Στήλες
Μιχαήλ Μητσάκης, Κριτικά κείμενα - Επιστολές - Ποίηση (δεύτερος τόμος), «Εκλογαί», Εκδότης: Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2007, 780 σελ.
«Οι Χαλασοχώρηδες, Μικρά μελέτη», από το: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τόμος 2. Κριτική Έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος, σελ. 401 ώς 462.
Δύο πνευματικοί άνθρωποι του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα παίρνουν με κείμενά τους αντιτιθέμενη θέση στο πρόβλημα της Δημοκρατίας και της συνακόλουθης διαδικασίας των κοινοβουλευτικών εκλογών.[1]
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου, ένας σπουδαίος του θεάτρου, σκηνοθέτης, ηθοποιός αλλά πάνω απ' όλα στοχαστής και μαχητής της πνευματικότητας, δεν υπάρχει πια. Πέθανε στις 6 Ιουνίου 2025. Είχε γεννηθεί στις Σέρρες το 1949, τελείωσε τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, σκηνοθέτησε περισσότερες από 30 παραστάσεις σημαντικών έργων, μετέφρασε σπουδαία θεατρικά κείμενα, ενώ διακρίθηκε και για τις δημόσιες παρεμβάσεις του ως μαχητικός διανοούμενος - με άρθρα του παλαιότερα στο Αντί, πιο πρόσφατα στα Νέα.
Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν στην αγαπημένη του Δημητσάνα, τον γενέθλιο τόπο του, πριν από μερικούς μήνες. Ο Βασίλης Καρδάσης, που πέθανε στις 31 Μαΐου 2025 σε ηλικία 69 χρόνων, ήταν χαρούμενος που, μετά την τελευταία περιπέτεια με την υγεία του, κατάφερε να σταθεί στα πόδια του και να γυρίσει για να αναρρώσει στο πατρικό σπίτι του. Ισχνός, αλλά όπως πάντα στοχαστικός. Αριστερός, μπορούσε να κατανοήσει την πολιτική διαφωνία και, αν χρειαζόταν, να τη συζητήσει. Αλλά καλύτερα να μη χρειαζόταν.
Στο προηγούμενο σημείωμα εξετάσαμε τις αναγκαίες συνθήκες για την εμφάνιση ζωής βασισμένης σε ύδωρ και ενώσεις του άνθρακα και διαπιστώσαμε ότι στο ηλιακό μας σύστημα μόνο στη Γη αυτές πληρούνται, ώστε η ζωή όχι μόνο να έχει εμφανιστεί αλλά και να έχει επιτρέψει την εμφάνιση νοημόνων όντων – κάτι που επιβεβαιώνεται και απ’ αυτή τη σειρά των σημειωμάτων.
Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Κακό ανήλιο. Διηγήματα, Ίκαρος, Αθήνα, Αθήνα 2024, 74 σελ.
Ιστορίες φόβου, τρόμου και κατάπληξης που μοιάζει να ξεκινούν από τη λαϊκή παράδοση της Πιερίας. Ο τρόμος, παρ’ όλα αυτά, με ηλεκτρικά μικρόφωνα που ουρλιάζουν, με κινητά τηλέφωνα που αφηνιάζουν και με προτεσταντικούς ναούς που απειλούνται από λείψανα ορθόδοξων αγίων έχει αφήσει πίσω του διά παντός, και παρά το πρόσχημα των μύθων και των θρύλων, την οιαδήποτε λαογραφική ατζέντα.
Ο Μ. Καραγάτσης (Δημήτρης Ροδόπουλος, 1908-1960), ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, κατατάσσεται στη «γενιά του ’30». Η συνέντευξη του νεαρού, τότε, Μ. Καραγάτση στον Λουκά Δαράκη, που αναδημοσιεύεται παρακάτω, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ηχώ της Ελλάδος (του Κωστή Μπαστιά), στις 12/5/1935. Αργότερα, ενταγμένη στη σειρά «Μεγάλη έρευνα μεταξύ των λογίων», η συνέντευξη αυτή μαζί με άλλες 33, προσωπικοτήτων της εποχής, εκδόθηκε το 1987 από τις εκδόσεις Φιλιππότη.
Τέλλος Άγρας. O “Β.” στη Βιογραφία του Κλέωνος Παράσχου
Marcel Proust, Η αναζήτηση του χαμένου χρόνου, μετάφραση από τα γαλλικά: Κλαίρη Μιτσοτάκη, Άγρα, Αθήνα 2024, 616 σελ.
Πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί μια νέα μετάφραση της Αναζήτησης του χαμένου χρόνου παρά χαράς ευαγγέλια; Χαράς ευαγγέλια για τον έλληνα αναγνώστη και χαράς ευαγγέλια για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία μας, που τόσο πολύ πλουτίζουν απ’ αυτή τη νέα ηρωική προσπάθεια να γυριστεί στα ελληνικά ο άπειρος θησαυρός λέξεων, εικόνων και ιδεών που συνιστά το ανυπέρβλητο μυθιστόρημα του Μαρσέλ Προυστ. Τεχνουργός της νέας μετάφρασης είναι η χαλκέντερη Κλαίρη Μιτσοτάκη.
Ασημίνα Χασάνδρα, Ο εσωστρεφής νους. Μετα-Νεωτερική ποιητική, Ανατολικός, Αθήνα 2024, 42 σελ.
Ασημίνα Χασάνδρα, 5 προ μεσημβρίας χάραγο. Μετα-Νεωτερική ποιητική, Ανατολικός, Αθήνα 2024, 46 σελ.
Με πολυετή παρουσία στην ποίηση, καθώς και με συμμετοχή σε πολλαπλές καλλιτεχνικές δράσεις και σχήματα, η Ασημίνα Χασάνδρα μάς δίνει, πλησιάζοντας προς την ωριμότητά της, δύο ποιητικά βιβλία που από τη μια πλευρά συμπυκνώνουν τα βήματα της μέχρι τώρα πορείας της ενώ από την άλλη σταθεροποιούν το σήμα της γραφής της.
Όταν φεύγει από τη ζωή ένα πρόσωπο που εκ των πραγμάτων κανοναρχεί κι επηρεάζει την πνευματική ζωή του τόπου, είναι μοιραίο και αναμενόμενο να τίθενται στον δημόσιο διάλογο πολλές και αντιμαχόμενες οπτικές που το αφορούν, προβολές, δηλαδή, που εκκινούν από τη στείρα αγιοποίηση και τον επιφανειακό βιογραφισμό, διέρχονται από την ανάγκη της προσωπικής προβολής του ίδιου του προσώπου που εκφέρει τον εκάστοτε αποχαιρετισμό και αγγίζουν μέχρι και τη συνειδητή αποδόμηση και την προγραμματική μείωση της αξίας του εκλιπόντος με σκοπό την αποκόμιση κάποιου επικαιρικού μικροοφέλους. Κάτι αντίστοιχο συνέβη, μέσες – άκρες, και τον Δεκέμβριο του 2024, έπειτα από το θάνατο του Κώστα Γεωργουσόπουλου που αποτέλεσε για δεκαετίες, ανάμεσα στις πολλαπλές του ιδιότητες που διαπλέκονταν οργανικά, και τη «ναυαρχίδα» της εγχώριας κριτικής θεάτρου και επιφυλλιδογραφίας, με την ισχυρή αυτή θέση του ακριβώς στο επίκεντρο και στο κατ’ εξοχήν πεδίο δόμησης του «κανόνα» να προκαλεί προφανώς αντιδράσεις και μομφές στο αέναο και ασίγαστο παιχνίδι κυριαρχίας της πνευματικής ζωής του τόπου.