Παρεμβάσεις
1. «Δεξιός αναρχικός»: γέννηση και διφορούμενα ενός οξύμωρου[1]
Όταν ισχυριζόμαστε ότι κάποιος είναι «δεξιός αναρχικός», το ερώτημα τίθεται αυτόματα: για ποια «Δεξιά» πρόκειται; Αντεπαναστατική (παραδοσιοκρατική ή αντιδραστική), συντηρητική, φιλελεύθερη, βοναπαρτιστική (ή αυταρχική), λαϊκιστική, εθνικιστική, επαναστατική ή φασιστική; Ή, ακόμα, ρατσιστική και αντισημιτική; Επιπλέον, το να λέμε ότι κάποιος είναι «δεξιός αναρχικός» προϋποθέτει ότι μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα: ποιόν τύπο αναρχισμού απεικονίζει; Ατομικιστικό ή κολεκτιβιστικό, αντικαπιταλιστικό ή ελευθεριακό, πασιφιστικό ή επαναστατικό (ακόμα και τρομοκρατικό), μηδενιστικό ή προοδευτικο-εξελικτικό, άθεο ή χριστιανικό (ή και βουδιστικό); Ενώ η κατηγοριοποίηση «δεξιός αναρχικός» θα έπρεπε να επιτρέπει να ταυτοποιείται πολιτικά το αναφερόμενο άτομο, αποδεικνύεται, μετά τη σχετική ανάλυση, διφορούμενη, αμφίσημη, και μάλιστα αυτο-αντιφατική, οδηγώντας σε σύγχυση. Το γοητευτικό οξύμωρο «δεξιός αναρχικός» θα μπορούσε να γίνει στάχτη στα μάτια. Προσκρούουμε και πάλι στην απατηλή σαφήνεια ενός παράδοξου χαρακτηρισμού ο οποίος έλκει την προσοχή, αλλά όχι για πολύ. Η εξέταση της περίπτωσης Σελίν έχει τη χρησιμότητα μιας απόδειξης για την ισχνή επιχειρησιακή αξία της έννοιας «δεξιός αναρχισμός».
Ο Λουκίνο Βισκόντι και η τέχνη της παρακμής
Όταν μαθεύτηκε ο θάνατος της Κλαούντια Καρντινάλε, πολλοί θυμήθηκαν την Αντζέλικα να διασχίζει αργά την αίθουσα χορού του Παλέρμο, στην ταινία Ο Γατόπαρδος (Il Gattopardo, 1963). Μια σκηνή βυθισμένη στο φως, όπου η ομορφιά γίνεται σχεδόν μεταφυσική, το ύστατο σύμβολο ενός κόσμου που πεθαίνει με χάρη. Λίγοι σκηνοθέτες κατανόησαν τόσο βαθιά αυτό το είδος πολιτισμού, κι ακόμη λιγότεροι το απεικόνισαν με τόση οικειότητα όσο ο Λουκίνο Βισκόντι (Luchino Visconti, 1906-1976). Η Καρντινάλε, που τον γνώριζε καλά, είχε πει κάποτε: «Ήταν ένας από τους τελευταίους πρίγκιπες. Ήταν ο ίδιος ο γατόπαρδος».
Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος
Η 27η Ιανουαρίου είναι Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος. Με αυτή την ευκαιρία, αναδημοσιεύουμε διαδικτυακά το άρθρο της Βάνας Νικολαΐδου-Kυριανίδου για τη λεγόμενη Νύχτα των Κρυστάλλων, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του Books' Journal, τχ. 171, Δεκέμβριος 2025.
Αναφορές σε ξενόγλωσσες καβαφικές δημοσιεύσεις
Υπάρχουν χρονιές συνήθως επετειακές που γράφεται πληθώρα άρθρων για το τιμώμενο πρόσωπο ή την επέτειο, σε σημείο που να είναι δύσκολο να τα παρακολουθήσουμε όλα και αρκετά ίσως περνούν απαρατήρητα και ασχολίαστα. Αλλά υπάρχουν και ευνοϊκές συμπτώσεις που εκδίδονται βιβλία και μελέτες σαν να έχουν προσυνεννοηθεί οι εκδοτικοί οίκοι να δημοσιεύσουν ομοειδή βιβλία. Αυτό έγινε το 2025 με αρκετές ενδιαφέρουσες καβαφολογικές εκδόσεις.
Η συζήτηση του πρωθυπουργού με τον Ηλία Κανέλλη
Οι επτά θεωρητικοί που μελέτησε βαθιά, ο φιλελευθερισμός, η Ευρώπη, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Τουρκία, ο αγροτικός κόσμος, η ελληνική οικονομία. Αυτά ήταν τα βασικά θέματα της συνομιλίας του Ηλία Κανέλλη με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, το βράδυ της 19ης Ιανουαρίου 2026, στο πλαίσιο του πρώτου κύκλου συζητήσεων με τίτλο «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα», που διοργανώνει το Books’ Journal σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών. Ακολουθεί μια σύνοψη της συζήτησης.
Αν επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε, από φιλοσοφική σκοπιά, τον χαρακτήρα της μεταφραστικής δραστηριότητας, πρέπει να ανατρέξουμε στις εννοιολογικές διακρίσεις του Αριστοτέλη και να εντάξουμε τη μεταφραστική δραστηριότητα στο ευρύτερο πλαίσιο της ποιήσεως: όταν μεταφράζουμε, φτιάχνουμε κάτι, κατασκευάζουμε ένα μετάφρασμα – όπως ένας μαραγκός φτιάχνει τραπέζια, ή ένας ποιητής ποιήματα. Και αυτό που αναμένεται από έναν μεταφραστή είναι να κατέχει τη μορφή γνώσης που προσιδιάζει στην κατασκευαστική ποίηση: να κατέχει την τέχνην της μετάφρασης. [1]
Θέλει δουλειά πολλή για να πεις εμείς. Και να το εννοείς. Και να το νιώθεις.
Αυτή είναι, χωρίς περιστροφές –ή μάλλον, με όλες τις περιστροφές του κόσμου–, η πολλή δουλειά, «μεροδούλι, μεροφάι, στιχουργική», που έκανε επί τόσα χρόνια, δεκαετίες, ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ήτανε έργο δύσκολο, κόπος μεγάλος, σαν του Σίσυφου. Σαν τον πίθο των Δαναΐδων –τον γέμιζε κι άδειαζε, τον γέμιζε κι άδειαζε–, σαν την κανάτα μιας αέναης γιορτής, που όμως είναι τρύπια. Ο μύθος τη θέλει τρύπια. Ανικανοποίητη. Ανίκανη να χορτάσει. Ε, όλη του τη ζωή, κι ακόμα παραπέρα, μέχρι αύριο και μεθαύριο πια, ο Διονύσης Σαββόπουλος προσπάθησε και θα προσπαθεί να γεμίσει το κανάτι της κοινής γιορτής μας.