Παρεμβάσεις
Μια ιστορική αναδρομή
Ι.
Η σχέση ανάμεσα στην Τέχνη και την Κοινωνιολογία αποτελεί ένα γόνιμο πεδίο διεπιστημονικού διαλόγου, όπου η αισθητική εμπειρία συναντά την επιστημονική ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας. Παρότι η Κοινωνιολογία συγκροτήθηκε ως επιστήμη με αξίωση αντικειμενικότητας και μεθοδολογικής αυστηρότητας, ήδη από τα πρώτα στάδιά της διατηρούσε βαθιές συγγένειες με τις ανθρωπιστικές και καλλιτεχνικές μορφές έκφρασης, δεν ήταν απλώς ένα σύνολο εμπειρικών μεθόδων, μέτρησης και επαλήθευσης, αλλά και ένας τρόπος νοηματικής «όρασης» της κοινωνίας.
Η Κοινωνιολογία συγκροτήθηκε κατά τον 19ο αιώνα ως αυτόνομη επιστήμη με στόχο τη συστηματική μελέτη των κοινωνικών δομών, σχέσεων και θεσμών. Η πρώιμη ανάπτυξή της επηρεάστηκε έντονα από το θετικιστικό πρότυπο των φυσικών επιστημών, επιδιώκοντας την αντικειμενικότητα και εφαρμόζοντας τη μέτρηση και την επαλήθευση. Ωστόσο, παρά τον αρχικά επιστημονικό προσανατολισμό της, η κοινωνιολογική σκέψη διατήρησε στενή συγγένεια με την τέχνη. Οι κλασικοί θεμελιωτές της κοινωνιολογικής σκέψης δεν έγραψαν τα έργα τους αποκλειστικά ως εμπειρικοί ερευνητές, αλλά διαμόρφωσαν σύνθετες ερμηνευτικές αφηγήσεις για τον κοινωνικό κόσμο. Η θεωρητική γραφή τους χαρακτηρίζεται από μορφολογική και συμβολική πυκνότητα, στοιχείο που προσεγγίζει την καλλιτεχνική δημιουργία. Κλασικοί κοινωνιολόγοι, όπως ο Κοντ, ο Τοκβίλ, ή αργότερα ο Εμίλ Ντυρκέμ και ο Μαξ Βέμπερ, δεν περιορίστηκαν στη συλλογή «δεδομένων», αλλά συνέθεσαν πλούσιες συμβολικές και ερμηνευτικές εικόνες για την κοινωνική τάξη, την εξουσία, την αποξένωση και τη νεωτερικότητα.
Η κοινωνιολογική έννοια λειτουργεί συχνά όπως το καλλιτεχνικό μοτίβο, συμπυκνώνει εμπειρίες, δημιουργεί νοηματικά σχήματα, προκαλεί ερμηνευτική συμμετοχή του ίδιου του αναγνώστη. Έννοιες όπως η «κοινότητα», η «γραφειοκρατία» ή η «ανομία» δεν είναι απλά αναλυτικά εργαλεία, αλλά διαθέτουν μεταφορική και αισθητική ισχύ που επιτρέπει τη βιωματική κατανόηση της κοινωνικής ζωής.
Από την άλλη πλευρά, η Τέχνη λειτουργεί ως άτυπη αλλά διεισδυτική μορφή κοινωνιολογικής διαπίστωσης. Η λογοτεχνία, η ζωγραφική, η μουσική, το θέατρο, αποτυπώνουν κοινωνικές ανισότητες, πολιτισμικές ταυτότητες, ιστορικές μεταβάσεις, συλλογικά τραύματα και οράματα. Ο καλλιτέχνης, όπως και ο κοινωνιολόγος, παρατηρεί, ερμηνεύει και ανασυνθέτει την κοινωνική πραγματικότητα. Η διαφορά έγκειται στο μέσο, ο πρώτος χρησιμοποιεί αισθητικές μορφές, ενώ ο δεύτερος εννοιολογικά και θεωρητικά σχήματα. Ωστόσο, και οι δύο επιδιώκουν την αποκάλυψη των βαθύτερων κοινωνικών αληθειών.
Κομβικό σημείο στη σύνδεση Κοινωνιολογίας και Τέχνης είναι η φαντασία. Η ικανότητα να συσχετίζονται προσωπικές εμπειρίες με ευρύτερες κοινωνικές δομές απαιτεί δημιουργική σύλληψη, ανάλογη της καλλιτεχνικής έμπνευσης. Η φαντασία επιτρέπει τη μετατροπή στατιστικών σε ανθρώπινες ιστορίες, τη σύλληψη αφηρημένων δομών (καπιταλισμός, κράτος) ή την πρόβλεψη κοινωνικών μετασχηματισμών. Χωρίς αυτήν, η κοινωνιολογία κινδυνεύει να περιοριστεί σε τεχνοκρατική περιγραφή.
Η σχέση ανάμεσα στην Κοινωνιολογία και την Τέχνη δεν είναι επιφανειακή αλλά δομική. Η Κοινωνιολογία αντλεί από την Τέχνη τη φαντασία, τη συμβολική δύναμη και την αισθητική, αφηγηματική της ικανότητα, ενώ η τέχνη λειτουργεί ως «καθρέφτης» και υποδεικνύει ερμηνευτικά την κοινωνική πραγματικότητα. Η κοινωνιολογική γνώση δεν συγκροτείται μόνο μέσω μεθόδων και δεδομένων, αλλά και μέσω μορφών, εικόνων και νοητικών παραστάσεων που προσεγγίζουν την κοινωνία ως αισθητικό και βιωματικό σύνολο. Επομένως, η Κοινωνιολογία μπορεί να θεωρηθεί όχι απλά ως «επιστήμη της κοινωνίας», αλλά και ως τέχνη κατανόησής της, μια τέχνη που γεφυρώνει το αντικειμενικό με το υποκειμενικό, το εμπειρικό με το ερμηνευτικό, το πραγματικό με το δυνατόν.
Η θεώρηση της Κοινωνιολογίας ως μορφής τέχνης δεν αναιρεί τον επιστημονικό της χαρακτήρα, αλλά τον διευρύνει. Η κοινωνική πραγματικότητα δεν είναι απλώς μετρήσιμη, είναι βιωματική, συμβολική και αφηγηματική. Η κοινωνιολογία λειτουργεί ταυτόχρονα ως αναλυτική επιστήμη και ως δημιουργική ερμηνευτική πρακτική. Η καλλιτεχνική διάσταση της κοινωνιολογικής σκέψης καθίσταται εμφανής στη χρήση μεταφορών και ιδεατών τύπων (M. Weber), στη δραματουργική απεικόνιση κοινωνικών συγκρούσεων, στην αισθητική συγκρότηση της θεωρητικής αφήγησης. Εντέλει, η κατανόηση της κοινωνίας απαιτεί όχι μόνο μεθοδολογική αυστηρότητα αλλά και φαντασιακή ενσυναίσθηση. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Κοινωνιολογία δεν είναι απλώς "η επιστήμη της κοινωνίας", αλλ' είναι και η τέχνη αποκάλυψης των μορφών της ανθρώπινης συνύπαρξης.
Παρά τη γοητεία αυτής της προσέγγισης, έχουν διατυπωθεί ενστάσεις, όπως ο κίνδυνος του υποκειμενισμού (η υπερβολική έμφαση στην αισθητική διάσταση μπορεί να υπονομεύσει την επιστημονική εγκυρότητα), η μεθοδολογική ασάφεια (η τέχνη δεν υπακούει σε επαληθεύσιμα κριτήρια) ή η «ρομαντικοποίηση της θεωρίας» (εξιδανίκευση των κλασικών κοινωνιολόγων). Ωστόσο, θεωρούμε ότι οι κριτικές αυτές δεν αναιρούν τη βασική θέση ότι η κοινωνική κατανόηση απαιτεί τόσο ανάλυση όσο και ερμηνευτική ευαισθησία.

Η τιμωρία στη σχολική αίθουσα. Τα σχέδια του Τζορτζ Κρουικσάντ, για τον Όλιβερ Τουίστ του Τσαρλς Ντίκενς ήταν παραστατικά και μετέφεραν το κλίμα του έργου του συγγραφέα, που συγκινούσε βάζοντας στη μυθοπλασία τα προβλήματα του καιρού του.
George Cruikshank
ΙΙ.
Η κοινωνιολογική παράδοση, στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, είχε τη δική της σημαντική συμβολή στην “αναλυτική” και “επιστημονική”, όπως υπολάμβανε, ερμηνεία του βιομηχανικού φαινομένου. Ωστόσο, κανείς από τους διανοούμενους δεν ήταν προετοιμασμένος, ούτε είχε τη δυνατότητα, να παραμείνει σε απόσταση από τα μεταβαλλόμενα ρεύματα της εποχής του ώστε να τα περιγράψει και να τα εξηγήσει με έναν αντικειμενικό, αξιολογικά ουδέτερο τρόπο.
Η μετακίνηση από την ύπαιθρο στις πόλεις, η μαζική συγκέντρωση εργατών στα νέα βιομηχανικά κέντρα, ο χωρισμός της εργασίας από την οικογενειακή ζωή, συνέθεταν μια εικόνα που γεννούσε νέες ιδέες, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην κοινωνιολογική σκέψη. Η βιομηχανική εργασία, επαναληπτική και απρόσωπη, γέννησε το βίωμα της αποξένωσης. Η τέχνη το αποτύπωσε μέσα από μοναχικές φιγούρες, σκοτεινά αστικά τοπία, μηχανικές κινήσεις. Η αισθητική απεικόνιση συνέβαλε στην κοινωνιολογική κατανόηση της ψυχοκοινωνικής επίδρασης της νεωτερικότητας.
Οι συγγραφείς, ζώντας σε μια περίοδο μεγάλων, άγνωστων μέχρι τότε, ιστορικών μετασχηματισμών, επιδόθηκαν στο έργο της δημιουργικής “ανακάλυψης” της νέας κοινωνίας που δεν είχε ακόμη αποκτήσει έναν επαρκή κοινωνιολογικό ορισμό. Οι εικόνες του Λονδίνου στον Όλιβερ Τουίστ του Τσαρλς Ντίκενς, για παράδειγμα, έγιναν η πηγή της ανακάλυψης κρίσιμων εμπειριών της αστικής ζωής και της νέας κοινωνικής τάξης και επηρέασαν άμεσα τις ευρωπαϊκές προσπάθειες για την κατανόηση των νέων κοινωνικών φαινομένων. Ακόμη πιο προσιτές ήταν οι εικόνες ενός τυπικού εργοστασίου, στους Δύσκολους Καιρούς, που συνέθεταν το σύμβολο της βιομηχανικής πόλης. Ο Ντίκενς γράφει ως «κοινωνικός εθνογράφος», αποτυπώνοντας με την αφηγηματική του δεξιότητα τις ταξικές ανισότητες και την εκμετάλλευση της εργασίας.
Στην ίδια περίπου εποχή, στα πρώτα έργα του, ο Τόμας Καρλάιλ (1795 - 1881) περιγράφει με ποιό τρόπο η εκβιομηχάνιση μετασχημάτιζε όχι μόνον το εξωτερικό περιβάλλον των Ευρωπαίων, αλλά και τον εσωτερικό κόσμο των αξιών, των αισθημάτων και των πίστεων. Στα Σημεία των Καιρών (Signs of the Times, 1829) βρίσκουμε μια έξοχη κοινωνιολογική ανάλυση του συγγραφέα απογοητευμένου από τα φαινόμενα της "κοινωνίας της επιστήμης". Το έργο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δοκίμια κοινωνικής κριτικής του 19ου αιώνα. Γραμμένο σε μια περίοδο έντονων μετασχηματισμών στη Βρετανία, αντανακλά την ανησυχία του συγγραφέα για την κυριαρχία της μηχανιστικής σκέψης και της τεχνολογικής προόδου που χαρακτήριζαν τη βιομηχανική εποχή.
Κεντρική θέση στο δοκίμιο κατέχει η έννοια της «Μηχανικής Εποχής» (“Mechanical Age”). Ο Καρλάιλ υποστηρίζει ότι η εποχή του διακρίνεται από την υπεροχή της ωφελιμιστικής λογικής, της οργάνωσης και της τεχνικής αποτελεσματικότητας σε βάρος της πνευματικότητας και της ηθικής καλλιέργειας. Η μηχανή, πέρα από τεχνολογικό εργαλείο, μετατρέπεται σε μεταφορά, έναν τρόπο σκέψης που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο και την κοινωνία ως συστήματα προς ρύθμιση και έλεγχο. Έτσι, η πρόοδος δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την ουσιαστική βελτίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Παράλληλα, το έργο εκφράζει μια βαθιά ανησυχία για την αποξένωση του ατόμου. Η κυριαρχία της ορθολογικότητας και της τεχνικής οργάνωσης οδηγεί, κατά τον Καρλάιλ, σε απώλεια της εσωτερικότητας και της αυθεντικής πίστης. Ο συγγραφέας δεν απορρίπτει συνολικά την πρόοδο, αλλά προειδοποιεί για τον κίνδυνο παραμέλησης των ηθικών και πνευματικών αιτημάτων. Η κριτική του στρέφεται όχι μόνο κατά της τεχνολογίας, αλλά κυρίως κατά της μονοδιάστατης αντίληψης του ανθρώπου ως παραγωγικής μονάδας. Συνολικά, το έργο επιδίδεται σε μια πρώιμη αλλά διεισδυτική κριτική της νεωτερικότητας. Ο Καρλάιλ αναδεικνύει τις αντιφάσεις της βιομηχανικής προόδου και θέτει το ζήτημα της ισορροπίας ανάμεσα στην τεχνική ανάπτυξη και την πνευματική καλλιέργεια, καθιστώντας το έργο του επίκαιρο ακόμη και στη σύγχρονη εποχή.
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσουμε την εποχή μας μ' ένα μόνο επίθετο, γράφει ο Καρλάιλ, δεν θα την λέγαμε "ηρωική", "λατρευτική", "φιλοσοφική" ή "ηθική" αλλά "μηχανική". Η απεικόνιση εργατών, αγροτών και καθημερινών σκηνών αποτελεί κοινωνιολογική παρέμβαση. Η εργασία δεν παρουσιάζεται πλέον ως ιδεαλιστικό σύμβολο αλλά ως υλική και κοινωνική πραγματικότητα. Η τέχνη αναδεικνύει την υλικότητα της ζωής, τη σωματικότητα της εργασίας, τις ανισότητες παραγωγής. Το γεγονός αυτό αντανακλά τη μετάβαση σε μια κοινωνία όπου η εργασία γίνεται κεντρική κοινωνική κατηγορία.
Πρόκειται για μια περίοδο του ανθρώπινου πολιτισμού που προάγει, διδάσκει και ασκείται στη μεγάλη τέχνη της προσαρμογής των μέσων στους σκοπούς. Η βιομηχανική επανάσταση επέφερε βαθιές αλλαγές στην παραγωγή και την κοινωνική οργάνωση. Η μετάβαση από την αγροτική οικονομία στη βιομηχανική παραγωγή οδήγησε στη συγκέντρωση πληθυσμών στα αστικά κέντρα, στη διαμόρφωση της εργατικής τάξης και την ενίσχυση της αστικής τάξης ως κυρίαρχης κοινωνικής δύναμης. Η κοινωνική ανισότητα, οι άθλιες συνθήκες εργασίας και η αποξένωση των εργαζομένων αποτέλεσαν βασικά ζητήματα της εποχής. Οι κοινωνικές συγκρούσεις, όπως οι επαναστάσεις του 1830 και του 1848, ανέδειξαν τη δυναμική των νέων κοινωνικών τάξεων και τη ρευστότητα των πολιτικών καθεστώτων.
Τα παραδοσιακά επαγγέλματα εξαφανίζονται κάτω από την επιβλητική εισαγωγή του μηχανικού τρόπου παραγωγής. «Μαζί μ' αυτά εξαφανίζονται», γράφει ο Καρλάιλ, «και όλες εκείνες οι δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου-παραγωγού χάριν της πιο επιτήδειας και αυτόματης κίνησης της μηχανής. Τώρα τίποτε πια δεν γίνεται με το ανθρώπινο χέρι, άμεσα, τα πάντα ακολουθούν κανόνες, προκαθορισμένες κινήσεις και επινοήσεις. Οι παλαιοί τρόποι μόχθου και άσκησης περιέπεσαν σε ανυποληψία και παραμερίστηκαν. Ο "ζωντανός" τεχνίτης αναγκάζεται να εγκαταλείψει το εργαστήρι του και να δώσει τη θέση του σε κάποιον άλλο ταχύτερο αλλ' άψυχο. Η σαΐτα του αργαλειού γλιστρά από τα δάχτυλα του υφαντή και πέφτει σε "σιδερένια" δάχτυλα που την χειρίζονται πιο γρήγορα. Ο ναύτης διπλώνει τα πανιά και αφήνει κάτω τα κουπιά του προσφέροντας πλέον τις υπηρεσίες του σε γεμάτες από ατμούς πτήσεις που τον στροβιλίζουν στους ωκεανούς. Για όλους τους επίγειους αλλά και μερικούς μη επίγειους σκοπούς μας διαθέτουμε μηχανές που μας βυθίζουν σ' έναν μαγνητικό ύπνο. Με τις ασυγκράτητες μηχανές μας βγαίνουμε πάντοτε νικητές και φορτωμένοι με λάφυρα».
Αυτό το μηχανικό πνεύμα ήταν διάχυτο, κατά τον Καρλάιλ, όχι μόνο στο εξωτερικό περιβάλλον αλλά και στον κόσμο του πνεύματος. Τίποτε δεν ακολουθεί την αυθόρμητη πορεία του, τίποτε δεν αφήνεται να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις παλιές, φυσικές μεθόδους. Η παιδεία, "αυτή η μυστηριώδης επικοινωνία της σοφίας με την άγνοια", δεν είναι πλέον εκείνη η πειραματική, ανιχνευτική έρευνα που είχε ως άξονες την ατομική ικανότητα και μια συνεχή διαφοροποίηση μέσων και μεθόδων, αλλά μια προκαθορισμένη ενασχόληση που διευθύνεται από έναν άψυχο μηχανισμό. Η φιλοσοφία, η επιστήμη, η τέχνη, η λογοτεχνία, τελούν σε απόλυτη εξάρτηση από κάποιον Μηχανισμό και «στη θέση των επιστημόνων και των καλλιτεχνών, των Ραφαήλ και των Μικελάντζελο ή των Μότσαρτ έχουμε τις βασιλικές Ακαδημίες Ζωγραφικής, Μουσικής ή Γλυπτικής. Οι βασιλείς έχουν χάσει τον Καρτέσιο και τον Βολταίρο τους».
III.
Στο περίφημο έργο του Η Κοινωνιολογία ως Μορφή Τέχνης (Sociology as an Art Form), ο Ρόμπερτ Νίσμπετ επισημαίνει ότι πολλές κοινωνιολογικές θεωρίες διαθέτουν μορφολογική ομοιότητα με τα καλλιτεχνικά ρεύματα. Για παράδειγμα, ο ρομαντισμός επηρέασε τις κοινωνιολογικές θεωρίες για την κοινότητα και την παράδοση, ο μοντερνισμός συνδέθηκε με αναλύσεις αποξένωσης και κοινωνικού κατακερματισμού. Η κοινωνιολογική αφήγηση, όπως και η καλλιτεχνική, δομείται γύρω από συμβολισμούς, τυπολογίες χαρακτήρων, δραματουργικές συγκρούσεις. Η κοινωνιολογία δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο, αλλά τον «σκηνοθετεί» εννοιολογικά.
Η συμβολή του Νίσμπετ συνίσταται στην ανάδειξη της αισθητικής μορφής της κοινωνιολογικής σκέψης, οι θεωρίες δεν είναι μόνο αναλύσεις αλλά και αφηγήσεις για τον κοινωνικό κόσμο. Η κατανόηση της κοινωνίας απαιτεί, συνεπώς, διπλή ικανότητα, μεθοδολογική αυστηρότητα και δημιουργική ενόραση. Η τέχνη λειτουργεί ως άτυπη κοινωνιολογική γνώση. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος αποτυπώνουν κοινωνικές σχέσεις με βιωματική ένταση που συχνά υπερβαίνει την ακαδημαϊκή ανάλυση. Η θεώρηση της κοινωνιολογίας ως τέχνης εγείρει επιστημολογικά ζητήματα: Πώς διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα; Πού τελειώνει η ερμηνεία και αρχίζει η λογοτεχνία; Μπορεί η αισθητική να συνυπάρξει με την επαλήθευση; Η απάντηση βρίσκεται στη συμπληρωματικότητα, η εμπειρική έρευνα παρέχει τεκμήρια, ενώ η ερμηνευτική φαντασία παρέχει νοήματα.
Συμπερασματικά, η σχέση τέχνης και κοινωνιολογίας στον 19ο αιώνα υπήρξε στενή, πολυδιάστατη και αμφίδρομη. Η τέχνη λειτούργησε ως απεικόνιση αλλά και ως κριτής της κοινωνίας, αποτυπώνοντας τις αντιφάσεις της βιομηχανικής νεωτερικότητας. Παράλληλα, η κοινωνιολογία αξιοποίησε την τέχνη ως πεδίο ανάλυσης της κοινωνικής εμπειρίας, των ιδεολογιών και των πολιτισμικών μορφών.
Τα καλλιτεχνικά ρεύματα, ο Ρομαντισμός, ο Ιμπρεσσιονισμός ή ο Ρεαλισμός, δεν μπορούν να κατανοηθούν έξω από το κοινωνικό τους πλαίσιο. Αντίστοιχα, η κοινωνιολογική γνώση του 19ου αιώνα διαμορφώθηκε μέσα σε έναν πολιτισμικό ορίζοντα όπου η τέχνη κατείχε κεντρική θέση. Εν τέλει, ο 19ος αιώνας θεμελίωσε την κρίσιμη παραδοχή ότι η τέχνη δεν είναι απλώς αισθητική δημιουργία αλλά και κοινωνική πράξη. Μέσα από εικόνες, αφηγήσεις και συμβολισμούς, συνέβαλε στην κατανόηση, την κριτική και σε ορισμένες περιπτώσεις στον μετασχηματισμό της κοινωνικής πραγματικότητας. Η παραδοχή αυτή εξακολουθεί να αποτελεί βασικό άξονα τόσο της κοινωνιολογίας της τέχνης όσο και της ευρύτερης πολιτισμικής θεωρίας μέχρι σήμερα.
Ο 19ος αιώνας αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές περιόδους της νεότερης ιστορίας, καθώς χαρακτηρίζεται από βαθιές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ανακατατάξεις που μετέβαλαν ριζικά τον τρόπο οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών. Η Γαλλική Επανάσταση, αν και προηγήθηκε χρονολογικά, επηρέασε καθοριστικά τον 19ο αιώνα, διαδίδοντας της ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της λαϊκής κυριαρχίας. Η συγκρότηση εθνικών κρατών, όπως οι ενοποιήσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας, συνοδεύτηκε από έντονη πολιτισμική παραγωγή που επιδίωξε να θεμελιώσει την εθνική ταυτότητα. Η τέχνη αξιοποιήθηκε συχνά ως μέσο εθνικής αφήγησης, ενώ οι καλλιτέχνες κλήθηκαν να εκφράσουν τα ιδεώδη του έθνους και της ιστορικής μνήμης.
Η Βιομηχανική Επανάσταση, η αστικοποίηση, η διαμόρφωση νέων ταξικών δομών και η εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δημιούργησαν ένα πρωτόγνωρο κοινωνικό περιβάλλον. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αναδύθηκαν αφ' ενός η κοινωνιολογία ως αυτόνομη επιστήμη με αντικείμενο τη μελέτη της κοινωνίας και αφ' ετέρου νέα καλλιτεχνικά ρεύματα που επιδίωξαν να αποτυπώσουν, να ερμηνεύσουν ή και να αμφισβητήσουν ποιοτικά τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Η σχέση τέχνης και κοινωνιολογίας κατά τον 19ο αιώνα υπήρξε πολυεπίπεδη και διαλεκτική. Η τέχνη δεν λειτούργησε απλώς ως αισθητική δημιουργία αποκομμένη από το κοινωνικό γίγνεσθαι, αντίθετα, αποτέλεσε πεδίο κοινωνικής αναπαράστασης, ιδεολογικής σύγκρουσης και πολιτισμικής διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, η κοινωνιολογία αξιοποίησε την τέχνη ως πηγή κατανόησης της κοινωνικής εμπειρίας, αναγνωρίζοντας στα καλλιτεχνικά έργα πολύτιμα τεκμήρια για τις αξίες, τις συγκρούσεις και τις νοοτροπίες της εποχής.
Η κατανόηση της σχέσης τέχνης και κοινωνιολογίας προϋποθέτει τελικά την εξέταση του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν. Ο 19ος αιώνας σηματοδοτεί τη μετάβαση από τις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες στις βιομηχανικές. Η μηχανοποίηση της παραγωγής, η συγκέντρωση εργοστασίων και η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων επέφεραν ριζικές αλλαγές στην οικονομία αλλά και στην καθημερινή ζωή. Η αστικοποίηση υπήρξε από τις σημαντικότερες συνέπειες. Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και εγκαταστάθηκαν σε αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα. Οι πόλεις μετατράπηκαν σε χώρους ευκαιρίας αλλά συγχρόνως και κοινωνικής εξαθλίωσης. Για πρώτη φορά παρατηρούνται φαινόμενα υπερπληθυσμού, φτώχειας, εγκληματικότητας και κοινωνικού αποκλεισμού. Παράλληλα, διαμορφώθηκαν νέες κοινωνικές τάξεις, η αστική τάξη, φορέας οικονομικής ισχύος και πολιτικής επιρροής, η εργατική τάξη, σε σχέση εξάρτησης από τη μισθωτή εργασία και τα μεσαία στρώματα, που διαδραμάτιζαν έναν ενδιάμεσο ρόλο. Αυτές οι εξελίξεις δημιούργησαν έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και αποτέλεσαν το υπόβαθρο τόσο για την ανάπτυξη κοινωνιολογικών θεωριών όσο και για την καλλιτεχνική δημιουργία.
Η κοινωνιολογία εμφανίστηκε ως απάντηση στην ανάγκη κατανόησης αυτών των νέων κοινωνικών συνθηκών. Οι πρώτοι κοινωνιολόγοι επεδίωξαν να αναλύσουν τους νόμους που διέπουν την κοινωνική οργάνωση, την κοινωνική συνοχή και τη σύγκρουση. Στο πλαίσιο αυτό, η τέχνη αντιμετωπίστηκε ως κοινωνικό προϊόν, διαμορφωμένο από ιστορικές συνθήκες, ως φορέας ιδεολογίας και αξιών αλλά και ως μέσο κοινωνικής επιρροής. Η μελέτη της τέχνης επέτρεψε στους κοινωνιολόγους να προσεγγίσουν βιωματικές διαστάσεις της κοινωνικής ζωής που δεν αποτυπώνονταν σε στατιστικά δεδομένα ή θεσμικές αναλύσεις.
IV.
Παρότι ο Ρομαντισμός ήκμασε στη διάρκεια του 19ου αιώνα, η επιρροή του παρέμεινε διαχρονικά ισχυρή. Αντιτάχθηκε στην ψυχρή λογική της βιομηχανικής κοινωνίας, προβάλλοντας το συναίσθημα, τη φαντασία, τη φύση, την ατομική ελευθερία. Κοινωνιολογικά, ο Ρομαντισμός εξέφραζε την αγωνία απέναντι στην αποξένωση και την απώλεια της αυθεντικότητας. Η εξιδανίκευση του παρελθόντος και της υπαίθρου λειτουργούσε ως κριτική στη σύγχρονη αστική ζωή. Καλλιτέχνες όπως ο Ευγένιος Ντελακρουά και ο Γουίλιαμ Τέρνερ ύμνησαν το συναίσθημα, τη φύση και την ελευθερία. Το έργο του Ντελακρουά, Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό, απεικονίζει την επαναστατική δυναμική και τη λαϊκή συμμετοχή στην ιστορία. Ο Ρομαντισμός συνέβαλε στη συγκρότηση εθνικών αφηγήσεων και στην ενίσχυση της ιδέας του ηρωικού ατόμου.
Το σημαντικότερο ίσως καλλιτεχνικό ρεύμα που συνδέεται με την κοινωνιολογική κριτική είναι ο Ρεαλισμός. Εμφανίστηκε ως αντίδραση στον ρομαντικό ιδεαλισμό και επεδίωξε την πιστή απεικόνιση της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο Γκυστάβ Κουρμπέ απεικόνισε σκηνές της καθημερινής ζωής και της εργασίας, αναδεικνύοντας την αξιοπρέπεια των λαϊκών τάξεων. Παράλληλα, συγγραφείς όπως ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ, με το μνημειώδες έργο «La Comédie humaine», κατέγραψαν με οξυδέρκεια τη δομή της γαλλικής κοινωνίας. Ο Ρεαλισμός λειτουργούσε ως «κοινωνιολογία της τέχνης», προσφέροντας λεπτομερή ανάλυση των ταξικών σχέσεων και της κοινωνικής κινητικότητας. Στη Ζωγραφική οι ρεαλιστές ζωγράφοι απεικόνισαν αγρότες και εργάτες, σκηνές καθημερινής εργασίας, συνθήκες φτώχειας και κοινωνικής ανισότητας. Η επιλογή τέτοιων θεμάτων συνιστούσε πολιτική πράξη, καθώς κατέστησε «ορατές» κοινωνικές ομάδες αποκλεισμένες από παραδοσιακά καλλιτεχνικά ρεύματα. Στη Λογοτεχνία το ρεαλιστικό μυθιστόρημα λειτούργησε σχεδόν ως κοινωνιολογική μελέτη. Οι συγγραφείς κατέγραψαν την άνοδο της αστικής τάξης, τη διαφθορά των θεσμών, την αποξένωση της ζωής στην πόλη, τις ταξικές συγκρούσεις. Οι χαρακτήρες απεικονίζονται όχι ως απομονωμένες ατομικότητες αλλ’ ως αποτέλεσμα ιστορικών εξελίξεων και νέων κοινωνικών συνθηκών.
Ο Ιμπρεσιονισμός, που εμφανίστηκε στη Γαλλία κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, δεν αποτέλεσε απλώς μια αισθητική επανάσταση στη ζωγραφική, αλλά και ένα καλλιτεχνικό ρεύμα με σαφείς κοινωνιολογικές προεκτάσεις. Η εμφάνισή του συνδέεται άμεσα με τις ραγδαίες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές της εποχής, όπως η αστικοποίηση, η βιομηχανική ανάπτυξη και η ενίσχυση της αστικής τάξης. Μέσα από τη θεματολογία και την τεχνοτροπία του, ο Ιμπρεσιονισμός συνδέθηκε με τη νέα αστική εμπειρία και την τεχνολογική πρόοδο, αποτύπωσε τη μετάβαση στη νεωτερικότητα και επαναπροσδιόρισε τον ρόλο της τέχνης στην κοινωνία. Καλλιτέχνες όπως ο Κλωντ Μονέ και ο Πιερ-Ωγκύστ Ρενουάρ αποτύπωσαν το φως, την κίνηση και την παροδικότητα της σύγχρονης ζωής. Οι σιδηρόδρομοι, τα καφέ, τα πάρκα, οι εξοχές, οι λεωφόροι του Παρισιού, ακόμη και οι χοροί, έγιναν θέματα καλλιτεχνικής διερεύνησης αναδεικνύοντας τη νέα εμπειρία της αστικής αναψυχής. Η τέχνη εδώ δεν εστιάζει στην κοινωνική καταγγελία αλλά στη μεταβολή της αντίληψης και της αισθητικής εμπειρίας στην αναδυόμενη μαζική κοινωνία. Μ' αυτόν τον τρόπο, η καθημερινότητα της μεσαίας τάξης απέκτησε καλλιτεχνική αξία, γεγονός που αντανακλούσε τη διεύρυνση της κοινωνικής βάσης της τέχνης.
Παράλληλα, ο Ιμπρεσιονισμός συνιστούσε πράξη αμφισβήτησης των θεσμών. Η απόρριψη των έργων τους από το επίσημο Salon οδήγησε τους καλλιτέχνες στη διοργάνωση ανεξάρτητων εκθέσεων, υπονομεύοντας την αυθεντία της Ακαδημίας και προωθώντας την ιδέα της καλλιτεχνικής αυτονομίας. Η στάση αυτή συνδεόταν με ευρύτερες τάσεις εκδημοκρατισμού και με την αμφισβήτηση των παραδοσιακών ιεραρχιών. Επί πλέον, η έμφαση στο φως, στη στιγμιαία εντύπωση και στη μεταβλητότητα της εικόνας αντανακλούσε μια κοινωνία που βίωνε την ταχύτητα και τη ρευστότητα της νεωτερικής ζωής. Η επιρροή της φωτογραφίας και των τεχνολογικών εξελίξεων συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης για τον χρόνο και την πραγματικότητα, όπου το υποκειμενικό βίωμα υπερίσχυε της αντικειμενικής αναπαράστασης. Συνολικά, ο Ιμπρεσιονισμός εξέφρασε τις κοινωνικές μεταβολές της εποχής του, προβάλλοντας την αξία της σύγχρονης εμπειρίας, της ατομικότητας και της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο καλλιτεχνικό, αλλά και κοινωνικό φαινόμενο που σηματοδότησε τη μετάβαση στη σύγχρονη εποχή.
Ο Νατουραλισμός που εμφανίστηκε στη Γαλλία επίσης κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, αποτέλεσε καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό ρεύμα στενά συνδεδεμένο με τις κοινωνικές και επιστημονικές εξελίξεις της εποχής. Επηρεασμένος έντονα από τον θετικισμό, τις φυσικές επιστήμες, και τις θεωρίες της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος, όπως διατυπώθηκαν από τον Δαρβίνο, ο Νατουραλισμός επιδίωξε να εφαρμόσει μια «επιστημονική» μέθοδο στην τέχνη, αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως προϊόν βιολογικών και κοινωνικών δυνάμεων. Οι καλλιτέχνες επεχείρησαν να εφαρμόσουν μεθόδους παρατήρησης και σχεδόν πειραματικής ανάλυσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς τονίζοντας τον περιβαλλοντικό καθορισμό και τον κοινωνικό ντετερμινισμό. Σε αντίθεση προς τον ρομαντισμό, που εξιδανίκευε την πραγματικότητα, κεντρικό κοινωνιολογικό μήνυμα του Νατουραλισμού υπήρξε η ανάδειξη των κοινωνικών ανισοτήτων και των σκληρών συνθηκών ζωής των κατώτερων τάξεων. Η τέχνη έγινε εργαλείο αποκάλυψης των δομικών παθολογιών της νεωτερικής κοινωνίας. Ο κορυφαίος εκπρόσωπος του κινήματος Εμίλ Ζολά υποστήριξε ότι ο συγγραφέας οφείλει να δρα ως «κοινωνικός παρατηρητής», αποκαλύπτοντας τους μηχανισμούς που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Παράλληλα, ο Νατουραλισμός πρόβαλε μια ντετερμινιστική αντίληψη της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ανθρώπινη βούληση παρουσιάζεται περιορισμένη, καθώς το άτομο καθορίζεται από την κληρονομικότητα, το κοινωνικό περιβάλλον και τις οικονομικές συνθήκες. Το μήνυμα αυτό αντανακλούσε τη βαθιά επίδραση των κοινωνικών επιστημών και την αυξανόμενη πίστη ότι τα κοινωνικά φαινόμενα μπορούν να μελετηθούν με αντικειμενικότητα. Επί πλέον, το κίνημα συνέβαλε στην καλλιέργεια της κοινωνικής ευαισθησίας, καθώς η ρεαλιστική απεικόνιση της κοινωνικής αδικίας λειτουργούσε ως έμμεση κριτική του καπιταλιστικού συστήματος και των ανισοτήτων που αυτό παρήγε στη διαδρομή του. Μέσα από την απομυθοποίηση της ανθρώπινης φύσης και την ανάδειξη των κοινωνικών μηχανισμών, ο Νατουραλισμός κατέστη ένα καλλιτεχνικό ρεύμα με έντονη κοινωνιολογική διάσταση. Συνολικά, τα κοινωνιολογικά μηνύματα του Νατουραλισμού εστιάζουν στην κοινωνική κριτική, τον επιστημονικό ορθολογισμό και τον ντετερμινισμό, αναδεικνύοντας τη στενή σχέση τέχνης και κοινωνικής πραγματικότητας στη νεωτερική εποχή.
V.
Η πόλη αποτέλεσε κεντρικό θέμα της τέχνης του 19ου αιώνα. Οι καλλιτέχνες κατέγραψαν τα πλήθη, την ανωνυμία, τη μοναξιά του πλήθους, την εμπορευματοποίηση της ζωής. Η εμπειρία του «περιπατητή» που παρατηρεί την πόλη, αντανακλά νέες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Η τέχνη αποτύπωσε τη νεωτερική εμπειρία πριν ακόμη αυτή αναλυθεί θεωρητικά από την κοινωνιολογία. Η άνοδος των εργατικών κινημάτων επηρέασε βαθιά την καλλιτεχνική παραγωγή. Η τέχνη λειτούργησε ως μέσο πολιτικής διαμαρτυρίας, ενίοτε ως όργανο προπαγάνδας ή φορέας συλλογικής ταυτότητας. Θεατρικά έργα, εικονογραφήσεις και λαϊκά τραγούδια ανέδειξαν την εκμετάλλευση της εργασίας και ενίσχυσαν την ταξική συνείδηση.
Η κοινωνιολογική ανάλυση απέδειξε ότι η τέχνη δεν είναι ουδέτερη. Μπορεί να αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία, να τη νομιμοποιεί αισθητικά ή να τη θέτει υπό αμφισβήτηση. Η τέχνη του 19ου αιώνα αποτέλεσε σημαντικό πεδίο αναπαράστασης των έμφυλων ρόλων και αναπαραγωγής στερεοτύπων, όπως η γυναίκα ως μούσα, ως μητέρα, ως αντικείμενο πόθου. Ιδίως στη λογοτεχνία εμφανίστηκαν ηρωίδες που αμφισβητούσαν τους κοινωνικούς περιορισμούς, αναδεικνύοντας τον εγκλεισμό στον οικιακό χώρο, την έλλειψη αυτονομίας και την κοινωνική υποκρισία.
Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται και από τη θεσμική οργάνωση της τέχνης, την ίδρυση μουσείων, ακαδημιών, σαλονιών (κατ’ απομίμηση εκείνων του 18ου αιώνα) και εκθέσεων. Οι θεσμοί αυτοί έκριναν την ποιότητα της τέχνης, την αναγνώριση των καλλιτεχνών, ακόμη και την πρόσβαση του κοινού. Πολλοί καλλιτέχνες αντιλήφθηκαν το έργο τους ως μέσο κοινωνικής παρέμβασης. Μέσα από την αισθητική συγκίνηση επεδίωξαν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό, να επηρεάσουν την κοινή γνώμη, να υποστηρίξουν μεταρρυθμίσεις. Ζητήματα όπως η παιδική εργασία, οι συνθήκες στέγασης και η εκπαίδευση αναδείχθηκαν μέσω καλλιτεχνικών έργων πριν αποτελέσουν αντικείμενο κρατικής πολιτικής.
Την ίδια περίοδο η κοινωνιολογία ανέλυσε τους μηχανισμούς πολιτισμικής νομιμοποίησης και αποκλεισμού. Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, η τέχνη εντάχθηκε στην αγορά με συνέπεια την εμπορευματοποίηση των καλλιτεχνικών έργων, την εμφάνιση συλλεκτών, την εξάρτηση καλλιτεχνών από αγοραστές. Η κοινωνιολογία από την πλευρά της διερεύνησε με ποιούς τρόπους οι οικονομικές σχέσεις επηρεάζουν την αισθητική παραγωγή και την καλλιτεχνική αυτονομία.
Συμπερασματικά, η τέχνη λειτουργεί ως οιονεί ιστορικό τεκμήριο, τα καλλιτεχνικά έργα αποτελούν πολύτιμες πηγές για την κοινωνιολογική έρευνα, καθώς αποτυπώνουν, ενδεικτικά, την ενδυματολογική αισθητική, τους χώρους εργασίας και αναψυχής, τις οικιακές πρακτικές, τις κοινωνικές τελετουργίες. Μέσα απ' αυτά τα θέματα, οι κοινωνιολόγοι ανασυνθέτουν όψεις της καθημερινής, οικογενειακής και κοινωνικής ζωής που δεν καταγράφονται σε άλλες πηγές.
Προφανώς η σχέση κοινωνιολογίας και τέχνης δεν είναι γραμμική αλλά διαλεκτική. Η κοινωνία επηρεάζει την τέχνη μέσω θεμάτων, υλικών συνθηκών παραγωγής, ιδεολογιών. Η τέχνη επηρεάζει την κοινωνία μέσω της διαμόρφωσης συνειδήσεων, της συμβολικής αναπαράστασης τάξεων ή της πολιτισμικής κριτικής. Οι μεθοδολογικές προσεγγίσεις στην κοινωνιολογία της τέχνης κατά τον 19ο αιώνα διαμορφώθηκαν με βασικά ερμηνευτικά σχήματα όπως η ανακλαστική θεωρία (η τέχνη αντανακλά την κοινωνία), η δομική προσέγγιση (εξέταση θεσμών και παραγωγικών σχέσεων) και η ερμηνευτική προσέγγιση (εστίαση στο νόημα και τη συμβολική διάσταση). Αυτές οι προσεγγίσεις αποτέλεσαν τη βάση για μεταγενέστερες θεωρίες της κοινωνιολογίας του πολιτισμού.
Η κοινωνιολογία και η τέχνη του 19ου αιώνα καλούνται να απαντήσουν σ' ένα κοινό ερώτημα: πώς μπορεί να κατανοηθεί και να αποδοθεί η νέα κοινωνική πραγματικότητα; Η κοινωνιολογία επιχείρησε να την αναλύσει επιστημονικά, ενώ η τέχνη τη βίωσε και την απεικόνισε αισθητικά. Στη διάρκεια του αιώνα διευρύνθηκε το κοινό της τέχνης με την ίδρυση λαϊκών θεάτρων, τις φθηνότερες εκδόσεις βιβλίων και τον εικονογραφημένο Τύπο. Η τέχνη έπαψε να είναι αποκλειστικό προνόμιο της αριστοκρατίας και εντάχθηκε στη μαζική κουλτούρα. Ως συνέπεια αυτών των εξελίξεων τέθηκε ένας έντονος προβληματισμός για τον ρόλο του καλλιτέχνη, την ηθική, αισθητική και κοινωνική του ευθύνη. Είναι παρατηρητής ή μεταρρυθμιστής; Οφείλει να διδάσκει ή απλώς να απεικονίζει; Υπηρετεί την αλήθεια ή την αισθητική; Οι συζητήσεις αυτές συνδέονται άμεσα με τα κοινωνιολογικά ερωτήματα περί της κοινωνικής ευθύνης της διανόησης.
Πολλά καλλιτεχνικά έργα του 19ου αιώνα συνιστούν πρώιμη κριτική της νεωτερικότητας όπως η καταγγελία του υλισμού, ο φόβος της ηθικής παρακμής, ή η ανησυχία για απώλεια των κοινοτικών δεσμών. Η τέχνη προανήγγειλε προβληματισμούς που αργότερα ανέπτυξε συστηματικά η κοινωνιολογική θεωρία. Η μελέτη της τέχνης αποκαλύπτει τη στενή διασύνδεση αισθητικής δημιουργίας και κοινωνικής δυναμικής. Σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών, η τέχνη λειτούργησε ως κριτικός σχολιαστής και φορέας νέων οραμάτων για την κοινωνία, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικής συνείδησης.Η τέχνη του 19ου αιώνα ενσωματώνει βασικές κοινωνιολογικές έννοιες πριν ακόμη αποκτήσουν επιστημονική μορφή: τάξη, εργασία, εθνική ταυτότητα, αστική εμπειρία, ατομικισμός. Παράλληλα, η κοινωνιολογία χρησιμοποιεί αισθητικές μεταφορές – αρμονία, οργανισμός, δράμα, μορφή – για να συλλάβει τη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Ο θετικισμός του Κοντ στο Cours de philosophie positive χρησιμοποιεί αισθητικές έννοιες όπως η «τάξη» και η «αρμονία». Η κοινωνία παρουσιάζεται ως ένα οργανικό σύνολο, σχεδόν «καλλιτεχνική σύνθεση», όπου κάθε μέρος έχει μια λειτουργική θέση.
Η σχέση δεν είναι μονοσήμαντη. Η τέχνη δεν αποτελεί απλώς «αντανάκλαση» της κοινωνίας ούτε η κοινωνιολογία είναι «ουδέτερη» επιστήμη. Και οι δύο συγκροτούν τρόπους αναπαράστασης της νεωτερικότητας. Στον 19ο αιώνα, η αισθητική και η κοινωνική θεωρία συγκλίνουν σε ένα κοινό εγχείρημα, την κατανόηση του μετασχηματισμένου κόσμου της βιομηχανικής, αστικής και εθνικής κοινωνίας. Επί πλέον, η κοινωνιολογία του 19ου αιώνα εμφορείται από την πίστη στην πρόοδο. Αυτή η πρόοδος δεν είναι μόνο επιστημονική αλλά και «σχεδόν» αισθητική, η ανθρωπότητα οδεύει προς ένα ανώτερο στάδιο. Τα αισθητικά στοιχεία της περιόδου, όπως η τελεολογική αφήγηση, το ιδεώδες της τελειότητας και η εξιδανίκευση του μέλλοντος αφορούν σε μια κοινωνία που εμφανίζεται ως ένα έργο «εν εξελίξει».
Εδώ και ογδόντα χρόνια, η ιστορία του Λέοντα Μπατή συνοδεύεται από ορισμένα αναπάντητα ερωτήματα. Ήταν πράγματι ο πρώτος έλληνας εβραίος που επέστρεψε από τα στρατόπεδα; Τραβήχτηκε όντως η πασίγνωστη φωτογραφία του στο Βουκουρέστι, λίγο πριν από την επιστροφή του στην Ελλάδα; Και αν ναι, πού ακριβώς;
Στα βιβλία, στις λεζάντες, ακόμη και στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, τα στοιχεία αυτά διατυπώνονταν πάντοτε με επιφυλάξεις. Σήμερα, χάρη σε νέα ευρήματα από τον ρουμανικό Τύπο, και ιδίως χάρη σε δύο φωτογραφίες άγνωστες έως τώρα στο ελληνικό κοινό, μπορούμε να δώσουμε πιο στέρεες απαντήσεις. Και μαζί τους μπορούμε να δούμε καθαρότερα όχι μόνο τα βήματα ενός επιζώντος, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος που είχε μετατραπεί σε αριθμό διεκδίκησε ξανά το πρόσωπό του.
Ο Λέων Μπατής γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1910 και ανήκε στη ρωμανιώτικη εβραϊκή κοινότητα, οι ρίζες της οποίας χάνονται στην αρχαιότητα. Μετά την κατάρρευση της ιταλικής κατοχικής ζώνης και την ανάληψη του ελέγχου της Ηπείρου από τις γερμανικές δυνάμεις τον Σεπτέμβριο του 1943, ο Μπατής κατέφυγε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Πίστευε, όπως τόσοι άλλοι, ότι η ανωνυμία της μεγάλης πόλης και το πλεονέκτημα των ελληνικών ως μητρικής γλώσσας ίσως τους προστάτευαν.
Η ελπίδα αυτή διαψεύστηκε τον Μάρτιο του 1944. Μέσα σε μία μόνο ημέρα, οι γερμανικές αρχές συνέλαβαν εκατοντάδες εβραίους της Αθήνας, ανάμεσά τους και τον Μπατή. Ακολούθησαν το Χαϊδάρι, τα βαγόνια, το Άουσβιτς-Μπίρκεναου.
Στο μεταίχμιο του θανάτου
Στο Άουσβιτς, ο Μπατής βρέθηκε στον πυρήνα της φρίκης. Επιλέχθηκε για τα Sonderkommando, τις ειδικές ομάδες κρατουμένων που οι SS εξανάγκαζαν, υπό την συνεχή απειλή της εκτέλεσης, να μεταφέρουν τα πτώματα από τους θαλάμους αερίων και να τροφοδοτούν τα κρεματόρια. Ο τρόπος με τον οποίο επέζησε και επέστρεψε μοιάζει σχεδόν αδιανόητος. Όπως διηγείται ο ίδιος:
Όλοι ζούσαμε με την ψυχή στο στόμα ώς τη νύχτα προς τη 18η Ιανουαρίου του 1945, οπότε αρχίσαμε να ανεβαίνουμε πλέον την οδό του μαρτυρίου. Στις δύο τα μεσάνυχτα εισορμούν στο στρατόπεδο Γερμανοί των Ταγμάτων Εφόδου. [...] Μας έδωσαν από 2 κουβέρτες, λίγη μαργαρίνη και μια κονσέρβα για κάθε 5 άτομα. Επρόκειτο λοιπόν για ταξίδι, για αιώνιο ταξίδι. Ήταν προπαρασκευή για το δάσος [...] όπου, όπως είχαμε ακούσει, μεταφέρονται οι μελλοθάνατοι. [...] Πεζοπορήσαμε 25 ολόκληρες ώρες και στις 19 Ιανουαρίου φτάσαμε έξω από μια μεγαλούπολη της Πολωνίας. Μείναμε εκεί μία μέρα, και την 20ή Ιανουαρίου μάς παρέλαβε άλλη συνοδεία. Τους 400 βραδυπορούντες τους εκτέλεσαν χωρίς δισταγμούς. Όσους απομείναμε, μας έβαλαν κατόπιν νέας πεζοπορίας σε ένα φορτηγό-τρένο με το οποίο ταξιδέψαμε 15 χιλιόμετρα, οπότε το τρένο σταμάτησε απότομα. [...] Μας οδήγησαν γρήγορα στο δάσος. [...] Το πολυβόλο άρχισε να θερίζει, αλλά και οι Ρώσοι πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο. [...] Η φάλαγγα διασπάστηκε. Δύο χιλιάδες περίπου τραπήκαμε σε φυγή, αφού πετάξαμε ό,τι κι αν κρατούσαμε. Οι Γερμανοί άρχισαν και πάλι να μας καταδιώκουν και εξαπέλυσαν ξοπίσω μας τους σκύλους που είχαν μαζί τους. [...] Ζαρώσαμε πεσμένοι στο χώμα και περάσαμε εκεί τη νύχτα χωρίς σκεπάσματα, τα οποία είχαμε πετάξει, όπως σας είπα, σε ψύχος 20 βαθμών υπό το μηδέν, το πολωνικό εκείνο ψύχος του Ιανουαρίου. Μόλις ξημέρωσε, βεβαιωθήκαμε ότι οι Γερμανοί είχαν χάσει τα ίχνη μας και, μετά από οδοιπορία 4 ωρών, φτάσαμε σε ένα πολωνικό χωριό όπου μας περιέθαλψαν. Το χωριό αυτό απελευθερώθηκε την επομένη από τους Ρώσους. Στις 28 Ιανουαρίου αναχωρήσαμε και πήγαμε στη γερμανική πόλη Κλάουβιτς, η οποία εν τω μεταξύ είχε απελευθερωθεί. Εκεί συναντηθήκαμε και με αγγλοαμερικανούς αιχμαλώτους, οι οποίοι είχαν βρει την ελευθερία τους. Πεζοπορούντες πάντοτε, φτάσαμε στο Κάτοβιτς, κατόπιν στην Κρακοβία.[1]
Η μαρτυρία αυτή έχει εξέχουσα σημασία, επειδή μας παραδίδει τον Μπατή σε μια μεταιχμιακή στιγμή: έχει διαφύγει την εξόντωση, χωρίς ακόμη να έχει επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών ως πρόσωπο με όνομα και ιδιότητα.
Η οδύσσεια της επιστροφής
Ο κ. Μπατής μάς αφηγείται πώς κατόπιν, περπατώντας ως αριθμός πλέον επί 25 περίπου μέρες, διέσχισε την Πολωνία, πήρε ένα τρένο στην Ουγγαρία και πέρασε τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και έφτασε στις Σέρρες, όπου έλαβε έγγραφα ταυτότητας και έπαψε να είναι ο αριθμός 182464.[2]
Η λεπτομέρεια αυτή, με την οποία κλείνει το δημοσίευμα της εφημερίδας Ασύρματος, δεν είναι απλώς βιογραφική. Συμπυκνώνει το δράμα μιας επιστροφής που δεν ήταν μόνο γεωγραφική, αλλά και υπαρξιακή: η ανάκτηση της ταυτότητας υπήρξε μέρος της ίδιας της επιβίωσης.
Στις 20 Μαρτίου 1945, η ελληνόγλωσση εφημερίδα Ταχυδρόμος της Αιγύπτου μεταφέρει την είδηση ότι «άλλοι είκοσι δραπέτες έφτασαν σε τρομερή κατάσταση στις Σέρρες, αφού διάβηκαν τα βουλγαρικά σύνορα». Στο ίδιο δημοσίευμα κατονομάζεται ο Λεών Βάτις[3] ως «[ο] πρώτος από τους 70.000 Εβραίους που απήχθησαν από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής [και] επέστρεψε στην πάτρια γη του σήμερα, μετά από ταξίδι 45 ημερών»[4]. Η αναμετάδοση αυτή δεν αποτελεί το πρώτο χρονικό ίχνος της επιστροφής του, αλλά την πρώτη ευρύτερη δημοσιογραφική της διάδοση.
Η άφιξή του στη Θεσσαλονίκη στις 15 Μαρτίου επιβεβαιώνεται από πολλές πηγές, με βασικότερη την καταγεγραμμένη μαρτυρία του γιατρού Ισαάκ Ματαράσσο[5], που ήταν τότε παρών. «Έφτασε στη Θεσσαλονίκη από το Βορρά στις 15 Μαρτίου. Εκείνο το βράδυ, κουρασμένος, ευερέθιστος και φιλύποπτος, αδημονώντας να φτάσει στην Αθήνα για να δει αν ζούσε ακόμα η οικογένειά του, αφηγήθηκε την ιστορία του γύρω από ένα ούζο σ’ ένα μεγάλο ακροατήριο, σ’ ένα καφενείο»[6].
Όμως, η Ελλάδα που τον υποδέχθηκε δεν ήταν έτοιμη να ακούσει όσα έφερνε μαζί του. Ο Μπατής αντιμετωπίστηκε σαν άνθρωπος που έλεγε ανήκουστα πράγματα, σαν φορέας μιας αλήθειας τόσο φρικτής που δεν μπορούσε να γίνει αμέσως πιστευτή. Έτσι, όταν εκείνο το βράδυ διηγήθηκε τις εμπειρίες του σε εβραίους που είχαν κατορθώσει να κρυφτούν κατά την Κατοχή, η δυσπιστία ήταν τόσο έντονη, που ο Μπατής ξέσπασε και τους προειδοποίησε ότι μια μέρα θα θυμούνταν εκείνον που τον περνούσαν τότε για τρελό. Όπως και έγινε.
Ο μίτος των τεκμηρίων
Η διαδρομή του Μπατή αρχίζει να διαγράφεται πιο καθαρά αν ακολουθήσουμε το νήμα των πηγών εκτός Ελλάδας, αντιστρέφοντας τη διαδρομή της επιστροφής. Η έρευνα στα αρχεία του ρουμανικού Τύπου έφερε στο φως κρίσιμα ευρήματα που δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.
Στις 13 Μαρτίου 1945, η εφημερίδα Fapta δημοσιεύει ένα εκτενές ρεπορτάζ με τίτλο «Στη φωλιά του θανάτου στο Άουσβιτς», το οποίο φέρει την υπογραφή René Theo[7]. Εκεί συγκεντρώνονται οι μαρτυρίες έξι ελλήνων εβραίων που είχαν επιζήσει από το Άουσβιτς και βρίσκονταν στο Βουκουρέστι για ολιγοήμερη περίθαλψη, πριν πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Πληροφορούμαστε ότι πρώτος αναχώρησε μόνος του, το Σάββατο 10 Μαρτίου, ο «Λέων Μπατής, έμπορος υφασμάτων από την Αθήνα, πλατεία Καπνικαρέας 3», ενώ οι υπόλοιποι πέντε (Μεναχέμ Κοέν, Ιωσήφ Ταραμπουλούς, Ισαάκ Κανέτι, Μωρίς Σουλεμά και Χαΐμ Κάλβος) θα επέστρεφαν δύο εβδομάδες αργότερα, στις 24 Μαρτίου. Ο Μπατής θα κατευθυνόταν στην Αθήνα, ενώ οι υπόλοιποι, ως Βορειοελλαδίτες, στη Μακεδονία και στη Θράκη. Όλοι τους, όμως, θα περνούσαν πρώτα από τη Θεσσαλονίκη.
Δεκαπέντε μέρες αργότερα, στις 28 Μαρτίου, η ρουμανική εφημερίδα Semnalul επιβεβαιώνει: «Έφτασαν στην πρωτεύουσα οι πρώτοι δέκα εβραίοι που σώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό από το στρατόπεδο του Άουσβιτς. Πρόκειται για δύο Γάλλους, δύο Βέλγους και έξι Έλληνες. [...] Οι δέκα διασωθέντες έφτασαν μέχρι την Κρακοβία. Από εκεί στην Οράντεα[8], από όπου η εβραϊκή επιτροπή τούς οδήγησε στην πρωτεύουσα. Τα όσα διηγούνται οι δέκα εβραίοι είναι απερίγραπτα».
Ο ελληνικός Τύπος της ίδιας περιόδου έρχεται να συμπληρώσει αυτή την εικόνα. Στις 28 Μαρτίου 1945, η εφημερίδα Μακεδονία επανακυκλοφορεί ύστερα από τα χρόνια της απαγόρευσης. Στις 6 και 7 Απριλίου δημοσιεύει συνεντεύξεις[9] τεσσάρων ελλήνων εβραίων που είχαν μόλις επιστρέψει μαζί από το Άουσβιτς. Και οι τέσσερις (Ταραμπουλούς, Κανέτι, Κοέν, Σουλεμά) ανήκαν στην ομάδα των έξι του Βουκουρεστίου. Η περιγραφή τους συμπίπτει απολύτως με όσα προκύπτουν από τις ρουμανικές πηγές:
Πότε πεζοπορώντας και πότε με αυτοκίνητα, φτάσαμε στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι. Εκεί μας πήραν οι Αμερικανοί[10]. Μας έντυσαν αμέσως, μας έδωσαν ξενοδοχείο, χρήματα και ό,τι θέλαμε. Ιδιαίτερα μας συγκίνησε η συμπεριφορά του ελληνικού στοιχείου, που δεν ήξερε πώς να μας περιποιηθεί, όπως επίσης και το εξαιρετικό ενδιαφέρον του Έλληνα πρεσβευτή[11] στο Βουκουρέστι.
Στην αλληλουχία αυτή προστίθεται και ένα ακόμη εύρημα: το εκτενές αφιέρωμα της εφημερίδας Ασύρματος στον Μπατή, μέχρι πρόσφατα άγνωστο ακόμη και στην οικογένειά του. Η σημασία του, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην πληροφορία. Φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Μπατής επιχείρησε να επανεγγραφεί στον κόσμο μετά την αποπροσωποποίηση του στρατοπέδου: ως οικογενειάρχης, ως μέλος της Κοινότητας, ως επαγγελματίας, ως άνθρωπος με όνομα. Και ταυτόχρονα μας θυμίζει πόσο βαθιά ήταν η δυσπιστία του μεταπολεμικού περιβάλλοντος, ώστε ακόμη και μια τόσο πρώιμη μαρτυρία να χαθεί για δεκαετίες από το οπτικό μας πεδίο.

Τρεις εικόνες, τρία στάδια
Η περίπτωση του Μπατή έχει ένα ακόμη σπάνιο χαρακτηριστικό: η μεταπολεμική του πορεία μπορεί να ανασυντεθεί μέσα από τρεις διαφορετικές εικόνες. Δεν πρόκειται απλώς για τρεις φωτογραφίες, αλλά για τρία στάδια στην αποκατάσταση ενός ανθρώπου.
Η πρώτη είναι η ρουμανική λήψη. Το ρεπορτάζ της Fapta συνοδεύεται από δύο φωτογραφίες: μια ατομική με τη λεζάντα «Λέων Μπατής: εκείνος που εργαζόταν στα κρεματόρια» και μια ομαδική με τη σημείωση «Οι έξι επιζώντες του γερμανικού στρατοπέδου Άουσβιτς, μαζί με το συντάκτη μας». Στην ομαδική αυτή εικόνα, ο συντάκτης της εφημερίδας σημειώνεται με ένα Χ πάνω από το καπέλο του, ενώ ο Μπατής διακρίνεται δεύτερος από δεξιά, επίσης με καπέλο. Το φόντο των δύο εικόνων φαίνεται να είναι το ίδιο κτίριο, με οριζόντια διάταξη λίθων και χαρακτηριστικό ανάγλυφο διάκοσμο. Η ακριβής ταυτότητα του κτιρίου δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί, όμως η τότε πρόσφατη μεταφορά της Fapta στην οδό Ion Brezoianu 14[12], στο ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου, όπου υπάρχουν πολλά κτίρια με παρόμοια τεχνοτροπία[13], περιορίζει ήδη το πεδίο των πιθανών εκδοχών[14].
Η σημασία αυτής της πρώτης εικόνας είναι διπλή. Πρώτον, τεκμηριώνει αδιαμφισβήτητα την παρουσία του Μπατή στο Βουκουρέστι. Δεύτερον, τον δείχνει σημαδεμένο ακόμη από την εξάντληση της επιστροφής. Η όψη του, το βαρύ ντύσιμο, το σώμα που μοιάζει να έχει μόλις επιστρέψει από το μέτωπο της Ιστορίας δεν αφήνουν περιθώριο για εξωραϊσμό.
Η δεύτερη εικόνα προέρχεται από το αφιέρωμα του Ασύρματου. Εκεί ο Μπατής εμφανίζεται ήδη διαφορετικός: καλοντυμένος, σε στάση πόζας, με περιποιημένο μουστάκι και γραβάτα, με βλέμμα που διεκδικεί την προσοχή. Αυτή τη φορά είναι έτοιμος να αντικρίσει και το φακό και τους δύσπιστους. Και όμως, στην εικόνα αυτή δεν έχει εγκαταλείψει ακόμη το στρατόπεδο ως στίγμα. Δείχνει επιδεικτικά τον αριθμό του, ο οποίος μάλιστα έχει προφανώς ενισχυθεί από τη σύνταξη, ώστε να διακρίνεται καθαρά στην ασπρόμαυρη εκτύπωση. Η φωτογραφία αυτή καταγράφει τη στιγμή που ο αριθμός δεν έχει ακόμη υποχωρήσει μπροστά στο πρόσωπο. Αντιθέτως, ο Μπατής τον προβάλλει ως μαρτυρία, ως πειστήριο μιας εμπειρίας που οι περισσότεροι γύρω του δυσκολεύονταν ακόμη να πιστέψουν.
Η τρίτη εικόνα είναι η γνωστότερη. Είναι εκείνη που κοσμούσε επί χρόνια το κατάστημά του στην Καπνικαρέα[15]. Είναι η εικόνα που εκτέθηκε, αναπαράχθηκε, σχεδόν ταυτίστηκε με τη δημόσια μνήμη του επιζώντος που επιστρέφει. Και όμως, μόλις την παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, αρχίζει να αισθάνεται μια οπτική δυσαρμονία. Για έναν άνθρωπο το ταξίδι του οποίου δεν είχε ακόμη φτάσει στο τέλος του, ο Μπατής φαίνεται υπερβολικά καθαρός, τακτοποιημένος, σίγουρος για τον εαυτό του. Η δυσαρμονία αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη αν τη συγκρίνει κανείς με την εντύπωση που έδινε ο Μπατής κατά την επιστροφή του στην Αθήνα: «με το καπέλο του χωμένο ώς τα αυτιά, κοιτάζει τους γύρω του με καχυποψία»[16].
Κι αν η φωτογραφία είχε τραβηχτεί στο Βουκουρέστι, με τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες στις αρχές εκείνου του Μαρτίου[17], πώς δικαιολογείται το ελαφρύ ντύσιμο; Και γιατί το περίγραμμα της μορφής του είναι τόσο έντονο, ενώ ένα τμήμα του φόντου μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με μια μάλλον πρόχειρη λευκή ζώνη;
Το πρώτο σκέλος της απάντησης βρίσκεται στην ίδια τη φωτογραφία. Κάτω δεξιά διακρίνεται ότι η λήψη έγινε στα στούντιο ΒΛΑΝΤΙΚΑ, στην οδό Αγίου Μάρκου 7, που απείχε λίγα μόλις μέτρα από το κατάστημα του Μπατή στην Καπνικαρέα 3. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι αναπόφευκτο: το φόντο ανήκει στη ρουμανική φωτογραφία, αλλά η μορφή του Μπατή έχει αντικατασταθεί από νεότερη αθηναϊκή λήψη. Πρόκειται, δηλαδή, για μια φωτογραφική σύνθεση με τα μέσα της εποχής. Το ουσιώδες, όμως, δεν εξαντλείται σε αυτή την τεχνική διαπίστωση.
Ο αριθμός και το πρόσωπο
Ο πρώτος πειρασμός, όταν αναγνωρίσει κανείς ότι η γνωστή φωτογραφία είναι σύνθεση, είναι να την απορρίψει ως αλλοίωση ή παραποίηση. Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν επιπόλαιη. Διότι το κρίσιμο εδώ δεν είναι αν η εικόνα είναι «αυθεντική» με την αυστηρά τεχνική έννοια, αλλά τι ακριβώς αποκαθιστά.
Η ρουμανική λήψη αποκαθιστά ένα γεγονός. Η φωτογραφία του Ασύρματου αποκαθιστά μια μαρτυρία. Η σύνθεση αποκαθιστά μια πρόθεση. Ο ίδιος ο Μπατής επέλεξε ή αποδέχθηκε αυτή τη φωτογραφική σύνθεση, οπότε η πράξη αυτή δεν συνιστά νόθευση αλλά ύστατη απόπειρα επανάκτησης της ταυτότητας: είναι η ανάγκη του να σταθεί ξανά στον κόσμο ως πρόσωπο.
Ίσως, λοιπόν, το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι αν η γνωστή φωτογραφία είναι «αυθεντική» ή «πειραγμένη», αλλά τι αποκαλύπτει η διαδοχή αυτών των εικόνων. Μαζί, τεκμηριώνουν μια πορεία: από το γεγονός της επιβίωσης, στη μαρτυρία, και από εκεί στην προσπάθεια διεκδίκησης ενός προσώπου. Έτσι, πίσω από τις λεζάντες, τις αμφιβολίες και τις αναπαραγωγές δεκαετιών, αναδύεται καθαρότερα ο ίδιος ο Λέων Μπατής: όχι ως θρύλος, ούτε ως αβέβαιη εικόνα, αλλά ως άνθρωπος που επέστρεψε από το Άουσβιτς αποφασισμένος να μην παραμείνει αριθμός. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του.
[1] Εφημερίδα Ασύρματος, 6 Απριλίου 1945.
[2] Εφημερίδα Ασύρματος, 4 Απριλίου 1945.
[3] Η ορθογραφία είναι της εφημερίδας, η οποία εκδιδόταν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Πρόκειται για μεταγραφή από αγγλικό δημοσίευμα του πρακτορείου Ρόιτερς –όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή για τα διεθνή– με τη σημείωση «Αθήναι, 19 Μαρτίου».
[4] Εφημερίδα Ταχυδρόμος, 20 Μαρτίου 1945. Το ίδιο δημοσίευμα εμφανίστηκε σχεδόν αυτούσιο στις εφημερίδες Ελευθερία και Ανεξαρτησία.
[5] Ισαάκ Ματαράσσο, Κι όμως όλοι τους δεν πέθαναν…, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2018.
[6] Μαρκ Μαζάουερ, Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων, μτφρ. Κ. Κουρεμένου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ. 528.
[7] Πρόκειται για τον ρουμάνο δημοσιογράφο με ελληνογαλλικές ρίζες (ελληνίδα μητέρα και γάλλο πατέρα) Ρενέ Θεοδοσιάδη (γενν. 1910). Εγκατέλειψε τη Ρουμανία για πολιτικούς λόγους το 1947 και κατέφυγε στη Γαλλία, έπειτα από ένα σύντομο πέρασμα από την Ελλάδα. Στο Παρίσι, το 1948, ίδρυσε την επιθεώρηση BIRE (Buletin de Informații al Românilor din Exil), που έγινε η φωνή των ρουμάνων εξόριστων και λειτούργησε ως γέφυρα πληροφοριών σε μια εποχή που η Ρουμανία ήταν ερμητικά κλειστή. Έπαψε να εκδίδεται την 1η Μαρτίου 1990, καθώς είχε προηγηθεί η κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος.
[8] Η ρουμανική πόλη Οράντεα αποτελεί τη σημαντικότερη μεθοριακή διάβαση στα δυτικά σύνορα με την Ουγγαρία και υπήρξε σταθμός υποδοχής για όσους επέστρεφαν. Η εβραϊκή επιτροπή είναι ουσιαστικά η Εβραϊκή Κοινότητα της Οράντεα (Comunitatea Evreilor din Oradea), η οποία ανασυστάθηκε μετά την απελευθέρωση της πόλης, τον Οκτώβριο του 1944, και ήταν το κεντρικό αντιπροσωπευτικό όργανο των εβραίων της πόλης. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Anca Oltean, “Survivors of Holocaust at the Jewish Community from Oradea”, σ. 159-172 στο ετήσιο τεύχος της επιθεώρησης Annals of University of Oradea. Series International Relations and European Studies για το 2013.
[9] Τα δύο άρθρα υπογράφει ο Αριστοτέλης Μπουντούρης, ένας από τους 22 δημοσιογράφους της ΕΣΗΕΜ-Θ (Ένωσης Συντακτών Μακεδονίας-Θράκης) που το χειμώνα του 1941 είχαν υπογράψει το μυστικό Πρωτόκολλο Τιμής, με το οποίο απέκλειαν κάθε συνεργασία τους με τις εφημερίδες των δωσιλόγων.
[10] Πιθανότατα αναφέρεται στην American Jewish Joint Distribution Committee (AJDC), τον αμερικανικό φιλανθρωπικό οργανισμό που είναι γνωστός και ως Joint Distribution Committee ή απλώς Joint. Η έδρα της βρισκόταν στην οδό Stelea Spătarul 22.
[11] Ο πρεσβευτής ήταν μάλλον κάποιος έλληνας αξιωματούχος που είχε μεταβεί στο Βουκουρέστι. Εκείνη την περίοδο δεν φαίνεται να λειτουργούσε πλέον κανονικά ελληνική πρεσβεία στη Ρουμανία. Ο προηγούμενος πρέσβης, Κωνσταντίνος Κόλλας, είχε τοποθετηθεί το 1924 και παρέμεινε στη θέση του μέχρι τα τέλη Μαΐου 1941, όταν αναγκάστηκε να διαφύγει στην Αίγυπτο (εφημερίδα Viața, φύλλο 29/5/1941).
[12] Η εφημερίδα Fapta είχε αλλάξει έδρα μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, στις 28 Φεβρουαρίου.
[13] Γύρω στις 20 χιλιάδες τέτοια κτίρια, σύμφωνα με το ερευνητικό πρότζεκτ Crying Houses, στο πλαίσιο του οποίου μια ομάδα νεαρών αρχιτεκτόνων φωτογράφισε λεπτομέρειες από όλα αυτά τα κτίρια, με στόχο τη διάσωσή τους στη συλλογική μνήμη και την ευαισθητοποίηση της πολιτείας.
[14] Το σενάριο της Οράντεα μάλλον αποκλείεται, κι ας ταιριάζει η αρχιτεκτονική της που συνδυάζει το μπαρόκ με την Art Nouveau. Στις εικόνες του δημοσιεύματος, ο Μπατής εμφανίζεται με διαφορετικά ρούχα: καταβεβλημένος στην ατομική φωτογραφία, κομψά ντυμένος στην ομαδική, αλλά με φόντο το ίδιο κτίριο. Αυτό σημαίνει ότι οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν στο ίδιο μέρος, αλλά σε διαφορετικές μέρες. Όμως, η Οράντεα λειτουργούσε ως σταθμός υποδοχής και η μετάβαση στο Βουκουρέστι ήταν άμεση. Επιπλέον, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ομάδας των τεσσάρων, οι Αμερικανοί τούς έντυσαν στο Βουκουρέστι.
[15] Αντίγραφό της φυλάει στο γραφείο της η εγγονή του, η Σόφι Μπατή. Η αυθεντική εκτίθεται στο Εβραϊκό Μουσείο της Αθήνας.
[16] Ελένη Μπεζέ, Νέα ζωή: Έλληνες Εβραίοι μετά τη Σοά – Ιστορία, μνήμη, ταυτότητα (1944-1955), Άγρα, Αθήνα 2024, σ. 231.
[17] Σύμφωνα με τα διαθέσιμα ιστορικά δεδομένα του σταθμού Bucuresti-Baneasa, στις 10 Μαρτίου του 1945 η μέγιστη θερμοκρασία στο Βουκουρέστι ήταν 2°C και η ελάχιστη -9,6°C: https://www.extremeweatherwatch.com/cities/bucharest/day/march-10. Τελευταία επίσκεψη: 30 Μαρτίου 2026.
Κινηματογραφικές διασκευές μυθιστορημάτων σύγχρονων συγγραφέων της αμερικανικής σκηνής
Ο Κόρμακ ΜακΚάρθι, ο Φίλιπ Ροθ, ο Ντον ντεΛίλο και ο Πολ Όστερ είναι οι σύγχρονοι Αμερικανοί συγγραφείς που τα βιβλία τους έγιναν κινηματογραφικές ταινίες. Ποιοι άλλοι μεγάλοι συγγραφείς κίνησαν το ενδιαφέρον παραγωγών και σκηνοθετών. Και γιατί δεν έχει γυριστεί ούτε μια ταινία με σενάριο από τα μυθιστορήματα του Τζόναθαν Φράνζεν;
Κόρμακ ΜακΚάρθι. Τα καλά μυθιστορήματα του Κόρμακ ΜακΚάρθι ίσως γίνονται πιο εύκολα ταινίες από αυτά άλλων, σύγχρονων, πολυδαίδαλων Αμερικανών συγγραφέων, γιατί εμπεριέχουν οπτικά μέρη και περιπέτειες. Καλύτερη και πιο εμπνευσμένη μεταφορά μυθιστορήματας του Κόρμακ ΜακΚάρθι στο σινεμά ήταν το ευφυέστατο Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (2007), ένα κατάμαυρο, βίαιο θρίλερ των εξαιρετικών αδελφών Κοέν, με τον Χαβιέ Μπαρδέμ δολοφόνο και τον Τόμι Λι Τζόουνς σερίφη που τον καταδιώκει. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Τέξας της δεκαετίας του 1980. Ένας απλός κυνηγός ανακαλύπτει μια αιματηρή σκηνή με ναρκωτικά και μια βαλίτσα με δύο εκατομμύρια δολάρια, γεγονός που πυροδοτεί ένα εξαίσια σκηνοθετημένο, ανελέητο ανθρωποκυνηγητό ενός αδίστακτου ψυχοπαθή δολοφόνου από έναν κουρασμένο τοπικό σερίφη.
Το Όλα τα όμορφα άλογα (All the Pretty Horses) μεταφέρθηκε στο σινεμά το 2000 σε σκηνοθεσία Μπίλι Μπομπ Θόρντον, με πρωταγωνιστές τον Ματ Ντέιμον και την Πενέλοπε Κρουζ. Ο Δρόμος (The Road) μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 2009, με αργό, κουραστικό ρυθμό από τον σκηνοθέτη Τζον Χίλκοουτ, με πρωταγωνιστή τον Βίγκο Μόρτενσεν. Το The Sunset Limited, αν και είναι θεατρικό έργο, μεταφέρθηκε σωστά ως τηλεταινία το 2011 από το ποιοτικό κανάλι/πλατφόρμα ΗΒΟ, σε σκηνοθεσία Τόμι Λι Τζόουνς, ο οποίος και πρωταγωνιστούσε μαζί με τον Σάμιουελ Λ. Τζάκσον. Το Child of God (Τέκνο του Θεού) μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2013, σε σκηνοθεσία και σενάριο του Τζέιμς Φράνκο.
Φίλιπ Ροθ. Ο μεγαλοφυής, άφθαστος μυθιστοριογράφος, αφηγητής και ψυχογράφος Φίλιπ Ροθ μεταφέρεται δυσκολότερα στο σινεμά γιατί συμπυκνώνει στα έργα του πολλή εργασία πάνω στη γλώσσα, τους μονόλογους και τη συνεχή ροή της ενεργού συνείδησης.
Την καλύτερη μεταφορά έργου του Αμερικανοεβραίου Φίλιπ Ροθ έκανε ο Άγγλος ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, που διασκεύασε επιτυχώς, πειστικά κι αποτελεσματικά, το κοινωνικό μυθιστόρημα του Ροθ, American pastoral, στην ομώνυμη ταινία του 2016 (ελληνικός τίτλος, Αμερικανικό ειδύλλιο – ταυτόσημος με την ελληνική μετάφραση του βιβλίου).
Υπάρχει, ακόμη, η καλή, έξυπνη γαλλική διασκευή, Απάτη (Tromperie, 2021), του καλού Γάλλου σκηνοθέτη Αρνό Ντεπλεσέν, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ροθ, Deception, εκδοθέν το 1990. Τα μυθιστορήματα του Ροθ, επειδή, μεταξύ άλλων, επεξεργάζονται σε μεγάλο βαθμό τη γλώσσα, τους εσωτερικούς μονολόγους και τη (δι)εργασία της ατομικής συνείδησης, διασκευάζονται δύσκολα για τον κινηματογράφο και οι μεταφορές τους χαρακτηρίζονται δύσκολα πετυχημένες. Έχουν γυριστεί ακόμη:
*Η Ελεγεία ενός έρωτα (Elegy, 2008), σε σκηνοθεσία της Ισπανίδας Isabel Coixet, ταινία βασισμένη στο βιβλίο Το ζώο που ξεψυχά (Τhe Dying Animal).
*Η Ταπείνωση (The Humbling, 2014), σε σκηνοθεσία Μπάρι Λέβινσον, με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο.
*Το Ανθρώπινο στίγμα (2003), διασκευή του ικανού Αμερικανού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπέντον, φτιάχτηκε δυστυχώς με γραμμικό, παραδοσιακό τρόπο και έχει ένα πολύ προβληματικό casting. (Συγκεκριμένα, η απαστράπτουσα Νικόλ Κίντμαν υποδύεται μια γυναίκα που στο μυθιστόρημα είναι καθαρίστρια, ενώ η καλλονή Κίντμαν θα προσλαμβανόταν μόνο ως μοντέλο ή ηθοποιός…)
*O Αμερικανός σκηνοθέτης Λάρι Πιρς γύρισε το 1969 το Αντίο Κολόμπους (Goodbye, Columbus), που ήταν το πρώτο βιβλίο του Φίλιπ Ροθ.
*Γυρίστηκε και η Αγανάκτηση (Indignation, 2016), σε σκηνοθεσία Τζέιμς Σέιμους.
*Πλήρης αποτυχία ήταν Το σύνδρομο Πόρτνοϊ (Portnoy's Complaint, 1972) του Έρνεστ Λέμαν, που δεν απέδωσε το τολμηρότατο, αισθησιακό και ρηξικέλευθο μυθιστόρημα…
Γενικά οι κινηματογραφικές διασκευές μυθιστορημάτων του Φίλιπ Ροθ έχουν κάποια μαλθακότητα, πεζότητα και έλλειψη τόλμης, που τις διαφοροποιεί από το σφρίγος, την ορμή, το σθένος, τη λίμπιντο, το σαρκαστικό θράσος, την ευρωστία, το βάθος πνεύματος, την καυστικότητα και την ειρωνεία, τη φιλοσοφική διάθεση, την ενδελέχεια και την προκλητικότητα του πεζογραφικού έργου του…
Ντον ντεΛίλο. Aπό τα έργα του έξοχου μυθιστοριογράφου Ντον ΝτεΛίλο έχει διασκευαστεί καλά ο Λευκός θόρυβος (2022), ένα φιλμ πάνω στο φόβο του θανάτου και στην αναζήτηση νοήματος στην Αμερική των μίντια, της ρύπανσης του περιβάλλοντος και του υπερκαταναλωτισμού. Σκηνοθετήθηκε με εύστοχη, ευφυή χρήση της κινηματογραφικής γλώσσας, από τον ταλαντούχο και σημαντικό, ανεξάρτητο, Αμερικανό σκηνοθέτη, Νόα Μπάουμπακ. Το ρηξικέλευθο, οικολογικό, αντικαταναλωτικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Ντον ντεΛίλο μεταφέρθηκε λειτουργικά, έξυπνα κι αντιπροσωπευτικά. Το μεταμοντέρνο, ειρωνικό, οικολογικό, ηθικοφιλοσοφικό μυθιστόρημα White noise, γράφτηκε το 1984 από τον αγχίνοα, ικανότατο, διεισδυτικό Αμερικανό πεζογράφο.
Το À Jamais (Never Ever, 2016) είναι μια γαλλική κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας The Body Artist του 2001. Την ταινία σκηνοθέτησε ο πνευματώδης Γάλλος σκηνοθέτης Μπενουά Ζακό και εξερευνά τη θλίψη και την απομόνωση μιας καλλιτέχνη.
Το πολυαναμενόμενο την εποχή του φιλμ Cosmopolis του 2012, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 2003 του ΝτεΛίλο, σε σκηνοθεσία του σημαντικότατου Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, δεν δικαίωσε τις προσδοκίες. Ήταν περίκλειστο και στατικό, παρά το μεγάλο όνομα του έμπειρου σκηνοθέτη. Πρωταγωνιστεί ο Ρόμπερτ Πάτινσον στον ρόλο ενός δισεκατομμυριούχου που διασχίζει το Μανχάταν μέσα σε μια λιμουζίνα.
Τζόναθαν Φράνζεν. Ο ιδιοφυής, κορυφαίος Τζόναθαν Φράνζεν δεν έχει μεταφερθεί στο σινεμά γιατί έχει κι αυτός πολυσύνθετη γλώσσα. Η μεταφορά των έργων του Φράνζεν στην οθόνη θεωρείται από τις πιο δύσκολες προκλήσεις κυρίως λόγω της πολύπλοκης αφηγηματικής τους δομής και της έμφασης στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων. Τα μυθιστορήματά του είναι ογκώδη και γεμάτα λεπτομέρειες για την καθημερινότητα, την ψυχολογία των προσώπων και την κοινωνική πραγματικότητα, ώστε η προσπάθεια να συμπυκνωθεί ένας τέτοιος όγκος πληροφορίας σε μια ταινία δύο ωρών κρίνεται πολύ δυσχερής από τις εταιρείες παραγωγής. Το αφηγηματικό όσο και σύνθετο μυθιστόρημά του Διορθώσεις προετοιμάζεται για να γυριστεί σειρά από το Netflix. Επίσης, το σπουδαίο μυθιστόρημα Αγνή (Purity) θα μπορούσε να μεταφερθεί επιτυχώς γιατί εξιστορεί την πολύ ενδιαφέρουσα πορεία ενός αντικαθεστωτικού Ανατολικογερμανού που περνά στη Δύση, όπου γίνεται ακτιβιστής, γκουρού, χάκερ και leaker (βλέπε wikileaks).
Ο Φράνζεν έχει γράψει πολύ πλούσια, εμβριθή και πολυπρόσωπα μυθιστορήματα που έχουν ισχυρή, αλλά μη γραμμική αφηγηματική γραμμή, η οποία κάνει πηδήματα στο χρόνο και στους χώρους.
Πολ Όστερ. Πολύ ενδιαφέρον ως μυθιστοριογράφος έχει ο στυλίστας, οραματιστής Πολ Όστερ, που έχει ασχοληθεί και ο ίδιος με το σινεμά. Έχει κάνει ταινίες κι έχει γράψει σενάρια, συνεργαζόμενος κυρίως με το σκηνοθέτη Wayne Wang, στις ταινίες Καπνός (1995) και τη συνέχειά του, Blue in the Face (1995). Σκηνοθέτησε, ακόμη, τα Λουλούδια στο βυθό (Lulu on the Bridge, 1998), βασισμένο σε δικό του πρωτότυπο σενάριο, καθώς και Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων (The Inner Life of Martin Frost, 2007), βασισμένο στο συγκεκριμένο μυθιστόρημά του.
Τζον Απντάικ. Η δύναμη, πρωτοτυπία και ρεαλιστική αλήθεια των μυθιστορημάτων του Τζον Απντάικ βρίσκεται στις σκέψεις και στα συναισθήματα των ηρώων του, στοιχεία που συχνά χάνονται όταν μετατρέπονται σε εξωτερική, οπτική δράση. Τα πεζογραφήματα που έχουν γίνει ταινίες είναι τα εξής: Οι μάγισσες του Ίστγουικ (The Witches of Eastwick, 1987) είναι η πιο γνωστή μεταφορά έργου του, παρ’ όλο που δεν έχει ξεχωριστό κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία φαντασίας σε σκηνοθεσία Τζορτζ Μίλερ, με ένα εκθαμβωτικό καστ: Τζακ Νίκολσον, Σερ, Μισέλ Φάιφερ και Σούζαν Σαράντον.
Το σπουδαίο μυθιστόρημα Λαγέ, Τρέχα (Rabbit, Run) είναι το πρώτο μέρος της διάσημης, εκλεκτής τετραλογίας του και μεταφέρθηκε το 1970 στον κινηματογράφο από τον Τζακ Σμάιτ, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Κάαν στο ρόλο του αντιπροσωπευτικού της κοινωνίας και της εποχής του, Χάρι «Λαγού» Άνγκστρομ. Η ταινία δεν γνώρισε εμπορική επιτυχία, ούτε έλαβε καλές κριτικές.
Το Too Far to Go (1979) είναι μια τηλεταινία βασισμένη σε μια σειρά διηγημάτων του Απντάικ (The Maples Stories), που παρακολουθεί την παρακμή του γάμου ενός ζευγαριού.
Σολ Μπέλοου. Ούτε ο λεπτόγουστος, γλαφυρός, Εβραιοαμερικανός Σολ Μπέλοου μεταφέρεται εύκολα στο σινεμά λόγω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, της χειμαρρώδους ροής της συνείδησης που μας εκθέτει στα πεζά του και λόγω της έλλειψης κλασικής δράσης. Μεταφέρθηκε μόνο το Άδραξε τη μέρα (Seize the Day) το 1986. Πρόκειται για τη μόνη κινηματογραφική μεταφορά μυθιστορήματός του. Η ταινία, σε σκηνοθεσία Φίλντερ Κουκ, έχει πρωταγωνιστή τον Ρόμπιν Γουίλιαμς στο ρόλο του αποτυχημένου πωλητή Τόμι Βίλχελμ που προσπαθεί να επιβιώσει στη Νέα Υόρκη.
Γνώρισα τον Λεωνίδα Καβάκο μέσα από τους γονείς του, με τους οποίους συνδεόμουν στενά, ιδιαίτερα με τη μητέρα του, τη Νανά Αλεξανδρίδου. Διδάσκαμε και οι δύο στο Ωδείο Αθηνών.
Θυμάμαι πολύ καλά πως, ήδη από τότε, στους διαδρόμους του Ωδείου, ακουγόταν συνεχώς το όνομα ενός παιδιού με εξαιρετικό ταλέντο, ενός καταπληκτικού βιολονίστα. Όλοι μας αισθανόμασταν μια μικρή ζήλια που δεν φοιτούσε στο δικό μας Ωδείο, αλλά γνωρίζαμε επίσης πως ο Καφαντάρης, στο Ελληνικό Ωδείο, ήταν ο κορυφαίος δάσκαλος βιολιού της εποχής. Πολύ γρήγορα έγινε κοινός τόπος ότι αυτό το παιδί ήταν κάτι το πραγματικά ασυνήθιστο.
Όταν ο Λεωνίδας ήταν περίπου δεκαεπτά ετών, τον άκουσα να ερμηνεύει το Κοντσέρτο για βιολί του Σιμπέλιους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη στιγμή. Ήταν σαν να άνοιξαν οι ουρανοί. Κάτι απερίγραπτο. Από την πρώτη στιγμή καταλάβαινε κανείς ότι η μουσική δεν ήταν απλώς κάτι που έπαιζε. Η μουσική υπήρχε μέσα του και το βιολί ήταν το μέσο με το οποίο εξέφραζε ολόκληρο τον ψυχισμό του. Είχε από πολύ νωρίς απόλυτο αυτί, εκπληκτικό έλεγχο του ηχοχρώματος σε όλη την έκταση του οργάνου και μια ωριμότητα που σπάνια συναντά κανείς σε τόσο νεαρή ηλικία.
Ακούω μουσική από παιδί και έχω ακούσει αμέτρητες ερμηνείες, όμως μπορώ να πω χωρίς υπερβολή ότι ο Λεωνίδας ήταν εκείνος που μου αποκάλυψε πραγματικά το έργο του Σιμπέλιους. Μέχρι τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει σε όλο του το βάθος τη μεγαλοσύνη αυτού του κοντσέρτου. Ανάμεσα στα μεγάλα κοντσέρτα για βιολί —του Μπετόβεν, του Μέντελσον, του Μπραμς, του Τσαϊκόφσκι και του Σιμπέλιους— το τελευταίο απέκτησε για μένα μια ξεχωριστή θέση μέσα από την ερμηνεία του Λεωνίδα Καβάκου. Θυμάμαι επίσης ότι η οικογένεια του Σιμπέλιους του είχε εμπιστευθεί υλικό που δεν είχε ακόμη δημοσιοποιηθεί, κάτι που δείχνει και τη διεθνή αναγνώριση που είχε ήδη κερδίσει.
Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε περισσότερο δεν ήταν μόνο το τεράστιο ταλέντο του. Ήταν η αίσθηση ευθύνης απέναντι σε αυτό το χάρισμα. Από πολύ νέος κατάλαβε ότι η αποστολή του ήταν να υπηρετεί τη μουσική. Δεν υπηρετεί το βιολί· υπηρετεί τη μουσική μέσω του βιολιού του. Και αυτό είναι κάτι πολύ σπάνιο.
Είμαι ιδιαίτερα περήφανη γι’ αυτόν, γιατί κινούμαι συχνά σε κύκλους της Κεντρικής Ευρώπης, γνωρίζω σπουδαίους μουσικούς και ξέρω πώς μιλούν για τον Λεωνίδα. Μιλούν με απεριόριστο θαυμασμό. Για αυτούς είναι ένα υπέρλαμπρο αστέρι της παγκόσμιας μουσικής σκηνής. Θυμάμαι τη μεγάλη περηφάνια που ένιωθαν οι γονείς του, με τους οποίους ταξιδέψαμε αρκετές φορές στην Ευρώπη. Ήμουν κοντά τους και ξέρω πόσο σήμαινε για εκείνους η πορεία του.
Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να παίξω μαζί του, αν και θα το επιθυμούσα πολύ. Τον έχω όμως ακούσει σε πολλές συνεργασίες με σπουδαίους καλλιτέχνες, τους οποίους επιλέγει πάντα με μεγάλη προσοχή.
Η σχέση του με την Ελλάδα παραμένει βαθιά και ουσιαστική. Αγαπά τη χώρα του με πάθος. Ίσως κάποιες φορές να τον στενοχωρεί το γεγονός ότι η κλασική μουσική δεν έχει ακόμη τη θέση που της αξίζει, όμως τα τελευταία χρόνια βλέπω μια ουσιαστική πρόοδο. Το κοινό ανταποκρίνεται όλο και περισσότερο. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί η κλασική μουσική μεταφέρει αξίες διαχρονικές, αξίες που βοηθούν τον άνθρωπο να σκεφτεί, να οραματιστεί και να ανυψωθεί πνευματικά.
Πιστεύω ότι ο Λεωνίδας ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη δύναμη της μουσικής. Όταν αφοσιώνεται κανείς σε αυτήν, ανοίγει μπροστά του ένας άλλος χρόνος, ένας χρόνος έξω από την καθημερινή φθορά. Η μουσική προσφέρει μια αίσθηση διαρκούς ζωής, μια εμπειρία που μοιάζει να υπερβαίνει το θάνατο. Αυτό το έχω δει πολύ έντονα στον Λεωνίδα Καβάκο.
Είναι επίσης εξαιρετικός δάσκαλος. Τον παρακολούθησα σε σεμινάρια όπου νέοι βιολονίστες από όλο τον κόσμο έρχονταν για να ζητήσουν τη γνώμη και τη συμβουλή του. Ήταν υπομονετικός, προσεκτικός, ευγενικός, σχεδόν τρυφερός στον τρόπο που καθοδηγούσε τους νέους μουσικούς. Είναι συγκινητικό να τον βλέπει κανείς να μεταδίδει τη γνώση του.
Το ίδιο δοτικός είναι και ως αρχιμουσικός. Η βαθιά γνώση της μουσικής τού επιτρέπει να διευθύνει ορχήστρες με φυσικότητα και αυθεντία. Παρ’ όλα αυτά, η μεγάλη του μαγεία παραμένει το βιολί. Από τον Σιμπέλιους έως τον Μπετόβεν, τον Τσαϊκόφσκι και όλα τα μεγάλα κοντσέρτα του ρεπερτορίου, έχει διανύσει μια πορεία συνεχούς εξέλιξης. Τα τελευταία χρόνια τον βλέπω να στρέφεται ιδιαίτερα στη μουσική δωματίου, συνεργαζόμενος με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως ο Εμανουέλ Αξ και ο Γκοτιέ Καπουσόν. Χαίρομαι επίσης ιδιαίτερα που έχει ασχοληθεί με διασκευές των συμφωνιών του Μπετόβεν, φέρνοντας αυτά τα αριστουργήματα πιο κοντά στους μουσικούς και στο κοινό.
Ο Λεωνίδας είναι ένας άνθρωπος βαθιά ταγμένος στη μουσική. Η αφιέρωση δεν είναι γι’ αυτόν καταναγκασμός αλλά πάθος. Βεβαίως, όπως όλοι οι μουσικοί που ξεκινούν από μικρή ηλικία, πιθανότατα πιέστηκε στην αρχή. Κι εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί να πιέζεται. Όμως κάποια στιγμή έρχεται η ταύτιση με το αντικείμενο, η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός είναι ο δρόμος σου. Από τότε η μουσική δεν σε βαραίνει· σου δίνει φτερά.
Η ζωή ενός διεθνούς καλλιτέχνη είναι εξαντλητική. Τα αδιάκοπα ταξίδια, τα αεροδρόμια, οι συνεχείς μετακινήσεις από χώρα σε χώρα απαιτούν τεράστια αντοχή. Πάντα αναρωτιόμουν πώς μπορούν να αντέξουν έναν τέτοιο ρυθμό ζωής. Θυμάμαι τη φίλη μου, τη σπουδαία πιανίστρια Martha Argerich, η οποία είχε το σπάνιο χάρισμα να μπορεί να κοιμηθεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε, κάτι που τη βοηθούσε να αντεπεξέρχεται σε αυτή τη διαρκή περιπλάνηση. Ο Λεωνίδας έχει διανύσει επί δεκαετίες μια αντίστοιχα απαιτητική διαδρομή, χωρίς ποτέ να χάσει τη συγκέντρωση, τη φρεσκάδα και το πάθος του για τη μουσική.
Πιστεύω επίσης ότι ο Λεωνίδας κουβαλά τη μουσική μέσα του πριν ακόμη ανοίξει την παρτιτούρα. Έχει πρώτα τα έργα μέσα του, τα έχει ακούσει εσωτερικά, τα έχει αγαπήσει, και ύστερα συνεργάζεται με την παρτιτούρα. Αυτή είναι η αίσθηση που έχω πάντοτε όταν τον ακούω.
Φυσικά υπάρχει μοναξιά στη ζωή του μουσικού. Υπάρχει η ατέλειωτη μελέτη, η επανάληψη, η πειθαρχία. Όμως είναι μια μοναξιά γεμάτη συντροφιά. Η τέχνη σε συνοδεύει συνεχώς και σου δίνει νόημα. Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι αυτός είναι ο δρόμος σου.
Για τον Λεωνίδα Καβάκο έχω μόνο αισθήματα βαθιάς εκτίμησης και σεβασμού. Τον αγαπώ από καρδιάς, γιατί είναι ένας τεράστιος μουσικός, ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στην τέχνη του και, πάνω απ’ όλα, ένα υπέλαμπρο αστέρι που μας κάνει όλους υπερήφανους. Εύχομαι να τον ακούμε συχνότερα στην Ελλάδα και να συνεχίσει για πολλά χρόνια ακόμη να μας χαρίζει αυτή την ομορφιά.
Ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος (ΚΙΣΕ)
Με τίτλο « Ο αντισημιτισμός ξεκινά με πλήγματα εναντίον των Εβραίων αλλά δεν σταματά στους Εβραίους», το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εξέδωσε ανακοίνωση σχετική με τις διαδηλώσεις και τις επιθέσεις εναντίον Εβραίων πολιτών σε ελληνικές πόλεις. Το κείμενο του ΚΙΣΕ, που κάνει λόγο για εβραιοφοβία, για απόπειρα εκφοβισμού και τρομοκρατίας ανθρώπων εβραϊκού θρησκεύματος, σημειώνει ότι «οι επιθέσεις εναντίον φυσικών προσώπων με Ισραηλινή υπηκοότητα και εναντίον όλων εκείνων που φέρουν εβραϊκά σύμβολα, καθώς και οι αποκλεισμοί Ισραηλινών τουριστών σε διάφορα λιμάνια της χώρας, συνιστούν ηχηρή παραβίαση των νόμων και των αρχών της φιλοξενίας και της ελεύθερης μετακίνησης» και ζητεί από την ελληνική πολιτεία να προστατεύσει τους διωκόμενους εξαιτίας της εβραϊκής τους ταυτότητας και να παραπέμψει τους παραβάτες στη δικαιοσύνη.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης του ΚΙΣΕ, στα ελληνικά και στα αγγλικά:
«Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εκφράζει για ακόμη μια φορά την έντονη ανησυχία των Ελλήνων Εβραίων για τη σειρά σοβαρών περιστατικών που σημειώνονται το τελευταίο διάστημα στους δρόμους της Αθήνας και σε άλλες περιοχές της χώρας, τα οποία έχουν ως στόχο τον εκφοβισμό και την τρομοκράτηση Ισραηλινών τουριστών και πολιτών που φέρουν εβραϊκά σύμβολα ή μιλούν την εβραϊκή γλώσσα.
Επαναλαμβάνουμε ότι η άσκηση κριτικής, αυστηρής κριτικής στα πεπραγμένα της Ισραηλινής κυβέρνησης και στις δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων δεν συνιστά αντισημιτισμό. Δεν αρκούνται όμως σε αυτή την κριτική.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι δράσεις οργανωμένων ομάδων "κατά Ισραηλινών και σιωνιστών", που δεν διστάζουν πλέον να απειλούν με άσκηση φυσικής βίας, με συνθήματα που παραπέμπουν στο πιο χυδαίο είδος εβραιοφοβικής προπαγάνδας, με την συκοφαντική κατηγορία της τέλεσης γενοκτονίας, προκειμένου να εκφοβίσουν και να τρομοκρατήσουν ανθρώπους εβραϊκού θρησκεύματος. Οι επιθέσεις εναντίον φυσικών προσώπων με Ισραηλινή υπηκοότητα και εναντίον όλων εκείνων που φέρουν εβραϊκά σύμβολα, καθώς και οι αποκλεισμοί Ισραηλινών τουριστών σε διάφορα λιμάνια της χώρας, συνιστούν ηχηρή παραβίαση των νόμων και των αρχών της φιλοξενίας και της ελεύθερης μετακίνησης.
Καλούμε την Πολιτεία να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλιστεί η προστασία των πολιτών και των επισκεπτών από κάθε μορφή ρατσιστικής ή αντισημιτικής βίας και να παραπεμφθούν οι παραβάτες στην Ελληνική Δικαιοσύνη.
Καλούμε δε τους πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς να αποδοκιμάσουν αυτά τα φαινόμενα που υπονομεύουν τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την εικόνα της Ελλάδας ως μια ασφαλή χώρα για όλους.
Επαναλαμβάνουμε και τονίζουμε ότι η ανοχή στον αντισημιτισμό και στη ρητορική μίσους δεν έχει θέση στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, διότι ο αντισημιτισμός ξεκινά με πλήγματα εναντίον των Εβραίων αλλά δεν σταματά ποτέ στους Εβραίους.
Αθήνα, 13 Αυγούστου 2026
Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος
ANTISEMITISM STARTS WITH ATTACKS AGAINST JEWS, BUT DOES NOT STOP WITH JEWS.
KIS ANNOUNCEMENT 13/8/2026
The Central Board of Jewish Communities in Greece expresses once again the deep concern of Greek Jews regarding the series of severe incidents that have recently taken place on the streets of Athens and in other regions of the country, aimed at intimidating and terrorizing Israeli tourists and citizens wearing Jewish symbols or speaking Hebrew.
We reiterate that criticizing —even strictly criticizing— the actions of the Israeli government and the statements of government officials does not constitute antisemitism. However, they do not stop at this criticism.
Deep concern is caused by the actions of organized groups "against Israelis and Zionists," who no longer hesitate to threaten with physical violence, with slogans evoking the most vulgar form of Judeophobic propaganda, launching the defamatory accusation of genocide in order to intimidate and terrorize people of the Jewish faith. The attacks against individuals with Israeli citizenship and against all those wearing Jewish symbols, as well as the blockades of Israeli tourists at various ports across the country, constitute a blatant violation of the law and the principles of hospitality and freedom of movement.
We call upon the State to take all necessary measures to ensure the protection of citizens and visitors from any form of racist or antisemitic violence, and to bring the perpetrators before Greek Justice.
Furthermore, we call upon political and social bodies to denounce these phenomena, which undermine democracy, the rule of law, and Greece's image as a safe country for all.
We reiterate and emphasize that tolerance toward antisemitism and hate speech has no place in modern Greek society, because antisemitism may start with attacks against Jews, but it never stops with Jews.
Athens, August 13, 2026
Central Board of Jewish Communities in Greece
Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας στη Βρετανία σήμερα
Στις 4 Μαρτίου 2026, η Anglo-Hellenic League διοργάνωσε εκδήλωση στο Hellenic Centre στο κεντρικό Λονδίνο, με τίτλο «On Being Greek in the U.K.: Bridging Two Worlds». Η εκδήλωση συγκέντρωσε μέλη της ελληνικής διασποράς, ακαδημαϊκούς, επαγγελματίες και φίλους του ελληνικού πολιτισμού στη Βρετανία. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο τι σημαίνει να ζει κανείς ανάμεσα σε δύο πολιτισμικούς κόσμους – διατηρώντας ισχυρούς δεσμούς με τη γλώσσα, την ιστορία και την ταυτότητα της Ελλάδας, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική και την επαγγελματική ζωή του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι τέσσερις ομιλητές αναφέρθηκαν στην εξελισσόμενη εμπειρία της ελληνικής κοινότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδιαίτερα τα χρόνια μετά το Brexit, και εξέτασαν πώς ζητήματα ταυτότητας, ένταξης και πολιτιστικής κληρονομιάς διαμορφώνονται από τις νεότερες γενιές Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό. Η εκδήλωση ανέδειξε επίσης το ρόλο θεσμών όπως η Anglo-Hellenic League στην προώθηση του διαλόγου, την ενίσχυση της πολιτιστικής ανταλλαγής και τη διατήρηση των δεσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μέσα από προσωπικές μαρτυρίες και γόνιμη συζήτηση, η βραδιά προσέφερε μια ζωντανή εικόνα της σύγχρονης ελληνικής παρουσίας στη Βρετανία – δυναμικής, εξωστρεφούς και βαθιά ριζωμένης και στις δύο κοινωνίες.
Ταυτότητα, μνήμη και νέες γέφυρες σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο
Σε μια εποχή όπου οι ταυτότητες γίνονται ολοένα πιο πολυεπίπεδες και οι κοινωνίες πιο πολυπολιτισμικές, το ερώτημα «τι σημαίνει να είσαι Έλληνας στο Ηνωμένο Βασίλειο σήμερα;» αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για κάποιους αποτελεί συνέχεια μιας μακράς ιστορίας μετανάστευσης και εγκατάστασης. Για άλλους είναι η καθημερινή εμπειρία του να μεγαλώνεις ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, δύο γλώσσες και συχνά δύο διαφορετικά συστήματα αξιών. Και για πολλούς είναι ένας ζωντανός συνδυασμός μνήμης, γεύσεων, παραδόσεων και σχέσεων που συνθέτουν μια ιδιαίτερη εμπειρία ζωής.
Η εκδήλωση με τίτλο «On Being Greek in the U.K.: Bridging Two Worlds» επιχείρησε να ανοίξει ακριβώς αυτή τη συζήτηση: πώς βιώνεται, πώς μετασχηματίζεται και πώς επαναπροσδιορίζεται η ελληνική ταυτότητα στη σύγχρονη Βρετανία. Μέσα από προσωπικές αφηγήσεις και επιστημονικούς προβληματισμούς, οι ομιλητές προσέγγισαν το ζήτημα από διαφορετικές γενιές και επαγγελματικές διαδρομές, φωτίζοντας τις πολλές όψεις της ελληνικής διασποράς.
Η ιστορία των Ελλήνων στη Βρετανία είναι μακρά και πολυδιάστατη. Ήδη από τον 19ο αιώνα, Έλληνες έμποροι και ναυτικοί εγκαθίστανται στο Λονδίνο και σε άλλα εμπορικά κέντρα του ΗΒ, δημιουργώντας ισχυρά δίκτυα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο , νέα κύματα μεταναστών φθάνουν από την Ελλάδα και την Κύπρο, αναζητώντας καλύτερες οικονομικές ευκαιρίες. Οι κοινότητες που δημιουργούνται τότε διαμορφώνουν θεσμούς –εκκλησίες, σχολεία, συλλόγους– που διατηρούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό.
Σήμερα, ωστόσο, η εικόνα της ελληνικής παρουσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει μεταβληθεί. Η νέα γενιά ελλήνων μεταναστών συχνά αποτελείται από υψηλά καταρτισμένους επαγγελματίες, ερευνητές και φοιτητές που μετακινούνται σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον εργασίας. Παράλληλα, υπάρχουν οι δεύτερες και οι τρίτες γενιές της διασποράς, που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στη Βρετανία, αλλά διατηρούν δεσμούς με την ελληνική καταγωγή τους. Αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών εμπειριών δημιουργεί ένα ενδιαφέρον μωσαϊκό ταυτοτήτων.
Το Brexit και ο επαναπροσδιορισμός της ευρωπαϊκής ταυτότητας
Η κοινωνιολόγος και ερευνήτρια Αθανασία Χάλαρη, η οποία διδάσκει στο New York University London και ερευνά την επίδραση του Brexit στην ελληνική διασπορά, προσεγγίζει το ζήτημα της ταυτότητας μέσα από τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. Η έρευνά της αναδεικνύει ότι η ελληνικότητα στη Βρετανία δεν είναι μια σταθερή έννοια, αλλά μια δυναμική διαδικασία. Για πολλούς Έλληνες που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από την καθημερινή αλληλεπίδραση με το βρετανικό περιβάλλον, την εργασία, την εκπαίδευση και τις κοινωνικές σχέσεις. Το Brexit, για παράδειγμα, έφερε στο προσκήνιο ερωτήματα σχετικά με την αίσθηση του «ανήκειν» και τη θέση των Ευρωπαίων στη βρετανική κοινωνία.
Το Brexit δεν άλλαξε μόνο τις πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση· άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο χιλιάδες Ευρωπαίοι που ζουν στη Βρετανία αντιλαμβάνονται την ταυτότητά τους. Πολλοί Έλληνες εγκαταστάθηκαν στη χώρα σε μια περίοδο όπου η ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη τούς επέτρεπε να μετακινούνται και να εργάζονται ελεύθερα χωρίς να θεωρούνται μετανάστες. Το Brexit όμως άλλαξε αυτό το πλαίσιο. Με την κατάργηση της ελεύθερης μετακίνησης και την εισαγωγή του συστήματος EU Settlement Scheme, οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν ξαφνικά να εντάσσονται σε ένα καθεστώς που θυμίζει περισσότερο μεταναστευτική πολιτική.
Η αλλαγή αυτή δεν είναι μόνο διοικητική αλλά και συμβολική. Πολλοί από τους Έλληνες που συμμετείχαν στη σχετική έρευνα που έκανε η καθηγήτρια Χάλαρη δήλωσαν ότι πριν από το Brexit δεν ένιωθαν «μετανάστες», αλλά πολίτες μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής κοινότητας. Μετά το 2020, όμως, η καθημερινή εμπειρία –από τις διαδικασίες παραμονής έως τη δημόσια συζήτηση για τη μετανάστευση– τους οδηγεί να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους στη βρετανική κοινωνία.
Μια ζωή ανάμεσα στην ελληνική κοινότητα και τη βρετανική δημόσια ζωή
Η εμπειρία της ελληνικής διασποράς, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην πρόσφατη μετανάστευση. Η Ρούλα Κονζώτη, που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1953 και μεγάλωσε στην ενορία της Αγίας Σοφίας στο Bayswater, αντιπροσωπεύει μια γενιά Ελλήνων της Βρετανίας που μεγάλωσε μέσα σε κοινότητες όπου η εκκλησία και οι κοινοτικοί θεσμοί έπαιζαν καθοριστικό ρόλο. Η ζωή γύρω από την εκκλησία λειτουργούσε ως κέντρο κοινωνικής ζωής, όπου οι οικογένειες συναντιούνταν, τα παιδιά μάθαιναν τη γλώσσα και οι παραδόσεις μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, οι κοινότητες αυτές άρχισαν να μετασχηματίζονται. Η ενσωμάτωση στη βρετανική κοινωνία, οι μεικτοί γάμοι και οι αλλαγές στον τρόπο ζωής δημιούργησαν νέες μορφές ελληνικής ταυτότητας. Η ίδια η επαγγελματική πορεία της Κονζώτη στο χώρο της αρχιτεκτονικής και των τεχνών –μεταξύ άλλων ως διευθύντρια επικοινωνίας στο Royal Institute of British Architects– δείχνει πώς τα μέλη της διασποράς μπορούν να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στη βρετανική δημόσια ζωή χωρίς να αποκόπτονται από την πολιτισμική τους κληρονομιά.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η προσφορά της Κονζώτη στους ελληνοβρετανικούς θεσμούς. Διετέλεσε μέλος του Συμβουλίου της Anglo-Hellenic League από το 2019 έως το 2025 και Αντιπρόεδρος του οργανισμού ώς το 2025. Μέσα από το ρόλο αυτό συνέβαλε ενεργά στην ενίσχυση των πολιτιστικών και πνευματικών δεσμών μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου.
Σήμερα, έχοντας αποσυρθεί από την ενεργό επαγγελματική δράση, η Ρούλα Κονζώτη παραμένει μια προσωπικότητα που συμβολίζει τη γόνιμη συνάντηση του ελληνισμού της διασποράς με τον βρετανικό πολιτιστικό και θεσμικό χώρο.
Η συμβολή της ΕΛ.Ε.Μ.Ε.Π. στον επιστημονικό διάλογο
Από μια διαφορετική σκοπιά, ο Νίκανδρος Μπούρας, ομότιμος καθηγητής ψυχιατρικής στο King’s College London, συνδέει την προσωπική του πορεία με την ευρύτερη ιστορία της ελληνικής κοινότητας. Το έργο του στην ψυχιατρική και την παγκόσμια υγεία συνυπάρχει με τη βαθιά του ενασχόληση με τον ελληνισμό της διασποράς. Στο βιβλίο του Έλληνες στο Λονδίνο (2η Έκδοση, Λονδίνο 2014) συνδυάζει προσωπικές μνήμες με ιστορική και κοινωνιολογική ανάλυση της ελληνικής παρουσίας στην πόλη. Μέσα από τέτοιες αφηγήσεις αναδεικνύεται πώς η προσωπική ιστορία συνδέεται με τη συλλογική μνήμη μιας κοινότητας.
Στην ομιλία του στο Hellenic Centre αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην Ελληνική Εταιρεία Μελετών και Επιστημονικού Προβληματισμού (ΕΛ.Ε.Μ.Ε.Π.), έναν φορέα που λειτούργησε κυρίως τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και αποτέλεσε σημαντικό σημείο συνάντησης ελλήνων επιστημόνων, καθηγητών πανεπιστημίου και διανοουμένων που ζούσαν ή δραστηριοποιούνταν στη Βρετανία.
Ο Μπούρας επεσήμανε ότι η ΕΛ.Ε.Μ.Ε.Π. συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση ενός δικτύου επικοινωνίας μεταξύ των ελλήνων επιστημόνων που βρίσκονταν στη Βρετανία. Μέσα από τις δραστηριότητές της ενισχύθηκε η επαφή μεταξύ της ελληνικής διασποράς και της ακαδημαϊκής ζωής της Ελλάδας, ενώ παράλληλα δόθηκε η δυνατότητα στους Έλληνες του Λονδίνου να συμμετέχουν ενεργά σε συζητήσεις για σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα.
Ιδιαίτερα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, όταν η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου γνώρισε μια νέα ανανέωση με φοιτητές, ερευνητές και επαγγελματίες, η ΕΛ.Ε.Μ.Ε.Π. λειτούργησε ως σημαντικό βήμα διαλόγου και πνευματικής παρουσίας. Παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητές της περιορίστηκαν σταδιακά με την πάροδο του χρόνου, η συμβολή της στη δημιουργία ενός δυναμικού χώρου επιστημονικού προβληματισμού μέσα στην ελληνική διασπορά του Λονδίνου παραμένει αξιοσημείωτη.
Η νέα γενιά ελλήνων επαγγελματιών
Τέλος, η εμπειρία του Ίκαρου Ματσούκα, ο οποίος μετακόμισε στο Λονδίνο το 2012, αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη κινητικότητα των επαγγελματιών στην Ευρώπη. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, μετακόμισε στη βρετανική πρωτεύουσα σε μια περίοδο που πολλοί νέοι Έλληνες αναζητούσαν ευκαιρίες εκτός Ελλάδας. Ωστόσο, όπως ο ίδιος ανακάλυψε αργότερα, οι οικογενειακοί δεσμοί της οικογένειάς του με τη Βρετανία είχαν βαθύτερες ρίζες απ’ όσο αρχικά γνώριζε.
Σήμερα εργάζεται ως Director στην εταιρεία συμβούλων Deloitte, όπου εξειδικεύεται στη συμβουλευτική προς οικονομικούς διευθυντές (CFOs) και υπεύθυνους ταμειακής διαχείρισης μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Το αντικείμενό του επικεντρώνεται κυρίως στη μετάβαση των επιχειρήσεων σε νέες τεχνολογικές λύσεις και στον εκσυγχρονισμό των οικονομικών λειτουργιών τους μέσω της αξιοποίησης ψηφιακών εργαλείων και καινοτόμων συστημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, συμβάλλει στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση στρατηγικών που επιτρέπουν στις εταιρείες να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της σύγχρονης ψηφιακής οικονομίας.
Η παραμονή του στο Λονδίνο για περισσότερο από μια δεκαετία αποτέλεσε καθοριστικό σταθμό τόσο για την επαγγελματική όσο και για την προσωπική του πορεία. Όπως συχνά σημειώνει με χιούμορ, τα δεκατέσσερα χρόνια στη βρετανική πρωτεύουσα δεν του προσέφεραν μόνο επαγγελματική εξέλιξη αλλά και μια γρήγορη «εκπαίδευση» στη βρετανική κουλτούρα – και ιδιαίτερα στο γνωστό βρετανικό «understatement».
Η ελληνικότητα ως δυναμική και εξελισσόμενη εμπειρία
Αν υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που ενώνει αυτές τις διαφορετικές εμπειρίες, είναι η έννοια της γέφυρας. Οι Έλληνες της Βρετανίας λειτουργούν συχνά ως γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον ελληνικό και τον βρετανικό. Αυτό φαίνεται τόσο στην καθημερινή ζωή –στη γλώσσα που μιλιέται στο σπίτι, στα φαγητά που μαγειρεύονται, στις γιορτές που διατηρούνται– όσο και, σε ευρύτερο επίπεδο, στις πολιτιστικές και επαγγελματικές ανταλλαγές μεταξύ των δύο χωρών.
Ταυτόχρονα, η ελληνική ταυτότητα στη Βρετανία δεν είναι μονοδιάστατη. Για άλλους εκφράζεται κυρίως μέσα από τη γλώσσα και την οικογένεια. Για άλλους μέσα από την ιστορία, τη μουσική, την κουζίνα ή τις κοινωνικές σχέσεις. Υπάρχουν ακόμη και εκείνοι που ανακαλύπτουν εκ νέου την ελληνικότητά τους μέσα από την απόσταση – όταν δηλαδή η ζωή σε μια ξένη χώρα δημιουργεί την ανάγκη να επαναπροσδιορίσει κανείς τις ρίζες του.
Σε μια πόλη όπως το Λονδίνο, όπου συναντιούνται δεκάδες εθνότητες και πολιτισμοί, η εμπειρία της διασποράς αποκτά ιδιαίτερο βάθος. Η ελληνική κοινότητα δεν είναι απομονωμένη· είναι μέρος ενός ευρύτερου πολυπολιτισμικού τοπίου. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική ταυτότητα δεν διατηρείται μόνο μέσα από τη μνήμη, αλλά και μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση με άλλες κουλτούρες.
Η συζήτηση που άνοιξε η εκδήλωση «On Being Greek in the U.K.: Bridging Two Worlds» φιλοδοξεί να αποτυπώσει ακριβώς αυτή τη δυναμική. Δεν πρόκειται μόνο για μια ακαδημαϊκή ή ιστορική προσέγγιση, αλλά για μια ζωντανή ανταλλαγή εμπειριών. Μέσα από προσωπικές ιστορίες, χιούμορ και αναστοχασμό, οι συμμετέχοντες καλούνται να εξερευνήσουν τι σημαίνει να ανήκεις σε περισσότερους από έναν κόσμους.
Τελικά, ίσως η ελληνικότητα στη Βρετανία να μην είναι ένα σταθερό σύνολο χαρακτηριστικών, αλλά μια συνεχής διαδικασία διαπραγμάτευσης. Είναι η εμπειρία του να κουβαλάς μαζί σου μια ιστορία και έναν πολιτισμό, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχεις ενεργά σε μια άλλη κοινωνία. Είναι η καθημερινή πράξη τού να χτίζεις γέφυρες – ανάμεσα σε γλώσσες, τόπους και ανθρώπους.
Και ίσως ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα γεφύρωσης να βρίσκεται η πιο δημιουργική διάσταση της ελληνικής παρουσίας στη σύγχρονη Βρετανία.
Θυμάμαι τον Λεωνίδα Καβάκο από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, να τον συναντώ τυχαία σε σπίτια φίλων. Τότε ήταν πιτσιρικάς σε σχέση με τη δική μου μουσικοπαρέα (πάνω-κάτω εικοσάρηδες εμείς, πάνω-κάτω δεκαπεντάρης εκείνος, ένα πραγματικό χάσμα γενεών που βέβαια σήμερα αναρωτιέσαι πού εξαφανίστηκε), αλλά τον περιέβαλλε ήδη η φήμη της ξεχωριστής περίπτωσης, του παιδιού που είχε ξεμπερδέψει από νωρίς με όλα τα βασικά ζητήματα του οργάνου, και που ήταν από τους διαλεχτούς μαθητές του σπουδαίου Καφαντάρη.
Μιλάω συνειδητά για τη φήμη της ξεχωριστής περίπτωσης και όχι για τη δαιμονική αύρα ενός παιδιού θαύματος, διότι αυτό που ο Λεωνίδας από τότε εξέπεμπε σαν άνθρωπος ήταν πάνω απ’ όλα μια ευχάριστη αίσθηση συμπαθητικής κανονικότητας, χωρίς σκοτεινές πλευρές, που μόνον όταν τύχαινε να πιάσει στα χέρια του ένα βιολί μετουσιωνόταν αίφνης σε κάτι απολύτως ιδιαίτερο και φωτεινό. Αυτό το απολύτως ιδιαίτερο και φωτεινό δεν ήταν (μόνο) ο περιποιημένος και απόλυτα ορθότονος ήχος ή το επιδέξιο αριστερό χέρι, τεχνικές δεξιότητες που όλοι οι μεγαλύτεροι της παρέας ιδροκοπούσαν νυχθημερόν να κερδίσουν – ήταν (κυρίως) η εντυπωσιακή άνεση με την οποία εκείνος έκανε τα δύσκολα να φαίνονται εύκολα.
Δεν είμαι σε θέση να ξέρω αν οι βιολιστικές του αυτές δεξιότητες ήταν προϊόν μικρότερου ή μεγαλύτερου προσωπικού μόχθου (αν και υποθέτω ότι σε ένα μουσικό σπίτι όπως το δικό του τα φάλτσα δεν θα συγχωρούνταν εύκολα), όμως μπορώ να καταθέσω με βεβαιότητα ότι από τότε, όταν έπαιζε, όλα κυλούσαν με καταπληκτική άνεση, χωρίς ποτέ να γίνεται αισθητός ο παραμικρός κόπος, η παραμικρή προσπάθεια. Όσο τον θυμάμαι, ο Λεωνίδας διέθετε πάντοτε μια ζηλευτή έμφυτη και κομψή άνεση με το όργανο, που τον καθιστούσε ήδη από τότε σημείο αναφοράς για ολόκληρο τον κύκλο των νέων μουσικών της εποχής.
Η μετέπειτα πορεία του Λεωνίδα Καβάκου περιλαμβάνει πολλές διεθνείς βραβεύσεις, ωστόσο εκείνη που θυμάμαι να ξεχωρίζει ήταν το βραβείο του διαγωνισμού Σιμπέλιους το 1985 – τουλάχιστον αυτό το βραβείο, θαρρώ το πρώτο από τα μεγάλα, ήταν που επιβεβαίωσε και μαζί ανανέωσε και ενίσχυσε τη φήμη του στα καθ’ ημάς, επισφραγίζοντας οριστικά κάτι που έδειχνε πολύ πέρα από τη βιολιστική δεξιοτεχνία: μια μουσική ωριμότητα που αναγνωριζόταν πια διεθνώς στην ερμηνεία ενός από τα πιο βαθυστόχαστα έργα του βιολιστικού ρεπερτορίου. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η βράβευση άνοιξε το δρόμο για την ιστορική ηχογράφηση μερικά χρόνια αργότερα της πρώτης, ως τότε «απαγορευμένης» εκδοχής του ίδιου εμβληματικού έργου, που ο Λεωνίδας συνέβαλε καθοριστικά να γίνει γνωστή διεθνώς.
Ο ψηλός εκεί έξω…
Τότε είχα ήδη χρόνια να τον ακούσω ζωντανά, χωρίς ωστόσο ποτέ να πάψω να μετέχω στη συλλογική –και κάπως αφελή– αίσθηση οικειότητας που θαρρώ ολόκληρη η ελληνική μουσική κοινότητα αισθανόταν απέναντί του, την υπερήφανη αίσθηση ότι «ο ψηλός» εκεί έξω είναι και παραμένει «δικός μας». Στην πραγματικότητα, η διεθνής αναγνώριση του Λεωνίδα Καβάκου προσέφερε ήδη από τότε μια θαυμάσια ευκαιρία συλλογικής αυτοκριτικής (που φοβάμαι ότι ούτε τότε, ούτε και αργότερα αξιοποιήθηκε επαρκώς), μια ευκαιρία να αναρωτηθούμε: τι ποσοστό της ραγδαία αυξανόμενης διεθνούς καλλιτεχνικής ακτινοβολίας ενός τέτοιου λαμπρού καλλιτέχνη θα μπορούσε άραγε να αποδοθεί στο περιβάλλον από το οποίο ξεφύτρωσε (το μίζερο περιβάλλον των αδιαβάθμητων μουσικών σπουδών, της θεσμικής αδιαφορίας για μουσική άλλη από την αγοραία, της έλλειψης επαγγελματικής προοπτικής άλλης από τις «αρπαχτές» στις διάφορες ορχήστρες και τίποτε ιδιαίτερα) ένα ποσοστό που, έστω μικρό, θα μπορούσε τέλος πάντων να νομιμοποιήσει κατά κάποιον τρόπο αυτό το συλλογικό «δικός μας».
Η αλήθεια είναι, και ας με διαψεύσει αν θέλει ο ίδιος, το ποσοστό αυτό υπήρξε απελπιστικά μικρό: ο Λεωνίδας, παρ’ όλη τη βαθιά ελληνική του αυτοσυνείδηση, μου μοιάζει να οφείλει τις πρώτες επιτυχίες της εποχής εκείνης αποκλειστικά και μόνο στο προσωπικό του ταλέντο, όπως αυτό άνθισε μέσα στον στενό κύκλο μιας μουσικής οικογένειας και μερικών καλών φίλων και δασκάλων, όπου έκανε τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα. Ένα success story που όχι μόνο δεν μπορεί να αποδοθεί, έστω εν μέρει, στο συλλογικό πολιτιστικό οικοσύστημα προέλευσής του, αλλά που, αντίθετα, όλα δείχνουν ότι επιτεύχθηκε σε πείσμα των δεδομένων του οικοσυστήματος αυτού.
Δεν είμαι βέβαιος πότε ακριβώς ο Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής επενέβη για να αλλάξει κάτι στην παραπάνω κατάσταση, θυμάμαι εντούτοις ότι πριν επανασυστηθούμε με το Λεωνίδα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ξεκινήσει η μακρά, στενή και παραγωγική συνεργασία μας, ο Χρήστος Λαμπράκης εξεθείαζε ήδη την ποιότητα των συζητήσεων που είχαν οι δυο τους με αντικείμενο την αξιοποίηση του νέου εργαλείου που λεγόταν Μέγαρο Μουσικής για την ευρύτερη διάδοση της μουσικής δωματίου, είδους κατεξοχήν απαιτητικού και παραδοσιακά απευθυνόμενου σε ειδικούς, που η συστηματική του καλλιέργεια ανήκε εξαρχής στις στρατηγικές πολιτιστικές στοχεύσεις του νέου τότε οργανισμού και του ιδρυτή του (ναι, ας μιλήσουμε κάποτε για τις στοχεύσεις αυτές και τα μετέπειτα επιτεύγματά τους, που σήμερα μοιάζουν αυτονόητα αλλά τότε σίγουρα δεν ήταν). Και βέβαια, οι πρώτοι βιολιστικοί ήχοι που δοκίμασαν και επιβεβαίωσαν την ακουστική ποιότητα της τότε ακόμα ημιτελούς Αίθουσας Φίλων της Μουσικής προέρχονταν από το δικό του δοξάρι. Δεν ήμουν δυστυχώς παρών σε αυτή την πρώτη δοκιμή κεκλεισμένων των θυρών, αλλά είχα τη χαρά να παρακολουθήσω λίγους μήνες αργότερα την ολοκλήρωση και εμβάθυνση της γνωριμίας του Λεωνίδα με την εμβληματική αυτή αίθουσα, όταν ηχογράφησε εκεί, θαρρώ για πρώτη φορά, το Graal της βιολιστικής τέχνης, τις έξι Σονάτες και Παρτίτες του Μπαχ.
Νομίζω πως η ηχογράφηση αυτή δεν κυκλοφόρησε ποτέ ευρύτερα αλλά, αν κάπου υπάρχει ακόμα, θα προσέφερε οπωσδήποτε μια σπάνια ευκαιρία να μετρήσει κανείς κάτι εξαιρετικά σπάνιο: την ικανότητα ενός ήδη ώριμου καλλιτέχνη να μην επαφίεται σε ό,τι πετυχαίνει σε κάθε στάδιο της διαδρομής του, αλλά να ανανεώνεται διαρκώς (αυτό σκεφτόμουν πριν μερικά χρόνια ακούγοντας ξανά από τον Λεωνίδα τα ίδια αυτά έργα στην Επίδαυρο), επιβεβαιώνοντας ότι για έναν αληθινό καλλιτέχνη η ερμηνεία της μουσικής οφείλει να παραμένει μια διά βίου εξελισσόμενη πνευματική διαδικασία.
Απαιτητικός και γενναιόδωρος
Η μετέπειτα άνοδος του Λεωνίδα Καβάκου στο πόντιουμ μερικών από τις σημαντικότερες ορχήστρες του κόσμου ακριβώς αυτή την ανάγκη διαρκούς πνευματικής εξέλιξης προδίδει. Μια ανάγκη που ο Λεωνίδας φροντίζει να καλλιεργεί στον εαυτό του και στους άλλους όχι μόνο ως ερμηνευτής με το βιολί ή την μπαγκέτα στο χέρι, αλλά και ως δάσκαλος – ένας δάσκαλος ακούω ιδιαίτερα απαιτητικός και μαζί γενναιόδωρος, όπως πιθανόν να υπήρξαν οι δικοί του δάσκαλοι. Η προσήλωση αυτή στη διαρκή εξέλιξη είναι που λειτουργεί νομίζω κατά βάθος ως μαγνήτης για το κοινό που γεμίζει τις εμφανίσεις του ανά τον κόσμο, διότι προσλαμβάνεται ως μια ολοένα ανανεούμενη υπόσχεση ότι αυτό που πρόκειται να ακούσεις, δεν θα έχει τίποτα το μουσειακό, το προκατασκευασμένο. Είναι κάτι που μου είχε ψιθυρίσει στο αυτί ένας πολύ έμπειρος γερμανός συνάδελφος στο τέλος ενός ρεσιτάλ του Λεωνίδα Καβάκου στην Αίθουσα Μητρόπουλος το 1999 (έχω προσωπικούς λόγους να είμαι βέβαιος για αυτή τουλάχιστον τη χρονολογία): «Όσοι από εμάς δεν ήρθαν σήμερα εδώ, πολύ σύντομα θα το έχουν μετανιώσει».
8/6/2026
Αφιερώνεται στη μνήμη της Αιμιλίας Καμπελή,
επιζησάσης του Ολοκαυτώματος
Στη χώρα μας, το αντισιωνιστικό κίνημα θεριεύει. Με άλλα λόγια, ο «ενάρετος» αντισημιτισμός, ο οποίος αποτελεί επί της ουσίας τη σύγχρονη μορφή τού εξοντωτικού αντιεβραϊσμού, δεδομένης της ύπαρξης πλέον του Ισραήλ, έχει κατακυριεύσει τα πανεπιστήμια, τον καλλιτεχνικό κόσμο, όπως και τους δρόμους. Aντιμέτωποι με αυτό το κύμα εχθρότητας, οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος δεν αισθάνονται πλέον ασφαλείς στην πατρίδα τους, σε βαθμό απόκρυψης της συγκεκριμένης ταυτότητάς τους.
Απότοκο της εναντίωσης στον οικουμενισμό –ο οποίος είναι ενύπαρκτος στις φιλοσοφικές καταβολές της σύγχρονης δημοκρατίας–, ο αντισιωνισμός, με σημαία τη δικαίωση των «καταπιεσμένων», συνδέεται στενά με την «προοδευτική» αξίωση κατάτμησης της κοινωνίας σε αμοιβαία αποκλειόμενες ταυτοτικές κατηγορίες. Προκαλώντας την υποχώρηση του «δημόσιου πνεύματος» προς έναν εχθροπαθή «ηθικισμό new look, ακόμη πιο αστόχαστο και ψευδεπίγραφο από τις προηγούμενες εκδοχές του»,[1] οι στεγανοποιημένες αυτές εμπόλεμες ομάδες συγκροτούνται με βάση το χρώμα του δέρματος, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την εθνοτική καταγωγή και τη θρησκευτική ένταξη, όπως αυτά νοούνται υπό το πρίσμα της αντι-αποικιοκρατικής αφήγησης και αναδιατάσσονται μέσω της διαθεματικής λογικής. Η τελευταία αντιμετωπίζει τα επιμέρους ταυτοτικά γνωρίσματα ως αλληλοδιαπλεκόμενες μορφές κοινωνικής θέσης, μέσα από τις οποίες παράγονται σύνθετες εξαρτήσεις κυριαρχίας και καταπίεσης.
Αντιστρέφοντας την ιεραρχική σχέση μεταξύ ανώτερου και κατώτερου, την οποία είχε θεσμοποιήσει η παραδοσιακή ρατσιστική κλίμακα αξιών, η αντι-λευκή θυματοκεντρική λογική επαναφέρει τους γνώριμους μηχανισμούς αποκλεισμού, αναπαράγοντας, αυτή τη φορά από την πλευρά των πρώην αποκλεισμένων, την αντίληψη σύμφωνα με την οποία «η ιδιαίτερη ταυτότητα πηγάζει από μια παγιωμένη και αξεπέραστη ένταξη»· συνακόλουθα, «μετατρέπει το άτομο σε φορέα μιας υποτιθέμενης ουσίας και παύει να το βλέπει ως μοναδικό πρόσωπο· το αντιμετωπίζει πλέον μόνο ως την ενσάρκωση ενός συνόλου, του οποίου αποτελεί, τρόπον τινά, το στερεοτυπικό πρότυπο».[2]
Στο πλαίσιο αυτού του λυσσώδους αντιδυτικισμού των αντισυστημικών κομμάτων και οργανώσεων –στοιχείου που υπήρξε κοινός παρονομαστής όλων των ολοκληρωτικών ιδεολογιών–, η αριστερόστροφη επαναστατικότητα συναντάται επικίνδυνα με τον ακροδεξιό αντισημιτισμό. Αγιοποιώντας τον εξεγερμένο ισλαμιστή και δαιμονοποιώντας το Ισραήλ ως λευκό και αποικιοκρατικό, ο αντισιωνισμός ενεργοποίησε ξανά το σύνολο σχεδόν των παραδοσιακών αντιεβραϊκών στερεοτύπων. Θα μπορούσαμε μάλιστα να μιλήσουμε για έναν ιδιότυπο εκσυγχρονισμό του μεσαιωνικού θρησκευτικού αντι-εβραϊσμού, συμβατό με τη σύγχρονη αγιοποίηση του «αδυνάμου», όπου το κατηγορητήριο της θεοκτονίας μεταλλάσσεται σε μια νέα μορφή συλλογικού καταλογισμού: την κατηγορία της «Παλαιστινοκτονίας».
Υποκαθιστώντας τις ναζιστικές συνδηλώσεις της φυλής με την ενοχοποίηση της συναισθηματικής, ιστορικής και θρησκευτικής σχέσης με το Ισραήλ, η λογική αυτή, εκτός από τους Ισραηλινούς, στοχοποιεί τους εβραίους ανεξαρτήτως υπηκοότητας, υπάγοντάς τους σε ένα καθεστώς συλλογικής ευθύνης για τις δράσεις ενός κράτους που έχει εκ προοιμίου καταταγεί στην κατηγορία του ηθικά έκπτωτου.
Έτσι, μέσα σε ένα κλίμα όπου η αξίωση αφανισμού του Ισραήλ προβάλλεται ως απολύτως θεμιτή, οι Έλληνες εβραϊκού θρησκεύματος βρέθηκαν, όπως και στην υπόλοιπη Δύση, αντιμέτωποι με μια εχθρότητα που προμηθεύεται τα δηλητηριώδη βέλη της από τη συνωμοσιολογική, πλασματική εικόνα του «αιώνιου Εβραίου», στον οποίο αποδίδονται όλες οι θανάσιμες αμαρτίες του κόσμου.
Βασιζόμενη στις θεωρήσεις της Χάννα Άρεντ, θα επιχειρήσω να αναδείξω τις συνέπειες αυτού του αντιεβραϊκού μένους για τον δημοκρατικά οργανωμένο τρόπο συνύπαρξής μας. Με αυτόν τον στόχο, θα προσεγγίσω την έννοια τού πολιτικά συγκροτημένου «εμείς», εξετάζοντας παράλληλα και τη συναισθηματική διάσταση των δεσμών του ανήκειν. Μέσω αυτής της μεθοδολογικής διάκρισης ανάμεσα στις δύο μορφές κοινοτικής ύπαρξης, επιζητώ να φωτίσω την απειλή που αντιπροσωπεύει για όλους μας –ανεξαρτήτως θρησκεύματος– η εξάπλωση ενός μίσους που δρα διαλυτικά για τον κοινό κόσμο τον οποίο έχουμε οικοδομήσει: έναν κόσμο μέσα στον οποίο, σε αντίθεση με τις καταβολές και τα γνωρίσματα που δεν επιλέγουμε, έχουμε αποφασίσει να συνυπάρχουμε ως ελεύθεροι και ίσοι πολίτες.
Συμπολίτες
Ο δημοκρατικός τρόπος ζωής, στην αντίθεσή του από τον αγελαίο οπαδισμό, συνίσταται στην ίδρυση ενός κοινού κόσμου. Μέσα σε αυτόν οι άνθρωποι συνυπάρχουν υπό τους όρους της επικοινωνιακής αλήθειας, αυτής δηλαδή που αναδύεται μέσα από το διάλογο ισότιμων ανθρώπων, ικανών να υποστηρίξουν τις απόψεις τους, προβάλλοντας ορθολογικά επιχειρήματα, όπως και να κατανοήσουν εκείνα των διαφωνούντων.
Η δημοκρατική αρχή της ισοτιμίας αντλεί το κύρος της από το γεγονός ότι, σε οντολογικό επίπεδο, είμαστε όλοι το ίδιο, δηλαδή ανθρώπινα όντα. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητά μας έγκειται στην ικανότητά μας να υπερβαίνουμε την απρόσωπη ομοιογένεια του ζωικού είδους στο οποίο ανήκουμε. Η ανθρώπινη ιδιότητά μας ανάγεται στη δυνατότητά μας να είμαστε πέραν από βιολογικές υπάρξεις και πρωταγωνιστές μιας βιογραφίας, η οποία, στη διάκρισή της από τις διαδικασίες της βιολογικής ζωής, δεν ταυτίζεται με κανενός άλλου. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη ιδιότητά μας αντιστοιχεί στην εγγενή μας ικανότητα, ως προσώπων, να διαφέρουμε μεταξύ μας.
Αυτή η ανομοιότητα, ο σεβασμός προς την οποία αποτελεί θεμέλιο των αμιγώς ανθρώπινων συνθηκών συμβίωσης, οφείλεται στην ανάδυση της μοναδικής προσωπικής μας ταυτότητας. Και κάνω λόγο για ανάδυση, επειδή αυτή η ταυτότητα αποκαλύπτεται μέσα από τους λόγους και τα έργα μας τα οποία συνυφαίνουν τον κοινωνικοπολιτικό μας βίο. Εξ αυτού, όντας αφηγηματική, η εν λόγω ανάδειξη της ατομικότητας παραμένει αλληλένδετη με την κοινοτική μας ύπαρξη. Ειδικότερα μάλιστα υπαγορεύει τις οριζόντιες σχέσεις που απαιτεί η συνομιλία και η σύμπραξη, στη διάκρισή τους από την κάθετη, μονολογική, κατ’ ουσίαν, σχέση της εντολής / εκτέλεσης. Συνάμα, με γνώμονα την πολιτική ανθρωπολογία στην οποία αναφερθήκαμε –άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημόσια σφαίρα που ιδρύεται στη δημοκρατία– καθίσταται κατανοητό ότι οι καθοδηγητικές αρχές που εκφράζονται μέσα από τις δράσεις τού πολιτικά δρώντος υποκειμένου είναι καθολικεύσιμες και, ως εκ τούτου, υπερβαίνουν τα στενά όρια μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Αυτό σημαίνει ότι ο αφηγηματικός χαρακτήρας της μοναδικής ταυτότητας του πολιτικού υποκειμένου δεν εγκλωβίζεται στους ορίζοντες ενός ενδοστρεφούς κοινοτισμού.
Υπ’ αυτή την προοπτική, η δημοκρατική αρχή της ισοτιμίας παραμένει ουσιωδώς συνδεδεμένη με τον σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και τούτο, επειδή εκφράζει θεμελιακά την ικανότητά μας να δημιουργούμε, από κοινού, θεσμούς και οργανωτικές δομές που εξασφαλίζουν και εγγυώνται στον καθένα μια θέση μέσα στον κοινό κόσμο. Επομένως, για τον δημοκρατικό τρόπο συνύπαρξης, η ανθρωπινότητα αναδύεται μέσω της συν-οικοδόμησης ενός κόσμου φιλόξενου για όλα τα μη ομοιόμορφα μέλη του, τόσο στο εσωτερικό των πολιτικών κοινοτήτων όσο και στο διεθνές επίπεδο.[3]
Έτσι, η έννοια της ανθρωπότητας που συνάδει προς το δημοκρατικό φρόνημα αντιπαρατίθεται σε εκείνη η οποία, στο όνομα μιας φαντασιακής «γνησιότητας» ή «αυθεντικότητας», αποκλείει όσους δεν πληρούν τα κριτήρια που η ίδια αυθαίρετα θεσπίζει (καταγωγή, θρήσκευμα, φυλή, κοινωνική τάξη κ.λπ.).
Με άλλα λόγια, το δημοκρατικό φρόνημα παραμένει απολύτως ξένο προς εκείνη την αντίληψη περί ανθρωπότητας που υιοθέτησαν οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες, οδηγώντας τους θιασώτες τους στο συμπέρασμα ότι, προς όφελος της ίδιας της ανθρωπότητας, θα ήταν προτιμότερο να εξοντωθούν ορισμένα από τα μέλη της.[4]
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η δημοκρατικά νοούμενη συμβίωση διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων και κοινοτήτων είναι η μόνη ελπιδοφόρα απάντηση στην πικρή διαπίστωση του φιλοσόφου Αλαίν Φινκιελκρότ, την οποία επιβεβαίωσε το μέγα τραύμα του 20ού αιώνα:
Αυτό που επί μακρόν διέκρινε τους ανθρώπους από την πλειονότητα των άλλων ζωικών ειδών, είναι ακριβώς το ότι αυτοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους.[5]
Ο οικουμενισμός που βρίσκεται στα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατικής συνύπαρξης ανιχνεύεται στην ανοικτότητά της, δηλαδή στη μη ετεροφοβική της σύσταση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει την «οικοφοβική» ρευστοποίηση των πολιτισμικών ταυτοτικών της γνωρισμάτων, σε βαθμό αποξένωσης από τον ίδιο της τον «εαυτό». Η εν λόγω ανοικτότητα, ως διαλεκτική σχέση μεταξύ της δεδομένης ύπαρξης και της ελευθερίας επιλογών που απεγκλωβίζουν από το δεδομένο, απορρέει από την ίδια την «έκκεντρη» δομή της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας, σύμφωνα με τον όρο του Ρεμί Μπραγκ, ο οποίος γράφει:
Στην περίπτωση της Ευρώπης, οι Ευρωπαίοι επέλεξαν οι ίδιοι να αναγάγουν σε προγόνους τους τους αρχαίους Έλληνες και το Ισραήλ, αυτές τις επιβλητικές και δοξασμένες καταβολές, αντί για τους πραγματικούς προγόνους τους, οι οποίοι ήταν απλοί άνθρωποι, για να μην πούμε απλοϊκοί.[6]
Μεταφερόμενος στη δημόσια σφαίρα, αυτός ο έκκεντρος χαρακτήρας φωτίζει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τού «τι» είναι κάποιος –συνάθροιση των πολλαπλών «εμείς» και ταυτοτήτων στα οποία αναφέρεται το εγώ– και του «ποιος» αποκαλύπτεται ότι είναι μέσα από τα λόγια και τα έργα του.[7] Πρόκειται για την κουλτούρα της ατομικότητας, σε αντίθεση προς τον ατομικισμό, η οποία αξιώνει αφενός την αμοιβαία αποδέσμευση από τους δεδομένους προ-πολιτικούς προκαθορισμούς και αναφορές και αφετέρου την ικανότητα να αυτο-επιλέγεσαι ως δημόσια παρουσία. Με αυτό εννοώ, κατά το παράδειγμα της Ευρώπης, την υιοθέτηση ιστορικών παραδειγμάτων –των ένδοξων «προγόνων»– από τα οποία αντλούνται οι ηθικοπολιτικές αρχές που διέπουν τη συγκρότηση ενός κοινού δημόσιου κόσμου ως πεδίου ελευθερίας, δηλαδή ανεμπόδιστης κίνησης, δράσης και επικοινωνίας μεταξύ ακηδεμόνευτων και διαφορετικών ανθρώπων.
Υπ’ αυτή την προοπτική, η διαβούλευση επί των δημόσιων ζητημάτων υπό όρους ισηγορίας καθιστά την πολλαπλότητα των επιμέρους οπτικών αναγκαία προϋπόθεση για την κοινή κατανόηση των διακυβευμάτων, καθώς μόνον έτσι μπορούν να φωτιστούν όλες οι πτυχές τους και να αξιολογηθούν οι διαφορετικές θέσεις, βάσει και της συμβατότητας των αρχών που εκφράζουν με τις κανονιστικές προϋποθέσεις συγκρότησης της δημόσιας σφαίρας.
Η θέση την οποία λαμβάνεις ως πολίτης έχει μια αντικειμενική πλευρά –αλληλένδετη με το απαιτούμενο πολιτικό ήθος– δεδομένου ότι δεν αφορά ένα προσωπικό ζήτημα, αλλά μια κοινή υπόθεση. Από την άλλη, ο εξατομικευτικός της χαρακτήρας συνδέεται με την υποκειμενική πλευρά της.
Η υποκειμενική διάσταση της άποψης παραμένει αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την αρνητική ελευθερία. Η τελευταία δεν σημαίνει μόνο προστασία από αυθαίρετες παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή των πολιτών. Ως ρυθμιστική αρχή της κοινωνικής σφαίρας, σημαίνει επίσης ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέγει τη μορφή ζωής του και τους προσωπικούς του προσανατολισμούς. Σημαίνει ακόμη ότι είναι ελεύθερος να διατηρεί τις ιδιαίτερες πολιτισμικές του παραδόσεις, τις επιμέρους ταυτότητές του και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, χωρίς να απειλείται η συμμετοχή του στον κοινό πολιτικό κόσμο. Εντός πάντοτε της δημόσιας σφαίρας, η ανεμπόδιστη νοερή επίσκεψη όλων αυτών των διαφορετικών υποκειμενικών θέσεων, ενόψει της λήψης μιας απόφασης, διασφαλίζει, μέσω της αμοιβαίας μετακίνησης σε αυτές, τη σφαιρική αντιμετώπιση των κοινών υποθέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πλευρές, καταλήγουμε στην εκφορά μιας αμερόληπτης κρίσης.
Αλληλένδετη με την αμεροληψία του νόμου, αυτή η «απαθής» λήψη αποφάσεων προτάσσει τη συναίνεση έναντι της «άφωνης», επί της ουσίας, ομοφωνίας. Προϋποθέτοντας την παρουσία και την αντιπαράθεση πολλαπλών απόψεων στη δημόσια διαβούλευση, η πολιτική ελευθερία αντιστρατεύεται ευθέως κάθε αξίωση ταυτοτικής ομοιομορφίας, στην οποία εδράζεται ο εθνοφυλετισμός.
Ακριβώς γι’ αυτό, η ελευθερία αυτή πραγματώνεται εντός ενός πολιτικού έθνους, η ενότητα του οποίου δεν απορρέει από προπολιτικές καταγωγικές, φυλετικές ή θρησκευτικές ομοιότητες, αλλά από την πολιτική τους υπέρβαση – η οποία όμως δεν επιτάσσει την αποστειρωμένη συζήτηση μεταξύ αποσαρκωμένων εαυτών.
Η ενότητα του δημοκρατικά ιδρυμένου πολιτικού «εμείς» αξιώνει μια μέριμνα για τα κοινά, η οποία διασφαλίζει τη διαφορετικότητά σου, ακριβώς επειδή δεν σε εγκλωβίζει στα ταυτοτικά σου γνωρίσματα. Αυτός ο εγκλωβισμός θα καθιστούσε αδύνατη τη συγκρότηση ενός κοινού ορίζοντα επικοινωνιακής αλήθειας Με άλλα λόγια, ως μέλος ενός πολιτικού έθνους ανταποκρίνεσαι στο ρόλο σου του πολίτη, στο μέτρο που αναγνωρίζεις ότι «το δικαίωμα στη διαφορά προϋποθέτει την ελευθερία να διαφέρεις από τη διαφορετικότητά σου».[8] Υπό αρεντικούς όρους, πρόκειται για την ελευθερία τού να βλέπεις τα πράγματα και από τη σκοπιά των άλλων, χωρίς να «εκκενώνεις» τη θέση σου, μέσω της εξομοίωσής σου.
Αυτή η ανομοιογενής ενότητα βασίζεται στην πολιτική φιλία, η οποία διαχωρίζεται από τις κοινωνικές συναναστροφές ή τις συναισθηματικά φορτισμένες στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Εξ αυτού, δεν πρόκειται για φιλία που στηρίζεται στην ομογνωμία και στην ταύτιση των ατομικών συμφερόντων. Πολυφωνική και φλύαρη, τρέφεται μέσα από την αντιπαράθεση των απόψεων γύρω από ένα δημόσιο ζήτημα.
Σύμφωνα με την Άρεντ, πρόκειται για ένα είδος φιλίας «χωρίς ιδιωτικότητα και οικειότητα».[9] Με άλλα λόγια, αυτό που συνδέει εκείνους που μετέχουν στα κοινά δεν είναι οι σχέσεις συγγένειας ή αμοιβαίας αγάπης μεταξύ τους, αλλά το γεγονός ότι όλοι τους, ανεξαρτήτως των φυσικών, κοινωνικών, θρησκευτικών ή ιδιαίτερων πολιτισμικών αναφορών τους και πεποιθήσεων, ενδιαφέρονται για το ίδιο κοινό πράγμα.
Η θεσμική έκφραση αυτής της φιλίας είναι η ιδιότητα του πολίτη. Πέραν της αμιγώς νομικής σημασίας της, η εν λόγω ιδιότητα αξιώνει, από ηθικοπολιτική άποψη, τρόπους δράσης των οποίων η κινητήρια αρχή είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού τρόπου συμβίωσης. Παράλληλα, επειδή το δημοκρατικό πολίτευμα λειτουργεί μέσω της διαβούλευσης, η ιδιότητα του πολίτη προϋποθέτει μια κοινή γνώση και κατανόηση των ιστορικών παραδειγμάτων, αναφορών και νοημάτων που συγκροτούν την πολιτισμική παράδοση μέσα στην οποία εντάσσεται, με τις ιδιαιτερότητές της, η πολιτική κουλτούρα μιας συγκεκριμένης πολιτικής κοινότητας. Η κοινή αυτή γνώση λειτουργεί ενοποιητικά, καθόσον διαμορφώνει έναν κοινό ορίζοντα νοήματος και αμοιβαίας κατανόησης, χωρίς τον οποίο η δημοκρατική διαβούλευση καθίσταται αδύνατη.
Σύμφωνα και πάλι με τη Χάννα Άρεντ:
κανείς ο οποίος δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο Καίσαρ ή ο Ναπολέων δεν μπορεί να καταλάβει για ποιο πράγμα μιλάς, όταν μιλάς για καισαρισμό ή βοναπαρτισμό.[10]
Ο εβραϊκού θρησκεύματος έλληνας πολίτης, ως αναπόσπαστο μέλος του πολιτικού «εμείς» της πατρίδας μας, μετέχει της πολιτικής κουλτούρας που συγκροτεί τη δημόσια σφαίρα μας, διαθέτει τα ίδια δικαιώματα και υπέχει τις ίδιες υποχρεώσεις με κάθε συμπολίτη του, αναλαμβάνοντας εξίσου την ευθύνη για τις επιτυχίες, τις αποτυχίες και το κοινό μέλλον της χώρας. Αυτό το μέλλον συνδέεται αναγκαία και με την κοινωνική σφαίρα της οποίας είμαστε όλοι μέλη, συμβάλλοντας από κοινού, ανάλογα με τις δυνατότητές μας, στον εμπλουτισμό τής πολιτισμικής μας ζωής, της οικονομικής μας ανάπτυξης και της επιστημονικής μας προόδου.
Οι εκδηλώσεις εναντίον των συμπολιτών μας εβραϊκού θρησκεύματος πολιτικοποιούν, κατά τη λογική του ρατσισμού, ένα καθεαυτό πολιτικά αδιάφορο ταυτοτικό γνώρισμα· αυτό σημαίνει ότι καταλύουν τις συνθήκες δυνατότητας της δημόσιας σφαίρας, εφόσον η μοναδικότητα του «ποιος/α» είναι κάποιος/α εξαλείφεται από το ομογενοποιητικό «τι». Ενοχοποιούν ακόμα και τους συναισθηματικούς δεσμούς με μια πολιτική κοινότητα συνδεδεμένη με το επιμέρους αυτό γνώρισμα. Υπ’ αυτούς μάλιστα τους όρους, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το παράδοξο μιας στάσης που, ενώ απορρίπτει μετά βδελυγμίας την εθνικιστική ακροδεξιά ιδεολογία –με εξαίρεση τον νεόκοπο παλαιστινιακό εθνικισμό– υιοθετεί εμμέσως πλην σαφώς μια από τις θεμελιώδεις παραδοχές της: οι ιδιαίτεροι εθνοτικοί, θρησκευτικοί ή ιστορικοί δεσμοί των πολιτών αποτελούν κριτήριο για την ένταξή τους στους «δικούς» μας ή στους «αλλότριους» εντός των τειχών. Έτσι, οι συμπολίτες μας εβραϊκού θρησκεύματος, μέσω της μετατροπής τους σε υποκατάστατα του εγκληματοποιημένου Ισραήλ, αντιμετωπίζονται ως ξένο και μάλιστα εχθρικό σώμα. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο τρόπος με τον οποίο οι έλληνες εβραίοι εισπράττουν και απαντούν σε αυτή την εχθροπάθεια:
ο έλληνας εβραίος δεν χρειάζεται να απολογηθεί για τίποτα. Δεν είναι «ξένος». Δεν είναι «εκπρόσωπος». Είναι πολίτης αυτού του τόπου.[11]
Η προσπάθεια αντικατάστασης του αντισημιτισμού από έναν ηθικιστικό ριζοσπαστικό «αντι-ισραηλινισμό» μπορεί να επιτρέπει στους αντισιωνιστές να αποστασιοποιηθούν από τον φυλετισμό· ωστόσο, το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν τους συμπολίτες τους, αποκλειστικά λόγω του θρησκεύματός τους, ως ενόχους για τις δράσεις ενός ξένου κράτους, τους εγγράφει στη λογική ενός ακροδεξιού υπερεθνικισμού, υπέρμαχου της ομοιογενούς οργανικής ενότητας του συλλογικού σώματος.
Υπ’ αυτή την προοπτική, οι «εξεγερμένοι» αντισιωνιστές δεν εκφράζουν επί της ουσίας παρά τη βούληση αποσάθρωσης του ελληνικού λαού ως πολιτικής έννοιας. Επιβάλλοντας τις μανιχαϊστικές διαιρέσεις ενός ανελεύθερου τρόπου ζωής, υπονομεύουν τις κανονιστικές αρχές του δημόσιου βίου. Εν ολίγοις, παραβιάζουν κατάφωρα τους όρους πολιτικής συνύπαρξης που ισχύουν σε μια δημοκρατική χώρα, όπως θέλουμε να είναι η δική μας.
Ομοίως, στο κοινωνικό πεδίο, επιστρατεύοντας μηχανισμούς αποκλεισμού, αντιστρατεύονται τις σχέσεις αμοιβαιότητας, εμπιστοσύνης και συνεργασίας που προϋποθέτει η κοινωνική ευημερία, συνυφασμένη, οπωσδήποτε, με ένα πνεύμα εξωστρέφειας το οποίο την εμπλουτίζει μέσω των ανταλλαγών και των αλληλεπιδράσεων με τα μέλη άλλων κοινοτήτων.
Συμπατριώτες
Αφήνοντας τώρα κατά μέρος την πολιτική φιλία που συνέχει αποκλειστικά την πολιτική κοινωνία, θέλω να αναδείξω και μια άλλη πλευρά του συν-είναι.
Θέλω να μιλήσω για το «εμείς», το οποίο, μολονότι αποκτά πολιτειακή μορφή μέσω της νομικο-πολιτικής θέσπισης, εντούτοις δεν εξαντλείται σε αυτήν. Αναφέρομαι σε ένα «εμείς» που θεμελιώνεται στην αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα, και συνδέεται με την επιζήτηση της αμοιβαίας αναγνώρισης. Αυτήν την οποία ο φιλόσοφος Αϊζάια Μπερλίν, διακρίνοντάς την, λόγω των νοηματικών συγχύσεων, από τη θετική και την αρνητική ελευθερία του ατόμου και πολίτη, την ανάγει στον «βαθύ πανανθρώπινο πόθο» για «αλληλοκατανόηση», «αμοιβαία εξάρτηση» ακόμα και «αμοιβαία θυσία».[12] Τη σημασία αυτής της επιζήτησης, την οποία, εν προκειμένω, δεν τη συνδέω με ζητήματα που αφορούν στην εξουσία, την αναδεικνύει το παράπονο του ξεριζωμένου: «εδώ, κανείς δεν ξέρει ποιος είμαι».[13]
Αυτή τη δεύτερη σημασία της κοινής ύπαρξης τη συγκροτούν δεσμοί από τους οποίους απορρέει ένα είδος οικειότητας που διαμορφώνει, θα λέγαμε μεταφορικά, την ιδιαίτερη ψυχή μιας κοινότητας. Κάνοντας έτσι λόγο για οικειότητα, αναφέρομαι σ’ έναν κοινά δημιουργημένο βιωμένο κόσμο, η συνοχή του οποίου δεν εδράζεται σε τυπικές νομικές αρχές και διαδικασίες ούτε βέβαια σε φυσικοποιημένα γνωρίσματα, αλλά αποτελεί ένα κοινό αισθητηριακό, τρόπον τινά, και μνημονικό σύμπαν.
Ένα σύμπαν καθημερινής γειτνίασης το οποίο διαμορφώνουν οι γεύσεις, οι οσμές, τα τοπία, οι οικείοι γλωσσικοί τονισμοί, οι χειρονομίες, οι συνήθειες, οι κώδικες ευγένειας, κ.λπ. Πρόκειται για έναν κόσμο που παραλαμβάνουμε και τον οποίο θα κληροδοτήσουμε.
Προσαρμόζοντας στα καθ’ ημάς μια σχετική με αυτό το ζήτημα διατύπωση του Αλαίν Φινκιελκρότ, θα έλεγα:
Με τις ελιές και τα πεύκα της, τα τοπία και την ιστορία της, το ιδιαίτερο πνεύμα της και τα δάνεια που ενσωμάτωσε, τη γλώσσα, τα έργα και τις ανταλλαγές της, η ελληνική εκδοχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού διαμορφώνει έναν κόσμο. Και αυτός ο κόσμος προσφέρεται τόσο στους γηγενείς όσο και στους νεοεισερχόμενους.[14]
Αυτή την ιδιαίτερη σχέση με έναν συγκεκριμένο κόσμο, η Άρεντ την εξέφρασε σε ένα ποίημά της που αναφέρεται στον εκπατρισμό και στην άφιξη σε ξένο τόπο:
Ήρθε η ώρα της άφιξης / Το ψωμί δεν λέγεται πια ψωμί / και το κρασί, όταν το πίνεις σε ξένη γλώσσα, αλλάζει τους όρους της συνομιλίας.[15]
Αυτό ακριβώς το βίωμα της υπαρξιακής ένταξης σε μια κοινότητα, θεμελιωμένο και στην κοινή γλώσσα ως όρο άμεσης αμοιβαίας κατανόησης, το αποδίδει με ιδιαίτερη ενάργεια και ο γνωστός συγγραφέας Γιάκομπ Βάσερμαν (Jacob Wassermann), ο οποίος στο αυτοβιογραφικό έργο του, όπου στοχάζεται πάνω στη γερμανοεβραϊκή του ταυτότητα, γράφει:
Η γλώσσα είναι για μένα η ίδια η πνοή της ζωής […], οι λέξεις και ο ρυθμός της συνιστούν τον εσώτατο πυρήνα της ύπαρξής μου […]. Είναι τόσο βαθιά μέρος του εαυτού μου, σαν να μου ανήκε από πάντα […], δίδαξε την καρδιά μου να αισθάνεται και τον νου μου να σκέπτεται· συμπύκνωσε αμετάκλητα σε μια μοναδική εικόνα όλα όσα είχα δει, όλα όσα είχα φανταστεί και σκεφτεί, όλα όσα είχαν φτάσει έως εμένα μέσα από την ιστορία και τη ροή τής καθημερινής ζωής.[16]
Άρρηκτα συνδεδεμένο με την πανανθρώπινη επιθυμία του «είναι-μαζί», το θεμελιακό «εμείς» συνιστά τη γενεσιουργό αιτία ενός πάθους που ως τέτοιο παραμένει ξένο προς την ψυχρή λογική και τους ιδιοτελείς υπολογισμούς, και το οποίο συνηθίζουμε να το αποκαλούμε αγάπη για την πατρίδα.
Αυτή η αγάπη, λειτουργώντας ως κινητήρια αρχή, σύμφωνα με τον ορισμό του Μοντεσκιέ, έχει τη δύναμη να ωθήσει στην αυτοθυσία, γεννώντας, εν προκειμένω, τους δικούς μας ήρωες. Ανάμεσα σε αυτούς σημαντική θέση, για παράδειγμα, κατέχει στη σύγχρονη ιστορία μας ο Μαρδοχαίος Φριζής.[17] Ο έλληνας αξιωματικός, ο οποίος, όταν αιχμαλωτίστηκε στη Σμύρνη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τους συμπολεμιστές του και παρέμεινε αιχμάλωτος μαζί τους, αν και οι ομόθρησκοί του είχαν συγκεντρώσει χρήματα για την απελευθέρωσή του. Είναι ο πρώτος ανώτερος έλληνας αξιωματικός που έπεσε μαχόμενος, το 1940, στο αλβανικό μέτωπο, ενώ εμψύχωνε τους άνδρες του, με το να παραμένει ο ίδιος έφιππος υπό ιταλικό βομβαρδισμό.
Αυτήν την ίδια αγάπη, την εξέφρασε, το 1945, ως μελλοθάνατος, ο Θεσσαλονικιός Μαρσέλ Νατζαρή, σε μια συνταρακτική επιστολή του που βρέθηκε κομματιασμένη, στον περίβολο του Άουσβιτς όπου την είχε θάψει, και στην οποία διαβάζουμε:
Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι αυτή τη στιγμή […] η Ελλάς μας είναι απελευθερωμένη. […] οι τελευταίες μου λέξεις θα είναι: Ζήτω η Ελλάς.[18]
Οι συμπατριώτες μας εβραϊκού θρησκεύματος είναι συνιδρυτές και συνυφαντές αυτού του θεμελιακού «εμείς». Είναι το αδιάσπαστο κομμάτι της κοινής μας ψυχής, χάρη στην οποία μπορούμε να βιώνουμε ως δικές μας εμπειρίες την εθνική υπερηφάνεια ή την ταπείνωση, το θρίαμβο ή τη συμφορά – είτε πρόκειται για ιστορικές δοκιμασίες που αγγίζουν το έθνος στο σύνολό του είτε για τη χαρά και τη συγκίνηση που μας προκαλεί η διάκριση ενός συμπατριώτη μας, ακόμη και σε μια διεθνή αθλητική διοργάνωση.
Είναι λοιπόν τουλάχιστον επονείδιστο το να επιτρέπουμε σε φανατικές αντιδημοκρατικές μειοψηφίες να ασελγούν πάνω στην ίδια την ιστορική και συμβολική υπόσταση της κοινότητας που οικοδομήσαμε και συνεχίζουμε να οικοδομούμε· να βεβηλώνουν τους τόπους λατρείας των εβραίων συμπατριωτών μας, τα κοιμητήρια όπου είναι θαμμένα τα προσφιλή τους πρόσωπα και τα μνημεία που κρατούν άσβεστη τη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
Είναι επονείδιστο, όχι μόνο στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπιστικών αξιών, αλλά και επειδή προσβάλλει το «εμείς» –υπό τη διττή του σημασία–, χάρη στο οποίο διασώζεται η ιστορική μας διάρκεια μέσα στον χρόνο. Οι τόποι λατρείας, στους οποίους αναφέρθηκα, ανήκουν στο τοπίο της δικής μας πολιτισμικής κληρονομιάς· στα κοιμητήρια που βανδαλίζονται αναπαύονται και δικοί μας νεκροί ως μέλη της ελληνικής κοινότητας· και τα θύματα του Ολοκαυτώματος αποτελούν ένα από τα πλέον τραυματικά νήματα του κοινού μας ιστορικού αφηγήματος.
Το νόημα της αλληλεγγύης
Αυτή η εχθρότητα απέναντι στην οποία έχουν βρεθεί αντιμέτωποι οι συμπατριώτες μας, εξαιτίας της έξαρσης του αντιεβραϊσμού, προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στην αρχή της αλληλεγγύης.
Σύμφωνα με τη σχετική θεώρηση της Άρεντ, σε αντίθεση με τα ανορθόλογα πάθη, η πολιτικά νοούμενη αλληλεγγύη δεν αποποιείται ποτέ τη λογική, παρότι πάντα παρακινείται από τη συγκίνηση μπροστά στον ανθρώπινο πόνο:
για να αντιδράσει κανείς λογικά, θα πει πρώτα απ’ όλα να «συγκινηθεί».[19]
Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια, η απάθεια και η στάση του αμέτοχου παρατηρητή μπροστά σε μια ανθρώπινη τραγωδία δεν είναι ένδειξη αυτοκυριαρχίας, αλλά σημάδι απανθρωπισμού.
Η σύνδεση ακριβώς της αλληλεγγύης με τη λογική, η οποία την προφυλάσσει από την άκριτη μεροληψία της αγάπης ή του μίσους, της επιτρέπει να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ ανθρώπων που δεν μοιράζονται τις ίδιες συνθήκες ζωής, εντός και εκτός μιας δεδομένης κοινότητας.
Εντός μιας πολιτικής κοινότητας, η αλληλεγγύη συνδέεται άμεσα με την κοινωνική δικαιοσύνη, καθόσον υπαγορεύει πολιτικές λύσεις που υπερβαίνουν τη μεροληπτική λογική της διάκρισης μεταξύ ταξικού φίλου και ταξικού εχθρού. Στο ίδιο πλαίσιο, υπηρετεί τη συνοχή της κοινωνίας, εκφραζόμενη μέσω της έμπρακτης συμπαράστασης προς όλα ανεξαιρέτως τα μέλη ή τις ομάδες της που δοκιμάζονται από αντίξοες περιστάσεις.
Παράλληλα, δεδομένου ότι εμπνέεται από οικουμενικές αρχές και αξίες –όπως η ηθική επιταγή της αλληλοβοήθειας, η αναγνώριση της «αξιοπρέπειας του ανθρώπου», το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης ή «η τιμή του ανθρωπίνου γένους»–, η αλληλεγγύη, ως πολιτική αρχή, διαθέτει αναπόδραστα μια κοσμοπολιτική διάσταση. Εξ αυτού, μετατρέπει σε υπόθεση όλων μας κάθε πλήγμα εναντίον του κοινού ανθρώπινου κόσμου, καθιστώντας αδύνατη την αδρανή στάση απέναντι σε ανθρώπους ή λαούς οι οποίοι, όσο μακριά κι αν βρίσκονται από εμάς, χειμάζονται από φυσικές καταστροφές, δεινοπαθούν από απάνθρωπες δράσεις, πολιτική καταπίεση και καταπάτηση των δικαιωμάτων τους ή υφίστανται ιστορικές δοκιμασίες που απειλούν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους.
Σε συμβολικό επίπεδο, συνθήματα όπως το πασίγνωστο «Ich bin ein Berliner» του Τζον Φ. Κένεντι, το «Nous sommes tous Américains» (Είμαστε όλοι Αμερικανοί) που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde, δύο μέρες μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου,[20] το μεταγενέστερο «Είμαστε όλοι Ουκρανοί» που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην Ευρώπη μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή το «Je suis Charlie» που κατέκλυσε το διαδίκτυο μετά τη σφαγή των συντακτών του σατιρικού περιοδικού Charlie Hebdo, αποδίδουν εύγλωττα το νόημα αυτής της αρχής που υπερβαίνει τα όρια της άμεσης εθνικής, θρησκευτικής ή πολιτισμικής ταύτισης.
Υπό την ίδια ακριβώς προοπτική, μετά την 7η Οκτωβρίου «είμαστε όλοι Ισραηλινοί». Με άλλα λόγια, εδώ επίσης, η αλληλεγγύη και τα συναισθήματα που την υποκινούν δεν προϋποθέτει να έχεις κάποια ιδιαίτερη σύνδεση με το Ισραήλ, προκειμένου να ξεσηκωθείς απέναντι στα εγκλήματα γενοκτονικής πρόθεσης που, τεκμηριωμένα –και μάλιστα από τους ίδιους τους δράστες τους– διαπράχθηκαν εναντίον πολιτών αυτού του κράτους.
Η συμβολική ταύτιση, την οποία εκφράζουν τα εν λόγω συνθήματα, με ανθρώπους και λαούς που δεν ανήκουν στη δική μας κοινότητα, προϋποθέτει την αναγνώριση μιας ευρύτερης σχέσης με τον ανθρώπινο κόσμο στο σύνολό του.
Το ερώτημα όμως τώρα που τίθεται είναι τι σημαίνει το «είμαστε όλοι Έλληνες», όταν αυτό το λέμε εμείς οι ίδιοι; Όταν δηλαδή είναι η απάντησή μας σ’ εκείνους τους λίγους, οι οποίοι στοχοποιούν τους συμπατριώτες και συμπολίτες μας, εμφορούμενοι από το γνωστό ανορθόλογο μίσος που στιγμάτισε ανεξίτηλα τη δυτική πολιτική και πολιτισμική παράδοση; Εδώ το συγκεκριμένο σύνθημα δεν εκφράζει μια φανταστική ταύτιση και γι’ αυτό δεν εξαντλείται στην εξ αποστάσεως έκφραση των συναισθημάτων μας ούτε καλεί στην έξωθεν παρέμβασή μας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν εστιάσουμε στα συναισθήματα, τότε θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για εντονότερους χτύπους της καρδιάς, καθώς αυτοί δυναμώνουν όσο μικραίνει η απόσταση που μας χωρίζει από εκείνους που πλήττονται από μια αδικία..
Αν εστιάσουμε τώρα στη δυνατότητα παρέμβασης, τότε το εν λόγω σύνθημα αποκτά μια ιδιάζουσα βαρύτητα, καθόσον αναφέρεται σε εμάς τους ίδιους ως κοινότητα· αποτελεί, δηλαδή, μια έκκληση που το συλλογικό «εμείς» απευθύνει στον ίδιο του τον εαυτό. Πρόκειται, εν προκειμένω, για μια πρόσκληση να αντιταχθούμε σε όσους επιχειρούν να δηλητηριάσουν την κοινή καθημερινότητά μας, διαβρώνοντας τους συνεκτικούς δεσμούς που συγκροτούν την ιστορική μας ταυτότητα και το πλέγμα των σχέσεων που δομούν την κοινωνική μας ζωή. Συνακόλουθα, το διακύβευμα είναι βαθύτατα πολιτικό. Και τούτο, επειδή έχουμε να κάνουμε με ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο υπονομεύει την ίδια τη θεσμική οργάνωση του δημόσιου βίου μας, εφόσον ο αντισημιτισμός, όταν ιδεολογικοποιείται, αποτελεί ευθεία απειλή εναντίον του δημοκρατικού φρονήματος και των μορφών συλλογικής ζωής που συνάδουν προς αυτό.
Σε αντίθεση με τη βία που στηρίζεται στη φυσική ισχύ ή στη δύναμη των όπλων, η αμιγώς πολιτική εξουσία πηγάζει πάντοτε από τους πολλούς. Χωρίς τη συναίνεση της πλειοψηφίας, την οποία την εκφράζει και με τη σιωπή της, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι, κανένα πολιτειακό σχήμα δεν μπορεί πραγματικά να διαρκέσει, όπως και καμία μειοψηφία δεν μπορεί να επιβάλει τις αντιλήψεις της. Στο ίδιο πλαίσιο, τα όρια της ανοχής τίθενται εκεί όπου αρχίζει η έμπρακτη αμφισβήτηση των αρχών από τις οποίες η ίδια αντλεί τη θεσμική της νομιμοποίηση.
Η πλειοψηφία που παρακολουθεί αδρανής τα αντισημιτικά κηρύγματα και τη δραστηριότητα μιας εχθροπαθούς μειοψηφίας, εκχωρώντας στην πραγματικότητα τη δύναμή της, καθίσταται στην πράξη σύμμαχός της. Έτσι, ανοίγει το δρόμο στην εμπέδωση ανελεύθερων αντιλήψεων και στην κανονικοποίηση φασιστικών συμπεριφορών.
Ερμηνεύοντας, από αυτή τη σκοπιά και με τα λόγια του Μονταίνιου την κατάσταση με την οποία είμαστε σήμερα αντιμέτωποι, δεν μπορώ παρά να επισημάνω:
Κάθε πράγμα γεννιέται αδύναμο και εύθραυστο. Γι’ αυτό οφείλουμε να είμαστε άγρυπνοι απέναντι στις απαρχές· γιατί όσο το κακό βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του στάδια, δεν αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο· όταν όμως έχει πλέον διογκωθεί, δεν βρίσκουμε πια το φάρμακο.[21]
Υπ’ αυτή την έννοια, η υιοθέτηση του συνθήματος «είμαστε όλοι Έλληνες», όταν δεν συνιστά απλή διακήρυξη αλλά μετουσιώνεται σε πολιτική στάση, αποτελεί έμπρακτη δημοκρατική αυτοάμυνα και πολιτική αυτοσυντήρησης του δικού μας κόσμου.

Ο Μαρσέλ Νατζαρή, εβραίος από τη Θεσσαλονίκη. Κρατούμενος στο Άουσβιτς, έκρυψε επιστολή σε ένα λάκκο στον περίβολο του στρατοπέδου, η οποία βρέθηκε αργότερα. Μεταξύ άλλων, έγραφε: «Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι αυτή τη στιγμή […] η Ελλάς μας είναι απελευθερωμένη. […] οι τελευταίες μου λέξεις θα είναι: Ζήτω η Ελλάς».
[1] Marcel Gauchet, La démocratie contre elle-même, Paria, Gallimard, 2002, σ. 213.
[2] François Rachline, L’Autre et nous. Racisme et antisémitisme, Paris, Hermann, 2023, σ. 18-19.
[3] Βλ. H. Arendt, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Τρίτο μέρος: Ολοκληρωτισμός, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2017, σ. 209.
[4] Ιδ., Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο μέρος: Ιμπεριαλισμός, ό.π., σ. 229.
[5] A. Finkielkraut, L’humanité perdue. Essai sur le XXe siècle, Paris, Seuil, 1996, σ. 13 [Τα πλάγια είναι του συγγραφέα].
[6] R. Brague, «Notre identité excentrique», στο J. Birnbaum (επιμ.), L’identité pour quoi faire?, Paris, Gallimard, 2020, empl. 887
[7] Βλ. ενδεικτικά H. Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa), μετ. Σ. Ροζάνης / Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση, 1986, σ. 246 επ.
[8] Α. Finkielkraut, L’identité malheureuse, Paris, Stock, 2013, empl. 163.
[9] H. Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, ό.π., σ. 330.
[10] Ιδ., «Some Questions of Moral Philosophy» στο Iδ., Responsibility and Judgment. Edited and with an Introduction by J. Kohn, New York, Schocken Books, 2003, σ. 144.
[11] Ηλίας Πέσσαχ, «Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας εβραϊκού θρησκεύματος στην Ελλάδα του 2025», https://www.liberal.gr/politiki/ti-simainei-na-eisai-ellinas-ebraikoy-thriskeymatos-stin-ellada-toy-2025
[12] I. Berlin, Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας, μτφρ. Γ. Παπαδημητρίου, Αθήνα, Scripta, 2001, σ. 312-313.
[13] Η. Arendt, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο μέρος: Ιμπεριαλισμός, ό.π., σ. 214 [η μετάφραση είναι ελαφρώς τροποποιημένη. The origins of Totalitarianism. New Edition with Added Prefaces, San Diego, New York, London, A Harvest Book, 1979, σ. 287].
[14] Α. Finkielkraut, L’identité malheureuse, ό.π., empl.1224.
[15] H. Arendt, Heureux celui qui n’a pas de patrie. Poèmes de pensée, δίγλωσση έκδοση (γερμανικά/αγγλικά), μτφρ. στα γαλλικά F. Mathieu, Paris, Payot, 2015, σ. 108/109.
[16] J. Wasermann, My Life as German and Jew, μτφρ. S. N. Brainin, New York, Coward-McCann, 1933, σ. 81-82.
[17] Βλ. ενδεικτικά https://www.mixanitouxronou.gr/o-ellinoevraios-iroas-toy-40-stamatise-toys-italoys-stin-pindo-kai-aichmalotise-ekatontades-o-thanatos-pano-sto-alogo/. Όπως και https://athjcom.gr/2021/05/12/emvlimatikes-morfes-toy-ellinikoy-evr-2/
[18] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Το Ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1993, σ. 51.
[19] H. Arendt, Περί Βίας, μτφρ. Β. Νικολαΐδου-Κυριανίδου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2000, σ. 124.
[20] https://www.lemonde.fr/idees/article/2011/09/09/nous-sommes-tous-americains_1569503_3232.html
[21] Montaigne, Les Essais, Éditions la bibliothèque digitale, III. 10, empl. 20504-20516
Η φήμη του δεν στηρίζεται σε εντυπωσιακές εξωτερικές εκδηλώσεις δεξιοτεχνίας αλλά στη δυνατότητά του να αναδεικνύει την εσωτερική αρχιτεκτονική των μουσικών έργων. Η προσέγγισή του συχνά συγκρίνεται με εκείνη μεγάλων μουσικών-διανοουμένων όπως ο David Oistrakh και ο Szymon Goldberg, καλλιτεχνών δηλαδή που αντιμετώπιζαν την ερμηνεία ως αποτέλεσμα βαθιάς μελέτης και όχι ως απλή επίδειξη τεχνικής υπεροχής.
Ο Λεωνίδας Καβάκος θεωρείται δικαίως ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς της διεθνούς κλασικής σκηνής. Η παρουσία του στις σπουδαιότερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου, η συνεργασία με κορυφαίες ορχήστρες και μαέστρους, καθώς και η αναγνώρισή του ως σολίστα, μουσικού δωματίου και διευθυντή ορχήστρας, τον έχουν καθιερώσει παγκοσμίως.
Η διεθνής πορεία του ξεκίνησε ήδη από την εφηβική ηλικία, όταν το 1985 βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Jean Sibelius και ακολούθησαν οι πρώτες διακρίσεις στους διαγωνισμούς Paganini και Naumburg, επιτεύγματα που τον ανέδειξαν ως έναν από τους σημαντικότερους νέους κλασικούς βιολονίστες. Η καλλιτεχνική αξία του δεν βασίζεται μόνο στη δεξιοτεχνία· αντίθετα, η διεθνής μουσική κοινότητα τον εκτιμά κυρίως για την ερμηνευτική του ωριμότητα, την ιδιαίτερη πνευματική προσέγγιση των έργων και τη βαθιά κατανόηση της μουσικής δομής τους. Δεν είναι τυχαίο ότι το ιστορικό βρετανικό περιοδικό The Strad, από τα εγκυρότερα παγκοσμίως στο χώρο της έγχορδής κλασικής μουσικής, τον έχει χαρακτηρίσει «βιολιστή των βιολιστών», εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο τον ιδιαίτερο σεβασμό που απολαμβάνει μεταξύ των κορυφαίων συναδέλφων του.
Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, ο Καβάκος συνεργάστηκε ως σολίστ με τις σημαντικότερες ορχήστρες του κόσμου, όπως η Φιλαρμονική του Βερολίνου, η Φιλαρμονική της Βιέννης, η Royal Concertgebouw Orchestra του Άμστερνταμ, η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου και η Gewandhaus της Λειψίας. Παράλληλα, εμφανίστηκε δίπλα σε εμβληματικούς μαέστρους όπως οι Sir Simon Rattle, Riccardo Chailly, Mariss Jansons, Christoph Eschenbach και Valery Gergiev, γεγονός που επιβεβαιώνει τη θέση του στον στενό κύκλο των μεγάλων ερμηνευτών της εποχής. Ανάμεσα στις κορυφαίες εμφανίσεις συγκαταλέγεται η συμμετοχή του στο Europakonzert της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 2015, όπου ερμήνευσε το Κοντσέρτο για Βιολί του Sibelius και το τρίτο μέρος (Largo) της Σονάτας για σόλο βιολί Αριθμός 3 του Bach, υπό τη διεύθυνση του Sir Simon Rattle. Η συναυλία μεταδόθηκε διεθνώς και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της συναυλιακής δραστηριότητας εκείνης της χρονιάς, ενώ η ερμηνεία του απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο.
Ερμηνευτική ωριμότητα
Αν ο Itzhak Perlman θεωρείται ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της μεγάλης λυρικής παράδοσης του 20ού αιώνα στο βιολί, η Anne-Sophie Mutter η καλλιτέχνις που συνδέθηκε με την ανανέωση του ρεπερτορίου και τις συνεργασίες με σύγχρονους συνθέτες και ο Gidon Kremer η πλέον αντισυμβατική και πρωτοποριακή προσωπικότητα του χώρου, ο Καβάκος καταλαμβάνει μια διαφορετική θέση. Η καταξίωσή του στον διεθνή μουσικό χώρο βασίζεται πρωτίστως στη βαθιά μουσικότητα, στην πνευματική προσέγγιση των έργων που εκτελεί ή διευθύνει και στην ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική τελειότητα και την ερμηνευτική ωριμότητα. Για τον λόγο αυτό, πολλοί κριτικοί τον θεωρούν έναν από τους πληρέστερους μουσικούς της γενιάς του και όχι απλώς έναν κορυφαίο βιολονίστα.
Η φήμη του δεν στηρίζεται σε εντυπωσιακές εξωτερικές εκδηλώσεις δεξιοτεχνίας αλλά στη δυνατότητά του να αναδεικνύει την εσωτερική αρχιτεκτονική των μουσικών έργων. Η προσέγγισή του συχνά συγκρίνεται με εκείνη μεγάλων μουσικών-διανοουμένων όπως ο David Oistrakh και ο Szymon Goldberg, καλλιτεχνών δηλαδή που αντιμετώπιζαν την ερμηνεία ως αποτέλεσμα βαθιάς μελέτης και όχι ως απλή επίδειξη τεχνικής υπεροχής. Η ιδιαίτερη αυτή φυσιογνωμία εξηγεί και το γεγονός ότι έχει αναπτύξει στενές καλλιτεχνικές σχέσεις με ορισμένους από τους σημαντικότερους μουσικούς της εποχής μας. Οι συμπράξεις του με τον πιανίστα Emanuel Ax, τον τσελίστα Yo-Yo Ma και την πιανίστα Yuja Wang έχουν οδηγήσει σε συναυλίες και ηχογραφήσεις που θεωρούνται από τις σημαντικότερες της σύγχρονης μουσικής δωματίου. Ιδιαίτερα η συνεργασία του με τους Ax και Yo-Yo Ma το 2025, στο φιλόδοξο δισκογραφικό σχέδιο της σειράς «Beethoven for Three» για την εταιρεία Sony Classical, ανέδειξε τον Καβάκο ως ισότιμο συνομιλητή δύο μουσικών που αποτελούν εμβληματικές προσωπικότητες της παγκόσμιας κλασικής σκηνής.
Δισκογραφικά ο Καβάκος έχει συνεργαστεί με μεγάλες μουσικές εταιρείες όπως οι BIS, Delos, Finlandia, Decca και Sony Classical αλλά και με μικρότερες, ειδικού ρεπερτορίου και αισθητικής, όπως η ECM. Ξεχωρίζουν οι ηχογραφήσεις των κοντσέρτων του Mozart με την Camerata Salzburg, το Κοντσέρτο του Mendelssohn, οι Σονάτες και Παρτίτες για σόλο βιολί του Bach, οι Σονάτες για βιολί και πιάνο του Beethoven με τον Enrico Pace, καθώς και οι προαναφερθείσες ηχογραφήσεις μουσικής δωματίου με τους Yo-Yo Ma και Emanuel Ax.
Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματά του στην ιστορία της δισκογραφίας υπήρξε η πρώτη παγκόσμια εμπορική ηχογράφηση της αρχικής εκδοχής του Κοντσέρτου για Βιολί του Jean Sibelius (1903–1904). Μέχρι τότε, το μοναδικό έργο κονσέρτου του Φινλανδού συνθέτη παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο και μη προσβάσιμο στο ευρύ κοινό. Η ηχογράφηση, που πραγματοποιήθηκε με την Lahti Symphony Orchestra και με μαέστρο τον Osmo Vänskä, για την εταιρεία BIS, τιμήθηκε το 1991 με το βραβείο Gramophone Concerto of the Year και θεωρείται σήμερα ιστορικής σημασίας για τη μουσικολογική έρευνα και τη δισκογραφία του 20ού αιώνα.
Στην ECM
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην καλλιτεχνική πορεία του Λεωνίδα Καβάκου έχει η συνεργασία του με τον Μάνφρεντ Άιχερ και την εταιρεία ECM, χώρο συνάντησης κορυφαίων ερμηνευτών και συνθετών της σύγχρονης λόγιας μουσικής. Η συνεργασία του Καβάκου με τη γερμανική εταιρεία αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στις δύο ηχογραφήσεις «Stravinsky/Bach» και «Maurice Ravel/George Enescu» με τον πιανίστα Péter Nagy, στις οποίες ο Άιχερ ήταν ο παραγωγός. Εξίσου σημαντική είναι και η συμμετοχή του στο διπλό άλμπουμ Monodia της ECM New Series, αφιερωμένο στον Tigran Mansurian, με πρωτοβουλία της διάσημης βιολίστριας (βιόλας) Kim Kashkashian, η οποία είναι από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του έργου του μεγάλου Αρμένιου συνθέτη παγκοσμίως. Η συμβολή του στο άλμπουμ αποτυπώνεται στην ερμηνεία του Κοντσέρτου για Βιολί και Ορχήστρα (1981) του Mansurian, το οποίο εκτελεί ως σολίστ με τη συνοδεία της Ορχήστρας Δωματίου του Μονάχου. Στο άλμπουμ συμμετέχουν επίσης κορυφαίοι μουσικοί της σύγχρονης μουσικής, όπως ο Jan Garbarek, οι Hilliard Ensemble, και βέβαια, η σπουδαία Kim Kashkashian. Σε αισθητικό επίπεδο, η σχέση του Καβάκου με την ECM δεν είναι τυχαία· η ερμηνευτική του προσέγγιση χαρακτηρίζεται από διαύγεια, αυστηρότητα στη μορφή και εκτελεστική εσωτερίκευση των έργων, στοιχεία που ταυτίζονται με την καλλιτεχνική φιλοσοφία της γερμανικής εταιρείας. Το γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Μάνφρεντ Άιχερ επιλέγει προσωπικά ένα περιορισμένο σύνολο καλλιτεχνών με τους οποίους αναπτύσσει μακροχρόνιες δημιουργικές σχέσεις. Η ένταξη του Καβάκου σε αυτό το περιβάλλον αποτελεί ένδειξη της ιδιαίτερης εκτίμησης που απολαμβάνει ως μουσικός διεθνούς εμβέλειας.
Η σύνδεσή του με την ECM αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι στην ίδια καλλιτεχνική οικογένεια ανήκουν προσωπικότητες όπως οι Gidon Kremer, Kim Kashkashian, Heinz Holliger και András Schiff, μουσικοί που έχουν διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τη φυσιογνωμία της σύγχρονης κλασικής ερμηνείας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Καβάκος δεν εμφανίζεται απλώς ως ένας σπουδαίος βιολονίστας, αλλά ως ένας καλλιτέχνης που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της αισθητικής ταυτότητας της σύγχρονης μουσικής ερμηνείας.
Διευθυντής ορχήστρας
Ο Λεωνίδας Καβάκος, έχοντας ήδη μια εξέχουσα θέση στη διεθνή κλασική σκηνή ως βιολονίστας, έχει τα τελευταία χρόνια αναπτύξει μια εξίσου εντυπωσιακή και αναγνωρισμένη πορεία ως διευθυντής ορχήστρας. Έχει διευθύνει, μεταξύ άλλων, σύνολα όπως oi Φιλαρμονικές του Ρότερνταμ και της Στοκχόλμης, η Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης, η Συμφωνική του Λονδίνου και η Chamber Orchestra of Europe.
Πρόσφατα διηύθυνε τη λονδρέζικη Philarmonia Orchestra στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αποδεικνύοντας ότι η μουσική του προσωπικότητα υπερβαίνει τον ρόλο του σολίστα και εκτείνεται σε μια ολοκληρωμένη θεώρηση της συμφωνικής ερμηνείας. Ελάχιστοι Έλληνες μουσικοί, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Δημήτρη Μητρόπουλο, γνώρισαν ανάλογη διεθνή απήχηση. Η βράβευσή του ως Gramophone Artist of the Year το 2014 και η απονομή του διεθνούς κύρους Léonie Sonning Music Prize το 2017 τον τοποθέτησαν σε μια κατηγορία καλλιτεχνών όπου συναντά κανείς ονόματα όπως ο Igor Stravinsky, ο Leonard Bernstein, ο Benjamin Britten και ο Daniel Barenboim.
Για τον λόγο αυτό ο Καβάκος θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ελληνικές προσωπικότητες του πολιτισμού διεθνώς. Η αξία του δεν εξαντλείται στις διακρίσεις ή στις συνεργασίες του με κορυφαίους μουσικούς οργανισμούς.
Το ουσιαστικότερο στοιχείο της παρουσίας του είναι ότι κατόρθωσε να συνδυάσει την τεχνική αρτιότητα με τη βαθιά καλλιτεχνική σκέψη, αναδεικνύοντας ένα πρότυπο μουσικού που αντιμετωπίζει την ερμηνεία ως δημιουργική και πνευματική πράξη.
Επιπλέον, η πορεία του αποτελεί σημείο αναφοράς για νεότερες γενιές μουσικών, αποδεικνύοντας ότι ένας Έλληνας καλλιτέχνης μπορεί να σταθεί ισότιμα δίπλα στις κορυφαίες προσωπικότητες της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.
Επιλέγουν και προτείνουν:
ΜΑΤΙΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ
ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΟΥΜΠΟΥΛΗΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΠΑΚΟΛΟΥΚΑΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΠΑΣ
Οι επιλογές της συντακτικής ομάδας του Books’ Journal με αναγνώσματα-προτάσεις για το καλοκαίρι φέτος δημοσιεύονται αποκλειστικά στη διαδικτυακή έκδοση της επιθεώρησης.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Αλέξανδρος Κοτζιάς, Φανταστική Περιπέτεια, Πατάκη, 543 σελ.
Σε επανέκδοση το τελευταίο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Κοτζιά μαζί με υπομνηματισμό, εκτεταμένη ανθολογία κριτικών και επιλογικό σημείωμα της Ελένης Κεχαγιόγλου. Στο πρόσωπο του λογοτέχνη, κρατικού λειτουργού και πολιτικού παράγοντα Αλέξανδρου Καπάνταη σκιαγραφείται η δεκαετία του 1980. Είναι η δεκαετία των ανερχόμενων στρωμάτων: συνήθως αμοραλιστές, με όχημα καταξίωσης την προοδευτική φλυαρία. Δ.Κ.
Χρήστος Α. Χωμενίδης, Δεκατρία, Πατάκη, 316 σελ.
Μετά τη Νίκη, στην οποία κεντρική ηρωίδα είναι η μητέρα του, ο Χωμενίδης επανέρχεται στην οικογενειακή αυτοβιογραφία με πρωταγωνιστή αυτήν την φορά τον ίδιο. Περιγράφει τα δεκατρία πρώτα χρόνια της ζωής του, μέχρι το 1979. Με μια σύντομη εισαγωγή των εννέα χρόνων που προηγήθηκαν από τη γνωριμία της Νίκης Νεφελούδη με τον Αλέξανδρο Χωμενίδη μέχρι τη γέννηση του συγγραφέα αλλά και μια επίσης σύντομη αναφορά του γενεαλογικού δέντρου των προγόνων. Με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής να συνυπάρχουν και να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Δ.Κ.
Ρούλα Γεωργακοπούλου, Εντευκτήριο μελαγχολικών πιθήκων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 80 σελ.
Νιώθεις σα να βλέπεις τους Γορίλες στην Ομίχλη αλλά να κρατάει η ίδια η πρωταγωνίστρια την κάμερα. Μια ασυνήθιστη ιδέα – μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο. Είναι σίγουρα άλλος ο κόσμος των πρωτευόντων μη-ανθρώπων; Μια γυναίκα, ένας άνθρωπος, σε μια μικροκοινωνία από γορίλες. Γραφή αμεσότητας που σε συνδυασμό με το πρωτότυπο της ιδέας και της θεώρησης σε καταλαμβάνει εξαπίνης. Και το σκέφτεσαι μετά, το ξανασκέφτεσαι, για όσα διακριτικά υποδηλώνει και σημαίνει. Γ.Π.
Απόστολος Δοξιάδης, Γαλανόσκυλος, Ψυχογιός, 688 σελ.
Δυο συγγραφείς: ένας διάσημος που προσπαθεί να μπει στην Ακαδημία, κι ένας άσημος. Ο κοινωνικός περίγυρός τους και οι συμπεριφορές του καλλιτεχνικού κόσμου. Φυσικά, πάντα, ο εμφύλιος, ως αφορμή για ρήξεις, ασφαλώς συμβολικές, ταυτοτικές – κι ένας σκύλος. Μεγαλοδικηγόροι που ενώ ζουν μέσα στην άνεση και την πολυτέλεια δηλώνουν κομμουνιστές, εισαγγελείς και δικαστίνες που στις προσωπικές τους σχέσεις ξεκατινιάζονται, εναλλακτικές σκηνοθέτιδες που οδηγούνται στην κορυφή περνώντας από τα κατάλληλα πολιτικά κρεβάτια, κριτικοί που αποθεώνουν ή κατακρημνίζουν καλλιτέχνες με κριτήριο όχι το ταλέντο αλλά τις προσωπικές τους συμπάθειες και εμπάθειες. Μια τοιχογραφία της εποχής, σαρκαστική και διαυγής – όχι ευχάριστη σε πολλούς. Η.Κ.
Ξενοφών Μπρουντζάκης, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων, Οξύ, 160 σελ.
Ο Ξενοφών Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας που, συχνά, οδηγείται από τη βιωμένη εμπειρία του. Το νέο μυθιστόρημά του είναι μια έντεχνη επιστροφή στα μυθιστορήματα που τον διαμόρφωσαν – που είναι τα μυθιστορήματα της μεταπολίτευσης, τακτοποιημένα σε μια προσωπική βιβλιοθήκη αναμνήσεων. Η βιβλιοθήκη αυτή είναι ο προσωπικός κόσμος του ήρωά του, του Βασίλη Σαραντηνού – αλλά οι αναμνήσεις της πλοκής, των προσώπων, των αισθημάτων, των συγκρούσεων είναι αποκλειστικές του συγγραφέα. Υποδειγματική ανάσυρση μιας βαθιάς σχέσης με βιβλία και συγγραφείς που μας έφτιαξαν ό,τι είμαστε. Η.Κ.
Ελένη Γιαννακάκη, Κρητικό πιλάφι, Πατάκη, 200 σελ.
Το κυριακάτικο γεύμα και οι πλούσιες συνδηλώσεις του συνιστούν για τη συνταξιούχο λυκειάρχη πρώτης τάξεως αφορμή, ίσως και αιτία, για να ανακαλέσει στο παρελθόν της αναλογιζόμενη κυρίως ένα τραγικό συμβάν η τραγικότητα του οποίου την υποχρεώνει να κατασκευάζει υποθέσεις που θα μπορούσαν να το αποτρέψουν. Ο εσωτερικός μονόλογος της ηρωίδας βραχυκυκλώνει το προσωπικό της δράμα συμπλέκοντάς το με το κοινωνικό και το πολιτικό, όπως αυτά μορφοποιούνται στα τροχαία δυστυχήματα στην Κρήτη. Η συγγραφέας επιστρέφει στην τροφή και τα τροχαία δυστυχήματα διατηρώντας το εκλεπτυσμένο προφορικό ύφος των εσωτερικών μονολόγων της, ξεφλουδίζοντας τις επάλληλες στρώσεις της ανθρώπινης συνείδησης που αναζητά την ανακούφιση στα τελετουργικά της καθημερινότητας. Σ.Μ.
Έλενα Μαρούτσου, Ο κήπος των φυγάδων, Ίκαρος, 112 σελ.
Η παράλληλη αφήγηση μιας σχολικής εκδρομής στην Πομπηία και της καταστροφής της αρχαίας πόλης από τον Βεζούβιο. Πέντε σύγχρονοι ήρωες (μια φιλόλογος, ένας μαθηματικός, μια μαθήτρια, μια γυμνάστρια και ένας ξεναγός) έρχονται αντιμέτωποι με τις προσωπικές τους επιθυμίες, τα τραύματα και τις υπαρξιακές τους αναζητήσεις: ημερολόγιο, ψυχαναλυτικός λόγος, αυτοβιογραφικό γράμμα και τριτοπρόσωπη αφήγηση. Ιδιαίτερη πρωτοτυπία προσδίδει η «ανιμιστική» οπτική των αρχαίων αντικειμένων (καρβέλι, νόμισμα, τοιχογραφία, κλίνη), τα οποία αποκτούν φωνή και λειτουργούν ως φορείς μνήμης της Πομπηίας. Άρτια δομή, αφηγηματική ακρίβεια, επιτυχημένη εναλλαγή επιπέδων χρόνου και φωνών. Μ.-Ι.Κ.
Κώστας Μαυρουδής, Ο Χ. είπε, Κίχλη, 176 σελ.
Χρόνια μετά τις συζητήσεις του με έναν παλιό του φίλο, ο Κώστας Μαυρουδής συγκεντρώνει όσα εκείνος είπε ή του εμπιστεύθηκε, μετατρέποντάς τα σε ένα ιδιότυπο μωσαϊκό από μικρές ιστορίες, ποιήματα και αφορισμούς. Ο αινιγματικός Χ., άνθρωπος των γραμμάτων που απέφυγε συστηματικά τη δημοσιότητα, γίνεται η αφετηρία στοχασμών για τη λογοτεχνία, τη φιλία, τις αναγνωστικές μνήμες και τη δύναμη του παρελθόντος. Αποφεύγοντας τους διαλόγους και, γενικώς, την προφορικότητα, ο συγγραφέας επεξεργάζεται το υλικό με την αφηγηματική ευστροφία του, εμπλουτισμένη συχνά με λεπτή ειρωνεία. Ένα πυκνό και υπαινικτικό βιβλίο για τη μνήμη ως ανεξάντλητη πηγή της γραφής. Η.Κ.
Τίνα Σερβετά, Γκαστόν, Πνοή, 94 σελ.
Μικρό και πολύτιμο. Η Πολωνία του 1939-1940, ένα μικρό παιδί στις παρυφές του πολέμου, ένας σκύλος. Μια ευρύτερη οικογένεια, ο θάνατος, αναπόφευκτα θυμήθηκα τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν και το Έλα Να Δεις του Κλίμοφ, αλλά εδώ πρυτανεύει η αγάπη, είναι αγαθά τα αισθήματα στο επίκεντρο και όχι μόνο λόγω της ζωοφιλίας. Πρώτο της συγγραφέως, γραμμένο με αυστηρό αυτοέλεγχο γραφής. Γ.Π.
Μιχάλης Αλμπάτης, Η νόσος των ουρητηρίων, Νήσος, 392 σελ.
Ένας ιός-αναμορφωτής εξαπλώνεται από τα ουρητήρια της Αθήνας και μετατρέπει σταδιακά όλους τους ανθρώπους σε καλλιτέχνες. Η αρχική αυτή «πανδημία δημιουργικότητας» οδηγεί σε μια ανεξέλεγκτη κοινωνική ανατροπή, όπου επαγγέλματα καταρρέουν και η παραγωγική ζωή αντικαθίσταται από μια χαοτική έκρηξη καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Μια τολμηρή δυστοπική αλληγορία που εξερευνά την υπερτροφία της τέχνης και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Παρωδία, σαρκασμός, μαύρο χιούμορ. Μ.-Ι.Κ.
Βασίλης Παπαθεοδώρου, Σπασμένος χρόνος. 343 μέρες στη φυλακή, Bell, 344 σελ.
Ο επιτυχημένος και καθ’ όλα άξιος συγγραφέας αφηγείται εν θερμώ την οδυνηρή του εμπειρία των 343 ημερών στη φυλακή και βέβαια ό,τι προηγήθηκε αυτής, με ύφος συνταρακτικά ψύχραιμο και αναλυτικό, μετουσιώνοντάς τη σε λογοτεχνικό κείμενο. Κατηγορήθηκε και φυλακίστηκε για κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας βιώνοντας τη δημόσια διαπόμπευση από την ψηφιακή αρένα και μεγάλο τμήμα του πνευματικού κόσμου, πριν ακολουθήσει η αμετάκλητη αθώωσή του. Η καταγραφή της προσωπικής του περιπέτειας είναι αποκαλυπτική της λεπτής γραμμής που χωρίζει την καθημερινότητα από τον εφιάλτη – και βέβαια του τέρατος που ελλοχεύει στα σπλάχνα μιας κοινωνίας η οποία έχει ανακαλύψει στα σόσιαλ μίντια ένα νέο μέσο για να προβάλλει σαδιστικά στους άλλους τα σκοτεινότερα αισθήματά της. Σ.Μ.
Γιάννης Λασκαράκης, Τα νήματα της ιστορίας, Επίκεντρο, 570 σελ.
Παρεμβατικός δημοσιογράφος με έδρα την Αλεξανδρούπολη, ο Γιάννης Λασκαράκης αποδεικνύεται γοητευτικός συγγραφέας ενός δύσκολου είδους, του ιστορικού μυθιστορήματος. Στο δεύτερο βιβλίο του, παρακολουθεί τις ζωές ανθρώπων που παρασύρονται από τις μεγάλες ανατροπές της περιόδου 1922-1943. Πρόσφυγες, πολιτικοί, στρατιωτικοί και απλοί πολίτες συναντιούνται σε μια αφήγηση όπου ο εθνικός διχασμός, η παρουσία του Βενιζέλου, η κοινωνία του Μεσοπολέμου και οι πληγές της Μικρασιατικής Καταστροφής και της κατάρρευσης της Μεγάλης Ιδέας δεν λειτουργούν ως απλό ιστορικό σκηνικό αλλά ως δυνάμεις που καθορίζουν τις προσωπικές μοίρες των ηρώων του. Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, βασισμένο σε αυθεντικές μαρτυρίες, συνδυάζει την ιστορική τεκμηρίωση με τη μυθοπλασία, χωρίς να θυσιάζει τον αφηγηματικό ρυθμό. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα δεν περιορίζεται στην ανασύσταση μιας εποχής· αναζητεί τους δεσμούς που ενώνουν τις επιλογές του χθες με τα ανοιχτά ερωτήματα του σήμερα. Η.Κ.
Παναγιώτα Δημοπούλου, Είναι όμορφα εδώ, Εντευκτήριο, 124 σελ.
Ένας νεαρός άνδρας, εξαιτίας ατυχήματος, βρίσκεται καθηλωμένος στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στο μεταίχμιο ύπνου και ξύπνιου, υπό το καθεστώς της ανησυχίας και της αγωνίας, ανακαλεί το παρελθόν του, προσπαθώντας μέσω της μνήμης να επανενώσει και να συμφιλιωθεί με αυτό που έχει διαλυθεί. Η επιλεκτική λειτουργία της μνήμης μεταβάλλει ταυτόχρονα την ταυτότητα των μελών της διαλυμένης παρέας αναδεικνύοντας την πολύτιμη αξία της αλλά και την ευάλωτη φύση της. Ο τίτλος λειτουργεί μάλλον αμφίσημα. Η μνημονική ανάκληση λειτουργεί θεραπευτικά ή το τραύμα παραμένει ανεπούλωτο; Κείμενο ατμόσφαιρας και εσωτερικότητας. Σ.Μ.
Ελισάβετ Χρονοπούλου, επί σκοπώ πλουτισμού, Πόλις, 208 σελ.
Το ιστορικό μυθιστόρημα της Ελισάβετ Χρονοπούλου αρχίζει με ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο, έναν άγνωστο νεκρό και την απρόσμενη κληρονομιά ενός ημερολογίου στον Γιώργο Ασλανίδη, τον αφηγητή της ιστορίας, ο οποίος οδηγείται στην αποκάλυψη ενός σκοτεινού εγκλήματος από τα χρόνια της Κατοχής. Η εξιστόρηση εξελίσσεται σε δύο χρονικά επίπεδα, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και αναδεικνύοντας τις συνέπειες της λήθης και της μεταβίβασης της ιστορικής μνήμης στις επόμενες γενιές. Η συγγραφέας φωτίζει την πρακτική του δωσιλογισμού και θέτει εύστοχα το ερώτημα αν οι απόγονοι φέρουν ευθύνη για τα εγκλήματα των προγόνων τους. Ένα από τα βιβλία που διαβάστηκαν και συζητήθηκαν πολύ τους τελευταίους μήνες. Μ.-Ι.Κ.
Γιώργος Συμπάρδης, Νύχτες με την Κάλλη, Μεταίχμιο, 120 σελ.
Ο Γιώργος Συμπάρδης δεν ενδιαφέρεται τόσο για την έκπληξη της πλοκής όσο για την ανάδειξη των αδιόρατων μεταβολών της ψυχής. Με τη χαμηλόφωνη γραφή του, μετατρέπει τα ασήμαντα περιστατικά σε φορείς συγκίνησης υπενθυμίζοντας ότι οι σημαντικότερες ιστορίες γεννιούνται από όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο αφηγητής γοητεύεται από μια γυναίκα που παραμένει αίνιγμα. Συναντιούνται τέσσερις φορές και κάθε συνάντησή τους, αντί να τη φωτίζει, κάνει το μυστήριό της πυκνότερο. Ο ίδιος ο Συμπάρδης έχει πει ότι «η γνώση μας για τον “άλλο”, ακόμα και για τον άνθρωπο που κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι δίπλα μας, είναι πάντα ελλιπής»· αυτή είναι μια από τις βασικές ιδέες της νουβέλας. Η.Κ.
ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ίαν ΜακΓιούαν, Τι μπορούμε να γνωρίζουμε, μετάφραση: Κατερίνα Σχινά, Πατάκη, 462 σελ.
Το 2119 η Αγγλία έχει μισοβυθιστεί από ασαφή αιτία (την κλιματική αλλαγή, αλλά όχι μόνον αυτήν) και ένας καθηγητής πανεπιστημίου, ο Τομ Μέτκαλφ, αναζητά ένα ποίημα που ακούστηκε μια μόνο φορά, σε ένα πάρτι γενεθλίων του 2014, κι έπειτα χάθηκε. Πάνω σε αυτόν τον ισχνό μίτο ο ΜακΓιούαν στήνει το πιο φιλόδοξο βιβλίο του εδώ και χρόνια: επιστημονική φαντασία «χωρίς την επιστήμη», όπως τη θέλει ο ίδιος, που στο βάθος της στοχάζεται τι απομένει από μια εποχή όταν τη διαβάζει το μέλλον. Οι μεταγενέστεροι βαφτίζουν το πρώτο μισό του αιώνα μας «εποχή της παραφροσύνης»: όλοι ήξεραν, ουδείς έπραξε. Γ.Ν.
Ντέιβιντ Λοτζ, Νέα από τον παράδεισο, μετάφραση: Γιώργος Μπαρουξής, Κυψέλη, 384 σελ.
Ο Μπέρναρντ Γουόλς, καθηγητής θεολογίας και πρώην ιερέας, έχει χάσει όχι μόνο την πίστη στον Θεό αλλά και στον εαυτό του. Η Χαβάη, όπου πηγαίνει οικογενειακώς, αντί να λειτουργήσει ως εξωτικός παράδεισος, μετατρέπεται σε τόπο δοκιμασίας και αυτογνωσίας, όπου οι οικογενειακές συγκρούσεις, οι απρόσμενες γνωριμίες και οι προσωπικές αποκαλύψεις εξαναγκάζουν σε αναθεωρήσεις. Η ειρωνεία του Ντέιβιντ Λοτζ δεν γίνεται ποτέ κυνική· αντίθετα, φωτίζει τις ανθρώπινες αδυναμίες με τρυφερότητα και κατανόηση. Κι η καυστική ματιά του στον μαζικό τουρισμό και στην εμπορευματοποίηση της ευτυχίας αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Μ.-Ι.Κ.
Τζούλιαν Μπαρνς, Αναχωρήσεις, μετάφραση: Κατερίνα Σχινά, Μεταίχμιο, 240 σελ.
Ο Μπαρνς έχει δηλώσει ότι είναι το τελευταίο του βιβλίο, και το βιβλίο το ξέρει. Ο Στίβεν και η Τζιν ερωτεύονται νέοι, χωρίζουν, ξαναβρίσκονται γέροι. Είναι πραγματικοί ή είναι μυθοπλασία; Γύρω τους ο Προυστ, ο Έλιοτ, ο Λε Καρέ, ένας σκύλος ονόματι Τζίμι και το ερώτημα που συνέχει το βιβλίο: πώς βρίσκει κανείς την ευτυχία σε αυτή τη ζωή και πότε είναι η ώρα να πει αντίο. Δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα. Είναι το γνώριμο υβρίδιο κατά Μπαρνς, απομνημονεύματα και δοκίμιο και μυθοπλασία με σύνορα ασαφή, μόνο που εδώ τα σύνορα σχεδόν εξαφανίζονται. Η ευφυΐα μένει αμείωτη, το χιούμορ επίσης, και η στάση του απολογισμού, γαλήνια και όχι μαχητική, συγκινεί περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε ο ίδιος. Γ.Ν.
Tomasz Jędrowski, Κολυμπώντας στο σκοτάδι, μετάφραση: Μαρία Παπανδρέου, Bell, 224 σελ.
Στην Πολωνία του 1980, σε μια φοιτητική θερινή κατασκήνωση, ο Λούντβικ γνωρίζει τον Γιάνους. Αναπτύσσεται μια θυελλώδης ερωτική θερινή σχέση, που μετά την επιστροφή στην Βαρσοβία προσγειώνεται στην πραγματικότητα. Η ομοφυλοφιλία είναι στίγμα για το κομμουνιστικό καθεστώς. Ο Γιάνους, ως μέλος του κόμματος, ακολουθεί τη «βιολογική νομιμότητα»· και ο Λούντβικ, με τη μεσολάβηση μιας ερωτικής φίλης, εξασφαλίζει το πολυπόθητο διαβατήριο για την Αμερική. Εκεί ξεκινάει η αφήγηση, όταν ξυπνάει ακούγοντας την είδηση του πραξικοπήματος από τον στρατηγό Γιαρουζέλσκι και της ανάληψης εκ μέρους του της εξουσίας. Δ.Κ.
Κόλιν Μπάρετ, Αγριόσπιτα, μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Στερέωμα, 294 σελ.
Με αφετηρία μια φαινομενικά γνώριμη ιστορία απαγωγής, ο Μπάρετ συνθέτει ένα ρεαλιστικό, ζωντανό πορτρέτο της επαρχιακής Ιρλανδίας, όπου η φτώχεια, η μοναξιά, η βία και η έλλειψη προοπτικής καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου εντοπίζεται στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Κανείς δεν είναι μονοδιάστατος· ακόμη και οι πιο βίαιες ή περιθωριακές μορφές αποκτούν βάθος μέσα από προσεκτικά δομημένες αναδρομές και μια αφήγηση που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στην ένταση και την ψυχογραφία. Τα Αγριόσπιτα είναι ένα σκοτεινό, καθηλωτικό και βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα, που δικαιολογεί απόλυτα τη διεθνή αναγνώριση του συγγραφέα. Μ.-Ι.Κ.
Φέρντια Λέννον, Ένδοξα κατορθώματα, μετάφραση: Νατάσα Σίδερη, Γεννήτρια, 398 σελ.
Ξεχωριστό μυθιστόρημα που φωτίζει μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες του Πελοποννησιακού Πολέμου. Δύο κεραμοποιοί, ο Γέλων και ο Λάμπων, αποφασίζουν να ανεβάσουν τη Μήδεια με Αθηναίους που αιχμαλωτίστηκαν μετά την ήττα των Αθηναίων στις Συρακούσες, το 412 π.Χ. Η αφήγηση ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στο χιούμορ, τη συγκίνηση και την τραγικότητα, ενώ οι διάλογοι διαθέτουν ζωντάνια και θεατρικό ρυθμό που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Ένα μυθιστόρημα που υπενθυμίζει πως, ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές της ιστορίας, η τέχνη μπορεί να γίνει καταφύγιο, πράξη ελευθερίας και γλώσσα επικοινωνίας. Μ.-Ι.Κ.
Πατρίσια Χάισμιθ, Ο πρόεδρος Μπακ Τζόουνς ανασυντάσσεται και ανεμίζει τη σημαία, μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης, Άγρα, 62 σελ.
Το 1987, η Πατρίσια Χάισμιθ δημοσιεύει τη συλλογή διηγημάτων, Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών. Ένα από τα διηγήματα εκείνα, «Ο πρόεδρος Μπακ Τζόουνς ανασυντάσσεται και ανεμίζει την σημαία», στις μέρες μας θεωρήθηκε προφητικό, καθώς παραπέμπει στον αμερικανό πρόεδρο Τραμπ. Αν και η συλλογή διηγημάτων είχε εκδοθεί το 2015 από την Άγρα, η επικαιρότητα οδήγησε στην απόφαση της νέας, αυτόνομης έκδοσης του διηγήματος. Δ.Κ.
Τζιάκομο Λεοπάρντι, Μικρά ηθικά έργα, προλεγόμενα - μετάφραση – σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας, Ευρασία, 444 σελ.
Το κορυφαίο πεζογραφικό έργο του Τζιάκομο Λεοπάρντι, ένα από τα πιο πρωτότυπα βιβλία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, κυκλοφορεί (απ’ όσο ξέρω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Μέσα από σύντομους φιλοσοφικούς διαλόγους, αλληγορίες και σατιρικές αφηγήσεις, ο ιταλός ποιητής στοχάζεται πάνω στην ανθρώπινη ευτυχία, τη φύση, το χρόνο, την πρόοδο και τις αναγκαίες ψευδαισθήσεις που κάνουν τη ζωή υποφερτή. Η ειρωνεία συνυπάρχει με τη μεταφυσική αγωνία και η λογοτεχνική επινόηση υπηρετεί μια βαθιά φιλοσοφική αναζήτηση. Πρόκειται για ένα βιβλίο που, σχεδόν δύο αιώνες μετά την πρώτη του έκδοση, εξακολουθεί να συνομιλεί με τα πιο επίμονα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μπράβο στον μεταφραστή, μπράβο και στον εκδότη. Η.Κ.
Λουίζ Γκλικ, Μάριγκολντ και Ρόουζ, μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, Στερέωμα, 72 σελ.
Στο μοναδικό πεζό κείμενο της νομπελίστριας Λουίζ Γκλικ, δύο δίδυμα κορίτσια διανύουν τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, παρατηρώντας τον κόσμο με βλέμμα που συνδυάζει την παιδική αθωότητα με μια σχεδόν μεταφυσική διαύγεια. Η Μάριγκολντ, εσωστρεφής και στοχαστική, και η εξωστρεφής Ρόουζ γίνονται οι φορείς ενός στοχασμού πάνω στη γλώσσα, τον χρόνο και τη διαμόρφωση της συνείδησης. Η πρόζα της Γκλικ παραμένει βαθιά ποιητική, λιτή και υπαινικτική, αποφεύγοντας κάθε συναισθηματική ευκολία. Μικρό σε έκταση αλλά εξαιρετικά πυκνό βιβλίο, όπου η αφήγηση λειτουργεί ως συνέχεια της ποιητικής της και διερευνά, με σπάνια λεπτότητα, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η.Κ.
Μάργκαρετ Άτγουντ, Πολλές ζωές σε μία, μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ, Ψυχογιός
Στα 86 της η Άτγουντ γράφει τα απομνημονεύματά της όπως έγραφε πάντα τα μυθιστορήματά της: με λοξή ματιά στον κόσμο, με κοφτερό χιούμορ. Από τα παιδικά χρόνια στα δάση του βόρειου Κεμπέκ, όπου ο εντομολόγος πατέρας της κουβαλούσε την οικογένεια σε καλύβες χωρίς ρεύμα, ώς τη νοικιασμένη γραφομηχανή του Δυτικού Βερολίνου, στην οποία γράφτηκε η Ιστορία της Θεραπαινίδας, μια ζωή που διασχίζει τον αιώνα και τώρα βρίσκει τον χρόνο να τον σχολιάσει. Είναι, βεβαίως, και θρήνος: για τον Γκρέιαμ Γκίμπσον, 48 χρόνια σύντροφό της, που πέθανε το 2019. Η Άτγουντ τον ξαναζωντανεύει με λεπτομέρειες αντί για ελεγείες, όπως με τα πουλιά που παρατηρούσαν μαζί. Και όσο πλησιάζει στο παρόν, τόσο καθαρότερα φαίνεται γιατί τα δυστοπικά της βιβλία ποτέ δεν υπήρξαν προφητείες: ήταν αποδελτίωση. Γ.Ν.
Andrei Bitov, Οίκος Πούσκιν, μετάφραση: Βιργινία Γαλανοπούλου, Gutenberg, 765 σελ.
Το 1978 κυκλοφόρησε επίσημα στην Αμερική, για πρώτη φορά από έναν εκδοτικό οίκο της Νέας Υόρκης, ο Οίκος Πούσκιν, που την ίδια εποχή διαδιδόταν μυστικά από χέρι σε χέρι στην τότε Σοβιετική Ένωση. Τη δεκαετία του 1960 βρίσκεται νεκρός ένας φιλόλογος στο Οίκο Πούσκιν της Ακαδημίας Επιστημών, με δυο πιστόλια μονομαχίας του Πούσκιν δίπλα του. Με αφορμή αυτό το γεγονός, ο Μπίτοφ ανατέμνει τη ζωή του Λιόβα που δεν είναι παρά η αγωνία και οι αναζητήσεις ενός διανοούμενου στο ασφυκτικό πλαίσιο της κομμουνιστικής Σοβιετικής Ένωσης. Δ.Κ.
Rodrigo Rey Rosa, Σεβερίνα, μετάφραση: Καλυψώ Αγγελοπούλου, Μικρή Κυψέλη, 148 σελ.
Ένας βιβλιοπώλης μικρής πόλης που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας, Μια μυστηριώδης γοητευτική κλέφτρα βιβλίων, μια «άπιαστη γυναίκα». «Αδύνατον να είσαι σοφός και την ίδια στιγμή να αγαπάς». Μια ιστορία εμμονής ή ερωτικού παραληρήματος, από το μαθητή (και διαχειριστή του συγγραφικού έργου πλέον) του Πολ Μπόουλς, με την ίδια αίσθηση παράξενου ταξιδιού που αφήνουν ο Σαμπάτο και ο Κασάρες. «Ο καινούριος έρωτας, ο ιδιαίτερος έρωτας του 21ου αιώνα», αλλά και η ανάγνωση ως υπαρξιακό ζήτημα: «υπάρχουμε μόνο χάρη στα βιβλία». Γ.Π.
Ίντιθ Γουόρτον, Οι παραδόσεις της χώρας, μετάφραση: Έφη Τσιρώνη, Μεταίχμιο, 728 σελ.
Το οξύ και αμείλικτο βλέμμα της συγγραφέα στρέφεται στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή υψηλή κοινωνία των αρχών του 20ού αιώνα και δημιουργεί την Αντίν Σπραγκ, μια από τις πιο συναρπαστικές αντιηρωίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας: όμορφη, αδίστακτη, φιλοχρήματη και μονίμως ανικανοποίητη, που αντιμετωπίζει το γάμο, τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις ως μέσα κοινωνικής ανέλιξης, πλούτου και αναγνώρισης. Η Γουόρτον δεν δημιουργεί όμως απλώς έναν αντιπαθητικό χαρακτήρα. Αποκαλύπτει την υποκρισία ενός κόσμου όπου οι ανθρώπινες σχέσεις μετατρέπονται σε συναλλαγές. Ένα μυθιστόρημα για την απληστία. Μ.-Ι.Κ.
Πατρίκ Μοντιανό, Η πατίνα του χρόνου, μετάφραση: Μίνα Πατεράκη-Γαρέφη, Ελληνικά Γράμματα, 400 σελ.
Οι τρεις νουβέλες της παρούσας έκδοσης, αν και γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν αυτόνομα, συνθέτουν ένα ενιαίο λογοτεχνικό σύμπαν, όπου τα όρια ανάμεσα στην αυτοβιογραφία, τη μυθοπλασία και την ιστορική μνήμη παραμένουν διαρκώς ρευστά. Το Παρίσι δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό, αλλά ως ζωντανός οργανισμός που κουβαλά τα ίχνη της ναζιστικής Κατοχής και των ανθρώπων που χάθηκαν μέσα στον χρόνο. Ο Μοντιανό δεν ενδιαφέρεται για την εξέλιξη της πλοκής όσο για την ανάκληση της ατμόσφαιρας. Με λιτή, υπαινικτική και βαθιά ποιητική γραφή δημιουργεί έναν κόσμο όπου οι σκιές, οι τυχαίες συναντήσεις, οι απόντες γονείς και οι ξεχασμένοι έρωτες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις ίδιες τις βεβαιότητες. Μ.-Ι.Κ.
Χαν Γκανγκ, Ανθρώπινες πράξεις, μετάφραση: Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, Καστανιώτη, 208 σελ.
Η δολοφονία από τη στρατιωτική δικτατορία του δεκαπεντάχρονου ΝτόνγκΧο κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης φοιτητών και εργατών, τον Μάιο του 1980 στη Νότια Κορέα, δίνει το έναυσμα στην νομπελίστρια συγγραφέα να αφηγηθεί την ατομική και συλλογική οδύνη. Το πένθος που στοιχειώνει τη ζωή των ανθρώπων αναζητώντας λύτρωση. Η ιστορία ενσαρκωμένη σε πολιτική, λαμβάνοντας τη μορφή της θηριωδίας, συντρίβει τα ανθρώπινα υποκείμενα και τα μετατρέπει σε μάρτυρες της καταστροφής τους. Μέσα από μια πολυφωνική αφήγηση, η συγγραφέας εξακτινώνει το ανεπούλωτο τραύμα και, ταυτόχρονα, το εξατομικεύει αναδεικνύοντας την τραγικότητά του στις επιμέρους ζωές, χωρίς να τους επιτρέπει περιθώρια διαφυγής. Βίαιο και χαμηλότονα ποιητικό, συνομιλεί υπαινικτικά με την αρχαία ελληνική τραγωδία. Σ.Μ.
Ρομαίν Γκαρύ, Η ζωή μπροστά, μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης, Δώμα, 216 σελ.
Στο βιβλίο που υπέγραψε ως Εμίλ Αζάρ, ο Γκαρύ αφηγείται μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία για την αγάπη, την αξιοπρέπεια και την ανάγκη του ανήκειν. Αφηγητής είναι ο Μομό, ένα παιδί αραβικής καταγωγής που μεγαλώνει στο Παρίσι, υπό τη φροντίδα της ηλικιωμένης Εβραίας Μαντάμ Ροζά, επιζησάσης του Ολοκαυτώματος. Η ιδιαίτερη, ατελής και συχνά ανορθόδοξη γλώσσα του Μομό, είναι το μεγάλο ατού του βιβλίου. Η παιδική ματιά του απογυμνώνει την πραγματικότητα από προκαταλήψεις και εύκολους ηθικούς διαχωρισμούς και φωτίζει με χιούμορ, τρυφερότητα και απροσδόκητη σοφία, έναν κόσμο περιθωριοποιημένων ψυχών. Η εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη αποδίδει με ζωηράδα το ιδιότυπο γλωσσικό σύμπαν του Μομό. Μ.-Ι.Κ.
Γιεν Λιένκε, Το όνειρο του χωριού Τινγκ, μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς, Αλεξάνδρεια, 327 σελ.
Μυθιστόρημα βασισμένο σε ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη σε ένα χωριό της Ανατολικής Κίνας, τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ένα χωριό το οποίο καταστράφηκε, όταν ο πληθυσμός του μολύνθηκε κατά λάθος από τον ιό του AIDS, έπειτα από μια συλλογική εκστρατεία αιμοδοσίας που είχε απώτερο στόχο την έξοδο των κατοίκων του χωριού από τη φτώχεια. Κεντρικοί ήρωες, οι δύο γιοι μιας οικογένειας. Ο ένας εκμεταλλεύεται την κατάσταση και κάνει καριέρα στο κόμμα, αντίθετα με τον άλλο που μολύνεται και πεθαίνει. Μια υποδόρια κριτική στην ξέφρενη ανάπτυξη της Κίνας. Δ.Κ.
Sheena Patel, Είμαι φαν, μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Αλεξάνδρεια, 280 σελ.
Από τα σύγχρονα μυθιστορήματα που θεματοποιούν αφηγηματικά τη σχέση του σύγχρονου υποκειμένου με το διαδίκτυο. Η πρωταγωνίστρια, γυναίκα, μαύρη, οικονομικά ευάλωτη, περιγράφει την εμμονή της για μία άλλη γυναίκα με τα ακριβώς αντίθετα χαρακτηριστικά της, την οποία θεωρεί ανταγωνίστρια στη διεκδίκηση ενός άνδρα. Το διαδίκτυο της προσφέρει την κερκόπορτα να μπει στη ζωή της λευκής, πλούσιας γυναίκας και να προεκτείνει με τη φαντασία της τα προνόμια που εκείνη απολαμβάνει. Η ειρωνική αντίστιξη ανάμεσα στην ψευδαίσθηση της κοινής απόλαυσης που προσφέρει ο ψηφιακός κόσμος και της κραυγαλέας ανισότητας που επαναφέρει ο πραγματικός καταυγάζει το κοινό υπόβαθρο των προσώπων: τη δημιουργία ρηχών, επιφανειακών σχέσεων. Του διαρκούς ανικανοποίητου και των ψυχικών καταρρεύσεων που ακολουθούν. Σ.Μ.
QNTM, Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων, μετάφραση: Δέσποινα Κανελλοπούλου, Δώμα, 320 σελ.
Μια εναλλακτική θεώρηση του κόσμου όπου «οι ιδέες είναι πράγματα ζωντανά. Μεταλλάσσονται, πολλαπλασιάζονται, θηρεύουν άλλες ιδέες... κι επίσης, κρύβονται». Τα αντιμιμίδια είναι ιδέες που οδηγούν στη λησμονιά, ορισμένα από αυτά μπορούν ακόμη και να μας καταπιούν ως ανθρωπότητα. Μια υπηρεσία έχει αναλάβει να τα αναζητά και να περιορίζει τα πλέον επικίνδυνα, αρκεί τα μέλη της να θυμούνται ότι ανήκουν στην υπηρεσία. «Το εκθαμβωτικό οικοσύστημα του ιδεοχώρου, ένας σπειροειδής γαλαξίας και δίπλα του ένας δίδυμος όπου κάθε σημείο αντιστοιχεί σε αυτό που σημαίνει κάθε άνθρωπος για κάθε άλλον άνθρωπο». Αναφορές στη νοόσφαιρα του Βερνάντσι. Μπορεί και να το έχουμε ξαναδιαβάσει, αλλά να το έχουμε λησμονήσει. Αλλά δεν έχω ξαναδιαβάσει κάτι σαν κι αυτό. Γ.Π.
Ουίλιαμ Φόκνερ, Ένας μύθος, μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Gutenberg, 671 σελ.
Στο σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα ο Φόκνερ μεταφέρει τη δράση στα χαρακώματα της Γαλλίας, τις τελευταίες ημέρες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα, αινιγματικά και απαιτητικά έργα του, μια βαθιά φιλοσοφική αλληγορία για τον πόλεμο, την εξουσία και την ανθρώπινη συνείδηση. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας γάλλος δεκανέας που, μαζί με δώδεκα στρατιώτες, αρνείται να επιτεθεί. Η ανυπακοή τους προκαλεί μια απροσδόκητη κατάπαυση του πυρός και αποκτά σταδιακά βιβλικές διαστάσεις. Η πρόζα του Φόκνερ είναι πυκνή, ποιητική και σε σημεία δυσπρόσιτη. Βραβευμένο με Πούλιτζερ, το αριστούργημα αυτό του Φόκνερ είναι μια σκοτεινή αναμέτρηση με το παράλογο της βίας και το δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης: την ικανότητά της για εξύψωση αλλά και για αβυσσαλέα φρίκη. Μ.-Ι.Κ.
Τόμας Μαν, Τόνιο Κραίγκερ, μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Δώμα, 120 σελ.
Τόμας Μαν, Τόνιο Κρέγκερ, μετάφραση: Έμη Βαϊκούση, Μεταίχμιο, 120 σελ.
Βαθιά στοχαστική νουβέλα για τη μοναξιά του δημιουργού και την αέναη σύγκρουση ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή.. Ο ήρωας αγαπά, επιθυμεί και φθονεί όσους μπορούν να ζουν με φυσικότητα, ενώ ο ίδιος μοιάζει εγκλωβισμένος στη γνώση και την αμφιβολία. Η τέχνη γίνεται ταυτόχρονα καταφύγιο και κατάρα, ένας δρόμος που τον απομακρύνει από την απλή ανθρώπινη ευτυχία. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, ο Τόνιο Κραίγκερ παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρος. Είναι ένα βιβλίο για όλους εκείνους που νιώθουν «ανάμεσα σε δύο κόσμους» και αναζητούν στη λογοτεχνία μια πιθανή πατρίδα. Μ.-Ι.Κ.
Τόμας Μαν, Οι Μπούντενμπροκ, μετάφραση: Έμη Βαϊκούση, Μεταίχμιο, 784 σελ.
Δεν είναι απλώς η ιστορία της παρακμής μιας εύπορης εμπορικής οικογένειας. Είναι ένα μεγαλειώδες μυθιστόρημα για τη φθορά, το χρόνο και τη σύγκρουση ανάμεσα στο οικογενειακό καθήκον και την προσωπική επιθυμία. Παρακολουθώντας διαδοχικές γενιές των Μπούντενμπροκ στον ταραγμένο 19ο αιώνα, ο Μαν αποτυπώνει με εντυπωσιακή ακρίβεια έναν κόσμο που αλλάζει και μια αστική τάξη που αδυνατεί να ακολουθήσει τις εξελίξεις. Ο ευαίσθητος, καλλιτεχνικός Χάνο γίνεται ίσως η πιο συγκινητική μορφή του έργου, καθώς ασφυκτιά κάτω από το βάρος των προσδοκιών και βρίσκει στη μουσική το μοναδικό καταφύγιο. Η πυκνή πρόζα του Μαν απαιτεί χρόνο και συγκέντρωση, αλλά ανταμείβει γενναιόδωρα. Μ.-Ι.Κ.
Αρκάντι και Μπορίς Στρουγκάτσκι, Πικνίκ στο πλάι του δρόμου, μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 292 σελ.
«Θεέ μου τι άλλο μας περιμένει; τι άλλο πρέπει να συμβεί για ν’ αφυπνιστούμε επιτέλους; Στ’ αλήθεια, δεν είναι αρκετά όλα αυτά; Ήξερε ότι δεν ήταν. Ήξερε ότι εκατομμύρια άνθρωποι δεν ξέρουν τίποτα κι ούτε θέλουν να ξέρουν, κι αν μάθουν, θα φρίξουν για δέκα λεπτά κι έπειτα θα επιστρέψουν πάλι στην καθημερινότητά τους». Ένα σπουδαίο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας από τους αδελφούς Στρουγκάτσι, που χρησίμευσε ως σεναριακή βάση για το Στάλκερ του Ταρκόφσκι, σε μια μετάφραση-άθλο. Γ.Π.
Φραντς Βέρφελ, Ο άνθρωπος που νίκησε τον θάνατο, μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός, Κριτική, 104 σελ.
Ο Καρλ Φιάλα είναι συνταξιούχος, αντιμέτωπος με σοβαρή ασθένεια, που αγωνίζεται να παραμείνει στη ζωή προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομικά την οικογένειά του μέσω ενός συμβολαίου ασφάλειας ζωής. Η αγωνιώδης αυτή συνθήκη μετατρέπει τη ζωή του σε υπαρξιακό και κοινωνικό εφιάλτη. Ο Τσέχος Φραντς Βέρφελ αποδίδει με ακρίβεια το κλειστοφοβικό κλίμα μιας κοινωνίας σε οικονομική και ηθική κρίση, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη απόγνωση και τις αντιφάσεις της επιβίωσης. Μ.-Ι.Κ.
Κριστίν ντε Πίζα, Το βιβλίο της πολιτείας των κυριών, μετάφραση: Νίκος Καραπιδάκης - Νίκος Κοκκομέλης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 309 σελ.
Παρότι γράφτηκε στις αρχές του 15ου αιώνα, το έργο της ντε Πιζάν οργανώνεται γύρω από τη συγκρότηση μιας ιδανικής «πολιτείας» γυναικών και την ανάδειξη ιστορικών, μυθολογικών και θρησκευτικών μορφών που λειτουργούν ως παραδείγματα αρετής, γνώσης και δύναμης. Σε αυτό το πρώιμα φεμινιστικό κείμενο η συγγραφέας υπερασπίζεται τη γυναικεία φύση απέναντι σε μισογυνιστικές αντιλήψεις της εποχής της, αξιοποιώντας την παράδοση των exempla για να αποδομήσει προκαταλήψεις και να προτείνει μια πνευματική «αριστοκρατία» των ικανοτήτων. Η εξαιρετική μετάφρασή του από τα μεσαιωνικά γαλλικά της εποχής και η εισαγωγή των μεταφραστών, επιτρέπουν τη σημερινή κατανόησή του. Μ.-Ι.Κ.
Πιερ Ζαν Ζουβ, Εκάτη, μετάφραση: Σοφία Λεωνίδη, Άγρα, 224 σελ.
Η Κατρίν Κρασά, μια γυναίκα του Μεσοπολέμου, εμπλέκεται σε έναν παθιασμένο και ισοπεδωτικό έρωτα με τον Πιερ, έναν άνδρα που σταδιακά γίνεται το απόλυτο αντικείμενο επιθυμίας και το αίτιο της ψυχικής υποταγής της. Γύρω τους αναπτύσσεται ένα δίκτυο ζήλιας, εξουσίας και συναισθηματικής χειραγώγησης, με χαρακτηριστική την αμφίσημη παρουσία της Φαννύ Φελίσιτας. Αυτό που διαβάζουμε δεν είναι απλώς το χρονικό ενός ερωτικού δράματος, αλλά μιας υπαρξιακής πτώσης, όπου ο έρωτας μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτοκαταστροφής. Ένα εξαιρετικά γραμμένο, απαιτητικό αλλά βαθιά στοχαστικό έργο, που διερευνά τα όρια ανάμεσα στην επιθυμία και την υποταγή, φωτίζοντας τον έρωτα ως δύναμη απελευθερωτική και συνάμα ολέθρια. Μ.-Ι.Κ.
Andrés Montero, Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα, μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου, Διόπτρα, 270 σελ.
Το να λέμε ιστορίες σημαίνει να συντηρούμε συνεκτικούς μύθους ή συλλογικές τελετουργίες όπου ακόμη και η θλίψη μπορεί να μετασχηματιστεί με ένα τραγούδι. «Εφήμερα όντα που πρέπει να αποφασίσουν τι ιστορίες θα αφηγηθούν προτού πεθάνουν και τι ιστορίες θα ακούσουν προτού πεθάνουν». Ένα κοιμητήριο ανέστιων ψυχών, αυτών που θα έπρεπε να είναι θαμμένες εδώ αλλά δεν είναι. Μια επιστροφή, μια αναμέτρηση με το παρελθόν σε έναν τόπο εκτός γεωγραφίας. Ένα «ζούδι» που πανδημεί πέρα από τον τόπο αυτό, αλλά δεν φτάνει ποτέ εκεί, επειδή ίσως ο τόπος αυτός να είναι το καθαρτήριο. Πρωτότυπο, ονειρικό - αν το όνειρο έβγαζε αγκάθια. Γ.Π.
Καρολίνε Βαλ, 22 Διαδρομές, μετάφραση: Μαριάννα Χάλαρη, Κλειδάριθμος, 296 σελ.
Το λογοτεχνικό ντεμπούτο της γερμανίδας συγγραφέα είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης που κερδίζει τον αναγνώστη κυρίως χάρη στην αμεσότητα και την ειλικρίνειά του. Η Τίλντα, εγκλωβισμένη σε μια μικρή επαρχιακή πόλη και σε μια δύσκολη οικογενειακή πραγματικότητα, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις σπουδές, την εργασία και τη φροντίδα της μικρής της αδερφής, έχοντας να αντιμετωπίσει τον αλκοολισμό της μητέρας τους. Μοναδική σταθερή διέξοδος είναι η κολύμβηση και οι 22 διαδρομές της στην πισίνα. Η γραφή της Βαλ είναι κοφτή, λιτή και σχεδόν μαθηματικά ακριβής. Χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς, αποδίδει με δύναμη τη σκληρότητα της καθημερινότητας, ενώ οι σύντομοι διάλογοι και η κινηματογραφική αφήγηση δίνουν στο βιβλίο γρήγορο ρυθμό. Μ.-Ι.Κ.
Γκιγιέρμο Αριάγα, Να σώσουμε τη φωτιά, μετάφραση: Άννα Παπανικολάου, Ίκαρος, 992 σελ.
Ο μεξικανός συγγραφέας και σεναριογράφος Γκιγιέρμο Αριάγα συνθέτει μια ογκώδη, σκοτεινή και καταιγιστική αφήγηση για τον έρωτα, τη βία και τις βαθιές κοινωνικές ανισότητες στο σύγχρονο Μεξικό. Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται ο παράφορος έρωτας της προνομιούχας χορογράφου Μαρίνας με τον φυλακισμένο Χοσέ Κουαουτέμοκ Ουίστλικ. Η σχέση τους φέρνει αντιμέτωπους δύο κόσμους: εκείνον της οικονομικής ασφάλειας και της κοινωνικής αποδοχής και εκείνον των αποκλεισμένων, για τους οποίους η βία και το έγκλημα μοιάζουν συχνά μονόδρομος. Φιλόδοξο, πληθωρικό και βαθιά σκοτεινό. Μ.-Ι.Κ.
Μαίρη Γουέμπ, Ακριβό φαρμάκι, μετάφραση: Άννα Σικελιανού, Έποψ, 368 σελ.
Στο σκληρό τοπίο του Σροπσάιρ των αρχών του 19ου αιώνα, η Προύντενς Σαρν, μεγαλώνει στιγματισμένη από το λαγώχειλο, έρχεται αντιμέτωπη όχι μόνο με την προκατάληψη της κοινότητας αλλά και με τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής. Η συγγραφέας αντιπαραθέτει τη δεισιδαιμονία και την απληστία στην ταπεινότητα και την αντοχή, χωρίς να γίνεται διδακτική. Η μεγάλη δύναμη του έργου βρίσκεται στη λυρική του γλώσσα και στη μοναδική σχέση που οικοδομεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Το φυσικό τοπίο δεν λειτουργεί ως απλό σκηνικό, αλλά ως ζωντανός οργανισμός. Η ιστορική μετάφραση της Άννας Σικελιανού διατηρεί αναλλοίωτο τον ποιητικό ρυθμό και την ατμόσφαιρα του πρωτοτύπου. Μ.-Ι.Κ.
Αλμπέρτο Σαβίνιο, Ο κύριος Μίνστερ, μετάφραση: Δήμητρα Δότση, Loggia, 94 σελ.
Μια από τις πιο ιδιαίτερες νουβέλες της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, όπου η μεταφυσική αγωνία συναντά το γκροτέσκο χιούμορ και την ειρωνεία. Με φόντο τη Ρώμη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Σαβίνιο δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί μια συμβατική ιστορία, αλλά να εξερευνήσει τα όρια της συνείδησης, της ταυτότητας και της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο κύριος Μίνστερ, πεπεισμένος ότι έχει πεθάνει ενώ εξακολουθεί να σκέφτεται και να παρατηρεί τον κόσμο, μετατρέπεται σε όχημα ενός υπαρξιακού στοχασμού που ισορροπεί ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Ογδόντα και πλέον χρόνια μετά τη συγγραφή της, η νουβέλα κερδίζει τους αναγνώστες γιατί είναι ένα απαιτητικό αλλά γοητευτικό ανάγνωσμα, που ανταμείβει όσους αγαπούν τη φιλοσοφική και υπαρξιακή λογοτεχνία. Μ.-Ι.Κ.
Χέρμαν Μέλβιλ, Πιέρ ή οι αμφισημίες, μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, Μάγμα, 608 σελ.
Ένα από τα πιο ριζοσπαστικά και προφητικά έργα του Μέλβιλ, ένα από τα πλέον απαιτητικά και τολμηρά έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας, ένα μυθιστόρημα που αμφισβητεί διαρκώς τις βεβαιότητες του αναγνώστη. Ξεκινώντας ως ειδυλλιακή ιστορία ενηλικίωσης, μετατρέπεται σταδιακά σε μια σκοτεινή εξερεύνηση της ταυτότητας, της ηθικής και της αλήθειας. Η μυστηριώδης εμφάνιση της Ίζαμπελ ανατρέπει τον κόσμο του Πιέρ, οδηγώντας τον σε μια πορεία αυτοθυσίας και εσωτερικής σύγκρουσης, όπου τα όρια ανάμεσα στο καθήκον, την επιθυμία και την αυταπάτη παραμένουν διαρκώς ρευστά. Η γραφή του Μέλβιλ συνδυάζει τον ρομαντισμό με το γοτθικό στοιχείο και τη φιλοσοφική αναζήτηση, δημιουργώντας ένα έργο πυκνό, συμβολικό και βαθιά υπαρξιακό. Η πρώτη ελληνική μετάφραση από τη Σοφία Αυγερινού αποδίδει με αξιοθαύμαστη ακρίβεια τη γλωσσική πολυπλοκότητα και τη λυρική ένταση του πρωτοτύπου, καθιστώντας προσιτό ένα έργο που άλλοτε είχε θεωρηθεί ακατανόητο. Μ.-Ι.Κ.
Αλμπέρτο Μοράβια, Ο κονφορμίστας, μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου, Ελληνικά Γράμματα, 296 σελ.
Ο Μαρτσέλο Κλέριτσι δεν είναι ένας φανατικός ιδεολόγος· είναι ένας βαθιά τραυματισμένος άνθρωπος που αναζητά απεγνωσμένα την αποδοχή, ακόμη κι αν το τίμημα είναι η συνενοχή στο κακό. Ο Μοράβια συνθέτει ένα υποδειγματικό ψυχογράφημα (κάποιοι το θυμούνται στην κινηματογραφική μεταφορά του, το 1970, από τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι), όπου η προσωπική ενοχή, η αυτοεξαπάτηση και ο φόβος της διαφορετικότητας συνδέονται άρρηκτα με το πολιτικό περιβάλλον της Ιταλίας του Μουσολίνι. Και αναδεικνύει ότι ο ολοκληρωτισμός δεν τρέφεται μόνο από τους φανατικούς αλλά και από τους ανθρώπους που παραιτούνται από την ευθύνη της προσωπικής επιλογής. Παρότι γράφτηκε το 1951, το μυθιστόρημα παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο. Η εξαιρετική μετάφραση του Σταύρου Παπασταύρου διατηρεί τη διαύγεια και την ένταση του πρωτοτύπου. Μ.-Ι.Κ.
Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, 80 σελ.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής ενθέτει στο σώμα του την πλαστή ψυχή ενός νεκρού πολεμιστή, η οποία βαθμιαία επηρεάζει τον πρότερο βίο του. Αναζητά την αγαπημένη του, και το ρομαντικό πάθος χαρίζει πρόσκαιρο νόημα και ενδιαφέρον στην επίπεδη υπαλληλική του ζωή. Ποια όμως είναι εντέλει η αυθεντική και ποια η πλαστή ψυχή; Για πόσο μπορεί ένας άνθρωπος να είναι κάποιος άλλος; Υβριδικό κείμενο με υποβλητικά κεφάλαια και γραφή διάσπαρτη από ειρωνικό λυρισμό. Ο χώρος του φανταστικού αποδεικνύεται μάλλον ο προσφορότερος για να δραματοποιηθεί το αίνιγμα της ανθρώπινης ψυχής, καθώς η συναίρεση του οικείου με το ανοίκειο εκλαμβάνεται ως αβίαστη καταστατική συνθήκη. Σ.Μ.
ΠΟΙΗΣΗ
Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα 1941-1974, Πατάκη, 188 σελ.
Πολλά χρόνια πριν καταπιαστεί με το Κιβώτιο, ο Άρης Αλεξάνδρου έγραφε ποιήματα, ήδη από το 1946. Στην πορεία, το προσωπικό ποιητικό του ιδίωμα ενσωμάτωσε τις ιδέες του και τη ζωή του, που ήταν συνυφασμένη με την πορεία της Αριστεράς και, ιδίως, με τις μετεμφυλιακές εξορίες. Εκεί, καταγράφεται η πολιτική διαφωνία του, εκεί καταγράφονται και οι συνέπειές της: «Επιταγές και δέματα / τα κανονίζεις όπως-όπως. / Τριάντα τα εκατό, / πενήντα τα εκατό, / μα ποιος θα πάρει τη μισή μου ξενιτειά, / ποιος θα δεχτεί να πάρει / τριάντα τα εκατό / απ’ τη δική μου ξενιτειά». Ποιητής που αγαπήθηκε τα χρόνια της μεταπολίτευσης, μελοποιήθηκε μάλιστα και από τον Μιχάλη Γρηγορίου, περιμένει και τους νεότερους αναγνώστες να τον γνωρίσουν, χάρη στην άρτια επιμελημένη επανέκδοση του ποιητικού έργου του από την Ελένη Κεχαγιόγλου. Η.Κ.
Τσαρλς Σίμικ, Καμιά στεριά στον ορίζοντα, μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, Πατάκη, 176 σελ.
Είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του Τσαρλς Σίμικ, που στην Αμερική εκδόθηκε το 2022, ένα χρόνο πριν από το θάνατό του. Χωρίς να εγκαταλείπει το γνώριμο ειρωνικό και υπαινικτικό του ύφος, ο Σίμικ επιστρέφει στα σταθερά θέματα της ποίησής του: τον θάνατο, τη μνήμη, τη μοναξιά και το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα καθημερινά αντικείμενα μεταμορφώνονται σε φορείς μεταφυσικής αγωνίας, ενώ το χιούμορ συνυπάρχει με τη σκοτεινή επίγνωση του τέλους. Οι τελευταίοι στίχοι της συλλογής, από τους οποίους προέρχεται και ο τίτλος της, αποκτούν σχεδόν αποχαιρετιστήριο χαρακτήρα: «Μικρό μου καράβι, / Να προσέχεις. / Δεν υπάρχει / Στεριά στον ορίζοντα». Μια λιτή αλλά βαθιά συγκινητική κατάθεση ενός από τους σημαντικότερους ποιητές της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης. Η.Κ.
Γιάννης Στίγκας, Ποιήματα 2004-2017. Συγκεντρωτική έκδοση, Άγρα, 260 σελ.
Οι έξι ποιητικές συλλογές του Γιάννη Στίγκα, πριν το πολυσυζητημένο Sonderkommando (Άγρα, 2023). Νευρολόγος στο επάγγελμα, ο Γιάννης Στίγκας ξεχωρίζει για τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζει το καθημερινό με το ανοίκειο. Η γλώσσα του είναι πυκνή, γεμάτη απροσδόκητες εικόνες και λεκτικές μετατοπίσεις, χωρίς να γίνεται ερμητική για λόγους εντυπωσιασμού. Στα ποιήματά του συνυπάρχουν το χιούμορ, η ειρωνεία, η σωματικότητα, η επιστημονική ματιά του γιατρού και μια βαθιά επίγνωση της ιστορίας και της βίας. Η.Κ.
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Ποιήματα (Α) 1974-2010, Ποιήματα (Β) 2011-2014, Θράκα, 648 + 472 σελ.
Όλο το ποιητικό έργο της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου σε δύο τόμους. Έκδοση που επιτρέπει σε όποιον ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει τη σπάνια συνέπεια μιας ποιητικής φωνής που, χωρίς να ακολουθεί λογοτεχνικές μόδες, οικοδομεί έναν κόσμο αυστηρό και στοχαστικό. Η ιστορία, ο χρόνος και η ανθρώπινη ευθύνη αποτελούν τους σταθερούς άξονες ενός βαθιά προσωπικού έργου. Δείγμα γραφής: «Μη μου κοιμάσαι, αρνάκι του δειλού. / Μη μου ντρέπεσαι, πάτημα του πόνου. / Όταν φυσούσε μέσα μας ο Θεός / (Γέρικοι πνεύμονες, μπορεί και φθίση πλήξης...), / Ε, τι να γίνει, πήραμε όλοι από λίγο.» Η.Κ.
Παντελής Μπουκάλας, Είκοσι, Άγρα, 76 σελ.
Πριν από χρόνια, ο γιος του Παντελή Μπουκάλα, Σπύρος, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο άρρητος πόνος βρήκε, επιτέλους, λόγο να εκφραστεί: Ο ποιητής μετατρέπει το πένθος σε λόγο, χωρίς να υποκύπτει στην εξομολόγηση ή στον θρήνο. Με τη γνωστή γλωσσική του ακρίβεια και τη βαθιά συνομιλία του με την ελληνική ποιητική παράδοση, αναζητεί λέξεις για την απουσία, τη μνήμη και την επιβίωση των ζωντανών. Μια συλλογή που υπερβαίνει το προσωπικό βίωμα και γίνεται στοχασμός πάνω στην απώλεια, τον χρόνο, την αγάπη και τη μόνη ανθρώπινη μορφή αθανασίας: τη μνήμη. Η.Κ.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Γιάννης Μαρής, Έγκλημα στα παρασκήνια, Άγρα, 286 σελ.
Ξεκίνησε να δημοσιεύεται σε συνέχειες, όπως συνηθιζόταν τότε, στις 22 Νοεμβρίου 1954 στην εφημερίδα Απογευματινή και ολοκληρώθηκε στις 25 Μαρτίου 1955. Το 1960 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ντίνο Κατσουρίδη, με πρωταγωνιστή τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Αποτελεί δε, σύμφωνα με τον Ανδρέα Αποστολίδη, που υπογράφει το εισαγωγικό σημείωμα, την καλύτερη ασπρόμαυρη ελληνική νουάρ ταινία. Κλασικό ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Δ.Κ.
Howard Fast, Σύλβια, μετάφραση: Χρήστος Οικονόμου, Πόλις, 404 σελ.
Και την ομώνυμη ταινία την αγαπώ, όπως όλα αυτά τα μεταγενέστερα παρακμιακά νουάρ (1965) που είναι προβληματικά λίγο (ή και περισσότερο)· και οι πρωταγωνίστριές τους δεν είναι θρυλικές (αλλά είχε κάτι μοιραίο εδώ η Κάρολ Μπέικερ – όχι βέβαια όσο είχε παντοτινά η Λωρίν Μπακόλ του εξωφύλλου). Το βιβλίο (που είχε γράψει με ψευδώνυμο ο, τότε, πολιτικά μη αποδεκτός Φαστ) είναι ένα λαμπρό νουάρ, με μυστηριώδεις γυναίκες με σκοτεινό παρελθόν και ντετέκτιβ που ζαλίζονται από την αύρα και τις σκοτεινές πτυχές τους. Ο Φαστ ήταν πάντα κινηματογραφικός στον τρόπο που σκεφτόταν και έγραφε – ξεκινάς και δεν σταματάς παρά μόνο στο δακρυσμένο φιλί της τελευταίας σελίδας. Γ.Π.
Λεονάρντο Σάσα, Στον καθένα αυτό που του αξίζει, μετάφραση Δήμητρα Δότση, Διόπτρα, 152 σελ.
Γραμμένη το 1966, η πολιτική αλληγορία του Σάσα αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα της ιταλικής αστυνομικής λογοτεχνίας που μας ξανασυστήνει η προσεγμένη μετάφραση της Δήμητρας Δότση. Με αφετηρία μια διπλή δολοφονία σε μια μικρή πόλη της Σικελίας, ο συγγραφέας αξιοποιεί τα γνώριμα στοιχεία του αστυνομικού μυθιστορήματος για να φωτίσει έναν κόσμο όπου η μαφία, η διαφθορά και η ομερτά διαμορφώνουν την καθημερινότητα. Ο καθηγητής Λαουράνα, ερασιτέχνης ερευνητής που αρνείται να συμβιβαστεί με τις εύκολες εξηγήσεις, συγκρούεται με μια κοινωνία που προτιμά τη σιωπή από την αλήθεια. Η μεγάλη δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στην απέριττη, ειρωνική γραφή του Σάσα και στην ικανότητά του να δημιουργεί ατμόσφαιρα διαρκούς έντασης, χωρίς εντυπωσιασμούς. Μ.-Ι.Κ.
Jo Nesbø, Η ώρα του λύκου, μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Μεταίχμιο, 470 σελ.
Για πρώτη φορά ο Νέσμπο μεταφέρει τη δράση στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ και, πιο συγκεκριμένα, στη Μινεσότα, όπως είναι και ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος. Ταυτόχρονα, καταθέτει την αμερικανική εκδοχή του νορβηγού κεντρικού ήρωά του, Χάρι Χόλε: τον αντικομφορμιστή ντετέκτιβ Μπομπ Οζ, τον οποίο καλούν οι αρχές να βοηθήσει στην ανακάλυψη του μοναχικού λύκου, ενός ελεύθερου σκοπευτή που πυροβολεί και εξαφανίζεται. Δ.Κ.
Samuel Bjørk, Ο βομβιστής, μετάφραση: Δέσπω Παπαγρηγοράκη, Διόπτρα, 510 σελ.
Στο μετρό του Όσλο μια γυναίκα ταξιδεύει με γιλέκο αυτοκτονίας. Την επόμενη μέρα, στο πάρκο της πόλης, εντοπίζεται σε μια αναπηρική καρέκλα ένας άντρας με μια βόμβα δεμένη πάνω του. Η πόλη, που ζει κάτω από την απειλή μιας ακόμα έκρηξης, ερημώνει. Η επίλεκτη ομάδα του Χόλγκερ Μουνκ στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών αναλαμβάνει την υπόθεση. Μαζί του, όπως και στον Παγωμένο Άγγελο, η νεαρή Μία Κρούγκερ. Ένα κλασικό σκανδιναβικό νουάρ, ένα nordic. Δ.Κ.
Søren Sveistrup, Το κρυφτό, μετάφραση: Βαγγέλης Γιαννίσης, Διόπτρα, 682 σελ.
Μετά την τεράστια επιτυχία του Καστανάνθρωπου, που ενσωμάτωσε θριαμβευτικά και τη Δανία στον κόσμο του δημοφιλούς σκανδιναβικού νουάρ, ο Sveistrup επανέρχεται με μια άτυπη συνέχεια. Με την ίδια κλασική συνταγή. Ένας σίριαλ κίλερ στέλνει ανώνυμα μηνύματα με ένα γνωστό τραγουδάκι από το παιδικό παιχνίδι «κρυφτό», πριν από τις απαγωγές και τις δολοφονίες. Το ζευγάρι που ερευνά την υπόθεση και αναζητά το δολοφόνο θα βρει τη λύση σε ένα γεγονός που συνέβη τριάντα χρόνια πριν. Δ.Κ.
Τζέισον Ρέκουλακ, Ας σωπάσει για πάντα, μετάφραση Γιώργος Μαραγκός, Μεταίχμιο, 432 σελ.
O Φρανκ, ένας πατέρας που προς μεγάλη του λύπη έχει αποξενωθεί από την κόρη του, δέχεται με χαρά τα νέα του επικείμενου γάμου της και την πρόσκλησή της να τη συνοδεύσει στην εκκλησία. Ο μέλλων γαμπρός του ανήκει σε μια ισχυρή οικογένεια δισεκατομμυριούχων που, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι ιδιαίτερα αγαπητή στην περιοχή. Γαμπρός και νύφη φέρονται παράξενα και ο προβληματισμένος πατέρας αναλαμβάνει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά τους. Ψυχολογικό θρίλερ και οικογενειακό δράμα με γρήγορη εξέλιξη, απουσία κλισέ και κενών, διαρκείς ανατροπές και έναν αξιολάτρευτα αντιπαθητικό κεντρικό ήρωα. Μ.-Ι.Κ.
John Connolly, Τα παιδιά της Εύας, μετάφραση: Χριστίνα Ριζοπούλου, Bell, 421 σελ.
Τα παιδιά της Εύας, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι, είναι τέσσερα πτώματα-μούμιες, τοτέμ μιας θρησκευτικής δοξασίας, που ανήκουν στον Μπλας Ουρέα, αρχηγό ενός καρτέλ στο Μεξικό. Στο πλαίσιο μιας σύγκρουσης, ένας άλλος ναρκέμπορος, για να τον εκδικηθεί, θα τα κλέψει. Εξοργισμένος, ο Ουρέα στέλνει τους ανθρώπους του να τα βρουν και να τιμωρήσουν αυτούς που διέπραξαν την κλοπή. Ένα road novel κανονικής σφαγής. Δ.Κ.
Αντρέα Καμιλέρι, Η κίνηση του ίππου, μετάφραση: Φωτεινή Ζερβού, Πατάκη, 320 σελ.
Το φθινόπωρο του 1877, ο επιθεωρητής μύλων Τζοβάννι Μποβάρα, νεοφερμένος στη Μοντελούζα, αποκαλύπτει ένα πλέγμα διαφθοράς και απληστίας που πιθανότατα οδήγησε στη δολοφονία των δύο προκατόχων του. Στο μεταξύ, η πόλη συγκλονίζεται από τη δολοφονία του τοπικού ιερέα, που φημολογείται πως ήταν άνθρωπος «χαλαρής ηθικής». Ο Καμιλέρι ξεκινά από ένα ιστορικά καταγεγραμμένο γεγονός και ακολουθεί αριστοτεχνικά τα βήματα μιας ελικοειδούς πορείας μεταξύ παραλογισμού και θλιβερής πραγματικότητας, σε μια καμπή της ιταλικής ιστορίας. Μ.-Ι.Κ.
Κλαούδια Πινιέιρο, Ο χρόνος των μυγών, μετάφραση: Ασπασία Καμπύλη – Χριστίνα Φιλήμονος, Carnivora, 382 σελ.
Η Ινές, ηρωίδα τού Δική σου για πάντα, αποφυλακίζεται μετά από δεκαπέντε χρόνια για τη δολοφονία της ερωμένης του πρώην συζύγου της. Με νέο όνομα και συνεταίρο μια φίλη από τη φυλακή, την Κουλή, η οποία ταυτόχρονα κάνει ιδιωτικές έρευνες, ανοίγει μια επιχείρηση οικολογικής απεντόμωσης. Ώς την ημέρα που μια πελάτισσά της την ωθεί πάλι στα όρια του κόσμου της παρανομίας. Η Πινιέιρο θεωρείται η βασίλισσα του noir στην Αργεντινή, δικαιολογημένα. Δ.Κ.
S. A. Cosby, Ο βασιλιάς της στάχτης, μετάφραση: Γιώργος Μαραγκός, Gutenberg, 429 σελ.
Ο Ρόμαν, πετυχημένος οικονομικός σύμβουλος στην Ατλάντα, επιστρέφει στη μικρή, βυθισμένη στη βία πόλη όπου γεννήθηκε, για να σώσει την οικογένειά του, καθώς αυτή βρίσκεται στο στόχαστρο των γκάνγκστερ εξαιτίας των χρεών του αδελφού του. Μάλιστα, ο πατέρας του χαροπαλεύει έπειτα από ένα προειδοποιητικό χτύπημα. Ακόμα ένα συναρπαστικό αστυνομικό θρίλερ από τον σύγχρονο πια μετρ του είδους, τον γεννημένο στη Βιρτζίνια, παιδί του Νότου, Σ. Α. Κόσμπι. Δ.Κ.
Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε, Το τελευταίο πρόβλημα, μετάφραση: Τιτίνα Σπερελάκη, Πατάκη, 378 σελ.
Τον Ιούνιο του 1960, ένοικοι ενός ξενοδοχείου σε ένα μικρό νησί των Διαποντίων, απέναντι από την Κέρκυρα, αποκλείονται εξαιτίας μιας καταιγίδας. Μια Αγγλίδα βρίσκεται νεκρή στο περίπτερο της παραλίας. Σε χιτσκοκική ατμόσφαιρα κλειστού δωματίου, όπου όλοι είναι ύποπτοι (ή μήπως σε ένα περιβάλλον που θυμίζει Αγκάθα Κρίστι;), αναζητείται η αλήθεια. Ένας παλαίμαχος ηθοποιός, γνωστός από το ρόλο του Σέρλοκ Χολμς που είχε υποδυθεί στην οθόνη, εφαρμόζει στην πράξη τις συμπερασματικές ικανότητες του διάσημου ντετέκτιβ. Δ.Κ.
Άντονι Χόροβιτς, Οι φόνοι του Μαρμπλ Χολ, μετάφραση: Χριστιάννα Σακελλαροπούλου, Διόπτρα, 632 σελ.
Ο Χόροβιτς επιστρέφει με την τρίτη περιπέτεια της Σούζαν Ράιλαντ. Η εκδότρια που εξελίχθηκε σε ερασιτέχνη ιδιωτική ερευνήτρια έχει εγκαταλείψει την Ελλάδα και έχει επιστρέψει στην Αγγλία, όπου επιμελείται το χειρόγραφο του τελευταίου μυθιστορήματος με ήρωα τον αγαπημένο Άττικους Πυντ, γραμμένο όχι από το δημιουργό του, Άλαν Κόνγουεϊ, αλλά από τον διάδοχό του, ονόματι Έλιοτ Κρέις. Ο νεαρός λογοτέχνης έχει εμπνευστεί από το φόνο της γιαγιάς του και η δαιμόνια εκδότρια συνειδητοποιεί πως η αλήθεια γι’ αυτό το φόνο βρίσκεται κρυμμένη στις σελίδες του βιβλίου. Με αφηγηματικό όχημα την αγαπημένη του τεχνική «ιστορία μέσα στην ιστορία», ο Χορόβιτς στήνει μια πολύπλοκη υπόθεση όπου κάθε πρόσωπο φαίνεται να κρύβει μυστικά και κίνητρα. Καθώς η πλοκή εξελίσσεται, νέα στοιχεία και απρόβλεπτες αποκαλύψεις διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το απρόσμενο τέλος. Μ.-Ι.Κ.
Χρήστος Μαρκογιαννάκης, Όλα τα μάτια πάνω μου, Ψυχογιός, 307 σελ.
Ένας δολοφόνος κυκλοφορεί στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του τα πτώματα τριών θεωρητικά άσχετων μεταξύ τους θυμάτων. Ένας άστεγος γέρος, μια νεαρή Ελληνογαλλίδα και ένας ντελιβεράς από το Μπαγκλαντές. Το μόνο κοινό στοιχείο είναι ότι έχουν αφαιρεθεί και από τους τρεις τα μάτια. Την υπόθεση αναλαμβάνουν πάλι οι συνήθεις ύποπτοι. Ο αστυνόμος Μάρκου, με νωπή την απώλεια της φίλης του Βέρας, την οποία αντικαθιστά στην εξέλιξη της έρευνας η προφάιλερ Ρουμπίνη, και ο νεαρός συνάδελφός του, αστυνόμος Μανιάς. Δ.Κ.
Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Το κρυφό τετράδιο, Κύφαντα, 98 σελ.
Ο Περικλής εισβάλλει στο σχολείο όπου εργάζεται δασκάλα η πρώην σύζυγός του. Αλλά το σχολείο είναι σχεδόν άδειο από παιδιά και δασκάλους, που έχουν πάει εκδρομή. Απογοητευμένος, συλλαμβάνει ως όμηρο τον μοναδικό δάσκαλο που έχει μείνει πίσω. Τηλεοπτικές κάμερες, περιπολικά και αναστατωμένοι γονείς φτάνουν έξω από το σχολείο. Ο επικεφαλής αστυνόμος τον πείθει, μετά από διαπραγματεύσεις, να παραδοθεί. Όταν, ξαφνικά, μια σφαίρα βρίσκει τον Περικλή στο κεφάλι. Ένας αγανακτισμένος πολίτης, ψυχικό ερείπιο, έχει πάρει τον νόμο στα χέρια του... Δ.Κ.
Τζένι Γκόντφρεϊ, Η λίστα με τα ύποπτα πράγματα, μετάφραση Σοφία Τρουλλινού, Μεταίχμιο, 540 σελ.
Γιορκσάιρ, 1979. Μια σειρά δολοφονίες τρομάζουν την τοπική κοινωνία. Η δωδεκάχρονη Μιβ πιστεύει πως αν καταφέρει να ανακαλύψει τον δράστη, όλα θα επιστρέψουν στην κανονικότητα. Μαζί με την καλύτερη φίλη της, Σάρον, δημιουργεί μια λίστα με όλα τα «ύποπτα» πρόσωπα και γεγονότα της γειτονιάς, όμως η αναζήτηση της αλήθειας αποκαλύπτει οικογενειακά μυστικά και κρυμμένες πληγές. Οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί και πειστικοί, η αφήγηση διατηρεί σταθερή ένταση και το μυθιστόρημα καταφέρνει να συγκινήσει, χωρίς να χάνει σε μυστήριο και αγωνία. Μ.-Ι.Κ.
Αντώνης Ζερβός, Η τρίτη γυναίκα, Bell, 416 σελ.
Ο Άλκης Βρεττός, ξεχασμένος αλκοολικός συγγραφέας, αρχίζει να λαμβάνει επιστολές από τον Βαλτάσαρ, το πνευματικό του δημιούργημα, με φωτογραφίες νεκρών γυναικών και το τελεσίγραφο εννέα μηνών για να παραδώσει νέο έργο, αν δεν θέλει να θρηνήσει την αγαπημένη του ανιψιά. Η απειλή φέρνει αποτέλεσμα, τα έργα που ακολουθούν γίνονται ανάρπαστα το ένα μετά το άλλο. Πέντε χρόνια μετά, λαμβάνει τη φωτογραφία μιας άγνωστης γυναίκας και βρίσκεται ύποπτος για τη δολοφονία της. Στο δεύτερο μυθιστόρημά του, ο Ζερβός δημιουργεί ένα ατμοσφαιρικό, δαιδαλώδες ψυχολογικό θρίλερ. Μ.-Ι.Κ.
Νίκι Φρεντς, Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;, μετάφραση: Κίκα Κραμβουσάνου, Διόπτρα, 504 σελ.
Στο τρίτο και τελευταίο μυθιστόρημα της σειράς με ηρωίδα την επιθεωρήτρια Μοντ O’Κόνορ, το επιτυχημένο συγγραφικό δίδυμο που υπογράφει ως Νίκι Φρεντς συνθέτει ένα καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ. 29 χρόνια πριν, ο Τάιλερ Γκριν, φοιτητής ιατρικής, καταδικάστηκε για τη δολοφονία του Λίου Μπάουερ, παρότι δήλωνε αθώος. Μετά την αποφυλάκισή του, η παρέα των φοιτητικών του χρόνων οργανώνει μια συνάντηση που θα έχει ακριβώς την ίδια κατάληξη με εκείνη που οδήγησε τον Τάιλερ στη φυλακή: το μόνο που διαφέρει είναι το θύμα. Ποιος όμως είναι ο ένοχος; Μ.-Ι.Κ.
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι, Το βιβλιοπωλείο με τις μαύρες γάτες, μετάφραση Δήμητρα Δότση, Μεταίχμιο, 292 σελ.
Σε ένα βιβλιοπωλείο αφιερωμένο στο αστυνομικό μυθιστόρημα που χρωστά το όνομά του στις δυο μαύρες γάτες του ιδιοκτήτη του, Μάρτσιο Μοντεκρίστο, οι οποίες ακούν στα ονόματα Πουαρό και Μις Μαρπλ, πραγματοποιεί τις συναντήσεις της η λέσχη ανάγνωσης Οι Ντετέκτιβ της Τρίτης.. Η αστυνόμος Άντζελα Ντιμάζε ζητά τη βοήθεια της ετερόκλητης αυτής ομάδας που αγαπά το μυστήριο. Ο Πούλισι αξιοποιεί με δεξιοτεχνία την αγάπη για τα κλασικά αριστουργήματα της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ένα απολαυστικό cozy crime. Μ.-Ι.Κ.
Ευτυχία Γιαννάκη, Θάλασσα σώσε με, Ίκαρος, 341 σελ.
Λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Ναύπλιο, στο Τολό όπου έχει μετατεθεί ο Αλμπάνης, ο υφιστάμενος του Χάρη Κόκκινου, βρίσκεται δολοφονημένη μια γυναίκα – δικηγόρος, πρώην σύζυγος του εισαγγελέα Ναυπλίου που την είχε εγκαταλείψει για μια νεότερή της. Ο Κόκκινος βοηθά τον Αλμπάνη στη διαλεύκανση του εγκλήματος. Λεπτή ειρωνεία, καλοδουλεμένοι, σύνθετοι χαρακτήρες και διάλογοι, αιχμηρά κοινωνικοπολιτικά σχόλια και οξυδερκής εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχολογία συγκαταλέγονται στα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής της Ευτυχίας Γιαννάκη, που συναντάμε και σε αυτό το προσεκτικά δομημένο βιβλίο. Μ.-Ι.Κ.
Τσάρλι Ντόνλι, Είκοσι χρόνια μετά, μετάφραση Κέλλυ Κρητικού, Κλειδάριθμος, 464 σελ.
Μια γυναίκα που σκοτώθηκε την 11η Σεπτεμβρίου ήταν κατηγορούμενη για το φόνο του εραστή της που είχε βρεθεί κρεμασμένος δυο μήνες πριν από το τρομοκρατικό χτύπημα με το οποίο εισήχθη ο 21ος αιώνας. Η Έιβερι Μέισον, δημοφιλής τηλεπαρουσιάστρια, διερευνά την υπόθεση είκοσι χρόνια μετά, ενώ προσπαθεί να κρατήσει καλά κρυμμένα και τα δικά της μυστικά. Η σύνθετη πλοκή περιλαμβάνει αναδρομές στο παρελθόν ενώ ο Τσάρλι Ντόνλι, που κατέχει τη συνταγή των μπεστ σέλερ δίνει έμφαση στην ακριβή αποτύπωση της δημοσιογραφικής έρευνας με ρυθμό που κλιμακώνεται σταδιακά και οδηγεί σε ένα αγωνιώδες τελευταίο μέρος και σε ένα συναρπαστικό και απρόσμενο τέλος. Μ.-Ι.Κ.
Χαβιέρ Θέρκας, Η ανεξαρτησία, μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου, Πατάκη, 448 σελ.
Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που υπερβαίνει τα όρια του είδους, μετατρέποντας την αστυνομική έρευνα σε αφορμή για μια διεισδυτική ανάλυση της σύγχρονης ισπανικής κοινωνίας. Με πρωταγωνιστή τον αστυνομικό και φανατικό αναγνώστη του Βίκτωρος Ουγκώ, Μελτσόρ Μαρίν, που γνωρίσαμε στο Τέρρα Άλτα, ο Θέρκας συνθέτει μια ιστορία εκβιασμού, πολιτικής διαπλοκής και προσωπικών διλημμάτων, όπου η αναζήτηση της αλήθειας συγκρούεται διαρκώς με την πολιτικο-οικονομική εξουσία και οργανωμένα συμφέροντα. Χάρη στο ύφος του, τη δημιουργία σύνθετων, αντιφατικών χαρακτήρων και την οργανική ένταξη των ανατροπών στην εξέλιξη της πλοκής, ο συγγραφέας επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στη δράση και στον πολιτικό και φιλοσοφικό προβληματισμό. Μ.-Ι.Κ.
ΙΣΤΟΡΙΑ – ΔΟΚΙΜΙΟ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Θεοδόσης Π. Τάσιος, Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία. Μια σύντομη ιστορική επισκόπηση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 232 σελ.
Πολύ περισσότερο από συνοπτική ιστορία της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας, το βιβλίο αυτό είναι μια γοητευτική περιήγηση στον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν τη σχέση της τεχνικής με τον πολιτισμό και την ανθρώπινη πρόοδο. Ο Θεοδόσης Τάσιος, με τη γνωστή του ευρυμάθεια και τη σπάνια αφηγηματική άνεση, συνδυάζει τη φιλοσοφία, την ιστορία και τη μηχανική, παρουσιάζοντας τα μεγάλα τεχνικά επιτεύγματα, από τη μυκηναϊκή έως την ελληνιστική εποχή. Από την αποξήρανση της Κωπαΐδας και τα πλοία του Οδυσσέα έως τα αυτόματα της Αλεξάνδρειας, κάθε κεφάλαιο αποδεικνύει ότι η τεχνολογία υπήρξε οργανικό στοιχείο του ελληνικού κόσμου. Η.Κ.
Θεοδόσης Π. Τάσιος, Αρχαία Ελληνική Στρατιωτική Τεχνολογία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 560 σελ.
Πίσω από τις μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες των αρχαίων Ελλήνων κρύβεται ένας κόσμος τεχνικής γνώσης, εφευρετικότητας και μαθηματικής ακρίβειας. Ο Θεοδόσης Τάσιος εξετάζει τη στρατιωτική τεχνολογία από τη μυκηναϊκή έως την ελληνιστική εποχή, φωτίζοντας όχι μόνο τα όπλα, τις οχυρώσεις και τις πολιορκητικές μηχανές, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονταν και λειτουργούσαν. Με αφετηρία τις αρχαίες πηγές και αξιοποιώντας τη γνώση του ως μηχανικός, ανασυνθέτει με σαφήνεια τις τεχνολογικές δυνατότητες μιας ολόκληρης εποχής, απαντώντας σε ερωτήματα που εξακολουθούν να προκαλούν το ενδιαφέρον του σύγχρονου αναγνώστη. Πλούσια εικονογραφημένο και τεκμηριωμένο, το βιβλίο αποτελεί σημείο αναφοράς για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία της τεχνολογίας, του πολέμου και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η.Κ.
Ανδρέας Πανταζόπουλος, Το Κάλεσμα του Ντοστογιέφσκι. Το Ένα και η πίστη, η ομορφιά και η ταυτότητα, Επίκεντρο, 192 σελ.
Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος προσεγγίζει τον Ντοστογιέφσκι μέσα από τις έννοιες της πίστης, της ομορφιάς, της ταυτότητας και της υπεροχής του Ενός απέναντι στον αξιακό πλουραλισμό της νεωτερικότητας. Στο κέντρο της μελέτης βρίσκεται η ντοστογιεφσκική αντίληψη της εκούσιας παράδοσης της ατομικής θέλησης σε μια ανώτερη πνευματική αρχή, καθώς και η σύγκρουσή της με την ιδεολογία της προόδου, με τον μηδενισμό και με τις πολιτικές διαιρέσεις. Το βιβλίο διαβάζει τον ρώσο συγγραφέα όχι απλώς ως λογοτέχνη αλλά ως φορέα μιας συνεκτικής θρησκευτικής και αντι-ιδεολογικής κοσμοθεωρίας, εχθρό δηλαδή του παπισμού αλλά και του αναρχοκομμουνιστικού μηδενισμού και του φιλελεέθερου σοσιαλισμού. Ένα απαιτητικό δοκίμιο για αναγνώστες που ενδιαφέρονται για τη σχέση λογοτεχνίας, πίστης και πολιτικής σκέψης. Η.Κ.
Εμίλ Ζολά, Το «Κατηγορώ...!» και άλλα κείμενα για την Υπόθεση Ντρέυφους, μετάφραση: Μαίρη Καιρίδη, Πατάκη, 160 σελ.
Το περίφημο Κατηγορώ…! του Ζολά, η απολογία του συγγραφέα στο δικαστήριο όταν διώχθηκε για την παρέμβαση εκείνη και σχετικά κείμενα του Ανατόλ Φρανς και του Ζαν Ζορές, σε μετάφραση της Μαίρης Καιρίδη, η οποία υπογράφει την εισαγωγή και επιμελήθηκε το χρονολόγιο που συνοδεύουν τα κείμενα. Με το κείμενο αυτό ο Ζολά χρησιμοποίησε τη φήμη του και το κύρος του και, ως ενεργός διανοούμενος, παρενέβη δυναμικά εναντίον της κρατικής συνωμοσίας που στόχο είχε να καταδικαστεί ένας αθώος, ο εβραίος λοχαγός Άλφρεντ Ντρέυφους, αποκαλύπτοντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα σκάνδαλα δικαστικής πλάνης και αντισημιτισμού στη Γαλλία του τέλους του 19ου αιώνα. Μ.-Ι.Κ.
Σωτήρης Ριζάς, Ο Ξενοφών Ζολώτας και η oικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, Τράπεζα της Ελλάδος, 364 σελ.
Η πορεία του κορυφαίου τεχνοκράτη, από την πρώιμη υποστήριξη της εκβιομηχάνισης της χώρας κατά τον Μεσοπόλεμο έως τη μακρά θητεία του στο τιμόνι της Τράπεζας της Ελλάδος και την πρωθυπουργία του στην οικουμενική κυβέρνηση του 1989-1990. Μέσα από το έργο φωτίζεται η διαρκής σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης για δημοσιονομική πειθαρχία και των αιτημάτων κοινωνικής αναδιανομής, καθώς και ο κρίσιμος ρόλος του Ζολώτα στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για στροφή προς την ευρωπαϊκή νομισματική σύγκλιση. Υποδειγματικά τεκμηριωμένο σύγγραμμα, απαραίτητο για την κατανόηση της σύγχρονης οικονομικής και πολιτικής μας ιστορίας. Β.Κ.
Γιάννης Πριόβολος, 1949 Γράμμος. «Ηυτοκτόνησαν ίνα μη αιχμαλωτισθώσι», Ψυχογιός, 182 σελ.
Στην αξιοσημείωτη σειρά των εκδόσεων Ψυχογιός, στην οποία συγγραφείς μετατρέπουν σε αφηγήσεις πραγματικά πολεμικά γεγονότα, ανήκει και αυτή που περιγράφει τη ζωή του ταγματάρχη Ιωάννη Βαλάση, με αφορμή το μοιραίο τέλος του, όταν αυτοκτόνησε τον Απρίλιο του 1949 στον Γράμμο για να μη συλληφθεί, μερικούς μήνες πριν από το τέλος των μαχών και του εμφυλίου. Η διαδρομή του έλληνα αξιωματικού από τη Μικρά Ασία και την Ευελπίδων στην μάχη των Οχυρών, την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τις λυσσώδεις μάχες στον Εμφύλιο το 1946-1949. Δ. Κ.
Shaun Walker, Οι Παράνομοι. Οι πιο παράτολμοι κατάσκοποι της Ρωσίας και η εδώ και έναν αιώνα αποστολή τους να διεισδύσουν στη Δύση, μετάφραση: Ελένη Κοτσυφού, Επίκεντρο, 416 σελ.
Από τα πιο φιλόδοξα και μακράς διάρκειας προγράμματα κατασκοπείας του 20ού και του 21ου αιώνα είναι η δράση των «παράνομων», των σοβιετικών και αργότερα ρώσων πρακτόρων που εκπαιδεύονταν επί χρόνια για να ζήσουν στο εξωτερικό με πλαστές ταυτότητες προκειμένου να διεισδύσουν βαθιά στις δυτικές κοινωνίες. Ο Τζον Γουόκερ βεσίζεται σε αρχειακή έρευνα και σε εκατοντάδες ώρες συνεντεύξεων για να φωτίσει και τις θεαματικές επιτυχίες αλλά και τις αποτυχίες, τις ψυχολογικές πιέσεις και το προσωπικό κόστος αυτής της διπλής ζωής. Συναρπαστική πολιτική και κατασκοπευτική ιστορία, που βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα όχι μόνο την παράδοση της KGB αλλά και τη σημερινή Ρωσία του Πούτιν. Διαβάζεται και ως θρίλερ. Η.Κ.
Ρόδης Ρούφος (Ο Αθηναίος), Στην Ελλάδα των συνταγματαρχών, μετάφραση Αλέξανδρος Μπαζούκης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 332 σελ.
Ένα σημαντικό ιστορικό και πολιτικό ντοκουμέντο του Ρόδη Ρούφου. Γράφτηκε στα γαλλικά κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1970 στην Ελβετία, με τίτλο Vérité sur la Grèce, με το ψευδώνυμο «Ο Αθηναίος». Στόχος του συγγραφέα ήταν να ενημερώσει τη διεθνή κοινή γνώμη για την κατάλυση της δημοκρατίας και τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα, μετατρέποντας το έργο σε μια πράξη πολιτικής αντίστασης. Η ελληνική έκδοση κυκλοφορεί για πρώτη φορά και περιλαμβάνει επίμετρο του μεταφραστή, Αλέξανδρου Μπαζούκη, εισαγωγή του Πάνου Λουκάκου, καθώς και νεότερη βιβλιογραφία σχετικά με τη δικτατορία. Μ.-Ι.Κ.
Μαρία Αθανασοπούλου, Νεοελληνικά Μελετήματα: Varia (Δημαράς, Σαββίδης, Καβάφης, Σεφέρης, Καζαντζάκης, Σαίξπηρ), Επίκεντρο, 248 σελ.
Περιήγηση στη νεοελληνική γραμματεία, με αφετηρία δύο μεγάλες μορφές της φιλολογικίας, τον Κ. Θ. Δημαρά και τον Γ. Π. Σαββίδη. Η Μαρία Αθανασοπούλου συγκεντρώνει μελέτες για τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Καζαντζάκη, εξετάζοντας τη σχέση της λογοτεχνίας με τις εικαστικές τέχνες, την ιστοριογραφία, τη μετάφραση, την πολιτική και την εκδοτική πράξη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναγνώσεις της αλληλογραφίας του Καβάφη, των ημερολογίων του Σεφέρη και της πρόσληψης του Ζορμπά, καθώς και η συγκριτική προσέγγιση ελληνικών μεταφράσεων των σονέτων του Σαίξπηρ. Ένας τόμος που αναδεικνύει τη λογοτεχνία ως ανοιχτό πεδίο διαλόγου, επιρροών και διαρκών επανερμηνειών. Η.Κ.
Ιωάννης Β. Δασκαρόλης, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το εσωτερικό μέτωπο (1917-1920), Α΄ τόμος: Η αντιβενιζελική εμπειρία (1917-1919), Επίκεντρο, 256 σελ.
Τεκμηριωμένη μελέτη για μία από τις πλέον οξείες και λιγότερο φωτισμένες όψεις του Εθνικού Διχασμού. Χαλκέντερος ερευνητής, ο Ιωάννης Β. Δασκαρόλης εξετάζει την εμπειρία των αντιβενιζελικών τα πρώτα χρόνια της βενιζελικής κυριαρχίας, εστιάζοντας στις πιέσεις, στους αποκλεισμούς και στις διώξεις που διαμόρφωσαν το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο. Αξιοποιώντας αρχειακές πηγές, Τύπο, απομνημονεύματα και σπάνια τεκμήρια, ανασυνθέτει το κλίμα της εποχής χωρίς αγιογραφικές απλουστεύσεις και αναδεικνύει το ρόλο του κράτους, των τοπικών μηχανισμών εξουσίας και της πολεμικής συγκυρίας, συμβάλλοντας ουσιαστικά όχι μόνο στην κατανόηση της περιόδου όσο και των λόγων της μακράς επιβίωσης του διχασμού στη συλλογική μνήμη. Η.Κ.
Paolo Fonzi, Η ιταλική κατοχή της Ελλάδας (1941- 1943), μετάφραση: Αχιλλέας Καλαμάρας, πρόλογος: Χάγκεν Φλάισερ, Ασίνη, 464 σελ.
Οι στρατιωτικές, πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις της ιταλικής παρουσίας στην Ελλάδα, τα χρόνια της Κατοχής, και οι επεκτατικές βλέψεις του φασισμού και οι αντιπαλότητες των δυνάμεων του Άξονα. Μια πρωτότυπη ερμηνεία για την πείνα του 1941-1942, που κατά το συγγραφέα χρησιμοποιήθηκε ως μέσο επιβολής των αποικιοκρατικών οικονομικών πολιτικών των κατακτητών, έγινε όμως ο αποφασιστικός κοινωνικός καταλύτης για τη μαζική ανάδυση της ελληνικής αντίστασης στην ύπαιθρο. Επιπλέον, αποδομείται ο μύθος των «καλών Ιταλών», καθώς τεκμηριώνονται οι σκληρές κατασταλτικές πρακτικές, οι εκτοπίσεις και οι σφαγές αμάχων, που κλιμακώθηκαν στην πολιτική «καμένης γης» το 1943. Εκτεταμένη παρουσίαση και μορφών μη ένοπλης, σατιρικής αντίστασης του πληθυσμού. Β.Κ.
Τάσος Τέλλογλου, Πατριδογνωσία. Ιστορίες ενός εμμονικού, Μεταίχμιο, 408 σελ.
Δεν είναι που σε κάποιες ιστορίες, εκεί στην αλβανική αναταραχή της άνοιξης του 1997, πρέπει κάπου να συναντηθήκαμε στο φυλάκιο της Κακαβιάς. Ούτε οι ατομικές μνήμες του. Ούτε καν αυτές οι απίθανες κατασκοπικές ιστορίες που πραγματικά εκτυλίχθηκαν αθόρυβα εδώ, στη γειτονιά μου. Είναι οι επίμονες ερωτήσεις επί παντός επιστητού. Οι ιστορίες, η έρευνα καλύτερα, όπως για την αιγαιοπελαγίτικη αλλοτρίωση και την εδραίωση παρανομιών. Μια χώρα πoυ προοδευτικά βυθίζεται σε συμπεριφορές ισοπέδωσης, αλλά και απρόσμενα πρόσωπα ελπίδας. Δεν φτάνουν, αλλά ο Τέλλογλου υπενθυμίζει ότι πρέπει να τα αναζητούμε. Γ.Π.
Eustace Palmer, Αφρική. Μια εισαγωγή, μετάφραση: Νεκτάριος Καλαϊτζής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 656 σελ.
Εξαιρετικά κατατοπιστικό βιβλίο που επιχειρεί να απαλλάξει την Αφρική από τα στερεότυπα με τα οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται στη Δύση. Η γεωγραφία, η ιστορία, η αποικιοκρατία, οι κοινωνίες, οι οικονομίες, οι θρησκείες και οι πολιτισμοί της αφρικανικής ηπείρου, χωρίς απλουστεύσεις και εύκολες γενικεύσεις. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη εισαγωγή που αναδεικνύει την πολυμορφία και τη δυναμική μιας ηπείρου η οποία διαδραματίζει ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στον σύγχρονο κόσμο. Η Αφρική πέρα από προκαταλήψεις. Η.Κ.
Odd Arne Westad, Η επερχόμενη καταιγίδα, μετάφραση: Νίκος Λίγγρης, Αλεξάνδρεια, 282 σελ.
Ο Οντ Άρνε Γουέσταντ, εξέχων ιστορικός, μεταξύ άλλων και της νεότερης Κίνας, παρακάμπτει την εσχάτως πολυσυζητημένη «Παγίδα του Θουκυδίδη» ως απειλή του παρόντος και καταθέτει το δικό του παράδειγμα. Τις ομοιότητες με το τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, όταν η ηγεμονία της Βρετανίας, στη θέση της Αθήνας και σήμερα των ΗΠΑ, έβλεπε την ανερχόμενη Γερμανία, στη θέση της Σπάρτης και σήμερα της Κίνας, να αναζητεί μια θέση στον ήλιο. Δ.Κ.
Βόλφραμ Αϊλενμπέργκερ, Η φλόγα της ελευθερίας - Άρεντ, Μποβουάρ, Ραντ, Βέιλ. Η δύναμη της φιλοσοφίας σε σκοτεινούς καιρούς, μετάφραση: Ειρήνη Γεουργά, Διόπτρα, 456 σελ.
Η ζωή και οι στοχαστικές διαδρομές τεσσάρων από τις σημαντικότερες φιλοσόφους του 20ού αιώνα: της Χάνα Άρεντ, της Σιμόν ντε Μποβουάρ, της Άιν Ραντ και της Σιμόν Βέιλ. Τεσσάρων γυναικών, ιδεολογικά διαφορετικών, που θέτουν και επιχειρούν να απαντήσουν θεμελιώδη ερωτήματα για την ελευθερία, την ευθύνη, τη δικαιοσύνη και τον ρόλο του ανθρώπου απέναντι στην Ιστορία. Ο συγγραφέας συνδυάζει τη βιογραφική αφήγηση με τη φιλοσοφική ανάλυση, παρουσιάζοντας τις ιδέες των φιλοσόφων με τρόπο κατανοητό και ζωντανό. Μ.-Ι.Κ.
Margaret Atwood, Άλλοι κόσμοι. Φαντασία και επιστημονική μυθοπλασία, μετάφραση: Βασιλική Σχίζα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 288 σελ.
Τι είναι τελικά η επιστημονική φαντασία και γιατί εξακολουθεί να μας γοητεύει; Η Μάργκαρετ Άτγουντ απαντά συνδυάζοντας προσωπικές αναμνήσεις, λογοτεχνική κριτική και δοκιμιακό στοχασμό. Με το γνώριμο χιούμορ και την οξυδέρκειά της, παρακολουθεί την ιστορία του είδους από τους μύθους έως τη σύγχρονη λογοτεχνία, σχολιάζει κορυφαίους συγγραφείς και εξηγεί πώς η φαντασία συνομιλεί διαρκώς με την πραγματικότητα. Ένα βιβλίο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως εισαγωγή στην επιστημονική φαντασία και ως προσωπική εξομολόγηση μιας από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της. Η.Κ.
Άγγελος Συρίγος, Ελλάδα και Τουρκία. 50 Ερωτήματα και Απαντήσεις, Πατάκη, 390 σελ.
Το σύνολο των διμερών αντιθέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία, το ιστορικό βάθος της αντιπαράθεσης και οι σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις. Ο συγγραφέας αναλύει τη φύση της τουρκικής απειλής, τεκμηριώνοντας ότι η διένεξη δεν οφείλεται σε ψυχολογικά σύνδρομα του παρελθόντος, αλλά σε υπαρκτές, συγκρουόμενες στρατηγικές επιλογές στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Στο βιβλίο υπογραμμίζεται η ανάγκη για μια συγκροτημένη εθνική στρατηγική αποτροπής, η οποία βασίζεται στην αμυντική ετοιμότητα, την ανάπτυξη εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας και τη σύναψη ισχυρών συμμαχιών. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο κομβικός ρόλος της Κύπρου για τη γεωπολιτική ισχύ του ελληνισμού, ενώ ανατέμνονται οι ποιοτικές αναβαθμίσεις του τουρκικού αναθεωρητισμού, όπως το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Β.Κ.
Ιόλη Βιγγοπούλου - Αλίκη Ασβεστά, Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 368 σελ.
Μέσα από τις μαρτυρίες περισσότερων από εκατό ευρωπαίων περιηγητών, το βιβλίο ανασυνθέτει έναν κόσμο ταυτόχρονα καθημερινό και εξωτικό για το δυτικό βλέμμα: τον κόσμο των οθωμανικών χαμάμ. Οι συγγραφείς αξιοποιούν ταξιδιωτικά χρονικά, εικόνες και σπάνιες πηγές για να φωτίσουν όχι μόνο την αρχιτεκτονική και τη λειτουργία των λουτρών, αλλά και τον κοινωνικό τους ρόλο, τις θρησκευτικές τους διαστάσεις και, κυρίως, την ιδιαίτερη θέση που κατείχαν στη ζωή των γυναικών. Μια πρωτότυπη μελέτη που συνδυάζει την ιστορία, την περιηγητική γραμματεία και την ιστορία της καθημερινότητας, προσφέροντας τη συναρπαστική εικόνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσα από τα μάτια των ταξιδιωτών που έρχονται στην Ανατολή από την Ευρώπη. Η.Κ.
Steven Shaviro, Διαγνωσία. Νόηση και αισθητικότητα, μετάφραση: Βαρβάρα Σπυροπούλου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 288 σελ.
Πού τελειώνει η ανθρώπινη νόηση και πού αρχίζει η τεχνητή; Μπορούν να σκεφτούν τα ζώα, τα φυτά ή οι μηχανές; Ο Steven Shaviro αξιοποιεί τη φιλοσοφία και την επιστημονική φαντασία για να διερευνήσει μερικά από τα πιο απαιτητικά ερωτήματα της εποχής μας. Με αφετηρία τη σκέψη του Άλαν Τιούρινγκ αλλά και σύγχρονες θεωρίες για τη συνείδηση και την αισθητικότητα, προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης της νοημοσύνης, πέρα από τα αυστηρά ανθρώπινα όριά της. Ένα απαιτητικό αλλά ιδιαίτερα γόνιμο δοκίμιο που ανοίγει νέους δρόμους στο διάλογο ανάμεσα στη φιλοσοφία, την τεχνολογία και τη λογοτεχνία. Η.Κ.
Φρίντα Κάλο, Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις, μετάφραση: Ιωάννης Σ. Καψόπουλος, Key Books, 114 σελ.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο με συνεντεύξεις σπουδαίων προσωπικοτήτων της τέχνης και της δημόσιας ζωής είναι αφιερωμένο στη δημοφιλή ζωγράφο Φρίντα Κάλο (1907-1954), μια γυναίκα που μεταστοιχείωσε σε προσωπικό ιδίωμα τον πόνο από τα σωματικά και ψυχικά της τραύματα. Μέσα από τα λόγια της αναδύεται μια προσωπικότητα πολύ πιο σύνθετη από τον μύθο που τη συνοδεύει: ευφυής, αιχμηρή, πολιτικοποιημένη, με χιούμορ και απόλυτη επίγνωση της καλλιτεχνικής της ταυτότητας. Οι συνεντεύξεις δείχνουν πώς η Κάλο διεκδίκησε τη δική της θέση πέρα από τη σκιά του Ντιέγκο Ριβέρα και πώς οικοδόμησε η ίδια τη δημόσια εικόνα της. Με την εισαγωγή της βιογράφου Χέιντεν Ερέρα, ο τόμος αποτελεί ιδανική γνωριμία με τη γυναίκα πίσω από το διαχρονικό της σύμβολο. Η.Κ.
Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις ελευθερίες μας και τη δημοκρατία από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Επίσης, επιδρούν εξαιρετικά αρνητικά στην ομαλή ανάπτυξη των μικρών παιδιών και την ενηλικίωσή τους. Αυτά είναι πλέον αναμφισβήτητα. Kαι, ταυτόχρονα, για μένα, παντελώς αποκαρδιωτικά.
Έστειλα το πρώτο μου email το φθινόπωρο του 1988, και το 1989, ως πρωτοετής μεταπτυχιακός φοιτητής στο University of Illinois Urbana-Champaign, έγινα μέλος της «λίστας» Hellas, ενός πρωτόλειου ΜΚΔ που είχαν δημιουργήσει περίπου 250 έλληνες φοιτητές (220 στις ΗΠΑ, 5 στην Ελλάδα και οι υπόλοιποι κυρίως στη Βρετανία) για δική μας χρήση, που λειτουργούσε ακριβώς όπως το twitter (ή Χ).
Τότε, όλοι όσοι συμμετείχαμε στην ανάδυση του ψηφιακού κόσμου πιστεύαμε ότι η δυνατότητα δικτύωσης μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών θα έκανε τη ζωή μας καλύτερη, θα έφερνε τον κόσμο πιο κοντά και θα εκμηδένιζε τις αποστάσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Δυστυχώς, διαψευστήκαμε οικτρά.
Ευτυχώς, από τις αρχές του χρόνου, κυρίως στην Ευρώπη, έχει ενταθεί η αντίδραση εναντίον των ΜΚΔ, λόγω των εξαιρετικά αρνητικών επιδράσεων που έχει η χρήση τους στα παιδιά, στην τήρηση του νόμου σε ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινης δραστηριότητας και στη λειτουργία των δημοκρατιών μας.
Η Ισπανία, η Γαλλία, η Βρετανία και η Ελλάδα είτε έχουν ανακοινώσει ή εξετάζουν την απαγόρευση της χρήσης ΜΚΔ από παιδιά κάτω των 16 ετών. Σε συνέντευξή του στον Guardian, ο «εφευρέτης» του διαδικτύου Τιν Μπέρνερς-Λι είπε[1] ότι το διαδίκτυο είναι «χαλασμένο» αλλά υπάρχει ακόμη περιθώριο «σωτηρίας» του. Η γαλλική αστυνομία έκανε επιδρομή στα γραφεία του X στο Παρίσι στις 4 Φεβρουαρίου και προχώρησε στην κατάσχεση υπολογιστών, σκληρών δίσκων, εγγράφων κ.λπ., στο πλαίσιο εισαγγελικής έρευνας για προώθηση παιδικής πορνογραφίας μέσω της πλατφόρμας του Ίλον Μασκ. Στις ΗΠΑ βρίσκεται σε εξέλιξη δίκη στην Καλιφόρνια εναντίον της Meta, ιδιοκτήτριας του Facebook και του Instagram, η οποία κατηγορείται από ομάδα γονέων ότι συνέβαλε στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας των παιδιών τους, με αποτέλεσμα κάποια απ’ αυτά να αυτοκτονήσουν.
Σε ό,τι ακολουθεί περιγράφω τον κίνδυνο και τις αιτίες του φαινομένου και προτείνω μια ριζική και, κατά τη γνώμη μου, εύκολα εφαρμόσιμη λύση της υπαρξιακής απειλής που αντιμετωπίζουν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες μας από τα ΜΚΔ. Στη βάση του επιχειρήματος μου βρίσκεται μια απλή ιδέα:
Η ΕΕ πρέπει να απαγορεύσει τη λειτουργία όλων των ιδιωτικών ΜΚΔ, για την προστασία των ευρωπαίων πολιτών και των ευρωπαϊκών δημοκρατιών από τη σαφή απειλή που αποτελούν τα κερδοσκοπικά ΜΚΔ, βάσει της αρχής salus populi suprema lex[2]. Χωρίς πολλές περιστροφές και ρητορικές περικοκλάδες, το «ζουμί» είναι αυτό. Είτε απαγορεύουμε τα τοξικά ΜΚΔ άμεσα ή σε μερικά χρόνια θα προσπαθούμε να σώσουμε την Ευρώπη από τον νέο Χίτλερ που επωάζεται αυτή τη στιγμή στη «θαλπωρή» του «φακέλου Έπστιν» και των τρολ του Χ και του Facebook.
Η υπαρξιακή απειλή των ΜΚΔ
Η απειλή των ΜΚΔ οφείλεται σε τρία συστατικά στοιχεία τους, που αποτελούν μέρος της ταυτότητας και του DNA τους.
1. Τα ΜΚΔ έχουν εξαλείψει το κόστος συνεύρεσης ανθρώπων που έχουν περιθωριακές και ακραίες ιδέες και έχουν διευκολύνει τη διάδοση θεωριών συνωμοσίας και ψεμάτων – με κόστος, συχνά, ανθρώπινες ζωές.
Μέχρι τη δημιουργία των ΜΚΔ, το 2004, άνθρωποι που είχαν εξτρεμιστικές ή/και περιθωριακές απόψεις ζούσαν απομονωμένοι από τους όμοιούς τους γιατί δεν υπήρχαν ψηφιακοί τόποι συνάντησης και οι ειδήσεις που καταναλώναμε ήταν επιμελημένες (curated) από επαγγελματίες δημοσιογράφους με βάση κάποια ελάχιστα κριτήρια επιλογής, επεξεργασίας και παρουσίασής τους. Με τη δημιουργία του Facebook, του twitter, του Instagram και, πρόσφατα, του Tik Tok, αυτό δεν ισχύει πλέον.
Ο κάθε συνωμοσιολόγος και η κάθε ματιασμένη μπαίνουν στα ΜΚΔ και επικοινωνούν σε ομοίους τους τις ανοησίες τους, οι οποίες διαδίδονται με το πάτημα ενός κουμπιού. Είναι βέβαιο, για παράδειγμα, ότι εάν δεν υπήρχαν ΜΚΔ, το ποσοστό εμβολιασμού εναντίον του covid θα ήταν πολύ μεγαλύτερο και θα είχαν πεθάνει εκατοντάδες ή χιλιάδες λιγότεροι Έλληνες στην πανδημία.
2. Τα ΜΚΔ χρησιμοποιούνται κακόβουλα για τη χειραγώγηση ψηφοφόρων και της κοινής γνώμης από πολιτικούς οργανισμούς και ξένες μυστικές υπηρεσίες επειδή δεν υπάρχει τρόπος (ή διάθεση...) ελέγχου και αποκλεισμού λογαριασμών ψεύτικων χρηστών.
Το πιο σοβαρό περιστατικό κακόβουλης χειραγώγησης χρηστών ΜΚΔ μέχρι στιγμής σημειώθηκε πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ, όταν η προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ και οι μυστικές υπηρεσίες της Ρωσίας (όχι κατ’ ανάγκην σε συνεργασία μεταξύ τους) χρησιμοποίησαν ψεύτικους λογαριασμούς στο Facebook και στο twitter για να χειραγωγήσουν ψηφοφόρους στις κρίσιμες πολιτείες και εκλογικές περιφέρειες που, τελικά, έκριναν τη νίκη του υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών.
Στην Ελλάδα, στις 25 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης δήλωσε στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ ότι πριν από δώδεκα μήνες, στα ΜΚΔ, 50 χιλιάδες «κουκουλοφόροι λογαριασμοί», όπως τους αποκάλεσε, καλούσαν τον κόσμο στους δρόμους με στόχο την αποσταθεροποίηση της χώρας και την ανατροπή της κυβέρνησης με μη δημοκρατικά μέσα.
Δεδομένου ότι ένα ΜΚΔ μεγιστοποιεί τα έσοδά του και την οικονομική αξία του όσο πιο πολλούς χρήστες έχει, τα ΜΚΔ επιτρέπουν στον οποιοσδήποτε να δημιουργεί πολλαπλούς λογαριασμούς στην πλατφόρμα, αρκεί να έχει πολλαπλούς λογαριασμούς email, κάτι που είναι πολύ εύκολο να κάνει. Αυτό, επίσης, σημαίνει ότι κακόβουλοι παίκτες, όπως πληρωμένα τρολ, μυστικές υπηρεσίες, εγκληματικές οργανώσεις κ.λπ. δημιουργούν εκατοντάδες ή χιλιάδες λογαριασμούς σε ΜΚΔ, με ψεύτικες «ταυτότητες», για να εξυπηρετήσουν τις σκοπιμότητές τους.
Η ανωνυμία σε συνδυασμό με την πλαστοπροσωπία, δηλαδή δύο από τα βασικά συστατικά στοιχεία των ΜΚΔ, αποτελούν πυριτιδαποθήκη στα θεμέλια της δημοκρατίας μας και ξεκάθαρη και άμεση απειλή για τις ελευθερίες μας.
3. Τα ΜΚΔ, συνειδητά, απομονώνουν τους χρήστες τους σε εικονικές αίθουσες ομοϊδεατών τους (echo chambers) και με τον τρόπο αυτό οξύνουν, συνειδητά, τις πολιτικές διαφορές και τις κοινωνικές εντάσεις.
Οι άνθρωποι δεν παρακολουθούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που προσφέρουν την καλύτερη, πιο αντικειμενική και σφαιρική ενημέρωση αλλά αυτά που προσφέρουν ενημέρωση φιλτραρισμένη μέσα από την ιδεολογία ή/και τις προκαταλήψεις του ακροατηρίου τους. Αυτό δεν είναι γνώμη μου ή εικασία. Είναι καλά στοιχειοθετημένο εμπειρικό δεδομένο που έχει παρατηρηθεί και αποδειχθεί σε δεκάδες επιστημονικές εργασίες[3]. Αυτό, στην ψυχολογία, λέγεται «προκατάληψη επιβεβαίωσης» (confirmation bias).
Στον κόσμο των ΜΚΔ η προκατάληψη επιβεβαίωσης των χρηστών ενθαρρύνεται, ενισχύεται και καταλήγει να αποτελεί θεμέλιο λίθο του μοντέλου λειτουργίας τους.
Όσο περισσότερο χρόνο περνούν στο ΜΚΔ οι χρήστες, τόσο περισσότερα στοιχεία για τις προτιμήσεις του χρήστη συγκεντρώνει το ΜΚΔ και τόσο περισσότερες στοχευμένες διαφημίσεις τού «σερβίρει». Με τον τρόπο αυτό το ΜΚΔ μεγιστοποιεί τα διαφημιστικά έσοδά του και τη χρηματιστηριακή αξία του.
Τα ΜΚΔ έχουν ανακαλύψει από πολύ νωρίς ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να κρατήσουν τους χρήστες τους ενεργούς (engaged) είναι να τους προκαλέσουν αρνητικά αισθήματα, όπως π.χ. οργή. Και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να εξοργισθεί κάποιος είναι να βρεθεί σε ένα χώρο με ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τα ίδια με αυτόν πράγματα, γιατί τα μέλη του όχλου μπορούν πολύ εύκολα να οδηγήσουν το σύνολο σε φρενίτιδα, ξεστομίζοντας υπερβολές, ψέματα και ανοησίες. Πού είναι πιο πιθανό να περάσει το χρόνο του ένας νεαρός και να συμμετάσχει σε βίαιες ενέργειες; Σε συγκέντρωση μελών της Θύρας 7 ή σε ένα γυμναστήριο στο οποίο συχνάζουν οπαδοί όλων των ομάδων;
Γι’ αυτό, τα ΜΚΔ θυμίζουν πλατεία ελληνικής πόλης τη δεκαετία του 1980: πράσινα καφενεία, μπλε καφενεία, τα γραφεία του ΚΚΕ, τα γραφεία των οπαδών του Παναθηναϊκού, απέναντι από τα γραφεία των οπαδών του Ολυμπιακού, δίπλα από τη λέσχη της παραθρησκευτικής οργάνωσης, και στη μέση τα καροτσάκια που πουλάνε πασατέμπο και παγωτό χωνάκι. Όσοι διαφωνούν μαζί μας διαγράφονται ή «μπλοκάρονται» και μας διαγράφουν ή μας «μπλοκάρουν». Με τον τρόπο αυτό, όμως, ριζοσπαστικοποιείται η κοινωνία γιατί δεν ακούμε διαφορετικές από τη δική μας γνώμες, «επιβεβαιώνουμε» και «επαληθεύουμε» τις γνώμες μας διαρκώς αφού συναναστρεφόμαστε μόνο ομοϊδεάτες μας και οποιαδήποτε διαφορετική άποψη απορρίπτεται αυτόματα: γιατί να προσπαθήσω να σε πείσω όταν έχω, π.χ., 621 «φίλους» στο Facebook που συμφωνούν μαζί μου;
Πρόβλημα χωρίς λύση;
Αυτά είναι τα θεμελιώδη και άλυτα προβλήματα που έχουν τα ΜΚΔ και τα οποία είναι αποτέλεσμα του επιχειρηματικού μοντέλου τους. Της μεγιστοποίησης, δηλαδή, του αριθμού των χρηστών και επίσης της μεγιστοποίησης της παραμονής τού κάθε χρήστη στην πλατφόρμα σε κάθε επίσκεψή του, με απώτερο στόχο τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας.
Τα έσοδα των ΜΚΔ προέρχονται από τις πωλήσεις διαφημιστικού χώρου στους «τοίχους» των χρηστών και από την πώληση των προφίλ συμπεριφοράς των χρηστών σε διαφημιστές και κακόβουλους παίκτες. Για να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα αυτά ο χρήστης πρέπει να μείνει ενεργός όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο μέσα στο ΜΚΔ.
Η λειτουργία του ΜΚΔ είναι δομημένη έτσι ώστε να επιμηκύνει όσο το δυνατόν περισσότερο την επίσκεψη του χρήστη στο μέσο. Με τον τρόπο αυτό μεγιστοποιείται ο αριθμός των διαφημίσεων που προβάλλονται και εμπλουτίζεται το προφίλ του χρήστη, το οποίο πωλείται στις διαφημιζόμενες εταιρείες.
Οι προτιμήσεις και οι απέχθειες του χρήστη, που φανερώνονται από το περιεχόμενο το οποίο καταναλώνει όταν επισκέπτεται το ΜΚΔ και από τους «φίλους» που αποκτά και, εξίσου σημαντικό, διαγράφει, αποτελούν το κυριότερο περιουσιακό στοιχείο (asset) που δημιουργεί το ΜΚΔ από τη λειτουργία του. Τα προφίλ των χρηστών των ΜΚΔ αποτελούν τη Λυδία Λίθο των διαφημιστών: για πρώτη φορά στην ιστορία οι διαφημιστές και οι διαφημιζόμενοι μπορούν να απευθύνουν διαφημιστικά μηνύματα στοχευμένα σε ανθρώπους που πληρούν το προφίλ των καταναλωτών των προϊόντων των εταιρειών ή, μέσω των συμπεριφορών τους στο ΜΚΔ, σε ανθρώπους που φαίνεται ότι ψάχνουν να αγοράσουν κάποιο συγκεκριμένο προϊόν.
Δεν υπάρχει «συμβατικός» τρόπος αντιμετώπισης της απειλής που αποτελούν τα ΜΚΔ για τη δημοκρατία και τις ελευθερίες μας, όπως π.χ. η επιβολή ρυθμιστικών κανόνων στη λειτουργία τους. Κι αυτό γιατί, ενώ είναι κερδοσκοπικές εταιρείες μέσων μαζικής ενημέρωσης που στηρίζονται στη διαφήμιση, έχουν μια σημαντική διαφορά με τα παραδοσιακά ΜΜΕ και αυτή είναι που δημιουργεί το πρόβλημα: είναι διαδραστικά μέσα, ο χρήστης δηλαδή συμμετέχει ενεργά στην επαφή του με το μέσον και το μέσον προσφέρει στον χρήστη περιεχόμενο που απευθύνεται αποκλειστικά στον ίδιο με βάση τις προτιμήσεις του.
Ο μόνος τρόπος για να διακοπεί αυτό το κύκλωμα ανατροφοδότησης (feedback loop) είναι να εκλείψει ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας των ΜΚΔ. Εάν λείψει ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας τους, και με μερικές τροποποιήσεις στον τρόπο επιλογής περιεχομένου που βλέπει ο χρήστης, τα ΜΚΔ μπορούν να μετατραπούν σε τόπους συνάντησης ανθρώπων, αντί για «αίθουσες ηχούς» και γιάφκες παραγωγής εξτρεμισμού και κοινωνικής δυσαρμονίας και σύγκρουσης που είναι σήμερα.
Η λύση στο πρόβλημα της τοξικότητας των ΜΚΔ
Η λύση σε αυτό το τεράστιο υπαρξιακό πρόβλημα για τις δημοκρατίες μας είναι η απαγόρευση λειτουργίας των κερδοσκοπικών ΜΚΔ και η δημιουργία ενός ΜΚΔ, σαν το Facebook ή το X, το οποίο θα είναι κοινωφελής οργανισμός (utility) και όχι κερδοσκοπική εταιρεία. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αδρανοποιηθεί η τοξικότητα που προσδίδει στα ΜΚΔ ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας τους. Επίσης είναι ο μόνος τρόπος για να επιβληθεί από κάποια αρχή έλεγχος στη λειτουργία των αμερικανικών ΜΚΔ, τα οποία, λόγω μεγέθους και οικονομικής επιφάνειας, είναι σε θέση να καταπνίξουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία ελέγχου και περιορισμού τους από το Κογκρέσο των ΗΠΑ.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα είναι πρωτοφανής ή ασυνήθιστη. Μετά τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008, για να αποτρέψουν ένα νέο όργιο κερδοσκοπίας και χρεωκοπιών των τραπεζών, οι ρυθμιστικές αρχές των δυτικών χωρών επέβαλαν νέο πλαίσιο λειτουργίας που, επί της ουσίας, μετέτρεψε τις τράπεζες σε κοινωφελείς οργανισμούς (utilities): η υπηρεσία που προσφέρουν είναι τόσο ζωτικής σημασίας για την κοινωνία που επιτρέπεται πλέον να λειτουργούν μόνο υπό εξαιρετικά αυστηρούς περιορισμούς όσον αφορά τα ρίσκα που επιτρέπεται να αναλαμβάνουν. Είναι «too big to fail», δηλαδή πολύ μεγάλες για να επιτραπεί η κατάρρευσή τους.
Τα ΜΚΔ είναι «too dangerous to be private», δηλαδή πολύ επικίνδυνα για να είναι ιδιωτικές εταιρείες. Επίσης, όπως, ελπίζω, έχει γίνει κατανοητό από τα παραπάνω, δεν είναι εφικτό να επιβληθούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση περιορισμοί τέτοιοι στον τρόπο λειτουργίας των ΜΚΔ που να αδρανοποιήσουν τα τοξικά χαρακτηριστικά τους, ειδικά αφού όλα τα ΜΚΔ είναι γιγαντιαίες αμερικανικές εταιρείες που ασκούν τεράστια επιρροή στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ.
Φυσικά, τώρα που «το τζίνι έχει βγει από το μπουκάλι», δηλαδή τα ΜΚΔ αποτελούν μέρος της ζωής μας, η ιδέα ότι μπορεί η ΕΕ απλώς να απαγορεύσει τη λειτουργία των αμερικανικών ΜΚΔ είναι επίσης ανεδαφική και ανεφάρμοστη.
Η λύση είναι να απαγορευτούν τα ιδιωτικά ΜΚΔ και να αντικατασταθούν από μια μη κερδοσκοπική πλατφόρμα, που (1) θα έχει έδρα στην ΕΕ, (2) θα προσφέρει όλες τις λειτουργίες που προσφέρουν σήμερα τα ΜΚΔ, (3) θα επιτρέπει τη δημιουργία μόνο ενός λογαριασμού χρήστη ανά άτομο και (4) δεν θα χειραγωγεί τη ροή αναρτήσεων που βλέπει ο χρήστης με στόχο την παραμονή του όσο το δυνατόν περισσότερο στην πλατφόρμα.
Εικάζω ότι ένα τέτοιο ΜΚΔ θα γίνει ευρύτατα αποδεκτό σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ειδικά εάν απαγορευτεί η λειτουργία των σημερινών, κερδοσκοπικών ΜΚΔ. Ως χρήστης των ΜΚΔ σήμερα, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η συντριπτική πλειονότητα των αναρτήσεων που βλέπω καθημερινά είναι διαφημίσεις και αναρτήσεις από ψευδεπίγραφους λογαριασμούς. Μια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς αυτό το περιεχόμενο-σκουπίδια θα είναι σαν να κάνει κάποιος τη μετάβαση στο Netflix από ένα τηλεοπτικό κανάλι που έχει κάθε ώρα 45 λεπτά διαφημίσεις και 15 λεπτά πρόγραμμα.
Όσον αφορά τις πιθανές αντιδράσεις από την Ουάσιγκτον εάν απαγορευτεί η λειτουργία των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών ΜΚΔ, αρκεί να σημειωθούν τα εξής:
Πρώτον, η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ, που έχει αντιληφθεί εν πολλοίς τον κίνδυνο τον οποίο αποτελούν τα ΜΚΔ, έχει αρχίσει να συμφιλιώνεται με την ιδέα ότι έρχονται περιορισμοί στη λειτουργία τους και ότι, κατά πάσα πιθανότητα, την αρχή θα κάνει η Ευρώπη. Ο Scott Galloway, πασίγνωστος καθηγητής μάρκετινγκ στο New York University και δημόσιος διανοούμενος, σε συνέντευξη στο podcast Bulwark, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026, είπε[4]: «Τους επόμενους 12 μήνες κάποια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα θα απαγορεύσει μια μεγάλη εταιρεία τεχνολογίας. Θα πουν: “Έρχεστε εδώ, προκαλείτε κλινική κατάθλιψη στα παιδιά μας, καταστρέφετε τα μέσα μαζικής ενημέρωσής μας, απορροφάτε δισεκατομμύρια από το ΑΕΠ μας. Τελειώσαμε. Φεύγετε. Και δεν μπορείτε να προβάλετε επιχειρήματα για τα δικαιώματα ελεύθερης έκφρασης γιγαντιαίων πολυεθνικών εταιρειών όταν οι αυτοκτονίες εφήβων [λόγω των ΜΚΔ] έχουν απογειωθεί”. Ό,τι κάναμε με τις εταιρίες τσιγάρων και με τα φαρμακευτικά σκευάσματα οπιοειδών μπορούμε να το κάνουμε και [με τα ΜΚΔ]». Αυτό είναι το κλίμα στις ΗΠΑ και η Ευρώπη δεν έχει τίποτε να φοβάται από μια απαγόρευση της λειτουργίας των αμερικανικών ΜΚΔ στην ΕΕ.
Δεύτερον, η Κίνα, η Ρωσία και οι περισσότερες αραβικές χώρες απαγορεύουν ήδη εδώ και χρόνια τη λειτουργία των αμερικανικών ΜΚΔ στην επικράτειά τους χωρίς να έχουν προκαλέσει εμπορικά ή πολιτικά αντίποινα από τις ΗΠΑ.
Τρίτον, η Ευρώπη σήμερα απαγορεύει την εισαγωγή αμερικανικών αγροτικών προϊόντων και τροφίμων που περιέχουν γενετικά τροποποιημένες πρώτες ύλες, επίσης χωρίς αντίποινα. Επιπλέον, η ΕΕ απαγορεύει την εισαγωγή πουλερικών και προϊόντων που περιέχουν κρέας πουλερικών, γιατί οι αμερικανικές βιομηχανίες απολυμαίνουν τα σφάγια με διάλυμα χλωρίνης, κάτι που απαγορεύεται στην Ευρώπη. Άρα, η απαγόρευση αμερικανικών εταιρειών από την ΕΕ για σημαντικούς λόγους, που αφορούν την ασφάλεια ή στη δημόσια υγεία, έχουν προηγούμενο.
Τέταρτον, η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια έχει επιβάλει δρακόντεια πρόστιμα ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ σε αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας για παραβίαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Ο Λευκός Οίκος είτε σιώπησε ή εξέδωσε χλιαρές ανακοινώσεις διαμαρτυρίας, αφού οι ένοικοί του, τουλάχιστον μέχρι πέρυσι, αναγνώριζαν ότι ο νόμος είναι νόμος και ότι η δημοκρατική Ευρώπη των 500 εκατομμυρίων κατοίκων ενεργεί με βάση το νόμο και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Πέμπτον, δεν μπορούν ποτέ να γίνουν αποδεκτές πιθανές αντιρρήσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ σχετικά με «κρατικό έλεγχο» των προσωπικών δεδομένων των χρηστών ενός τέτοιου ΜΚΔ. Κι αυτό γιατί όχι μόνο η ΕΕ είναι η μόνη περιοχή του πλανήτη που έχει επιβάλει αυστηρούς κανόνες προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών της στο διαδίκτυο αλλά γιατί η Ουάσιγκτον έχει αποκτήσει πολλές φορές, παράνομα, πρόσβαση στα δεδομένα των χρηστών των αμερικανικών ΜΚΔ, μεταξύ των οποίων και ευρωπαίων χρηστών. Πώς το ξέρουμε αυτό; Δύο λέξεις: Edward Snowden.
Τέλος, ας μην υποτιμάται και το προσωπικό στοιχείο: ο πρόεδρος Τραμπ για να επικοινωνεί με το κοινό του χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά το ΜΚΔ Truth Social, στο οποίο είναι μέτοχος. Στην πραγματικότητα, δεν ενδιαφέρεται για την τύχη του Facebook ή του Χ. Μια ευρωπαϊκή απαγόρευση των αμερικανικών ΜΚΔ πρώτον δεν επηρεάζει προσωπικά τον πρόεδρο Τραμπ και, δεύτερον, ίσως να τον βοηθήσει αφού θα αποδυναμώσει τα ΜΚΔ που είναι ανταγωνιστικά προς το Truth Social. Εξάλλου, η διείσδυση του Truth Social στην Ευρώπη είναι ασήμαντη και άνω του 99% των χρηστών του παγκοσμίως προέρχονται από τις ΗΠΑ.
Η λειτουργία ενός ευρωπαϊκού Χ
Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να δημιουργηθεί μια τέτοια μη-κερδοσκοπική πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Καταρχήν, η τεχνολογία για το χτίσιμο και τη λειτουργία ενός ΜΚΔ είναι σχετικά εύκολο να δημιουργηθεί – υπάρχουν ήδη δεκάδες ΜΚΔ και η αρχιτεκτονική της λειτουργίας τους είναι γνωστή ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Η δημιουργία και ο έλεγχος του ΜΚΔ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις 27 κυβερνήσεις που την αποτελούν λύνει μεμιάς τα τρία βασικά προβλήματα που θα έχει οποιαδήποτε ιδιωτική πρωτοβουλία αδρανοποίησης της απειλής που αποτελούν τα αμερικανικά ΜΚΔ:
Πρώτον, λύνεται το κρίσιμο πρόβλημα της ταυτοποίησης των χρηστών και η απαγόρευση δημιουργίας ψεύτικων λογαριασμών με το να αποστείλει η πλατφόρμα ηλεκτρονική πρόσκληση δημιουργίας λογαριασμού (αυτόματα, με ένα κουμπί μέσα στο email) σε όλους τους ευρωπαίους φορολογούμενους ή σε όλους τους ευρωπαίους κατόχους αριθμού κοινωνικής ασφάλισης. Κανείς δεν θα μπορεί να εγγράφεται χρήστης του ΜΚΔ με email που δεν είναι καταχωρισμένο στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων της κάθε ευρωπαϊκής χώρας. Με τον τρόπο αυτό ακυρώνεται η τοξικότητα των ψεύτικων λογαριασμών (fake accounts) και η υπονομευτική για τη δημοκρατία δράση των κατευθυνόμενων λογαριασμών ξένων μυστικών υπηρεσιών. Και μόνο γι’ αυτό, αξίζει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η ιδέα που παρουσιάζεται εδώ.
Δεύτερον, με τον τρόπο αυτό λύνεται το πρόβλημα που έχουν οι ανταγωνιστές των εδραιωμένων ΜΚΔ να πείσουν πιθανούς χρήστες να ανοίξουν λογαριασμό στη νέα πλατφόρμα. Με την αποστολή του email και την αυτόματη δημιουργία του λογαριασμού, αφαιρείται ένα σημαντικό εμπόδιο στην είσοδο του χρήστη στο νέο ΜΚΔ.
Τρίτον, η απαγόρευση της λειτουργίας των κερδοσκοπικών ΜΚΔ παράλληλα με το λανσάρισμα του ευρωπαϊκού ΜΚΔ λύνει το πιο σημαντικό πρόβλημα που θα είχε μια τέτοια πρωτοβουλία: αδρανοποιείται το συντριπτικό πλεονέκτημα του «network effect» που έχουν οι σημερινές κυρίαρχες εταιρείες. Ο λόγος για τον οποίο είναι σχεδόν αδύνατο να εμφανιστεί ανταγωνιστής των αμερικανικών ΜΚΔ είναι ότι κανείς δεν πρόκειται να γίνει μέλος και να χρησιμοποιήσει ένα ΜΚΔ που δεν έχει άλλους χρήστες. Η μόνη περίπτωση να γίνει κάποιος χρήστης ενός δικτύου, οποιουδήποτε είδους, που δεν έχει χρήστες είναι εάν το δίκτυο αυτό είναι καινοτόμο και δεν υπάρχουν άλλα, ανταγωνιστικά, δίκτυα. Άπαξ και δημιουργηθεί ένα δίκτυο αποτελεί «φυσικό μονοπώλιο»: δεν υπάρχει οικονομικά εφικτός τρόπος ανταγωνισμού του. Μόνο η απαγόρευση λειτουργίας του.
Σχετικά, δε, με το ποιος θα είναι ο ιδιοκτήτης και ο διαχειριστής του ευρωπαϊκού ΜΚΔ η απάντηση είναι απλή: ένας ευρωπαϊκός οργανισμός, στα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Φαρμάκων. Ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε να εδρεύει στην Ελλάδα –γιατί όχι;– και να ωφεληθεί από την τεχνογνωσία που ανέπτυξε η χώρα μας μετά το 2020 στην ψηφιοποίηση αρχείων ή στη δημιουργία μεγάλων βάσεων δεδομένων και στην ταυτόχρονη, ασφαλή πρόσβασή τους από εκατομμύρια χρήστες.
Εν κατακλείδι
Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις ελευθερίες μας και τη δημοκρατία από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και επιδρούν εξαιρετικά αρνητικά στην ομαλή ανάπτυξη των μικρών παιδιών και την ενηλικίωσή τους. Ευτυχώς, από τις αρχές του χρόνου, κυρίως στην Ευρώπη, έχει ενταθεί η αντίδραση εναντίον των ΜΚΔ και δρομολογούνται περιορισμοί και πρόστιμα. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό, γιατί οι βλαβερές συνέπειες της λειτουργίας των ΜΚΔ προέρχονται από τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα των εταιρειών που τα εκμεταλλεύονται.
Η ΕΕ πρέπει να απαγορεύσει τη λειτουργία όλων των ιδιωτικών ΜΚΔ, για την προστασία των ευρωπαίων πολιτών και των ευρωπαϊκών δημοκρατιών από τη σαφή απειλή που αποτελούν τα κερδοσκοπικά ΜΚΔ. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναπτύξει μια μη κερδοσκοπική πλατφόρμα, που θα έχει έδρα στην ΕΕ και θα προσφέρει όλες τις λειτουργίες που προσφέρουν σήμερα τα ΜΚΔ. Αλλιώς, σε μερικά χρόνια θα προσπαθούμε να σώσουμε την Ευρώπη από τον νέο Χίτλερ που επωάζεται αυτή τη στιγμή στη «θαλπωρή» του «φακέλου Έπστιν» και των τρολ του Χ και του Facebook.
[1] «‘It’s not too late to fix it’: web inventor Tim Berners-Lee says he is in a ‘battle for the soul’ of the internet», The Guardian, 28 Ιανουαρίου 2026.
[2] Το ρητό του Κικέρωνα μεταφράζεται ως: «Η δημόσια υγεία είναι ο υπέρτατος νόμος»
[3] Μια πρόσφατη σχετική πειραματική εργασία του Michael Thaler δημοσιεύτηκε στην επετηρίδα American Economic Journal: Microeconomics (Vol. 16, No. 2, May 2024, σ. 1–38) και συνοψίζεται στην ιστοσελίδα του University College London: https://surl.lt/xdzpxo.
[4] https://www.youtube.com/watch?v=JoXaPsjJndI.
Τι είναι άραγε μια πόλη; Κτίρια, δρόμοι, άνθρωποι;
Μάλλον όχι — ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτά. Η Αθήνα δεν είναι τα διαμερίσματα και οι δρόμοι της. Είναι οι συζητήσεις στα καφενεία, οι τσακωμοί στην κίνηση, τα φλερτ στο μετρό. Χωρίς αυτές τις σχέσεις θα ήταν νεκρή — ένα σκηνικό χωρίς έργο.
Η πόλη, δηλαδή, είναι οι ροές και οι συνδέσεις. Όχι κάτι που τις έχει.
Αυτή ακριβώς την ιδέα εξερεύνησε ο Ζυλ Ντελέζ (Gilles Deleuze, 1925–1995). Ο Ντελέζ πρότεινε να δούμε ολόκληρη την πραγματικότητα όχι σαν συλλογή από διακριτά «πράγματα», αλλά σαν ένα αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο που το ονόμασε ρίζωμα (rhizome)[1].

Η εικόνα που χρησιμοποιεί είναι αποκαλυπτική: αντίθετα από το δέντρο —που έχει ρίζα, κορμό, κλαδιά, δηλαδή μια σαφή ιεραρχία με κεντρικό σημείο— το μυκήλιο των μανιταριών δεν έχει κέντρο. Κάθε σημείο του μπορεί να συνδεθεί με οποιοδήποτε άλλο, αναπτυσσόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις.
Αυτή η εικόνα δεν αφορά μόνο τα μανιτάρια. Ο Ντελέζ λέει ότι τίποτα δεν είναι πάγιο ή αυτόνομο. Ένα δέντρο δεν είναι απλώς «δέντρο» — είναι αυτό που γίνεται μέσα από τη σχέση του με το έδαφος, τον ήλιο, τη βροχή, τα πουλιά που φωλιάζουν σε αυτό. Χωρίς αυτές τις σχέσεις, δεν θα υπήρχε καν.
Αν αυτό ισχύει για ένα δέντρο, ισχύει και για εμάς.
Δεν έχουμε κάποια σταθερή «ουσία» μέσα μας που μένει ίδια ανεξάρτητα από το περιβάλλον. Αυτό που είμαστε προκύπτει από τις σχέσεις μας — με την οικογένεια, τους φίλους, τη δουλειά, ακόμα και με τα αντικείμενα γύρω μας. Οι σχέσεις δεν προστίθενται σε έτοιμα πράγματα· φτιάχνουν τα ίδια τα πράγματα.
Μια παράξενη γλώσσα των μαθηματικών
Την ίδια εποχή που ο Ντελέζ ανέπτυσσε αυτές τις ιδέες στη φιλοσοφία, μια ομάδα μαθηματικών ανακάλυπτε κάτι ανάλογο από εντελώς διαφορετική αφετηρία.
Παραδοσιακά, τα μαθηματικά λειτουργούσαν ως εξής: ορίζεις πρώτα τι είναι κάτι —ένα σύνολο, ένας αριθμός, ένας χώρος— και μετά εξετάζεις πώς σχετίζεται με τα άλλα. Η Θεωρία Κατηγοριών, που ανέπτυξαν οι Samuel Eilenberg και Saunders Mac Lane το 1945, έκανε το ανάποδο[2].
«Άσε τι είναι κάτι. Πες μου πώς συνδέεται με τα άλλα, και από εκεί θα καταλάβω τι είναι».
Αντί να ρωτάς «τι είναι ένας κύκλος;», ρωτάς «πώς σχετίζεται ο κύκλος με άλλα γεωμετρικά σχήματα; Ποιους μετασχηματισμούς δέχεται;» Από αυτές τις σχέσεις —που στη Θεωρία Κατηγοριών λέγονται μορφισμοί (morphisms)— αναδύεται αυτό που το αντικείμενο είναι.
Στη γλώσσα αυτή υπάρχουν μόνο δύο βασικά στοιχεία. Τα αντικείμενα: απλοί κόμβοι, χωρίς εσωτερικό περιεχόμενο που να μας ενδιαφέρει — μπορεί να είναι αριθμοί, γεωμετρικά σχήματα, σύνολα, ακόμα και έννοιες. Και τα βέλη, ή μορφισμοί: οι σχέσεις που συνδέουν τα αντικείμενα. Ένα βέλος από το Α στο Β σημαίνει ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος να «πας» από το Α στο Β. (Για μια προσβάσιμη εισαγωγή στις βασικές έννοιες, δες: T. Leinster, Basic Category Theory[3]).
Η κεντρική πράξη του συστήματος είναι η σύνθεση: αν έχεις βέλος από την Αθήνα στο Παρίσι και βέλος από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη, τότε προκύπτει αυτόματα μια νέα σχέση — ταξίδι από την Αθήνα στη Νέα Υόρκη, χωρίς να χρειαστεί να ορίσεις τίποτα επιπλέον.
Και το επαναστατικό: η ταυτότητα ενός αντικειμένου καθορίζεται αποκλειστικά από τα βέλη που φτάνουν σε αυτό και τα βέλη που ξεκινούν από αυτό. Δεν μας ενδιαφέρει τι «είναι» το Παρίσι από μόνο του. Η σημασία του βρίσκεται στο ρόλο του ως κόμβου μέσα στο δίκτυο — όχι στο «εσωτερικό» του.
Οντολογία των σχέσεων: από τα πράγματα στα δίκτυα
Φαντάσου αυτό το ερώτημα: αν αφαιρέσεις από τον εαυτό σου όλες τις σχέσεις —οικογένεια, φίλους, δουλειά, ακόμα και τη γλώσσα που μιλάς— μένει κάτι; Είσαι ακόμα «εσύ»;
Η κλασική, ουσιοκρατική απάντηση είναι: «Βεβαίως. Μένει το πραγματικό εσύ — ο χαρακτήρας σου, κάτι βαθύ και αμετάβλητο. Οι σχέσεις είναι απλώς προσθήκες». Η σχεσιακή απάντηση —αυτή που μοιράζονται ο Ντελέζ και η Θεωρία Κατηγοριών— λέει κάτι πιο ριζικό: «Χωρίς αυτές τις σχέσεις δεν υπάρχεις καθόλου. Δεν είσαι κάποιος που έχει σχέσεις — οι σχέσεις σε κάνουν».
Η διαφορά μοιάζει με αυτή ανάμεσα σε ένα κουτί και μια διασταύρωση δρόμων. Το κουτί υπάρχει με ή χωρίς περιεχόμενα. Η διασταύρωση, όμως, υπάρχει μόνο όσο συντρέχουν οι δρόμοι — δεν υπάρχει «η διασταύρωση καθεαυτή» αν κλείσεις και τους δύο δρόμους.
Έτσι κι εμείς — είμαστε διασταυρώσεις σχέσεων, όχι κουτιά με κρυμμένο περιεχόμενο.
Στο Facebook δεν είσαι οι εικόνες σου — είσαι ο τρόπος που συνδέεσαι. Οι φίλοι που έχεις, τα πράγματα που σχολιάζεις, οι ομάδες στις οποίες συμμετέχεις. Αυτό το «δίχτυ» είναι η ταυτότητά σου στη συγκεκριμένη πλατφόρμα — κι αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει μια σχέση.
Ή πάρε ένα πιο δύσκολο παράδειγμα: την κατάθλιψη. Η ουσιοκρατική αντίληψη λέει ότι η κατάθλιψη είναι κάτι που κουβαλάς μέσα σου — μια βιοχημική ή ψυχολογική «ουσία». Η σχεσιακή αντίληψη βλέπει κάτι διαφορετικό: βρίσκεσαι μέσα σε καταθλιπτικές σχέσεις — με τον εαυτό σου που κατηγορείς, με άλλους που αποφεύγεις, με έναν κόσμο που αντιλαμβάνεσαι ως κλειστό. (Αυτό δεν ακυρώνει τη βιολογική διάσταση — προσθέτει μια άλλη οπτική, που αφορά τη δομή των συνδέσεων.)
Στα μαθηματικά, το ίδιο πνεύμα εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη κατασκευή: το καρτεσιανό γινόμενο Α×Β. Η συνολοθεωρητική απάντηση το ορίζει εσωτερικά — ως το σύνολο όλων των ζευγών (α, β). Η θεωρία κατηγοριών αντιστρέφει την ερώτηση: το Α×Β είναι αυτό που έχει συγκεκριμένες συνδέσεις —προβολές— προς τα Α και Β, με τον τρόπο που κάθε άλλο αντικείμενο το οποίο θέλει να «μιλήσει» και με τα δύο πρέπει να περάσει απ’ αυτό. Το Α×Β είναι αυτές οι συνδέσεις — όχι κάτι που τις κατέχει.
Συναρτητές: οι μεταφραστές των σχέσεων
Αν οι μορφισμοί είναι οι σχέσεις μέσα σε μια κατηγορία, τι γίνεται ανάμεσα σε κατηγορίες; Πώς μεταβαίνουμε από έναν δομημένο κόσμο σε έναν άλλον, διατηρώντας τον τρόπο που τα πράγματα συνδέονται;
Εδώ εμφανίζεται η έννοια του συναρτητή (functor). Φαντάσου ένα συναρτητή σαν «καλό μεταφραστή» — και εδώ η λέξη «καλό» κάνει όλη τη διαφορά. Ένας κακός μεταφραστής μεταφέρει λέξεις. Ένας καλός μεταφέρει τη δομή: τη σύνταξη, τη λογική, τις εξαρτήσεις.
Ένας συναρτητής F από την κατηγορία «ελληνικά» στην κατηγορία «αγγλικά» στέλνει τα αντικείμενα Μήλο, Πορτοκάλι στα Apple, Orange και τη σχέση «είναι πιο γλυκό από» στη σχέση «is sweeter than». Το Μήλο δεν είναι ταυτόσημο με το Apple — αλλά κάτι παραμένει αναλλοίωτο: η σχεσιακή τους θέση μέσα στο δίκτυο. Αυτό που μεταφέρεται δεν είναι ουσία, αλλά ρόλος.
Πάρε μια πιο συγκεκριμένη εικόνα: τη διαφορά ανάμεσα στο να αντιγράφεις ένα σπίτι τούβλο-τούβλο και στο να μεταφέρεις την αρχιτεκτονική του. Στην πρώτη περίπτωση αντιγράφεις τα υλικά. Στη δεύτερη διατηρείς το πώς συνδέονται τα δωμάτια, πώς ρέει το φως, πώς κινείσαι μέσα. (Δύο σπίτια από εντελώς διαφορετικά υλικά μπορεί να μοιράζονται την ίδια αρχιτεκτονική — και αυτό είναι που σε ενδιαφέρει.) Ο συναρτητής κάνει το δεύτερο — κρατάει τη λογική, όχι τα υλικά.
Αυτό οδηγεί σε μια ιδέα που ο Ντελέζ θα αναγνώριζε αμέσως: η ταυτότητα δεν μεταφέρεται, αλλά μετασχηματίζεται. Δεν είναι «ουσία» που μένει ίδια — είναι ο τρόπος που οι σχέσεις παραμένουν συνεκτικές μέσα στην αλλαγή. Κάτι παραμένει «το ίδιο» ακριβώς επειδή αλλάζει με συνεπή τρόπο.
Φυσικοί μετασχηματισμοί: όταν οι μεταφραστές μιλούν μεταξύ τους
Τι γίνεται όμως αν έχουμε δύο διαφορετικούς συναρτητές από την κατηγορία Α στην κατηγορία Β; Δηλαδή δύο διαφορετικούς τρόπους «μετάφρασης» του ίδιου κόσμου;
Εδώ κάνουν την εμφάνισή τους οι φυσικοί μετασχηματισμοί (natural transformations): ο τρόπος να περάσουμε από τη μία μετάφραση στην άλλη, χωρίς να καταστρέψουμε τη δομή κανενός από τους δύο κόσμους. Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να «μεταφράσεις» έναν κόσμο σε άλλον — αλλά όταν υπάρχουν πολλοί, μπορούν να συσχετίζονται συστηματικά.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από κάτι πιο κοντινό. Σκέψου πώς η ταυτότητα ενός ατόμου που αναγνωρίζεται ως trans «μεταφράζεται» σε διαφορετικά κοινωνικά συστήματα. Στο ιατρικό, αντιμετωπίζεται ως ζήτημα διάγνωσης και θεραπείας. Στο νομικό, ως ζήτημα εγγράφων και διαδικασιών. Στο οικογενειακό πλαίσιο, ως ζήτημα ρόλων. Στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, ως ζήτημα αποδοχής ή αποκλεισμού.
Κάθε σύστημα «διαβάζει» την ίδια ταυτότητα με διαφορετικό τρόπο — ακριβώς όπως δύο συναρτητές «μεταφράζουν» την ίδια κατηγορία διαφορετικά. Αυτό που παραμένει δεν είναι κάποια «εσωτερική ουσία», αλλά η συστηματικότητα με την οποία κάθε σύστημα την αναγνωρίζει — και ο τρόπος που αυτές οι αναγνώσεις μπορούν να συσχετιστούν μεταξύ τους. Αυτό ακριβώς αποτυπώνει ένας φυσικός μετασχηματισμός: όχι ομοιότητα, αλλά δομημένη συνέπεια μέσα στη διαφορά.
Η ιδέα αυτή —που ο Ντελέζ θα ονόμαζε διαφορική ταυτότητα— λέει ότι η ταυτότητά μας δεν είναι μία και σταθερή. Παίρνει διαφορετικές μορφές ανάλογα με το πλαίσιο. Με έναν ωστόσο συστηματικό τρόπο — δεν είναι χάος, είναι δομημένη ευελιξία.
Τι μένει ίδιο όταν όλα αλλάζουν;
Αν κάτι προσπαθήσαμε να δείξουμε, είναι ότι η ταυτότητα δεν κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα — συντίθεται από τις σχέσεις τους. Η κατηγορική γλώσσα μάς δίνει ένα ακριβές λεξιλόγιο γι’ αυτό: τα αντικείμενα αναγνωρίζονται από τα βέλη τους, οι μεταβάσεις μεταξύ πλαισίων αποτυπώνονται ως συναρτητές και η συνέπεια μέσα στην αλλαγή ορίζεται από φυσικούς μετασχηματισμούς.
Ο Ντελέζ και η Θεωρία Κατηγοριών κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες. Αυτή η σύγκλιση —μεταξύ φιλοσοφίας και μαθηματικών, μεταξύ 20ού αιώνα και του σήμερα— δεν είναι τυχαία. Δείχνει ότι πρόκειται για κάτι βαθύτερο από μια τεχνική επιλογή.
Είναι ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο.
Αξίζει να διευκρινιστεί —και είναι σημαντικό— ότι χρησιμοποιούμε εδώ τη Θεωρία Κατηγοριών ως γλώσσα αναλογιών, όχι ως απόδειξη. Τα μαθηματικά διαγράμματα δεν «αποδεικνύουν» φιλοσοφικές ή κοινωνικές θέσεις — τις φωτίζουν, τους δίνουν ακρίβεια, αναδεικνύουν δομές που αλλιώς θα παρέμεναν αόριστες.
Κι αν μείνει μια φράση από όλα αυτά:
Ταυτότητα = συνέπεια στον τρόπο που αλλάζω.
[1] G. Deleuze & F. Guattari, Mille Plateaux: Capitalisme et Schizophrénie, Les Éditions de Minuit, Παρίσι, 1980. Αγγλική μετάφραση: A Thousand Plateaus, μτφρ. B. Massumi, University of Minnesota Press, Minneapolis, 1987. Το εισαγωγικό κεφάλαιο «Rhizome» αποτελεί την κλασική διατύπωση της έννοιας.
[2] S. Eilenberg & S. Mac Lane, «General Theory of Natural Equivalences», Transactions of the American Mathematical Society, τ. 58, σ. 231–294, 1945. Το άρθρο που εισήγαγε για πρώτη φορά τις έννοιες κατηγορία, συναρτητής και φυσικός μετασχηματισμός.
[3] T. Leinster, Basic Category Theory, Cambridge University Press, Cambridge, 2014. Διατίθεται ελεύθερα στο arXiv (arXiv:1612.09375). Η πιο προσιτή σύγχρονη εισαγωγή στο αντικείμενο.