Πολιτική
Mark Mazower, On Antisemitism: A Word in History, Allen Lane, 2025, 333 σελ.
Mark Mazower, Περί αντισημιτισμού. Μια λέξη στην ιστορία, μετάφραση από τα αγγλικά: Κωστής Πανσέληνος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2025, 328 σελ.
Πού τελειώνει η κριτική στο Ισραήλ και πού αρχίζει ο αντισημιτισμός; Μπορεί ένας ορισμός να χαράξει με ακρίβεια αυτή τη διαχωριστική γραμμή; Στο πρόσφατο βιβλίο του Περί αντισημιτισμού, ο καθηγητής Μαρκ Μαζάουερ υποστηρίζει ότι η έννοια του αντισημιτισμού έχει μεταβληθεί ριζικά και ότι, τις τελευταίες δεκαετίες, χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να θωρακίζει το Ισραήλ απέναντι στην κριτική. Αυτός ο τελευταίος μετασχηματισμός, λέει, επιτεύχθηκε κυρίως μέσω ενός νέου ορισμού του αντισημιτισμού, ο οποίος σκόπιμα συγχέει τον αντισιωνισμό με τον αντισημιτισμό. Ωστόσο, αν δει κανείς τον επίμαχο ορισμό της IHRA, τη χρήση και τις καταχρήσεις του, μπορεί να συμπεράνει ότι αντισημιτισμός και αντισιωνισμός είναι διαφορετικά φαινόμενα – αλλά όχι πάντοτε ξένα μεταξύ τους.Υπερασπιζόμενος ο Μαζάουερ τον σύγχρονο αντισιωνισμό της Αριστεράς, αρνείται να δει τις περιπτώσεις όπου αυτός αναπαράγει αναγνωρίσιμα μοτίβα του παλαιού αντισημιτισμού. Και αυτές είναι κάθε άλλο παρά περιθωριακές. [ΤΒJ]
Απρίλιος 2024. Κατασκήνωση Αλληλεγγύης στη Γάζα, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη βίαιη απάντηση του Ισραήλ μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου της Χαμάς κατά αμάχων που είχε αποτέλεσμα 1.300 νεκρούς και εκατοντάδες απαχθέντες ομήρους. Οι κινητοποιήσεις εκείνες από πολλούς θεωρήθηκαν αντισημιτικές. Στα μάτια του Μαρκ Μαζάουερ έμοιαζαν με «μια μορφή παιδείας, άτακτη αλλά αξιοθαύμαστη».
Abbad Diraneyya
Πώς σχετίζονται ο αντισημιτισμός και ο αντισιωνισμός; Για ορισμένους, όπως ο Μαρκ Μαζάουερ, η σχέση τους είναι συγκυριακή και τυχαία: «τα δύο συνυπάρχουν κάποιες φορές». Για άλλους, ο αντισιωνισμός είναι απλώς «μια μορφή αντισημιτισμού» ή «μια μετάλλαξη του αντισημιτισμού»[1].
Στο βιβλίο του Περί αντισημιτισμού: Μια λέξη στην ιστορία, ο Μαζάουερ υποστηρίζει ότι ο όρος «αντισημιτισμός» μετασχηματίστηκε από την ονομασία ενός πολιτικού προγράμματος (όταν καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1880) στην ονομασία ενός είδους ρατσισμού (μετά το 1945) και, στη συνέχεια, σε ένα όπλο για την υπεράσπιση του εβραϊκού κράτους απέναντι στην κριτική και για να «συνθλίψει την ελευθερία του λόγου σε ολόκληρο τον κόσμο» (από τη δεκαετία του 2000 και εξής). Αυτός ο τελευταίος μετασχηματισμός επιτεύχθηκε κυρίως μέσω ενός νέου ορισμού του αντισημιτισμού, ο οποίος σκόπιμα συγχέει τον αντισιωνισμό με τον αντισημιτισμό. Ίσως, καταλήγει, ο όρος «αντισημιτισμός» να πάψει τελικά να έχει οποιαδήποτε συνεκτική σημασία.
Για να κατανοήσει κανείς το εγχείρημα του Μαζάουερ είναι χρήσιμο να ξεκινήσει από ένα άρθρο του στους New York Times το 2018, στο οποίο υποστήριζε ότι ο αρχιραββίνος της Βρετανίας, Εφραίμ Μίρβις, έλεγε υπερβολές σχετικά με το πρόβλημα του αντισημιτισμού των Εργατικών, επειδή μπέρδευε τον αντισιωνισμό με τον αντισημιτισμό, και ότι ο ορισμός του αντισημιτισμού τον οποίο υιοθέτησε η IHRA (Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος), που «ομαδοποιεί την άρνηση του Ολοκαυτώματος με την εχθρότητα απέναντι στο Ισραήλ», ενίσχυε αυτή τη σύγχυση. Η ηγεσία των Εργατικών ήταν προφανώς αντισιωνιστική, όμως ο αρχιραββίνος την κατηγόρησε για αντισημιτισμό επειδή «απλώς ταυτίζει» τα δύο (τον αντισιωνισμό με τον αντισημιτισμό)[2].
Στην πραγματικότητα, λίγες εβδομάδες μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Μαζάουερ, το Εργατικό Κόμμα παραπέμφθηκε στην Επιτροπή Ισότητας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου (Equality and Human Rights Commission – EHRC). Η έρευνα κατέληξε ότι το κόμμα είχε παραβιάσει τον Νόμο περί Ισότητας, διαπράττοντας παράνομες πράξεις παρενόχλησης και διακρίσεων εις βάρος Εβραίων, και ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ηγεσίας του Τζέρεμι Κόρμπιν απέτυχε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την αντισημιτική συμπεριφορά μελών και στελεχών του.
Όσο για τη σύνδεση της άρνησης του Ολοκαυτώματος με την εχθρότητα προς το Ισραήλ, αυτή αποτελούσε χαρακτηριστικό στοιχείο του αντισιωνιστικού λόγου ήδη από χρόνια πριν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν ο διαγωνισμός γελοιογραφίας με θέμα το Ολοκαύτωμα που διοργάνωσε το 2006 η ιρανική εφημερίδα Χαμασαχρί, καθώς και η διεθνής διάσκεψη για το Ολοκαύτωμα που διοργάνωσε την ίδια χρονιά η κυβέρνηση του Ιράν. Τη διάσκεψη εγκαινίασε ο υπουργός Εξωτερικών Μανουτσέρ Μοτακί, δηλώνοντας ότι «αν τεθεί υπό αμφισβήτηση η επίσημη εκδοχή του Ολοκαυτώματος, τότε θα τεθούν υπό αμφισβήτηση η ταυτότητα και η φύση του Ισραήλ».
Απ’ όσο γνωρίζω, ο Μαζάουερ δεν έχει σχολιάσει δημόσια τα πορίσματα της EHRC. Στο Περί αντισημιτισμού επιμένει ακόμη περισσότερο στον ισχυρισμό ότι ο ορισμός της IHRA καλλιέργησε τη σύγχυση ανάμεσα στον αντισημιτισμό και τον αντισιωνισμό, υποστηρίζοντας τώρα ότι «άνοιξε το δρόμο» ώστε οι φοιτητικές διαμαρτυρίες στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια κατά του πολέμου στη Γάζα να παρουσιαστούν ως αντισημιτικές, ενώ στον ίδιο έμοιαζαν με «μια μορφή εκπαίδευσης, άτακτη αλλά αξιοθαύμαστη». Από τη μία πλευρά, γράφει, έβλεπε νέους φοιτητές –στην πλειονότητά τους γυναίκες– να διαμαρτύρονται εναντίον της «κρατικά οργανωμένης μαζικής βίας» στη Γάζα, και από την άλλη Εβραίους δισεκατομμυριούχους να συντονίζονται «για να ζητήσουν αστυνομική καταστολή».
Έτσι, ο κατηγορούμενος έχει αλλάξει: από το Εργατικό Κόμμα υπό τον Κόρμπιν στους αντισιωνιστές φοιτητές του Κολούμπια που διαδήλωσαν κατά του πολέμου στη Γάζα. Η υπερασπιστική γραμμή του Μαζάουερ, όμως, παραμένει ουσιαστικά η ίδια. Τα δύο πρώτα τρίτα τού Περί αντισημιτισμούλειτουργούν, στην πραγματικότητα, ως προοίμιο. Θα επικεντρωθώ στο τελευταίο τρίτο του βιβλίου, όπου αναπτύσσεται η επιχειρηματολογία του.
Ο ορισμός της IHRA
Η IHRA (Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος) ιδρύθηκε το 1998 με σκοπό την αντιμετώπιση ζητημάτων που σχετίζονται με το Ολοκαύτωμα και τη γενοκτονία των Ρομά. Σήμερα αριθμεί 35 κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με μοναδική εξαίρεση τη Μάλτα. Το 2016 έδωσε την επίσημη έγκρισή της σε έναν «λειτουργικό ορισμό» (working definition) του αντισημιτισμού, ο οποίος είχε διαμορφωθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, εν μέρει επειδή θεωρήθηκε ότι ορισμένες εκφράσεις αντισιωνισμού θα έπρεπε να θεωρούνται αντισημιτικές – κάτι που τα τότε κριτήρια εποπτείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αναγνώριζαν.
Παραδείγματος χάριν, αν ένας Εβραίος δεχόταν επίθεση στο δρόμο μιας ευρωπαϊκής πόλης ως αντίποινα για κάποια ενέργεια της ισραηλινής κυβέρνησης, η πράξη αυτή ασφαλώς θα ήταν εγκληματική και απολύτως καταδικαστέα. Ωστόσο, δεν θα χαρακτηριζόταν αντισημιτική, εκτός αν ο δράστης παρακινούνταν από ένα συγκεκριμένο είδος στερεοτύπου για τους Εβραίους – ότι είναι «δόλιοι», «διεφθαρμένοι», «συνωμότες» κ.ο.κ. Έτσι, ο ορισμός της IHRA συνδύασε μια γενική περιγραφή του αντισημιτισμού ως «μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τους Εβραίους, η οποία μπορεί να εκφραστεί ως μίσος εναντίον των Εβραίων», με έντεκα παραδείγματα τρόπων με τους οποίους εκδηλώνεται ο αντισημιτισμός, εκ των οποίων τα πέντε αφορούν τη σχέση ανάμεσα στον αντισημιτισμό και τον αντισιωνισμό.
Περιλαμβάνοντας σημαντικές επιφυλάξεις και διευκρινίσεις, αυτά τα πέντε παραδείγματα είναι τα εξής: [πρώτη επιφύλαξη] «Η κριτική προς το Ισραήλ, εφόσον είναι ανάλογη με εκείνη που ασκείται σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, δεν μπορεί να θεωρηθεί αντισημιτική». Ωστόσο, τα ακόλουθα «θα μπορούσαν, [δεύτερη επιφύλαξη] λαμβανομένου υπόψη του συνολικού πλαισίου», να χαρακτηριστούν αντισημιτικά: η «άρνηση του δικαιώματος του εβραϊκού λαού στην αυτοδιάθεση»· η «απαίτηση από [το Ισραήλ] συμπεριφοράς που δεν αναμένεται ούτε απαιτείται από κανένα άλλο δημοκρατικό κράτος»· η «χρήση συμβόλων και εικόνων που συνδέονται με τον κλασικό αντισημιτισμό για το χαρακτηρισμό του Ισραήλ ή των Ισραηλινών»· η «σύγκριση της σύγχρονης πολιτικής του Ισραήλ με εκείνη των Ναζί»· ή η «συλλογική απόδοση ευθύνης στους Εβραίους για τις ενέργειες του κράτους του Ισραήλ»[3].
Από το 2016, ο ορισμός της IHRA έχει υιοθετηθεί ευρέως από κυβερνήσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις και πανεπιστήμια. Παράλληλα, όμως, έχει δεχθεί τόσο έντονες επιθέσεις, ώστε συχνά μοιάζει να λειτουργεί ως υποκατάστατο του ίδιου του σιωνισμού[4]. Στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ένας συνάδελφος του Μαζάουερ στο Τμήμα Ιστορίας ανακοίνωσε το περασμένο καλοκαίρι ότι δεν θα διδάξει μάθημα που ήταν προγραμματισμένο για το φθινοπωρινό εξάμηνο, «ειδικά υπό το φως της υιοθέτησης του ορισμού της IHRA από το Κολούμπια». Μια άλλη συνάδελφός του, από το Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας, υποστήριξε ότι η απόφαση του Πανεπιστημίου σήμαινε πως θα κινδύνευε να υποστεί επίσημες κυρώσεις ακόμη και αν απλώς ανέφερε στην τάξη ένα βιβλίο της Χάννα Άρεντ. Ένας αμερικανός καθηγητής θρησκευτικών σπουδών έχει μάλιστα ισχυριστεί ότι ο ορισμός συνέβαλε στην άνοδο του Βίκτορ Όρμπαν και του Ντόναλντ Τραμπ[5].
Ο ορισμός της IHRA θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί καλύτερα. Όπως όμως παρατηρεί ο βρετανός κοινωνιολόγος Μάθιου Μπόλτον, όταν κατά τα άλλα μετριοπαθείς ακαδημαϊκοί τον επικρίνουν, «μεταφερόμαστε σε έναν κόσμο απόλυτων αντιθέσεων, άσπρου και μαύρου», όπου «το περίπλοκο ζήτημα της σχέσης του αντισημιτισμού με το Ισραήλ παρουσιάζεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα χειραγώγησης από κακόβουλους δρώντες», ενώ «οι συντάκτες και οι υποστηρικτές του ορισμού απεικονίζονται είτε ως αδέξιοι ανόητοι είτε ως κυνικοί πολιτικοί καιροσκόποι – ή και τα δύο μαζί»[6]. Στην αφήγηση του Μαζάουερ, οι συντάκτες του ορισμού είναι αδέξιοι ανόητοι, ενώ οι υποστηρικτές του κυνικοί πολιτικοί καιροσκόποι.
Από τη μία πλευρά, λέει ο Μαζάουερ, ο ορισμός «συσκοτίζει περισσότερο απ’ όσο διασαφηνίζει», εξαιτίας της «συγχυτικής φύσης του και της κατάφωρης εννοιολογικής του ανεπάρκειας». Είναι «απροσδιόριστος, επαναληπτικός και ελλιπής», «κακοδιατυπωμένος και στην πραγματικότητα δεν αποτελεί καν ορισμό». Ο ορισμός αρχίζει ως εξής: «Ο αντισημιτισμός είναι μια ορισμένη αντίληψη για τους Εβραίους, η οποία μπορεί να εκφραστεί ως μίσος προς τους Εβραίους». Όμως, σύμφωνα με τον Μαζάουερ, «η λέξη “ορισμένη” δεν χρειάζεται· η “αντίληψη” είναι ένας ασαφής όρος· το “μπορεί να” είναι παράδοξο, αφού ένας ορισμός συνήθως μας λέει τι είναι κάτι· και το μίσος δεν είναι η μόνη έκφραση του αντισημιτισμού». Το Oxford English Dictionary (OED), υποστηρίζει, λέει περισσότερα με λιγότερες λέξεις και τα λέει με μεγαλύτερη σαφήνεια. (Ο ορισμός του OED για τον όρο «antisemitism» είναι: «Προκατάληψη, εχθρότητα ή διάκριση κατά των Εβραίων»).
Από την άλλη πλευρά, ο ορισμός της IHRA είναι «εξαιρετικά ισχυρός» και «οι δυνητικές του συνέπειες [...] είναι βαθιές». «Διαμορφώθηκε ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του εβραϊκού έθνους-κράτους» και προωθήθηκε από εβραϊκές ομάδες άσκησης επιρροής «με ετήσια έσοδα δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων η καθεμία», οι οποίες διεξήγαγαν «μια εκστρατεία στην οποία επιδόθηκαν με σθένος για να επιβάλουν τη διεθνή συμμόρφωση» πείθοντας τις περισσότερες φιλελεύθερες δημοκρατίες του κόσμου να τον υιοθετήσουν, «ακολουθώντας η μία την άλλη σαν τα λεμίνγκ [πολικά τρωκτικά]». Έκτοτε χρησιμοποιείται «για να συντρίβει τη διαφωνία και να πλήττει τις πολιτικές ελευθερίες», ενώ είναι εύκολο να φανταστεί κανείς παρόμοιους ορισμούς να χρησιμοποιούνται για να απαγορεύεται η κριτική προς κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. «Και τότε τι θα απέμενε από την ελευθερία του λόγου;»
Ορισμοί και Ουσία
Ας κάνουμε ένα βήμα πίσω και ας εξετάσουμε ορισμένα ερωτήματα σχετικά με τους ορισμούς γενικά: τι είναι, ποια μορφή λαμβάνουν και πώς τους χρησιμοποιούμε. Ο Μαζάουερ θέτει πράγματι το ερώτημα τι είναι ένας ορισμός. Βασιζόμενος σε μια λογική πραγματεία του δέκατου έκτου αιώνα, το The Rule of Reason, υποστηρίζει ότι ένας ορισμός εξηγεί, με σαφή και μονοσήμαντη γλώσσα, την ουσία ή «τα ουσιώδη στοιχεία» ή «την ίδια τη φύση του πράγματος». Η δριμεία επίθεσή του στον ορισμό της IHRA και η προτίμησή του για τον ορισμό του OED στηρίζονται σε αυτή την παραδοχή, η οποία είναι διπλά εσφαλμένη, επειδή άλλο είναι να ορίζεις μια λέξη και άλλο να ορίζεις ένα φαινόμενο ή ένα «πράγμα», και επειδή τα περισσότερα από τα «πράγματα» που ορίζουμε δεν έχουν ουσία.
Όσον αφορά τις λέξεις και τα «πράγματα», ένας ορισμός του αντισημιτισμού δεν είναι ορισμός μιας λέξης. Επομένως, αν συγκρίνουμε τον ορισμό του αντισημιτισμού της IHRA με τον ορισμό του OED για τη λέξη «antisemitism», ξεκινάμε από λανθασμένη βάση. Οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι που επιδιώκουν να κατανοήσουν τη φύση του φασισμού, του λαϊκισμού ή του αντισημιτισμού δεν αναζητούν τις απαντήσεις στο OED. Αντιθέτως, οι λεξικογράφοι συμβουλεύονται το έργο των ιστορικών και κοινωνιολόγων, ώστε να μπορούν να καταγράφουν με ακρίβεια τις σταδιακές μεταβολές της σημασίας που προκύπτουν καθώς οι κοινωνικές αλλαγές αντανακλώνται στη χρήση των λέξεων.
Είναι προφανές ότι, αν η λέξη «κλοπή» σημαίνει την πράξη ενός κλέφτη, τότε η κλοπή είναι η πράξη ενός κλέφτη, και αντιστρόφως: οι δύο ορισμοί είναι ίδιοι. Έτσι, μπορεί να φαίνεται ότι δεν υπάρχει λόγος να διακρίνουμε ανάμεσα στον ορισμό των λέξεων και στον ορισμό των «πραγμάτων». Η διάκριση αυτή, όμως, έχει μεγάλη σημασία. Για παράδειγμα, το λήμμα του OED για τη λέξη «theft» αναφέρει: «Η πράξη ενός κλέφτη· η κακουργηματική αφαίρεση της κινητής περιουσίας άλλου προσώπου». Αντίθετα, ο ορισμός της κλοπής στον Νόμο περί Κλοπής του 1968 είναι ο εξής: «Ένα πρόσωπο είναι ένοχο κλοπής αν ιδιοποιηθεί ανέντιμα περιουσία που ανήκει σε άλλον, με την πρόθεση να τη στερήσει μόνιμα από αυτόν».
Είναι αλήθεια ότι ο ορισμός του OED είναι σαφής και συνοπτικός, ενώ ο νομικός ορισμός προσφέρεται εύκολα για την ίδια μεταχείριση που επιφυλάσσει ο Μαζάουερ στον ορισμό της IHRA περί αντισημιτισμού. Το «ανέντιμα» είναι ασαφές και επιδέχεται αμφισβήτηση. Οι προθέσεις μπορεί να είναι απροσδιόριστες, ασταθείς και ασαφείς. Και γιατί «μόνιμα»; Σημαίνει «για πάντα»; Δεν αρκεί ένας αιώνας; Είναι όμως προφανές ότι αυτό δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα. Οι νομικοί ορισμοί χρειάζεται πάντοτε να διευκρινίζονται ή να ερμηνεύονται, και αυτό συμβαίνει στο πλαίσιο της ίδιας της νομικής διαδικασίας. Εξάλλου, ενώ ο ορισμός του OED περιγράφει άριστα τη χρήση της λέξης «κλοπή», δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει μέσα στο νόμο, ολόκληρος ο σκοπός του οποίου είναι να ορίσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ιδιοποίηση περιουσίας συνιστά κακουργηματική κλοπή. Άλλο πράγμα είναι να περιγράφεις τη χρήση μιας λέξης και άλλο να θεσπίζεις έναν νομικό κανόνα. Αν μας ζητηθεί να πούμε ποιος ορισμός είναι καλύτερος, η απάντησή μας θα πρέπει να είναι: «Καλύτερος για ποιον σκοπό;»
Σε ό,τι αφορά τις ουσίες, ο λόγιος του δέκατου έκτου αιώνα στον οποίο βασίζεται ο Μαζάουερ επαναδιατυπώνει την αριστοτελική έννοια του ορισμού που είχε διαμορφωθεί έχοντας κατά νου τα είδη των ζώων και των φυτών. Όμως πολλά πράγματα δεν έχουν ουσία ή «ίδια φύση», την οποία θα μπορούσε να αποτυπώσει ένας ορισμός όπως, π.χ., ο γάμος, πολιτικά συστήματα όπως η δημοκρατία και ιδεολογίες όπως ο εθνικισμός, που όλα μεταβάλλονται ριζικά μέσα στο χρόνο. Στην πραγματικότητα, το ίδιο ισχύει ακόμη και για τα ίδια τα βιολογικά είδη, τα οποία οι βιολόγοι σήμερα αντιλαμβάνονται γενικά ως πληθυσμούς. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα σταθερό σύνολο χαρακτηριστικών, «τα ουσιώδη», που μόνον εκείνα τα πράγματα στα οποία παραπέμπει η συγκεκριμένη ονομασία τα διαθέτουν όλα.
Ο Μαζάουερ πιστεύει ότι ο αντισημιτισμός μπορεί να οριστεί –με άλλα λόγια, ότι η ουσία του μπορεί να αποδοθεί με σαφή και μονοσήμαντη γλώσσα– αρκεί να μη συγχέεται με τον αντισιωνισμό. Άλλοι ιστορικοί υιοθετούν μια εν μέρει διαφορετική άποψη. Για παράδειγμα, ο Ντέιβιντ Φέλντμαν και ο Μαρκ Βολοβίτσι συμφωνούν ότι οι ορισμοί αποσκοπούν στο να αποτυπώνουν την ουσία, αλλά, όσον αφορά τον αντισημιτισμό, «δεν υπάρχει ουσία που να μπορεί να οριστεί». Έτσι, αντί να επιχειρούμε να ορίσουμε κάτι που δεν μπορεί να οριστεί, λένε, θα έπρεπε να διερευνήσουμε τους τρόπους με τους οποίους οι ορισμοί του αντισημιτισμού «σχεδιάζονται και χρησιμοποιούνται για να προωθήσουν συγκεκριμένους σκοπούς»[7].
Ο Ντέιβιντ Ένγκελ προχωρεί την ιδέα λίγο παραπέρα. Ο αντισημιτισμός, επιμένει, δεν είναι ένα «διαχρονικό “πνεύμα” που διαθέτει “ουσία”». Η λέξη επινοήθηκε για να περιγράψει ένα σαφώς προσδιορισμένο σύνολο πολιτικών δραστηριοτήτων κατά τη δεκαετία του 1880, αλλά η χρήση της επεκτάθηκε «πολύ πέρα από τα αρχικά της σημαινόμενα» και «τα όριά της είναι αυθαίρετα». Επί αιώνες, μη Εβραίοι συμπεριφέρονταν με ανεπιθύμητους τρόπους προς τους Εβραίους ή έτρεφαν εχθρότητα απέναντί τους. Όμως οι ιστορικοί που αντιμετωπίζουν αυτά τα ετερογενή γεγονότα ως εκδηλώσεις ενός ενιαίου φαινομένου το κάνουν μόνο εξαιτίας μιας γλωσσικής σύμβασης, η οποία διατηρήθηκε για πολιτικούς και όχι για επιστημονικούς λόγους. Θα ήταν προτιμότερο, καταλήγει, οι ιστορικοί να εγκαταλείψουν την έννοια του αντισημιτισμού και να αναζητήσουν «νέα ερμηνευτικά πλαίσια»[8].
Αν και οι ιστορικοί αυτοί υιοθετούν εν μέρει διαφορετικές θέσεις, τους ενώνει μια κοινή σκέψη: ότι αν ένας ορισμός του αντισημιτισμού δεν αποτυπώνει την ουσία του, τότε στην πραγματικότητα αποτελεί πολιτικό όπλο και οφείλουμε να τον μελετούμε και να τον αξιολογούμε υπ’ αυτό το πρίσμα. Αυτό είναι λάθος.
Η σημαντικότερη συζήτηση για τους ορισμούς στη φιλοσοφία του εικοστού αιώνα βρίσκεται στις Φιλοσοφικές Έρευνες του Βιτγκενστάιν. Ο Βιτγκενστάιν επισημαίνει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, τα πράγματα που αποκαλούμε με το ίδιο όνομα δεν μοιράζονται μια κοινή ουσία. Αντίθετα, αυτό που τα συνδέει είναι αλληλεπικαλυπτόμενες ομοιότητες. Το δικό του παράδειγμα είναι η ποικιλία των παιχνιδιών: επιτραπέζια παιχνίδια, παιχνίδια με χαρτιά, παιχνίδια με μπάλα, Ολυμπιακοί Αγώνες και ούτω καθεξής. «Αν τα εξετάσετε», λέει, «δεν θα δείτε κάτι που να είναι κοινό σε όλα, αλλά θα βρείτε ομοιότητες, σχέσεις, και μάλιστα μια ολόκληρη σειρά απ’ αυτές».
Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερη έκφραση για να χαρακτηρίσω αυτές τις ομοιότητες από τον όρο «οικογενειακές ομοιότητες»· γιατί οι διάφορες ομοιότητες μεταξύ των μελών μιας οικογένειας –σωματική διάπλαση, χαρακτηριστικά του προσώπου, χρώμα των ματιών, τρόπος βαδίσματος, ιδιοσυγκρασία κ.ο.κ.– αλληλεπικαλύπτονται και διασταυρώνονται με τον ίδιο τρόπο. – Και θα πω: «τα παιχνίδια σχηματίζουν μια οικογένεια».
Αυτό ακούγεται απλό, και κατά μία έννοια είναι. Όμως οι συνέπειές του είναι βαθιές. Τα παιχνίδια δεν έχουν ουσία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η χρήση της λέξης «παιχνίδι» είναι ανεξήγητη ή πολιτικά υποκινούμενη, ότι στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τι εννοούμε όταν λέμε «παιχνίδι» ή (όπως το διατυπώνει ο Νίτσε) ότι η λέξη είναι απλώς μια «τσέπη» «στην οποία άλλοτε μπαίνει αυτό, άλλοτε εκείνο, και άλλοτε πολλά πράγματα μαζί».
Ο ορισμός του OED για τη λέξη «game» είναι: «Μια δραστηριότητα που προσφέρει διασκέδαση ή ψυχαγωγία», και λειτουργεί απολύτως ικανοποιητικά. Είναι λάθος να φανταζόμαστε ότι αυτός ο ορισμός αποτυπώνει την ουσία οποιουδήποτε πράγματος. Απλώς περιγράφει, σε γενικές γραμμές, τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η λέξη «παιχνίδι». Όμως το «σε γενικές γραμμές» δεν σημαίνει ότι είναι ελαττωματικός. Αν η έκταση μιας λέξης είναι ασαφής, τότε και ένας ακριβής ορισμός της πρέπει επίσης να είναι ασαφής. Ο «φαλακρός» σημαίνει ότι κάποιος δεν έχει πολλά μαλλιά· η «δημοκρατία» σημαίνει διακυβέρνηση από το λαό· και ούτω καθεξής. Ο Βιτγκενστάιν γράφει:
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η έννοια «παιχνίδι» είναι μια έννοια με ασαφή όρια. – «Αλλά είναι άραγε μια έννοια με ασαφή όρια πράγματι έννοια;» – Είναι άραγε μια θολή εικόνα ενός ανθρώπου; Είναι πάντοτε πλεονέκτημα να αντικαθιστά κανείς μια θολή εικόνα με μια καθαρή; Δεν είναι μήπως συχνά ακριβώς η θολή εικόνα εκείνη που χρειαζόμαστε;
Όπως συμβαίνει με τα παιχνίδια, τον γάμο και τη δημοκρατία, έτσι δεν θα πρέπει να αναμένουμε ότι ένας ορισμός του αντισημιτισμού θα προσδιορίζει την ουσία του. Η ένσταση του Μαζάουερ –ότι ο ορισμός της IHRA λέει πως ο αντισημιτισμός μπορεί να εκφραστεί ως μίσος προς τους Εβραίους, ενώ «ένας ορισμός υποτίθεται ότι μας λέει τι είναι κάτι» (η έμφαση δική του)– βασίζεται σε παρανόηση. Στην πραγματικότητα, μια γενική διατύπωση αυτού του είδους, η οποία συνοδεύεται από μια τέτοια επιφύλαξη και ακολουθείται από μια σειρά παραδειγμάτων, είναι πιθανότατα η μόνη μορφή που θα μπορούσε να λάβει ένας ικανοποιητικός ορισμός του αντισημιτισμού —του κοινωνικού φαινομένου και όχι της λέξης.
Και πάλι, πολλές έννοιες έχουν ρευστά όρια, και ο ορισμός μιας μορφής ρατσισμού δεν μπορεί να είναι απολύτως ακριβής, επειδή τα κοινωνικά φαινόμενα έχουν ασαφή όρια. Επομένως, η ερμηνεία του ορισμού της IHRA θα εξαρτάται αναπόφευκτα από την κρίση, και η εφαρμογή του είναι βέβαιο ότι θα αμφισβητηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις. Υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι για τους οποίους οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται στο ποινικό δίκαιο πρέπει να είναι επαρκώς ακριβείς, ώστε να προειδοποιούν δίκαια τους πολίτες για το τι δεν τους επιτρέπεται να κάνουν και να μειώνουν τον κίνδυνο αυθαίρετης εφαρμογής του νόμου. Αλλά ακόμη και στο δίκαιο, ένας ορισμός δεν είναι αλγόριθμος, και δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι θα μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς εμπειρία, ευαισθησία και κρίση.
Όμως, αν ο ορισμός του αντισημιτισμού της IHRA δεν αποτυπώνει την ουσία του και δεν είναι απολύτως ακριβής, δεν έπεται ότι αποτελεί απλώς ένα πολιτικό εργαλείο, επειδή οι ορισμοί μπορούν να εξυπηρετούν πολλούς διαφορετικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, ένας ορισμός της συναίνεσης μπορεί να έχει σχεδιαστεί για να προσδιορίζει πότε έχει τελεστεί ένα ποινικό αδίκημα, για να διδάσκει στους φοιτητές πώς να διαμορφώνουν τη σεξουαλική τους συμπεριφορά, για να διασφαλίζει ότι ένας ασθενής επέλεξε μια θεραπευτική αγωγή γνωρίζοντας τους κινδύνους ή για να εντάσσει έναν συμμετέχοντα σε μια κλινική δοκιμή.
(Ο ορισμός της συναίνεσης στη σελίδα Student Hub ενός πανεπιστημίου περιλαμβάνει επτά σημεία που εξηγούν τι είναι η συναίνεση («ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια της συνάντησης», «εξακολουθεί να απαιτείται μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται σε σταθερές σχέσεις ή σε γάμο» κ.λπ.) και επτά που εξηγούν τι δεν είναι («να αγνοείς ή να προσποιείσαι ότι δεν άκουσες κάποιον να λέει “όχι”», «ο τρόπος με τον οποίο είναι ντυμένος κάποιος ή ο τρόπος με τον οποίο φλερτάρει» κ.λπ.).
Συναφώς, ορισμένοι ορισμοί είναι περιγραφικοί, ενώ άλλοι κανονιστικοί. Για παράδειγμα, ο ορισμός μιας λέξης είναι περιγραφικός: χαρτογραφεί μια κοινωνική δραστηριότητα, δηλαδή τη χρήση μιας λέξης. Αντίθετα, ο ορισμός της κλοπής στον Νόμο περί Κλοπής του 1968 είναι κανονιστικός: θεσπίζει ένα νομικό πρότυπο. Μπορούμε πάντοτε να αξιολογήσουμε έναν ορισμό ως καλό ή κακό σε σχέση με το σκοπό που υπηρετεί, και συχνά ως έγκυρο ή μη έγκυρο. Ο ορθός τρόπος, όμως, για να προβούμε σε αυτές τις αξιολογήσεις διαφέρει, ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται ο εκάστοτε ορισμός.
Νομικές γνωμοδοτήσεις
Ας στραφούμε τώρα ειδικότερα στον ορισμό της IHRA. Θα ξεκινήσω από τις αντιρρήσεις του Μαζάουερ στη φράση: «Ο αντισημιτισμός είναι μια ορισμένη αντίληψη για τους Εβραίους, η οποία μπορεί να εκφραστεί ως μίσος προς τους Εβραίους». Όπως είδαμε, αντιτείνει ότι «η λέξη “ορισμένη” δεν χρειάζεται· η “αντίληψη” είναι ένας ασαφής όρος· το “μπορεί να” είναι παράξενο, αφού ένας ορισμός γενικά μας λέει τι είναι κάτι· και το μίσος δεν είναι η μόνη έκφραση του αντισημιτισμού».
Ο Μαζάουερ φαίνεται να έχει αντλήσει αυτές τις αντιρρήσεις, καθώς και τη σύγκριση με το Oxford English Dictionary, από δύο νομικές γνωμοδοτήσεις σχετικά με τον ορισμό της IHRA, τις οποίες παρήγγειλαν αντισιωνιστικές οργανώσεις στον Χιου Τόμλινσον KC (το 2017) και στον Τζέφρι Ρόμπερτσον KC (το 2018)[9]. Αξίζει να τις εξετάσουμε όπως διατυπώθηκαν αρχικά.
Η «αντίληψη» είναι ένας ασαφής όρος
Τόσο ο Τόμλινσον όσο και ο Ρόμπερτσον αντιτίθενται στη χρήση της λέξης perception (αντίληψη), αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ο Τόμλινσον τη χαρακτηρίζει «αόριστη και ασαφή», ενώ ο Ρόμπερτσον διερωτάται: «ποια αντίληψη, και στα μάτια ποίου – της εβραϊκής κοινότητας, των σιωνιστών ή των αντισιωνιστών, ή πρόκειται για αναφορά (όπως θα έπρεπε) στην αντικειμενική εντύπωση του έλλογου παρατηρητή;»
Καμία από τις δύο παρατηρήσεις δεν είναι πειστική. Όσον αφορά την πρώτη, η λέξη αντίληψη, όπως και οι λέξεις «στάση» ή «άποψη», εκφράζει την ιδέα ότι μια μορφή ρατσισμού δεν είναι απλώς ένας τύπος συμπεριφοράς, αλλά πρέπει να γίνεται κατανοητή με γνωσιακούς ή αντιληπτικούς όρους. Η ευρέως αναφερόμενη έκθεση του Runnymede Trust για την ισλαμοφοβία, η οποία παρουσιάστηκε από τον υπουργό Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου το 1997, ορίζει το αντικείμενό της με παρόμοιο τρόπο, ως μια «αντίληψη» (view) για το Ισλάμ. Αυτός είναι ο καθιερωμένος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο ρατσισμός στην ψυχολογία, τη φιλοσοφία και το δίκαιο.
Όσον αφορά τη δεύτερη παρατήρηση, ο Ρόμπερτσον συγχέει το ερώτημα του τι είναι ο αντισημιτισμός με το ερώτημα ποιο θα πρέπει να είναι το κριτήριο βάσει του οποίου ο λόγος ή η συμπεριφορά αξιολογούνται ως αντισημιτικά. Το κριτήριο, όπως ορθά υποστηρίζει, πρέπει να είναι η αντίληψη ή η κρίση του (μυθικού) «έλλογου παρατηρητή» (reasonable bystander)· με άλλα λόγια, ο λόγος ή η συμπεριφορά δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται αντισημιτικά χωρίς βάσιμο λόγο. Όμως η αντισημιτική «αντίληψη» ή «άποψη» που μπορεί να εκφράζει ένας λόγος ή μια συμπεριφορά δεν είναι, ασφαλώς, εκείνη του «έλλογου παρατηρητή», αλλά του ίδιου του αντισημίτη.
Η χρήση του «μπορεί» ("Μay Be") είναι παράξενη, καθώς ένας ορισμός συνήθως μας λέει τι είναι κάτι
Ο Τόμλινσον υποστηρίζει ότι η χρήση της λέξης may (μπορεί να) δημιουργεί «σύγχυση» και ότι «το ελάχιστο που απαιτείται» για να αποσαφηνιστεί ο ορισμός είναι να αντικατασταθεί το «μπορεί να εκφραστεί» από το «εκφράζεται». Όμως η αντικατάσταση του «μπορεί να εκφραστεί» από το «εκφράζεται» καθιστά τον ορισμό υπερβολικά στενό, αφού δεν εκφράζεται κάθε μορφή αντισημιτισμού μέσω του μίσους. Επομένως, ο ορισμός «δεν λειτουργεί». Ο Ρόμπερτσον υποστηρίζει ότι η χρήση της λέξης «μπορεί» «προσδίδει ασάφεια και έλλειψη ακρίβειας».
Και πάλι, καμία από τις δύο αντιρρήσεις δεν είναι πειστική. Το «μπορεί» είναι, φυσικά, μια απολύτως οικεία λέξη. Η πραγματική ένσταση είναι ότι το να περιγράφει κανείς τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδηλωθεί ο αντισημιτισμός είναι ασαφές και αφήνει το ζήτημα ανοικτό. Στην πραγματικότητα, όμως, οι ανοικτοί ορισμοί αποτελούν καθιερωμένη πρακτική, όχι μόνο στις κοινωνικές επιστήμες αλλά και στο δίκαιο. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει ακριβής νομικός ορισμός της δυσφήμησης. Αντί γι’ αυτό, τα νομικά εγχειρίδια εξηγούν συνήθως ότι μια δήλωση για κάποιο πρόσωπο είναι δυσφημιστική, εφόσον τείνει να το μειώσει στην εκτίμηση των ορθώς σκεπτόμενων μελών της κοινωνίας, και στη συνέχεια παραθέτουν έναν κατάλογο επεξηγηματικών παραδειγμάτων, χωρίς να ισχυρίζονται ότι είναι εξαντλητικός — όπως, για παράδειγμα, δηλώσεις που αποδίδουν σε κάποιον εγκληματική συμπεριφορά, ανεντιμότητα, επαγγελματική ανεπάρκεια και ούτω καθεξής.
Το «μίσος» δεν είναι η μόνη έκφραση του αντισημιτισμού
Ο Ρόμπερτσον επεκτείνει την κριτική του σχετικά με τη χρήση του «μπορεί»: «προφανώς [ο αντισημιτισμός] μπορεί να εκφραστεί ως «μίσος προς τους Εβραίους», αλλά με ποιους άλλους τρόπους μπορεί να εκφραστεί ο αντισημιτισμός και, αν μπορεί να υπάρχουν και άλλοι ορισμοί, γιατί δεν προσδιορίζονται;»
Η παρατήρηση σχετικά με άλλους ορισμούς είναι αινιγματική. Αναμφίβολα, ο αντισημιτισμός μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους, αλλά το γεγονός ότι ο ορισμός της IHRA χρησιμοποιεί τη λέξη «μπορεί»δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να συνδυάζει ή να περιλαμβάνει περισσότερους από έναν ορισμούς. Όσον αφορά το ερώτημα του Ρόμπερτσον «με ποιους άλλους τρόπους;», τα παραδείγματα που συνοδεύουν τον ορισμό της IHRA περιλαμβάνουν μια ποικιλία τρόπων με τους οποίους μπορεί να εκδηλωθεί ο αντισημιτισμός –θεωρίες συνωμοσίας, εγκληματικές επιθέσεις κατά προσώπων ή περιουσίας, διακρίσεις και ούτω καθεξής– οι οποίοι, όπως αναφέρει ο αρχικός ορισμός, μπορεί να εμπεριέχουν μίσος ή και να μην εμπεριέχουν.
Σε σύγκριση με την εκδοχή του OED, ο ορισμός της IHRA είναι κακοδιατυπωμένος και στην πραγματικότητα δεν αποτελεί καν ορισμό
Ο Ρόμπερτσον συνιστά στα πανεπιστήμια και στους τοπικούς φορείς που χρειάζονται έναν ορισμό του αντισημιτισμού ότι «θα ήταν φρόνιμο να χρησιμοποιήσουν το Oxford English Dictionary (OED). Για τους λόγους που εξηγήθηκαν παραπάνω, αυτή η σύσταση δεν είναι περισσότερο εύλογη από το να συμβούλευε κανείς τα πανεπιστήμια να χρησιμοποιήσουν τον ορισμό της συναίνεσης στο OED: «Η συμφωνία ενός αριθμού ανθρώπων σε ένα σχέδιο, μια πολιτική, μια πορεία δράσης κ.λπ.».
Τα παραδείγματα της IHRA
Το επιχείρημα ότι ο ορισμός της IHRA δεν αποτυπώνει την ουσία του αντισημιτισμού, καθώς και οι αντιρρήσεις που διατυπώνονται ως προς τη διατύπωσή του, δεν είναι πειστικά. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποφανθούμε αν είναι καλός, αν δεν γνωρίζουμε για ποιον σκοπό προορίζεται να είναι καλός. Ευτυχώς, η IHRA εξηγεί με σαφήνεια τον σκοπό του ορισμού. Στόχος του είναι «να εκπαιδεύσει και να ευαισθητοποιήσει τις διοικήσεις, τους πολιτικούς, τους δικαστές, την αστυνομία, τους εκπαιδευτικούς, τα μέσα ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών», και όχι να ορίσει μια κατηγορία απαγορευμένης συμπεριφοράς ή να περιγράψει τη χρήση μιας λέξης. Όμως, όπως και ένας λεξικογραφικός ορισμός, είναι περιγραφικός και όχι κανονιστικός: περιγράφει ένα κοινωνικό φαινόμενο, δηλαδή έναν τύπο κοινωνικών γεγονότων. Επομένως, το πρώτο ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι αν περιγράφει με ακρίβεια τον αντισημιτισμό· με άλλα λόγια, αν είναι αληθής.
Ο ορισμός αρχίζει με τη φράση στην οποία επιτίθενται ο Μαζάουερ, ο Τόμλινσον και ο Ρόμπερτσον. Το αμφιλεγόμενο όμως μέρος είναι η σειρά των παραδειγμάτων που συνδέουν τον αντισημιτισμό με τον αντισιωνισμό. Και όμως, στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να βρει παραδείγματα αντισημιτισμού αυτού του είδους. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τη «σύγκριση της ισραηλινής πολιτικής με τη ναζιστική πολιτική» ή τη σύγκριση των Ισραηλινών με τους ναζί.
Ο ορισμός της IHRA αναγνωρίζει ότι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην αντισημιτικό. Για παράδειγμα, σε επιστολή του 1948, την οποία υπέγραψαν εξέχοντες Εβραίοι διανοούμενοι, μεταξύ των οποίων ο Άλμπερτ Αϊνστάιν και η Χάνα Άρεντ, το κόμμα Χερούτ του Μεναχέμ Μπέγκιν περιγράφεται ως «στενά συγγενές, ως προς την οργάνωση, τις μεθόδους, την πολιτική φιλοσοφία και την κοινωνική του απήχηση, με τα ναζιστικά και τα φασιστικά κόμματα». Η διατύπωση αυτή είναι σοκαριστική, όπως ακριβώς προοριζόταν να είναι, αλλά δεν είναι ούτε αντισημιτική ούτε αντισιωνιστική. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις η σύγκριση αυτή είναι αντισημιτική, και αυτή υπήρξε η τάση από το 1967 και έπειτα: αρχικά στη σοβιετική και την αραβική αντισιωνιστική γραμματεία και, στη συνέχεια, ολοένα και περισσότερο, στην Αριστερά.
Ακολουθεί, για παράδειγμα, ένα απόσπασμα από το Καταστατικό της Χαμάς:
Στη ναζιστική μεταχείρισή τους, οι Εβραίοι δεν έκαναν καμία εξαίρεση για γυναίκες ή παιδιά. Η πολιτική τους να σπέρνουν το φόβο απευθύνεται σε όλους. [...] Το σιωνιστικό σχέδιο είναι απεριόριστο. Μετά την Παλαιστίνη, οι Σιωνιστές φιλοδοξούν να επεκταθούν από τον Νείλο έως τον Ευφράτη. Όταν θα έχουν χωνέψει την περιοχή που κατέλαβαν, θα επιδιώξουν περαιτέρω επέκταση, και ούτω καθεξής. Το σχέδιό τους αποτυπώνεται στα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών.
Επιπλέον, η ανάλυση αυτής της σύγκρισης στον σύγχρονο γερμανικό δημόσιο λόγο περιλαμβάνει το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε η ισραηλινή πρεσβεία στο Βερολίνο το 2012: «Το κράτος του Ισραήλ είναι ένα κράτος-δολοφόνος. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτό το κράτος και στο γερμανικό καθεστώς τρόμου του 1933-45; Δεν πρέπει να σας εκπλήσσει το ότι οι Εβραίοι είναι μισητοί»[10]. Παρόμοιες διατυπώσεις παρατίθενται και στην έκθεση της EHRC για το Εργατικό Κόμμα, όπως, για παράδειγμα: «Πώς να μη νιώθουμε συμπόνια για τους Παλαιστινίους, όταν έχουν απέναντί τους αυτούς τους δολοφόνους, τους μπάσταρδους Zionest [sic]. Τα ΝΑΖΙ αφεντικά τους τους εκπαίδευσαν καλά.»
Παρά τις διαφορές ανάμεσα στα τρία αυτά κείμενα –το Καταστατικό της Χαμάς αποτελεί διακήρυξη μιας γενοκτονικής ιδεολογίας, ενώ τα άλλα δύο είναι απλώς μεμονωμένες εκδηλώσεις προκατάληψης–, και τα τρία είναι αντισημιτικά. Όμως ο αντισημιτικός αντισιωνισμός μπορεί να είναι αθώος και καλοπροαίρετος. Όπως αναφέρει ο ορισμός της IHRA, μπορεί να εκφράζεται ως μίσος, αλλά δεν είναι αναγκαίο να εκφράζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Για παράδειγμα, η Έρευνα Νεολαίας του Yale του 2025 διαπίστωσε ότι το 21% των ερωτηθέντων ηλικίας 18 έως 22 ετών συμφωνούσε ότι το μποϊκοτάζ εβραϊκών επιχειρήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί ενδεδειγμένη απάντηση στον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ διεξήγαγε τον πόλεμο στη Γάζα. Εκ πρώτης όψεως, αυτή φαίνεται να είναι μια αντισημιτική άποψη. Θα ήταν όμως λάθος να συναγάγει κανείς ότι οι νέοι που την υποστήριξαν παρακινούνταν από εχθρότητα προς τους Εβραίους ή ότι θα υποστήριζαν μια αντισημιτική πολιτική, αν κατανοούσαν ότι επρόκειτο για αντισημιτισμό.
Οι περιπτώσεις αυτές σχετίζονται με τα τρία τελευταία παραδείγματα του ορισμού της IHRA: «τη χρήση συμβόλων και εικόνων που συνδέονται με τον κλασικό αντισημιτισμό για τον χαρακτηρισμό του Ισραήλ ή των Ισραηλινών», «τη σύγκριση της σύγχρονης ισραηλινής πολιτικής με εκείνη των ναζί» και «τη συλλογική απόδοση ευθύνης στους Εβραίους για τις ενέργειες του κράτους του Ισραήλ». Επιβεβαιώνουν, επομένως, ότι ο ορισμός είναι ορθός ως προς αυτά τα παραδείγματα και καταδεικνύουν την ανάγκη να αναγνωριστεί ότι τέτοιες μορφές αντισημιτικού αντισιωνισμού υπάρχουν[11].
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι, ακόμη κι αν υπάρχουν, η συμπερίληψή τους σε έναν ορισμό τούς προσδίδει δυσανάλογη βαρύτητα. Η απάντηση σε αυτή την ένσταση είναι ότι τα παραδείγματα που συνοδεύουν έναν ορισμό πρέπει πράγματι να έχουν επαρκή σημασία ώστε να δικαιολογούν την προβολή που τους προσφέρει η ένταξή τους σε αυτόν· αν όμως βρίσκονται σε αντιστοιχία μέσ’ στο πρόγραμμα της Χαμάς ή την άποψη του είκοσι τοις εκατό των νέων Αμερικανών, τότε είναι αρκετά σημαντικά ώστε να περιληφθούν.
Η «αποτρεπτική» επίδραση
Ας υποθέσουμε ότι δεχόμαστε πως ο ορισμός της IHRA είναι έγκυρος, με την έννοια ότι χαρτογραφεί με ακρίβεια τον αντισημιτισμό στη σημερινή εποχή, και ότι αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την εκπαίδευση, την εποπτεία και την καθοδήγηση της έρευνας ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Από αυτό, όμως, δεν προκύπτει ότι είναι κατάλληλος για να ορίζει μια κατηγορία απαγορευμένης συμπεριφοράς. Πράγματι, θα ήταν σοβαρό σφάλμα να χρησιμοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, επειδή ο αντισημιτικός λόγος δεν απαγορεύεται από το νόμο ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε στο Ηνωμένο Βασίλειο και δεν θα έπρεπε να απαγορεύεται από τους πανεπιστημιακούς κανονισμούς. (Η άρνηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί ποινικό αδίκημα σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες).
Ο ανεξάρτητος επιθεωρητής της νομοθεσίας περί τρομοκρατίας στο Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε πρόσφατα ότι το αδίκημα της υποκίνησης φυλετικού μίσους –συμπεριλαμβανομένου του μίσους που βασίζεται στην εθνικότητα– αποτελεί, όπως το έθεσε, «ένα ζωτικής σημασίας προπαρασκευαστικό αδίκημα για την αντιμετώπιση μέρους του δημόσιου μίσους που έχουμε δει στους δρόμους μας, πριν αυτό οδηγήσει σε βία ή ακόμη και σε τρομοκρατική βία». Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται όπως θα έπρεπε[12]. Συμφωνώ και στα δύο σημεία. Όμως άλλο πράγμα είναι η υποκίνηση μίσους και άλλο η έκφραση αντισημιτικών απόψεων, όσο εσφαλμένες ή προσβλητικές κι αν είναι αυτές. Πώς θα μπορούσε να συζητηθεί μέσα στην τάξη το ερώτημα αν το μποϊκοτάζ εβραϊκών επιχειρήσεων είναι ο σωστός τρόπος διαμαρτυρίας για τον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ διεξήγαγε τον πόλεμο στη Γάζα, αν οι φοιτητές κινδύνευαν να παραβιάσουν τους πανεπιστημιακούς κανονισμούς επειδή υποστήριζαν –ή επειδή το υποστήριξαν με υπερβολικό πάθος– ότι είναι;
Ωστόσο, και οι δύο πλευρές της διαμάχης γύρω από τον ορισμό της IHRA είχαν την τάση να συγχέουν την ιδέα ότι ο ορισμός χαρτογραφεί κοινωνικά γεγονότα με την ιδέα ότι θεσπίζει ένα νομικό πρότυπο συμπεριφοράς. Αυτή η σύγχυση έχει οδηγήσει τόσο στην κακή χρήση του ορισμού όσο και στην εσφαλμένη κατηγορία ότι αυτός περιορίζει την ελευθερία του λόγου: από τη μία πλευρά ο Γκάβιν Γουίλιαμσον και από την άλλη ο Τζέφρι Ρόμπερτσον.
Όσον αφορά την κακή χρήση του ορισμού, κατά καιρούς έχουν ματαιωθεί εκδηλώσεις ή δεν έχουν πραγματοποιηθεί με το σκεπτικό ότι, υπό το πρίσμα του ορισμού της IHRA, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αντισημιτικές. Ανάμεσα σε αυτές συγκαταλέγεται και μια ευρέως γνωστή περίπτωση στο Πανεπιστήμιο του Κεντρικού Λάνκασαϊρ τον Φεβρουάριο του 2017. Ωστόσο, αυτού του είδους η κακή χρήση έγινε υπερβολική κυρίως στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπου η καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας Μαριάν Χιρς δήλωσε ότι φοβόταν πως θα αντιμετώπιζε επίσημες κυρώσεις αν ανέφερε στην τάξη το βιβλίο της Χάννα Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, ενώ ο Ρασίντ Χαλίντι ακύρωσε ένα μάθημα για την ιστορία της Παλαιστίνης με το επιχείρημα ότι ο ορισμός της IHRA λέει πως «κάθε κριτική στο Ισραήλ, ή ακόμη και κάθε περιγραφή της ισραηλινής πολιτικής, μετατρέπεται σε κριτική κατά των Εβραίων». Στην πραγματικότητα, η ετήσια αντισιωνιστική διοργάνωση Israel Apartheid Weekεξακολουθεί να πραγματοποιείται κανονικά στις πανεπιστημιουπόλεις πανεπιστημίων που έχουν υιοθετήσει τον ορισμό της IHRA· και η υιοθέτηση του ορισμού δεν έχει καταστήσει τις βρετανικές αστυνομικές δυνάμεις λιγότερο ανεκτικές απέναντι στα αντισημιτικά συνθήματα που εμφανίζονται στις διαδηλώσεις δίπλα σε συνθήματα όπως «Ελευθερία στην Παλαιστίνη» (Freedom for Palestine) και «Κατάπαυση του Πυρός Τώρα».
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι ορισμένοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι επιχείρησαν να υποχρεώσουν τα πανεπιστήμια να υιοθετήσουν τον ορισμό της IHRA. Για παράδειγμα, τον Οκτώβριο του 2020, ο βρετανός υπουργός Παιδείας Γκάβιν Γουίλιαμσον απείλησε με κυρώσεις τα πανεπιστήμια που δεν θα υιοθετούσαν τον ορισμό, συμπεριλαμβανομένης της «αναστολής της χρηματοδότησής τους», ενώ, τον Μάρτιο του 2024, ο κυβερνήτης του Τέξας Γκρεγκ Άμποτ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο έδινε εντολή στα δημόσια πανεπιστήμια να ενσωματώσουν τον ορισμό στις πολιτικές τους για την ελευθερία του λόγου. Όμως η υιοθέτηση του ορισμού δεν αποτελεί τρόπο αντιμετώπισης του εκφοβισμού και της παρενόχλησης, και η επιβολή του δεν έχει περισσότερο νόημα από την επιβολή του ορισμού της δημοκρατίας του Αριστοτέλη ή του ορισμού του κράτους από τον Μαξ Βέμπερ.
Έτσι, αφενός, ο ορισμός της IHRA έχει χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά και έχουν γίνει εσφαλμένες προσπάθειες να επιβληθεί στα πανεπιστήμια — σαν να επρόκειτο για έναν κανόνα προς επιβολή και όχι για μια περιγραφή ενός κοινωνικού φαινομένου. Αφετέρου, έχει διατυπωθεί συχνά ο ισχυρισμός ότι, ακόμη και αν ο ορισμός της IHRA δεν χρησιμοποιείται για να απαγορεύσει την έκφραση αντισημιτικών στάσεων και ιδεών, μπορεί παρ’ όλα αυτά να έχει μια «εκφοβιστική επίδραση» (chilling effect) στην ελευθερία του λόγου[13]. Και αυτός όμως ο ισχυρισμός βασίζεται στη σύγχυση ανάμεσα σε έναν ορισμό που χαρτογραφεί κοινωνικά γεγονότα και σε έναν ορισμό που θεσπίζει ένα νομικό πρότυπο συμπεριφοράς, όπως ο ορισμός της κλοπής στον νόμο περί κλοπής, στον οποίο έγινε προηγουμένως αναφορά.
Η ιδέα είναι ότι ο νόμιμος λόγος μπορεί να αποθαρρυνθεί –δηλαδή να ανασταλεί– από νόμους, πολιτικές ή κανονισμούς που είναι ασαφείς ή η συμμόρφωση προς τους οποίους είναι υπερβολικά δαπανηρή, ή όταν η υπεράσπιση απέναντι σε μια αγωγή είναι υπερβολικά ακριβή. Για παράδειγμα, ένας δημοσιογράφος μπορεί να διστάσει να δημοσιεύσει υλικό πραγματικού δημόσιου ενδιαφέροντος εξαιτίας του κινδύνου να εναχθεί για δυσφήμηση και του εξοντωτικά υψηλού κόστους των δικαστικών εξόδων. Όμως ένας από τους σκοπούς της εκπαίδευσης των φοιτητών σχετικά με τον αντισημιτισμό γενικά και τον αντισημιτικό αντισιωνισμό ειδικότερα είναι ακριβώς να «αποθαρρύνει» ή να αναστέλλει τον αντισημιτικό λόγο, ακόμη και όταν αυτός προστατεύεται από τον νόμο – όχι με την απειλή κυρώσεων, αλλά με τον τρόπο που λειτουργεί κάθε ηθική εκπαίδευση: εξηγώντας τη βλάβη που ο λόγος αυτός προκαλεί και συνδέοντάς τον με κοινές αξίες. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι ακριβώς ο προστατευόμενος αντισημιτικός λόγος αποτελεί τον στόχο αυτής της προσπάθειας, αφού ο λόγος του μίσους και η υποκίνηση σε βία ανήκουν στην αρμοδιότητα του νόμου.
(Οι ανώτεροι βρετανοί νομικοί που επέκριναν την προσπάθεια του Γκάβιν Γουίλιαμσον να επιβάλει τον ορισμό της IHRA στα βρετανικά πανεπιστήμια, με το επιχείρημα ότι είναι «εσωτερικά ασυνεπής» και ότι η υιοθέτησή του θα «οδηγούσε στον περιορισμό του διαλόγου», υιοθετούσαν τη σωστή στάση για λάθος λόγους[14]. Η αντίρρηση στην απαίτηση να υιοθετήσει ένας θεσμός τον ορισμό είναι η ίδια που θα υπήρχε αν η απαίτηση απευθυνόταν σε ένα άτομο. Ο ορισμός δεν είναι ασυνεπής και δεν περιορίζει ούτε την ακαδημαϊκή ελευθερία ούτε την ελευθερία του λόγου· ούτε το κάνει η απόφαση υιοθέτησής του. Αυτό που το κάνει είναι ο εξαναγκασμός για την υιοθέτησή του.)
Συνοψίζοντας, ο κίνδυνος αποθάρρυνσης του λόγου αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διατυπώνονται οι νόμοι και οι κανονισμοί και να εφαρμόζεται το νομικό σύστημα, δεν αφορά όμως την περιγραφή κοινωνικών γεγονότων. Και αν η αναγνώριση του γεγονότος ότι ο αντισημιτικός αντισιωνισμός αποτελεί υπαρκτή πραγματικότητα μπορεί να αποθαρρύνει ή να αναστείλει τον νόμιμο λόγο, αυτό δεν αποτελεί λόγο να αποκρύψουμε ή να αρνηθούμε την ύπαρξή του.
Επομένως, η αναλογία ανάμεσα στη δυνητικά «αποτρεπτική» επίδραση ενός νομικού κανόνα ή του κόστους μιας δικαστικής διαδικασίας, αφενός, και του ορισμού της IHRA, αφετέρου, είναι εσφαλμένη. Όπως είδαμε, όμως, πολιτικοί τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάνει κατάχρηση του ορισμού. Εξίσου σοβαρό είναι το ότι τον απλό ισχυρισμό περί αντισημιτισμού, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αυτός ορίζεται, τον έχουν κατάφωρα καταχραστεί και αρκετοί ισραηλινοί πολιτικοί, ιδίως ο πρωθυπουργός, ο οποίος έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει μη ευπρόσδεκτες πολιτικές αποφάσεις ξένων κυβερνήσεων ως αντισημιτικές ή ως αποφάσεις που τροφοδοτούν τον αντισημιτισμό – σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε πολλοί Ισραηλινοί της Αριστεράς να έχουν αναπτύξει αλλεργία απέναντι στη λέξη.
Βεβαίως, κάθε λέξη η χρήση της οποίας είναι πολιτικά αμφιλεγόμενη μετατρέπεται σε όπλο. Πρόσφατα παραδείγματα είναι οι λέξεις «πόλεμος» (σε αντιδιαστολή προς την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση»), «γυναίκα» και, βεβαίως, «γενοκτονία», η οποία ορίζεται με ακρίβεια στη Σύμβαση για τη Γενοκτονία, αλλά έχει μετατραπεί σε shibboleth, σε σύνθημα και σε αντισημιτικό εργαλείο όταν χρησιμοποιείται σε σχέση με το Ισραήλ και τον σιωνισμό – ανεξάρτητα από το αν ο ισχυρισμός ότι το Ισραήλ παραβίασε τη Σύμβαση θα πρέπει τελικά να γίνει δεκτός. Για παράδειγμα, σε μια πρόσφατη ανάρτηση στο Instagram, μια φιλοπαλαιστινιακή φοιτητική ομάδα στο Λονδίνο αποκαλεί την [εφημερίδα] Jewish Chronicle«Genocidal Chronicle» («Χρονικό της Γενοκτονίας») και την Ένωση Εβραίων Φοιτητών, «Ένωση Φοιτητών της Γενοκτονίας». Η εργαλειοποίηση είναι αναπόφευκτη, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να μας απασχολεί ή να την καταγγέλλουμε.
Οι διαδηλώσεις στα πανεπιστήμια
Αυτό μας πηγαίνει στις διαμαρτυρίες στις πανεπιστημιουπόλεις κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα. Ο Μαζάουερ περιγράφει τις διαμαρτυρίες στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια ως μια αξιοθαύμαστη, έστω και άτακτη, μορφή εκπαίδευσης. Ο Σάιμον Σάμα, επίσης μέλος του Τμήματος Ιστορίας του Κολούμπια, αυτό το χαρακτήρισε ψέμα. Προσωπικά, προτιμώ να το θεωρώ μια ακαδημαϊκή μορφή Πολυαννισμού. Στην πραγματικότητα, ήταν ακριβώς η έλλειψη εκπαίδευσης –όχι μόνο σχετικά με την ιστορία της σύγκρουσης, αλλά και σχετικά με την ιστορία του ίδιου του αντισιωνισμού– που επέτρεψε στις διαμαρτυρίες να εκτραπούν κατά στιγμές σε εκδηλώσεις μίσους. Όμως η ιστορία του αραβικού και του ισλαμιστικού αντισιωνιστικού λόγου, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ο αριστερός αντισιωνισμός προέκυψε από τις σοβιετικές αντισημιτικές εκστρατείες των δεκαετιών του 1960 και του 1970, μόλις που καταγράφονται στο βιβλίο του Μαζάουερ[15].
Μια ακόμη σημαντική εξέλιξη, την οποία οι φοιτητές πρέπει να γνωρίζουν, είναι ότι ο αντισιωνισμός αποσυνδέεται σταδιακά από το φιλοπαλαιστινιακό κίνημα και μετατρέπεται σε ένα κίνημα μίσους με δική του αυτονομία. Σε μια διαδήλωση στο Λονδίνο, κάποιος κρατάει ένα πλακάτ που γράφει: «Οι Δυτικοί σιωνιστές που κινούν τα νήματα δίνουν εντολές στις σατανικές μαριονέτες τους στο Τελ Αβίβ να κάνουν τη βρόμικη δουλειά τους». Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες εμφανίζονται στο Χ οι ακόλουθες αναρτήσεις: «Ο σιωνισμός είναι καρκίνος. Οι σιωνιστές είναι σατανιστές. / Με αηδιάζουν. Είναι τόσο ΚΑΚΟΙ. / Οι σιωνιστές είναι κυριολεκτικά οι πιο μοχθηροί άνθρωποι που έχουν περπατήσει ποτέ πάνω στη γη. / Κοιτάξτε τα μάτια τους. Ο σιωνισμός σε μετατρέπει σε δαίμονα»[16]. Ο ορισμός της IHRA περιγράφει αυτού του είδους το υλικό ως «ψευδείς, απανθρωποποιητικούς, δαιμονοποιητικούς ή στερεοτυπικούς ισχυρισμούς για τους Εβραίους ως τέτοιους ή για τη δύναμη των Εβραίων ως συλλογικότητας». Δεν προσφέρει απολύτως τίποτα στην υπόθεση της παλαιστινιακής απελευθέρωσης και σχεδιάζει ένα στόχο στην πλάτη των Εβραίων. Η παρατήρηση του Μαζάουερ ότι ο αντισημιτισμός και ο αντισιωνισμός «συνυπάρχουν κάποιες φορές» αποδίδει αυτή την πραγματικότητα περίπου τόσο εύστοχα όσο αποδίδει και τη σχέση των Μάκβεθ μεταξύ τους.
Όμως το θεμελιώδες ζήτημα πάνω στο οποίο οι αριστεροί αντισιωνιστές οφείλουν να προβληματιστούν διατυπώθηκε από τον ισραηλινό δικηγόρο ανθρωπίνων δικαιωμάτων Μίχαελ Σφαρντ. (Έχω ιδιαίτερα κατά νου τους φοιτητές και τους ακτιβιστές στο Κολούμπια που εξέφρασαν την υποστήριξή τους προς τη Χαμάς χρησιμοποιώντας το σύνθημα του Μάλκολμ Χ, «Με κάθε αναγκαίο μέσο».) Ο Σφαρντ, ο οποίος έχει αφιερώσει ολόκληρη την επαγγελματική του ζωή στην υπεράσπιση των Παλαιστινίων και των δικαιωμάτων τους, έγραψε τα ακόλουθα, ολοκληρώνοντας μια δριμεία κριτική στην αντίδραση του Ισραήλ στις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, μόλις δύο εβδομάδες αργότερα:
Όχι μακριά από εμάς, στον δικό τους δρόμο προς τη μαύρη τρύπα, αιωρούνται εκείνοι που αυτοαποκαλούνται μέλη της «προοδευτικής Αριστεράς». Δυσκολεύονται να καταδικάσουν απερίφραστα –και χωρίς να καταφεύγουν στο «πλαίσιο»– ένα σατανικό όργιο καταστροφής ισραηλινών πολιτικών κοινοτήτων κοντά στη Γάζα, μαζί με τους κατοίκους τους. Κάποιοι μάλιστα ψελλίζουν ότι η αποαποικιοποίηση είναι μια άσχημη διαδικασία· έτσι συνέβη, π.χ., στην Αλγερία και την Κένυα.
Τα διαβάζω αυτά και πεθαίνω από ντροπή. Ίσως να μην το καταλάβατε, αλλά ο αγώνας για τον τερματισμό της κατοχής και την επίτευξη της ανεξαρτησίας του παλαιστινιακού λαού αποτελεί μέρος του οικουμενικού αγώνα για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων, όχι το αντίστροφο. Η ιδέα της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής, η ευγενής ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία δεν πρέπει να παραβιάζονται δεν είναι εργαλείο για την επίτευξη της παλαιστινιακής ανεξαρτησίας αλλά το αντίθετο[17].
Η σχέση ανάμεσα στον αντισημιτισμό και τον αντισιωνισμό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά ζητήματα στις πανεπιστημιουπόλεις σήμερα και οι φοιτητές χρειάζονται τα πνευματικά εργαλεία για να τη σκεφτούν αντικειμενικά, καθοδηγούμενοι –ας ελπίσουμε– από την ευγενή ιδέα ότι κάθε άνθρωπος, και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης, διαθέτει θεμελιώδη δικαιώματα που δεν πρέπει να παραβιάζονται. Αυτό δεν είναι αυτονόητο. Σε δημοσκόπηση των Harvard CAPS/Harris που πραγματοποιήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2023, το 62% των ερωτηθέντων ηλικίας 18 έως 24 ετών εξέφρασε την άποψη ότι «οι [επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου] κατά των Εβραίων είχαν γενοκτονικό χαρακτήρα», ενώ το 51% δήλωσε ότι ήταν «δικαιολογημένες λόγω των παλαιστινιακών παραπόνων»[18]. Αν οι απαντήσεις τους ήταν ειλικρινείς, αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον το 13% πίστευε εκείνη τη στιγμή ότι η γενοκτονία των Εβραίων ήταν δικαιολογημένη.

O Ζαν Αμερί. Ο Αυστριακός Εβραίος συγγραφέας ο οποίος επέζησε του Άουσβιτς και αργότερα αυτοκτόνησε εξέφραζε τη βαθιά του λύπη για το γεγονός ότι, όπως υποστήριζε, ο αριστερός αντισιωνισμός έσπρωχνε τους Εβραίους στην αγκαλιά των «αντιδραστικών». Πίστευε όμως επίσης ότι ο αντισημιτισμός ενυπάρχει στον αντισιωνισμό «όπως η καταιγίδα μέσα στο σύννεφο» και ότι «αν το Ισραήλ καταρρεύσει, χτυπημένο από τόσο πολύ μίσος, δεν θα κληροδοτήσει στους κατοίκους του τίποτε άλλο παρά το μαχαίρι των αντιπάλων τους, η κοινωνικοποίηση των οποίων τους έχει ήδη προετοιμάσει για τη δολοφονία των Εβραίων».
GedenkstätteBuchenwald
Το βιβλίο Περί αντισημιτισμού ανήκει σε εκείνη την κατηγορία που περιγράφει ο Μάθιου Μπόλτον, όπου «το δύσκολο ζήτημα της σχέσης του αντισημιτισμού με το Ισραήλ παρουσιάζεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα χειραγώγησης από κακόβουλους δρώντες» και, επομένως, δεν θα βοηθήσει καθόλου αυτούς τους φοιτητές να αλλάξουν γνώμη. Ίσως να είμαι ιδεαλιστής, αλλά πιστεύω ότι τα δοκίμια του Ζαν Αμερί από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 μπορούν ακόμη να μιλήσουν στους αντισιωνιστές φοιτητές σήμερα, επειδή ο Αμερί έγραφε από τη σκοπιά της Αριστεράς για την Αριστερά, ακριβώς την εποχή κατά την οποία διαμορφωνόταν η αντισιωνιστική ιδεολογία που έχει πυροδοτήσει τις κινητοποιήσεις στα πανεπιστήμια μετά τον Οκτώβριο του 2023.
Ο Αμερί ήταν κατηγορηματικός ως προς τον καταπιεστικό χαρακτήρα της ισραηλινής κατοχής στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα και εξέφραζε τη βαθιά του λύπη για το γεγονός ότι ο αριστερός αντισιωνισμός έσπρωχνε τους Εβραίους στην αγκαλιά των «αντιδραστικών». Πίστευε όμως επίσης ότι ο αντισημιτισμός ενυπάρχει στον αντισιωνισμό «όπως η καταιγίδα μέσα στο σύννεφο» και ότι «αν το Ισραήλ καταρρεύσει, χτυπημένο από τόσο πολύ μίσος, δεν θα κληροδοτήσει στους κατοίκους του τίποτε άλλο παρά το μαχαίρι των αντιπάλων τους, η κοινωνικοποίηση των οποίων τους έχει ήδη προετοιμάσει για τη δολοφονία των Εβραίων». Προσθέτει ακόμη ότι είναι πεπεισμένος, αν και δεν μπορεί να το αποδείξει, πως οι αριστεροί αντισιωνιστές «έχουν πλήρη επίγνωση όλων αυτών, αλλά τα απωθούν»[19].
Πολλοί στην Αριστερά σήμερα δεν τα απωθούν. Θα υπέθετα, όμως, ότι οι περισσότεροι αντισιωνιστές φοιτητές δεν έχουν καν επίγνωση όλων αυτών, επειδή ο πόλεμος στη Γάζα επισκίασε γι’ αυτούς ολοκληρωτικά την 7η Οκτωβρίου. Ίσως τα δοκίμια του Αμερί να αγγίξουν κάποια χορδή μέσα σε ορισμένους από αυτούς. Δυστυχώς, δεν είναι πιθανό ότι ένα διαδικτυακό εκπαιδευτικό σεμινάριο θα κατορθώσει να τους εκπαιδεύσει και να τους ευαισθητοποιήσει απέναντι στον αντισημιτικό αντισιωνισμό, όποιος κι αν είναι ο ορισμός του αντισημιτισμού που θα περιλαμβάνει.
μετάφραση: Νατάσσα Πασχάλη
LEZANTES
O Ζαν Αμερί. Ο Αυστριακός Εβραίος συγγραφέας ο οποίος επέζησε του Άουσβιτς και αργότερα αυτοκτόνησε εξέφραζε τη βαθιά του λύπη για το γεγονός ότι, όπως υποστήριζε, ο αριστερός αντισιωνισμός έσπρωχνε τους Εβραίους στην αγκαλιά των «αντιδραστικών». Πίστευε όμως επίσης ότι ο αντισημιτισμός ενυπάρχει στον αντισιωνισμό «όπως η καταιγίδα μέσα στο σύννεφο» και ότι «αν το Ισραήλ καταρρεύσει, χτυπημένο από τόσο πολύ μίσος, δεν θα κληροδοτήσει στους κατοίκους του τίποτε άλλο παρά το μαχαίρι των αντιπάλων τους, η κοινωνικοποίηση των οποίων τους έχει ήδη προετοιμάσει για τη δολοφονία των Εβραίων».
GedenkstätteBuchenwald
[1] P.M.S. Hacker, The Hamas Massacre and the Transmutation of Antisemitism (New York: Routledge, 2026).
[2] Mark Mazower, “Anti-Semitism and Britain’s Hall of Mirrors,” The New York Times, 6 Απριλίου 2018.
[3]Στοβιβλίο Off-White: The Truth About Antisemitism (London: Oneworld Publications, 2024), η Rachel Shabi υποστηρίζειότι, ανπαραμερίσουμετιςεπιφυλάξεις, τότε «οικίνδυνοιπουενυπάρχουνστονλειτουργικόορισμότηςIHRA εντείνονται». Αλλά το να παραμερίζουμε τις επιφυλάξεις δεν εντείνει τίποτα από όσα ενυπάρχουν στον ορισμό· αντίθετα, τον διαστρεβλώνει.
[4] Ο Μαζάουερ, ο οποίος γεννήθηκε σε εβραϊκή οικογένεια, εξιστόρησε τη στάση της οικογένειάς του απέναντι στον σιωνισμό –και συγκεκριμένα την αντίθεσή της με αυτόν– στο βιβλίο Όσα δεν είπες (Αθήνα: Άγρα, 2017). Το κεντρικό πρόσωπο, ο παππούς του ο Μαξ, ήταν μέλος της αντισιωνιστικής σοσιαλιστικής εβραϊκής οργάνωσης Bund στην τσαρική και, μετέπειτα, στη σοβιετική Ρωσία, και κατέφυγε στην Αγγλία το 1924, όταν η οργάνωση τέθηκε εκτός νόμου.
[5] Ρασίντ Χαλίντι, «Πέρασα δεκαετίες στο Κολούμπια. Αποσύρω το φθινοπωρινό μου μάθημα λόγω της συμφωνίας του πανεπιστημίου με τον Τραμπ», TheGuardian, 1 Αυγούστου 2025, https://www.theguardian.com/commentisfree/2025/aug/01/columbia-historian-rashid-khalidi-open-letter· «Μια μελετήτρια της γενοκτονίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια δηλώνει ότι ενδέχεται να αποχωρήσει λόγω του νέου ορισμού του πανεπιστημίου», Education, 25 Ιουλίου 2025, https://education.economictimes.indiatimes.com/news/higher-education/columbia-genocide-scholar-considers-leaving-over-controversial-antisemitism-definition/122910773· Cynthia Baker, «Οι προκλήσεις του “Περιούσιου Λαού”: Υποσχέσεις και κίνδυνοι των συλλογικών ταυτοτήτων», στο Antisemitism, Islamophobia and the Politics of Definition,επιμ. D. Feldman και M. Volovici (ΝέαΥόρκη: Palgrave Macmillan, 2024), 107–108.
[6] Matthew Bolton, “Antisemitism, Islamophobia, and the Politics of Definition,” Journal of Contemporary Antisemitism7, no. 1 (2024): 105–112, εδώ 106.
[7] D. Feldman και M. Volovici, «“Η καθαρή ουσία των πραγμάτων”; Τυχαιότητα, αντιπαράθεση και ο αγώνας για τον ορισμό του αντισημιτισμού και της ισλαμοφοβίας», στο Antisemitism, Islamophobia and the Politics of Definition, επιμ. D. Feldman και M. Volovici (ΝέαΥόρκη: Palgrave Macmillan, 2024), 3–19.
[8] 8 David Engel, «Μακριά από έναν ορισμό του αντισημιτισμού: Ένα δοκίμιο για τη σημασιολογία της ιστορικής περιγραφής», στο Rethinking European Jewish History, επιμ. J. Cohen και M. Rosman (Οξφόρδη: Oxford University Press, 2009), 30–53.
[9] Hugh Tomlinson KC, «Σχετικά με την υιοθέτηση και την ενδεχόμενη εφαρμογή του λειτουργικού ορισμού του αντισημιτισμού της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος», Free Speech on Israel, 8 Μαρτίου 2017, https://www.freespeechonisrael.org.uk/wp-content/uploads/2017/03/TomlinsonGuidanceIHRA.pdf. Geoffrey Robertson KC, «Αντισημιτισμός: Ο ορισμός της IHRA και οι συνέπειές του για την ελευθερία της έκφρασης», Jewish Voice for Labor, 27 Αυγούστου 2018, https://www.jewishvoiceforlabour.org.uk/app/uploads/2019/03/RobertsonIHRAopinion.pdf.
[10] Monika Schwarz-Friesel και Jehuda Reinharz, Inside the Antisemitic Mind: The Language of Jew-Hatred in Contemporary Germany (Μέσαστοαντισημιτικόμυαλό: ΗγλώσσατουμίσουςκατάτωνΕβραίωνστησύγχρονηΓερμανία) (Waltham, MA: Brandeis University Press, 2017).
[11] Άλλα παραδείγματα αναλύονται στο Εγχειρίδιο της ΕΕ για την πρακτική εφαρμογή του λειτουργικού ορισμού του αντισημιτισμού της IHRA, Γραφείο Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, https://op.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/d3006107-519b-11eb-b59f-01aa75ed71a1/language-en.
[12] Τζόναθαν Χολ KC, «Τα διδάγματα της παραλίας Μπόντι: Τρομοκρατία, μίσος και νόμος», ομιλία στο Policy Exchange, Λονδίνο, 13 Ιανουαρίου 2026.
[13] Ο Κένεθ Στερν, ένας από τους συντάκτες του ορισμού της IHRA, υποστηρίζει ότι, ενώ είναι «απολύτως σωστό» οι διοικητικοί υπεύθυνοι των πανεπιστημίων να τον χρησιμοποιούν για να εντοπίζουν περιστατικά αντισημιτισμού στο περιβάλλον του Πανεπιστημίου, αποτελεί «διαστρέβλωση» η χρήση του για τη «λογοκρισία ιδεών» ή για την άσκηση αγωγών κατά δημόσιων πανεπιστημίων στις ΗΠΑ. Kenneth Stern, The Conflict over the Conflict: The Israel/Palestine Campus Debate (Τορόντο: University of Toronto Press, 2020).
[14] Επιστολές προς τον Guardian, 7 Ιανουαρίου 2021.
[15] Η ζωντανή αντισημιτική λογοτεχνική παράδοση που αναπτύχθηκε στα αραβικά κατά τον 20ό αιώνα εξετάστηκε από τους Yehoshafat Harkabi και Bernard Lewis κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Στο βιβλίο Semites and Antisemites (Νέα Υόρκη: W. W. Norton, 1986), ο Lewis εντοπίζει την ουσιαστική εξαφάνιση της διάκρισης μεταξύ Ισραηλινών, Σιωνιστών και Εβραίων ως ένα πρόσφατο χαρακτηριστικό της αντισιωνιστικής λογοτεχνίας στις αραβικές χώρες. Ο Μαζάουερ αφιερώνει μερικές σελίδες σε αυτή τη λογοτεχνία, ακολουθούμενες από μερικές ακόμη στις οποίες επαινεί έναν «αμείλικτο κριτικό» των ισραηλινών σχολιαστών που «συνέχιζαν να επιμένουν στον αραβικό αντισημιτισμό». Τα δοκίμια του Ζαν Αμερί από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 αποτελούν σημαντική πηγή για τον αριστερό αντισιωνισμό και τις σοβιετικές του ρίζες. Η Ιζαμπέλα Ταμπαρόφσκι έχει επίσης γράψει εκτενώς για το θέμα αυτό.
[16] Το πλακάτ αναφέρεται στο άρθρο του Τζόναθαν Χολ KC, «The Lessons of Bondi Beach». Οι αναρτήσεις αναφέρονται στο άρθρο του Άνταμ Κιρς, «The Z Word: Reclaiming Zionism», The Jewish Quarterly 260 (Μάιος 2025).
[17] Michael Sfard, «In Gaza, Israel Is Racing to the Moral Abyss», Haaretz, 23 Οκτωβρίου 2023. Φυσικά, αυτού του είδους η αποτυχία παρατηρείται και από τις δύο πλευρές, και υπάρχουν πολλοί σιωνιστές για τους οποίους ο σιωνισμός δεν αποτελεί μέρος του παγκόσμιου αγώνα για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων όλων, ιδίως οι έποικοι που σήμερα εμπλέκονται σε παράνομη βία στη Δυτική Όχθη, για τους οποίους ο Σφαρντ έχει επίσης γράψει εύγλωττα.
[18] Έρευνα Harvard CAPS/Harris Poll, που διεξήχθη διαδικτυακά σε δείγμα 2.116 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων των ΗΠΑ, 18–19 Οκτωβρίου 2023, δημοσιεύθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2023, https://harvardharrispoll.com/key-results-october-4/.
[19] Jean Améry, Essays on Antisemitism, Anti-Zionism, and the Left (Μπλούμινγκτον: Indiana University Press, 2021), σ. 54.
Ελένη Βαρβιτσιώτη - Βικτωρία Δενδρινού, Η τελευταία μπλόφα. Νέα έκδοση, Πατάκη, Αθήνα 2026, 512 σελ.
H Τελευταία μπλόφα διαβάζεται σήμερα διαφορετικά από όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Η δεκαετία που μεσολάβησε άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε την ελληνική κρίση. Τα αλλεπάλληλα επεισόδια συνθέτουν πλέον ένα ενιαίο ιστορικό γεγονός, ενώ οι πρωταγωνιστές του εξακολουθούν να είναι παρόντες, είτε επιλέγουν να φωτίσουν όσα τότε έμεναν αθέατα είτε να αφήσουν τη σιωπή να γίνει μέρος της ιστορίας τους.
Η Ιστορία δεν αποκαλύπτει εύκολα το πραγματικό της πρόσωπο. Οι εφημερίδες γεμίζουν πρωτοσέλιδα, τα Κοινοβούλια συγκρούονται, οι τηλεοπτικές οθόνες παράγουν ασταμάτητα ερμηνείες και οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται βέβαιοι ότι η δική τους εκδοχή των γεγονότων θα επικρατήσει. Η ίδια, όμως, σπανίως συμμερίζεται αυτή τη βεβαιότητα. Χρειάζεται χρόνο. Αφήνει τις εντυπώσεις να κατακαθίσουν, τις πολιτικές σκοπιμότητες να ξεθωριάσουν και τους ανθρώπους να απομακρυνθούν από τις αποφάσεις που κάποτε υπερασπίστηκαν με πάθος. Μόνο τότε αρχίζει να διακρίνεται καθαρότερα η πραγματική μορφή των γεγονότων.
Η απόσταση αυτή μεταβάλλει την ίδια τη φύση της μαρτυρίας. Όσοι μιλούν ύστερα από χρόνια, κουβαλούν μαζί τους όχι μόνο τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν στο μεταξύ, αλλά κυρίως τη γνώση της έκβασης. Και αυτή η γνώση αλλάζει αναδρομικά τον τρόπο με τον οποίο φωτίζονται τα ίδια τα γεγονότα. Οι αποφάσεις που άλλοτε παρουσιάζονταν ως μονόδρομοι αποκαλύπτονται ως επιλογές, οι αποσιωπήσεις αποκτούν όνομα και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές αντιλαμβάνονται, συχνά για πρώτη φορά, πόσο διαφορετική θα μπορούσε να ήταν η εξέλιξη των γεγονότων.
Αυτή είναι η στιγμή που η δημοσιογραφία αρχίζει να συναντά την ιστορία. Ο χρόνος αλλάζει τη σημασία των ίδιων των πηγών. Μια μεγάλη δημοσιογραφική έρευνα μετατρέπεται σταδιακά σε πρωτογενές υλικό για τον ιστορικό του μέλλοντος. Οι συνεντεύξεις αποκτούν την αξία μαρτυριών και οι διάλογοι τη βαρύτητα τεκμηρίων.
Δέκα χρόνια μετά
Μέσα σε αυτή τη σπάνια περιοχή κινείται η νέα, επαυξημένη έκδοση της Τελευταίας Μπλόφας των Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτωρίας Δενδρινού. Επιστρέφει στην ελληνική κρίση ύστερα από μια δεκαετία, έχοντας αποκτήσει το πολυτιμότερο εργαλείο κάθε ιστορικής ανάγνωσης: το χρόνο. Και ο χρόνος, όταν πρόκειται για την Ιστορία, λειτουργεί ως το κατεξοχήν εργαλείο αποκάλυψης.
Η ελληνική κρίση προσφέρεται ιδιαίτερα για μια τέτοια ανάγνωση. Στη διάρκειά της συμπυκνώθηκαν η βαθύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής Ελλάδας και μια από τις πιο σύνθετες πολιτικές δοκιμασίες που γνώρισε η Ευρώπη σε καιρό ειρήνης. Μέσα σε λίγα χρόνια συναντήθηκαν η οικονομία, η διπλωματία, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι αγορές, η κοινωνική οργή, οι εκλογικές ανατροπές και η αβεβαιότητα για το ίδιο το μέλλον του κοινού νομίσματος. Ελάχιστες κρίσεις έχουν παρακολουθηθεί τόσο στενά και από τόσους πολλούς ανθρώπους, χωρίς όμως να είναι σαφές, ακόμη και σήμερα, τι ακριβώς συνέβη πίσω από τις κλειστές πόρτες όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις.
Εκεί ακριβώς η μαρτυρία αποκτά την πραγματική της αξία. Έρχεται να συμπληρώσει μια εικόνα που επί χρόνια παρέμενε αποσπασματική, χωρίς να επιδιώκει τη δικαίωση προσώπων ή την αναθεώρηση των γεγονότων. Τα υπηρεσιακά έγγραφα καταγράφουν αποφάσεις, τα επίσημα ανακοινωθέντα αποτυπώνουν συμβιβασμούς και οι αριθμοί δείχνουν το αποτέλεσμα. Εκείνο που σπανίως αποκαλύπτουν είναι ο δισταγμός, οι εσωτερικές διαφωνίες, οι λανθασμένες εκτιμήσεις ή ακόμη και ο φόβος που συχνά προηγείται μιας κρίσιμης επιλογής.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος της νέας έκδοσης. Οι άνθρωποι που βρέθηκαν στις αίθουσες του Eurogroup, στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των ελληνικών κυβερνήσεων, επιστρέφουν σήμερα στα γεγονότα από μια εντελώς διαφορετική αφετηρία. Η γνώση της έκβασης κάνει τις αφηγήσεις τους πιο προσεκτικές, περιορίζει τις βεβαιότητες και αφήνει περισσότερο χώρο στις παραδοχές και στις αμφιβολίες.
Το βιβλίο ξεχωρίζει και για τον τρόπο με τον οποίο δομήθηκε. Η έρευνα άρχισε ενώ τα γεγονότα βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη και συνεχίστηκε για χρόνια, ακολουθώντας τη διαδρομή της ίδιας της κρίσης. Έτσι συγκροτήθηκε ένα σώμα μαρτυριών που υπερβαίνει τόσο την εκ των υστέρων ερμηνεία όσο και τη μεμονωμένη ανάμνηση ενός πρωταγωνιστή.
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, που η δημοσιογραφία μοιάζει συχνά να έχει αποδεχθεί τη μοίρα της στιγμιαίας κατανάλωσης. Η ταχύτητα υπερίσχυσε της εξακρίβωσης, η γνώμη προηγείται της έρευνας και οι βεβαιότητες διατυπώνονται προτού ακόμη συγκεντρωθούν τα απαραίτητα στοιχεία. Έτσι, η καθημερινή ροή της πληροφορίας αφήνει ελάχιστο χώρο για εκείνη τη σιωπηλή, επίμονη εργασία που κάποτε αποτελούσε τον πυρήνα του επαγγέλματος: τη διασταύρωση των πηγών, την πολύμηνη αναζήτηση τεκμηρίων και την υπομονή να ακούσεις όλες τις πλευρές, ακόμη κι όταν γνωρίζεις ότι καμία δεν θα σου προσφέρει ολόκληρη την αλήθεια.
Το έργο της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτωρίας Δενδρινού υπενθυμίζει ότι η μεγάλη δημοσιογραφία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αντιμετωπίζει τα γεγονότα με την πειθαρχία του ερευνητή. Πίσω από κάθε κεφάλαιο διακρίνεται ένας τεράστιος όγκος εργασίας που ο αναγνώστης σχεδόν δεν αντιλαμβάνεται. Δεκάδες συνεντεύξεις, αλλεπάλληλες διασταυρώσεις, πρόσβαση σε ανθρώπους που βρέθηκαν στον πυρήνα των αποφάσεων, σύγκριση διαφορετικών αφηγημάτων, συνεχής έλεγχος κάθε λεπτομέρειας. Αυτός είναι ο λόγος που το βιβλίο διαβάζεται με την άνεση μιας αφήγησης αλλά στηρίζεται στη βεβαιότητα ενός ιστορικού τεκμηρίου.
Η πραγματική δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στη συνάντηση διαφορετικών μαρτυριών. Ένας διάλογος επιβεβαιώνεται από τρεις διαφορετικές πλευρές. Μια απόφαση αποκτά νέο νόημα όταν φωτίζεται τόσο από εκείνον που την εισηγήθηκε όσο και από εκείνον που την αμφισβήτησε. Ένα περιστατικό, δέκα χρόνια αργότερα, αποκτά διαφορετικές αποχρώσεις, καθώς οι άνθρωποι που το έζησαν δεν αισθάνονται πλέον την ανάγκη να υπερασπιστούν τις επιλογές τους απέναντι στην επικαιρότητα.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στη δημοσιογραφία της στιγμής και στη δημοσιογραφία που αντέχει στο χρόνο. Η πρώτη ενδιαφέρεται πρωτίστως για το αποτέλεσμα της σημερινής αντιπαράθεσης. Η δεύτερη αναζητά τις αιτίες της, τους όρους που τη γέννησαν και τις συνέπειες που θα αφήσει πίσω της. Έτσι, ενώ η μία υπηρετεί την επικαιρότητα, η άλλη αρχίζει, σχεδόν ανεπαίσθητα, να γίνεται υλικό της ιστορίας.
Η Τελευταία Μπλόφα διασώζει το χρόνο της απόφασης. Όχι το χρόνο όπως καταγράφεται στα επίσημα πρακτικά, αλλά όπως βιώνεται από όσους καλούνται να αποφασίσουν: με αβεβαιότητες, συγκρούσεις, διαδοχικές αναθεωρήσεις και επιλογές που παραμένουν ανοιχτές μέχρι την τελευταία στιγμή. Αυτό είναι το υλικό που σπανίως επιβιώνει στα αρχεία. Και ακριβώς αυτό καθιστά το βιβλίο πολύτιμο για τον ιστορικό του μέλλοντος.
Η απόσταση μιας δεκαετίας προσφέρει και ένα ακόμη προνόμιο. Επιτρέπει να δει κανείς το καλοκαίρι του 2015 έξω από το ασφυκτικό πλαίσιο της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης. Σήμερα είναι ευκολότερο να διαπιστώσει κανείς ότι εκείνη η κρίση υπερέβη κατά πολύ τα ελληνικά όρια. Δεν δοκιμάστηκε μόνο η ελληνική οικονομία ούτε η αντοχή μιας κυβέρνησης. Για πρώτη φορά από τη δημιουργία της Ευρωζώνης τέθηκε υπό αμφισβήτηση η ίδια η ακεραιότητα του κοινού νομίσματος. Η πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ έπαψε να αποτελεί διαπραγματευτικό εργαλείο και μετατράπηκε σε άμεσο πολιτικό ενδεχόμενο. Για εβδομάδες, το μέλλον της χώρας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, οι αποταμιεύσεις εκατομμυρίων πολιτών και η συνοχή της ίδιας της Ευρωζώνης κρέμονταν από αποφάσεις που λαμβάνονταν κυριολεκτικά ώρα με την ώρα.
Οι μαρτυρίες διαλύουν τις απλουστεύσεις που κυριάρχησαν εκείνη την εποχή. Στη θέση τους εμφανίζονται άνθρωποι που καλούνται να λάβουν αποφάσεις γνωρίζοντας ότι καμία επιλογή δεν είναι χωρίς κόστος και ότι ένα μόνο λάθος θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ιστορική ρήξη χωρίς προηγούμενο. Υπουργοί Οικονομικών διαφωνούν ακόμη και μεταξύ τους, αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συγκρούονται με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κεντρικοί τραπεζίτες αγωνιούν για τη σταθερότητα του ευρώ, κυβερνήσεις σταθμίζουν όχι μόνο την ελληνική κρίση αλλά και τις αντιδράσεις των δικών τους κοινωνιών, γνωρίζοντας ότι οι αποφάσεις τους θα μπορούσαν να επηρεάσουν το μέλλον της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρώπη παύει να μοιάζει με έναν συμπαγή και απρόσωπο μηχανισμό. Εμφανίζεται ως ένα πολιτικό οικοδόμημα που δοκιμάζεται στα όριά του, όπου η αβεβαιότητα, οι αντιφάσεις και η ευθύνη της απόφασης συνυπάρχουν διαρκώς.
Ελληνική υπόθεση
Και όμως, η βαθύτερη σύγκρουση εκτυλισσόταν στο εσωτερικό της Ελλάδας. Δύο διαφορετικές στρατηγικές διαπραγμάτευσης εξέφραζαν δύο ασύμβατες αντιλήψεις για το τι ήταν πραγματικά εφικτό. Από τη μία πλευρά βρισκόταν η πεποίθηση ότι η πολιτική βούληση μπορούσε να ανατρέψει τους κανόνες της Ευρωζώνης και να επιβάλει έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων. Από την άλλη, η εκτίμηση ότι οι δυνατότητες της χώρας ήταν πολύ πιο περιορισμένες και ότι κάθε επιλογή όφειλε να κινηθεί μέσα στα πραγματικά δεδομένα της ευρωπαϊκής οικονομίας, των διεθνών αγορών και των συσχετισμών ισχύος. Το βιβλίο φωτίζει αυτή τη σύγκρουση χωρίς συνθήματα και χωρίς εκ των υστέρων δικαιώσεις. Οι μαρτυρίες αποκαθιστούν με εντυπωσιακή καθαρότητα τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές προσδοκίες και στους πραγματικούς περιορισμούς της διαπραγμάτευσης.
Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο ιστορικό ερώτημα που τελικά προκύπτει από το βιβλίο να είναι άλλο: έμαθε η Ελλάδα κάτι από τη μεγαλύτερη μεταπολεμική της κρίση; Η απάντηση απαιτεί γνώση, τεκμηρίωση και τη γενναιότητα να αναμετρηθούμε με τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν. Οι μαρτυρίες που συγκεντρώνουν οι δύο συγγραφείς επιτρέπουν σήμερα να διακρίνουμε με μεγαλύτερη καθαρότητα τον πυρήνα εκείνης της αντιπαράθεσης. Δύο διαφορετικές στρατηγικές διαπραγμάτευσης εξέφραζαν δύο ασύμβατες αντιλήψεις για το τι ήταν πραγματικά εφικτό μέσα στην Ευρωζώνη.
Από τη μία βρισκόταν η πεποίθηση ότι η πολιτική βούληση μπορούσε να ανατρέψει τους κανόνες της Ευρωζώνης και να επιβάλει έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων. Από την άλλη, η εκτίμηση ότι οι δυνατότητες της χώρας ήταν πολύ πιο περιορισμένες και ότι κάθε επιλογή όφειλε να κινηθεί μέσα στα πραγματικά δεδομένα της ευρωπαϊκής οικονομίας, των διεθνών αγορών και των συσχετισμών ισχύος. Το βιβλίο φωτίζει αυτή τη σύγκρουση χωρίς συνθήματα και χωρίς εκ των υστέρων δικαιώσεις. Οι μαρτυρίες αποκαθιστούν με εντυπωσιακή καθαρότητα τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές προσδοκίες και στους πραγματικούς περιορισμούς της διαπραγμάτευσης.
Η πολυπλοκότητα των γεγονότων δεν συνεπάγεται ισοτιμία των επιλογών. Η κατανόηση των περιορισμών μέσα στους οποίους λαμβάνονται οι αποφάσεις αποτελεί προϋπόθεση της ιστορικής ερμηνείας· δεν απαλλάσσει κανέναν από την ευθύνη των επιλογών του. Και οι μαρτυρίες που συγκεντρώνει το βιβλίο δείχνουν με ιδιαίτερη καθαρότητα πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές επιδιώξεις της ελληνικής κυβέρνησης και στους πραγματικούς συσχετισμούς που διαμόρφωναν την ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση.
Οι μαρτυρίες αυτές οδηγούν τελικά τον αναγνώστη σε ένα συμπέρασμα που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Το καλοκαίρι του 2015, η Ελλάδα δεν βρέθηκε μπροστά σε μία ακόμη δύσκολη διαπραγμάτευση. Βρέθηκε αντιμέτωπη με μια υπαρξιακή δοκιμασία, κατά την οποία η παραμονή της στον πυρήνα της Ευρώπης έπαψε, έστω και προσωρινά, να θεωρείται δεδομένη. Η απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές επιδιώξεις της ελληνικής κυβέρνησης και στους πραγματικούς συσχετισμούς ισχύος υπήρξε πολύ μεγαλύτερη από όσο γινόταν τότε αντιληπτό. Και το κόστος αυτής της απόστασης δεν υπήρξε θεωρητικό. Μεταφράστηκε σε παρατεταμένη οικονομική αβεβαιότητα, σε νέα δημοσιονομικά βάρη, σε πρόσθετες δεσμεύσεις για τη χώρα και σε μια βαθύτερη υποθήκευση του μέλλοντός της.
Μόνο όταν μια κοινωνία είναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει με αυτή την ειλικρίνεια το παρελθόν της, η μνήμη μετατρέπεται σε εμπειρία και η εμπειρία σε ιστορική γνώση. Διαφορετικά, η ιστορία παραμένει ένα πεδίο όπου κάθε γενιά αναζητά απλώς τις δικές της δικαιώσεις.
Η κρίση του 2015 υπερέβη κατά πολύ τα ελληνικά όρια. Δοκίμασε την ίδια την πολιτική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πίσω από την εικόνα μιας ενιαίας Ευρώπης αποκαλύφθηκαν διαφορετικές αντιλήψεις για τη δημοσιονομική πειθαρχία, την οικονομική αλληλεγγύη, τα όρια της εθνικής κυριαρχίας και, τελικά, για το ίδιο το νόημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι συγγραφείς αποτυπώνουν με ακρίβεια αυτές τις συγκρούσεις και αναδεικνύουν πόσο δύσκολο ήταν να συνυπάρξουν, μέσα στην ίδια διαπραγμάτευση, τόσο διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες και τόσο διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες.
Το βιβλίο υπενθυμίζει επίσης ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν λειτουργούν σε ιστορικό κενό. Κάθε κυβέρνηση προσέρχεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων έχοντας απέναντί της τους δικούς της ψηφοφόρους, τις δικές της πολιτικές ισορροπίες και τις δικές της ιστορικές ευαισθησίες. Η Ευρώπη δεν είναι ένας αφηρημένος μηχανισμός που αποφασίζει ερήμην των κοινωνιών της. Είναι ένας διαρκής συμβιβασμός ανάμεσα σε διαφορετικές δημοκρατικές νομιμοποιήσεις, διαφορετικές οικονομικές αντιλήψεις και συχνά αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα. Η ελληνική κρίση έφερε αυτή την πραγματικότητα στην επιφάνεια με τρόπο δραματικό.
Υπό αυτή την έννοια, η ελληνική κρίση, πέρα από ένα εθνικό δράμα, αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη δοκιμασία ενηλικίωσης της Ευρωζώνης. Ανέδειξε τις θεσμικές της αδυναμίες, αποκάλυψε τα πολιτικά της όρια και κατέστησε σαφές ότι ένα κοινό νόμισμα δεν αρκεί από μόνο του για να δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική ένωση. Το ερώτημα που τέθηκε τότε, εξακολουθεί να συνοδεύει την Ευρώπη μέχρι σήμερα: πόση κοινή κυριαρχία είναι διατεθειμένα να μοιραστούν τα κράτη-μέλη όταν μια κρίση αγγίζει τον πυρήνα των εθνικών τους συμφερόντων;
Κώστας Υφαντής, Κωνσταντίνος Φίλης, Αλέξανδρος Διακόπουλος, Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά, Πατάκη, Αθήνα 2025, 404 σελ.
Τρεις ειδικοί στα ζητήματα της γεωπολιτικής και, ιδίως, της ιστορίας της Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με ένα δημοσιογράφο για την περιοχή των αλλεπάλληλων κρίσεων. Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. [ΤΒJ]
Είναι η Δύση σε θέση να διαβάσει σωστά τη Μέση Ανατολή ή τη βλέπει μέσα από το απλοϊκό πρίσμα του «οριενταλισμού», που τείνει να τσουβαλιάζει όλα τα μουσουλμανικά έθνη στην περιοχή; Διανύει η Μέση Ανατολή προνεωτερική φάση ή τη φάση της πρώιμης νεωτερικότητας; Μπορεί να επέλθει ειρήνευση στην ευρύτερη περιοχή χωρίς τη λύση δύο κρατών στο Παλαιστινιακό ζήτημα; Πώς ορίζεται η τρομοκρατία και πώς ακριβώς διαφέρει από τους απελευθερωτικούς αγώνες; Πώς εμπλέκονται οι μεγάλες δυνάμεις στο κουβάρι της περιοχής και πώς μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση συγκρούσεων; Ποιες τάσεις διαφαίνονται στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής σκακιέρας της Μέσης Ανατολής;
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία φιλοδοξεί να απαντήσει το βιβλίο Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων (Πατάκη, 2025). Τέσσερις διανοητές –ο Κώστας Υφαντής, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Κωνσταντίνος Φίλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, αντιναύαρχος (ε.α.) Π.Ν. και επίτιμος διοικητής της Σχολής Εθνικής Άμυνας και ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς– αποτολμούν το δύσκολο εγχείρημα να «ξεναγήσουν» τον αναγνώστη στο λαβύρινθο της Μέσης Ανατολής, προσφέροντας τις γνώσεις τους και τις προσωπικές ερμηνείες τους.
Η αόρατη ισχύς των αντιλήψεων
Το βιβλίο ξεχωρίζει εξαρχής χάρη σε δύο πρωτοτυπίες του – τόσο ως προς τη δομή του όσο και ως προς την ουσία. Είναι χαρακτηριστικη η χαλαρή μορφή των συζητήσεων, με την εναλλαγή των ομιλητών να προσδίδει ζωντάνια στην αφήγηση και να δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι είναι μέρος της παρέας. Το βιβλίο δομείται πάνω σε εννιά συνεδρίες, από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2025. Ο Μάκης Προβατάς αναλαμβάνει το ρόλο του διευθυντή της ορχήστρας, αλλά μιας ορχήστρας χωρίς παρτιτούρες και προαποφασισμένες ερωτήσεις. Ενώ όλοι οι συντελεστές ανήκουν στη ρεαλιστική σχολή σκέψης, δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση απόψεων και οι επιμέρους διαφοροποιήσεις εμπλουτίζουν τον προβληματισμό, φωτίζοντας πρόσθετες πτυχές των θεμάτων.
Η δεύτερη πρωτοτυπία σχετίζεται με την έμφαση στις «άυλες» αντιλήψεις, τις αυτοπροσλήψεις, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες που χαρακτηρίζουν έθνη και μη κρατικούς δρώντες στην ευρύτερη περιοχή. Υπ’ αυτή την έννοια, το βιβλίο δανείζεται αναλυτικά εργαλεία από το πεδίο της κοινωνικής και της πολιτικής ψυχολογίας. Είναι εμπνευσμένος και εύστοχος ο τίτλος Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Όπως τονίζει ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, «οι άνθρωποι είναι πρωτίστως συναισθηματικά όντα», προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις συναισθηματικές προδιαθέσεις τους (σ. 122) και, συχνά, «τείνουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το φίλτρο των αντιλήψεών τους» (σ. 62).
Ομολογουμένως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξηγηθεί το βαθιά ριζωμένο μίσος για τον αντίπαλο που, εν πολλοίς, είναι η κινητήρια δύναμη στη Μέση Ανατολή. Ένα μοτίβο που διατρέχει τις συζητήσεις είναι όχι απλά η επιβολή του ισχυροτέρου ως δείγμα πολιτικού δαρβινισμού, αλλά ο αέναος πόλεμος μέχρι την εξόντωση του αντιπάλου. Βέβαια, διατυπώνεται ο αντίλογος ότι η βουλησιαρχία και οι μη ρεαλιστικές επιδιώξεις οδηγούν σε λάθη, τα οποία πληρώνονται σε βάθος χρόνου. Είναι καταρχήν σωστή η νηφάλια αυτή επισήμανση, πλην όμως δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στη Μέση Ανατολή. Διότι η τραγική ειρωνεία είναι ότι αιώνιοι αντίπαλοι στην περιοχή εμφορούνται από παρεμφερείς αντιλήψεις.
Οι στρατηγικές επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας πάντα καθορίζονταν από την «κουλτούρα της περικύκλωσης» και το πρόταγμα επιβίωσης σε ένα άκρως εχθρικό περιβάλλον. Αυτό εξηγεί γιατί ύψιστη προτεραιότητα του Ισραήλ είναι η ασφάλεια, όχι η διεθνής εικόνα του, ακόμη κι αν αυτό μεταφράζεται σε σύνδρομο «στρατηγικής τύφλωσης» (Κωνσταντίνος Φίλης, σ. 153). Ως αποτέλεσμα, η χώρα έχει απωλέσει μεγάλο μέρος του ηθικού κύρους και της συμπάθειας που απολάμβανε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μάκης Προβατάς υπενθυμίζει στους συνομιλητές του κάτι που έχει ακούσει από υψηλόβαθμο Ισραηλινό: «Έτσι κι αλλιώς, αδίκως μας μισεί το 95% στον κόσμο – αν αυτό γίνει 96%, μικρή η διαφορά» (σ. 95).
Το δε σιιτικό Ιράν παραδοσιακά θεωρούσε εαυτό θύμα της σουνιτικής πλειοψηφίας, όπως και του δυτικού ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού. Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, επίσης, αισθάνεται περικυκλωμένο, εξ ου και το περιφερειακό δίκτυο πληρεξουσίων του ως αντίβαρο στους θανάσιμους εχθρούς του. Απόλυτη είναι η στάση και της Χαμάς ως φορέα του «απελευθερωτικού αγώνα» των Παλαιστινίων, διακηρύσσοντας τον χωρίς όρια ιερό πόλεμο μέχρι την εξαφάνιση του Ισραήλ.
Το Παλαιστινιακό καλύπτεται εκτενώς στο βιβλίο ως κεντρικό ζήτημα στη Μέση Ανατολή, αλλά αναδεικνύεται και ο υψηλός βαθμός εργαλειοποίησής του από πολλούς δρώντες στην περιοχή. Το συμπέρασμα που αναδύεται στο βιβλίο είναι ότι όλη η συζήτηση για το Παλαιστινιακό είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις», καθώς η βασική δυσκολία είναι η απουσία πολιτικής βούλησης για την επίλυσή του. Το Ιράν το επικαλείται παγίως ως νομιμοποιητική βάση για την εμμονή του με την εξάλειψη του Ισραήλ από το χάρτη, ενώ η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν θα έπληττε περισσότερο τα συμφέροντα της Τεχεράνης από μια διευθέτηση του Παλαιστινιακού. Εννοείται ότι ούτε το Ισραήλ επιθυμεί τη λύση των δύο κρατών και το αποδεικνύει παντοιοτρόπως τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη.
Οι δε αραβικές χώρες ουσιαστικά αδιαφορούν για τους Παλαιστινίους, αν δεν τους θεωρούν πολιτικό πρόβλημα. Ορθώς επισημαίνει ο Κ. Φίλης την παραδοξότητα ότι «δύο μη αραβικές χώρες, το Ιράν και η Τουρκία, φαινομενικά στηρίζουν τους Παλαιστινίους περισσότερο απ’ ό,τι οι αραβικές ηγεσίες του Κόλπου, με την εξαίρεση του Κατάρ» (σ. 140). Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι ο τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν έχει μεγαλύτερη δημοτικότητα στον αραβικό κόσμο από πολλούς άραβες ηγέτες, αν και η αντιπαλότητα της Άγκυρας με το Ισραήλ είναι πρωτίστως γεωπολιτική και μόνο κατ’ επίφαση έχει ηθικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο.
Είτε σχεδιάστηκε με την εμπλοκή του Ιράν είτε όχι, η επίθεση της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου 2023 επανέφερε το Παλαιστινιακό ζήτημα στο προσκήνιο και ανέβαλε τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ που προωθούν οι ΗΠΑ στην περιοχή. Σε ό,τι αφορά την ιρανοαμερικανική αντιπαράθεση, οι συγγραφείς τονίζουν δύο μείζονες χαμένες ευκαιρίες για την διευθέτησή της. Πρώτον, τη διάθεση της Τεχεράνης να προσεγγίσει τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία όμως σκόνταψε στην προτίμηση του νεότερου Τζορτζ Μπους να κατατάξει το Ιράν στον «άξονα του κακού». Η δεύτερη ευκαιρία, η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, χάθηκε με την απόσυρση των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τραμπ.
Η Ρωσία, άλλος ένας εξωτερικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, ενεπλάκη στρατιωτικά στην Συρία και έδωσε παράταση ζωής στο καθεστώς Άσαντ, αλλά πλέον δεν είναι σε θέση να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στην περιοχή. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αναφορά στους σαρωτικούς ρωσικούς βομβαρδισμούς στη Συρία τον Νοέμβριο του 2015, οι οποίοι συνέβαλαν στην κατακόρυφη αύξηση των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη – κάτι που η Ελλάδα έζησε κατά τρόπο δραματικό εκείνη την εποχή.
Το εύρος της θεματολογίας
Ενώ είναι εντυπωσιακό το εύρος της θεματολογίας, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι άλλο έδαφος θα μπορούσε να είχε καλύψει το βιβλίο; Πιθανώς κάποιους παραλληλισμούς με άλλες ανάλογες περιπτώσεις στον πλανήτη, για λόγους πληρότητας και καλύτερης κατανόησης των προβλημάτων. Λόγου χάρη, η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν τον Νοέμβριο του 1995 λόγω των συμφωνιών του Όσλο θυμίζει τη δολοφονία του Μαχάτμα Γκάντι τον Ιανουάριο του 1948, επειδή οι φανατικοί ινδουιστές τον θεώρησαν ασυγχώρητα διαλλακτικό ως προς την απόσχιση του Πακιστάν από τον κορμό της Ινδίας. Και, όπως μαθαίνουμε στη σ. 117, ο Γιάσερ Αραφάτ φοβόταν πως θα τον σκότωναν ως προδότη, αν υπέγραφε την ειρηνευτική συμφωνία στο Καμπ Ντέιβιντ. Οι αναλογίες με άλλες περιοχές θα κατεδείκνυαν το γεγονός ότι οι δυσκολίες του επώδυνου συμβιβασμού δεν ταλανίζουν μόνο τη Μέση Ανατολή. Επιπροσθέτως, σε μια από τις συνεδρίες τίθεται το ερώτημα αν, εκτός από το Παλαιστινιακό ζήτημα, υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μοιάζει τόσο δυσεπίλυτο στην παγκόσμια ιστορία. Η απάντηση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η διένεξη για το Κασμίρ μετά το 1947-48, την ίδια εποχή που ιδρύθηκε το Ισραήλ στα εδάφη των Παλαιστινίων.
Δεδομένου ότι οι συζητήσεις περατώθηκαν στα τέλη του 2025, το βιβλίο προφανώς δεν καλύπτει τον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Ακόμη και το σχέδιο Τραμπ για την ειρήνευση στη Γάζα τον Σεπτέμβριο του 2025 και η σύνοδος στο Σαρμ Ελ Σέιχ λίγες εβδομάδες εργότερα σχολιάζονται «εμβόλιμα» στα τρία επίμετρα στο τέλος του βιβλίου.
Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, σε κάποια θέματα δικαιώνονται και σε άλλα διαψεύδονται, αλλά σίγουρα δεν διστάζουν να «τσαλακωθούν» και να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Δικαιώνονται, π.χ., στην πρόβλεψή τους πως η κατά μέτωπον αναμέτρηση Ισραήλ-Ιράν, πάντα με τη βοήθεια των ΗΠΑ, είναι αναπόφευκτη. Οι συζητήσεις τους προϊδεάζουν τον αναγνώστη ότι το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όπως υπογραμμίζει ο Κώστας Υφαντής, σύμφωνα με μια σχολή σκέψης «το Ισραήλ θεωρεί ότι έχει έρθει η στιγμή να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το Ιράν» (σ. 92). Ως προς τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Κίνας ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία ή τις φατρίες των Παλαιστινίων, ορθώς τις χαρακτηρίζουν «θεατρικές» και συμφωνούν πως το Πεκίνο δεν μπορεί να συνεισφέρει επί της ουσίας σε μια ειρηνική λύση.
Από την άλλη, η εκτίμηση των συγγραφέων ότι «οι ΗΠΑ είναι η μόνη δύναμη ικανή να αποτρέψει μια περιφερειακή κρίση από το να εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση» δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Η ειρωνεία είναι ότι οι επιλογές του Τραμπ στον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου –σε συνδυασμό με την αδιαλλαξία του Ισραήλ και του Ιράν– έχουν συμβάλει σε μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση με απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέπειες. Ενδιαφέρον θα είχε να δούμε αν οι συγγραφείς θα επιχειρούσαν μια νέα, συμπληρωματική, προσπάθεια με στόχο την επικαιροποιημένη επανέκδοση του βιβλίου. Αν όντως το αποφασίσουν, ασφαλώς θα προσέφεραν πολύτιμη υπηρεσία στο αναγνωστικό κοινό, αν και το sequel θα μπορούσε να είναι κατά τι πιο σφιχτό και εστιασμένο σε λιγότερα ερωτήματα.
Είναι πολύ χρήσιμα τα επεξηγηματικά ένθετα για θέματα που δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως είναι π.χ. ο οριενταλισμός του Σαΐντ, η ιστορία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ή των σιωνιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στην Παλαιστίνη, όπως και οι ιδέες του Ζεέβ Ζαμποτίνσκι που έχουν εμποτίσει σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή ισραηλινή κοινωνία. Το δε χρονολόγιο στο τέλος του βιβλίου βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί το ιστορικό βάθος των τωρινών εξελίξεων στην Μέση Ανατολή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παράρτημα με τα μεγάλα έργα υποδομής που έχουν κατασκευαστεί και σχεδιάζονται ή δρομολογούνται σε μια τεράστια περιοχή, από τον Κόλπο και την Αραβική Χερσόνησο έως την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Οι 404 σελίδες του βιβλίου δεν διαβάζονται απνευστί. Είναι πιθανό σε αρκετά σημεία ο αναγνώστης να νοιώσει την ανάγκη να κάνει παύση και να πάρει ανάσα, προκειμένου να αφομοιώσει τον τεράστιο όγκο πληροφοριών και να «συμφιλιωθεί» με την πολυπλοκότητα των ζητημάτων. Τρόπον τινά, το βιβλίο αυτό αποτελεί πρόσκληση για ένα διανοητικό ταξίδι. Ταξίδι όχι ευχάριστο, αλλά πάρα πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. Δεδομένης, μάλιστα, της γεωγραφικής εγγύτητας της περιοχής με την Ελλάδα, πρόκειται για ένα άτυπο «εγχειρίδιο» για έλληνες διπλωμάτες, αλλά και ερευνητές και φοιτητές στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Χωρίς να έχει αυστηρά ακαδημαϊκή μορφή, το βιβλίο αυτό προστίθεται στη βιβλιογραφία για μια περιοχή που παραμένει υποβαθμισμένη στις πανεπιστημιακές σπουδές στην Ελλάδα.
Π. Κ. Ιωακειμίδης, Πέρα από τα στερεότυπα. Νέα προοδευτική εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2025, 201 σελ.
Το τελευταίο βιβλίο του καθηγητή Π. Κ. Ιωακειμίδη, έχει ένα σκοπό: περιγράφει την αναγκαιότητα χάραξης και συγκρότησης από την Ελλάδα μιας, όπως την αποκαλεί, προοδευτικής εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτικής αυτής; Πόσο είναι ρεαλιστική; Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από την κοινωνία; Και θα μπορούσαν οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως προοδευτικοί πολιτικοί χώροι να την υπηρετήσουν;
Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ομότιμος καθηγητής ευρωπαϊκής ενοποίησης και πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει μακρά επαγγελματική ακαδημαϊκή, συγγραφική, διπλωματική και πολιτική σταδιοδρομία. Το τελευταίο βιβλίο του συμπυκνώνει τους προβληματισμούς και τις απόψεις του για τα θέματα που τόσο πολύ τον απασχόλησαν στον ακαδημαϊκό και πολιτικό του βίο, την εξωτερική πολιτική με επίκεντρο την ευρωπαϊκή πολιτική και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και στην κορυφή των προβληματισμών του θέτει τη χάραξη και τη συγκρότηση μιας, όπως την αποκαλεί, προοδευτικής εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Η έκδοση περιλαμβάνει ακόμα ένα αδημοσίευτο κείμενο του Κώστα Σημίτη για τα ελληνοτουρκικά ενώ σε τέσσερα ξεχωριστά παραρτήματα ο συγγραφέας παραθέτει χαρακτηριστικά κείμενα των πρωθυπουργών Κώστα Σημίτη, Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για την εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά. Στον επίλογο παραθέτει τις 10 κεντρικές θέσεις του σχήματος που ορίζει ως «προοδευτική εξωτερική πολιτική» ενώ συμπεριλαμβάνει και μια πολύ χρήσιμη επιλογή ξενόγλωσσης και ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας.
Η προκαταρκτική θέση του Π. Κ. Ιωακειμίδη είναι ότι κάθε δημόσια πολιτική έχει ιδεολογικό πρόσημο. Μπορεί να είναι προοδευτική ή συντηρητική, αριστερή ή δεξιά. Αυτό ισχύει και για την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας. Κατά συνέπεια, γι’ αυτόν το πρόσημο προοδευτική ή συντηρητική εξωτερική πολιτική έχει νόημα, όπως π.χ. έχει νόημα ο προσδιορισμός μιας εξωτερικής πολιτικής ως εθνικιστικής. Τι ισχύει στην ελληνική περίπτωση; Υποστηρίζει ότι υπάρχει μόνο «η συντηρητική εξωτερική πολιτική σε διαφορετικές κλίμακες έντασης». Ιδιαίτερα αφότου, από το 1986 και μετά, το ΠΑΣΟΚ αποδέχτηκε οριστικά τη συμμετοχή της χώρας στην τότε ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ, δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να αμφισβητούν τις βασικές επιλογές του στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας (με εξαίρεση το ΚΚΕ).[i]
Ωστόσο, υπάρχει εναλλακτική εξωτερική πολιτική, την οποία οφείλουν να έχουν επεξεργαστεί τα κόμματα στο όνομα της προόδου με προοπτική εξουσίας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Θα επανέλθω στο θέμα στο τέλος αυτού του κειμένου. Εισαγωγικά, υπογραμμίζω ότι ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι χωρίς ιδεολογικό κίνητρο η κοινωνία δεν κινητοποιείται, κατά συνέπεια οι «προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις» χρειάζονται και πακέτο πρακτικών μέτρων και ιδέες που να απευθύνονται στο θυμικό, στο συναίσθημα. Η πολιτική πρέπει να κατακτά και το νου και την καρδιά.
Si Vis Pacem…
Ο συγγραφέας ορθώς τάσσεται υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μας με την Τουρκία. Αυτονόητο. Όμως, όχι μόνο μιας και μόνο διαφοράς, της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ που αναγνωρίζει επισήμως η ελληνική πλευρά. Ο Ιωακειμίδης καταγράφει 9 συνολικά διαφορές, συν το Κυπριακό και θέματα μειονοτήτων, προσφυγικά και μεταναστευτικά (σ. 64-65). Δεν είναι ο μόνος που τα επισημαίνει. Έχουν συζητηθεί μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας σε παρελθόντα χρόνο, και μάλιστα σε επίσημο διπλωματικό επίπεδο. Ο Ιωακειμίδης δεν παύει να τονίζει την πεποίθησή του ότι ο «εγκλωβισμός» της Τουρκίας εντός της Ευρώπης δημιουργεί καλύτερες συνθήκες διαλόγου και επίλυσης των διαφορών για την ελληνική πλευρά, τη στιγμή μάλιστα που το τεράστιο για τις οικονομικές δυνατότητες πρόγραμμα εξοπλισμών της χώρας δεν εγγυάται αυτομάτως και περισσότερη ασφάλεια, όπως υποστηρίζει. Ωστόσο, εκτός των άλλων επιχειρημάτων που μπορούν να αντιταχτούν στην άποψη αυτή, σχετικά πρόσφατη έρευνα του ΕΛΙΑΜΕΠ έδειξε[ii] ότι «η στρατηγική που μετέτρεπε την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας σε εργαλείο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δε θεωρείται πλέον ρεαλιστική».[iii] Ιδιαίτερα, υπό τις παρούσες συνθήκες έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αμερικανικής πολιτικής υπό τον πρόεδρο Τραμπ. Έχει μάλιστα χαρακτηρίσει νεοφασιστικό το εσωτερικό καθεστώς που ήδη έχει οικοδομήσει ο αμερικανός πρόεδρος.[iv] Δεν είναι βέβαια λογικό να αναμένει κανείς ότι η Τουρκία θα γίνει ποτέ πλήρες μέλος της ΕΕ. Ουδέποτε ήταν. Κι αυτό το γνώριζαν άπαντες. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να της προσφερθεί μια «ειδική σχέση», και ως προς αυτό πρέπει κι εμείς να είμαστε ειλικρινείς. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς «φίλους».
Η συζήτηση σχετικά με την «ομπρέλα» ασφάλειας που θεωρητικά τουλάχιστον παρείχε η Αμερική στην Ελλάδα (στρατιωτικές βάσεις, ΝΑΤΟ, διμερής στρατηγική σχέση κ.λπ.) έχει για τα καλά ανάψει και γίνεται αντικείμενο όχι μόνο σοβαρών σταθμίσεων και αναπροσανατολισμών αλλά και πολιτικής αντιπαράθεσης. Τα διλήμματα σχετικά με τις επιλογές της χώρας υπό την έννοια του μεγαλύτερου βάρους είναι σαφώς υπαρκτά. Η Ελλάδα έχει επιλέξει την Ευρώπη, αλλά επί του παρόντος δεν έχει διαρραγεί η διμερής αμυντική στρατηγική μας σχέση με την Αμερική. Και δεν πρέπει να διαρραγεί. Τουναντίον, ενισχύεται και δεν περιορίζεται μόνο σε παροχή στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμών (π.χ. πολεμικά αεροσκάφη F-35, κ.λπ.). Ο Κάθετος Διάδρομος και η πρόσφατη (16/2/26) παραχώρηση τεράστιας έκτασης θαλασσίων «οικοπέδων» προς διερεύνηση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και εμπορικά εκμεταλλεύσεων σε αμερικανικές εταιρείες κολοσσούς (Exxon Mobile και Chevron) σαφώς αναβαθμίζει το ρόλο και τη γεωπολιτική σημασία της χώρας μας στην περιοχή. Παρέχει ακόμα ένα εχέγγυο ασφάλειας διά του κοινού συμφέροντος.
Ωστόσο, προκύπτουν κάποια ερωτήματα που δύσκολα μπορούν να απαντηθούν με γνώμονα την προοδευτική πολιτική. Η διμερής αναβαθμισμένη αμυντική στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με την Αμερική και η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ έχει προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα ή απλώς μπορεί να αξιολογηθεί από άποψη εθνικού συμφέροντος και μόνο; Μπορεί να σταθμιστεί με κριτήρια την «ενσυναίσθηση» και άλλες «αξίες» που σύμφωνα με τον συγγραφέα πρέπει να διέπουν την προοδευτική πολιτική; Πρόκειται για κάποιο εκ γενετής «πλεονέκτημα» ή «μονοπώλιο» κάποιας «προοδευτικής» παράταξης; Στερείται αξιών η συντηρητική παράταξη; Δεν αποτέλεσε μια από τις δυο μεγάλες πολιτικές οικογένειες που οικοδόμησαν τη μεταπολεμική Ευρώπη; Κι ακόμα, είναι «προοδευτική» ή «συντηρητική» η εξωτερική μας πολιτική σε σχέση με τις ΗΠΑ; Πόσο συμβατές είναι οι «αξίες» μιας προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής με τις διμερείς σχέσεις μας με την Αμερική (όταν η προεδρία Τραμπ χαρακτηρίζεται νεοφασιστικό καθεστώς) ή με ένα ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς, όπως η Κίνα; Και τι δέον γενέσθαι; Ήταν συμβατές οι «αξίες» των «προοδευτικών και σοσιαλιστικών» κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κι οι σχέσεις της με το καθεστώς του Καντάφι, τα κόμματα Μπάαθ στη Μέση Ανατολή (π.χ. Ιράκ) ή με τον δικτάτορα της κομμουνιστικής Πολωνίας Γιαρουζέλσκι; Ήταν συμβατές με τη μη αναγνώριση του Ισραήλ; Εξυπηρετούσαν άραγε το εθνικό συμφέρον;
Βούτυρο και κανόνια
Το επιχείρημα του συγγραφέα περί λογικών εξοπλισμών της Ελλάδος, ιδιαίτερα σε περίπτωση ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία, έχει μεν το σκεπτικό του, δεν είναι όμως βέβαιο ότι θα άντεχε τη δοκιμασία της πραγματικότητας. Το μέγεθος των στρατιωτικών δαπανών (σήμερα 3,08% του ΑΕΠ) δεν επιβάλλεται μόνο λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων ως μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και από τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Δεν εξαρτάται μόνο από την Ελλάδα η απόφαση να ακολουθεί erga omnes το θέσφατο Si vis pacem para pacem (Εάν θέλεις ειρήνη εργάσου για ειρήνη), όπως επιθυμεί ο συγγραφέας κι όπως όλοι θα επιθυμούσαμε. Είναι προφανές ότι η Ελλάδα ακολουθεί φιλειρηνική πολιτική καλής γειτονίας απέναντι σ’ έναν απαιτητικό, ενίοτε επιθετικό και αναθεωρητικό γείτονα η στρατιωτική και οικονομική ισχύς του οποίου διαρκώς ενισχύεται. Είναι εξίσου προφανές ότι, λόγω οικονομικού και πληθυσμιακού μεγέθους, δεν είναι λογικό ούτε εφικτό η χώρα μας να εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών που δεν μπορεί να κερδίσει. Μπορεί, όμως, να χτίσει μια αξιόπιστη δύναμη αποτροπής, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, προσπαθώντας να προηγείται, κατά το δυνατόν, στον αμυντικό τεχνολογικό τομέα. Δεν μπορεί δηλαδή να την αντιμετωπίσει μόνο με μια φιλειρηνική πολιτική, ιδίως σήμερα που η ισχύς στις διεθνείς σχέσεις επανέρχεται με ωμή σφοδρότητα και ασκείται χωρίς κανόνες και περιορισμούς επί δικαίων και αδίκων. Επομένως, η οικοδόμηση αξιόπιστης «σκληρής ισχύος» είναι για την Ελλάδα μονόδρομος.
Ακόμα και κάποια συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ των δύο χωρών φαντάζει ουτοπική, όχι διότι δεν θα το επιθυμούσε η Ελλάδα ή επειδή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της αλλά διότι η Τουρκία, ως ανερχόμενη και υπολογίσιμη ισχυρή περιφερειακή δύναμη, έχει ευρύτερες φιλοδοξίες. Δεν χάνει μάλιστα την ευκαιρία να το προβάλλει σε κάθε περίπτωση. Κατά συνέπεια, τόσο η αμυντική της βιομηχανία όσο και οι εξοπλισμοί της από τρίτες χώρες για την απόκτηση τεχνολογικού πλεονεκτήματος σε πολλούς αμυντικούς τομείς έχουν καθοριστική σημασία για την πραγμάτωση των φιλοδοξιών αυτών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Χακάν Φιντάν, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τουρκία (11/2/2026), ενδεχόμενο που θα έπρεπε να σταθμιστεί ανάλογα από τους σχεδιαστές της δικής μας αμυντικής πολιτικής. Γι’ αυτό, παρά το οικονομικό και πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια της Ελλάδας για εξοπλισμούς υψηλής τεχνολογίας (χωρίς να παραγνωρίζεται και ο σημαντικός παράγων αποτελεσματικών όπλων χαμηλού κόστους, καθώς και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής σε αμυντικούς τομείς), η συγκρότηση αξιόπιστης δύναμης αποτροπής σε κάθε στάδιο και επίπεδο των σχέσεών μας με την Τουρκία, δυστυχώς δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Ο αείμνηστος καθηγητής μας Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Ευσταθιάδης μας έλεγε: «Αν θέλεις ειρήνη, εργάσου και για ειρήνη και για πόλεμο - Si vis pacem, para pacem bellumque»).
Ήρεμα νερά
Ο Ιωακειμίδης μπορεί να ασχολείται με την προοδευτική εξωτερική πολιτική, όμως το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων το χειρίζεται υπεύθυνα η κυβέρνηση της ΝΔ. Σαφώς με «συντηρητικό» τρόπο, όχι διότι είναι ιδεολογικά συντηρητική αλλά διότι το επιβάλλουν οι συνθήκες. Τόσο η σθεναρή στάση της σε Έβρο και Αιγαίο από το 2020 απέναντι στην ασφυκτική και σχεδιασμένη πίεση της Τουρκίας όσο και οι εξοπλισμοί και ο οργανωτικός και επιχειρησιακός εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων συντέλεσαν στη μεταβολή της τουρκικής στάσης. Η Τουρκία αναγκάστηκε να προσχωρήσει σε μορφές διμερούς συνεργασίας που εγγυώνται «ήρεμα νερά» λησμονώντας το «Μητσοτάκης Γιοκ». Το κλίμα συνεννόησης και συνεργασίας και η αποφυγή εντάσεων επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα, από την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και τη σύγκλιση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών στην Άγκυρα (11/2/2026). Η καθυστέρηση της επίσκεψης αυτής κατά περίπου ένα έτος είχε δημιουργήσει εύλογες ανησυχίες για την ομαλή πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Αλλά, ακόμα και μια τέτοια συντήρηση σχέσεων, ακόμα και μια απλή συνάντηση και συνομιλία με την τουρκική πλευρά βάλλεται εκ των ένδον, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων σε απίθανο βαθμό. Δεν είναι μόνο οι εσωκομματικές τριβές στο κυβερνών κόμμα και οι πιο «εθνικιστικές» φωνές, δεν είναι μόνο η ακατανόητη κριτική πρώην πρωθυπουργών της ΝΔ, διαγραμμένων και μη, πραγματικά εθνικά ακατανόητη και επικίνδυνη πλην πολιτικά εμφανής ως προς το στόχο της. Είναι κυρίως η εχθρότητα και η παράνοια που επικρατεί γενικότερα. Ακόμα και μια απλή συνομιλία του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Τουρκίας θωρείται από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις εκ προοιμίου εθνικό έγκλημα και προδοσία.
Οι θετικές αποτιμήσεις για την επίσκεψη και τα αποτελέσματά της εκ μέρους όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήταν χλιαρές έως κομπλεξικές κι ανύπαρκτες. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι μια ιωακειμίδιος προσέγγιση θα οδηγούσε τον πρωθυπουργό και τους χειριστές της εξωτερικής μας πολιτικής στο εκτελεστικό απόσπασμα. Όποια άλλη προσέγγιση, δηλαδή, διάθεση για την οποία διαφάνηκε να υπάρχει σε κάποιο αρχικό στάδιο επί κυβερνήσεως ΝΔ, δεν είναι πολιτικά εφικτή. Δεν έχει την αναγκαία εσωτερική πολιτική στήριξη ούτε καν από τις πολιτικές δυνάμεις οι ίδιες ως κυβέρνηση είχαν επιλέξει τις συνομιλίες με την άλλη πλευρά προς επίλυση των διαφορών.
Εθνικιστικός παροξυσμός
Είναι αφόρητα αποκρουστικό να διαπιστώνει κανείς το μέγεθος του μίσους και της ηλιθιότητας στα ελληνοτουρκικά που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία και σημαντικό μέρος του κομματικού συστήματος. Δημοσιογράφος, π.χ., συγκεκριμένης στήλης στην εφημερίδας Τα Νέα έγραφε (7-8/2/2026) για την επίσκεψη στην Άγκυρα, με τίτλο «Το πιο δυσοίωνο ταξίδι», ότι ο έλληνας πρωθυπουργός «είχε ήδη ηττηθεί και μάλιστα βαριά πριν αναχωρήσει». Ότι όφειλε να διαθέτει «την ελάχιστη επάρκεια». Ότι απελπισμένος από την αδιαφορία των Αμερικανών απέναντί του κάνει το ένα βαρύ λάθος μετά το άλλο. Ότι κάνει τραγικές υποχωρήσεις (ποιες δεν αναφέρει). Ο ίδιος δεν θεώρησε σκόπιμο να ανασκευάσει ούτε ένα κόμμα μετά την επίσκεψη και τα εμφανώς θετικά αποτελέσματά της. Δεν ήταν ο μόνος. Ήταν απίθανα αυτά που ειπώθηκαν, ακούστηκαν και γράφηκαν πριν και μετά την επίσκεψη από διάφορους «τουρκοφάγους» που θέλουν «πυγμή», νταηλίκι. Τζάμπα μάγκες. Όχι βέβαια αυτοί στα νησιά του Αιγαίου που κατακλύζονται από τούρκους τουρίστες, λόγω των ρυθμίσεων για παροχή ολιγοήμερης τουριστικής βίζας. Όλα αυτά για να εκθέσουν την κυβέρνηση ως «ενδοτική». Ότι δεν δείχνει τη δέουσα πυγμή στους «Τουρκαλάδες».
Θα ήταν ενδιαφέρον από πολλές απόψεις να γνωρίζαμε τις απόψεις και την πολιτική καταγωγή των 30.000 νέων της χώρας ηλικίας, 18-22 ετών, επί των οποίων ενέσκηψε επιδημία σοβαρών ψυχολογικών νοσημάτων για να απαλλαγούν από τη στοιχειώδη υποχρέωση των πολιτών απέναντι στην πατρίδα τους, τη στράτευση για 9 μήνες. Κρίμα!
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα στο οποίο μόνο κραυγές επικίνδυνες, άναρθρες κι ανόητες, εθνικιστικού παροξυσμού, ακούγονται στο πολιτικό επίπεδο, με μόνο στόχο να πλήξουν τον πρωθυπουργό, δεν είναι τυχαία η εμφανής σύγχυση της κοινής γνώμης. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας GPO (14/2/2026), την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης κρίνει θετικά μόνο το 18,4% ενώ ένα άλλο 20,5% την κρίνει μάλλον θετικά, σύνολο 38,9% έναντι 59,7% που την κρίνει αρνητικά (34,9% αρνητικά και 24,8% μάλλον αρνητικά). Εύλογο, σε μια χώρα που η ρωσοφιλία και ο θαυμασμός για τον Πούτιν που συμβαδίζει μεν τον αντιδυτικισμό την καθιστούν τρόπον τινα εξαίρεση στην ΕΕ.[v]
Αντί επιλόγου
Ο συγγραφέας είναι άκρως συνεπής ευρωπαϊστής, θερμός υποστηρικτής της ΕΕ. Έχει δώσει μεγάλες μάχες για το εθνικό συμφέρον στους κόλπους της. Δίνει μεγάλη σημασία στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Συνθήκης της Λισαβόνας (τέθηκε σε ισχύ στα τέλη του 2009) όπως διατυπώνεται στο άρθρο 47.2 και δικαίως υποστηρίζει την ενίσχυσή της. Δεν κρύβει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η πρόσφατη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια «ανέδειξε την κεντρικότητα της Ευρώπης ως δυνητικά αυτόνομης γεωπολιτικής οντότητας».[vi]
Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση ασυμβατότητας μεταξύ αξιών και εθνικού συμφέροντος; Ο συγγραφέας είναι πεπεισμένος (σ. 51) ότι η εξισορρόπηση αξιών και συμφερόντων είναι δυνατή. Όμως δεν είναι πάντα δυνατή.
Από την ανάλυση του Ιωακειμίδη γεννιέται ένα ακόμα ερώτημα: ποιες είναι οι «προοδευτικές» πολιτικές δυνάμεις οι οποίες θα μπορούσαν να υιοθετήσουν την ανάλυσή του περί προοδευτικής πολιτικής; Ο ίδιος αποφεύγει να κατονομάσει τα κόμματα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας τα οποία αντιστοιχούν στοιχειωδώς στους ιδεατούς πολιτικοϊδεολογικούς χώρους που σκιαγραφεί (σ. 14, σημ. 5), ήτοι τα κόμματα «που καλύπτουν το πολιτικό φάσμα από τη δημοκρατική Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία, Κεντροαριστερά μέχρι μετριοπαθή φιλελεύθερο συντηρητικό χώρο». Καμία αντίρρηση. Ψάχνω όμως και δεν βρίσκω την αντιστοιχία τους σε υπαρκτά κομματικά σχήματα στην εγχώρια πολιτική σκηνή.
Συγκεκριμένα, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψω κάποια ίχνη τους: η «δημοκρατική Αριστερά» είναι περίεργο φρούτο. Η κληρονομιά του Κύρκου, του Παπαγιαννάκη, του Γιάνναρου και του Λυκούδη λειτουργεί περισσότερο στο επίπεδο της πολιτικής ηθικής, του ήθους και του πολιτικού ρεαλισμού. Δεν συνεπήρε τις «μάζες». Οι ιδέες της, το πολιτικό και ηθικό της κύρος δεν μεταφράστηκαν σε ισχυρή επιρροή και σε ανάλογη εκλογική απήχηση. Η ανανεωτική, δημοκρατική Αριστερά δεν κατάφερε να γίνει αξιόλογη πολιτική δύναμη. Επικράτησαν οι λαϊκιστές και οι νεοσταλινικοί, διάσπαρτοι στα κομμουνιστογενή κόμματα και τις διάφορες σημερινές σέχτες. Κυβερνώντας μάλιστα οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της αβύσσου.
Μιλώντας για «σοσιαλδημοκρατία και κεντροαριστερά» είναι σαν να διηγούμαστε ανέκδοτο. Για τη διαβόητη «Κεντροαριστερά», πολύ κακό για το τίποτα. Στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως αντισυστημική, εκφραζόταν μάλιστα και εκφράζεται εν μέρει (παγκόσμια πρωτοτυπία) από τη συριζαϊκή κομμουνιστογενή Αριστερά. Όσοι διεκδικούν σήμερα αυτό το χώρο, τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του οποίου αφήνουν εν πολλοίς απροσδιόριστα και ασαφή, ουδεμία σχέση κι αντιστοιχία έχουν με την ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση. Οι υπουργοί του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, σφετεριστή σήμερα του χώρου, είχαν στα γραφεία τους το πορτρέτο του Άρη Βελουχιώτη κι όχι του Αλέξανδρου Σβώλου. Οι εν Ελλάδι «κεντροαριστεροί» αναγνώριζαν περισσότερο τον εαυτό τους στον Τσίπρα παρά στον Ευάγγελο Βενιζέλο ή στο ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ, απ’ την πλευρά του, θεωρεί κληρονομιά του και κυρίαρχο ιδεολογικό του συστατικό τον ανδρεοπαπανδρεϊκό λαϊκισμό κι όχι τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη. Όσο για τη σοσιαλδημοκρατία (ο όρος συχνά επικαλύπτεται ή συγχωνεύεται με την Κεντροαριστερά), η οργανωμένη πολιτική της έκφραση και σημαντική της πολιτική και εκλογική απήχηση ήταν και είναι κυριολεκτικά μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Δεν πρέπει να συγχέεται ένας οργανωμένος πολιτικός χώρος με την άσκηση σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, όπως κατ’ εξοχήν συνέβη από τις κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη (1998-2004), σε πολλά δε πεδία κι από τις κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη (2019-).
Με λίγα λόγια, η αξιόλογη προσπάθεια του Π. Κ. Ιωακειμίδη για ορισμό, προσδιορισμό και επεξεργασία μιας «προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής» δεν φαίνεται να έχει ούτε πρόθυμους ούτε θεσμικούς αποδέκτες και συνομιλητές στα αριστερά και στα κεντροαριστερά τμήματα του πολιτικού φάσματος. Απομένει ο οργανωμένος πολιτικός χώρος της φιλελεύθερης, δημοκρατικής και κεντροδεξιάς παράταξης και οι θεσμικές δεξαμενές σκέψης κι άλλοι όμιλοι και fora, καθώς και άτομα, ειδήμονες, καθηγητές, ερευνητές και γενικώς σχετικοί για να συζητούν γόνιμα και απροκατάληπτα τέτοιες ιδέες. Αυτό μπορεί να δώσει στον συγγραφέα μια κάποια ικανοποίηση, πέραν της ακαδημαϊκής.
[i] Θα πρόσθετα και την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ,των φαιοκόκκινων λαϊκιστών που έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού το εφιαλτικό πρώτο εξάμηνο του 2015. Ωστόσο, με τη σθεναρή και εθνικά υπεύθυνη στάση των κομμάτων τότε της αντιπολίτευσης τότε (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) υποχρεώθηκαν με «κωλοτούμπες» και ταπεινωτικούς συμβιβασμούς να βάλουν την ουρά στα σκέλια, επιφέροντας όμως ανήκεστη οικονομική, θεσμική και ηθική βλάβη στο φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πολίτευμα της χώρας.
[ii] Πρόκειται για κοινή έρευνα-δημοσκόπηση του ανεξάρτητου ερευνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις με τη δεξαμενή σκέψης ΕΛΙΑΜΕΠ που διεξήχθη σε Ελλάδα και Τουρκία την περίοδο 19-21/2/2021 από την ελληνική εταιρία MRB και την τουρκική KONDA. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ με ημερομηνία 19/7/2021. Τα συμπεράσματα συνοψίζει ο καθηγητής (και πρέσβης της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ) Γιώργος Παγουλάτος.
[iii] Ό.π. στο σημείο 6 των συμπερασμάτων της Έρευνας.
[iv] Βλ. συνέντευξή του στο Πρώτο Θέμα (6/3/2025). Εκεί διατυπώνει και την άποψη ότι σε περίπτωση που η χώρα μας δεχτεί επίθεση ή εμπλακεί σε σύρραξη, «η Αμερική δεν πρόκειται να μας βοηθήσει., δεν έχουν προτεραιότητα τη Μεσόγειο παρά μόνο το Ισραήλ». Ευρώπη και Αμερική δεν έχουν πλέον κοινές αξίες.
[v] Όλες οι σχετικές έρευνες καταδεικνύουν υψηλά ποσοστά δημοτικότητας του ρώσου προέδρου Πούτιν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, σε έρευνα της εταιρείας MRB (18/12/25), στις προτιμήσεις ξένων ηγετών κρατών, ο Πούτιν έρχεται πρώτος με ποσοστό 31,8%. Η δημοτικότητα του Πούτιν είναι υψηλή μεν στα ακροδεξιά και λαϊκιστικά κόμματα στην Ευρώπη, αλλά στο γενικό σύνολο η εικόνα του είναι απολύτως αρνητική σε ποσοστά άνω του 80%. Σύμφωνα με έρευνα του γνωστού οργανισμού Pew Research Center (23/6/2025), οι Έλληνες έρχονται πρώτοι στην Ευρώπη αναφορικά με την εμπιστοσύνη προς τον Πούτιν με ποσοστό 40%. Ξεπερνάμε ακόμα και την Ουγγαρία (32%). Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο (Φθινόπωρο 2025, τα ευρήματα του οποίου δημοσιεύτηκαν στις 3/2/2026) μόνο το 32% των Ελλήνων θεωρούν προτεραιότητα της ΕΕ την άμυνα και την ασφάλεια έναντι 40% στο σύνολο της ΕΕ. Συνάμα, μόνο το 40% θεωρεί τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ θετικό γεγονός έναντι 62% του συνόλου στην ΕΕ.
[vi] Βλ. Π. Κ. Ιωακειμίδης, «Η αντεκδίκηση της “τολμηρής Ευρώπης”», Τα Νέα, 16/2/2026.
Αλέξης Πατέλης, Η μεγάλη επιστροφή. Ο δρόμος για την αξιοπιστία της Ελλάδας, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2025, 366 σελ.
Οι αναμνήσεις του, έως πρόσφατα, συμβούλου του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, για θέματα οικονομίας γράφουν ένα διακριτό κεφάλαιο στη σύγχρονη οικονομική ιστορία της πατρίδας μας. Ο Αλέξης Πατέλης εξηγεί πώς η Ελλάδα, από την άδεια καρέκλα του 2015, βρέθηκε στην κορυφή του Eurogroup μόλις δέκα χρόνια μετά. Η επούλωση των πληγών είναι, τελικά, εφικτή σε περιβάλλον «νομισματικής ειρήνης»· εντός του ευρώ.
Αλέξης Τσίπρας, Ιθάκη, Gutenberg, Αθήνα 2025, 762 σελ.
Το βιβλίο που υπογράφει ο Αλέξης Τσίπρας είναι αριστοτεχνική συσκευασία πολιτικής εξαπάτησης, ένα μνημείο θράσους που επιδιώκει να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων μια ολόκληρη περίοδο πολιτικού τυχοδιωκτισμού, αυταπάτης, ανευθυνότητας και περιφρόνησης των θεσμών. Το βιβλίο αυτό ο πρώην πρωθυπουργός που προσπαθεί να επιστρέψει απλώς το υπέγραψε, όπως υπέγραψε και το πραγματικό, άγραφο μνημόνιο αυτού του τόμου: το μνημόνιο της απάτης, της σκηνοθετημένης αθωότητας και της ιδεολογικής υποκρισίας.
Τάσος Γιαννίτσης, Ελλάδα, 1953–2024. Χρόνος και Πολιτική Οικονομία, Πατάκη, Αθήνα 2025, 398 σελ.
Πώς από την περίοδο της ραγδαίας εκβιομηχάνισης μετά τον πόλεμο η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία και στην οικονομική επιτήρηση. Πού και γιατί το κράτος ήταν ανακόλουθο. Γιατί η Ελλάδα δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από την ένταξή της στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης; Γιατί ακόμα και σήμερα υπάρχουν διαρθρωτικές υστερήσεις που βάζουν εμπόδια στην πορεία μας. Στο νέο βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση αποτιμάται μια πορεία όχι και τόσο αισιόδοξη, ενώ εκφράζεται αβεβαιότητα και για το εθνικό μας μέλλον.
Τάσος Γιαννίτσης, Ελλάδα, 1953-2024. Χρόνος και Πολιτική Οικονομία, Πατάκη, Αθήνα 2025, 400 σελ.
«Το στοίχημα μιας αλλαγής υποδείγματος (διακυβέρνησης ή παραγωγικού συστήματος) είναι μια πολιτικά και κοινωνικά σισύφεια διαδικασία», γράφει απαισιόδοξος για την πορεία της χώρας ο Τάσος Γιαννίτσης, κλείνοντας το νέο βιβλίο του. Τονίζει μάλιστα ότι δεν αρκεί να δηλώνεις μεταρρυθμιστής για να είσαι κιόλας. Άλλωστε, όροι όπως «μεταρρύθμιση», «εκσυγχρονισμός», «ευρωπαϊστής» και άλλοι συναφείς αποτελούν αφηρημένες έννοιες, δεν είναι παρά ένα λεκτικό κέλυφος, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο – αν δεν δώσει αυτό το περιεχόμενο η συστηματική πολιτική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, που συναντά πολλές δυσκολίες. [ΤΒJ]
Το διεθνές σύστημα που καθιερώθηκε το 1945 βρίσκεται σε παρακμή. Η προηγούμενη «φιλελεύθερη» ή «βασισμένη σε κανόνες τάξη» ξεκίνησε με την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναπτύχθηκε, μεταξύ άλλων, με την ίδρυση αρκετών υπο-οργανώσεων του ΟΗΕ και συνδεδεμένων με αυτόν θεσμών, καθώς και με την εμφάνιση περιφερειακών συστημάτων συλλογικής ασφάλειας, όπως η Διάσκεψη (αργότερα: Οργανισμός) για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Μεταξύ άλλων, η Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) του 1968, η Σύμβαση για τα Βιολογικά Όπλα του 1972 και η Σύμβαση για τα Χημικά Όπλα του 1993 έχουν καταστεί θεμέλια των διεθνών σχέσεων τις τελευταίες δεκαετίες.
Αλέξης Τσίπρας, Το Ταξίδι των 360 μοιρών. Από τη Λέσβο στη Μυτιλήνη, από την αλήθεια στο παραμύθι, Εκδόσεις Εκδοτική Διαπλοκή και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις, 404 σελ., error
Υπάρχουν βιβλία που περιμένουμε με ανυπομονησία, γιατί ξέρουμε πως θα μας δώσουν νέα γνώση, συγκίνηση, προοπτική. Υπάρχουν και βιβλία που υποψιαζόμαστε ότι είναι αναμασήματα, ασκήσεις αυτοπροβολής ή συμβόλαια με εκδοτικούς οίκους. Και υπάρχει κι αυτή η κατηγορία: τα βιβλία που δεν έχουν γραφτεί ποτέ, ούτε πρόκειται να γραφτούν – απλώς θα υπογραφούν.
Έφη Σαβουλίδου-Λεντάκη, Ανδρέας Λεντάκης. 25 χρόνια μετά είναι ακόμη εδώ, πρόλογος: Νικόλας Σεβαστάκης, Ίδρυμα Πολιτισμού και Εκπαίδευσης Ανδρέας Λεντάκης, Αθήνα 2022, 208 σελ.
Θέτοντας, με ευρηματικό τρόπο, σειρά από ερωτήματα για την προσωπικότητα του Ανδρέα Λεντάκη, για τον αγωνιστή, τον ιστορικό, τον εθνολόγο, τον ποιητή, τον συγγραφέα, στοχαστή και οραματιστή και ιδίως ως δήμαρχο και βουλευτή, η συγγραφέας του βιβλίου αυτού, μας παραδίδει μια ολοκληρωμένη εργασία/έρευνα που μας εντυπωσιάζει με το σεμνό και γλαφυρό της ύφος αλλά και την επιστημονική τεκμηρίωση και μεθοδολογία.
Τάκης Παππάς, Παράδοξη χώρα. Γιατί η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με την Ιρλανδία και την Πορτογαλία και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτές;, Πατάκη, Αθήνα 2024, 312 σελ.
Η πόλωση μέσα στην κοινωνία και μεταξύ κοινωνίας και κομματικού συστήματος. Το νέο βιβλίο του Τάκη Παππά δίνει το έναυσμα για να ανοίξει μια αναγκαία συζήτηση: ποιοι είναι οι λόγοι ανακοπής της προόδου, την οποία η χώρα επιδιώκει, αλλά υπολείπεται στην επίτευξή της; Μήπως η πόλωση δεν είναι δομικό συστατικό αυτής της ανακοπής (εκτός της πόλωσης, υπάρχουν και σημαντικές συναινέσεις). Μήπως ζούμε σε μια φοβική δημοκρατία, τα χαρακτηριστικά της οποίας οι περισσότεροι προτιμούμε να παραβλέπουμε; [ΤΒJ]