Συμπτώσεις
100 χρόνια από τη γέννηση και 56 από την αποδημία του, στα 44 χρόνια του. Επέλεξα να τον παρουσιάσω μέσα από όσα έγραψε κατά καιρούς γι’ αυτόν ο φίλος και μελετητής του έργου του, κορυφαίος μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος (1935-2024). Λόγια γνώσης, αγάπης και θαυμασμού. Η τιμητική αναφορά συμπληρώνεται από απόσπασμα ενός άγνωστου κειμένου του μεγάλου έλληνα συνθέτη: «Η σύγχρονη μουσική και το κοινό».
In memorian Γιάννη Χρήστου. «Οι πρώτες λέξεις, η πρώτη κριτική που αφιερώνουμε σ’ ένα έργο του Γιάννη Χρήστου, μετά τον θάνατό του, δεν πρέπει να θεωρηθούν παρά σαν καρπός αμφίβολου αποτελέσματος προσπάθειας, επώδυνης και πολυήμερης.
Ο διάλογος σταμάτησε. Απ’ εδώ κι εμπρός, ό,τι πούμε, ό,τι γράψουμε γι’ αυτόν θα ’ναι μονόλογος. “Φωνή βοώντος εν τη ερήμω”. Και νοιώθει κανείς φόβο γι’ αυτή τη φωνή, για το πώς ο ήχος της θ’ ακουστεί, δίχως να σπάση την ερημιά της. Εκείνος που έκανε μουσική μ’ όλες τις δυνάμεις της ψυχής και του κορμιού του, αποκαλύπτοντας με τον ήχο και την κραυγή, σαν μάγος, ό,τι ουσιαστικότερο υπάρχει μες στον άνθρωπο: Εκείνος που ερευνούσε τα βιβλία των Νεκρών της αρχαίας Αιγύπτου ή του Θιβέτ, κι αποτινάζοντας πάνωθέ του κάθε τι το “διακοσμητικό” ή ψεύτικο που ’χει προσθέσει στον άνθρωπο ο “πολιτισμός” είχε ξαναβρεί την τρομερή ενότητα ανάμεσα στην έξαλλη νυχτοφοβία των πρώτων τρωγλοδυτών και στα άγχη των τωρινών τους απογόνων, των κατακτητών της Σελήνης – ο Γιάννης Χρήστου δεν υπάρχει πια. Να ένoιωσε τάχα πως ό,τι κι αν έκανε δεν θα ’δινε απάντηση στα ερωτηματικά του, να ’νoιωσε, καθώς λέει ο Κητς, πως η “φαντασία δεν μπορεί να ξεγελάση τόσο καλά” και θέλησε, σαν τον Όσιρι, να παραδοθή στον Σηθ, στο Πνεύμα της Φθοράς, για να παραβιάση τις πύλες του κόσμου των Νεκρών; Ποιος ξέρει; Κι έτσι, καθώς ο πόνος μάς καθήλωσε μπροστά στον τάφο του, η καρδιά έβαλε πάνω στα χείλη μας τούτα τα λόγια, από τους επιτάφιους των παιδικών μας χρόνων: “Η ζωή, πώς θνήσκεις”».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Τα Νέα, 18/2/1970)
“Άστρων κάτοιδα…”. Χοή στον Γιάννη Χρήστου. «Τώρα που μόλις μπορούμε ν’ ατενίζουμε τη μνήμη του αλαφρωμένοι κάπως αλλ’ όχι αδέσμευτοι από συναισθήματα, ίσως είναι καιρός γι’ αυτή την ψυχραιμότερη θεώρηση που ο χώρος τούτος ευνοεί.
Ερώτημα πρώτο: Γιατί στάθηκε μεγάλος; Γιατί υπακούοντας σ’ ακαταμάχητες ψυχοβιολογικές παρορμήσεις, πήρε τρέχουσες μουσικές ύλες κι αντί γι’ αμφίβολης χρήσης και λειτουργίας ηχητικά αντικείμενα, καθώς άλλων τα έργα, τους έδωσε μια φοβερή εκφραστική λειτουργία που βγαίνει από τα ανησυχητικότερα βάθη της ψυχής κι απευθύνεται ξανά σ’ αυτά. Μες στο λυκόφως της Ιστορίας, που είναι οι καιροί μας, μονάχα, ίσως, το ψυχόδραμα, τα σύμβολα του συλλογικού κι ατομικού υποσυνείδητου κι ο σπαραγμός τους μπορεί πια να ’χουν εκφραστικό κύρος αμετάθετο. Ο Χρήστου τα κατάλαβε καλά. Δύσκολα θα κατονόμαζε κανείς άλλον ομότεχνο συγκαιρινό του που γι' αυτόν κάθε τι καινούργιο να δένεται τόσο άμεσα και λειτουργικά με την εκφραστική του πρόθεση».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Το Βήμα, 13/3/1971)
Γιάννης Χρήστου. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. «Το πλήρωμα του χρόνου ξαναφέρνει τη μνήμη της φοβερής στιγμής όπου ο Γιάννης Χρήστου πεθαίνοντας, μας έδωσε να γευτούμε το θάνατο, να πεθάνουμε λίγο μαζί του, κάνοντας όλους όσοι τον ζήσαμε κοινωνούς μιας τρομερής μυσταγωγίας για την οποία λες και τον προετοίμαζαν όλη του η ύπαρξη και δημιουργία. Πεθάναμε όλοι τότε λίγο μαζί του, αλλ’ εκείνος πόσο πολύ ζει πάντα μέσα μας!
Όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο, τουλάχιστον σε μένα, γίνεται συνείδηση πως ό,τι έκαμε ή άφησε ο Γιάννης Χρήστου τον ξεχωρίζει όχι μόνο από τους γενικά εκτιμώμενους συγκαιρινούς του, τους Χέντσε, τους Μπουλέζ, τους Πεντερέτσκι, τους Κάγκελ, τους Καίητζ ή τους διάφορους ραλίστες των κομπιούτερς με τον ψυχρό διακοσμητισμό ή τους αυτάρεσκους βεντετισμούς, αλλά κι από ολόκληρο ίσως το παρελθόν της μουσικής: Ώς τον Χρήστου, η ανθρώπινη ψυχή με τους ήχους ή εκφραζόταν ή έπλαθε μορφές. Με κείνον, η λαχτάρα μιας υπερβατικής ελευθερίας έσπασε όλα τα ηχητικά περιβλήματα και “σαρκία” — κι όμως τούτο το “επέκεινα” της μουσικής ήταν αναπόφευκτο να ταυτιστεί με το θάνατο».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Τα Νέα, 12/1/1973)
Ο Γιάννης Χρήστου για τη σύγχρονη μουσική
[…] Αλλά, για να ξαναγυρίσουμε στους συνθέτες της σύγχρονης μουσικής, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, τα σημερινά στη διάθεση του συνθέτη εκφραστικά μέσα είναι πολύ περισσότερα και πολύ διαφορετικά από πριν. Και είναι δικαίωμα του συνθέτη ή να χρησιμοποιήσει τα παραδοσιακά μέσα ή να προσπαθήσει να εκφραστεί με τα σύγχρονα, ανταποκρινόμενος έτσι στο καθολικό αίτημα της ανανεώσεως που κυριαρχεί στην εποχή μας και που στηρίζεται στην τόσο αλματώδη, την γιγαντιαία πρόοδο του συνόλου πολιτισμού μας. Όπως δεν μπορώ να φανταστώ να απαγορεύουν σ’ έναν αρχιτέκτονα τη χρήση του κρυστάλλου σαν οικοδομικού υλικού, έτσι δεν διανοούμαι ότι πρέπει να εκφραστώ μουσικά χρησιμοποιώντας μονάχα τα παραδοσιακά μέσα μουσικής εκφράσεως.
Δεν ξέρω, ή μάλλον δεν έχω το δικαίωμα να πω, ότι η μέθοδος που ακολουθώ στην χειραγώγηση της μουσικής μου εμπνεύσεως είναι η σωστή, ή όχι. Ξέρω όμως πως αυτό που κάνω είναι πάντως μια έρευνα, μια αναζήτηση υπαγορευμένη από γνήσια καλλιτεχνική παρόρμηση. Τέτοιες έρευνες κάνουν διεθνώς πολλοί νέοι συνθέτες που κινούνται από επίσης γνήσια καλλιτεχνικά κίνητρα. Επίσης και οι Έλληνες συνθέτες. Ποιος θα τους βοηθήσει; Ποιος θα τους συμπαρασταθεί; Ποιος θα τους ενθαρρύνει; Και ποιαν εξήγηση θα δώσουν για τους φραγμούς που υψώνουν –αυτοί που τους υψώνουν–, πώς θα απολογηθούν, όταν σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει στην Ελλάδα, ούτε συνθέτης ούτε μαέστρος, ούτε εκτελεστής, αλλ’ ούτε και κοινό για την μουσική, για την όποια μουσική, την παραδοσιακή ή τη σύγχρονη, την σημερινή ή την αυριανή;
Γιάννης Χρήστου, περ. Λυρικός Κόσμος, τχ. 5ον-6ον, Φεβρουάριος -Μάρτιος 1968
Αν, σύμφωνα με δημόσια δήλωση του Μανώλη Γλέζου, ο Μαθιός Πόταγας (1924-1941) ήταν ο πρώτος παρτιζάνος στην Ευρώπη (https://booksjournal.gr/stiles/symptoseis/6065-matthaios-lazarou-potagas-1924-1941-foros-timis-tou-varvakeiou-ston-agona-gia-tin-eleftheria), ένας συμμαθητής του στο Βαρβάκειο υπήρξε ο τελευταίος.
Ο Γιάννης Β. Χούπης εκτελέστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στο Χαϊδάρι (στη χαράδρα του Διομήδειου Κήπου στο Δαφνί) λίγες μέρες πριν από την Απελευθέρωση. Η συμμετοχή του στη συλλογική αντίσταση κατά των κατακτητών συνέπεσε με την εισαγωγή του στο Πανεπιστήμιο. Έδωσε εξετάσεις στη Νομική και το όνομά του πέρασε στον κατάλογο των επιτυχόντων που δημοσιεύθηκε στο Ελεύθερον Βήμα στις 24 Φεβρουαρίου 1944. Σχεδόν αμέσως δραστηριοποιήθηκε στον Εθνικό Σύνδεσμο Ανωτάτων Σχολών. Λίγο αργότερα γνωρίστηκε με τη Λέλα Καραγιάννη και έγινε ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης Μπουμπουλίνα, που ανέπτυξε έντονη δράση στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με κύριο αντικείμενο τη συλλογή πληροφοριών, τις δολιοφθορές και τη φυγάδευση αγωνιστών. Σημειώνω την ημερομηνία εισαγωγής στη Νομική για να δείξω ότι, σε ένα μόνο εξάμηνο, Μάρτιος - Αύγουστος 1944, χώρεσαν η ένταξη, η δράση και ο τόσο πρόωρος θάνατός του. Τα γεγονότα της σύλληψης και της εκτέλεσής του περιγράφει με ενάργεια ο πρωτοπρεσβύτερος και έγκριτος συγγραφέας Ηλίας Δροσινός.
Στις 24 Ιουνίου, ο Γιάννης Χούπης και ο σύντροφός του Νίκος Μπάρδης συνελήφθησαν στον Πειραιά κατά την απόπειρά τους να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή με καΐκι, έχοντας στην κατοχή τους εμπιστευτικά έγγραφα. Οδηγήθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπείας, όπου υπέστησαν απάνθρωπα βασανιστήρια κατά τις ανακρίσεις.
Τα χαράματα της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, δύο φορτηγά αναχώρησαν από την οδό Μέρλιν για το Χαϊδάρι. Κατά τη διαδρομή, ένα σημείωμα του Γιάννη Χούπη, τυλιγμένο γύρω από μια μικρή εικόνα της Παναγίας, έπεσε από το φορτηγό. Το σημείωμα, γραμμένο σε χαρτί από κονσέρβα, βρέθηκε από μικροπωλητή και παραδόθηκε στον πατέρα Βασίλειο, αναγράφοντας: «Ο ευρών παρακαλείται να πάει το παρόν σημείωμα στον Ιερό Ναό Αγίας Ειρήνης, εις τον ιερέα Βασίλειο Χούπη. Είμαι γιος του και εκτελούμαι σήμερα 8-9-1944. Ζήτω η Πατρίς. Πατέρα, μανούλα μου, Κούλα μου. Να με συγχωρήσετε για την πίκρα που θα σας ποτίσω. Θέλω να ζήσετε, για να εκδικηθείτε και να προσεύχεσθε για την ανάπαυση της ψυχής μου. Θάρρος, συγγνώμη. Σας φιλώ, Ιωάννης Χούπης».
Μετά την είδηση της εκτέλεσης, ο π. Βασίλειος, συνοδευόμενος από τον διάκονο (και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου) Μακάριο, μετέβη άμεσα για την αναγνώριση του γιου του.
Μεταγενέστερες πληροφορίες
Παρότι οι εκτελέσεις στο Χαϊδάρι (72 ο συνολικός αριθμός) δεν ανακοινώθηκαν, αμέσως μετά (10, 12, 14 Σεπτεμβρίου 1944) κοινοποιήθηκαν στο Ελεύθερον Βήμα δωρεές χρημάτων εις μνήμην «Γιαννάκη Β. Χούπη» υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων. Χειρονομίες που απαιτούσαν κάποια τόλμη, γιατί θα μπορούσαν να είχαν συνέπειες για τους δωρητές. Μια δωρεά, όμως, πιθανόν συγγενούς του τιμωμένου, αφήνει ερωτηματικά. Πρόκειται για εκείνη του Ξενοφώντα Λεων. Χούπη, «απαχθέντος υπό των στασιαστών και αγρίως δολοφονηθέντος τον παρελθόντα Δεκέμβριον εις τα διυλιστήρια της Ούλεν». Όπως αναγράφει η αγγελία του μνημοσύνου του στις 22 Απριλίου 1945 στον ναό της Αγίας Ειρήνης (Εμπρός, 8/9/1945).
Οι τιμητικές εκδηλώσεις για το μαθητή του Βαρβακείου στα χρόνια που ακολούθησαν είναι λιγοστές. Ξεχώρισα δύο: την αναφορά του ονόματός του στο ετήσιο αρχιερατικό ομαδικό μνημόσυνο του Δήμου Αθηναίων στη Μητρόπολη, στις 8 Σεπτεμβρίου 1945, για τους «εκτελεσθέντες υπό των Γερμανών εις την χαράδραν του Δαφνίου στις 8/9/1944», και στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων στις 8/9/1950, στην εκπομπή Η τελευταία εκτέλεσις της Βιβής Ν. Κολοκοτρώνη, αφιερωμένη στη δράση του 18χρονου Ι. Χούπη.
Αν το τετράδιο Εκθέσεων του Μαθιού Πόταγα έγινε η αφορμή να ασχοληθώ μαζί του στο προηγούμενο τεύχος του Books’ Journal, το σχετικό ερέθισμα για την παρουσίαση του Γιάννη Β. Χούπη προήλθε από ένα μαθητικό του σχεδίασμα. Το διέσωσε στα κατάλοιπά του ο φιλόλογος καθηγητής του στο Βαρβάκειο Αλέξανδρος Σαρής (1880-1973). Πιθανολογώ ότι ο ευφάνταστος και ικανός στο σχέδιο μαθητής είχε ανταποκριθεί εικαστικά στο μάθημα της έκθεσης με θέμα «Το ταξίδι». Διάλεξε από τη μυθολογία την Αργοναυτική Εκστρατεία, την επικίνδυνη περιπέτεια με τη συνεχή έκθεση στο θάνατο και το άγνωστο.
Ιάσων και ελευθερία
Το σχέδιο παρουσιάζει μια αφηγηματική, σχεδόν εικονογραφική απόδοση, με σαφή αναφορά στο ταξίδι του Ιάσoνα και των Αργοναυτών. Η σύνθεση οργανώνεται οριζόντια, με καθαρή διάκριση ανάμεσα στη θάλασσα και τη στεριά. Το ανασηκωμένο αρχαίο πλοίο με τον μαίανδρο, αναγνωρίσιμο σύμβολο ελληνικής ταυτότητας, με την καλλιτεχνικά γραμμένη ονομασία Αργώ, καταλαμβάνει το αριστερό τμήμα και λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Οι αρχαίες μορφές πάνω στο πλοίο μοιάζουν να συγκροτούν θεατρική σκηνή τελετουργικής παραλαβής του Δέρατος.
Οι γοργόνες, υβριδικές από θαλάσσιες φιγούρες στεριανές, δεν εντάσσονται αυστηρά στο μύθο των Αργοναυτών. Διασπούν την ιστορική αναπαράσταση και τη μετατρέπουν σε ονειρικό τοπίο.
Σε όλο, όμως, το σχεδίασμα δεσπόζει σε ξηρά και θάλασσα το δέντρο: κορμός στιβαρός, όρθιοι κλάδοι, πυκνή φυλλωσιά. Έχει φυτρώσει στην άμμο, αλλά δεν έχει σχέση με τ’ αρμυρίκια. Δέντρο γειωμένο, σταθερό, κατακόρυφο, ζωγραφισμένο με υλικά της φαντασίας. Στέκεται σαν αντίβαρο στην ασταθή θαλάσσια έκταση. Στο ιστορικό σκοτάδι της Κατοχής λειτουργεί ως σύμβολο ρίζας και προσδοκίας ελευθερίας.
Ισχύει και σ’ εμένα πολλές φορές ο κανόνας: «πρώτα βρίσκεις και μετά ψάχνεις». Είχα κάποτε ακούσει, σε δημόσια ομιλία του, τον Μανώλη Γλέζο να δηλώνει χαρακτηριστικά: Δεν είμαστε εγώ και ο Λάκης (Σάντας) οι πρώτοι παρτιζάνοι της Ευρώπης, ο πρώτος ήταν ο Μαθιός Πόταγας!
Ο Ματθαίος (Μαθιός) Πόταγας (1924), που καταγόταν από τη Βυτίνα Αρκαδίας, ήταν ένας δεκαεπτάχρονος μαθητής της Ε΄ τάξης Πρακτικού του Βαρβακείου.
Στρατής Δούκας, Εις εαυτόν, Αθήνα, έκδοση του συγγραφέα, 1930
Προηγήθηκε η Ιστορία ενός αιχμαλώτου, που θεωρήθηκε μικρό αριστούργημα μοναδικής απλότητας. Έγιναν αλλεπάλληλες εκδόσεις που εξαντλήθηκαν γρήγορα. Προμηθεύτηκα την πέμπτη έκδοση του οίκου Αιγόκερως της Θεσσαλονίκης (1969), που τη φρόντισε και την παρουσίασε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος σημείωνε: «Ο Στρατής Δούκας γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας το 1895. Μαζί με τον Κόντογλου, τον Καστανάκη και μερικούς άλλους ανήκει κι αυτός στη γενιά του ’20-30, που κόβοντας απότομα με την παράδοση, άνοιξε νέους δρόμους για τη γενιά του ’30. Η πρώιμη “Ιστορία ενός αιχμαλώτου”, δημοσιευμένη το 1929, πριν από την αθηναϊκή έκδοση της “Ζωής εν τάφω” του Μυριβήλη και του “Νούμερου [31328]” του Βενέζη, στάθηκε ένα βασικό και πρωτοπόρο έργο της λογοτεχνίας μας, που ακολούθησε. Με τον άρτιο και ολοκληρωμένο πολεμικό της μύθο, το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο και την ολότελα δική της αφηγηματική χάρη, εξακολουθεί ώς τα σήμερα να κινεί το ενδιαφέρον και να διαβάζεται ευχάριστα, δείχνοντας, με την 5η τούτη έκδοσή της, που συμπίπτει με τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων από την πρώτη δημοσίευσή της, μια σπάνια αντοχή στο χρόνο».
Τι κοινό μπορεί να έχει ο Μάνος Χατζιδάκις με έναν ποιητή των Ιωαννίνων που έζησε από το 1771 ώς το 1823; Ο Κ. Θ. Δημαράς ξεχωρίζει τον Ιωάννη Βηλαρά ανάμεσα στους λογίους εκείνων των χρόνων και τον συγκρίνει με το δυναμισμό και την πληθωρικότητα του Ρήγα. Το μοναδικό βιβλίο του, στα 1814, η Ρωμέικη γλώσσα, με κύριο περιεχόμενο τις γλωσσικές του θεωρίες, περιλαμβάνει, σε ζωντανό προσωπικό τόνο, και ένα σημείωμα προς τους αναγνώστες. Αφηγείται ένα περιστατικό που παρόμοιο ίσως θα είχε πέσει στην αντίληψη του Μάνου Χατζιδάκι: «Πώς ένας αυτοδίδακτος βιολιτζής έπαιζε με περισσότερη γλύκα, με περισσότερο αίσθημα από τον σοφό δάσκαλο της μουσικής. Κάποιος που είχε αρχίσει να μαθαίνει μουσική προτιμάει τον αυτοσχέδιο βιολιτζή. Αφοντότες [αποτότες] λοιπόν αφήκε σε μιαν άκρα την περίσσεια πολυμάθεια του σοφού δασκάλου του, ακολούθησε τον άτεχνο τρόπο του γείτονά του, και σ’ ολίγον καιρό έφτακε να νιώθη κι αυτός χάρη στο λάλημά του, κι όσοι τον άκουγαν».
8 Μαρτίου, ημέρα της γυναίκας, έψαξα στο αρχείο μου να βρω σπουδαίες Ελληνίδες, τις πρωτοπόρες που διακρίθηκαν στον κοινωνικό στίχο. Μια απ’ αυτές είναι η Σοφία Λασκαρίδου (1876–1965), ζωγράφος, γνωστή ως η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ξεπερνώντας το ανδρικό «άβατο» της εποχής.
Από τις εκθέσεις μαθητών του Βαρβακείου, 100 χρόνια πριν
Εμπνευσμένος δάσκαλος ο Αλέξανδρος, δοκίμαζε τους μαθητές του σε πραγματολογικά θέματα εκθέσεων αποφεύγοντας τις αφηρημένες έννοιες και τις κοινότοπες ιστορικές αναδρομές. Συνέχισε, κατά κάποιον τρόπο, την προσπάθεια του συναδέλφου του, φιλόλογου καθηγητή Δημητρίου Ν. Γουδή (1875–1939)[1], ο οποίος, εκτός από τους παρόμοιους τίτλους που επέλεγε, συγκέντρωνε σε θεματικές ενότητες τις εκθέσεις των μαθητών του και τις εξέδιδε σε χρηστικά φυλλάδια. Ο Αλέξανδρος Γ. Σαρής, όπως δείχνουν τα κατάλοιπά του, ακολούθησε την τακτική του προκατόχου του στο Βαρβάκειο, διατηρούσε μάλιστα όχι μεμονωμένες εκθέσεις αλλά ολόκληρα τα τετράδια, χωρίς να φτάσει όμως στο ξεδιάλεγμα και την έκδοσή τους.
Ένας δοκιμασμένος τρόπος για να γνωρίσεις μια εποχή, είναι να την προσεγγίσεις μέσα από τις ακραίες εκφάνσεις της, τις εκδηλώσεις του πνεύματος εκτός ορίων: καλλιτέχνες και συγγραφείς με έργο αξιόλογο και ανθεκτικό στο χρόνο, διαταραγμένο λογικό και ζωή έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Για τον Μεσοπόλεμο επιλέγω δύο προσωπικότητες με παραπλήσια χαρακτηριστικά: τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και τον ποιητή Ρώμο Φιλύρα. Και οι δύο, σημαδεμένοι από την ψυχική δοκιμασία, δημιουργούν στην απομόνωση ο ένας και στον εγκλεισμό ο άλλος. Το έργο τους, τραγικό και υπερβατικό, συμπυκνώνει την αγωνία μιας εποχής που αναζητά νέα νοήματα μέσα από την κρίση της λογικής και των βεβαιοτήτων.
Η γέννηση και η διάδοση του νέου μίσους για τους Εβραίους επιβάλλει την ανάκληση της μνήμης ενός σημαντικού Έλληνα Εβραίου, του γνωστού μουσικολόγου, μουσικού και ραδιοφωνικού παραγωγού Ζακ Μεναχέμ, ο οποίος ήταν επιζήσας του στρατοπέδου Μπέλσεν. Αναδημοσιεύουμε από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη την προσωπική μαρτυρία του Ζακ Μεναχέμ, όπως ο ίδιος την κατέγραψε πριν από σαράντα χρόνια, μιλώντας στο περιοδικό ποικίλης ύλης Ένα, τχ. 52, 29/12/1985.
H αρχή της συνεργασίας τους καταγράφεται στις ανέκδοτες επιστολές (1959-60) του συνθέτη προς τον ποιητή. Διασώζονται στο αρχείο του περιοδικού Κριτική, το οποίο έχω στη διάθεσή μου. Ο συνθέτης σε ένα από τα γράμματά του (27/4/1960), ξεχωρίζει ανάμεσα στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς τρεις:
Κατσαρός, Αναγνωστάκης, Λειβαδίτης. Ξεκινώντας από το ίδιο έδαφος, διαγράψατε τρεις εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις τείνοντας προς τον ίδιο ακριβώς σκοπό.
Διάλεξα τρία όλα κι όλα ποιήματα, που συνιστούν μια λυρική αλληλογραφία μεταξύ ποιητών, φίλων μεταξύ τους και συγκαιρινών. Και τα τρία ποιήματα εντάσσονται, κατά κάποιον τρόπο, στη «Χαμηλή φωνή» του Μεσοπολέμου όπως την ονόμασε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Όλα έχουν στον τίτλο το όνομα του παραλήπτη ποιητή.
Η ουσιαστική σχέση του συγγραφέα Πέτρου Κουτσιαμπασάκου με τη διόρθωση των εφημερίδων με οδήγησε στην ανάγκη μιας περιδιάβασης στο χρονικό της τυπογραφίας. Γι’ αυτό διάλεξα σαν αφηγητή έναν αφανή των γραμμάτων μας και καθ’ ύλην αρμόδιο, τον ζακυνθινό λόγιο Δημήτριο Κ. Μάργαρη (1879-1963), επιφανή «βιβλιολόγο». Όρος αδόκιμος που απουσιάζει από τα λεξικά, ταιριάζει όμως όταν αποδίδεται σ’ έναν άνθρωπο που ασχολήθηκε επί δεκαετίες συστηματικά με την ιστορία του βιβλίου, την προσφορά των εκδοτών και την εξέλιξη της τυπογραφίας. Επιπλέον, και ο ίδιος κάπου χρησιμοποίησε τον όρο.