικά κυρίαρχο, αλλά και συναισθηματικά αποστασιοποιημένο. Η ερμηνεία, όμως, που δίνει στην ταινία το συναισθηματικό της κέντρο, αυτή είναι της Σάντρα Χίλερ ως Έρικα. Η Χίλερ δεν παίζει απλώς  τη «θυμωμένη κόρη». Είναι περισσότερο η συνείδηση της ταινίας. Βλέπει αυτά που ο πατέρας της προτιμά να βλέπει από απόσταση ή να τα αγνοεί ηθελημένα.

1 Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, Η ζωή μου, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2001.

06 Σεπτεμβρίου 2026
Gustave Doré

Δημήτρης Καράμπελας, Το πνεύμα και το τέρας. Δοκίμιο, Δώμα, Αθήνα 2025, 174 σελ.

Το ποιητικό σύμπαν του Δάντη, οι αναγεννησιακές ενσαρκώσεις, οι συμβολικές εξάρσεις των ρομαντικών, ο υπαρξισμός του Πασκάλ και του Ντοστογιέφσκι, ο μελαγχολικός συμβολισμός του Μπωντλαίρ, το βλέμμα του Μπένγιαμιν, η αυτόματη γραφή των σουρεαλιστών, οι μορφολογικές διανοίξεις του μοντέρνου κι οι μεταιχμιακές μεταμορφώσεις της λογοτεχνίας του, όλα διανοίγουν ένα διευρυμένο, ψυχικό και αισθητηριακό, πεδίο, ενός εκστατικού υποκειμένου. Τι είναι, κατά τον Δημήτρη Καράμπελα, ο πνευματικός χώρος;

Ο άνθρωπος είναι ένα ον μεταιχμιακό – και μέσα του διασώζει ένα ίχνος αρχαίο που τον δοκιμάζει κάθε φορά στο παρόν του. Ένας «δερμάτινος χιτώνας», όπως θα πει ωραία ο Καβάσιλας, που διαφυλάττει μιαν αιώνια αλήθεια, την αλήθεια της μυστικής του καταγωγής. Μιαν αλήθεια που τον υπερβαίνει και τον συνέχει μαζί.

Στο βιβλίο του Το πνεύμα και το τέρας, ο Δημήτρης Καράμπελας, επιχειρεί να ιχνογραφήσει τις αντοχές και τις ήττες αυτής της πνευματικής υπόστασης. Μιας εσωτερικότητας που μαρτυρά την αφιέρωση του ανθρώπου στο Έξω, μιαν άλλη, φουκωική ονοματοδοσία, αυτής της πνευματικότητας. Μια ακρώρεια, αν κι αδιόρατη, που υπαγορεύει όμως το μέτρο του ανθρώπου, το εύρος της εμπειρίας του, αλλά και τις ιστορικές του αστοχίες. Ο άνθρωπος, ένα εκστατικό, λοιπόν, ον που διακρίνει, πάνω απ’ το ύψος του, τη διαφορά του Άλλου, του Ετέρου, όπως θα πει ο Χάμπερμας, που διαθέτει τις σιωπές του και τις ενορατικές του εκλάμψεις. Μυστικά ίχνη που εκ-δηλώνονται μέσα στη ζωή του ανθρώπου και δι-εγείρουν τον πνευματικό του ορίζοντα. Έναν ορίζοντα που δεν διακρίνεται, δεν χαρτογραφείται, δεν αρθρώνεται μέσα στο Λόγο, αλλά υπερέχει. Έχουμε να κάνουμε περισσότερο με φασματικές διεγέρσεις που διαγράφονται σε «καθημερινές τελετουργίες και φιλοσοφικές πεποιθήσεις», όπως θα πει ο Καράμπελας, αλλά και που πάλιν όμως πάντα κάτι θα διαφεύγει. Τα ίχνη αυτά έχουν μιαν απο-καλυπτική λειτουργία, αυτό που δείχνουν είναι κι αυτό που αποκρύπτουν, γι’ αυτό και οι συμβολικές τους αστοχίες στο πεδίο του ορατού. Είναι περισσότερο απεικονίσεις της νύχτας, μιας βαλπούργειας νύχτας, που δεν ησυχάζει. «Μυστικές ενώσεις», «ερμαφρόδιτες οντότητες», «παράδοξες συμμείξεις», όπως τις ονομάζει ο Καράμπελας, που εικονίζουν τ’ ανεικόνιστο, τ’ ανείπωτο και το μυστικό. Και επειδή δεν μπορείς να είσαι εξ ολοκλήρου στο Έξω, όπως θα πει ο Φουκώ, αυτός ο κόσμος διατίθεται μεν αλλά δεν παραδίνεται, τουλάχιστον μέσα στη βιωτή του ανθρώπου. Μετέχεις στην αλήθειά του, αλλά απ’ την απόσταση του κόσμου· για την ακρίβεια, μέσα απ’ τη γλώσσα του κόσμου. Κι αυτή την ιστόρηση επιχειρεί, μέσα απ’ το βιβλίο του, ο Καράμπελας. Μια ιστόρηση εποχών και έργων, όπου αυτή η χορδή της αλλότητας, ταλάντωνε, μυστικώς, τη συγκίνηση του ανθρώπου. 

Το ποιητικό σύμπαν έτσι του Δάντη, οι αναγεννησιακές ενσαρκώσεις, οι συμβολικές εξάρσεις των ρομαντικών, ο υπαρξισμός του Πασκάλ και του Ντοστογιέφσκι, ο μελαγχολικός συμβολισμός του Μπωντλαίρ, «Δάση από σύμβολα, κατοικημένα», όπως θα γράψει ο ποιητής, το βλέμμα του Μπένγιαμιν που διέκρινε την «αύρα» των πραγμάτων, η αυτόματη γραφή των σουρεαλιστών, οι μορφολογικές διανοίξεις του μοντέρνου, κι οι μεταιχμιακές μεταμορφώσεις της λογοτεχνίας του, όλα διανοίγουν ένα διευρυμένο, ψυχικό και αισθητηριακό, πεδίο, ενός εκστατικού υποκειμένου. Ενός υποκειμένου μεταξύ Ουρανού και γης που δοκιμάζει την άχρονη αλήθεια του στις ιστορικές της εκδραματίσεις. Όχι τόσο μέσα από ένα λόγο, όσο μέσω της σιωπής που εκχέεται απ’ τις ρηγματώσεις του. Αυτή η σιωπή της ποίησης, της εικόνας, κι αυτή ακόμη η βοώσα σιωπή του ασυνειδήτου.

 

Η εξιστόρηση μιας αποτυχίας

Ο πνευματικός χώρος για τον Καράμπελα, δεν είναι η κατάνυξη μιας κοινωνίας του Θείου, αλλά ο άθλος ενός δυικού υποκειμένου που καλείται να εξέλθει του εαυτού του. Μια διάνοιξη που τον εξαντλεί και εγείρει τις ήττες του. Η εξιστόρηση, έτσι, αυτής της περιοχής είναι κι η εξιστόρηση μιας αποτυχίας. Τα ίχνη της στιγματίζουν το περιβάλλον μας, το περιβάλλον μιας ακατάβλητης μελαγχολίας, και τα έργα του πολιτισμού μας. Μια περιοχή που ’ναι πλέον στις μέρες μας μια ζώνη νεκρή, μια έρημος απολιθωμάτων, ένα άβατο.

Η εξιστόρηση του Καράμπελα είναι χρήσιμη, αλλά και άνιση, και άδικη μερικές φορές. Η συνεισφορά του Φρόυντ ή η αναφορά στο έργο του Μπλανσό εξαντλούνται σε μικρές παραγράφους. Κι ενώ στην ντεριντιανή σκέψη αποδίδεται σωστά η αποκαθήλωση των συμβόλων και η υπονόμευση της θέσης της αλήθειας, δεν αναγνωρίζεται, σ’ αυτή, η τρέλα που την κυβερνούσε, μιαν άλλη μορφή αυτή διάνοιξης. Οι σελίδες του όμως για τη λογοτεχνία του Κάφκα και του Ουελμπέκ, ή για τον κινηματογράφο του Μπέργκμαν, του Χάνεκε και προπάντων του Ταρκόφσκι είναι απολαυστικές και βεβαίως το όλο του εγχείρημα αξιοζήλευτο.

02 Σεπτεμβρίου 2026
Contemporary Films Ltd

Chantal Akerman, Η μητέρα μου γελάει, μετάφραση από τα γαλλικά: Μυρτώ Ταπεινού, επίμετρο: Εύα Στεφανή, Πλήθος, Αθήνα 2025, 264 σελ.

Η Σαντάλ Άκερμαν, κινηματογραφίστρια που κινήθηκε μεταξύ στρατευμένου φεμινισμού και αβανγκάρντ, είχε ταραχώδη και περίπλοκη σχέση με τη μητέρα της – την οποία περιέγραψε στις ταινίες της, την περιέγραψε και σε ένα βιβλίο. Η μητέρα της πέθανε το 2014 ενώ ένα χρόνο μετά πέθανε στο Παρίσι και η Σαντάλ Άκερμαν – πιθανότατα αυτοκτόνησε. Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα της είχε γυρίσει γι’ αυτήν και για τη σχέση τους την ταινία No Home Movie. Όταν πέθανε, έγραψε το βιβλίο Η μητέρα μου γελάει. Με αφορμή αυτό το βιβλίο γράφεται ένα κείμενο – το κείμενο που ακολουθεί.[1]

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος όπου θα οφείλαμε να “λογοδοτήσουμε”. Αλλά πρέπει ήδη να κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο – με όλους όσους αγαπάμε».

Αλμπέρ Καμύ

«Όχι, δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί κανείς να πει σε μια μητέρα».

Σαντάλ Άκερμαν

Κοιτάζω τις πρώτες σημειώσεις μου γι’ αυτό το κείμενο. Θυμάμαι την αρχική υπόθεση που σχηματίστηκε στο μυαλό μου καθώς διάβαζα το βιβλίο της Άκερμαν, πριν καν πιάσω το στυλό: όποιος πάει να γράψει, αφού το διαβάσει ή ενόσω το διαβάζει, είτε γι’ αυτό είτε για κάτι παντελώς άσχετο, θα έχει μπολιαστεί από τη γραφή της.

Διαβάζω το επίμετρο της Εύας Στεφανή. Επιβεβαιώνει την υπόθεσή μου. Για την ακρίβεια, το επίμετρο δίνει την αίσθηση φυσικής συνέχειας του γραπτού της Άκερμαν (δεν μπορώ να σκεφτώ μεγαλύτερη αρετή για κείμενο που ακολουθεί αυτό το βιβλίο, γιατί το ύφος αυτού του βιβλίου είναι αφοπλιστικό).[2] Αλλά δεν έχω καμία μνήμη αν η υπόθεση σχηματίστηκε στο μυαλό μου αφότου διάβασα το επίμετρο ή πριν. Και άλλωστε –ανακαλύπτω με ελάχιστη σκέψη, με υποτυπώδες «σκάψιμο» εαυτού– η υπόθεσή μου είναι μόνο μια υπόθεση εργασίας: αυτό που είκασα είναι αυτό που προσδοκούσα να μου συμβεί – και μου συνέβη. Οι αρχικές σκόρπιες σημειώσεις μου είναι δηλητηριασμένες από τη γραφή της Άκερμαν.

Ένας πρώτος λόγος που τις ονομάζω «δηλητηριασμένες»: ποτέ δεν διανοήθηκα πως γράφω ισάξια με (πόσο μάλλον καλύτερα από) τα βιβλία που με σπρώχνουν να γράψω γι’ αυτά. Αισθάνομαι πως κατορθώνω (και αυτό όχι πάντα) να συλλάβω μόνο τα ίχνη ενός ύφους και το αποτύπωμα ενός θέματος που με συνταράσσει. Ύστερα, όταν δεν γίνεται αλλιώς (=όταν αυτό που με συνταράσσει με «εξαναγκάζει» να λογαριαστώ με αυτό), προσπαθώ απελπισμένα να μεταφέρω αυτά τα διακριτικά γνωρίσματα που (για μένα) κάθε βιβλίο που αγαπάω έχει, ξέροντας πως τα μέσα μου είναι πενιχρά, δεν έχουν την αρτιότητα που βρίσκω στα βιβλία τα οποία με συγκινούν. Άλλωστε υπάρχουν τόσα βιβλία που αγαπάω για τα οποία δεν θα γράψω ποτέ, γιατί με αφήνουν με ένα αδιαχείριστο αίσθημα ιλίγγου (στο νου μου έρχεται εν συνόλω ο Μέλβιλ). Όταν κατορθώνω να γράψω για κάτι, το αίσθημα της υποαντιπροσώπευσης του βιβλίου και του θέματος είναι τόσο συχνό που, απλώς, πρέπει να σφίξω τα δόντια και να πω, «τόσο μπόρεσες· μακάρι να αρκεί και τόσο».

 

Γράφοντας με την ψυχή σου

Αυτός είναι ο ένας απ’ τους δύο λόγους που γράφω για το βιβλίο της Άκερμαν. Προτάσεις όπως αυτές, που συναντάς στις πρώτες κιόλας σελίδες:

Με μεγάλη δυσαρέσκεια διαβάζω από την αρχή όσα έχω γράψει. Αλλά τι να κάνω, τώρα τα έγραψα. Τα έχω μπροστά μου. Σκέφτομαι ότι, άμα τα ξαναδουλέψω, μπορεί να με δυσαρεστούν λιγότερο. Τους μήνες κατά τους οποίους δεν έκανα απολύτως τίποτα, έλεγα όλη την ώρα ότι θα ξαναξεκινούσα να γράφω, ή έστω ότι θα τα έπιανα αποκεί που τα άφησα και ότι όλα θα πήγαιναν καλά.[3]

Το πρόβλημα της γραφής που σε κάνει να φτύνεις αίμα·[4] το πρόβλημα που ακολουθεί αυτό το πρόβλημα είναι πως αυτή η συνθήκη δεν κομίζει καμία εγγύηση ουσίας ή βάθους της γραφής. Αναπνέεις την αβεβαιότητα, και το θέμα σού δημιουργεί την αίσθηση πως διαφεύγει από τα δάχτυλά σου διαρκώς, σαν τρεχούμενο νερό. Ή μια αίσθηση πως ο ουρανίσκος σου αναγνωρίζει, μετά από χρόνια δοκιμών, τη γεύση του δηλητηρίου, χωρίς ποτέ να μπορείς να ’σαι σίγουρος πως θα γνωρίσει και τη γεύση του αντίδοτου.

Φυσικά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να γράφουμε ούτε για θέματα που μάς καίνε ούτε να βάζουμε όλο μας το είναι σε όσα κάνουμε (απλώς η διαφορά μεταξύ όσων αποφεύγουν αυτά τα θέματα και όσων σπάνε τα μούτρα τους αναμετρώμενοι με αυτά θα ’ναι πάντα διακριτή). Αλλά έβαλε ποτέ κανείς συνειδητά όλο του το είναι σε κάτι; Η αίσθηση είναι ότι αφήνεις ίχνη:

Είναι προφανές από τις ταινίες σου ότι βάζεις μέσα τους όλο σου το είναι, κάποιος μου είπε. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει αυτό, γιατί νόμιζα ότι δεν γνώριζα ούτε ένα μικρό κομματάκι του εαυτού μου, πόσο μάλλον ολόκληρο τον εαυτό μου. Και κάθε φορά που τελείωνα μια ταινία, ένιωθα ότι άφηνα μόνο ένα μικρό ίχνος. Το είχα ανάγκη να αφήνω ένα ίχνος, πραγματικά το χρειαζόμουν.[5]

Τότε λοιπόν γιατί αυτή η αίσθηση της αποξήρανσης, του αδειάσματος, της «ναυτίας»;[6] Γιατί στην πραγματικότητα, συνειδητά ή μη, ηθελημένα ή άθελα, εγχέεις πράγματι όλο σου το είναι σε αυτά που κάνεις με την ψυχή σου. Τα ίχνη –όσο κοινότοπο κι αν είναι– είναι μορφοκλάσματα: εν σπέρματι, όλος ο κόσμος (σου) είναι εκεί – εντός του. Φυσικά αυτό είναι κάτι ελάχιστα εντοπίσιμο ή παραδεκτό απ’ αυτόν που κάνει κάτι – γιατί το θέμα τον καίει τόσο που, σχεδόν αναπόφευκτα, θα δει το (όποιο) έργο του ως φτωχό. Αυτή είναι η περίπτωση της, διττής σημασίας, άμυνας της Άκερμαν: κοιτώντας αυτό που έκανε της φαίνεται τόσο φτωχό που δεν μπορεί παρά να ’ναι ένα απλό ίχνος· όντας ένα απλό, φτωχό ίχνος, δεν υπάρχει περίπτωση να ενέχει όλο της το είναι. Και έτσι, στην απόγνωση της θέας του φτωχού ίχνους, προστίθεται η παρηγοριά τού «είναι απλώς ένα ίχνος· όταν κατορθώσω να εκφράσω κάτι περισσότερο από ίχνη, αυτό δεν θα ‘ναι τόσο απελπιστικά φτωχό»: «Και ναι και όχι. Μάλλον ναι, έπρεπε κάπως να αμυνθώ κι εγώ. Σε αυτό καταλήγω τώρα τουλάχιστον. Προσπαθώ να δικαιολογήσω τον εαυτό μου».[7] Εν πάση περιπτώσει, η γραφή είναι κάτι αναγκαίο:

Θέλω να καταγράφω ό,τι συμβαίνει. Γιατί έτσι νιώθω λες και είμαι άνθρωπος που έχει κάτι να κάνει, ακόμα και όταν δεν συμβαίνει τίποτα […]. Το μόνο πράγμα που μπορεί να με σώσει είναι το γράψιμο. Και ακόμα και τότε. Ακόμα και όταν γράφω έχει να κάνει με εκείνη, οπότε το γράψιμο δεν μου δίνει την ελευθερία που μπορεί να φαντάζονται οι άνθρωποι που δεν γράφουν. Όχι, δεν είναι ελευθερία. Όχι στ’ αλήθεια.[8]

Ο δεύτερος λόγος λοιπόν (το ίδιο το θέμα) απαιτεί μια ιστορική παρέκκλιση. Μιθριδατισμός: δοκίμασε τα δηλητήρια για ν’ αποκτήσεις ανοσία. Αλλά γιατί να δοκιμάσεις τα δηλητήρια; Κάποια μέρα, ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ξύπνησε στη Σινώπη κάθιδρος, παρανοϊκός και συνωμοσιολόγος: ήταν βέβαιος πως θα τον δηλητηριάσουν. Άρχισε λοιπόν να δημιουργεί ανοσία στον εαυτό του καταναλώνοντας σταθερά μικρές ποσότητες δηλητηρίων – εξασφαλίζοντας έτσι πως καμία απόπειρα δολοφονίας με δηλητήριο δεν θα πετύχαινε. Έτσι έγινε πράγματι; Όχι ακριβώς. Ο μιθριδατισμός έγινε έτσι ακριβώς (τόσο που ο μύθος λέει πως, στο τέλος, προσπάθησε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο και δεν τα κατάφερε). Αλλά δεν ξέρουμε καθόλου αν ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ξύπνησε κάποια μέρα κάθιδρος, δεν ξέρουμε τίποτα για τη στιγμή-τομή που αποφασίζει πως αυτό πρέπει να κάνει· αυτό που ξέρουμε είναι πως είδε, στα δώδεκα ή στα δεκατέσσερά του, τον πατέρα του να πέφτει δολοφονημένος από δηλητήριο. Και αυτό έφτανε και περίσσευε για να μείνει στην ιστορία με αυτήν την πρακτική του. Ένας αρχέγονος φόβος του αναπόφευκτου συνδεδεμένος με τον γονέα, αυτή είναι η δική μου απάντηση στο γιατί να δοκιμάσεις τα δηλητήρια. Γιατί το βιβλίο της Άκερμαν με δηλητηρίασε επανειλημμένα· παίρνοντάς το αυτό προσδοκούσα και αυτό επεδίωκα. Γιατί οφείλω να σκεφτώ τη ζωή μου, όχι μόνο να τη ζήσω αλλά και να τη σκεφτώ (στην πραγματικότητα τα δύο είναι αξεχώριστα) με και χωρίς την πιο κομβική σχέση της ζωής μου. Και μάλιστα πριν, και όχι μετά.

 

Η μητέρα της

Ξεκίνησα σχεδόν άναρχα – το μαζεύω: το βιβλίο είναι ακατάτακτο. Φυσικά μπορεί να παραλληλιστεί με το Ημερολόγιο πένθους του Μπαρτ, με τις σελίδες του Προυστ για το θάνατο της γιαγιάς (που ’ναι η μαμά, αλλά δεν μπορεί να γράψει «μαμά»: στα χρόνια που μεσολαβούν μεταξύ του Εναντίον του Σαιν-Μπεβ και του Αναζητώντας… οι σκηνές που αφορούν τη μαμά ξαναγράφονται, λέξη προς λέξη, για τη γιαγιά – γιατί η μαμά έχει πεθάνει και (μάλλον) ο μόνος τρόπος διαχείρισης είναι αυτή η μετωνυμία· έτσι είναι μερικοί άνθρωποι, έτσι είναι μερικές σχέσεις και «έτσι είναι μερικές λέξεις και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις γι’ αυτό. Σου δένουν έναν κόμπο στον λαιμό. Ξέρω την αίσθηση και δυστυχώς δεν είναι καθόλου ωραία, ακριβώς το αντίθετο»),[9] ακόμα και την κατάσταση του Μπόρχες την περίοδο των Διαλόγων με τον Σάμπατο[10] ή το βιβλίο της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ.[11] Αλλά ο κάθε παραλληλισμός μού φαίνεται ανεπαρκής (και ας μπορεί να σταθεί δίπλα στους συγγραφείς που ανέφερα), γιατί το «ακατάτακτο» προκύπτει από το ότι το βιβλίο της Άκερμαν είναι ένας κόσμος, στην πληρότητα του πλεονάσματος και του ελλείμματός του.

Το εξηγώ: το βιβλίο έχει –προφανές– κεντρικό θέμα, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτό. Παράλληλα με το να λογαριάζεται με την κατάπτωση και τον επερχόμενο θάνατο της μητέρας, υπάρχει ένας –επίπονος αλλά αναπόφευκτος και αναγκαίος– χωρισμός στη ζωή της Άκερμαν, που καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου· υπάρχουν οι μνήμες από περασμένες σχέσεις, φιλίες, ξαδέρφια, θείες, η αλληλεπίδραση με όλους αυτούς, οι ανασκοπήσεις, οι αποτιμήσεις, οι εσωτερικοί μονόλογοι. Όλα είναι εμβόλιμα· σαν την αλληλοδιαδοχή των καθημερινών σκέψεων. Και όλα αυτά συνιστούν το πλεόνασμα του βιβλίου: το ύφος της Άκερμαν είναι ενός ενήλικου, απομαγεμένου ανθρώπου που θυμάται, προσπαθεί να ξεχνά, πονά, γελάει, ξεκαρδίζεται.[12] Η σύνδεση με τη μητέρα παραμένει άρρηκτη (γι’ αυτό και τα πάντα είναι εμβόλιμα) – μια μητέρα επιζήσασα που, επίσης, αποτιμά και θυμάται· και πολύ συχνά ξεχνά επειδή πρέπει και χρειάζεται να ξεχάσει.[13] Ξεχνάει πράγματι; «Η μητέρα μου ποτέ δεν ξεχνάει τίποτα, αλλά με ποιο τίμημα, τώρα ξέρω το τίμημα που έχει πληρώσει για να μην ξεχνάει τίποτα. Αλλά είναι λίγο αργά πια για όλα αυτά».[14] Ακόμα και οι γλώσσες, ζωντανές ή απονεκρωμένες, συνδέουν μητέρα και κόρη.[15]

Την ίδια στιγμή, υπάρχει το έλλειμμα: είναι οντολογικό –είναι η αίσθηση της μη αποδοχής από τη μητέρα της (σε κάποια σημεία και από τον νεκρό πατέρα της),[16] και μια αναζήτηση της αλήθειας,[17] ή μάλλον μιας αλήθειας επικοινωνημένης. Όπως σε κάθε σχέση πραγματικής αγάπης, δεν συναντάμε κανέναν ανέφελο ουρανό· η γραμμή του καρδιογραφήματος δεν είναι νεκρή και, άρα, δεν είναι ίσια.[18] Και είναι σε αυτά τα σημεία που γράφει: «Συνεχίζεις να με αποφεύγεις, είπε. Μιλάει επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους λέει τα πράγματα όπως είναι»,[19] και «όταν πλησίασα το κρεβάτι, άνοιξε το ένα μάτι. Ήταν ζωντανή. Ήταν ακόμη ζωντανή. Ήσουν επιθετική μαζί μου, είπε τότε. Δεν ξέρει τι λέει, μου είπε ο γαμπρός μου. Αλλά εγώ ήξερα ότι είχε δίκιο. Ήξερε πολύ καλά τι έλεγε. Και δεν είπε σ’ αγαπώ. Ήρθε επιτέλους αυτή η στιγμή. Ξέχασα όλες τις προηγούμενες φορές στις Βρυξέλλες. Τη σφαλιάρα, τα με αποφεύγεις, τα μου κάνεις περισσότερο κακό παρά καλό. Τις είχα ξεχάσει όλες αυτές τις στιγμές. Τις στιγμές που μου επέτρεπαν ξαφνικά να ανασάνω. Τις είχα ξεχάσει αλλά μετά τις θυμήθηκα και ήμουν χαρούμενη. Η μητέρα μου έλεγε αυτό που εννοούσε. Ήμουν τρομερά χαρούμενη. Αλλάζει και, αν βγει ζωντανή, δεν θα είναι πια ο ίδιος άνθρωπος· ίσως και εγώ το ίδιο, έλεγα από μέσα μου. Ίσως να αλλάξω και εγώ […]. Πρέπει να της έκανε καλό που μου είπε ήσουν επιθετική μαζί μου. Έμοιαζε να κοιμάται ήσυχη».[20]

Έτσι δεν εκπλήσσουν τα άλλα σημεία, που η γραφή της ενήλικης κόρης αντικαθίσταται, φυσικώ τω τρόπω, με τη γραφή και το ύφος ενός παιδιού: του παιδιού της Νατάλια, που είναι η Σαντάλ. Ίσως κάθε παιδιού, όταν καταφεύγει στην καθαρή γεγονικότητα, μπολιασμένη από διστακτικά και αμφίσημα αισθήματα –όπως όταν δοκιμάζεις τις λέξεις και, μαζί τους, αυτό που αισθάνεσαι: «Δεν την πείραζε καθόλου που ήταν γυμνή μπροστά μου, αλλά εμένα με πείραζε. Της άρεσε που την έκανα μπάνιο· εμένα καθόλου. Την έκανα μπάνιο και τελείωσε η υπόθεση. Δεν της είπα ότι αισθάνθηκα άβολα και είπα από μέσα ότι δεν θα έπρεπε να με είχε πειράξει. Δεν με πείραζε δα και τόσο πολύ. Όχι, κατά βάθος δεν με πείραζε ιδιαίτερα. Λιγάκι μόνο».[21] Η Άκερμαν κάνει έναν ανηλεή απολογισμό του εαυτού της: «Το παιδί γεννήθηκε γερασμένο και ως εκ τούτου το παιδί δεν ενηλικιώθηκε ποτέ. Μεγάλωσε μες στον κόσμο των ενηλίκων σαν ένα γερασμένο παιδί και δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί. Το γερασμένο παιδί ήξερε ότι, αν η μητέρα του πέθαινε ποτέ, αυτό δεν θα είχε πουθενά αλλού να πάει. […] Το παιδί είναι εκείνη· το παιδί είμαι εγώ».[22]

Υπάρχει –και ίσως αυτό είναι πιο σπαρακτικό από τον επικείμενο θάνατο της μητέρας– περίσσευμα ενοχής. Και διαχέεται σε όλη τη ζωή της Άκερμαν:

Σήμερα η μητέρα μου ξύπνησε κλαίγοντας. Σπάραξε στο κλάμα. Σχεδόν κραύγαζε […] Το ξέρω ότι εγώ φταίω για αυτό το κλάμα. Βέβαια πάντα ένιωθα ότι έφταιγα για όλα, ακόμα και όταν σίγουρα δεν έφταιγα. Αλλά, αυτή τη φορά, έφταιγα. Δεν άντεχα να είμαι εκεί, και εκείνη μπορούσε να το αισθανθεί, ήξερε ότι κρυβόμουν και ότι την απέφευγα. Οπότε προσπάθησα να είμαι ευγενική και τρυφερή και αυτό κάπως την ηρέμησε […] Τη μητέρα μου την αγαπούσα τόσο πολύ όταν ήταν νέα. Τη νιότη της, την ομορφιά της, τα φορέματά της. […] Μετά δεν έβαζα γλώσσα μέσα μου· της έλεγε ό,τι μου ερχόταν […] Την αγαπούσα. Όμως και πάλι έτρωγα με το ζόρι. Και πάλι λερωνόμουν όλη την ώρα. Και πάλι έφευγα και περπατούσα με τις ώρες κατά μήκος της θάλασσας.[23]

Και από κει που δεν έβαζε γλώσσα μέσα της και της έλεγε ό,τι της ερχόταν, η Άκερμαν –πια μη-παιδί ενώ νιώθει πάντα απλώς το παιδί της Νατάλια, η όμορφη μητέρα της ένα μάτσο κόκαλα– πρέπει να λογαριαστεί με το γεγονός της βουβαμάρας, του ότι δεν ξέρει πια τι να της πει:

Δεν έχω να της πω τίποτα. Η μητέρα μου παραπονιέται. Μα πες μου τίποτα. Τι να σου πω; Ό,τι θες, πες μου με τι ασχολείσαι αυτή την περίοδο. Πες μου ό,τι σου ’ρχεται. Εντάξει, θα προσπαθήσω. Αλλά τίποτα, πραγματικά τίποτα, δεν μου έρχεται στο μυαλό, ή στα χείλη. Τη στεναχωρεί αυτό. Κι εμένα. Δεν μου έχει πάει καλά η μέρα. Θα περάσει. Ας μιλήσουμε. Μα πώς να γεμίσουμε τη σιωπή. Τι θες να σου πω. Οτιδήποτε, ό,τι και να μου πεις θα το βρω ενδιαφέρον.[24]

Έχουν απομείνει μόνο τα αμιγή γεγονότα της καθημερινότητας:

Την παίρνει ο ύπνος ανά πάσα στιγμή. Ξυπνάει. Τρώει λίγο. Υπάρχει. Σηκώνεται, τρώει, κάνει το μπάνιο της. Εδώ και κάποιες μέρες καταφέρνει να μπαίνει και να βγαίνει από την μπανιέρα μονή της. Τρώει. Ξαπλώνει στο καναπέ. Κοιμάται. Ξυπνάει. Μιλάει λίγο με τις δύο κόρες της, που είναι εκεί γι’ αυτή. Μιλάνε για όλα και για τίποτα. Περί ανέμων και υδάτων. Τι άλλο έχει μείνει να ειπωθεί;[25]

Το «γιατί» είναι προφανές· αλλά εφόσον η Άκερμαν το λέει, αξίζει να ειπωθεί:

Κάθε πρωί αφού ξυπνήσω πάω και στέκομαι στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς της για να δω αν αναπνέει. Αναπνέει δυνατά και με δυσκολία, αλλά αναπνέει. […] Όλοι μάς λένε και μας ξαναλένε ότι η εγχείρηση δεν είναι τίποτα. Κι αν όμως δεν αντέξει αυτό το μάτσο κόκαλα, με τα λιγοστά μαλλιά, με τα θολά μάτια; Θα δούμε. Πάντα λέω θα δούμε. Λέω θα δούμε σκεπτόμενη ότι μπορεί να γίνει οτιδήποτε. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση δύο είναι τα τινά, η ζωή ή ο θάνατος. Και αν η ζωή φύγει, θα φύγει κι αυτή μαζί.[26]

Το θέμα λοιπόν αυτού του ιδιότυπου βιβλίου είναι βαρύ. Ε και; Θεωρώ αδύνατο να μη γελάσει ή και να μην ξεκαρδιστεί στα γέλια ο κάθε αναγνώστης στα σημεία που θα ακούσει αυτό που διαβάζει από μια αγαπημένη σε εκείνον φωνή:

Πάντα επαναλαμβάνει το ίδιο πράγμα και, όταν της λέω μου το ξαναείπες αυτό, θυμώνει. Δεν μπορώ να μιλήσω ούτε μες στο ίδιο μου το σπίτι, μου κόβεις τη φόρα με το που ανοίξω το στόμα μου […]. Πραγματικά με ξεγέλασαν αυτή τη φορά στο νοσοκομείο, λέει. Μου είπαν ότι θα είναι μια μικρή επέμβαση, τίποτα σοβαρό, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι πρόκειται για το αντίθετο, πόσα ν’ αντέξει η καημένη η καρδιά μου. Σταμάτα να ανησυχείς γι’ αυτό. Βαριαναστενάζει και λέει όχι. Μετά βογκάει πάλι, χωρίς να το καταλάβει. Βγαίνω από το δωμάτιο. Επιστρέφω και τη ρωτάω γιατί βογκάει. Ποιος βογκάει, μωρέ. Εγώ ποτέ δεν βογκάω. […] Πάει κι έρχεται όποτε του καπνίσει· ποτέ δεν μας λέει πού πηγαίνει. Το έχει περάσει για ξενοδοχείο το σπίτι. Αφού, ρε μαμά, δεν είναι πια παιδί […] Ξέρεις κάτι, η αδερφή σου με διατάζει μες στα μούτρα μου, λέει η μητέρα μου, δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω γιατί την πιάνουν τα νεύρα της. […] Βέβαια, την επόμενη μέρα δουλεύαμε, έπρεπε να πάμε για δουλειά. Ναι, μαμά, το ξέρω. Όλη τη ζωή μας δουλεύαμε πολύ σκληρά. Ναι, μαμά, το ξέρω εκεί ήμουν κι εγώ. […] Όλοι τρώνε με ευχαρίστηση, εκτός από τη μητέρα μου. Και, από το πουθενά, πετάει ένα σχόλιο για το πώς τρώω. Ο ανιψιός μου γελάει· της φέρεσαι σαν τετράχρονο, λέει και όλοι γελάνε. Δεν θέλω να γελάσω, αλλά το κάνω, απλώς και μόνο για να είμαι σαν όλους τους άλλους. Γιατί γελάς έτσι, σαν ηλίθια; λέει η μητέρα μου. Για μένα, το παιδί μου θα είναι για πάντα παιδί μου. Ναι, φυσικά, λέει ο ανιψιός μου, αλλά στη θεία μου φέρεσαι σαν να είναι παιδί που δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, γι’ αυτό κι εμείς γελάμε. Συνεχίστε λοιπόν, γελάστε μαζί μου, λέει η μητέρα μου. Γελάστε, δεν με νοιάζει. […] Ευτυχώς σου έφτιαξαν τα μαλλιά και σε βάψανε. Τουλάχιστον δεν γίναμε ρεζίλι. Πίνω μια γουλιά κρασί. Κοίτα μην το χύσεις έτσι όπως το κρατάς. Δεν θα το χύσω. Μετά δεν θα βγαίνουν οι λεκέδες. Το ξέρω. Αλλά μερικές φορές βγαίνουν.[27]

 

Το πριν και το μετά

Έγραψα παραπάνω: «Και μάλιστα πριν, και όχι μετά». Χρειάζεται να επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες μετά την περάτωση της ανάγνωσης για να καταλάβει δύο πράγματα: 1) το βιβλίο (όσο οξύμωρο και αν ακουστεί), είναι αισιόδοξο (ή μάλλον: μη απαισιόδοξο): «Την ακούω να γελάει. Γελάει με το παραμικρό. Κι όταν λέω με το παραμικρό, εννοώ με οτιδήποτε. Μερικές φορές γελάει με το που ξημερώνει. […] Και δεν ξέρω γιατί ή πώς, αλλά μ’ αφήνει να υπάρχω στον χώρο ακριβώς όπως είμαι. Η ακαταστασία μου δεν φαίνεται πια να την ενοχλεί. Είναι λες και δεν την παρατηρεί καν. Την αποδέχεται. Αποδέχεται εμένα την ίδια, όπως είμαι. Δεν ήταν πάντα έτσι, αφότου όμως ένιωσε τον θάνατο να πλησιάζει και κατάφερε να του ξεφύγει, άλλαξε. Αναγνωρίζει τι είναι σημαντικό και τι δεν είναι και με αποδέχεται γι’ αυτό που είμαι. Κάποιες φορές, μιλάει ακόμη για τη γέννησή μου και για το γάλα της που δεν έκανε για να με θηλάζει και για το πώς έβλεπε το παιδί της να εξασθενεί και για το πόσο τρομερό ήταν όλο αυτό. Μια μέρα, τελικά βρέθηκε ένα γάλα που έκανε για την περίπτωσή μου. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν δεν είχε βρεθεί. Γελάει. Μ’ αρέσει να την ακούω να γελάει. Κοιμάται πολύ, αλλά γελάει. Το διασκεδάζει. Μετά, αποκοιμιέται».[28] 2) Μάλλον το θέμα του βιβλίου είναι εντέλει απλώς αυτό: η κάθετη τομή μεταξύ ενός πριν και ενός μετά:

Απ’ όλα όσα έγραψα, δεν μου αρέσει τίποτα πια. Όλα αυτά ήταν πριν· πριν από το σπάσιμο του ώμου· πριν από την εγχείρηση καρδιάς· πριν από την πνευμονική εμβολή· πριν η αδερφή μου και ο σύζυγός της με πάρουν τηλέφωνο για να την αποχαιρετήσω (οριστικά). Πριν επιστρέψει μια για πάντα στο σπίτι της στις Βρυξέλλες.

Πριν γελάσει.

Πριν συνειδητοποιήσω ότι, κατά πάσα πιθανότητα, τα ’χω καταλάβει όλα από την ανάποδη.

Πριν συνειδητοποιήσω ότι αυτό που είχα στο μυαλό μου δεν ήταν παρά μια στρεβλή εικόνα, αποκύημα της φαντασίας μου. Μόνο γι’ αυτό ήμουν ικανή. Ούτε για την αλήθεια των πραγμάτων ούτε για ένα τόσο δα ίχνος της δικής μου αλήθειας.[29]

Και η ματαιοπονία της προετοιμασίας – που είναι (όπως η γραφή) αναγκαία (και είναι, επίσης, κληροδότημα της μαμάς):[30] «Αρχίζω να προετοιμάζομαι για τον θάνατό της. Πώς το κάνεις αυτό, ρώτησε κάποιος. Προσπαθώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνη. Και νομίζω ότι θα είναι μια χαρά. Όχι για εκείνη· για μένα. Ή το αντίστροφο. Μια τέτοια προετοιμασία φυσικά είναι αδύνατη, οπότε απλώς χάνω τον χρόνο μου […]. Και για άλλη μια φορά υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι πρέπει να προετοιμαστώ για τον θάνατό της. Δεν νομίζω ότι θα πεθάνει, αλλά εγώ πρέπει έτσι κι αλλιώς να προετοιμαστώ. Προσπαθώ να νιώσω αυτό που θα νιώσω όταν συμβεί. Δεν νιώθω τίποτα. Ίσως είμαι έτοιμη. Ίσως δεν νιώθω τίποτα επειδή δεν πιστεύω ότι θα συμβεί. […] Πρέπει να προετοιμαστώ, σκέφτηκα. Αλλά πώς να το κάνω. Πρέπει να προσπαθήσω να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνη. Αλλά δεν έχω καθόλου φαντασία. […] Προσπάθησα να αναπνεύσω με τη μέθοδο που είχα μάθει για τις φορές που με έπιανε άγχος. Αλλά δεν ήμουν αγχωμένη. Όχι. Απλώς προσπαθούσα να προετοιμαστώ για τον θάνατο της μητέρας μου. […] Δεν ένιωθα τα πόδια μου καθώς περπατούσα».[31]

Όσο για το θέμα αυτού εδώ του κειμένου (που έφτασα στο τέλος και ακόμα δεν ξέρω πώς να το βαφτίσω), είναι μάλλον εξίσου απλό: σε ένα ντουλάπι πάνω από την κουζίνα υπάρχει ένα κουτί από φιλτράκια («–Κόψ’ το παιδί μου –Το ξέρω ρε μαμά»). Μέσα του υπάρχουν – ξέρετε αυτά τα χάρτινα μικρά ημερολόγια που χουν πίσω από την κάθε μέρα ποιηματάκια ή ρητά; Αυτά. Από την εποχή που σπούδαζα στα Γιάννενα θα υπάρχουν, όπου μένω, τέτοια ημερολόγια – απλούστατα γιατί τα αγοράζει και μου τα δίνει η μητέρα μου. Πριν κάποια χρόνια της την «είπα»: «–Δεν πατάς ποτέ, τι χάλια είναι αυτά; –Δεν θέλω να σ’ ενοχλώ παιδί μου». Άρχισα στην πλάκα, για να της την «πω» με αποδείξεις, να κρατάω τις ημέρες που ερχόταν. Έτυχε πίσω απ’ αυτό το ημερολόγιο να ’χει σοβαρά ρητά (συνήθως αυτά τα ημερολόγια έχουν άθλιες στιχουργίες) –παραδείγματα: «Οὐ γὰρ ἐκπέλει φρονεῖν μέγα ὅστις δοῦλός ἐστι τῶν πέλας»· «Ποιητὴν δ᾽ ἄρα Ἔρως διδάσκει, κἂν ἄμουσος ᾖ τὸ πρίν». Όταν μαζεύτηκαν πολλά –άρχισε να έρχεται πολύ πιο συχνά– ένα σχέδιο καταστρώθηκε μόνο του στο κεφάλι μου: θα γράψω ένα κείμενο που θα αξιοποιεί όλες τις φράσεις από τις μέρες που ήρθε σπίτι – αυτές και τίποτα άλλο. Δεν ήξερα το θέμα, αδιαφορούσα πλήρως για το θέμα του κειμένου. Όσο πιο γενικόλογο θα μπορούσε να ’ναι τόσο καλύτερο, καθώς όλη η ικανοποίηση του σχεδίου ήταν το κλείσιμο του ματιού στον εαυτό μου: «διαβάστε ό,τι θέλετε· το κείμενο είναι για τη μαμά, μιλάει για τη μαμά».

Δεν ξέρω φυσικά αν θα το υλοποιήσω ποτέ (ίσως το πλησιέστερο σε υλοποίηση είναι αυτό το κείμενο, τώρα). Ξέρω πως αυτό που επαναλαμβάνω καθημερινά στον εαυτό μου εδώ και χρόνια είναι «Γράψε για τη μαμά όσο ζει, όσο είναι υγιής, όσο ζείτε μαζί στον ίδιο κόσμο. Κράτα τον υγιή ιστό, ανάμεσα σε σάπιους αλλά και κομμένους ιστούς,[32] καθώς ο κόσμος γίνεται αβαρής (ή εσύ χάνεις το βάρος σου εντός του). Κράτα τον και δέσ’ τον, κάρφωσέ τον στο χώμα, για να ριζώσεις μαζί του σε αυτόν τον κόσμο και να μάθεις να ζεις… για μετά». Για μετά; «Μετά, όταν δεν θα ναι πια μαζί μας. […] Οπότε τι θα με συνδέει με τη ζωή μετά;»[33]

Αυτό το κείμενο (ελπίζω) θα με συνδέει με τη ζωή μετά. Ξέρω πως με ριζώνει στη ζωή τώρα.

Akerman 2012

Η Σαντάλ Άκερμαν το 2012.

Mario De Munck



[1] Το πρόβλημα αυτού του κείμενου είναι πως δεν ξέρω πού «ανήκει», πού να το κατατάξω: στη βιβλιοκριτική; Στη βιβλιοπαρουσίαση; Έχει σίγουρα κυρίως τέτοια στοιχεία –αλλά μέρος του (γιατί δεν μπορώ να γράψω αλλιώς, και ακόμα περισσότερο όσον αφορά αυτό το θέμα) είναι μάλλον δοκίμιο. Γι’ αυτό το ονομάζω «Ένα κείμενο», και αφήνω στον αναγνώστη την κρίση τού τι είναι, πού εντάσσεται.

[2] Έπαινος αξίζει και στη μεταφράστρια Μυρτώ Ταπεινού –ιδίως αν παραβάλλει κανείς το πρωτότυπο (Ma mère rit, Mercure de France, 2013)–, καθώς κατόρθωσε να αποδώσει τις λεπτοφυείς άρσεις και πτώσεις ενός φαινομενικά απλού ύφους· αλλά ο πλούτος αυτού του ύφους είναι ακριβώς αυτή η (δυσκολοκατάκτητη) απλότητα.

[3] Chantal Akerman, Η μητέρα μου γελάει, μτφρ Μυρτώ Ταπεινού, επίμετρο Εύα Στεφανή, Πλήθος, 2025, σ. 15. Πρβλ σ. 30: «Θα τα βγάλω πέρα μόνο αν γράφω».

[4] «Δεν ξέρω γιατί με απασχολεί τόσο πολύ το αίμα μου. Η απάντηση προέρχεται από ένα σκοτεινό μέρος το οποίο δεν θέλω να εξερευνήσω. Ξέρω ότι, αν το έκανα, θα μάθαινα κάτι για τον εαυτό μου που δεν θα μου άρεσε, οπότε προτιμώ να το αφήνω στο σκοτάδι. Κάποιες φορές είναι καλύτερο τα πράγματα να μένουν στο σκοτάδι». Ό.π., σ. 43.

[5] Ό.π., σ. 115. Παρακάτω: «Μου άρεσε να γυρίζω ταινίες, κάθε φορά όμως που άκουγα να μιλάνε για μένα χρησιμοποιώντας ολόκληρο το όνομά μου, ήξερα ότι μιλάνε για κάποια που δεν έχει αφήσει απλώς κάποιο ίχνος, αλλά κάποια που έχει δημιουργήσει κάτι σαν ένα σώμα δουλειάς. Και δεν ήθελα να τους φέρω αντίρρηση. Όχι, σίγουρα όχι. Δεν ήθελα να τους πω ότι υπήρχαν μόνο ίχνη, οπότε δεν τους έλεγα τίποτα απολύτως». Πρβλ. και σ. 248: «Πρέπει να συνεχίσεις, μου είπε μια τύπισσα. Θα συνεχίσεις, έτσι δεν είναι; Εννοούσε αν θα συνέχιζα να κάνω ταινίες. Απάντησα σχεδόν αυτόματα ναι, φυσικά. Και μετά γύρισα απ’ την άλλη. Γιατί πρέπει δηλαδή να συνεχίσω; Γιατί της απάντησα τόσο γρήγορα ναι, φυσικά; Χωρίς λόγο. Μετά ξανάπεσα πάνω σε εκείνη την τύπισσα και ξαφνικά εκείνη άρπαξε το μπράτσο μου πολύ σφιχτά και σκέφτηκα α, ωραία, τώρα βρήκε άλλον τρόπο να μου πει να συνεχίσω».

[6] Το αίσθημα της ναυτίας διατρέχει όλο το βιβλίο – δες χαρακτηριστικά σ. 45-46, 148, 197-198, 201.

[7] Ό.π., σ. 177.

[8] Ό.π., σ. 39 και 46-47.

[9] Ό.π., σ. 71.

[10] Οι Διάλογοι (καταγραφή: Ορλάντο Μπαρόνε, μτφρ.-σημειώσεις: Δήμητρα Παπαβασιλείου, Printa, 2010) είναι οι συναντήσεις-συνομιλίες των Μπόρχες και Σάμπατο το διάστημα 14 Δεκεμβρίου 1974 –15 Μαρτίου 1975, έπειτα από μια μακρά περίοδο αποξένωσης που ’χε διακόψει τη φιλία τους. Το απόσπασμα στο οποίο αναφέρομαι είναι το εξής (σελ. 206): «Έχω μια προσωπική ιστορία που θα ήθελα να διηγηθώ, παρ’ ότι δεν έχει άμεση σχέση με όσα συζητάμε […]. Έχει να κάνει με τη μητέρα μου, που είναι ετοιμοθάνατη… Τις προάλλες μου είπε κάτι που δεν είναι βέβαια διασκεδαστικό, αλλά προκαλεί εντύπωση, δεδομένου ότι ειπώθηκε από μια γυναίκα κατάκοιτη, σχεδόν παράλυτη, η οποία έχει ζητήσει από το Θεό, ως ύστατη χάρη, να της επιτρέψει να κουνήσει λίγο το δεξί της χέρι. Μου είπε, λοιπόν, ενώ καθόμουν δίπλα στο προσκεφάλι της: “Εγώ είμαι πολύ γριά. Αλλά ο Θεός είναι ακόμα πιο γέρος, και είναι φυσικό να ξεχνάει. Όταν μου έδωσε το εισιτήριο του πηγαιμού, ξέχασε να μου δώσει κι εκείνο του γυρισμού. Κι έτσι βρίσκομαι ακόμη εδώ, στα ενενήντα οχτώ μου χρόνια”».

[11] Σιμόν Ντε Μποβουάρ, Ένας πολύ γλυκός θάνατος, μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, Μεταίχμιο, 2009. Αυτό το βιβλίο έχει τεράστια σημασία για μένα, καθώς είναι το βιβλίο που διάβαζε η μητέρα μου όταν έχασε τη μητέρα της.

[12] «Την ανάγκη να γελάσω μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή. Όπως γελάει κανείς ενώ ένα ηφαίστειο εκρήγνυται […]. Αλλά το γέλιο μου δεν κράτησε πολύ. Ήδη την επόμενη μέρα το γέλιο μου κόπηκε μαχαίρι». Ό.π., σ. 152-153.

[13] Δες το μονόλογο της μητέρας για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σ. 34-37. Πρβλ. σ. 109-110, την αποτίμηση της Άκερμαν για τις ιστορίες με τους επιζώντες. Επίσης  σ. 99: «Τον σκέφτεσαι ακόμα καμιά φορά τον ξάδερφό σου; Ναι, αλλά απειροελάχιστα. Αλλιώς θα αρχίσω να τους σκέφτομαι όλους. Ξέρεις, εκεί, στην Πολωνία […]» κ.λπ.· και  σ. 232: «[…] αχ, οι κόρες μου, οι κόρες μου έχουν τα πάντα. Ενώ εγώ τι είχα, μόνο τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ήταν η πρώτη φορά που το είπε αυτό. Άλλες φορές έλεγε απλώς ότι είναι χαρούμενη και ότι όλα πάνε θαυμάσια, αλλά τώρα ξαφνικά αυτό. Αυτή τη φορά λέει την αλήθεια, σκέφτηκα, όχι την αλήθεια, αλλά τη δική της αλήθεια, μια αλήθεια φριχτή. Αλλά καλύτερα που την είπε, για μένα τουλάχιστον, μάλλον και για την ίδια. Και δεν την κατηγόρησα ποτέ γι’ αυτό. Καθόλου. Καλύτερα που μίλησε έτσι, παρ’ όλο που μου έκοψε τη λαλιά, μα τι να της απαντούσα».

[14] Ό.π., σ. 234.

[15] «Όχι, δεν τα θυμάμαι πια τα πολωνικά, έλεγε από το πουθενά. Χωρίς να την έχει ρωτήσει κανείς. Απλώς πέρασε από το μυαλό της, οπότε το είπε και δυνατά. Δεν ξέρω γιατί. Ωστόσο, μερικές φορές πράγματι τη ρωτούσαν. Τύχαινε πού και πού να τη ρωτήσουν. Μερικές φορές τη ρωτάνε οι γυναίκες που τη βοηθάνε, που ξέρουν ότι είναι από την Πολωνία ή κι άλλοι άνθρωποι που τους το έχει πει και το θυμούνται. Αλλά κανένας από την υπόλοιπη οικογένεια που ήρθε μαζί της από την Πολωνία δεν είναι πια ζωντανός. Όλοι πέθαναν από τη μία ή την άλλη ασθένεια, οπότε δεν έχει κάποιον να μιλήσει πολωνικά μαζί του. Κι έτσι δεν τα θυμάται πια. Ξέχασε πώς να τα μιλάει. Ούτε τα βασικά. Εκτός από μερικές λέξεις, τουλάχιστον έτσι λέει η ίδια. Ξέρω ότι θα μπορούσε να θυμηθεί περισσότερες, αλλά για κάποιον λόγο απαντάει απλώς όχι, δεν θυμάμαι τίποτα πλέον». Ό.π., σ. 66-67. Αμέσως μετά (σ. 67-68) η Άκερμαν: δεν μπορεί να μιλήσει πολωνικά, ρωσικά, εβραϊκά· μπορεί αλλά «Χρειάστηκε να αρρωστήσω πρώτα. Όταν είμαι άρρωστη μπορώ να μιλήσω κάθε γλώσσα, ειδικά αυτές που έχω ξεχάσει όπως τα εβραϊκά. Οι γλώσσες επανέρχονται στη μνήμη μου και μπορώ να τις διαβάσω σαν να μην τις είχα ξεχάσει ποτέ. Αρχίζω με το παραμικρό να μουρμουρίζω στα εβραϊκά. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος».

[16] Δες ό.π., σ. 31-33, όταν ο πατέρας την πιέζει να παντρευτεί «για να ’χει κάποιον να τη φροντίζει όταν αρρωστήσει», και σ. 69-71, όταν αποκαλεί τη Σαντάλ σε συνομιλία με την αδερφή του «από άλλο είδος ή απροσάρμοστη».

[17] Το πρόβλημα της αλήθειας είναι κομβικό για την Άκερμαν: «Κάποιες φορές είναι καλύτερο τα πράγματα να μένουν στο σκοτάδι. Άλλες φορές κάτι με ωθεί να αναζητήσω μια αλήθεια, αλλά ποια. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σε βιβλία ή ταινίες, μπορεί να το αισθανθείς όταν υπάρχει μια αλήθεια μέσα τους. Ακόμα και όταν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις· ειδικά όταν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις. Όταν υπάρχει μια αλήθεια που είναι δύσκολο να την εντοπίσεις, ενώ ξέρεις ότι υπάρχει κάπου εκεί μέσα, κάτι συμβαίνει υποδόρια, αργά, μερικές φορές πολύ αργά, και ξαφνικά, όταν πια δεν το σκέφτεσαι καν, αυτή η αλήθεια έρχεται στο φως και είναι μια φοβερή στιγμή, δεν είναι κάτι σύνηθες και είναι ωραίο, είναι τόσο ωραίο ξαφνικά να σε κυριεύει ένα αίσθημα ελαφρότητας και ηρεμίας». Ό.π., σ. 43-44.

[18] Ο Κρις Κορνέλ στο Switch Opens: «Nothing is when everything is all right».

[19] Ό.π., σ. 56-57.

[20] Ό.π., σ. 92-93. Πρβλ. πάμπολλα σημεία, ενδεικτικά: σ. 57-58, επίσκεψη στο νοσοκομείο μετά το χειρουργείο: «δεν μπορώ να σε βλέπω με αυτό το λερωμένο πουκάμισο, θα σου χώσω σφαλιάρα. Έφερε το χέρι της δίπλα στο πρόσωπό μου λες και όντως θα με χτυπούσε. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι αυτό το μίσος πρέπει να έβραζε χρόνια μέσα της. Ότι αυτός είναι ο λόγος για όλα τα φιλιά που έδινε και απαιτούσε να πάρει πίσω. Ότι την ντροπιάζω. Τα ατημέλητα ρούχα μου και τα αχτένιστα μαλλιά μου πάντα την ενοχλούσαν, την πλήγωναν. Πήγαιναν υπερβολικά ενάντια σε ό,τι την καθησύχαζε. Ένας ατσαλάκωτος κόσμος. Μια πολύ γαλήνια ζωή χωρίς ασιδέρωτα πουκάμισα και δυσάρεστες εκπλήξεις. […] Την ενοχλούσα και επιτέλους το παραδέχτηκε. […] Δεν αντέχω να βλέπω άλλο αυτά τα παπούτσια, έλεγε κάθε φορά που έφτανα στο διαμέρισμά της φορώντας κάποιο πολυκαιρισμένο ζευγάρι. Ή εκείνο το πανωφόρι. Όπως τότε στο εστιατόριο που, όταν βούτηξα το δάχτυλό μου μες στη σάλτσα, νόμιζα ότι θα εκραγεί. Άσε με ήσυχη, είπα. Όχι, δεν θα σε αφήσω ήσυχη»· σ. 104, «Στον γάμο […] άναψα ένα τσιγάρο και η μητέρα μου άρχισε να φωνάζει σβήσ’ το, και τότε άρχισα κι εγώ να φωνάζω δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω· πήγα να καπνίσω πιο πέρα. Όμως αυτό της έμεινε της μητέρας μου. Γι’ αυτό μου είπε ήσουν επιθετική μαζί μου· αυτό μου είπε με το που με αναγνώρισε στο υποφωτισμένο δωμάτιο του νοσοκομείου»· και αποκορύφωμα σ. 231, «αφότου ξαναμπήκε στο νοσοκομείο και αφότου ξαναβγήκε από το νοσοκομείο και όταν μιλούσαμε μέσω Skype από τη Νέα Υόρκη, φαινόταν λες και δεν με αναγνώριζε πια, οπότε της φώναξα μαμά, εγώ είμαι, ρε μαμά, αλλά δεν με κοιτούσε στα μάτια και φαινόταν να μη με αναγνωρίζει καν. Μπορεί κατά βάθος να μη με αναγνώρισε ποτέ γι’ αυτό που είμαι, μονολόγησα. Εμένα μου φαίνεται πιο αληθινή όταν δεν με αναγνωρίζει παρά όταν φωνάζει λόγια αγάπης. Σε αυτές τις στιγμές κρύβεται η αληθινή μητέρα μου, σκέφτηκα. Κάποια στιγμή αργότερα, μου είπε ότι δεν με έβλεπε επειδή η όρασή της είχε γίνει θολή».

[21] Ό.π., σ. 19. Πρβλ. και σ. 17-18, 20-23, 25-26. Αξίζει να παραβάλει κανείς δύο βιβλία –μεταξύ πολλών άλλων– που σκιαγραφούν ανάγλυφα αυτό που περιγράφω εν τάχει πάνω (τη δοκιμή των λέξεων ως ψηλάφηση αναγνώρισης των αισθημάτων): το ένα είναι βέβαια το κλασικό Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και Μέσα από τον καθρέφτη του Lewis Carroll, μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη, Printa, 2009 (ιδίως τη στιχομυθία με τον Χάμπτι Ντάμπτι, σ. 247-263)· το άλλο είναι από την Παυλίνα Παμπούδη, Ο Σιγανός που μιλάει με τα πράγματα, Ροές, 2012.

[22] Ό.π., σ. 29.

[23] Ό.π., σ. 54-55 και 61. Όσα αναφέρει η Άκερμαν βασίζονται στα εξής λόγια της μητέρας της (σ. 99-100): «Γι’ αυτόν μάλλον ο πατέρας σου ήθελε και τρίτο παιδί. Αλλά δεν δέχτηκα. Είχα δύο κόρες και αυτό μου αρκούσε, ειδικά αφού εσύ με τάραζες συνέχεια. Εννοείται πως ήσουν ένα αξιαγάπητο κοριτσάκι, ομορφούλικο με τα μπλε σου μάτια […]. Αλλά όχι να κάναμε και τρίτο παιδί. Ήταν φρικτή διαδικασία η γέννα, και η περίοδος που την ακολούθησε ήταν επίσης πολύ δύσκολη, αφού αρνιόσουν να φας και έκλαιγες όλη τη νύχτα από τους εφιάλτες που έβλεπες. […] Τη μέρα φυσικά και δεν έβλεπες όνειρα, αντί γι’ αυτό έτρεχες αποδώ και αποκεί, ειδικά όταν ήταν ώρα για φαγητό. Δεν θέλω να φάω για να μη μου κάτσει στον λαιμό, έλεγες. Το μόνο πράγμα που έτρωγες, κάποιες φορές βέβαια ούτε αυτό, ήταν μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα και κεφτεδάκια. Και πασαλειβόσουν ολόκληρη, οπότε μετά έπρεπε να σου αλλάξω ρούχα. Η αδερφή σου δεν είχε κανένα πρόβλημα με το φαγητό, αν και πάντα έτρωγε πολύ αργά».

[24] Ό.π., σ. 227, οπότε φτιάχνουν λίστες. Λίστα και στις σελ. 76-77: «Ένα σακί πατάτες, λευκό τυρί, βούτυρο […]. Φρούτα, αλλά τα φρούτα δεν έχουν καμία γεύση πια. Και λευκό τυρί. Το είπες αυτό. Ναι, αλλά χρειάζομαι λευκό τυρί και μαύρο ψωμί κομμένο σε φέτες. Βάζω λευκό τυρί στη φρυγανιά μου με λίγο αλατοπίπερο και αυτό με κρατάει όλο το απόγευμα. Και το πρωί, όμως τότε προσθέτω και λίγη μαρμελάδα. Ναι, τα ξέρω ήδη όλα αυτά […] Μπαίνει μέσα. Φωνάζει το όνομά μου. Ναι, πες μου. Ξεχάσαμε να γράψουμε κάτι στη λίστα, πρόσθεσέ το, σε παρακαλώ. Δεν θυμάμαι τι. Το ξέχασα ήδη. Έτοιμα κομμένα λαχανικά για τη σούπα, λέω μηχανικά. Ναι, αυτό είναι. Θέλω τη σούπα μου για μεσημεριανό. Ναι. Τώρα έχασα τον ειρμό μου. Και τον χρειάζομαι για να γράψω».

[25] Ό.π., σ. 25-26. Σε κάποιο σημείο (σ. 135), η Άκερμαν κάνει την εξής οξυδερκή παρατήρηση: «Ένα πρωί, μου μιλούσε για πολλή ώρα. Και της απαντούσα, αν και δεν θυμάμαι τι. Κάποιες φορές δεν έχουν σημασία οι λέξεις που λέει. Το μόνο που έχει σημασία είναι η ανταπόκριση σε εκείνο που δεν εκφράζεται. Οπότε της λέω αυτό που θέλει να ακούσει».

[26] Ό.π., σ. 79 και 27.

[27] Ό.π., σ. 73, 75-76, 116, 118, 137, 139, 142-143.

[28] Ό.π., σ. 10-11.

[29] Ό.π., σ. 9. Διατηρώ εδώ τη στοιχειοθεσία του βιβλίου.

[30] «Θέλω να είμαι έτοιμη. Θα ήταν το ίδιο αν έλεγε θέλω να είμαι προετοιμασμένη για οτιδήποτε και ειδικά για το χειρότερο δυνατό, γιατί πραγματικά είχε βιώσει το χειρότερο δυνατό, εκείνη όμως έλεγε απλώς θέλω να είμαι έτοιμη. Λες και δεν ξέρουμε. Από τα νεύρα μου της απαντούσα πάντα με φοβερή αγένεια αλλά νόμιζα ότι θα το έπαιρνε στην πλάκα, ξεχνώντας ότι η μητέρα μου δεν θα έπαιρνε ποτέ τέτοιες κουβέντες στην πλάκα. Το αντίθετο, μάλιστα. Κλονιζόταν από αυτό που έλεγε και το άγχος της γινόταν ακόμα μεγαλύτερο, οπότε κι εγώ μετά της πέταγα ένα κάνε ό,τι νομίζεις. Ο πατέρας μου δεν έλεγε τίποτα, έπαιζε τον ρόλο κάποιου που δεν προσέχει καν τι γίνεται και αυτό μάλλον ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει». Ό.π., σ. 233-234.

[31] Ό.π., σ. 75, 82, 145-146.

[32] Ό.π., σ. 110, 115, 171: «Και δεν επρόκειτο για κάποιο σκίσιμο στους ιστούς του σώματός μου που κάποια στιγμή θα επουλωνόταν· ήταν οι ίδιοι οι ιστοί μου που είχαν υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό. […] Αλλά [οι ιστοί] μου εξακολουθούσαν να είναι σάπι[οι] […]. Εκείνες τις στιγμές σκεφτόμουν ότι τα πάντα μπορεί να φτιάξουν, μέχρι και οι σάπιοι ιστοί του σώματός μου. Οι ιστοί σου δεν είναι σάπιοι, είπε ξεσπώντας η αδερφή μου, απλώς είναι εύθραυστοι, αυτό μόνο».

[33] Ό.π., σ. 204 και σ. 30.

02 Σεπτεμβρίου 2026
Πάνω: Ο Κλοντ Λεφόρ (αριστερά) και ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Η κοινή θέση τους για τη γραφειοκρατική δομή και τον ολοκληρωτισμό της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησε στη δημιουργία της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialisme ou barbarie) που εξέδωσε και το ομώνυμο περιοδικό. Κάτω: O Πολ Ρικέρ (αριστερά) και ο Ζακ Ντεριντά. Είχαν βαθιές φιλοσοφικές διαφορές αλλά έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση ο ένας για τον άλλο. Ο Ρικέρ αναγνώριζε τη σημασία της αποδόμησης ως κριτικής δύναμης, ενώ ο Ντεριντά, σε ορισμένα ύστερα έργα του, πλησίασε ζητήματα που απασχολούσαν και τον Ρικέρ, όπως η ηθική, η ευθύνη και η συγχώρεση.

François Dosse, Φιλοσοφικές φιλίες, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Πόλις, Αθήνα 2025, 392 σελ.

Οι φιλίες των γάλλων φιλοσόφων και η κλιμάκωσή τους έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι σχέσεις καθρεφτίζονται στην παραγόμενη σκέψη και, ιδίως, στην πολιτική. Σε όλες τις φιλίες που αναφέρει στο σχετικό βιβλίο του ο Φρανσουά Ντος υπήρχε πάντα μια εγγύτητα που επιβεβαίωνε τη δύναμη του αισθήματος της φιλίας. Όμως, η δύναμη του δεσμού δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις.

Η φιλία είναι το θαύμα διά του οποίου μια ανθρώπινη ύπαρξη αποδέχεται να κοιτάζει από μακριά και χωρίς να πλησιάζει την άλλη ύπαρξη, που την έχει ανάγκη όπως την  τροφή. […] Δεν υπάρχει φιλία παρά μόνο εκεί όπου διατηρούμε και σεβόμαστε αυτήν την απόσταση.

Simon Weil

Οι Φιλοσοφικές φιλίες του Φρανσουά Ντος, με πρώτη γαλλική έκδοση το 2021, είναι μια πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συμβολή στην ιστορία της γαλλικής διανόησης του 20ού αιώνα. Ο Ντος, γνωστός για τις μελέτες του στην ιστορία των ιδεών και τις βιογραφίες σημαντικών στοχαστών του προηγούμενου αιώνα, όπως του Κορνήλιου Καστοριάδη, του Πωλ Ρικέρ, του Πιερ Νορά κ.ά., επιχειρεί να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή η  παραγωγή φιλοσοφικής σκέψης μέσα από σημαντικές φιλίες εμβληματικών διανοουμένων. Αντί να παρουσιάζει τη φιλοσοφία ως προϊόν της σκέψης μεμονωμένων ιδιοφυών ανθρώπων, προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση δίνοντας έμφαση στις διανοητικές σχέσεις και στις φιλίες μεταξύ φιλοσόφων. Η βασική υπόθεση του Ντος είναι ότι πολλές από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές ιδέες του 20ού αιώνα γεννήθηκαν μέσα από προσωπικές σχέσεις, συνεργασίες και συγκρούσεις μεταξύ διανοουμένων. Η φιλία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί απλώς έναν προσωπικό δεσμό αλλά μια ιδιαίτερη μορφή διανοητικής σχέσης που μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο δημιουργίας και μετασχηματισμού ιδεών. Μέσα από την ανάλυση επτά σημαντικών φιλοσοφικών σχέσεων, ο Ντος επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία των δικτύων διανοουμένων στη διαμόρφωση της σύγχρονης φιλοσοφίας. Το έργο εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο της ιστορίας των ιδεών και των διανοουμένων εξετάζοντας τις ιδέες όχι μόνο ως αφηρημένες θεωρίες αλλά και ως προϊόντα συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών συνθηκών.

Σαρτρ και Αρόν

Ξεκινώντας από μια πλατωνική παρουσίαση της έννοιας της φιλίας, ο Ντος βιογραφεί αρχικά τη σχέση δυο εμβληματικών φιλοσόφων, του Ζαν Πωλ Σαρτρ και του Ρεϊμόν Αρόν. Οι δύο τους υπήρξαν στενοί φίλοι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην École Normale Supérieure (ENS), αποτελώντας μαζί με τον πρόωρα χαμένο Πωλ Νιζάν μια τριάδα χαρισματικών νέων διανοουμένων. Παρά την αρχική φιλοσοφική τους σύμπλευση, οι πολιτικές τους θέσεις θα διαφοροποιηθούν σημαντικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σαρτρ θα στρατευθεί πολιτικά στον μαρξισμό υποστηρίζοντας ενεργά τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής, ενώ ο Αρόν, αν και αρχικά μέλος του SFIO1 και του κύκλου Ζαν Ζωρές, θα υιοθετήσει μια πιο φιλελεύθερη στάση ασκώντας αυστηρή κριτική στον σοβιετικό κομμουνισμό. Ο Αρόν είχε ήδη μυήσει τον Σαρτρ στον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ, απομακρύνοντάς τον από τον μπερξονισμό. Την επιρροή του Αρόν θα αναγνωρίσει με εντιμότητα ο Σαρτρ στην Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου.

Η εξέλιξη της σχέσης τους δείχνει πώς μια φιλοσοφική κοινή αρχή αλλά και στενή φιλία μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Οι διανοητικές μονομαχίες τους τροφοδοτούσαν τη φιλική συνενοχή τους, η οποία παρέμεινε ζωντανή παρά τις πολιτικές διαφορές τους.  Ο ένας, ο Αρόν, μεθοδικός με συστηματικές και συγκροτημένες απόψεις, ο άλλος ιδιοφυής και επινοητικός στο πεδίο των νέων ιδεών, βρέθηκαν πολλές φορές σε σύγκρουση πάνω σε θέματα πολιτικής στάσης στη μεταπολεμική Γαλλία. Η πορεία της ζωής τους μέχρι το τέλος του πολέμου, επίσης διαφορετική: ο Αρόν με ενεργή συμμετοχή στους Ελεύθερους Γάλλους του Ντε Γκωλ, και ο Σαρτρ με την «πολυθρόνα του προς την πλευρά της Ιστορίας»2 μεν, αλλά χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή στη γαλλική αντίσταση. Μετά τον Πόλεμο, ο Αρόν υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των Temps modernes, ενώ αποχώρησε έπειτα από τη σκληρή κριτική που άσκησε ο Σαρτρ στον γκωλικό Συναγερμό του Γαλλικού Λαού  (Rassemblement du Peuple Français, RPF) εξομοιώνοντάς τον με τον φασισμό. Ο Αρόν ήταν ήδη μέλος του RPF και συντάκτης της Figaro. Συμμεριζόμενος μαζί με τον Μαλρώ την πολιτική ανημποριά της Γαλλικής Δημοκρατίας και το πολιτικό της τέλμα, προσχώρησε στις αναλύσεις του Ντε Γκωλ, αν και δεν υπήρξε ποτέ πειθήνιος γκωλικός. Παρ’ όλα αυτά ο στρατηγός τον διόρισε στο 20μελές συμβούλιο του RPF ενώ, επιπλέον, προήδρευε στην Επιτροπή Μελετών του κινήματος. Η ρήξη των δύο φίλων θα είναι οριστική μετά από την ισοπεδωτική κριτική του Jean Pouillon (κατ’ ανάθεση του Σαρτρ) στους Temps modernes για το βιβλίο του Αρόν, Μεγάλο Σχίσμα (Grand Schisme).   

Με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, ο Αρόν, σε αντίθεση με την πλειονότητα των γάλλων διανοουμένων, θα προσχωρήσει στον Ατλαντισμό, θεωρώντας τις ΗΠΑ ως καίριο σύμμαχο για τα γαλλικά συμφέροντα. Ο Σαρτρ, από την πλευρά του, ριζοσπαστικοποιείται τασσόμενος με το σοβιετικό στρατόπεδο, ενώ το 1952 αρχίζει η συνοδοιπορία του με το ΚΚ Γαλλίας. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει τις γνωστές διακυμάνσεις πολλών γάλλων διανοουμένων, συνοδοιπόρων της κομμουνιστικής Αριστεράς: αρχικά άρνηση κριτικής για τις επεμβάσεις των Σοβιετικών στις σοσιαλιστικές δημοκρατίες έως περίπου το 1956 και την επέμβαση στην Ουγγαρία, στη συνέχεια ένταξη στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της ανεξαρτησίας της Αλγερίας κατά τον Αλγερινό-Γαλλικό Πόλεμο και, τέλος, απομάκρυνση από το σοβιετικό μοντέλο μετά την εισβολή στην Πράγα το 1968 και προσχώρηση στο μαοϊκό κίνημα. Όλο αυτό το διάστημα, ο Σαρτρ υπήρξε η επιτομή του στρατευμένου διανοούμενου της Αριστεράς, με μια συνεπή στάση συμμετοχής και ανεξάντλητης ενεργητικότητας σε όλα τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής.

Οι δύο φιλόσοφοι θα ταχθούν υπέρ  της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, από διαφορετική όμως σκοπιά ο καθένας: ο μεν Αρόν θεωρώντας οικονομικό άχθος για τη Γαλλική Δημοκρατία τη διατήρηση της Αλγερίας ως γαλλικό έδαφος, ο δε Σαρτρ, ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία, υποστηρίζοντας τη χειραφέτηση της Αλγερίας και τον τριτοκοσμισμό. Τον Μάιο του 1968, ο Σαρτρ θα βρεθεί στο δρόμο  αλληλέγγυος με τους φοιτητές, ενώ ο Αρόν στα κύρια άρθρα της Figaro θα χαρακτηρίσει την εξέγερση ως απόλυτη ετερότητα και «επέλαση των βαρβάρων». Οι δύο άνδρες θα ξανασυναντηθούν από την ίδια πλευρά το 1979, στη στήριξη του εγχειρήματος της Νήσου του Φωτός3 (L'Île de Lumière), κατά τη  διάσωση των προσφύγων της νοτιο-ανατολικής Ασίας (boat people), μετά την πτώση της Σαϊγκόν και το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ. Σε μια συγκινητική στιγμή, θα συναντηθούν στη συνέντευξη Τύπου για τη διάσωση των πρώτων προσφύγων, σφίγγοντας αμήχανα το χέρι ο ένας του άλλου, με τον Σαρτρ υποβασταζόμενο από τον Αντρέ Γκλυκσμάν και τον Αρόν αποκαλώντας τον παλιό του φίλο συντροφάκο (petit camarade). Όπως ανέφερε αργότερα ο Αρόν «ήταν ένας τρόπος να σβήσουμε τριάντα χρόνια και να ξαναγυρίσουμε μισό αιώνα πίσω». Μετά το θάνατο του Σαρτρ, ο Αρόν θα γράψει ένα φορτισμένο συναισθηματικά κείμενο στο περιοδικό LExpress αποχαιρετώντας τον παλιό του φίλο και σύντροφο. Ήταν η εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που την κράτησε κατά το ήμισυ. Η αρχική συμφωνία μεταξύ τους ήταν ότι όποιος ζούσε περισσότερο θα έγραφε τη νεκρολογία του άλλου στην Επετηρίδα των αποφοίτων της ENS. Αποτιμώντας εκ των υστέρων το έργο των δυο φιλοσόφων και τις ιδεολογικές τους συγκρούσεις, μπορούμε πλέον να πούμε, σχεδόν μετά βεβαιότητας, ποιος διέγνωσε καλύτερα την Ιστορία.

Σαρτρ και Μερλώ-Ποντύ

Η δεύτερη μεγάλη φιλία, αλλά και μακρόχρονη ιδεολογική συνοδοιπορία, που βιογραφεί ο Ντος, είναι αυτή του Σαρτρ με τον Μωρίς Μερλώ-Ποντύ. Οι δυο φιλόσοφοι συναντήθηκαν για πρώτη φορά ως φοιτητές στην École Normale το 1926 και κράτησαν στενή φιλική και ιδεολογική σχέση μέχρι τον πόλεμο της Κορέας. Ο Μερλώ-Ποντύ προερχόμενος από συντηρητική καθολική οικογένεια, θα έχει μια πορεία αριστείας στα εμβληματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Γαλλίας, θα διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Λυών και στη Σορβόννη, ενώ στη συνέχεια θα εκλεγεί στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1952). Ο Σαρτρ, αρνούμενος μετά την αποφοίτηση του από την ENS οποιαδήποτε σχέση με το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, θα αποτελέσει την πλέον εμβληματική φιγούρα της γαλλικής φιλοσοφίας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η συστράτευση στον μαρξισμό των δύο ανδρών θα οδηγήσει στην έκδοση των Temps modernes, ενώ γύρω από τους δύο (και την Μπωβουάρ) θα δημιουργηθεί ένας στενός κύκλος ανθρώπων αποτελώντας αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά στη συνέχεια σαρτρική οικογένεια (famille sartrien). Ο Μερλώ-Ποντύ, με βαθιά συγκρότηση στη φαινομενολογία και τον μαρξισμό, θα δίνει τον ιδεολογικό τόνο του περιοδικού, ενώ ο Σαρτρ θα έχει πολλαπλές εστίες ενδιαφέροντος στην οντολογία, στην πολιτική θεωρία, αλλά και στο θέατρο και στη λογοτεχνία. Τα προβλήματα θα ξεκινήσουν όταν ο Μερλώ-Ποντύ θα στραφεί κριτικά προς τη Σοβιετική Ένωση και ο Σαρτρ θα στρατευθεί στον σοβιετικό κομμουνισμό και στη συνοδοιπορία με το ΚΚ Γαλλίας. Αρχικά ο Μερλώ-Ποντύ θα εκδώσει το 1947 το Ανθρωπισμός και τρομοκρατία, αναφερόμενος στις δίκες της Μόσχας την περίοδο 1936-38, ενώ στη συνέχεια, προσεγγίζοντας περισσότερο τις θέσεις της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, θα ασκήσει οξεία κριτική στον επεκτατισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά την κορύφωση του πολέμου της Κορέας, το 1952, ο Μερλώ-Ποντύ θα θελήσει να γράψει ένα επικριτικό άρθρο για τη Σοβιετική Ένωση στους Temps modernes, το οποίο όμως ο Σαρτρ θα αρνηθεί να δημοσιεύσει. Ήταν η αποφασιστική αιτία της ρήξης των δύο ανδρών. Ο Μερλώ-Ποντύ θα επανέλθει με τις Περιπέτειες της Διαλεκτικής (1955) ασκώντας κριτική στον υπερ-μπολσεβικισμό του Σαρτρ. Αυτή τη φορά, τον «αποκεφαλισμό» του παλιού φίλου θα αναλάβει η ίδια η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, με ένα άρθρο της στους Temps modernes για τον ψευδο-σαρτρισμό του Μερλώ-Ποντύ.

Η εμπλοκή του Σαρτρ στην πολιτική και ο εγκλωβισμός του στον υπαρξισμό τον εμπόδισαν να παρακολουθήσει τις νέες κοινωνικές θεωρίες που αναδύονταν μεταπολεμικά στη Γαλλία, οι οποίες όμως επικράτησαν στα πεδία της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών επιστημών στα γαλλικά πανεπιστήμια. Αντίθετα, ο Μερλώ-Ποντύ τις διέβλεψε, αποτελώντας ο ίδιος τη γέφυρα μεταξύ αυτών και της γαλλικής φιλοσοφίας. Παρακολούθησε από νωρίς τις εξελίξεις στην ψυχανάλυση δημοσιεύοντας  ήδη από το 1942 τη Δομή της συμπεριφοράς, ενώ εισήγαγε τον Φερντινάν ντε Σωσσύρ και τα Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας στα πεδία της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών. Τα  Σημεία, τα οποία εκδόθηκαν το 1960, αποτέλεσαν ισχυρή επιρροή στην  ψυχανάλυση του Λακάν αλλά και στον στρουκτουραλισμό του Λεβί-Στρως. Ο ίδιος στήριξε με επιμονή την υποψηφιότητα του Λεβί-Στρως στο Κολέγιο της Γαλλίας διαβλέποντας τη νέα μεγάλη προσωπικότητα των ανθρωπιστικών επιστημών στη χώρα του. Αντίθετα, ο Σαρτρ ούτε την ψυχανάλυση έκανε ποτέ αποδεκτή ούτε τον στρουκτουραλισμό προσπάθησε να παρακολουθήσει, εμμένοντας στη δική του φιλοσοφική θέση, η οποία έως τότε του είχε χαρίσει προνόμια και παγκόσμια αναγνώριση, χάνοντας όμως το τρένο των εξελίξεων.

Ο Μερλώ-Ποντύ θα αποβιώσει νέος σε ηλικία μόλις 53 ετών. Ο Σαρτρ θα γράψει έναν φορτισμένο συναισθηματικά επικήδειο στους Temps modernes για τον παλιό του φίλο, αποκαλώντας τον «σχεδόν αδελφό». Έναν άνθρωπο που μόνο όταν πέθανε κατάλαβε ότι τον έχασε. Ο ίδιος, θα δυσκολευτεί να δεχθεί τις εξελίξεις που είχε δρομολογήσει ο φίλος του στα νέα πεδία της εθνολογίας και της ανθρωπολογίας, καθώς και τους νέους μεγάλους επιστήμονες και στοχαστές που αναδείχθηκαν μέσα από αυτά.

Φουκώ – Ντελέζ – Γκαταρί

Η σχέση του Μισέλ Φουκώ με τον Ζυλ Ντελέζ είναι γνωστή κυρίως από την –υπερβολική, ως συνήθως– φράση του Φουκώ ότι «ο αιώνας μας θα είναι ντελεζιανός...». Μιλούσε για τον 20ό αιώνα. Η δυο τους συναντήθηκαν πολύ νωρίς, το 1952, μέσω ενός κοινού φίλου στην πόλη της Λιλ. Η επόμενη συνάντησή τους θα γίνει ύστερα από δέκα χρόνια. Το 1962 ο Φουκώ ήταν καθηγητής στο Κλερμόν-Φεράν, ενώ ο Ντελέζ μόλις είχε εκδώσει το έργο του Ο Νίτσε και η φιλοσοφία. Ο Φουκώ, ενθουσιασμένος από το πόνημα του Ντελέζ, θα τον προτείνει ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κλερμόν-Φεράν. Παρά την αποδοχή της πρότασης του Φουκώ από το τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου, η τελική επιλογή θα είναι ο «πολύς» Ροζέ Γκαρωντύ, μέλος τότε του Π.Γ. του ΚΚΓ. Ο πόλεμος και ο σαρκασμός του Φουκώ προς τον Γκαρωντύ θα αναγκάσει τον τελευταίο να εγκαταλείψει το Κλερμόν-Φεράν για το Πανεπιστήμιο του Πουατιέ. Ο Ντελέζ είχε ήδη εκλεγεί καθηγητής στη Λυών, ενώ υπήρχε στενή σχέση των δύο ανδρών, μετά τη θερμή υποστήριξη του Φουκώ προς τον Ντελέζ.

Η αμοιβαία εκτίμηση αλλά και το κοινό ενδιαφέρον για το έργο του Νίτσε θα τους ενώσει στην επιμέλεια των Απάντων του φιλοσόφου από τις εκδόσεις Gallimard, συγγράφοντας επιπλέον τη γενική εισαγωγή στην έκδοση. Ήταν η επαύριον του 1968 και η προσφυγή στον Νίτσε είχε προσλάβει πολιτικό πρόσημο. Την ίδια περίπου εποχή θα ξεκινήσει και η συνεργασία του Ντελέζ με τον Φελίξ Γκαταρί. Ενώ ο Φουκώ εντοπίζει στην τριάδα των «δασκάλων της υποψίας», Μαρξ, Νίτσε και Φρόυντ, την αυγή της νεωτερικότητας, για τον Ντελέζ ο Νίτσε συνιστά μια αντικουλτούρα που είναι αδύνατον να περιοριστεί σε οποιαδήποτε θεσμική οικειοποίηση. 

Η συνεργασία του Ντελέζ με τον Γκαταρί θα έχει πρώτο αποτέλεσμα την έκδοση του έργου τους Αντι-Οιδίπους. Το έργο, θεωρούμενο πλέον απόσταγμα της σκέψης του ’68,  ασκεί κριτική στην ψυχανάλυση απορρίπτοντας το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ως καθολική εξήγηση της επιθυμίας. Η βασική ιδέα στον Αντι-Οιδίποδα είναι ότι η επιθυμία δεν είναι έλλειψη (όπως τη θεωρούσε ο Φρόυντ) αλλά παραγωγική δύναμη η οποία δημιουργεί πραγματικότητες, σχέσεις και κοινωνικές μορφές. Οι άνθρωποι, κατά τους Ντελέζ-Γκαταρί, είναι «μηχανές επιθυμίας». Ο Αντι-Οιδίπους βρήκε τη θερμή υποστήριξη του Φουκώ, ο οποίος και το προλόγισε στην αγγλική έκδοση.

Η συνέχεια της σχέσης των Φουκώ-Ντελέζ θα ακολουθήσει τις εξελίξεις του ριζοσπαστισμού της γαλλικής διανόησης. Θα διδάξουν στο Πανεπιστήμιο της  Βενσέν (Paris VIII), ο Ντελέζ κατόπιν προσκλήσεως του Φουκώ, ενώ ο τελευταίος, στη συνέχεια, θα αποχωρήσει για το Κολλέγιο της Γαλλίας. Ο Ντελέζ θα παραμείνει στη Βενσέν –η οποία εν τω μεταξύ είχε μεταφερθεί στο προάστιο του Σαιν-Ντενί– μέχρι την συνταξιοδότησή του το 1987. Ο ριζοσπαστισμός των δύο φιλοσόφων θα τους ενώσει στο εγχείρημα της Ομάδας Πληροφόρησης για τις Φυλακές4 (Groupe dinformation sur les prisons, GIP), η οποία δημιουργήθηκε ως πρωτοβουλία του Φουκώ μετά τη διάλυση της μαοϊκής Προλεταριακής Αριστεράς5 (Gauche prolétarienne, GP) και τη φυλάκιση των ηγετικών στελεχών της. Η εξασθένιση της σχέσης τους θα προκύψει με την εμφάνιση των «νέων φιλοσόφων», στην πλειονότητά τους μετανοούντων μαοϊκών της GP, οι οποίοι, μέσω του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, θα στραφούν ενάντια στο δίδυμο Ντελέζ-Γκαταρί, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη τους απαξιωτικά ως «φιλοσοφία της επιθυμίας». Κατά περίεργο τρόπο θα βρουν την υποστήριξη του Φουκώ, ο οποίος λόγω της φιλίας του με τον Αντρέ Γκλυκσμάν θα υπερασπιστεί το έργο του Οι δάσκαλοι της σκέψης (Les maîtres penseurs) με ένα άρθρο στον  Nouvel Observateur. Εμμέσως, έπαιρνε θέση υπέρ της «νέας φιλοσοφίας». Την ίδια περίοδο, ο Φουκώ ξεκαθάριζε τους λογαριασμούς του με την ψυχανάλυση, δημοσιεύοντας τον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας. Το έργο, εκτός της ψυχανάλυσης, βάζει στο στόχαστρο την έννοια της επιθυμίας, έτσι όπως αναπτύσσεται στον Αντι-Οιδίποδα. Μάλλον εδώ προέκυψε η ρήξη μεταξύ Ντελέζ-Φουκώ. Μια επιστολή του Ντελέζ προς τον Φουκώ δεν απαντήθηκε ποτέ από τον τελευταίο και οι δύο άνδρες δεν συναντήθηκαν έκτοτε μέχρι το θάνατο του Φουκώ. Ο Ντελέζ τίμησε με σεβασμό τη μνήμη του φίλου και μέντορά του μιλώντας στην κηδεία του αλλά και αφιερώνοντας τα μαθήματά του στο πανεπιστήμιο το 1985-86 στον Φουκώ. Ο σεβασμός και η εκτίμηση του Ντελέζ προς τη φουκωική σκέψη σφραγίστηκε με την έκδοση του βιβλίου του με τον λιτό τίτλο, Φουκώ, το 1986.

Στη μακρόχρονη φιλία του Φουκώ με τον Ντελέζ, παρεμβλήθηκε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η ιδιαίτερη σχέση του τελευταίου με τον Γκαταρί. Οι Ντελέζ-Γκαταρί, ως ένα «συγγραφικό υποκείμενο με τέσσερα χέρια», όπως θεωρούνταν, συνέγραψε μερικά εμβληματικά έργα για την μετά-’68 εποχή, όπως το Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, με δύο τόμους, ο  Αντι-Οιδίπους και Χίλια Πλατώματα, την ανάλυση του καφκικού έργου με το Κάφκα και το Τι είναι φιλοσοφία. Ο Γκαταρί, χωρίς το βάθος της ακαδημαϊκής παιδείας του Ντελέζ, δούλευε ως ψυχίατρος-ψυχαναλυτής στην κλινική La Borde όταν συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Ντελέζ.  Κάποια είδους χημεία υπήρξε μεταξύ τους, διότι στη συνέχεια δεν «ξεκόλλησαν» ποτέ, αποτελώντας συγγραφικά αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά «Γκαταρέζ». Ο Γκαταρί, ένας υπερδραστήριος ακτιβιστής (η υπερκινητικότητά του εκνεύριζε τον Φουκώ), δούλευε με ομάδες ως ψυχαναλυτής έχοντας ριζοσπαστική αριστερή στράτευση.

Η σχέση Ντελέζ-Γκαταρί δεν μπορεί να κατανοηθεί ως απλή συγγραφή από κοινού. Οι ίδιοι επέμεναν ότι η συνεργασία τους δημιουργούσε ένα τρίτο υποκείμενο, μια νέα σκέψη που δεν ανήκε αποκλειστικά σε κανέναν από τους δύο. Ο Ντελέζ προσέφερε τη φιλοσοφική αυστηρότητα και την εννοιολογική καθαρότητα, ενώ ο Γκαταρί εισήγαγε την κλινική εμπειρία, την πολιτική δράση και μια πιο χαοτική, πειραματική διάσταση (ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν  ως «διανοητικό κομάντο»). Επιπλέον, η κοινή τους σκέψη χαρακτηρίζεται από έντονο αντι-δογματισμό. Απορρίπτουν τις σταθερές ταυτότητες και προτείνουν μια δυναμική αντίληψη του υποκειμένου ως «γίγνεσθαι». Το άτομο δεν είναι μια σταθερή οντότητα, αλλά ένα πεδίο συνεχών μετασχηματισμών, επηρεασμένο από κοινωνικές, πολιτικές και επιθυμητικές δυνάμεις.

Οι Ντελέζ-Γκαταρί παρέμειναν φίλοι και συγγραφικά ενεργοί χωρίς να διαταραχθεί η φιλία τους, μέχρι τον πρόωρο θάνατο του Γκαταρί από έμφραγμα. Η κατάθλιψη που τον ταλαιπωρούσε και η γενικότερη ακαταστασία της προσωπικής του ζωής τον έκαναν να αδιαφορεί για την υγεία του. Ο θάνατος τον βρήκε σε μια φάση της ζωής του που έβγαινε από την κατάθλιψη και ξανάβρισκε τη φοβερή του ενεργητικότητα. Ο Ντελέζ έγραψε ένα φορτισμένο κείμενο, φόρο τιμής για το φίλο του, στο περιοδικό Chimères, ομολογώντας ότι «μέχρι τέλους, η δουλειά μας με τον Φελίξ μόνο χαρές μου έδωσε και καινούργιες ανακαλύψεις…».

Καστοριάδης και Λεφόρ

Η γνωριμία του Κορνήλιου Καστοριάδη με τον Κλωντ Λεφόρ έγινε εντός του γαλλικού Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI, Parti Communiste Internationaliste), με την άφιξη του πρώτου στο Παρίσι το 1946. Ο Καστοριάδης, γόνος αστικής οικογένειας με σπουδές στη Νομική Σχολή της Αθήνας, είχε ήδη εμπλοκή στο ελληνικό τροτσκιστικό κίνημα και στην ελληνική αντίσταση. Ο Λεφόρ, με σπουδές στη Σορβόννη, ενεπλάκη στον τροτσκισμό από τα μαθητικά του χρόνια, διατηρώντας από τότε ιδιαίτερη σχέση με τον Μερλώ-Ποντύ. Η ισχυρή προσωπικότητα του Καστοριάδη και η συγκρότησή του στην κοινωνική θεωρία, τη φιλοσοφία και τον μαρξισμό του έδωσαν σύντομα μια περίοπτη θέση στους κύκλους της τέταρτης διεθνούς στη Γαλλία. Η σχέση του με τον Λεφόρ θα ξεκινήσει μέσω της συντρόφου του τελευταίου, Rilka Walter, η οποία εντυπωσιασμένη από τον ιδιοφυή Έλληνα θα τον προτείνει στους συντρόφους της για τη δημιουργία μιας πολιτικής τάσης εντός του PCI, κάτι σύνηθες για την πρακτική των τροτσκιστικών κομμάτων. Θα δημιουργηθεί έτσι η τάση Pierre Chaulieu (Καστοριάδης) / Claude Montal (Λεφόρ). Στη συνέχεια, η Walter θα γίνει σύντροφος του Καστοριάδη, ενώ θα ξεκινήσει μια διαχρονική άσπονδη φιλία μεταξύ Λεφόρ και Καστοριάδη (σημαδεμένη και από την ερωτική αντιζηλία τους).

Για πρώτη φορά στην ιστορία του γαλλικού διεθνισμού αμφισβητήθηκε η μέχρι τότε άποψη του τροτσκισμού ότι η ΕΣΣΔ ήταν ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος. Η ομάδα Καστοριάδη-Λεφόρ απομακρύνθηκε από το μοντέλο της τέταρτης διεθνούς, υποστηρίζοντας ότι στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε μια γραφειοκρατική τάξη η οποία ασκούσε μια ολοκληρωτικού τύπου εξουσία. Άρα, δεν μπορούσε πλέον να ισχύει ο κανόνας της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ ως εργατικού κράτους. Η τάση Καστοριάδη-Λεφόρ θα συγκρουστεί με την ηγεσία του PCI, απ’ όπου αποχώρησε με περίπου 40 μέλη, δημιουργώντας την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialisme ou barbarie) και εκδίδοντας το ομώνυμο περιοδικό. Παράλληλα, ο Λεφόρ θα συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή των Temps modernes, απ’ όπου θα αποχωρήσει το 1952, συγκρουόμενος με τον Σαρτρ, μετά τη φιλοσοβιετική στροφή του τελευταίου προς το ΚΚΓ και την ΕΣΣΔ.

Η ομάδα των Καστοριάδη-Λεφόρ, δικαιωμένη από τις εξελίξεις μετά την επέμβαση στην Ουγγαρία και το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950. Στη συνέχεια, θα προκύψει η πρώτη σύγκρουση Καστοριάδη-Λεφόρ η οποία θα οδηγήσει σε αποχώρηση του Λεφόρ. Η ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, αποδυναμωμένη, θα συνεχίσει να υπάρχει με κύρια μορφή τον Καστοριάδη, μάλιστα θα εκδίδει το περιοδικό ώς το 1965. Η επόμενη σύγκλιση Καστοριάδη-Λεφόρ θα γίνει με τον πόλεμο της Αλγερίας, κατά τον οποίο οι δύο άσπονδοι φίλοι θα συνυπάρξουν εκ νέου, μαζί με τον Εντγκάρ Μορέν, στον «Κύκλο Σαιν-Ζυστ» (μετέπειτα CRESP). Μετά τον Μάιο του ’68, οι δυο τους θα συμμετάσχουν, μαζί με τον Μαρσέλ Γκωσέ, στην έκδοση διαφόρων περιοδικών, Texture, Libre, Debat (με εκδότη τον Πιερ Νορά), Εsprit με διαρκείς υπονομεύσεις του ενός στον άλλον. Εν τω μεταξύ ο Καστοριάδης θα περάσει στην ψυχανάλυση και θα αποχωρήσει από τον ΟΟΣΑ όπου εργαζόταν από το 1948. Θα εργαστεί  ως ψυχαναλυτής μέχρι την εκλογή του στην EHESS (Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών) και την τελική ρήξη με τον Λεφόρ. Οι δυο τους θα ανταγωνιστούν  για την κατάληψη μιας θέσης διευθυντού σπουδών στην EHESS, με αμοιβαίες επιθέσεις του ενός στον άλλον αλλά και ανθρώπινες μικρότητες. Αρχικά θα εκλεγεί ο Λεφόρ, μετά από απόσυρση του Καστοριάδη, και κατόπιν, με την ισχυρή επιμονή του Πιερ Βιντάλ-Νακέ, και ο Καστοριάδης.

Το 1997 θα πεθάνει ο Καστοριάδης, και ο Λεφόρ θα παρευρεθεί στην κηδεία του παλιού του φίλου, τον οποίο είχε να δει από το 1980. Αυτή τη φορά δεν θα υπάρξουν συναισθηματικοί επικήδειοι ούτε άρθρα αφιερωμένα στον τεθνεώτα από την πλευρά του επιζώντα. Το επικήδειο άρθρο θα το γράψει ο Εντγκάρ Μορέν στη Monde αποχαιρετώντας τον φίλο του ως «τιτάνα του πνεύματος». 

Παρά τις διαρκείς ρήξεις τους, οι δύο στοχαστές διατήρησαν σημαντικά κοινά στοιχεία. Και οι δύο απέρριπταν τον οικονομικό ντετερμινισμό του κλασικού μαρξισμού, ασκώντας δριμεία κριτική στον ολοκληρωτισμό. Επιπλέον, ανέδειξαν τη σημασία της δημοκρατίας όχι απλώς ως θεσμικού συστήματος αλλά ως τρόπου ύπαρξης της κοινωνίας.

Ρικέρ – Ντεριντά – Λεβινάς

Ο Πωλ Ρικέρ προερχόταν από οικογένεια ευσεβών Ουγενότων (προτεσταντών) της νότιας Γαλλίας και ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ίδιος πολέμησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρέθηκε αιχμάλωτος σε γερμανικό στρατόπεδο στην Πολωνία. Η πίστη του, μέσα στο πλαίσιο του γαλλικού προτεσταντισμού, επηρέασε την έμφαση στην ερμηνεία των κειμένων (ιδίως της Βίβλου) και την ιδέα ότι το νόημα δεν είναι άμεσο αλλά απαιτεί κατανόηση. Ως φιλόσοφος θεωρείτο βασικός εκπρόσωπος της ερμηνευτικής παράδοσης, συνεχίζοντας το έργο του Χανς-Γκέοργκ  Γκάνταμερ. Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία ως καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, ενώ το 1956 εξελέγη στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Η δυσφορία του απέναντι στο μανδαρινάτο της Σορβόννης θα τον ωθήσει να αναλάβει την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο της Ναντέρ το 1964.

Την ίδια εποχή με τον Ρικέρ εργαζόταν ως βοηθός στη Σορβόννη ο Ζακ Ντεριντά. Με καταγωγή από οικογένεια γάλλων εβραίων της Αλγερίας, κατάφερε, ως εξαιρετικός μαθητής, να ξεπεράσει τους περιορισμούς που έθετε η κυβέρνηση του Βισύ για την εκπαίδευση των εβραίων μαθητών και να τελειώσει το λύκειο στο Αλγέρι. Το 1949 βρέθηκε στο Παρίσι παρακολουθώντας μαθήματα στο φημισμένο προπαρασκευαστικό λύκειο Louis le Grand ως οικότροφος, προκειμένου να εισαχθεί στην École Normale Superieure. Χρειάστηκε να παρακολουθήσει αρκετές προπαρασκευαστικές τάξεις προκειμένου να εισαχθεί στην ENS. Ως γενικός βοηθός στη Σορβόννη, ο Ντεριντά, είχε αποκτήσει τη φήμη ενός ανερχόμενου αστέρα της φιλοσοφίας  και οι παραδόσεις του είχαν πάντα πολυπληθές ακροατήριο. Το κοινό ενδιαφέρον των Ρικέρ-Ντεριντά για τον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ τους έφερε κοντά και ο Ντεριντά έγινε βοηθός του Ρικέρ. Θα δημιουργηθεί μια στενή προσωπική σχέση μεταξύ των δύο ανδρών μέσα στο πλαίσιο δασκάλου-μαθητή.

Ο Ντεριντά, θα υποστηρίξει τη διατριβή του στη Σορβόννη με τον Ρικέρ μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής. Η στενή σχέση τους δεν θα εμποδίσει τον Ρικέρ να ασκήσει κριτική στην υποβληθείσα διατριβή, δημιουργώντας ανασφάλεια αλλά και απογοήτευση στον Ντεριντά. Παρ’ όλα αυτά η φιλία τους θα συνεχιστεί, με τον ειλικρινή σεβασμό από την πλευρά του Ντεριντά, και τη βαθιά εκτίμηση προς τον βοηθό του από την πλευρά του Ρικέρ. Μετά το τέλος της θητείας του στη Σορβόννη ο Ντεριντά θα επιλέξει να διοριστεί βοηθός στην ENS.  Η εμπλοκή του Ντεριντά με τον στρουκτουραλισμό και, στη συνέχεια, με την αποδόμηση, θα δημιουργήσει τις πρώτες εντάσεις μεταξύ των δύο φιλοσόφων. Η ερμηνευτική προσέγγιση του Ρικέρ δίνει έμφαση στο κείμενο ως πεδίο πολλαπλών σημασιών, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την αναζήτηση ενός νοήματος που μπορεί να ανακτηθεί μέσα από την ερμηνευτική διαδικασία. Αντίθετα, ο Ντεριντά αμφισβητεί την ίδια την ιδέα ενός σταθερού ή τελικού νοήματος υποστηρίζοντας ότι το νόημα είναι πάντα σε αναβολή, προϊόν διαφορών και σχέσεων, και ποτέ πλήρως παρόν. Έτσι, ο Ρικέρ αναζητά μια «παραγωγική» ερμηνεία που οδηγεί σε κατανόηση, ενώ ο Ντεριντά αποδομεί κάθε αξίωση οριστικής ερμηνείας.

Παρά τις θεωρητικές τους διαφορές, η σχέση Ρικέρ-Ντεριντά θα χαρακτηρίζεται πάντα από έναν βαθμό αμοιβαίου σεβασμού. Ο Ρικέρ αναγνώρισε τη σημασία της αποδόμησης ως κριτικής δύναμης, ενώ ο Ντεριντά, σε ορισμένα ύστερα έργα του, πλησίασε ζητήματα που απασχολούσαν και τον Ρικέρ, όπως η ηθική, η ευθύνη και η συγχώρεση. Σε αυτά τα πεδία, οι διαφορές τους μετριάζονται και αναδεικνύεται ένας πιο σύνθετος διάλογος. Η εκτίμηση του Ρικέρ για τον πρώην βοηθό του θα φανεί με την πρόθεσή του να αναλάβει ο Ντεριντά τη θέση του καθηγητή φιλοσοφίας που κατείχε στη Ναντέρ, μετά την συνταξιοδότησή  του. Ο Ντεριντά, υπό την πίεση και άλλων καθηγητών της Ναντέρ, θα υποβάλει μια διατριβή υφηγεσίας το 1980 (Doctorat dEtat), με τον Εμανουέλ Λεβινάς μέλος της τριμελούς επιτροπής, και θα θέσει υποψηφιότητα για τη θέση.  Παρά τις προσπάθεια όμως και του Ρικέρ και του Ντεριντά, η εκλογή θα γίνει για άλλον υποψήφιο. Ο Ντεριντά θα εκλεγεί, τελικά, διευθυντής σπουδών στην EHESS το 1984.

Οι δύο φιλόσοφοι, θα παραμείνουν σε κοινά πεδία ιδεών παρά τις διαφορές του και θα συνυπάρξουν εκ νέου στην υπόθεση των (μεταναστών) «χωρίς χαρτιά» (sans papiers), που κατέφθαναν στη Γαλλία από τις χώρες της Αφρικής. Σε μια συμβολική διακήρυξη, την 9η Ιουνίου 1996, θα δηλώσουν μαζί με τον Stéphane Hessel και άλλους διανοούμενους ότι προσφέρονται να φιλοξενήσουν τους περίπου 330 μετανάστες χωρίς χαρτιά που είχαν καταλάβει την εκκλησία του Αγίου Αμβροσίου στο 11o διαμέρισμα του Παρισιού. Ο Ρικέρ θα συγκινηθεί μέχρι δακρύων όταν θα μάθει για την ασθένεια του φίλου του και το επικείμενο τέλος, στέλνοντάς του μια τελευταία συγκινητική επιστολή, εκφράζοντας την αγάπη και τον θαυμασμό για το έργο του.

Σε όλα τα χρόνια της καριέρας του ο Ντεριντά είχε προσωπικές σχέσεις και κοινά πεδία ενδιαφέροντος με τον Εμανουέλ Λεβινάς. Και οι δύο επηρεάστηκαν καθοριστικά στη  φιλοσοφία από τον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ. Ο Λεβινάς, αρκετά μεγαλύτερος από τον Ντεριντά, είχε προλάβει να παρακολουθήσει τα τελευταία μαθήματα του Χούσερλ στο Φράιμπουργκ αλλά και την περίφημη συνάντηση του Χάιντεγκερ με τον Κασίρερ στο Νταβός6. Ήταν και αυτός εβραϊκής καταγωγής, προερχόμενος όμως από την Ανατολική Ευρώπη. Η οικογένεια του ζούσε στο Κάουνας της Λιθουανίας και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναγκάστηκε να μετακινηθεί προς την Ουκρανία. Μετά τη ρωσική επανάσταση επέστρεψαν στη Λιθουανία. Παρά τους περιορισμούς που υπήρχαν στην εκπαίδευση για τους εβραίους, ο Λεβινάς κατάφερε να τελειώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως άριστος μαθητής.  Θα αναγκαστεί να καταφύγει στη Γαλλία, σε ένα περιβάλλον πιο φιλελεύθερο, ξεκινώντας σπουδές φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Εκεί θα ανακαλύψει τον Χούσερλ και, στη συνέχεια, τον Χάιντεγκερ. Το 1930 θα αποκτήσει το διδακτορικό του πάνω στη φαινομενολογία του Χούσερλ, παρακολουθώντας ταυτόχρονα στο κοντινό Φράιμπουργκ τα τελευταία μαθήματα του φιλοσόφου. Θα αποκτήσει τη γαλλική ιθαγένεια και θα πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου θα αιχμαλωτισθεί και θα περάσει το υπόλοιπο του πολέμου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ενασχόλησή του με το Ταλμούδ και την εβραϊκή  γραμματεία θα τον περιορίσει για μεγάλο διάστημα στα στενά όρια της εβραϊκής σκέψης, Μόνο κατά τη δεκαετία του 1980 το έργο του Λεβινάς θα αποκτήσει φήμη και διεθνή αναγνώριση.

Μαζί με τον Ρικέρ, θα υπάρξει μέντορας και φίλος του Ντεριντά. O τελευταίος θα τον ανακαλύψει μέσω του Ρικέρ, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Λεβινάς μια ριζική μετατόπιση της φιλοσοφίας από την οντολογία προς την ηθική.  Παρά τις επιμέρους διαφορές στη φιλοσοφική τους προσέγγιση, ο Ντεριντά τον θεωρεί έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Σε μεταγενέστερα έργα του, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Λεβινάς, ο Ντεριντά επιστρέφει επανειλημμένα στη σκέψη του, τονίζοντας τη σημασία της για την ηθική και την πολιτική φιλοσοφία. Έννοιες όπως η φιλοξενία, η ευθύνη και η δικαιοσύνη στον Ντεριντά φέρουν εμφανώς το αποτύπωμα της λεβινασιανής σκέψης. Η αγάπη και η εκτίμηση του Ντεριντά για τον Λεβινάς, θα φανεί στην ονομασία του ενός γιού του στον οποίον θα δοθεί ως δεύτερο όνομα το Εμανουέλ μαζί με το Ζαν. Ο Λεβινάς θα πεθάνει το 1995 μετά από μακρά εκφυλιστική ασθένεια. Ο Ντεριντά θα εκφωνήσει έναν συγκινητικό και πυκνό επικήδειο στην κηδεία του, αναφερόμενος στη μοναδική φιλία τους και εστιάζοντας στην έννοια της ευθύτητας (droiture), ως δίδαγμα από τη σκέψη του φίλου του.

Ένας απολογισμός

Από τις σχέσεις που αναφέρει ο Ντος στις Φιλοσοφικές Φιλίες φαίνεται πόσο μοναδική ήταν η κάθε περίπτωση. Σε όλες υπήρχε πάντα μια εγγύτητα που επιβεβαίωνε τη δύναμη του αισθήματος της φιλίας. Όμως, η δύναμη του δεσμού δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις.

Οι πιο ακραίες περιπτώσεις συγκρούσεων ήταν αυτές του Σαρτρ με τους πρώην συντρόφους του, Αρόν και Μερλώ-Ποντύ. Και στις δύο αυτές φιλίες, υπήρχαν αρχικά κοινές σπουδές, επιρροές και ιδεολογικές αναζητήσεις, όμως στην πορεία οι σχέσεις οδηγήθηκαν σε έντονες πολιτικές και φιλοσοφικές συγκρούσεις, οι οποίες κατέληξαν σε ρήξη. Η φιλία εδώ λειτούργησε αρχικά ως πεδίο σύγκλισης, αλλά μετατράπηκε σε χώρο αντιπαράθεσης, όπου η διαφωνία όμως έγινε καθοριστικός παράγοντας δημιουργίας. Κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις υπήρχαν έντονες και στη σχέση των Καστοριάδη-Λεφόρ. Η τελευταία σημαδεύτηκε από κοινή δράση και θεωρητική σύμπλευση, αλλά και επαναλαμβανόμενες ρήξεις, προσωπικές αντιπαλότητες και ιδεολογικές διαφωνίες. Η φιλία εδώ δεν σταθεροποιήθηκε ποτέ πλήρως, αλλά παρέμεινε σε μια κατάσταση έντασης, όπου ο ανταγωνισμός συνυπήρχε με την αμοιβαία επιρροή.

Φιλίες όπου υπήρχε έντονη αμοιβαία επιρροή, αλλά και σταδιακή απομάκρυνση χωρίς πλήρη διάλυση της σχέσης,  ήταν αυτές του Φουκώ με τον Ντελέζ, καθώς και του Ρικέρ με τον Ντεριντά. Οι φιλίες αυτές προέκυψαν μέσω κοινού θεωρητικού ενδιαφέροντος και βαθιάς εκτίμησης, ωστόσο οι διαφορές στις προσεγγίσεις οδήγησαν σταδιακά σε αποστασιοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, οι σχέσεις δεν διαλύθηκαν ολοκληρωτικά, αλλά μετασχηματίσθηκαν διατηρώντας έναν πυρήνα σεβασμού και διαλόγου. Επιπλέον, η σχέση του Ρικέρ με τον Ντεριντά αναπτύχθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο δασκάλου - μαθητή. Εδώ η φιλία ξεκίνησε μέσα από μια άνιση σχέση, όπου ο ένας λειτουργούσε ως μέντορας, ασκώντας καθοριστική επιρροή στον άλλον. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, ο μαθητής απόκτησε αυτονομία και η σχέση μετασχηματίσθηκε σε πιο ισότιμο διάλογο, χωρίς να εκλείψουν οι θεωρητικές διαφορές. Στο ίδιο πλαίσιο λειτούργησε και η σχέση Ντεριντά - Λεβινάς, με αμοιβαίο σεβασμό και εκτίμηση, χωρίς ποτέ να φτάσει σε σύγκρουση.

Η δημιουργικότερη και πιο στενή όλων των σχέσεων ήταν αυτή του Ντελέζ με τον Γκαταρί. Οι δύο στοχαστές δεν περιορίστηκαν σε έναν απλό διάλογο, αλλά δημιούργησαν ένα κοινό διανοητικό υποκείμενο, παράγοντας έργα που φέρουν τη σφραγίδα και των δύο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται δύσκολη η διάκριση της ατομικής συμβολής του καθενός. Η φιλία εδώ λειτούργησε ως συνεργατική δημιουργία, χωρίς να οδηγείται σε καταστροφικές συγκρούσεις.

Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, όλες οι φιλίες που βιογραφεί ο Ντος συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: αποτελούν πεδία μέσα στα οποία η σκέψη δεν εκφράζεται απλώς, αλλά διαμορφώνεται και εξελίσσεται. Η φιλία, αναδεικνύεται ως θεμελιώδης παράγοντας της φιλοσοφικής δημιουργίας, ένας χώρος όπου οι ιδέες γεννιούνται μέσα από τη συνάντηση, τη διαφωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων.

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 08 30 8.34.51 πμ

O Ζυλ Ντελέζ και ο Φελίξ Γκατταρί, σε διακοπές στη Σκύρο, στην αρχή της δεκαετίας του 1980. Η βαθιά φιλική σχέση τους μαζί με τη συσχέτιση της σκέψης τους αποτέλεσε συγγραφικά αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά «Γκαταρέζ».

Karl Flinker

Διαβάστε ακόμα:

Ρεϊμόν Αρόν - Ζαν-Πολ Σαρτρ: δυο φίλοι

Ακόμη μια κριτική ματιά από τον Σεραφείμ Μπακολουκά

Στο Books’ Journal, τχ. 174, Μάρτιος 2026, και εδώ: https://booksjournal.gr/kritikes/istoria/6041-reimon-aron-zan-pol-sartr-dyo-filoi 

 

1SFIO (Section Française de l'Internationale Ouvrière) ήταν το κυρίαρχο σοσιαλιστικό πολιτικό κόμμα στη Γαλλία από το 1905 έως το 1969

2 Η φράση περιλαμβάνεται στην ανοιχτή επιστολή-απάντηση του Καμύ προς τον Σαρτρ, μετά την αρνητική κριτική των ΤΜ για τον Επαναστατημένο Άνθρωπο. Με τη φράση, ο Καμύ κατηγορούσε τον Σαρτρ για επαναστατική θεωρητικολογία. Το 1944, κατά τη διάρκεια των μαχών για την απελευθέρωση του Παρισιού, ο Καμύ (που ήταν ενεργός στην Αντίσταση) φέρεται να βρήκε τον Σαρτρ να κοιμάται σε μια πολυθρόνα  της Comédie-Française, την οποία ο Σαρτρ είχε αναλάβει να φυλάει.

3 Η Νήσος του Φωτός ήταν το πλοίο που έστειλε η Γαλλία για τη διάσωση μιας μερίδας Βιετναμέζων, μετά την επικράτηση του κομμουνισμού στο Βιετνάμ. Επικεφαλής του κινήματος συμπαράστασης ήταν οι Γιατροί χωρίς σύνορα, με τον Μπερνάρ Κουσνέρ και οι Νέοι φιλόσοφοι, με τον Αντρέ Γκλυκσμάν και τον Μπερνάρ-Ανρί Λεβί.

4 Η Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές ήταν ριζοσπαστική συλλογικότητα που ιδρύθηκε με σκοπό να σπάσει τη σιωπή γύρω από τις συνθήκες κράτησης των γαλλικών φυλακών. Ιδρύθηκε από τον Μισέλ Φουκώ, τον ιστορικό Πιερ Βιντάλ-Νακέ και τον δημοσιογράφο Ζαν-Μαρί Ντομενάκ.

5 Η Προλεταριακή Αριστερά: ακροαριστερή οργάνωση μαοϊκής κατεύθυνσης, η οποία έδρασε κατά την περίοδο 1968–1973. Θεωρείται η πιο επιδραστική από τις ριζοσπαστικές ομάδες που ξεπήδησαν μετά τον Μάη του ’68 στη Γαλλία.

6 Η συζήτηση του Μάρτιν Χάιντεγκερ με τον Ερνστ Κασίρερ στο Νταβός της Ελβετίας την άνοιξη του 1929, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά γεγονότα του 20ού αιώνα. Η συζήτηση έλαβε χώρα στο πλαίσιο των Διεθνών Πανεπιστημιακών Μαθημάτων του Νταβός.

30 Αυγούστου 2026
 Αφροδίτη Χουλάκη

Μάρω Κακαβέλα, Το καλοκαίρι του σκύλου. Νουβέλα, Στερέωμα, Αθήνα 2026, 192 σελ.

Οι νεκροί δεν πεθαίνουν παρά σπανίως. Δεν βγαίνουν ποτέ εύκολα από τη μνήμη. Μια αφήγηση που θα επανέλθει κατ’ επανάληψη σε μια διπλή απώλεια μοιρασμένη σε πρωτοπρόσωπο και σε τριτοπρόσωπο λόγο.

Με το πρώτο της πεζό και μυθιστόρημα Τίνος είσαι εσύ (2023), η Μάρω Κακαβέλα θα δοκιμάσει να απαντήσει σε μια σειρά ερωτημάτων. Από πού προερχόμαστε και ποιος είναι ο αληθινός σύνδεσμος με τους γονείς μας, φυσικούς ή θετούς; Πώς μπορεί να πλαστούν οι σχέσεις ανάμεσα στα αδέλφια και με ποιον τρόπο μπορούμε να ανακαλύψουμε τον πυρήνα του εγώ μας, έστω και μετά από μια μακρά χρονική διαδρομή; Η πορεία των ηρώων ξεκινάει από τον Εμφύλιο και φτάνει μέχρι σήμερα.

Χρησιμοποιώντας ποικίλες μορφές αφήγησης (μονολόγους, επιστολική γραφή, δημόσια έγγραφα ως τεκμήρια εποχής, κριτική κινηματογράφου, ακόμα και συνταγές), που θα ποικίλουν τους τόνους και τις οπτικές της γωνίες, χωρίς καταχρήσεις ή δίχως την οποιαδήποτε πλεονάζουσα διάθεση για μεταμοντερνιστικό πνεύμα, η συγγραφέας φιλοτεχνεί, πριν και πάνω απ’ όλα, ένα μυθιστόρημα για την ταυτότητα και τη μνήμη. Ως προς τη λειτουργία της μνήμης, τα δύο ετεροθαλή αδέλφια που πρωταγωνιστούν στη δράση, ο Πέτρος και ο Ρήγας, αναμετριούνται μαζί της τόσο στο επίπεδο ενός περίπλοκου και φορτωμένου με ενοχές, αποκρύψεις και σιωπές οικογενειακού περίγυρου όσο και στο επίπεδο της αναβίωσης του Εμφυλίου στον δικό τους παρελθοντικό και παροντικό χρόνο. Τα ιστορικά τους βιώματα δεν κατάγονται, λόγω γενιάς, τόσο από την εμφυλιακή περίοδο όσο από μια δεύτερη, διαμεσολαβημένη πολιτική εμπειρία – από μια παραφρασμένη, όχι, όμως, και λιγότερο οδυνηρή μνήμη, μια μνήμη που έχουμε συνηθίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών να ονομάζουμε «μεταμνήμη».

              

Παιδιά του Εμφυλίου

Ο Πέτρος και ο Ρήγας δεν πρόλαβαν να ζήσουν τον Εμφύλιο, βιώνουν όμως σε όλη τη ζωή τους τις συνέπειές του. Παιδιά που μεγάλωσαν με θετούς γονείς λόγω των δεινών και –περισσότερο– των φόβων τούς οποίους προκάλεσε η εμφύλια σύρραξη στους ανιόντες τους (στους θετούς γονείς και στους στενούς τους φίλους), θα βασανιστούν όχι μόνο από τα διαμεσολαβημένα πάθη της Ιστορίας, αλλά και από τα πάθη του ενήλικου βίου τους, ο οποίος θα στιγματιστεί από την αναμεταξύ τους απόσταση και αποξένωση μέχρι την ώρα κατά την οποία μια κληρονομιά θα οδηγήσει τον Πέτρο στο δρόμο της αποκρυπτογράφησης των οικογενειακών μυστικών και της σταδιακής συμφιλίωσης με το φάσμα τους. Ένας δρόμος που θα τον βοηθήσει εκ παραλλήλου να αποκωδικοποιήσει τον εαυτό του, να συναντηθεί ψυχικά, όπως και εκ του φυσικού, με το απομακρυσμένο πρόσωπο του Ρήγα, να υπομείνει τις αλκοολικές του κρίσεις, να ξανασκεφτεί τους όρους της επαγγελματικής του αποτυχίας (άλλοτε διάσημος δημοσιογράφος), έστω αγγίζοντας μια σωτήρια καταλλαγή. Καταλλαγή η οποία πέρα από το συμφιλιωτικό νόημα που δίνει ο Απόστολος Παύλος στη λέξη, αποκτά εν προκειμένω την έννοια της αναγνώρισης του ατομικού δράματος, καθώς και της αποθεραπείας του πολιτικού τραύματος.

Με πολύ καλές ισορροπίες στη σύνθεσή της, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, με σαφή και ακριβολόγο έκφραση και με λειτουργικές αφηγηματικές μεθόδους, η Κακαβέλα ενέγραψε με την πρώτη της εμφάνιση σημαντικές υποθήκες για το συγγραφικό της μέλλον. Με το δεύτερο πεζογραφικό της βιβλίο, τη νουβέλα Το καλοκαίρι του σκύλου, τα ερωτήματα θα αποδειχθούν τελείως διαφορετικά, αν και θα παραμείνουν εντός της οικογένειας. Τι συμβαίνει όταν πεθαίνουν δύο παιδιά, έστω και εντελώς άσχετα μεταξύ τους, στους εναπομείναντες γονείς; Ποιες δυνάμεις κινητοποιούνται ή αναστέλλονται στο εσωτερικό τους και πώς θα διαγραφεί εφεξής η πορεία τους; Παραμένοντας λιτή και λειτουργική συν, ωστόσο, με ένα πολύ πυκνότερο και πιο κατασταλαγμένο ύφος, προσεκτικά κατανεμημένο σε διαφορετικές φωνές (αντί για μορφές λόγου, όπως στο Τίνος είσαι εσύ), η συγγραφέας θα ξετυλίξει μια περίτεχνη και (γιατί όχι;) με αρκετή ίντριγκα πλοκή.
Το 2012, ο Γιάννος, γιος του Ηλία και της Έρσης, παρασύρεται από έναν μεθυσμένο ταξιτζή και ο οδηγός καταδικάζεται για το θάνατό του, με τη διαφορά πως μόλις μέσα σε μια διετία αποφυλακίζεται. Στο μεταξύ, το 1989, δύο αδέλφια σκοτώνουν στην Κρήτη έναν συγχωριανό τους, αλλά δικάζονται και εν κατακλείδι αθωώνονται ενώ ο μικρός γιος του ενός εκ των δύο θα βρεθεί ύστερα από κάποιο διάστημα νεκρός. Κανείς δεν πρόκειται να μάθει ή να πει ποτέ τι ακριβώς μεσολάβησε.

 

Συνεχείς αναδρομές

Οι νεκροί δεν πεθαίνουν παρά σπανίως και στη συγκριμένη περίπτωση δεν βγαίνουν εύκολα από τη μνήμη – και η Κακαβέλα θα επανέλθει με συνεχείς αναδρομές στα χαμένα παιδιά, χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση για τους μονολόγους του μικρού Νικόλα από την Κρήτη και του Ηλία από την Αθήνα και τριτοπρόσωπη αφήγηση για τις ανακρίσεις που διεξάγει ο αστυνόμος Νικήτας, πάλι στην Αθήνα, με τον πρωταρχικό ύποπτο για τη δολοφονία του προώρως αποφυλακισμένου ταξιτζή. Ο Ηλίας έχει σκοτώσει τον ταξιτζή,  συντρίβεται από τις ενοχές, διαψεύδει τις εγειρόμενες υποψίες και τις μομφές πλην είναι αδύνατον να απωθήσει το γεγονός πως ο Γιάννος ήταν ομοφυλόφιλος και κατέφευγε μόνο στην Έρση γι’ αυτό, ενώ ομοφυλόφιλος (εν κρυπτώ) είναι και ο αστυνόμος.
Ο μικρός Νικόλας και ο Γιάννος, οι δύο νεκροί, βασανίζονται ακόμα και μεταθανατίως από την κοινωνία (ο πρώτος λόγω του δολοφόνου πατέρα του) και από τα άτομα (ο δεύτερος εξαιτίας της πατρικής άρνησης για οποιαδήποτε αποδοχή του σεξουαλικού του προσανατολισμού), η Έρση έχει δει από καιρό τον βίο της να πηγαίνει χαράμι, ο αστυνόμος έχει παγιδευτεί στις διηγήσεις του Ηλία για τα
ερωτικά του γιου του, με τα οποία και ταυτίζεται, και η Κακαβέλα θα συντονίσει την πολυφωνία της με έναν ευτυχώς μη συμπεριληπτικό και ταυτοχρόνως συμπεριληπτικό τρόπο – χωρίς, δηλαδή, να απαντήσει στα πάντα και χωρίς να εξοβελίσει κανέναν από το σώμα των διαλόγων και των μονολόγων της. Και αυτή είναι η επιτυχία του βιβλίου της, ακόμα κι αν το ίδιο βαραίνει κατά τόπους, κυρίως λόγω της πληθώρας των ταυτίσεων και των συνταυτίσεων.  

           

27 Αυγούστου 2026
T. Tuten

Επανεξετάζοντας το κοινό παρελθόν της Ανατολικής Μεσογείου

Conversation in the Library / Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη / Kütüphanede Μuhabbet, Ίδρυμα Hafiz Ahmed Agha & Ahmed Fethi Paşa, εκδ. Tüten & Terebinthos, Κωνσταντινούπολη - Ρόδος 2025, 2 τόμοι, α΄ τόμος 640 σελ., β΄ τόμος 484 σελ.

Πριν από περισσότερους από δύο αιώνες, στην οθωμανική Ρόδο ιδρύθηκε βιβλιοθήκη χειρογράφων. Σήμερα, επιλογή από χειρόγραφα εκείνης της βιβλιοθήκης δημοσιεύονται σε μια έκδοση. Δεν είναι απλώς πηγές για επιστημονική ανάλυση. Είναι αντικείμενα που έχουν επιβιώσει από πολέμους, πολιτικούς μετασχηματισμούς και τις μεταβαλλόμενες τύχες των κοινοτήτων σε όλη την περιοχή. Η διατήρησή τους αποτελεί από μόνη της απόδειξη της αντοχής της πολιτιστικής μνήμης.

 

Στη σύγχρονη Ανατολική Μεσόγειο, η ιστορία συχνά γράφεται ως μια ακολουθία διαιρέσεων. Έθνη αναδύονται, σύνορα σκληραίνουν και η συλλογική μνήμη αναδιοργανώνεται γύρω από τις αποφασιστικές ρήξεις του εικοστού αιώνα –πολέμους, ανταλλαγές πληθυσμών– και τις πολιτικές αφηγήσεις που τις ακολούθησαν. Έλληνες, Τούρκοι, Άραβες, Αρμένιοι, Εβραίοι και άλλοι εμφανίζονται σε αυτές τις αφηγήσεις κυρίως ως ξεχωριστοί λαοί που κινούνται σε παράλληλες, συχνά ανταγωνιστικές τροχιές. Αυτό που εξαφανίζεται στη διαδικασία είναι η μακρά, πολύ μακρότερη ιστορία συνύπαρξης που προηγήθηκε της εποχής της σύγκρουσης των εθνών.

Το δίτομο συλλογικό έργο Conversation in the Library σκοπεύει να ανακτήσει αυτό το χαμένο έδαφος. Καλύπτοντας περισσότερες από χίλιες εκατό σελίδες και συγκεντρώνοντας ένα ευρύ φάσμα λογίων συγγραφέων από δεκαπέντε κράτη, το έργο είναι λιγότερο μια συμβατική ακαδημαϊκή συλλογή και περισσότερο μια προσεκτικά οργανωμένη πνευματική σύναξη. Σχεδιασμένοι από τον Τάρικ Τούτεν, υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Χαφίζ Αχμέτ Αγά και Αχμέτ Φετχί, του οποίου είναι κληρονόμος –ενός ιδρύματος με ρίζες στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρόδο– και συνδεδεμένοι με μια ιστορική βιβλιοθήκη χειρογράφων που ιδρύθηκε το 1793, οι τόμοι προσκαλούν τους αναγνώστες σε ένα χώρο όπου χειρόγραφα, γλώσσες και επιστημονικές φωνές συναντώνται πέρα ​​από ιστορικά και πολιτικά όρια.

Ο τίτλος αποτυπώνει το πνεύμα του έργου με ακρίβεια. Μια βιβλιοθήκη, άλλωστε, δεν είναι απλώς ένα αποθετήριο βιβλίων, αλλά ένας τόπος συζήτησης: μεταξύ κειμένων και αναγνωστών, μεταξύ γλωσσών και παραδόσεων, και μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Σε αυτούς τους τόμους, η βιβλιοθήκη γίνεται μια μεταφορά για τον ευρύτερο κόσμο της Ανατολικής Μεσογείου – μια περιοχή όπου οι πολιτισμοί διασταυρώνονται, επικαλύπτονται και επηρεάζουν ο ένας τον άλλο με τρόπους που τα σύγχρονα εθνικά πλαίσια αγωνίζονται να συγκρατήσουν.

 

Μια βιβλιοθήκη στην οθωμανική Ρόδο

Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται η βιβλιοθήκη χειρογράφων που ιδρύθηκε στη Ρόδο στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα από τον Χαφίζ Αχμέτ Αγά. Όπως πολλές οθωμανικές βιβλιοθήκες που ιδρύθηκαν μέσω φιλανθρωπικών κληροδοτημάτων (βακούφια), σχεδιάστηκε όχι απλώς ως συλλογή αλλά ως δημόσιος οργανισμός αφιερωμένος στη διακίνηση της γνώσης. Τέτοιες βιβλιοθήκες ήταν συχνά πολύγλωσσες ως εκ της φύσεώς τους, αντανακλώντας το κοσμοπολίτικο πνευματικό περιβάλλον του κόσμου της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου αραβικά, περσικά, οθωμανικά τουρκικά και ελληνικά κείμενα μπορούσαν να συνυπάρχουν στα ίδια ράφια.

Η ιστορία της βιβλιοθήκης είναι η ίδια εμβληματική της ευρύτερης ιστορίας που επιδιώκει να φωτίσει το βιβλίο. Η Ρόδος, που βρίσκεται στο σταυροδρόμι του Αιγαίου και της Μέσης Ανατολής, υπήρξε από καιρό σημείο συνάντησης πολιτισμών – βυζαντινών, οθωμανικών, ιταλικών, ελληνικών και τουρκικών μεταξύ τους. Στο πέρασμα των αιώνων, οι κοινότητες στην περιοχή ανέπτυξαν μορφές συνύπαρξης που σπάνια ήταν απαλλαγμένες από εντάσεις, παρ’ όλα αυτά όμως παρήγαγαν πλούσιες πολιτιστικές ανταλλαγές.

Οι συντάκτες και οι συνεργάτες του έργου Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη προσεγγίζουν αυτό το παρελθόν όχι ως ένα νοσταλγικό ιδανικό αλλά ως μια ιστορική πραγματικότητα άξια προσεκτικής εξερεύνησης. Τα δοκίμιά τους εξετάζουν χειρόγραφα, πνευματικά δίκτυα και πολιτιστικές πρακτικές που άκμασαν σε περιβάλλοντα όπου η γλωσσική και θρησκευτική ποικιλομορφία ήταν ο κανόνας. Η ίδια η βιβλιοθήκη γίνεται σημείο εισόδου σε αυτόν τον κόσμο: μια υλική υπενθύμιση ότι η γνώση κυκλοφορούσε πέρα ​​από όρια που η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει συχνά ενισχύσει.

Οι τόμοι συγκεντρώνουν ένα εντυπωσιακό σύνολο μελετητών από ευρύ φάσμα επιστημονικών κλάδων – ιστορία, φιλολογία, μελέτες χειρογράφων, ιστορία της τέχνης και πολιτισμικές σπουδές. Ωστόσο, αυτό που ενώνει τις συνεισφορές τους δεν είναι απλώς το θέμα, αλλά μια κοινή μεθοδολογική παρόρμηση: η επιθυμία να ξεπεράσουν τις εθνικές αφηγήσεις που κυριαρχούν στην ιστοριογραφία της περιοχής από τον εικοστό αιώνα.

Στις συμβατικές εθνικές ιστορίες, το οθωμανικό παρελθόν τείνει να εμφανίζεται είτε ως προοίμιο των σύγχρονων κρατών είτε ως περίοδος που ορίζεται από τη σύγκρουση μεταξύ αναδυόμενων εθνικών ταυτοτήτων. Τέτοια πλαίσια, αν και πολιτικά ισχυρά, συχνά επισκιάζουν τις καθημερινές πραγματικότητες της συνύπαρξης που χαρακτήριζαν μεγάλο μέρος του μεσογειακού κόσμου των αρχών του νεότερου αιώνα και του δέκατου ένατου αιώνα.

Τα δοκίμια στους τόμους της Συζήτησης στη Βιβλιοθήκη υιοθετούν μια διαφορετική προσέγγιση. Αντί να ξεκινούν με το έθνος, ξεκινούν με το χειρόγραφο, το αρχείο, τη βιβλιοθήκη ή το πνευματικό δίκτυο. Από αυτά τα σημεία εκκίνησης, αναδύεται μια διαφορετική εικόνα – μια εικόνα στην οποία οι μελετητές, οι γραμματείς, οι μεταφραστές και οι αναγνώστες διέσχιζαν τα γλωσσικά και πολιτισμικά όρια με σχετική ευκολία.

Τα ίδια τα χειρόγραφα μαρτυρούν αυτή τη ρευστότητα. Σημειώσεις στο περιθώριο γραμμένες σε πολλές γλώσσες, μεταφράσεις που ταξιδεύουν από το ένα αλφάβητο στο άλλο και κειμενικές παραδόσεις που μοιράζονται μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων αποκαλύπτουν έναν κόσμο πνευματικής ανταλλαγής που αντιστέκεται στην καθαρή κατηγοριοποίηση. Υπ’ αυτή την έννοια, τα χειρόγραφα που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη της Ρόδου λειτουργούν όχι μόνο ως ιστορικά αντικείμενα αλλά και ως μάρτυρες ενός πιο διασυνδεδεμένου παρελθόντος.

Ένα από τα δυνατά σημεία της συλλογής έγκειται στην άρνησή της να περιοριστεί σε μια ενιαία επιστημονική προοπτική. Οι ιστορικοί εξερευνούν τα θεσμικά και κοινωνικά πλαίσια της χειρόγραφης κουλτούρας. Οι φιλόλογοι αναλύουν κείμενα και γλωσσικούς μετασχηματισμούς. Οι ιστορικοί τέχνης εξετάζουν τις οπτικές και υλικές πτυχές των βιβλίων. Και οι μελετητές της πνευματικής ιστορίας εντοπίζουν την κυκλοφορία ιδεών σε όλες τις περιοχές.

Αυτή η ποικιλομορφία προσεγγίσεων ενισχύει την κεντρική μεταφορά του έργου: τη βιβλιοθήκη ως τόπο συζήτησης. Τα δοκίμια δεν επιχειρούν να παραγάγουν μια ενοποιημένη αφήγηση. Αντίθετα, δημιουργούν μια σειρά διαλόγων – μεταξύ επιστημονικών κλάδων, μεταξύ ιστορικών περιόδων και μεταξύ διαφορετικών ακαδημαϊκών παραδόσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που προσκαλεί τους αναγνώστες να σκεφτούν την Ανατολική Μεσόγειο όχι ως ένα σύνολο απομονωμένων εθνικών ιστοριών αλλά ως έναν κοινό πολιτιστικό χώρο. Από αυτή την άποψη, οι τόμοι βρίσκουν απήχηση σε ένα αυξανόμενο σύνολο ακαδημαϊκών που επιδιώκουν να επαναπροσδιορίσουν την περιοχή μέσα από το πρίσμα συνδεδεμένων ιστοριών.

Ωστόσο, η Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη διαφέρει από πολλές ακαδημαϊκές συλλογές ως προς τον τόνο και τη φιλοδοξία του. Ενώ τα δοκίμια βασίζονται σταθερά στην επιστημονική έρευνα, το έργο στο σύνολό του φέρει έναν ευρύτερο πολιτιστικό και ηθικό σκοπό.

Η αφιέρωση του πρώτου τόμου υποδηλώνει την προσωπική διάσταση που αποτελεί τη βάση του έργου. Τιμά τη Σεμσινούρ Χανίμ, μια γυναίκα που γεννήθηκε σε μια ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια στη Χίο πριν από την Ελληνική Επανάσταση, η οποία αργότερα έζησε στην Κωνσταντινούπολη ως μουσουλμάνα. Η ζωή της, όπως και πολλών ατόμων στην οθωμανική Μεσόγειο, διέσχισε τα θρησκευτικά και πολιτιστικά όρια με τρόπους που οι σύγχρονες ταυτότητες συχνά καθιστούν αόρατες.

Αυτή η αφιέρωση είναι κάτι περισσότερο από μια βιογραφική λεπτομέρεια. Αντανακλά ένα ευρύτερο θέμα που διατρέχει τους τόμους: την αναγνώριση ότι η ιστορία της περιοχής δεν μπορεί να περιοριστεί σε μοναδικές ταυτότητες ή αφηγήσεις. Ζωές όπως της Σεμσινούρ μάς υπενθυμίζουν ότι η Ανατολική Μεσόγειος υπήρξε από καιρό ένας χώρος μετασχηματισμού, προσαρμογής και συνύπαρξης.

 

Πολιτιστική μνήμη

Η ίδια η βιβλιοθήκη γίνεται σύμβολο αυτής της κοινής κληρονομιάς. Ιδρυμένη εντός του οθωμανικού κόσμου αλλά διατηρημένη από γενιά σε γενιά που είδε την άνοδο των σύγχρονων εθνών-κρατών, ενσαρκώνει τη συνέχεια της πολιτιστικής μνήμης πέρα ​​από πολιτικές ρήξεις.

Παρουσιάζοντας τη βιβλιοθήκη και τα χειρόγραφά της σε ένα ευρύτερο επιστημονικό και δημόσιο κοινό, η Συζήτησης στη Βιβλιοθήκη επιτελεί μια πράξη πολιτιστικής διατήρησης. Αλλά κάνει και κάτι πιο φιλόδοξο: προτείνει ότι η κοινή πνευματική κληρονομιά της περιοχής θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για ανανεωμένο διάλογο στο παρόν.

Ο χρόνος του έργου προσδίδει ιδιαίτερη απήχηση. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι πολιτικές εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο –από τις διαμάχες για τα σύνορα και τους πόρους έως τις ανταγωνιστικές ιστορικές αφηγήσεις– έχουν συχνά ενισχύσει τις διαιρέσεις μεταξύ γειτονικών κοινωνιών. Η Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη αντιστέκεται σιωπηλά σε αυτή τη δυναμική. Εστιάζοντας σε χειρόγραφα, βιβλιοθήκες και πνευματικά δίκτυα που προηγούνται της εθνικής εποχής, οι τόμοι μετατοπίζουν την προσοχή μακριά από τις συγκρούσεις που κυριαρχούν στον σύγχρονο πολιτικό λόγο. Υπενθυμίζουν στους αναγνώστες ότι η ιστορία της περιοχής είναι πολύ παλαιότερη και πιο περίπλοκη από τις διαμάχες που τη διαμορφώνουν σήμερα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η έρευνα από μόνη της μπορεί να επιλύσει τις πολιτικές εντάσεις. Αλλά ανακτώντας ένα παρελθόν στο οποίο η πολιτιστική ανταλλαγή και η συνύπαρξη ήταν συνηθισμένες πτυχές της ζωής, το έργο προσφέρει ένα αντίστιγμα στις αφηγήσεις που απεικονίζουν τους λαούς της περιοχής ως μόνιμα διχασμένους.

Υπ’ αυτή την έννοια, οι τόμοι λειτουργούν ως ένα είδος πνευματικής διπλωματίας. Το μήνυμά τους δεν είναι πολιτικό, ωστόσο έχει σαφείς επιπτώσεις: η κατανόηση του κοινού παρελθόντος της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί να ανοίξει χώρο για να φανταστούμε ένα πιο συνεργατικό μέλλον.

Τοποθετώντας τη βιβλιοθήκη στο επίκεντρο της συζήτησης, οι συντάκτες προσκαλούν τους αναγνώστες να φανταστούν την ακαδημαϊκή δραστηριότητα ως μια κοινή προσπάθεια. Ακαδημαϊκοί από διαφορετικές χώρες και κλάδους συγκεντρώνονται –μεταφορικά μιλώντας – γύρω από τα ίδια ράφια βιβλίων. Η μελέτη αυτών των χειρογράφων γίνεται μια κοινή επιχείρηση που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.

Για τους αναγνώστες που είναι συνηθισμένοι στις έντονες διαιρέσεις των σύγχρονων πολιτικών αφηγήσεων, η Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη προσφέρει μια αναζωογονητική προοπτική. Μας υπενθυμίζει ότι η Ανατολική Μεσόγειος ήταν κάποτε –και από πολλές απόψεις παραμένει– ένας χώρος βαθιάς πολιτιστικής όσμωσης.

Τα χειρόγραφα που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη της Ρόδου μιλούν για μελετητές που διάβαζαν γλώσσες, για κοινότητες που αντάλλασσαν ιδέες και για πνευματικές παραδόσεις που εξελίχθηκαν μέσω της επαφής και όχι της απομόνωσης. Αυτές οι ιστορίες δεν σβήνουν τις συγκρούσεις που έχουν διαμορφώσει την περιοχή. Αλλά τις περιπλέκουν, αποκαλύπτοντας ένα παρελθόν στο οποίο η συνύπαρξη ήταν τόσο πραγματική όσο και η αντιπαλότητα.

Φέρνοντας κοντά μελετητές από όλη την περιοχή και πέρα ​​απ’ αυτή, το έργο καταδεικνύει επίσης ότι τέτοιες συζητήσεις παραμένουν δυνατές σήμερα. Η βιβλιοθήκη, που κάποτε ιδρύθηκε ως χώρος κυκλοφορίας γνώσης, γίνεται, σε αυτούς τους τόμους, μια πλατφόρμα για έναν ευρύτερο διάλογο σχετικά με την ιστορία, τον πολιτισμό και τη μνήμη.

Τελικά, η Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη είναι κάτι περισσότερο από μια επιστημονική δημοσίευση. Είναι μια πνευματική χειρονομία – μια χειρονομία που επιδιώκει να ανακτήσει την κοινή πολιτιστική κληρονομιά της Ανατολικής Μεσογείου σε μια στιγμή που αυτή η κληρονομιά συχνά επισκιάζεται από την πολιτική διχόνοια.

Οι συντάκτες και οι συνεργάτες δεν προτείνουν ένα ουτοπικό όραμα αρμονίας. Αντίθετα, προσφέρουν κάτι πιο διακριτικό και ίσως πιο πειστικό: μια υπενθύμιση ότι η ιστορία της περιοχής δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως εντός των ορίων των σύγχρονων εθνικών αφηγήσεων.

Επιστρέφοντας σε χειρόγραφα, βιβλιοθήκες και τις βιωματικές εμπειρίες προηγούμενων γενεών, οι τόμοι ανοίγουν ένα παράθυρο σε έναν κόσμο όπου η πολιτιστική ανταλλαγή ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Με αυτόν τον τρόπο, προσκαλούν τους αναγνώστες να φανταστούν την Ανατολική Μεσόγειο όχι μόνο ως τοπίο συνόρων αλλά και ως κοινό πνευματικό και πολιτιστικό χώρο. Σε μια εποχή που το παρελθόν επικαλείται συχνά για να δικαιολογήσει τη διαίρεση, αυτή η πράξη ιστορικής ανάκαμψης φέρει ένα ήσυχο αλλά ισχυρό μήνυμα. Η βιβλιοθήκη, άλλωστε, παραμένει ανοιχτή – και η συζήτηση συνεχίζεται. 

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 08 26 9.55.20 πμ

Χειρόγραφο Κοράνι επιγραμμένο από τον Μακσούντ ατ-Ταμπρίζι το 963/1555. Αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης Χαφίζ Αχμέτ Αγά στη Ρόδο.

T. Tuten

26 Αυγούστου 2026
Palazzo Pitti - Florence

Άννα Γρίβα, Η αλχημίστρια. Μυθιστόρημα, Μελάνι, Αθήνα 2026, 160 σελ.

Στην Ιταλία του ταραγμένου 17ο αιώνα, οι χειραφετημένες γυναίκες εκτελούνταν ως μάγισσες. Κι η αλχημεία, που ήταν λόγος αν ήσουν γυναίκα να σε στείλει στην πυρά, γίνεται ένα σύστημα σκέψης που συνδέει τη γνώση της φύσης με την εσωτερική μεταμόρφωση – και είναι το πρώτο βήμα για να κερδηθεί η ελευθερία. [ΤΒJ]

 

 

Το ιστορικό μυθιστόρημα Η αλχημίστρια της Άννας Γρίβα μεταφέρει τον αναγνώστη στη Σικελία του 17ου αιώνα, σε μια εποχή έντονων πολιτικών και θρησκευτικών εντάσεων. Το Παλέρμο των αρχών του 17ου αιώνα, υπό ισπανική κυριαρχία, αποτελεί έναν τόπο όπου συνυπάρχουν η πολιτισμική πολυμορφία της Μεσογείου και η ασφυκτική επιβολή της εκκλησιαστικής εξουσίας. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η δράση του μυθιστορήματος ξεκινά με ένα δραματικό γεγονός: την καταδίκη και την εκτέλεση από την Ιερά Εξέταση της Σοφίας Τερέζα Ρομάνο, η οποία είχε κατηγορηθεί για μαγεία και βλασφημία. Η πυρά που τη σκοτώνει δεν λειτουργεί μόνο ως τιμωρία, αλλά και ως συμβολική απαρχή της πορείας της κόρης της, της Τζούλια.

Η Τζούλια, μεγαλωμένη σε μια οικογένεια που διατηρεί ζωντανές πανάρχαιες γνώσεις αλχημείας και θεραπευτικών πρακτικών, βρίσκεται αντιμέτωπη με το βάρος μιας παράδοσης αλλά και με το τραύμα της απώλειας. Η αλχημεία, στο μυθιστόρημα, πέρα από μυστικιστική πρακτική, γίνεται ένα σύστημα σκέψης που συνδέει τη γνώση της φύσης με την εσωτερική μεταμόρφωση. Η νεαρή ηρωίδα καλείται να επανεξετάσει αυτή την κληρονομιά και να αποφασίσει τι σημαίνει για τη δική της ζωή.

Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας έχει η Μαρία Γκαρθία, κόρη ισπανού αξιωματούχου. Παρά την κοινωνική και εθνική τους διαφορά, οι δύο γυναίκες αναπτύσσουν μια στενή σχέση που λειτουργεί ως άξονας του βιβλίου. Η φιλία τους φωτίζει την πολυπλοκότητα της εποχής: σε έναν κόσμο όπου οι πολιτικές, θρησκευτικές και εθνικές ταυτότητες χωρίζουν τους ανθρώπους, οι προσωπικοί δεσμοί μπορούν να δημιουργήσουν απροσδόκητες γέφυρες.

Σταδιακά, η αφήγηση εκτείνεται πέρα από τα όρια της Σικελίας, ακολουθώντας τις ηρωίδες σε ένα ταξίδι που τις φέρνει σε επαφή με τον ευρύτερο πνευματικό ορίζοντα της εποχής. Πρόσωπα και ιδέες που σημάδεψαν την περίοδο –η επιστημονική τομή που συνδέεται με τον Γαλιλαίο, η τραγική μοίρα του Τζορντάνο Μπρούνο, η καλλιτεχνική παρουσία της Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι– εντάσσονται οργανικά στο μυθιστόρημα, προσδίδοντας σε αυτό ιστορικό βάθος. Η συγγραφέας ενσωματώνει τα στοιχεία αυτά στην πλοκή του έργου, αποτυπώνοντας μια εποχή όπου η γνώση και η εξουσία βρίσκονταν σε συνεχή σύγκρουση.

Παράλληλα, το βιβλίο αναδεικνύει τη θέση των γυναικών σε έναν κόσμο που περιορίζει τις επιλογές τους. Οι πρωταγωνίστριες αναγκάζονται να διαμορφώσουν τη μοίρα τους μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Η αναζήτηση της προσωπικής ελευθερίας, η ανάγκη για γνώση και η δύναμη των ανθρώπινων δεσμών αποτελούν βασικούς άξονες της αφήγησης. Παράλληλα, σημαντικό είναι το μοτίβο της μεταμόρφωσης, που διατρέχει ολόκληρο το έργο. Όπως στην αλχημεία η φωτιά μεταβάλλει την ύλη, έτσι και οι δοκιμασίες που αντιμετωπίζουν οι ήρωες λειτουργούν ως διαδικασία εσωτερικής αλλαγής. Η πορεία της Τζούλια, από την απώλεια και την αβεβαιότητα προς μια βαθύτερη κατανόηση του εαυτού της, αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα του μυθιστορήματος.

Το βιβλίο ανασυνθέτει, τελικά, με λεπτομέρεια το ιστορικό σκηνικό της Ύστερης Αναγέννησης, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα όπου το πραγματικό και το πνευματικό στοιχείο συνυπάρχουν. Η αφήγηση συνδυάζει την ιστορική έρευνα με τη μυθοπλασία, ενώ μέσα από την περιπετειώδη πλοκή και τις συναντήσεις των ηρώων με πρόσωπα και ιδέες της εποχής το μυθιστόρημα φωτίζει μια περίοδο κατά την οποία η αναζήτηση της αλήθειας μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη, αλλά ταυτόχρονα άνοιγε νέους δρόμους σκέψης. Η αλχημίστρια είναι μια αφήγηση για την ανθρώπινη επιθυμία να υπερβεί τα όρια που επιβάλλουν οι φόβοι, οι θεσμοί και οι προκαταλήψεις. Σε έναν κόσμο όπου η φωτιά χρησιμοποιείται τόσο για την καταστροφή όσο και για τη γνώση, οι ηρωίδες του βιβλίου επιχειρούν να μετατρέψουν την εμπειρία τους σε δύναμη και να αναζητήσουν μια ζωή που θα καθορίζεται από την αγάπη, το θάρρος και την ελευθερία.

25 Αυγούστου 2026
Elke Wetzig

Μιχαήλ Θ. Ρασσιάς, John Nash, Όταν μοιραστήκαμε την ίδια κιμωλία, Καστανιώτη, Αθήνα 2025, 189 σελ.

Γνώρισε τον νομπελίστα μαθηματικό Τζον Νας ως νεαρός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, συνδέθηκε στενά μαζί του και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή του και ως μαθηματικού και ως ανθρώπου. Ο Μιχαήλ Θ. Ρασσιάς περιγράφει σε ένα βιβλίο τη σχέση του με την κορυφαία αυτή προσωπικότητα και το καθρέφτισμά της στη συνθετότητα των Μαθηματικών στην οποία αφιερώθηκε. Ταυτόχρονα, από τις γραμμές του βιβλίου, παρελαύνουν κι άλλα μεγάλα ονόματα της επιστήμης του 20ού αιώνα (Kurt Gödel, Albert Einstein, John von Neumann, Richard Feyman, Robert Oppenheimer)  με αναφορές τόσο στα επιτεύγματά τους όσο και στις ιδιαίτερες υποκειμενικότητές τους. [ΤΒJ

Οι μαυροπίνακες  στο common room του Fine Hall, του κτιρίου που στεγάζει το Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πρίνστον, είναι κατάφορτοι από μαθηματικά σύμβολα: θεωρήματα, πορίσματα, εξισώσεις, «μαθηματικοποιημένες» ιδέες, όλα σχετικά με τα προβλήματα πάνω στα οποία εργάζεται η μαθηματική κοινότητα του Πρίνστον εκείνη την περίοδο. Ένας νεόφερτος ερευνητής από την Ευρώπη ολοκληρώνει βιαστικά τις φόρμουλες που γράφει πάνω τους με κιμωλία και στρέφεται ενστικτωδώς προς τον παιδικό του ήρωα, τον Τζον Νας (John Nash), ο οποίος κάθεται σε μια κοντινή πολυθρόνα και βλέπει προς τους μαυροπίνακες. Το  βλέμμα του διάσημου νομπελίστα καρφώνεται σε έναν μαθηματικό τύπο που μόλις είχε γράψει ο νεαρός έλληνας ερευνητής. Τον δείχνει με τα δάκτυλά του.

«Πρώτοι αριθμοί σε πηλίκον. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτός ο τύπος. Δουλεύεις πάνω στους πρώτους αριθμούς;»

«Μάλιστα, Professor Nash», του απαντά εκείνος, σχεδόν σε στάση προσοχής.

Έτσι ξεκίνησε, τον Σεπτέμβριο του 2014, μια εντελώς αναπάντεχη στενή φιλία του Μιχαήλ Θ. Ρασσιά, ο οποίος βρέθηκε εκεί ως επισκέπτης μεταδιδακτορικός ερευνητής, με τον διάσημο καθηγητή μαθηματικών Τζον Νας, ο οποίος το 1994, μαζί με τον John Harsanyi και τον Reinhard Selten, είχε τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ Οικονομίας. Την έκταση αυτής της φιλίας σε διάφορα πεδία (ερευνητικό, κοινωνικό, προσωπικό), που όμως έληξε απότομα, εννέα μήνες αργότερα, τον Μάιο του 2015, με τον τραγικό θάνατο του διάσημου νομπελίστα και της συζύγου του Αλίσια σε τροχαίο δυστύχημα, απλώνει ο συγγραφέας στο βιβλίο του, John Nash, Όταν μοιραστήκαμε την ίδια κιμωλία, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Σε μια «μαθηματική επικράτεια» που τη συνέθεταν μια μαθηματική ιδιοφυΐα και ένας φέρελπις ερευνητής με λαμπρές σπουδές, το «μοίρασμα σπουδαίων μαθηματικών εννοιών» συχνά  κατέληγε σε κάποιο ενδιαφέρον ανοιχτό πρόβλημα των μαθηματικών. Και τότε, εμφανιζόταν μπροστά τους η περίφημη λίστα των «23 άλυτων προβλημάτων» την οποία είχε συνθέσει ο σπουδαίος γερμανός μαθηματικός Ντάβιντ Χίλμπερτ (David Hilbert, 1862-1943) το 1900, η οποία αποδείχτηκε ανυπέρβλητη και έχει  καθοδηγήσει έκτοτε ένα κομμάτι της μαθηματικής έρευνας. Μάλιστα, ο Νας έλυσε το 19ο πρόβλημα αυτής της λίστας. Ακριβώς εκείνος ο μαθηματικοφιλοσοφικός διάλογος  επηρέασε και τη μετέπειτα απόφασή τους για την προετοιμασία του βιβλίου τους (συλλογικός τόμος) με τίτλο Ανοιχτά προβλήματα στα Μαθηματικά (Open Problems in Mathematics, Springer, 2016). Το κάθε κεφάλαιο είναι αφιερωμένο σε ένα ανοιχτό πρόβλημα (ή σε έναν αστερισμό από αλληλοσχετιζόμενα προβλήματα) όπου παρουσιάζονται τα πλέον μοντέρνα αποτελέσματα και οι τεχνικές «επίθεσης», στην προσπάθεια των μαθηματικών να ρίξουν φως σε κάποια από τα πλέον μυστηριώδη προβλήματα της επιστήμης (σ. 30). 

Αξίζει να σημειώσουμε ότι γύρω από τα ανοιχτά προβλήματα των μαθηματικών έχει υφανθεί μια ολόκληρη μυθολογία, που ξεκινά από την αρχαιότητα (π.χ. τετραγωνισμός του κύκλου), περνά μέσα από τους θρύλους του Φερμά[1] και του Χίλμπερτ, και συνεχίζεται ώς τις μέρες μας με τα «επικηρυγμένα» προβλήματα (π.χ. Υπόθεση Ρίμαν, το πρόβλημα P vs NP) από το Μαθηματικό Ινστιτούτο Clay, έναντι αμοιβής ενός εκατομμυρίου δολαρίων για κάθε λύση. Μάλιστα η ύπαρξη χρηματικού επάθλου ενισχύει την αίσθηση ότι πρόκειται για «θησαυρούς» που περιμένουν να ανακαλυφθούν.

Η δυσκολία στην απόδειξη των ανοιχτών προβλημάτων δείχνει ότι απαιτούνται νέες ιδέες και τεχνικές που δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα στα μαθηματικά. Αλλά, όπως  σημειώνει ο συγγραφέας:

Και η ανακάλυψη ενός τέτοιου προβλήματος αποτελεί τον εντοπισμό ενός τείχους που συνιστά εμπόδιο στον ατέρμονα δρόμο των μαθηματικών προς την εύρεση της αλήθειας, το οποίο πρέπει να γκρεμιστεί. Κάποιες φορές, οι μαθηματικοί καταφέρνουν να το γκρεμίσουν ολοσχερώς αποκτώντας πλήρη εποπτεία της αντίστοιχης περιοχής, άλλες φορές ανοίγουν μια χαραμάδα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις το τείχος παραμένει ολόρθο και ακλόνητο σε κάθε προσπάθεια επίθεσης (σ. 31).

Όμως, σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις οι ερευνητές μπορεί να βρεθούν στην επικράτεια των συνεπειών του περίφημου και συνταρακτικού για τα Μαθηματικά «Θεωρήματος της μη-πληρότητας» του Κουρτ Γκέντελ, σύμφωνα με το οποίο  κάθε συνεπές αξιωματικό σύστημα θα περιέχει μη αποκρίσιμες προτάσεις, προτάσεις δηλαδή που δεν θα μπορούν ούτε να αποδειχθούν ούτε να καταρριφθούν. Και τότε το «τείχος θα παραμένει ολόρθο και ακλόνητο σε κάθε προσπάθεια επίθεσης». Ποιος ξέρει: ίσως κάποιο από τα «επικηρυγμένα» από το Μαθηματικό Ινστιτούτο Clay προβλήματα με έπαθλο ένα εκατομμύριο δολάρια για την επίλυσή του να ανήκει στην παραπάνω κατηγορία. Ίσως, για παράδειγμα, αυτό να συμβαίνει με την  περίφημη Υπόθεση Ρίμαν, το «ιερό δισκοπότηρο» των Μαθηματικών. Πρόκειται για μια μεγαλοφυή  υπόθεση που υποστηρίζει ότι πίσω από αυτό το φαινομενικό χάος των πρώτων αριθμών, που αποτελούν τα «δομικά υλικά» όλων των αριθμών,  κρύβεται μια τέλεια, συμπαντική αρμονία και μια αυστηρή μαθηματική τάξη. Αν η τάξη αυτή αποκρυπτογραφηθεί πλήρως, θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά όλα όσα γνωρίζουμε για την ασφάλεια στο διαδίκτυο. Εδώ και 160 χρόνια, η Υπόθεση Ρίμαν προκαλεί και γοητεύει τα πιο λαμπρά μυαλά, σπρώχνοντάς τα   στα όρια της ιδιοφυΐας και της εμμονής. Ολόκληρες ζωές ερευνητών τής έχουν αφιερωθεί. Λέγεται πως όταν ο μεγάλος Χίλμπερτ ρωτήθηκε τι θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα ζητούσε να μάθει αν μπορούσε ύστερα από 500 χρόνια να αναστηθεί, εκείνος απάντησε χωρίς δισταγμό: «Αν έχει αποδειχθεί η Υπόθεση Ρίμαν»[2].

 

Τα «επικηρυγμένα» προβλήματα

Το 2000, με την έναρξη της νέας χιλιετίας, το Μαθηματικό Ινστιτούτο Clay (CMI) «επικήρυξε»  επτά ανοιχτά προβλήματα, προσφέροντας χρηματικό έπαθλο ενός εκατομμυρίου δολαρίων  για καθένα απ’ αυτά. Η ανακοίνωση   έλαβε χώρα τον Μάιο του 2000, στο Collège de France  στο Παρίσι, ακριβώς έναν αιώνα μετά την ομιλία του Ντάβιντ Χίλμπερτ το 1900 στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών στο Παρίσι. Στην ομιλία εκείνη είχε περιγράψει 23 μαθηματικά προβλήματα που έθεσαν τον τόνο για μεγάλο μέρος της μαθηματικής έρευνας του 20ού αιώνα. Μια κορυφαία επιστημονική επιτροπή –που περιλάμβανε θρύλους όπως ο  ⁠Άντριου Γουάιλς (Andrew Wiles: ο άνθρωπος που έλυσε το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά)– επέλεξε 7 κλασικά, εξαιρετικά δύσκολα προβλήματα που είχαν αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια επίλυσης για δεκαετίες ή και αιώνες. Μάλιστα, για να αποφευχθεί η «πλημμύρα» από βιαστικές ή λανθασμένες λύσεις, το Ινστιτούτο Clay έθεσε πολύ αυστηρούς κανόνες για την εξαργύρωση της επικήρυξης όπως:

1.    Η λύση δεν στέλνεται απευθείας στο Ινστιτούτο. Πρέπει να δημοσιευτεί σε ένα αναγνωρισμένο, διεθνές μαθηματικό περιοδικό.

2.     Μετά τη δημοσίευση, πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 2 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα, η παγκόσμια μαθηματική κοινότητα ελέγχει τη λύση εξονυχιστικά για να βρει τυχόν λάθη.

3.    Αν η λύση αντέξει τον έλεγχο, μια ειδική επιτροπή του Ινστιτούτου Clay εισηγείται την απονομή του βραβείου.

Σε κάθε όμως περίπτωση, τα ανοιχτά προβλήματα –κάποια με εξαιρετικά απλές διατυπώσεις που νομίζεις πως σε περιπαίζουν, αλλά με απύθμενο βάθος– αποτελούν τα «χρυσοφόρα κοιτάσματα» της έρευνας για να διευρύνονται τα όρια της γνώσης, καθώς από την προσπάθεια για λύση τους έχουν προκύψει ολόκληροι κλάδοι μαθηματικών. Μάλιστα, η δημιουργική δύναμη των  ανοιχτών  προβλημάτων στα μαθηματικά   διατυπώθηκε με έναν ιδιαίτερο τρόπο από τον Χίλμπερτ όταν αυτός ρωτήθηκε γιατί δεν επιχείρησε ο ίδιος να λύσει την εικασία του Φερμά:   «Δεν είχα κανέναν λόγο να σκοτώσω την κότα που γεννάει τα χρυσά αυγά», απάντησε.

Τα παραπάνω εξιστορούνται χωρίς σύμβολα, χωρίς εξισώσεις και με έναν τρόπο προσιτό και στον μη μυημένο περί τα Μαθηματικά αναγνώστη. Και ο πλέον αδαής μπορεί να αντιληφθεί με όρους «καθημερινότητας» τι «λέει» η Εικασία –και τώρα Θεώρημα– του Πουανκαρέ. Με πολύ απλά  λόγια, το θεώρημα μας λέει ότι αν ένας τρισδιάστατος χώρος έχει ορισμένες βασικές ιδιότητες (είναι πεπερασμένος και δεν έχει «τρύπες»), τότε μπορούμε να τον «ξεχειλώσουμε» και να τον παραμορφώσουμε σαν πλαστελίνη μέχρι να γίνει μια τέλεια σφαίρα, χωρίς να χρειαστεί να τον σκίσουμε ή να τον κολλήσουμε. Έστω λοιπόν ότι έχουμε στα χέρια μας ένα ενιαίο κομμάτι πλαστελίνης το οποίο δεν έχει τρύπες. Σύμφωνα με την εικασία του Πουανκαρέ, συμπιέζοντας και τεντώνοντας το κομμάτι πλαστελίνης (χωρίς να το κόψουμε σε περισσότερα κομμάτια ή να του δημιουργήσουμε τρύπες), μπορούμε πάντοτε να μετατρέψουμε το κομμάτι αυτό σε μια τέλεια σφαίρα. Αν υπήρχε μια διαμπερής τρύπα στο κομμάτι πλαστελίνης, αυτό δεν θα ήταν δυνατόν, όπως, για παράδειγμα, ένα ντόνατ που έχει μια τρύπα στη μέση δεν μπορεί να γίνει σφαίρα (σ. 93). Πρόκειται για μια αφήγηση που φέρνει –κυρίως– τα μαθηματικά, και την επιστήμη γενικότερα, κοντά σε ένα γενικό κοινό που είναι ευρύτερο από αυτό των μυημένων.

 

Με τον Μπετόβεν της επιστήμης

Όμως η αφήγηση του Ρασσιά δεν περιορίζεται στη μαθηματική συνεργασία του με τον αμερικανό νομπελίστα. Αν τον 27χρονο μεταδιδακτορικό ερευνητή είχαν συνεπάρει «η κομψότητα των εννοιών και η απίστευτη ιδιοφυΐα πίσω από τις ιδέες του σε συνδυασμό με την απλότητα με την οποία ο Νας τις παρουσίαζε», τι εύρισκε ο 86χρονος νομπελίστας στον γεμάτο δυνατότητες νέο έλληνα επιστήμονα; Με ψύχραιμη και ευαίσθητη ματιά, ο Ρασσιάς παρουσιάζει  τον άνθρωπο Νας πέρα από την πανοπλία με την οποία τον θωράκιζε η αίγλη των επιστημονικών επιτευγμάτων του. Και τότε έρχονται στο φως πτυχές που συγκροτούν την ανθρώπινη κατάσταση: γονεϊκές ενοχές, υπαρξιακά σπαράγματα, υποκατάστατα που εμείς οι άνθρωποι αναζητούμε στη ζωή. Και τότε, οι άνθρωποι γίνονται πιο οικείοι, πιο «ανθρώπινοι». Ο Nας ένιωθε ενοχές που ο γιος του κληρονόμησε την ασθένειά του, που δεν θα μπορούσε ποτέ να εργαστεί εξαιτίας της, ενώ στο πρόσωπο του νεαρού έλληνα ερευνητή έβλεπε μια σχέση που δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ με τον ίδιο του το γιο.

Η συνεργασία με τον Τζον Νας ήταν για τον συγγραφέα μια από τις σημαντικότερες της ζωής του, όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος την  εικονοποιεί: «Αν ήσουν μουσικός και είχες την ευκαιρία να κάθεσαι μπροστά σε ένα πιάνο  και να παίζεις μουσική μαζί με τον Μπετόβεν, στο ίδιο σκαμπό, πλάι πλάι, θα ήταν ό,τι πιο καταπληκτικό θα μπορούσες να φανταστείς. Ήταν το ίδιο πράγμα».

Με μια αφήγηση ρέουσα και ζωντανή, ο συγγραφέας επιδιώκει να μεταδώσει στον αναγνώστη αυτό ακριβώς το αίσθημα: ότι βρίσκεται κι εκείνος δίπλα, μάρτυρας και συμμέτοχος σε μια  «μουσική συνάντηση» με μια μαθηματική ιδιοφυΐα.

 

[1] Pierre de Fermat (1601-1665). Γάλλος νομικός και ερασιτέχνης μαθηματικός με μεγάλη συμβολή στην ανάπτυξη του απειροστικού λογισμού. Είναι γνωστός για την ανακάλυψη μιας πρωτότυπης μεθόδου υπολογισμού των ελάχιστων και μέγιστων σημείων σε καμπύλες γραμμές, ανάλογης με τον τότε ακόμα άγνωστο διαφορικό λογισμό. Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά περιγράφεται ως εξής: «Είναι αδύνατον να χωρίσεις οποιαδήποτε δύναμη μεγαλύτερη της δεύτερης σε δύο ίδιες δυνάμεις».

[2] Η Υπόθεση Ρίμαν, η οποία εισήχθη από τον Μπέρναρντ Ρίμαν (1859), είναι η εικασία πως οι μη τετριμμένες ρίζες της συνάρτησης ζήτα του Ρίμαν, έχουν όλες πραγματικό μέρος 1/2. Η υπόθεση Ρίμαν συνεπάγεται αποτελέσματα για την κατανομή των πρώτων αριθμών. θεωρείται από κάποιους μαθηματικούς το σημαντικότερο άλυτο πρόβλημα των θεωρητικών μαθηματικών. Η υπόθεση Ρίμαν, μαζί με την Εικασία του Γκόλντμπαχ, αποτελεί μέρος του όγδοου προβλήματος στον κατάλογο των 23 άλυτων προβλημάτων του Ντάβιντ Χίλμπερτ. Αποτελεί επίσης ένα από τα προβλήματα της χιλιετίας του Μαθηματικού Ινστιτούτου Clay.

25 Αυγούστου 2026
Mstyslav Chernov / Unframe

Ivan Katchanovski, The Maidan Massacre in Ukraine: The Mass Killing that Changed the World. Palgrave Macmillan, 2024, xix + 266 σελ.

Στις 20 Φεβρουαρίου 2014, έπειτα από πολυήμερες διαδηλώσεις στο κέντρο του Κιέβου, σημειώθηκαν σφοδρές συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία. Από τις συγκρούσεις, αλλά και από πυροβολισμούς που τυφλά κατευθύνθηκαν προς το πλήθος των διαδηλωτών, σκοτώθηκαν περίπου 130 άνθρωποι. Η σφαγή του Μαϊντάν, όπως αποκλήθηκε εκείνο το επεισόδιο, ήταν το ποτήρι που ξεχείλισε. Η Βουλή απέπεμψε τον εχθρό της ευρωπαϊκής πορείας της Ουκρανίας, ρωσόφιλο έως τότε πρόεδρο, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, από την ηγεσία ενώ ο ίδιος είχε λίγο νωρίτερα καταφύγει στη Ρωσία. Πολλά χρόνια μετά, ο Ιβάν Κατσανόφσκι, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Οτάβα του Καναδά, επιδιώκει την αναθεώρηση όσων συνέβησαν εκείνη την ημέρα, με στόχο να αλλάξει το νόημα της σφαγής του Μαϊντάν και, συνολικότερα, της ουκρανικής «Επανάστασης της αξιοπρέπειας». Η μέθοδός του έχει κενά, γνωστικές και επιστημονικής ακροβασίες. [TBJ]

Το βιβλίο του Ιβάν Κατσανόφσκι, The Maidan Massacre in Ukraine (Η σφαγή του Μαϊντάν στην Ουκρανία), προσφέρει μια από τις πιο αμφιλεγόμενες επανερμηνείες των πυροβολισμών στο Κίεβο τον Φεβρουάριο του 2014. Ο κεντρικός του ισχυρισμός είναι ότι οι θανατηφόροι πυροβολισμοί εναντίον διαδηλωτών δεν ήταν καταρχήν έργο του μηχανισμού κρατικής ασφάλειας του Γιανουκόβιτς, αλλά ότι ενεπλάκησαν σκοπευτές που δρούσαν από τοποθεσίες οι οποίες είχαν συνδεθεί με τη δραστηριότητα του κινήματος διαμαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένου του ξενοδοχείου Ουκράινα. Το βιβλίο, επομένως, δεν αφορά μόνο την αναστοιχειοθέτηση ενός βίαιου γεγονότος, αλλά αποτελεί και μια αναθεωρητική προσπάθεια να αλλάξει το νόημα της σφαγής του Μαϊντάν.

Εμπειρική πυκνότητα

Μια αμφιλεγόμενη θέση δεν αποτελεί, από μόνη της, επιστημονική αδυναμία. Οι κυρίαρχες αφηγήσεις πρέπει να δοκιμάζονται. Τα δύσκολα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να εξετάζονται. Οι δυσάρεστες ερωτήσεις δεν πρέπει να αποφεύγονται.

Το πρόβλημα με αυτό το βιβλίο είναι διαφορετικό: το συμπέρασμα είναι ισχυρότερο από τη μέθοδο που το υποστηρίζει. Το βασικό αποδεικτικό υλικό του βιβλίου εμπίπτει σε πεδία στα οποία ο συγγραφέας δεν έχει επιδείξει αναγνωρισμένη εμπειρογνωμοσύνη. Ο Κατσανόφσκι συγκεντρώνει μεγάλη ποσότητα βίντεο, μαρτυριών, δικαστικού υλικού, εγκληματολογικών στοιχείων και αναφορών των μέσων ενημέρωσης. Ωστόσο, η συσσώρευση δεν αποτελεί μέθοδο. Ένας σωρός από δεδομένα δεν καθίσταται απόδειξη απλώς και μόνο επειδή είναι μεγάλος.

Η εμπειρική πυκνότητα του βιβλίου μπορεί να εντυπωσιάσει έναν μη ειδικό αναγνώστη. Γίνονται αναφορές σε οπτικό υλικό, σε καταθέσεις μαρτύρων, σε υλικό έρευνας, σε δικαστικές πηγές, σε ιατρικές εκθέσεις και σε εκθέσεις βαλλιστικής έρευνας, καθώς και σε δημοσιευμένες πηγές από τα μέσα ενημέρωσης. Αλλά το ουσιαστικό ερώτημα δεν έχει σχέση με το πόσο υλικό παρατίθεται. Το ερώτημα είναι πώς επιλέγεται, πώς ελέγχεται, πώς ταξινομείται και πώς ερμηνεύεται αυτό το υλικό. Εδώ, το βιβλίο παραμένει αδύναμο. Δεν παρέχει ένα διαφανές πρωτόκολλο αποδεικτικών στοιχείων: τι κάνει ένα βίντεο αξιόπιστο και τι ένα άλλο περιθωριακό· τι κάνει έναν μάρτυρα κρίσιμο και έναν άλλο αναξιόπιστο· πώς σταθμίζονται τα αντιφατικά στοιχεία· και πώς αντιμετωπίζονται οι πολιτικά ελεγχόμενες πηγές.

Αυτή η αδυναμία είναι ιδιαίτερα εμφανής στη χρήση οπτικού υλικού. Οπτικό υλικό χρησιμοποιείται επανειλημμένα για να συναχθούν συμπεράσματα για την κατεύθυνση των πυρών, για τις πιθανές θέσεις αυτών που πυροβολούσαν και για τις κινήσεις που ακολούθησαν. Μια τέτοια δουλειά απαιτεί προσεκτική πιστοποίηση, συγχρονισμό και κριτική των πηγών. Ένα βίντεο δεν είναι άμεσο παράθυρο στην αλήθεια· είναι μερικό, υποκειμενικό και συχνά το νόημά του δίνεται εκ των υστέρων από παράγοντες με συγκεκριμένα συμφέροντα. Μεγάλο μέρος του οπτικού υλικού που χρησιμοποιείται για την υποστήριξη του επιχειρήματος του Κατσανόφσκι έχει πολιτικά αμφισβητήσιμη ιστορία, γεγονός που απαιτεί πολύ πιο αυστηρή κριτική των πηγών από αυτήν που προσφέρει το βιβλίο. Όταν το οπτικό υλικό προέρχεται από πολιτικά εμπλεκόμενα περιβάλλοντα, μπορεί να περιέχει χρήσιμες πληροφορίες, αλλά μόνο αν η προέλευσή του εξεταστεί ανοιχτά. Χωρίς αυτή την τοποθέτηση στο πλαίσιο, η χρήση του ως αποδεικτικού στοιχείου δείχνει υποκειμενική ανάγνωση και όχι προσεκτική επιστημονική έρευνα.

Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και στην αντιμετώπιση του ξενοδοχείου Ουκράινα. Στο βιβλίο του Κατσανόφσκι, το ξενοδοχείο δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Είναι ένας βασικός πυλώνας. Εάν η παρουσία, η ταυτότητα και οι πολιτικές δεσμεύσεις των φερόμενων ως σκοπευτών σε αυτό το κτίριο δεν μπορούν να αποδειχθούν, η ευρύτερη ερμηνεία χάνει τα θεμέλιά της. Η τοποθεσία δεν αποδεικνύει την ταυτότητα, η πρόσβαση δεν αποδεικνύει την πολιτική προτίμηση και η συλλογιστική δεν μπορεί να αντικαταστήσει την απόδειξη. Το βιβλίο δεν παρέχει επαληθευμένη ταυτοποίηση των εν λόγω σκοπευτών με όνομα ή αξιόπιστη φυσική περιγραφή, ούτε παρέχει σαφή οπτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι δρούσαν από το ξενοδοχείο Ουκράινα. Οι πιθανές θέσεις προέλευσης των πυροβολισμών δεν είναι αποδεικτικό ισοδύναμο με τους ταυτοποιημένους δράστες.

Το πρόβλημα είναι η υπερβολικά εύκολη εξαγωγή συμπερασμάτων. Ένας ήχος σε ένα βίντεο μετατρέπεται σε πιθανή κατεύθυνση πυρός· μια πιθανή κατεύθυνση, σε πιθανή τοποθεσία· μια τοποθεσία, σε κτίριο· ένα κτίριο γίνεται πολιτική προτίμηση· και η συγκεκριμένη πολιτική κατηγοριοποίηση μεταμορφώνεται σε ευθύνη. Κάθε βήμα ενέχει αβεβαιότητα. Ωστόσο, το σωρευτικό επιχείρημα παρουσιάζεται σαν να ήταν η αλυσίδα αδιάσπαστη. Αυτό που παρουσιάζεται ως απόδειξη είναι συχνά συμπέρασμα· αυτό που παρουσιάζεται ως μέθοδος είναι συχνά συσσώρευση υλικού. Το αποτέλεσμα δεν αποδεικνύει εξειδίκευση, η χρήση υλικού που μοιάζει εξειδικευμένο δεν έχει την πειθαρχία που απαιτεί η μελέτη τέτοιου υλικού.

Μεθοδολογικές αστοχίες και πλάνες

Το βιβλίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ειδικά πεδία στα οποία ο συγγραφέας δεν έχει επιδείξει αναγνωρισμένη εμβάθυνση ούτε πολύ περισσότερο εξειδίκευση: εγκληματολογία, βαλλιστική, ποινική-ανακριτική διαδικασία και αναπαράσταση σκηνής εγκλήματος. Δεν πρόκειται για ένα ασήμαντο ζήτημα ακαδημαϊκού υπόβαθρου. Αφορά τον πυρήνα της αξιοπιστίας του βιβλίου του. Οι μελετητές μπορούν προφανώς να εισέλθουν σε νέα πεδία, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να αποδείξουν ότι πληρούν τις προδιαγραφές αυτών των πεδίων. Ένας πολιτικός επιστήμονας μπορεί να αναλύει την πολιτική βία, αλλά δεν μπορεί να δανειστεί την ορολογία της εγκληματολογίας και της βαλλιστικής αναμένοντας απλώς να προκύψει η αξιοπιστία που απορρέει από την εξειδίκευση. Η εξειδίκευση δεν μεταφέρεται μέσω της εγγύτητας: ένας οδοντίατρος δεν μπορεί να εκτελέσει εγχείρηση εγκεφάλου επειδή τόσο η οδοντιατρική όσο και η νευροχειρουργική είναι ιατρικές ειδικότητες.

Γι' αυτό έχει σημασία η επιστημονική αστάθεια του βιβλίου. Άλλοτε η ανάλυση εμφανίζεται ως πολιτική επιστήμη, άλλοτε ως αναπαράσταση σκηνής εγκλήματος, άλλοτε ως νομική ανάλυση και άλλοτε ως σύγχρονη ιστορία. Η διεπιστημονικότητα μπορεί να είναι παραγωγική, όταν όμως αποδέχεται και πληροί τις προδιαγραφές και τις πειθαρχίες κάθε πεδίου στο οποίο εισέρχεται. Εδώ η κίνηση μεταξύ των πεδίων συχνά μοιάζει λιγότερο με ενσωμάτωση και περισσότερο με υπεκφυγή. Το πλαίσιο της πολιτικής επιστήμης καθίσταται αντικείμενο επίκλησης, αλλά δεν χρησιμοποιείται συστηματικά. Οι εγκληματολογικές αξιώσεις προωθούνται χωρίς επαρκή τεχνική επικύρωση. Το ιστορικό πλαίσιο εφαρμόζεται επιλεκτικά. Το βιβλίο δανείζεται επιστημολογικό κύρος από διάφορα πεδία χωρίς να λογοδοτεί επαρκώς σε κανένα από αυτά.

Η αντιμετώπιση της κρατικής ευθύνης είναι επίσης προβληματική. Η απουσία άμεσης γραπτής διαταγής από τον Βίκτορ Γιανουκόβιτς ή ανώτερους αξιωματούχους για τη δολοφονία διαδηλωτών δεν μπορεί να θεωρηθεί απαλλακτικό στοιχείο. Η σύγχρονη κρατική βία σπανίως εμφανίζεται στα αρχεία ως κάποια σαφώς και ρητά υπογεγραμμένη διαταγή. Η καταστολή λειτουργεί συχνά μέσω εξουσιοδοτημένων αρχών, έμμεσων σημάτων, άτυπων ιεραρχιών και κλιμακούμενου εξαναγκασμού. Οι πυροβολισμοί έλαβαν χώρα έπειτα από μήνες βίας εναντίον διαδηλωτών: μήνες ξυλοδαρμών, εκφοβισμών, απαγωγών, βασανιστηρίων και θανάτων που είχαν προηγηθεί. Αν απομονώνουμε την 20ή Φεβρουαρίου από αυτό το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο σημαίνει ότι παραμορφώνουμε το ιστορικό πεδίο.

Το επιχείρημα του Κατσανόφσκι έχει επίσης πρόβλημα αποδοχής. Παρά την προβολή του στη δημόσια συζήτηση, δεν έχει εξελιχθεί σε παραγωγική ερευνητική κατεύθυνση στις Ουκρανικές Σπουδές, τις Ανατολικοευρωπαϊκές Σπουδές ή τη μελέτη του Μαϊντάν. Η προβολή δεν είναι το ίδιο με την επιστημονική αποδοχή. Μια μονογραφία που ισχυρίζεται ότι μετασχηματίζει την κατανόηση ενός από τα κεντρικά γεγονότα της σύγχρονης ουκρανικής ιστορίας πρέπει να δοκιμαστεί στους επιστημονικούς χώρους όπου μελετώνται το γεγονός αυτό και τα αποδεικτικά στοιχεία του: σύγχρονη ουκρανική ιστορία, πολιτική βία, εγκληματολογία και νομική ανάλυση. Η προβολή της δεν έχει μετασχηματιστεί σε αναγνωρισμένο έργο το οποίο διευρύνει την έρευνα σε όλα αυτά πεδία. Η κυκλοφορία δεν αποτελεί επικύρωση και η επανάληψη δεν είναι αποδοχή.

Το βιβλίο τείνει περαιτέρω προς την αιτιώδη υπερβολή. Συνδέοντας τους πυροβολισμούς στο Μαϊντάν με την πτώση του Γιανουκόβιτς, την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, τον πόλεμο στο Ντονμπάς και την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία το 2022 συμπιέζει μια πολύπλοκη ιστορική διαδικασία σε μια απλουστευμένη αλυσίδα. Αυτό διογκώνει την επεξηγηματική δύναμη του βιβλίου υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα τη ρωσική δραστηριότητα, τη μακροπρόθεσμη ρωσική πίεση κατά της ουκρανικής κυριαρχίας και τις συγκεκριμένες αποφάσεις του ρωσικού κράτους. Δεν απλοποιεί απλώς την ιστορία. Διακινδυνεύει να κάνει τη ρωσική επιθετικότητα να φαίνεται αμυντική, συγκαλύπτοντας την ωμότητά της.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι η αδύναμη επιστημονική έρευνα, μόλις δημοσιευτεί, αποκτά δύναμη και απήχηση πέρα από την ίδια. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι το επιχείρημα είναι αδύναμο· είναι ότι η δημοσίευση δίνει στα αδύναμα επιχειρήματα αδικαιολόγητη δύναμη. Εισέρχεται σε βιβλιογραφίες, εμφανίζεται σε υποσημειώσεις και αναφέρεται από αναγνώστες που δεν εξετάζουν τα θεμέλιά της. Δίνει στους πολιτικά ενδιαφερόμενους φορείς μια βολική φράση: «υπάρχει μια ακαδημαϊκή μελέτη που το αποδεικνύει». Από εκείνο το σημείο και μετά, άλλοι μελετητές πρέπει να αφιερώσουν χρόνο για να διορθώσουν αυτό που δεν έπρεπε να είχε λάβει τέτοια δύναμη εξαρχής. Τα κακά επιχειρήματα συχνά επιβιώνουν της επιστημονικής τους ήττας.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Κατσανόφσκι μπορεί να θέσει δυσάρεστες ερωτήσεις. Μπορεί. Το ζήτημα είναι αν έχει δημιουργήσει την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται για να τις απαντήσει. Το βιβλίο δεν δείχνει ότι το έχει κάνει. Οι πυροβολισμοί στο Μαϊντάν απαιτούν σοβαρή, διεπιστημονική και μεθοδολογικά διαφανή έρευνα. Απαιτούν τη συνεργασία εγκληματολογικής εμπειρογνωμοσύνης, νομικής ακρίβειας, ιστορικού πλαισίου και πολιτικής ανάλυσης. Δεν ωφελούνται από μια αντιπαράθεση που παρουσιάζεται ως ακρίβεια. Το Μαϊντάν αξίζει σοβαρή επιστημονική έρευνα, όχι σωρούς δεδομένων που εκλαμβάνονται ως γνώση.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

* Η κριτική αυτή βασίζεται σε ένα εκτενέστερο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο IKRS: https://ikrs.org/controversy-is-not-method-ivan-katchanovsky-and-the-politics-of-the-maidan-shootings/.

 

24 Αυγούστου 2026
Library of Congress

Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Περί «της Μεγάλης εκείνης της πατρίδος Ιδέας». Η εθνική ιδεολογία των Ελλήνων τον 19ο αιώνα, Μίνωας, Αθήνα 2025, 240 σελ.

Μια από τις πλέον ολοκληρωμένες και μεθοδολογικά συγκροτημένες συμβολές στη μελέτη της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Το έργο δεν περιορίζεται σε μια ανασύνθεση γνωστών ιστορικών εξελίξεων, αλλά επιδιώκει τη συστηματική ερμηνεία της ιδεολογικής συγκρότησης του ελληνικού κράτους κατά τον «μακρό» 19ο αιώνα, εντάσσοντας την ελληνική εμπειρία στη διεθνή συζήτηση περί εθνικισμού.

Η Μεγάλη Ιδέα δεν συνιστά απλώς ένα πολιτικό πρόγραμμα εξωτερικής επέκτασης, αλλά τον κεντρικό άξονα της εθνικής ιδεολογίας των Ελλήνων κατά τον 19ο αιώνα. Με αυτή την έννοια, η Μεγάλη Ιδέα δεν είναι μια επιμέρους πτυχή της πολιτικής ιστορίας, αλλά το ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση του ελληνικού κράτους, της κοινωνίας του και των διεθνών του επιλογών έως το 1922. Με αυτή την καταστατική παραδοχή, ο καθηγητής Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης αναδεικνύει εύστοχα ότι το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας δεν υπήρξε απλώς μια μεγαλοϊδεατική ρητορική, αλλά μια βαθιά εσωτερικευμένη ιδεολογία που διαπότισε τον δημόσιο λόγο, την εκπαίδευση, την πολιτική και τη συλλογική φαντασία.

Η μεθοδολογική τοποθέτηση του έργου εντάσσεται σαφώς στο ρεύμα της νεωτερικής ερμηνείας του εθνικισμού. Ο συγγραφέας συνομιλεί συστηματικά με κορυφαίους θεωρητικούς, όπως ο Ernest Gellner, ο Eric J. Hobsbawm και ο Benedict Anderson, υιοθετώντας την άποψη ότι ο εθνικισμός αποτελεί κατεξοχήν προϊόν της νεωτερικότητας, μια «κοσμική θρησκεία» που αναδύεται μετά τη Γαλλική Επανάσταση και εξαπλώνεται στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, ο Πλουμίδης δεν υιοθετεί άκριτα τον μοντερνισμό, αλλά επισημαίνει τις αντιρρήσεις των παραδοσιοκρατικών σχολών, αναγνωρίζοντας ότι η συζήτηση περί της προνεωτερικής ύπαρξης εθνικών ταυτοτήτων παραμένει ανοιχτή και γόνιμη.

 

Ρήγας και Φιλική Εταιρεία

Η ιστορική αφήγηση ξεκινά από τον ύστερο 18ο αιώνα και τη διαμόρφωση του ελληνικού εθνικού κινήματος στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Κεντρική θέση κατέχει η μορφή του Ρήγα Βελεστινλή, τον οποίο ο συγγραφέας παρουσιάζει όχι ως απλό προάγγελο της εθνικής ιδεολογίας, αλλά ως τον πρώτο που διατύπωσε ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα εθνικής και ταυτόχρονα βαλκανικής απελευθέρωσης. Η ανάγνωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς απομακρύνει τον Ρήγα από μια μονοδιάστατη εθνική ερμηνεία και τον εντάσσει σε ένα ευρύτερο επαναστατικό και διαφωτιστικό πλαίσιο.

Το όραμα του Ρήγα για μια πολυεθνική δημοκρατία, που θα περιλάμβανε τους λαούς της Βαλκανικής υπό ένα κοινό πολιτικό καθεστώς, αποκαλύπτει την αρχική συνύπαρξη εθνικιστικών και υπερεθνικών στοιχείων στον ελληνικό πολιτικό στοχασμό. Η επισήμανση αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα του έργου, καθώς αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της ιδεολογικής συγκρότησης του ελληνικού εθνικισμού, ο οποίος δεν υπήρξε εξαρχής αποκλειστικός ή μονοδιάστατος.

Η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη πραγματοποιείται με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας το 1814, η οποία παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν φορέας διάδοσης και υλοποίησης της εθνικής ιδέας. Ο Πλουμίδης αναλύει διεξοδικά τη δομή, τη λειτουργία και τη σύνθεση της Εταιρείας, επισημαίνοντας ότι αυτή αποτέλεσε προϊόν της εμπορικής και μορφωμένης μεσαίας τάξης της ελληνικής διασποράς. Η διαπίστωση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη θεωρητική θέση ότι ο εθνικισμός γεννήθηκε ως ιδεολογία της αστικής τάξης και στη συνέχεια διαχύθηκε στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Ωστόσο, η Φιλική Εταιρεία δεν υπήρξε απλώς ένας οργανωτικός μηχανισμός. Ο συγγραφέας την προσεγγίζει ως έναν ιδεολογικό χώρο, όπου συνυφάνθηκαν διαφορετικά ρεύματα σκέψης: ο ιακωβινισμός, ο ρομαντισμός, ο τεκτονισμός και ο θρησκευτικός συμβολισμός. Η σύνθεση αυτή προσέδωσε στο εθνικό κίνημα έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, που συνδύαζε την επαναστατική δράση με τη μυστικιστική και συμβολική φόρτιση.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη θρησκευτική διάσταση της εθνικής ιδεολογίας. Ο Πλουμίδης επισημαίνει ότι η Ορθοδοξία αποτέλεσε βασικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας και λειτούργησε ως ισχυρός συνεκτικός παράγοντας. Η χρήση θρησκευτικών συμβόλων, η έντονη παρουσία του σταυροφορικού λόγου και η σύνδεση της εθνικής απελευθέρωσης με τη χριστιανική πίστη προσέδωσαν στο εθνικό κίνημα έναν βαθύ συναισθηματικό χαρακτήρα. Η εθνική ιδέα δεν παρουσιάζεται απλώς ως πολιτικό αίτημα, αλλά ως ηθική και σχεδόν μεταφυσική επιταγή.

Η ανάλυση της Φιλικής Εταιρείας αποκαλύπτει επίσης τις αντιφάσεις του ελληνικού εθνικισμού. Από τη μία πλευρά, το όραμα παραμένει πολυεθνικό και οικουμενικό, εμπνευσμένο από το παράδειγμα του Ρήγα. Από την άλλη, η πρακτική της Εταιρείας οδηγεί σταδιακά σε έναν πιο στενό και αποκλειστικό εθνικισμό, που εστιάζει στην απελευθέρωση των ελληνικών πληθυσμών και στη συγκρότηση ενός εθνικού κράτους.

Η ένταση αυτή μεταξύ οικουμενικότητας και εθνικής αποκλειστικότητας αποτελεί ένα από τα κεντρικά ερμηνευτικά σχήματα του Πλουμίδη. Ο συγγραφέας δείχνει ότι ο ελληνικός εθνικισμός δεν υπήρξε ποτέ πλήρως συνεκτικός ή ομοιογενής, αλλά διαμορφώθηκε μέσα από αντιφάσεις, συγκρούσεις και προσαρμογές στις ιστορικές συνθήκες.

Η Επανάσταση του 1821 παρουσιάζεται ως το καθοριστικό σημείο καμπής, όπου η εθνική ιδέα αποκτά μαζικό χαρακτήρα και μετατρέπεται σε πολιτική πραγματικότητα. Ωστόσο, ο Πλουμίδης αποφεύγει να παρουσιάσει την Επανάσταση ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας γραμμικής εξέλιξης. Αντιθέτως, τονίζει τον ρόλο των συγκυριών, των διεθνών εξελίξεων και των εσωτερικών αντιθέσεων, αναδεικνύοντας την ιστορική πολυπλοκότητα του γεγονότος.

Η ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης, κατά την οποία ο εθνικισμός αποκτά θεσμική μορφή και μετατρέπεται σε κυρίαρχη ιδεολογία. Η Μεγάλη Ιδέα αναδύεται σε αυτό το πλαίσιο ως το συνεκτικό στοιχείο που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον, προσφέροντας ένα αφήγημα συνέχειας και προοπτικής.

Το πρώτο μέρος της μελέτης του Πλουμίδη καταλήγει, έτσι, στη διαπίστωση ότι η ελληνική εθνική ιδεολογία δεν ήταν ένα στατικό ή μονοσήμαντο φαινόμενο, αλλά ένα δυναμικό σύστημα ιδεών που εξελίχθηκε μέσα στο χρόνο. Η Μεγάλη Ιδέα εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής διεργασίας, στην οποία συνέβαλαν διαφορετικοί παράγοντες: ο Διαφωτισμός, η Επανάσταση, η θρησκεία, οι κοινωνικές δομές και οι διεθνείς εξελίξεις.

Η διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1844 αποτελεί, στη συλλογιστική του  Πλουμίδη, το κατεξοχήν σημείο καμπής, κατά το οποίο η εθνική ιδεολογία αποκτά ρητή, πολιτικά θεσμοποιημένη μορφή. Δεν πρόκειται απλώς για μια ρητορική στιγμή εντός της Εθνοσυνέλευσης, αλλά για τη συγκρότηση ενός συνεκτικού ιδεολογικού πλαισίου που επρόκειτο να καθορίσει τη φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους για δεκαετίες. Η Μεγάλη Ιδέα, ως έννοια, λειτουργεί εδώ όχι μόνο ως πολιτικό πρόγραμμα, αλλά ως ορίζοντας προσδοκιών, ως ένα συμβολικό κεφάλαιο που προσδίδει νόημα στη συλλογική ύπαρξη.

 

Ο ελληνικός εθνικισμός

Ο Πλουμίδης αναλύει με ιδιαίτερη οξύτητα τη διττή φύση αυτού του ιδεολογικού σχήματος. Από τη μία πλευρά, η Μεγάλη Ιδέα αντλεί από το βυζαντινό παρελθόν, προβάλλοντας την Κωνσταντινούπολη ως το κατεξοχήν σύμβολο ιστορικής συνέχειας και πολιτισμικής ακτινοβολίας. Από την άλλη, ενσωματώνει στοιχεία του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού και της νεωτερικής πολιτικής σκέψης, επιδιώκοντας να εναρμονίσει το εθνικό όραμα με τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της πολιτικής ελευθερίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδεολογικό υβρίδιο, στο οποίο η αναφορά στο παρελθόν δεν λειτουργεί ως απλή αναβίωση, αλλά ως εργαλείο νομιμοποίησης ενός σύγχρονου πολιτικού σχεδίου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση της έννοιας της «εκπολιτιστικής αποστολής», της λεγόμενης l’action civilisatrice, που ο Πλουμίδης εντοπίζει στον λόγο της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Η ιδέα ότι οι Έλληνες, ως φορείς ενός ανώτερου πολιτισμού, έχουν την ιστορική ευθύνη να διαχύσουν τα πολιτισμικά τους πρότυπα στους λαούς της Ανατολής, συνδέεται άμεσα με τα ευρωπαϊκά αποικιακά αφηγήματα του 19ου αιώνα. Η ενσωμάτωση αυτού του σχήματος στον ελληνικό εθνικισμό αποκαλύπτει όχι μόνο τη σχέση του με τον ευρωπαϊκό λόγο, αλλά και τη φιλοδοξία του να τοποθετηθεί ισότιμα εντός αυτού.

Η διερεύνηση των «μηχανισμών» της εθνικής ιδεολογίας, στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, συνιστά μία από τις πιο γόνιμες συμβολές του έργου. Ο Πλουμίδης δεν περιορίζεται στην περιγραφή των ιδεών, αλλά εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους αυτές μετατρέπονται σε πολιτική πράξη και κοινωνική πραγματικότητα. Η έννοια του «Ιανού» του φιλελευθερισμού και του εθνικισμού λειτουργεί εδώ ως κεντρικό ερμηνευτικό εργαλείο: ο ελληνικός εθνικισμός εμφανίζεται με δύο πρόσωπα, το ένα στραμμένο προς τις αξίες της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης, το άλλο προς πρακτικές αποκλεισμού, επιθετικότητας και ανταγωνισμού.

Η ανάλυση αυτή επιτρέπει στον συγγραφέα να αναδείξει τις εσωτερικές αντιφάσεις της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Η επιδίωξη της εθνικής ολοκλήρωσης συνεπάγεται συχνά τη σύγκρουση με άλλους εθνικισμούς, ιδίως στα Βαλκάνια, όπου η γεωπολιτική πραγματικότητα δεν επιτρέπει εύκολες λύσεις. Η περίπτωση του Επτανησιακού ζητήματος ή της ελληνοβουλγαρικής αντιπαράθεσης στη Μακεδονία δείχνει ότι η Μεγάλη Ιδέα δεν ήταν ένα απλό όραμα, αλλά ένα πεδίο ανταγωνισμών και συγκρούσεων.

Η έννοια της «Τουρκομάχου Ελλάδας», που αναλύεται επίσης στο ίδιο κεφάλαιο, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο εθνικός λόγος συγκροτεί την ταυτότητά του μέσα από την αντιπαράθεση με τον «Άλλο». Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν αποτελεί απλώς έναν πολιτικό αντίπαλο, αλλά έναν συμβολικό εχθρό, η ύπαρξη του οποίου ενισχύει τη συνοχή της εθνικής κοινότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η εθνική ιδεολογία αποκτά έναν έντονα συγκρουσιακό χαρακτήρα που ενισχύει τη δυναμική της αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τις δυνατότητες συνεννόησης.

Ιδιαίτερα εύστοχη είναι και η ανάλυση των φοβικών μηχανισμών που συνοδεύουν την ανάπτυξη του ελληνικού εθνικισμού, όπως η σλαβοφοβία και η αλβανοφοβία. Ο Πλουμίδης δείχνει ότι οι φόβοι αυτοί δεν αποτελούν απλώς αντιδράσεις σε εξωτερικές απειλές, αλλά ενσωματώνονται στον ίδιο τον πυρήνα της εθνικής ιδεολογίας, διαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο το έθνος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους.

Το τέταρτο κεφάλαιο, αφιερωμένο στην κοινωνική διάσταση του ελληνικού εθνικισμού, αποτελεί ίσως το πιο πρωτότυπο μέρος του βιβλίου. Ο συγγραφέας επιχειρεί να δείξει ότι η εθνική ιδεολογία δεν είναι ένα αφηρημένο σύστημα ιδεών, αλλά ένα κοινωνικά προσδιορισμένο φαινόμενο, το οποίο συνδέεται άμεσα με τις ταξικές δομές και τις οικονομικές συνθήκες της εποχής. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση της λειτουργίας της Μεγάλης Ιδέας, όχι μόνο ως πολιτικού προγράμματος αλλά και ως κοινωνικού μηχανισμού.

Η ανάλυση της Ένωσης της Επτανήσου το 1864 αποκαλύπτει τις κοινωνικές εντάσεις που συνοδεύουν την εθνική ολοκλήρωση. Η ένταξη των Ιονίων Νήσων στο ελληνικό κράτος δεν αποτελεί απλώς μια εθνική επιτυχία, αλλά και μια διαδικασία που επηρεάζεται από το αγροτικό ζήτημα και τις ταξικές αντιθέσεις. Αντίστοιχα, η ελληνοβουλγαρική διαμάχη στη Μακεδονία αναδεικνύεται ως ένα πεδίο όπου οι εθνικές και οι κοινωνικές συγκρούσεις αλληλοσυμπλέκονται, αποκαλύπτοντας την πολυπλοκότητα της ιστορικής πραγματικότητας.

Η κοινωνική διάσταση του εθνικισμού, όπως την παρουσιάζει ο Πλουμίδης, επιτρέπει να δούμε τη Μεγάλη Ιδέα όχι μόνο ως ιδεολογία των ελίτ, αλλά και ως ένα φαινόμενο που διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία. Η διάχυση της εθνικής ιδέας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα εξηγεί τη μακροβιότητά της και τη βαθιά της επίδραση στη συλλογική συνείδηση.

Στο επίπεδο της συνολικής αποτίμησης, το έργο του Πλουμίδη διακρίνεται για την ικανότητά του να συνδυάζει την εμπειρική έρευνα με τη θεωρητική ανάλυση. Η χρήση πρωτογενών πηγών, η εκτενής βιβλιογραφική τεκμηρίωση και η σαφής δομή του κειμένου καθιστούν το βιβλίο αξιόπιστο και χρήσιμο εργαλείο για τον μελετητή της νεοελληνικής ιστορίας. Ταυτόχρονα, η ενσωμάτωση της ελληνικής περίπτωσης στο διεθνές πλαίσιο του εθνικισμού προσδίδει στο έργο μια ευρύτερη σημασία.

Υπάρχπυν, ωστόσο, και ορισμένες αδυναμίες. Σε ορισμένα σημεία, η θεωρητική προσέγγιση ενδέχεται να υπερβαίνει την ιστορική ανάλυση, οδηγώντας σε μια σχετική αφαιρετικότητα. Επιπλέον, η έμφαση στη νεωτερικότητα του εθνικισμού, αν και τεκμηριωμένη, μπορεί να αφήνει σε δεύτερο πλάνο τη σημασία των προνεωτερικών πολιτισμικών στοιχείων, τα οποία συνέβαλαν επίσης στη διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητας.

Αναμφίβολα πάντως, το βιβλίο αποτελεί σημαντική συμβολή στη μελέτη της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Η Μεγάλη Ιδέα αναδεικνύεται ως σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να περιοριστεί σε απλουστευτικές ερμηνείες. Ο Πλουμίδης καταφέρνει να φωτίσει τόσο τις ιδεολογικές της καταβολές όσο και τις κοινωνικές και πολιτικές της προεκτάσεις, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη εικόνα της λειτουργίας της.

Με το έργο αυτό, ο Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης προσφέρει όχι μόνο μια εις βάθος ανάλυση της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας, αλλά και ένα πολύτιμο εργαλείο σκέψης για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ ιδεών και ιστορίας. Το Περί «της Μεγάλης εκείνης της πατρίδος Ιδέας» αναδεικνύεται έτσι σε ένα από τα σημαντικότερα πρόσφατα έργα για τη νεοελληνική ιστορία, επιβεβαιώνοντας ότι η μελέτη του εθνικισμού παραμένει ένα από τα πιο γόνιμα και επίκαιρα πεδία της ιστορικής επιστήμης.

17 Αυγούστου 2026
Σελίδα 1 από 107