Συμπτώσεις
Τι κοινό μπορεί να έχει ο Μάνος Χατζιδάκις με έναν ποιητή των Ιωαννίνων που έζησε από το 1771 ώς το 1823; Ο Κ. Θ. Δημαράς ξεχωρίζει τον Ιωάννη Βηλαρά ανάμεσα στους λογίους εκείνων των χρόνων και τον συγκρίνει με το δυναμισμό και την πληθωρικότητα του Ρήγα. Το μοναδικό βιβλίο του, στα 1814, η Ρωμέικη γλώσσα, με κύριο περιεχόμενο τις γλωσσικές του θεωρίες, περιλαμβάνει, σε ζωντανό προσωπικό τόνο, και ένα σημείωμα προς τους αναγνώστες. Αφηγείται ένα περιστατικό που παρόμοιο ίσως θα είχε πέσει στην αντίληψη του Μάνου Χατζιδάκι: «Πώς ένας αυτοδίδακτος βιολιτζής έπαιζε με περισσότερη γλύκα, με περισσότερο αίσθημα από τον σοφό δάσκαλο της μουσικής. Κάποιος που είχε αρχίσει να μαθαίνει μουσική προτιμάει τον αυτοσχέδιο βιολιτζή. Αφοντότες [αποτότες] λοιπόν αφήκε σε μιαν άκρα την περίσσεια πολυμάθεια του σοφού δασκάλου του, ακολούθησε τον άτεχνο τρόπο του γείτονά του, και σ’ ολίγον καιρό έφτακε να νιώθη κι αυτός χάρη στο λάλημά του, κι όσοι τον άκουγαν».
8 Μαρτίου, ημέρα της γυναίκας, έψαξα στο αρχείο μου να βρω σπουδαίες Ελληνίδες, τις πρωτοπόρες που διακρίθηκαν στον κοινωνικό στίχο. Μια απ’ αυτές είναι η Σοφία Λασκαρίδου (1876–1965), ζωγράφος, γνωστή ως η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ξεπερνώντας το ανδρικό «άβατο» της εποχής.
Από τις εκθέσεις μαθητών του Βαρβακείου, 100 χρόνια πριν
Εμπνευσμένος δάσκαλος ο Αλέξανδρος, δοκίμαζε τους μαθητές του σε πραγματολογικά θέματα εκθέσεων αποφεύγοντας τις αφηρημένες έννοιες και τις κοινότοπες ιστορικές αναδρομές. Συνέχισε, κατά κάποιον τρόπο, την προσπάθεια του συναδέλφου του, φιλόλογου καθηγητή Δημητρίου Ν. Γουδή (1875–1939)[1], ο οποίος, εκτός από τους παρόμοιους τίτλους που επέλεγε, συγκέντρωνε σε θεματικές ενότητες τις εκθέσεις των μαθητών του και τις εξέδιδε σε χρηστικά φυλλάδια. Ο Αλέξανδρος Γ. Σαρής, όπως δείχνουν τα κατάλοιπά του, ακολούθησε την τακτική του προκατόχου του στο Βαρβάκειο, διατηρούσε μάλιστα όχι μεμονωμένες εκθέσεις αλλά ολόκληρα τα τετράδια, χωρίς να φτάσει όμως στο ξεδιάλεγμα και την έκδοσή τους.
Ένας δοκιμασμένος τρόπος για να γνωρίσεις μια εποχή, είναι να την προσεγγίσεις μέσα από τις ακραίες εκφάνσεις της, τις εκδηλώσεις του πνεύματος εκτός ορίων: καλλιτέχνες και συγγραφείς με έργο αξιόλογο και ανθεκτικό στο χρόνο, διαταραγμένο λογικό και ζωή έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Για τον Μεσοπόλεμο επιλέγω δύο προσωπικότητες με παραπλήσια χαρακτηριστικά: τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και τον ποιητή Ρώμο Φιλύρα. Και οι δύο, σημαδεμένοι από την ψυχική δοκιμασία, δημιουργούν στην απομόνωση ο ένας και στον εγκλεισμό ο άλλος. Το έργο τους, τραγικό και υπερβατικό, συμπυκνώνει την αγωνία μιας εποχής που αναζητά νέα νοήματα μέσα από την κρίση της λογικής και των βεβαιοτήτων.
Η γέννηση και η διάδοση του νέου μίσους για τους Εβραίους επιβάλλει την ανάκληση της μνήμης ενός σημαντικού Έλληνα Εβραίου, του γνωστού μουσικολόγου, μουσικού και ραδιοφωνικού παραγωγού Ζακ Μεναχέμ, ο οποίος ήταν επιζήσας του στρατοπέδου Μπέλσεν. Αναδημοσιεύουμε από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη την προσωπική μαρτυρία του Ζακ Μεναχέμ, όπως ο ίδιος την κατέγραψε πριν από σαράντα χρόνια, μιλώντας στο περιοδικό ποικίλης ύλης Ένα, τχ. 52, 29/12/1985.
H αρχή της συνεργασίας τους καταγράφεται στις ανέκδοτες επιστολές (1959-60) του συνθέτη προς τον ποιητή. Διασώζονται στο αρχείο του περιοδικού Κριτική, το οποίο έχω στη διάθεσή μου. Ο συνθέτης σε ένα από τα γράμματά του (27/4/1960), ξεχωρίζει ανάμεσα στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς τρεις:
Κατσαρός, Αναγνωστάκης, Λειβαδίτης. Ξεκινώντας από το ίδιο έδαφος, διαγράψατε τρεις εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις τείνοντας προς τον ίδιο ακριβώς σκοπό.
Διάλεξα τρία όλα κι όλα ποιήματα, που συνιστούν μια λυρική αλληλογραφία μεταξύ ποιητών, φίλων μεταξύ τους και συγκαιρινών. Και τα τρία ποιήματα εντάσσονται, κατά κάποιον τρόπο, στη «Χαμηλή φωνή» του Μεσοπολέμου όπως την ονόμασε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Όλα έχουν στον τίτλο το όνομα του παραλήπτη ποιητή.
Η ουσιαστική σχέση του συγγραφέα Πέτρου Κουτσιαμπασάκου με τη διόρθωση των εφημερίδων με οδήγησε στην ανάγκη μιας περιδιάβασης στο χρονικό της τυπογραφίας. Γι’ αυτό διάλεξα σαν αφηγητή έναν αφανή των γραμμάτων μας και καθ’ ύλην αρμόδιο, τον ζακυνθινό λόγιο Δημήτριο Κ. Μάργαρη (1879-1963), επιφανή «βιβλιολόγο». Όρος αδόκιμος που απουσιάζει από τα λεξικά, ταιριάζει όμως όταν αποδίδεται σ’ έναν άνθρωπο που ασχολήθηκε επί δεκαετίες συστηματικά με την ιστορία του βιβλίου, την προσφορά των εκδοτών και την εξέλιξη της τυπογραφίας. Επιπλέον, και ο ίδιος κάπου χρησιμοποίησε τον όρο.