Σύνδεση συνδρομητών

Φιλοσοφία

Πάνω: Ο Κλοντ Λεφόρ (αριστερά) και ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Η κοινή θέση τους για τη γραφειοκρατική δομή και τον ολοκληρωτισμό της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησε στη δημιουργία της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialisme ou barbarie) που εξέδωσε και το ομώνυμο περιοδικό. Κάτω: O Πολ Ρικέρ (αριστερά) και ο Ζακ Ντεριντά. Είχαν βαθιές φιλοσοφικές διαφορές αλλά έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση ο ένας για τον άλλο. Ο Ρικέρ αναγνώριζε τη σημασία της αποδόμησης ως κριτικής δύναμης, ενώ ο Ντεριντά, σε ορισμένα ύστερα έργα του, πλησίασε ζητήματα που απασχολούσαν και τον Ρικέρ, όπως η ηθική, η ευθύνη και η συγχώρεση.

François Dosse, Φιλοσοφικές φιλίες, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Πόλις, Αθήνα 2025, 392 σελ.

Οι φιλίες των γάλλων φιλοσόφων και η κλιμάκωσή τους έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι σχέσεις καθρεφτίζονται στην παραγόμενη σκέψη και, ιδίως, στην πολιτική. Σε όλες τις φιλίες που αναφέρει στο σχετικό βιβλίο του ο Φρανσουά Ντος υπήρχε πάντα μια εγγύτητα που επιβεβαίωνε τη δύναμη του αισθήματος της φιλίας. Όμως, η δύναμη του δεσμού δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις.

Η φιλία είναι το θαύμα διά του οποίου μια ανθρώπινη ύπαρξη αποδέχεται να κοιτάζει από μακριά και χωρίς να πλησιάζει την άλλη ύπαρξη, που την έχει ανάγκη όπως την  τροφή. […] Δεν υπάρχει φιλία παρά μόνο εκεί όπου διατηρούμε και σεβόμαστε αυτήν την απόσταση.

Simon Weil

Οι Φιλοσοφικές φιλίες του Φρανσουά Ντος, με πρώτη γαλλική έκδοση το 2021, είναι μια πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συμβολή στην ιστορία της γαλλικής διανόησης του 20ού αιώνα. Ο Ντος, γνωστός για τις μελέτες του στην ιστορία των ιδεών και τις βιογραφίες σημαντικών στοχαστών του προηγούμενου αιώνα, όπως του Κορνήλιου Καστοριάδη, του Πωλ Ρικέρ, του Πιερ Νορά κ.ά., επιχειρεί να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή η  παραγωγή φιλοσοφικής σκέψης μέσα από σημαντικές φιλίες εμβληματικών διανοουμένων. Αντί να παρουσιάζει τη φιλοσοφία ως προϊόν της σκέψης μεμονωμένων ιδιοφυών ανθρώπων, προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση δίνοντας έμφαση στις διανοητικές σχέσεις και στις φιλίες μεταξύ φιλοσόφων. Η βασική υπόθεση του Ντος είναι ότι πολλές από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές ιδέες του 20ού αιώνα γεννήθηκαν μέσα από προσωπικές σχέσεις, συνεργασίες και συγκρούσεις μεταξύ διανοουμένων. Η φιλία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί απλώς έναν προσωπικό δεσμό αλλά μια ιδιαίτερη μορφή διανοητικής σχέσης που μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο δημιουργίας και μετασχηματισμού ιδεών. Μέσα από την ανάλυση επτά σημαντικών φιλοσοφικών σχέσεων, ο Ντος επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία των δικτύων διανοουμένων στη διαμόρφωση της σύγχρονης φιλοσοφίας. Το έργο εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο της ιστορίας των ιδεών και των διανοουμένων εξετάζοντας τις ιδέες όχι μόνο ως αφηρημένες θεωρίες αλλά και ως προϊόντα συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών συνθηκών.

Σαρτρ και Αρόν

Ξεκινώντας από μια πλατωνική παρουσίαση της έννοιας της φιλίας, ο Ντος βιογραφεί αρχικά τη σχέση δυο εμβληματικών φιλοσόφων, του Ζαν Πωλ Σαρτρ και του Ρεϊμόν Αρόν. Οι δύο τους υπήρξαν στενοί φίλοι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην École Normale Supérieure (ENS), αποτελώντας μαζί με τον πρόωρα χαμένο Πωλ Νιζάν μια τριάδα χαρισματικών νέων διανοουμένων. Παρά την αρχική φιλοσοφική τους σύμπλευση, οι πολιτικές τους θέσεις θα διαφοροποιηθούν σημαντικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σαρτρ θα στρατευθεί πολιτικά στον μαρξισμό υποστηρίζοντας ενεργά τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής, ενώ ο Αρόν, αν και αρχικά μέλος του SFIO1 και του κύκλου Ζαν Ζωρές, θα υιοθετήσει μια πιο φιλελεύθερη στάση ασκώντας αυστηρή κριτική στον σοβιετικό κομμουνισμό. Ο Αρόν είχε ήδη μυήσει τον Σαρτρ στον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ, απομακρύνοντάς τον από τον μπερξονισμό. Την επιρροή του Αρόν θα αναγνωρίσει με εντιμότητα ο Σαρτρ στην Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου.

Η εξέλιξη της σχέσης τους δείχνει πώς μια φιλοσοφική κοινή αρχή αλλά και στενή φιλία μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Οι διανοητικές μονομαχίες τους τροφοδοτούσαν τη φιλική συνενοχή τους, η οποία παρέμεινε ζωντανή παρά τις πολιτικές διαφορές τους.  Ο ένας, ο Αρόν, μεθοδικός με συστηματικές και συγκροτημένες απόψεις, ο άλλος ιδιοφυής και επινοητικός στο πεδίο των νέων ιδεών, βρέθηκαν πολλές φορές σε σύγκρουση πάνω σε θέματα πολιτικής στάσης στη μεταπολεμική Γαλλία. Η πορεία της ζωής τους μέχρι το τέλος του πολέμου, επίσης διαφορετική: ο Αρόν με ενεργή συμμετοχή στους Ελεύθερους Γάλλους του Ντε Γκωλ, και ο Σαρτρ με την «πολυθρόνα του προς την πλευρά της Ιστορίας»2 μεν, αλλά χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή στη γαλλική αντίσταση. Μετά τον Πόλεμο, ο Αρόν υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των Temps modernes, ενώ αποχώρησε έπειτα από τη σκληρή κριτική που άσκησε ο Σαρτρ στον γκωλικό Συναγερμό του Γαλλικού Λαού  (Rassemblement du Peuple Français, RPF) εξομοιώνοντάς τον με τον φασισμό. Ο Αρόν ήταν ήδη μέλος του RPF και συντάκτης της Figaro. Συμμεριζόμενος μαζί με τον Μαλρώ την πολιτική ανημποριά της Γαλλικής Δημοκρατίας και το πολιτικό της τέλμα, προσχώρησε στις αναλύσεις του Ντε Γκωλ, αν και δεν υπήρξε ποτέ πειθήνιος γκωλικός. Παρ’ όλα αυτά ο στρατηγός τον διόρισε στο 20μελές συμβούλιο του RPF ενώ, επιπλέον, προήδρευε στην Επιτροπή Μελετών του κινήματος. Η ρήξη των δύο φίλων θα είναι οριστική μετά από την ισοπεδωτική κριτική του Jean Pouillon (κατ’ ανάθεση του Σαρτρ) στους Temps modernes για το βιβλίο του Αρόν, Μεγάλο Σχίσμα (Grand Schisme).   

Με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, ο Αρόν, σε αντίθεση με την πλειονότητα των γάλλων διανοουμένων, θα προσχωρήσει στον Ατλαντισμό, θεωρώντας τις ΗΠΑ ως καίριο σύμμαχο για τα γαλλικά συμφέροντα. Ο Σαρτρ, από την πλευρά του, ριζοσπαστικοποιείται τασσόμενος με το σοβιετικό στρατόπεδο, ενώ το 1952 αρχίζει η συνοδοιπορία του με το ΚΚ Γαλλίας. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει τις γνωστές διακυμάνσεις πολλών γάλλων διανοουμένων, συνοδοιπόρων της κομμουνιστικής Αριστεράς: αρχικά άρνηση κριτικής για τις επεμβάσεις των Σοβιετικών στις σοσιαλιστικές δημοκρατίες έως περίπου το 1956 και την επέμβαση στην Ουγγαρία, στη συνέχεια ένταξη στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της ανεξαρτησίας της Αλγερίας κατά τον Αλγερινό-Γαλλικό Πόλεμο και, τέλος, απομάκρυνση από το σοβιετικό μοντέλο μετά την εισβολή στην Πράγα το 1968 και προσχώρηση στο μαοϊκό κίνημα. Όλο αυτό το διάστημα, ο Σαρτρ υπήρξε η επιτομή του στρατευμένου διανοούμενου της Αριστεράς, με μια συνεπή στάση συμμετοχής και ανεξάντλητης ενεργητικότητας σε όλα τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής.

Οι δύο φιλόσοφοι θα ταχθούν υπέρ  της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, από διαφορετική όμως σκοπιά ο καθένας: ο μεν Αρόν θεωρώντας οικονομικό άχθος για τη Γαλλική Δημοκρατία τη διατήρηση της Αλγερίας ως γαλλικό έδαφος, ο δε Σαρτρ, ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία, υποστηρίζοντας τη χειραφέτηση της Αλγερίας και τον τριτοκοσμισμό. Τον Μάιο του 1968, ο Σαρτρ θα βρεθεί στο δρόμο  αλληλέγγυος με τους φοιτητές, ενώ ο Αρόν στα κύρια άρθρα της Figaro θα χαρακτηρίσει την εξέγερση ως απόλυτη ετερότητα και «επέλαση των βαρβάρων». Οι δύο άνδρες θα ξανασυναντηθούν από την ίδια πλευρά το 1979, στη στήριξη του εγχειρήματος της Νήσου του Φωτός3 (L'Île de Lumière), κατά τη  διάσωση των προσφύγων της νοτιο-ανατολικής Ασίας (boat people), μετά την πτώση της Σαϊγκόν και το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ. Σε μια συγκινητική στιγμή, θα συναντηθούν στη συνέντευξη Τύπου για τη διάσωση των πρώτων προσφύγων, σφίγγοντας αμήχανα το χέρι ο ένας του άλλου, με τον Σαρτρ υποβασταζόμενο από τον Αντρέ Γκλυκσμάν και τον Αρόν αποκαλώντας τον παλιό του φίλο συντροφάκο (petit camarade). Όπως ανέφερε αργότερα ο Αρόν «ήταν ένας τρόπος να σβήσουμε τριάντα χρόνια και να ξαναγυρίσουμε μισό αιώνα πίσω». Μετά το θάνατο του Σαρτρ, ο Αρόν θα γράψει ένα φορτισμένο συναισθηματικά κείμενο στο περιοδικό L’Express αποχαιρετώντας τον παλιό του φίλο και σύντροφο. Ήταν η εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που την κράτησε κατά το ήμισυ. Η αρχική συμφωνία μεταξύ τους ήταν ότι όποιος ζούσε περισσότερο θα έγραφε τη νεκρολογία του άλλου στην Επετηρίδα των αποφοίτων της ENS. Αποτιμώντας εκ των υστέρων το έργο των δυο φιλοσόφων και τις ιδεολογικές τους συγκρούσεις, μπορούμε πλέον να πούμε, σχεδόν μετά βεβαιότητας, ποιος διέγνωσε καλύτερα την Ιστορία.

Σαρτρ και Μερλώ-Ποντύ

Η δεύτερη μεγάλη φιλία, αλλά και μακρόχρονη ιδεολογική συνοδοιπορία, που βιογραφεί ο Ντος, είναι αυτή του Σαρτρ με τον Μωρίς Μερλώ-Ποντύ. Οι δυο φιλόσοφοι συναντήθηκαν για πρώτη φορά ως φοιτητές στην École Normale το 1926 και κράτησαν στενή φιλική και ιδεολογική σχέση μέχρι τον πόλεμο της Κορέας. Ο Μερλώ-Ποντύ προερχόμενος από συντηρητική καθολική οικογένεια, θα έχει μια πορεία αριστείας στα εμβληματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Γαλλίας, θα διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Λυών και στη Σορβόννη, ενώ στη συνέχεια θα εκλεγεί στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1952). Ο Σαρτρ, αρνούμενος μετά την αποφοίτηση του από την ENS οποιαδήποτε σχέση με το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, θα αποτελέσει την πλέον εμβληματική φιγούρα της γαλλικής φιλοσοφίας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η συστράτευση στον μαρξισμό των δύο ανδρών θα οδηγήσει στην έκδοση των Temps modernes, ενώ γύρω από τους δύο (και την Μπωβουάρ) θα δημιουργηθεί ένας στενός κύκλος ανθρώπων αποτελώντας αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά στη συνέχεια σαρτρική οικογένεια (famille sartrien). Ο Μερλώ-Ποντύ, με βαθιά συγκρότηση στη φαινομενολογία και τον μαρξισμό, θα δίνει τον ιδεολογικό τόνο του περιοδικού, ενώ ο Σαρτρ θα έχει πολλαπλές εστίες ενδιαφέροντος στην οντολογία, στην πολιτική θεωρία, αλλά και στο θέατρο και στη λογοτεχνία. Τα προβλήματα θα ξεκινήσουν όταν ο Μερλώ-Ποντύ θα στραφεί κριτικά προς τη Σοβιετική Ένωση και ο Σαρτρ θα στρατευθεί στον σοβιετικό κομμουνισμό και στη συνοδοιπορία με το ΚΚ Γαλλίας. Αρχικά ο Μερλώ-Ποντύ θα εκδώσει το 1947 το Ανθρωπισμός και τρομοκρατία, αναφερόμενος στις δίκες της Μόσχας την περίοδο 1936-38, ενώ στη συνέχεια, προσεγγίζοντας περισσότερο τις θέσεις της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, θα ασκήσει οξεία κριτική στον επεκτατισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά την κορύφωση του πολέμου της Κορέας, το 1952, ο Μερλώ-Ποντύ θα θελήσει να γράψει ένα επικριτικό άρθρο για τη Σοβιετική Ένωση στους Temps modernes, το οποίο όμως ο Σαρτρ θα αρνηθεί να δημοσιεύσει. Ήταν η αποφασιστική αιτία της ρήξης των δύο ανδρών. Ο Μερλώ-Ποντύ θα επανέλθει με τις Περιπέτειες της Διαλεκτικής (1955) ασκώντας κριτική στον υπερ-μπολσεβικισμό του Σαρτρ. Αυτή τη φορά, τον «αποκεφαλισμό» του παλιού φίλου θα αναλάβει η ίδια η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, με ένα άρθρο της στους Temps modernes για τον ψευδο-σαρτρισμό του Μερλώ-Ποντύ.

Η εμπλοκή του Σαρτρ στην πολιτική και ο εγκλωβισμός του στον υπαρξισμό τον εμπόδισαν να παρακολουθήσει τις νέες κοινωνικές θεωρίες που αναδύονταν μεταπολεμικά στη Γαλλία, οι οποίες όμως επικράτησαν στα πεδία της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών επιστημών στα γαλλικά πανεπιστήμια. Αντίθετα, ο Μερλώ-Ποντύ τις διέβλεψε, αποτελώντας ο ίδιος τη γέφυρα μεταξύ αυτών και της γαλλικής φιλοσοφίας. Παρακολούθησε από νωρίς τις εξελίξεις στην ψυχανάλυση δημοσιεύοντας  ήδη από το 1942 τη Δομή της συμπεριφοράς, ενώ εισήγαγε τον Φερντινάν ντε Σωσσύρ και τα Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας στα πεδία της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών. Τα  Σημεία, τα οποία εκδόθηκαν το 1960, αποτέλεσαν ισχυρή επιρροή στην  ψυχανάλυση του Λακάν αλλά και στον στρουκτουραλισμό του Λεβί-Στρως. Ο ίδιος στήριξε με επιμονή την υποψηφιότητα του Λεβί-Στρως στο Κολέγιο της Γαλλίας διαβλέποντας τη νέα μεγάλη προσωπικότητα των ανθρωπιστικών επιστημών στη χώρα του. Αντίθετα, ο Σαρτρ ούτε την ψυχανάλυση έκανε ποτέ αποδεκτή ούτε τον στρουκτουραλισμό προσπάθησε να παρακολουθήσει, εμμένοντας στη δική του φιλοσοφική θέση, η οποία έως τότε του είχε χαρίσει προνόμια και παγκόσμια αναγνώριση, χάνοντας όμως το τρένο των εξελίξεων.

Ο Μερλώ-Ποντύ θα αποβιώσει νέος σε ηλικία μόλις 53 ετών. Ο Σαρτρ θα γράψει έναν φορτισμένο συναισθηματικά επικήδειο στους Temps modernes για τον παλιό του φίλο, αποκαλώντας τον «σχεδόν αδελφό». Έναν άνθρωπο που μόνο όταν πέθανε κατάλαβε ότι τον έχασε. Ο ίδιος, θα δυσκολευτεί να δεχθεί τις εξελίξεις που είχε δρομολογήσει ο φίλος του στα νέα πεδία της εθνολογίας και της ανθρωπολογίας, καθώς και τους νέους μεγάλους επιστήμονες και στοχαστές που αναδείχθηκαν μέσα από αυτά.

Φουκώ – Ντελέζ – Γκαταρί

Η σχέση του Μισέλ Φουκώ με τον Ζυλ Ντελέζ είναι γνωστή κυρίως από την –υπερβολική, ως συνήθως– φράση του Φουκώ ότι «ο αιώνας μας θα είναι ντελεζιανός...». Μιλούσε για τον 20ό αιώνα. Η δυο τους συναντήθηκαν πολύ νωρίς, το 1952, μέσω ενός κοινού φίλου στην πόλη της Λιλ. Η επόμενη συνάντησή τους θα γίνει ύστερα από δέκα χρόνια. Το 1962 ο Φουκώ ήταν καθηγητής στο Κλερμόν-Φεράν, ενώ ο Ντελέζ μόλις είχε εκδώσει το έργο του Ο Νίτσε και η φιλοσοφία. Ο Φουκώ, ενθουσιασμένος από το πόνημα του Ντελέζ, θα τον προτείνει ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κλερμόν-Φεράν. Παρά την αποδοχή της πρότασης του Φουκώ από το τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου, η τελική επιλογή θα είναι ο «πολύς» Ροζέ Γκαρωντύ, μέλος τότε του Π.Γ. του ΚΚΓ. Ο πόλεμος και ο σαρκασμός του Φουκώ προς τον Γκαρωντύ θα αναγκάσει τον τελευταίο να εγκαταλείψει το Κλερμόν-Φεράν για το Πανεπιστήμιο του Πουατιέ. Ο Ντελέζ είχε ήδη εκλεγεί καθηγητής στη Λυών, ενώ υπήρχε στενή σχέση των δύο ανδρών, μετά τη θερμή υποστήριξη του Φουκώ προς τον Ντελέζ.

Η αμοιβαία εκτίμηση αλλά και το κοινό ενδιαφέρον για το έργο του Νίτσε θα τους ενώσει στην επιμέλεια των Απάντων του φιλοσόφου από τις εκδόσεις Gallimard, συγγράφοντας επιπλέον τη γενική εισαγωγή στην έκδοση. Ήταν η επαύριον του 1968 και η προσφυγή στον Νίτσε είχε προσλάβει πολιτικό πρόσημο. Την ίδια περίπου εποχή θα ξεκινήσει και η συνεργασία του Ντελέζ με τον Φελίξ Γκαταρί. Ενώ ο Φουκώ εντοπίζει στην τριάδα των «δασκάλων της υποψίας», Μαρξ, Νίτσε και Φρόυντ, την αυγή της νεωτερικότητας, για τον Ντελέζ ο Νίτσε συνιστά μια αντικουλτούρα που είναι αδύνατον να περιοριστεί σε οποιαδήποτε θεσμική οικειοποίηση. 

Η συνεργασία του Ντελέζ με τον Γκαταρί θα έχει πρώτο αποτέλεσμα την έκδοση του έργου τους Αντι-Οιδίπους. Το έργο, θεωρούμενο πλέον απόσταγμα της σκέψης του ’68,  ασκεί κριτική στην ψυχανάλυση απορρίπτοντας το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ως καθολική εξήγηση της επιθυμίας. Η βασική ιδέα στον Αντι-Οιδίποδα είναι ότι η επιθυμία δεν είναι έλλειψη (όπως τη θεωρούσε ο Φρόυντ) αλλά παραγωγική δύναμη η οποία δημιουργεί πραγματικότητες, σχέσεις και κοινωνικές μορφές. Οι άνθρωποι, κατά τους Ντελέζ-Γκαταρί, είναι «μηχανές επιθυμίας». Ο Αντι-Οιδίπους βρήκε τη θερμή υποστήριξη του Φουκώ, ο οποίος και το προλόγισε στην αγγλική έκδοση.

Η συνέχεια της σχέσης των Φουκώ-Ντελέζ θα ακολουθήσει τις εξελίξεις του ριζοσπαστισμού της γαλλικής διανόησης. Θα διδάξουν στο Πανεπιστήμιο της  Βενσέν (Paris VIII), ο Ντελέζ κατόπιν προσκλήσεως του Φουκώ, ενώ ο τελευταίος, στη συνέχεια, θα αποχωρήσει για το Κολλέγιο της Γαλλίας. Ο Ντελέζ θα παραμείνει στη Βενσέν –η οποία εν τω μεταξύ είχε μεταφερθεί στο προάστιο του Σαιν-Ντενί– μέχρι την συνταξιοδότησή του το 1987. Ο ριζοσπαστισμός των δύο φιλοσόφων θα τους ενώσει στο εγχείρημα της Ομάδας Πληροφόρησης για τις Φυλακές4 (Groupe d’information sur les prisons, GIP), η οποία δημιουργήθηκε ως πρωτοβουλία του Φουκώ μετά τη διάλυση της μαοϊκής Προλεταριακής Αριστεράς5 (Gauche prolétarienne, GP) και τη φυλάκιση των ηγετικών στελεχών της. Η εξασθένιση της σχέσης τους θα προκύψει με την εμφάνιση των «νέων φιλοσόφων», στην πλειονότητά τους μετανοούντων μαοϊκών της GP, οι οποίοι, μέσω του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, θα στραφούν ενάντια στο δίδυμο Ντελέζ-Γκαταρί, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη τους απαξιωτικά ως «φιλοσοφία της επιθυμίας». Κατά περίεργο τρόπο θα βρουν την υποστήριξη του Φουκώ, ο οποίος λόγω της φιλίας του με τον Αντρέ Γκλυκσμάν θα υπερασπιστεί το έργο του Οι δάσκαλοι της σκέψης (Les maîtres penseurs) με ένα άρθρο στον  Nouvel Observateur. Εμμέσως, έπαιρνε θέση υπέρ της «νέας φιλοσοφίας». Την ίδια περίοδο, ο Φουκώ ξεκαθάριζε τους λογαριασμούς του με την ψυχανάλυση, δημοσιεύοντας τον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας. Το έργο, εκτός της ψυχανάλυσης, βάζει στο στόχαστρο την έννοια της επιθυμίας, έτσι όπως αναπτύσσεται στον Αντι-Οιδίποδα. Μάλλον εδώ προέκυψε η ρήξη μεταξύ Ντελέζ-Φουκώ. Μια επιστολή του Ντελέζ προς τον Φουκώ δεν απαντήθηκε ποτέ από τον τελευταίο και οι δύο άνδρες δεν συναντήθηκαν έκτοτε μέχρι το θάνατο του Φουκώ. Ο Ντελέζ τίμησε με σεβασμό τη μνήμη του φίλου και μέντορά του μιλώντας στην κηδεία του αλλά και αφιερώνοντας τα μαθήματά του στο πανεπιστήμιο το 1985-86 στον Φουκώ. Ο σεβασμός και η εκτίμηση του Ντελέζ προς τη φουκωική σκέψη σφραγίστηκε με την έκδοση του βιβλίου του με τον λιτό τίτλο, Φουκώ, το 1986.

Στη μακρόχρονη φιλία του Φουκώ με τον Ντελέζ, παρεμβλήθηκε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η ιδιαίτερη σχέση του τελευταίου με τον Γκαταρί. Οι Ντελέζ-Γκαταρί, ως ένα «συγγραφικό υποκείμενο με τέσσερα χέρια», όπως θεωρούνταν, συνέγραψε μερικά εμβληματικά έργα για την μετά-’68 εποχή, όπως το Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, με δύο τόμους, ο  Αντι-Οιδίπους και Χίλια Πλατώματα, την ανάλυση του καφκικού έργου με το Κάφκα και το Τι είναι φιλοσοφία. Ο Γκαταρί, χωρίς το βάθος της ακαδημαϊκής παιδείας του Ντελέζ, δούλευε ως ψυχίατρος-ψυχαναλυτής στην κλινική La Borde όταν συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Ντελέζ.  Κάποια είδους χημεία υπήρξε μεταξύ τους, διότι στη συνέχεια δεν «ξεκόλλησαν» ποτέ, αποτελώντας συγγραφικά αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά «Γκαταρέζ». Ο Γκαταρί, ένας υπερδραστήριος ακτιβιστής (η υπερκινητικότητά του εκνεύριζε τον Φουκώ), δούλευε με ομάδες ως ψυχαναλυτής έχοντας ριζοσπαστική αριστερή στράτευση.

Η σχέση Ντελέζ-Γκαταρί δεν μπορεί να κατανοηθεί ως απλή συγγραφή από κοινού. Οι ίδιοι επέμεναν ότι η συνεργασία τους δημιουργούσε ένα τρίτο υποκείμενο, μια νέα σκέψη που δεν ανήκε αποκλειστικά σε κανέναν από τους δύο. Ο Ντελέζ προσέφερε τη φιλοσοφική αυστηρότητα και την εννοιολογική καθαρότητα, ενώ ο Γκαταρί εισήγαγε την κλινική εμπειρία, την πολιτική δράση και μια πιο χαοτική, πειραματική διάσταση (ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν  ως «διανοητικό κομάντο»). Επιπλέον, η κοινή τους σκέψη χαρακτηρίζεται από έντονο αντι-δογματισμό. Απορρίπτουν τις σταθερές ταυτότητες και προτείνουν μια δυναμική αντίληψη του υποκειμένου ως «γίγνεσθαι». Το άτομο δεν είναι μια σταθερή οντότητα, αλλά ένα πεδίο συνεχών μετασχηματισμών, επηρεασμένο από κοινωνικές, πολιτικές και επιθυμητικές δυνάμεις.

Οι Ντελέζ-Γκαταρί παρέμειναν φίλοι και συγγραφικά ενεργοί χωρίς να διαταραχθεί η φιλία τους, μέχρι τον πρόωρο θάνατο του Γκαταρί από έμφραγμα. Η κατάθλιψη που τον ταλαιπωρούσε και η γενικότερη ακαταστασία της προσωπικής του ζωής τον έκαναν να αδιαφορεί για την υγεία του. Ο θάνατος τον βρήκε σε μια φάση της ζωής του που έβγαινε από την κατάθλιψη και ξανάβρισκε τη φοβερή του ενεργητικότητα. Ο Ντελέζ έγραψε ένα φορτισμένο κείμενο, φόρο τιμής για το φίλο του, στο περιοδικό Chimères, ομολογώντας ότι «μέχρι τέλους, η δουλειά μας με τον Φελίξ μόνο χαρές μου έδωσε και καινούργιες ανακαλύψεις…».

Καστοριάδης και Λεφόρ

Η γνωριμία του Κορνήλιου Καστοριάδη με τον Κλωντ Λεφόρ έγινε εντός του γαλλικού Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI, Parti Communiste Internationaliste), με την άφιξη του πρώτου στο Παρίσι το 1946. Ο Καστοριάδης, γόνος αστικής οικογένειας με σπουδές στη Νομική Σχολή της Αθήνας, είχε ήδη εμπλοκή στο ελληνικό τροτσκιστικό κίνημα και στην ελληνική αντίσταση. Ο Λεφόρ, με σπουδές στη Σορβόννη, ενεπλάκη στον τροτσκισμό από τα μαθητικά του χρόνια, διατηρώντας από τότε ιδιαίτερη σχέση με τον Μερλώ-Ποντύ. Η ισχυρή προσωπικότητα του Καστοριάδη και η συγκρότησή του στην κοινωνική θεωρία, τη φιλοσοφία και τον μαρξισμό του έδωσαν σύντομα μια περίοπτη θέση στους κύκλους της τέταρτης διεθνούς στη Γαλλία. Η σχέση του με τον Λεφόρ θα ξεκινήσει μέσω της συντρόφου του τελευταίου, Rilka Walter, η οποία εντυπωσιασμένη από τον ιδιοφυή Έλληνα θα τον προτείνει στους συντρόφους της για τη δημιουργία μιας πολιτικής τάσης εντός του PCI, κάτι σύνηθες για την πρακτική των τροτσκιστικών κομμάτων. Θα δημιουργηθεί έτσι η τάση Pierre Chaulieu (Καστοριάδης) / Claude Montal (Λεφόρ). Στη συνέχεια, η Walter θα γίνει σύντροφος του Καστοριάδη, ενώ θα ξεκινήσει μια διαχρονική άσπονδη φιλία μεταξύ Λεφόρ και Καστοριάδη (σημαδεμένη και από την ερωτική αντιζηλία τους).

Για πρώτη φορά στην ιστορία του γαλλικού διεθνισμού αμφισβητήθηκε η μέχρι τότε άποψη του τροτσκισμού ότι η ΕΣΣΔ ήταν ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος. Η ομάδα Καστοριάδη-Λεφόρ απομακρύνθηκε από το μοντέλο της τέταρτης διεθνούς, υποστηρίζοντας ότι στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε μια γραφειοκρατική τάξη η οποία ασκούσε μια ολοκληρωτικού τύπου εξουσία. Άρα, δεν μπορούσε πλέον να ισχύει ο κανόνας της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ ως εργατικού κράτους. Η τάση Καστοριάδη-Λεφόρ θα συγκρουστεί με την ηγεσία του PCI, απ’ όπου αποχώρησε με περίπου 40 μέλη, δημιουργώντας την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialisme ou barbarie) και εκδίδοντας το ομώνυμο περιοδικό. Παράλληλα, ο Λεφόρ θα συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή των Temps modernes, απ’ όπου θα αποχωρήσει το 1952, συγκρουόμενος με τον Σαρτρ, μετά τη φιλοσοβιετική στροφή του τελευταίου προς το ΚΚΓ και την ΕΣΣΔ.

Η ομάδα των Καστοριάδη-Λεφόρ, δικαιωμένη από τις εξελίξεις μετά την επέμβαση στην Ουγγαρία και το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950. Στη συνέχεια, θα προκύψει η πρώτη σύγκρουση Καστοριάδη-Λεφόρ η οποία θα οδηγήσει σε αποχώρηση του Λεφόρ. Η ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, αποδυναμωμένη, θα συνεχίσει να υπάρχει με κύρια μορφή τον Καστοριάδη, μάλιστα θα εκδίδει το περιοδικό ώς το 1965. Η επόμενη σύγκλιση Καστοριάδη-Λεφόρ θα γίνει με τον πόλεμο της Αλγερίας, κατά τον οποίο οι δύο άσπονδοι φίλοι θα συνυπάρξουν εκ νέου, μαζί με τον Εντγκάρ Μορέν, στον «Κύκλο Σαιν-Ζυστ» (μετέπειτα CRESP). Μετά τον Μάιο του ’68, οι δυο τους θα συμμετάσχουν, μαζί με τον Μαρσέλ Γκωσέ, στην έκδοση διαφόρων περιοδικών, Texture, Libre, Debat (με εκδότη τον Πιερ Νορά), Εsprit με διαρκείς υπονομεύσεις του ενός στον άλλον. Εν τω μεταξύ ο Καστοριάδης θα περάσει στην ψυχανάλυση και θα αποχωρήσει από τον ΟΟΣΑ όπου εργαζόταν από το 1948. Θα εργαστεί  ως ψυχαναλυτής μέχρι την εκλογή του στην EHESS (Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών) και την τελική ρήξη με τον Λεφόρ. Οι δυο τους θα ανταγωνιστούν  για την κατάληψη μιας θέσης διευθυντού σπουδών στην EHESS, με αμοιβαίες επιθέσεις του ενός στον άλλον αλλά και ανθρώπινες μικρότητες. Αρχικά θα εκλεγεί ο Λεφόρ, μετά από απόσυρση του Καστοριάδη, και κατόπιν, με την ισχυρή επιμονή του Πιερ Βιντάλ-Νακέ, και ο Καστοριάδης.

Το 1997 θα πεθάνει ο Καστοριάδης, και ο Λεφόρ θα παρευρεθεί στην κηδεία του παλιού του φίλου, τον οποίο είχε να δει από το 1980. Αυτή τη φορά δεν θα υπάρξουν συναισθηματικοί επικήδειοι ούτε άρθρα αφιερωμένα στον τεθνεώτα από την πλευρά του επιζώντα. Το επικήδειο άρθρο θα το γράψει ο Εντγκάρ Μορέν στη Monde αποχαιρετώντας τον φίλο του ως «τιτάνα του πνεύματος». 

Παρά τις διαρκείς ρήξεις τους, οι δύο στοχαστές διατήρησαν σημαντικά κοινά στοιχεία. Και οι δύο απέρριπταν τον οικονομικό ντετερμινισμό του κλασικού μαρξισμού, ασκώντας δριμεία κριτική στον ολοκληρωτισμό. Επιπλέον, ανέδειξαν τη σημασία της δημοκρατίας όχι απλώς ως θεσμικού συστήματος αλλά ως τρόπου ύπαρξης της κοινωνίας.

Ρικέρ – Ντεριντά – Λεβινάς

Ο Πωλ Ρικέρ προερχόταν από οικογένεια ευσεβών Ουγενότων (προτεσταντών) της νότιας Γαλλίας και ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ίδιος πολέμησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρέθηκε αιχμάλωτος σε γερμανικό στρατόπεδο στην Πολωνία. Η πίστη του, μέσα στο πλαίσιο του γαλλικού προτεσταντισμού, επηρέασε την έμφαση στην ερμηνεία των κειμένων (ιδίως της Βίβλου) και την ιδέα ότι το νόημα δεν είναι άμεσο αλλά απαιτεί κατανόηση. Ως φιλόσοφος θεωρείτο βασικός εκπρόσωπος της ερμηνευτικής παράδοσης, συνεχίζοντας το έργο του Χανς-Γκέοργκ  Γκάνταμερ. Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία ως καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, ενώ το 1956 εξελέγη στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Η δυσφορία του απέναντι στο μανδαρινάτο της Σορβόννης θα τον ωθήσει να αναλάβει την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο της Ναντέρ το 1964.

Την ίδια εποχή με τον Ρικέρ εργαζόταν ως βοηθός στη Σορβόννη ο Ζακ Ντεριντά. Με καταγωγή από οικογένεια γάλλων εβραίων της Αλγερίας, κατάφερε, ως εξαιρετικός μαθητής, να ξεπεράσει τους περιορισμούς που έθετε η κυβέρνηση του Βισύ για την εκπαίδευση των εβραίων μαθητών και να τελειώσει το λύκειο στο Αλγέρι. Το 1949 βρέθηκε στο Παρίσι παρακολουθώντας μαθήματα στο φημισμένο προπαρασκευαστικό λύκειο Louis le Grand ως οικότροφος, προκειμένου να εισαχθεί στην École Normale Superieure. Χρειάστηκε να παρακολουθήσει αρκετές προπαρασκευαστικές τάξεις προκειμένου να εισαχθεί στην ENS. Ως γενικός βοηθός στη Σορβόννη, ο Ντεριντά, είχε αποκτήσει τη φήμη ενός ανερχόμενου αστέρα της φιλοσοφίας  και οι παραδόσεις του είχαν πάντα πολυπληθές ακροατήριο. Το κοινό ενδιαφέρον των Ρικέρ-Ντεριντά για τον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ τους έφερε κοντά και ο Ντεριντά έγινε βοηθός του Ρικέρ. Θα δημιουργηθεί μια στενή προσωπική σχέση μεταξύ των δύο ανδρών μέσα στο πλαίσιο δασκάλου-μαθητή.

Ο Ντεριντά, θα υποστηρίξει τη διατριβή του στη Σορβόννη με τον Ρικέρ μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής. Η στενή σχέση τους δεν θα εμποδίσει τον Ρικέρ να ασκήσει κριτική στην υποβληθείσα διατριβή, δημιουργώντας ανασφάλεια αλλά και απογοήτευση στον Ντεριντά. Παρ’ όλα αυτά η φιλία τους θα συνεχιστεί, με τον ειλικρινή σεβασμό από την πλευρά του Ντεριντά, και τη βαθιά εκτίμηση προς τον βοηθό του από την πλευρά του Ρικέρ. Μετά το τέλος της θητείας του στη Σορβόννη ο Ντεριντά θα επιλέξει να διοριστεί βοηθός στην ENS.  Η εμπλοκή του Ντεριντά με τον στρουκτουραλισμό και, στη συνέχεια, με την αποδόμηση, θα δημιουργήσει τις πρώτες εντάσεις μεταξύ των δύο φιλοσόφων. Η ερμηνευτική προσέγγιση του Ρικέρ δίνει έμφαση στο κείμενο ως πεδίο πολλαπλών σημασιών, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την αναζήτηση ενός νοήματος που μπορεί να ανακτηθεί μέσα από την ερμηνευτική διαδικασία. Αντίθετα, ο Ντεριντά αμφισβητεί την ίδια την ιδέα ενός σταθερού ή τελικού νοήματος υποστηρίζοντας ότι το νόημα είναι πάντα σε αναβολή, προϊόν διαφορών και σχέσεων, και ποτέ πλήρως παρόν. Έτσι, ο Ρικέρ αναζητά μια «παραγωγική» ερμηνεία που οδηγεί σε κατανόηση, ενώ ο Ντεριντά αποδομεί κάθε αξίωση οριστικής ερμηνείας.

Παρά τις θεωρητικές τους διαφορές, η σχέση Ρικέρ-Ντεριντά θα χαρακτηρίζεται πάντα από έναν βαθμό αμοιβαίου σεβασμού. Ο Ρικέρ αναγνώρισε τη σημασία της αποδόμησης ως κριτικής δύναμης, ενώ ο Ντεριντά, σε ορισμένα ύστερα έργα του, πλησίασε ζητήματα που απασχολούσαν και τον Ρικέρ, όπως η ηθική, η ευθύνη και η συγχώρεση. Σε αυτά τα πεδία, οι διαφορές τους μετριάζονται και αναδεικνύεται ένας πιο σύνθετος διάλογος. Η εκτίμηση του Ρικέρ για τον πρώην βοηθό του θα φανεί με την πρόθεσή του να αναλάβει ο Ντεριντά τη θέση του καθηγητή φιλοσοφίας που κατείχε στη Ναντέρ, μετά την συνταξιοδότησή  του. Ο Ντεριντά, υπό την πίεση και άλλων καθηγητών της Ναντέρ, θα υποβάλει μια διατριβή υφηγεσίας το 1980 (Doctorat d’Etat), με τον Εμανουέλ Λεβινάς μέλος της τριμελούς επιτροπής, και θα θέσει υποψηφιότητα για τη θέση.  Παρά τις προσπάθεια όμως και του Ρικέρ και του Ντεριντά, η εκλογή θα γίνει για άλλον υποψήφιο. Ο Ντεριντά θα εκλεγεί, τελικά, διευθυντής σπουδών στην EHESS το 1984.

Οι δύο φιλόσοφοι, θα παραμείνουν σε κοινά πεδία ιδεών παρά τις διαφορές του και θα συνυπάρξουν εκ νέου στην υπόθεση των (μεταναστών) «χωρίς χαρτιά» (sans papiers), που κατέφθαναν στη Γαλλία από τις χώρες της Αφρικής. Σε μια συμβολική διακήρυξη, την 9η Ιουνίου 1996, θα δηλώσουν μαζί με τον Stéphane Hessel και άλλους διανοούμενους ότι προσφέρονται να φιλοξενήσουν τους περίπου 330 μετανάστες χωρίς χαρτιά που είχαν καταλάβει την εκκλησία του Αγίου Αμβροσίου στο 11o διαμέρισμα του Παρισιού. Ο Ρικέρ θα συγκινηθεί μέχρι δακρύων όταν θα μάθει για την ασθένεια του φίλου του και το επικείμενο τέλος, στέλνοντάς του μια τελευταία συγκινητική επιστολή, εκφράζοντας την αγάπη και τον θαυμασμό για το έργο του.

Σε όλα τα χρόνια της καριέρας του ο Ντεριντά είχε προσωπικές σχέσεις και κοινά πεδία ενδιαφέροντος με τον Εμανουέλ Λεβινάς. Και οι δύο επηρεάστηκαν καθοριστικά στη  φιλοσοφία από τον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ. Ο Λεβινάς, αρκετά μεγαλύτερος από τον Ντεριντά, είχε προλάβει να παρακολουθήσει τα τελευταία μαθήματα του Χούσερλ στο Φράιμπουργκ αλλά και την περίφημη συνάντηση του Χάιντεγκερ με τον Κασίρερ στο Νταβός6. Ήταν και αυτός εβραϊκής καταγωγής, προερχόμενος όμως από την Ανατολική Ευρώπη. Η οικογένεια του ζούσε στο Κάουνας της Λιθουανίας και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναγκάστηκε να μετακινηθεί προς την Ουκρανία. Μετά τη ρωσική επανάσταση επέστρεψαν στη Λιθουανία. Παρά τους περιορισμούς που υπήρχαν στην εκπαίδευση για τους εβραίους, ο Λεβινάς κατάφερε να τελειώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως άριστος μαθητής.  Θα αναγκαστεί να καταφύγει στη Γαλλία, σε ένα περιβάλλον πιο φιλελεύθερο, ξεκινώντας σπουδές φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Εκεί θα ανακαλύψει τον Χούσερλ και, στη συνέχεια, τον Χάιντεγκερ. Το 1930 θα αποκτήσει το διδακτορικό του πάνω στη φαινομενολογία του Χούσερλ, παρακολουθώντας ταυτόχρονα στο κοντινό Φράιμπουργκ τα τελευταία μαθήματα του φιλοσόφου. Θα αποκτήσει τη γαλλική ιθαγένεια και θα πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου θα αιχμαλωτισθεί και θα περάσει το υπόλοιπο του πολέμου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ενασχόλησή του με το Ταλμούδ και την εβραϊκή  γραμματεία θα τον περιορίσει για μεγάλο διάστημα στα στενά όρια της εβραϊκής σκέψης, Μόνο κατά τη δεκαετία του 1980 το έργο του Λεβινάς θα αποκτήσει φήμη και διεθνή αναγνώριση.

Μαζί με τον Ρικέρ, θα υπάρξει μέντορας και φίλος του Ντεριντά. O τελευταίος θα τον ανακαλύψει μέσω του Ρικέρ, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Λεβινάς μια ριζική μετατόπιση της φιλοσοφίας από την οντολογία προς την ηθική.  Παρά τις επιμέρους διαφορές στη φιλοσοφική τους προσέγγιση, ο Ντεριντά τον θεωρεί έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Σε μεταγενέστερα έργα του, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Λεβινάς, ο Ντεριντά επιστρέφει επανειλημμένα στη σκέψη του, τονίζοντας τη σημασία της για την ηθική και την πολιτική φιλοσοφία. Έννοιες όπως η φιλοξενία, η ευθύνη και η δικαιοσύνη στον Ντεριντά φέρουν εμφανώς το αποτύπωμα της λεβινασιανής σκέψης. Η αγάπη και η εκτίμηση του Ντεριντά για τον Λεβινάς, θα φανεί στην ονομασία του ενός γιού του στον οποίον θα δοθεί ως δεύτερο όνομα το Εμανουέλ μαζί με το Ζαν. Ο Λεβινάς θα πεθάνει το 1995 μετά από μακρά εκφυλιστική ασθένεια. Ο Ντεριντά θα εκφωνήσει έναν συγκινητικό και πυκνό επικήδειο στην κηδεία του, αναφερόμενος στη μοναδική φιλία τους και εστιάζοντας στην έννοια της ευθύτητας (droiture), ως δίδαγμα από τη σκέψη του φίλου του.

Ένας απολογισμός

Από τις σχέσεις που αναφέρει ο Ντος στις Φιλοσοφικές Φιλίες φαίνεται πόσο μοναδική ήταν η κάθε περίπτωση. Σε όλες υπήρχε πάντα μια εγγύτητα που επιβεβαίωνε τη δύναμη του αισθήματος της φιλίας. Όμως, η δύναμη του δεσμού δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις.

Οι πιο ακραίες περιπτώσεις συγκρούσεων ήταν αυτές του Σαρτρ με τους πρώην συντρόφους του, Αρόν και Μερλώ-Ποντύ. Και στις δύο αυτές φιλίες, υπήρχαν αρχικά κοινές σπουδές, επιρροές και ιδεολογικές αναζητήσεις, όμως στην πορεία οι σχέσεις οδηγήθηκαν σε έντονες πολιτικές και φιλοσοφικές συγκρούσεις, οι οποίες κατέληξαν σε ρήξη. Η φιλία εδώ λειτούργησε αρχικά ως πεδίο σύγκλισης, αλλά μετατράπηκε σε χώρο αντιπαράθεσης, όπου η διαφωνία όμως έγινε καθοριστικός παράγοντας δημιουργίας. Κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις υπήρχαν έντονες και στη σχέση των Καστοριάδη-Λεφόρ. Η τελευταία σημαδεύτηκε από κοινή δράση και θεωρητική σύμπλευση, αλλά και επαναλαμβανόμενες ρήξεις, προσωπικές αντιπαλότητες και ιδεολογικές διαφωνίες. Η φιλία εδώ δεν σταθεροποιήθηκε ποτέ πλήρως, αλλά παρέμεινε σε μια κατάσταση έντασης, όπου ο ανταγωνισμός συνυπήρχε με την αμοιβαία επιρροή.

Φιλίες όπου υπήρχε έντονη αμοιβαία επιρροή, αλλά και σταδιακή απομάκρυνση χωρίς πλήρη διάλυση της σχέσης,  ήταν αυτές του Φουκώ με τον Ντελέζ, καθώς και του Ρικέρ με τον Ντεριντά. Οι φιλίες αυτές προέκυψαν μέσω κοινού θεωρητικού ενδιαφέροντος και βαθιάς εκτίμησης, ωστόσο οι διαφορές στις προσεγγίσεις οδήγησαν σταδιακά σε αποστασιοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, οι σχέσεις δεν διαλύθηκαν ολοκληρωτικά, αλλά μετασχηματίσθηκαν διατηρώντας έναν πυρήνα σεβασμού και διαλόγου. Επιπλέον, η σχέση του Ρικέρ με τον Ντεριντά αναπτύχθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο δασκάλου - μαθητή. Εδώ η φιλία ξεκίνησε μέσα από μια άνιση σχέση, όπου ο ένας λειτουργούσε ως μέντορας, ασκώντας καθοριστική επιρροή στον άλλον. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, ο μαθητής απόκτησε αυτονομία και η σχέση μετασχηματίσθηκε σε πιο ισότιμο διάλογο, χωρίς να εκλείψουν οι θεωρητικές διαφορές. Στο ίδιο πλαίσιο λειτούργησε και η σχέση Ντεριντά - Λεβινάς, με αμοιβαίο σεβασμό και εκτίμηση, χωρίς ποτέ να φτάσει σε σύγκρουση.

Η δημιουργικότερη και πιο στενή όλων των σχέσεων ήταν αυτή του Ντελέζ με τον Γκαταρί. Οι δύο στοχαστές δεν περιορίστηκαν σε έναν απλό διάλογο, αλλά δημιούργησαν ένα κοινό διανοητικό υποκείμενο, παράγοντας έργα που φέρουν τη σφραγίδα και των δύο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται δύσκολη η διάκριση της ατομικής συμβολής του καθενός. Η φιλία εδώ λειτούργησε ως συνεργατική δημιουργία, χωρίς να οδηγείται σε καταστροφικές συγκρούσεις.

Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, όλες οι φιλίες που βιογραφεί ο Ντος συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: αποτελούν πεδία μέσα στα οποία η σκέψη δεν εκφράζεται απλώς, αλλά διαμορφώνεται και εξελίσσεται. Η φιλία, αναδεικνύεται ως θεμελιώδης παράγοντας της φιλοσοφικής δημιουργίας, ένας χώρος όπου οι ιδέες γεννιούνται μέσα από τη συνάντηση, τη διαφωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων.

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 08 30 8.34.51 πμ

O Ζυλ Ντελέζ και ο Φελίξ Γκατταρί, σε διακοπές στη Σκύρο, στην αρχή της δεκαετίας του 1980. Η βαθιά φιλική σχέση τους μαζί με τη συσχέτιση της σκέψης τους αποτέλεσε συγγραφικά αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά «Γκαταρέζ».

Karl Flinker

Διαβάστε ακόμα:

Ρεϊμόν Αρόν - Ζαν-Πολ Σαρτρ: δυο φίλοι

Ακόμη μια κριτική ματιά από τον Σεραφείμ Μπακολουκά

Στο Books’ Journal, τχ. 174, Μάρτιος 2026, και εδώ: https://booksjournal.gr/kritikes/istoria/6041-reimon-aron-zan-pol-sartr-dyo-filoi 

 

1SFIO (Section Française de l'Internationale Ouvrière) ήταν το κυρίαρχο σοσιαλιστικό πολιτικό κόμμα στη Γαλλία από το 1905 έως το 1969

2 Η φράση περιλαμβάνεται στην ανοιχτή επιστολή-απάντηση του Καμύ προς τον Σαρτρ, μετά την αρνητική κριτική των ΤΜ για τον Επαναστατημένο Άνθρωπο. Με τη φράση, ο Καμύ κατηγορούσε τον Σαρτρ για επαναστατική θεωρητικολογία. Το 1944, κατά τη διάρκεια των μαχών για την απελευθέρωση του Παρισιού, ο Καμύ (που ήταν ενεργός στην Αντίσταση) φέρεται να βρήκε τον Σαρτρ να κοιμάται σε μια πολυθρόνα  της Comédie-Française, την οποία ο Σαρτρ είχε αναλάβει να φυλάει.

3 Η Νήσος του Φωτός ήταν το πλοίο που έστειλε η Γαλλία για τη διάσωση μιας μερίδας Βιετναμέζων, μετά την επικράτηση του κομμουνισμού στο Βιετνάμ. Επικεφαλής του κινήματος συμπαράστασης ήταν οι Γιατροί χωρίς σύνορα, με τον Μπερνάρ Κουσνέρ και οι Νέοι φιλόσοφοι, με τον Αντρέ Γκλυκσμάν και τον Μπερνάρ-Ανρί Λεβί.

4 Η Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές ήταν ριζοσπαστική συλλογικότητα που ιδρύθηκε με σκοπό να σπάσει τη σιωπή γύρω από τις συνθήκες κράτησης των γαλλικών φυλακών. Ιδρύθηκε από τον Μισέλ Φουκώ, τον ιστορικό Πιερ Βιντάλ-Νακέ και τον δημοσιογράφο Ζαν-Μαρί Ντομενάκ.

5 Η Προλεταριακή Αριστερά: ακροαριστερή οργάνωση μαοϊκής κατεύθυνσης, η οποία έδρασε κατά την περίοδο 1968–1973. Θεωρείται η πιο επιδραστική από τις ριζοσπαστικές ομάδες που ξεπήδησαν μετά τον Μάη του ’68 στη Γαλλία.

6 Η συζήτηση του Μάρτιν Χάιντεγκερ με τον Ερνστ Κασίρερ στο Νταβός της Ελβετίας την άνοιξη του 1929, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά γεγονότα του 20ού αιώνα. Η συζήτηση έλαβε χώρα στο πλαίσιο των Διεθνών Πανεπιστημιακών Μαθημάτων του Νταβός.

30 Αυγούστου 2026
Αλέκος Παπαδάτος / The Books’ Journal

Richard J. Bernstein, Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ, μετάφραση από τα αγγλικά: Βασιλική Σουλαδάκη, επιμέλεια: Δημήτρης Ψυχογιός, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2019, 135 σελ.

Το βιβλίο Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ είναι ένα μικρό, πυκνό, και διαυγές δοκίμιο. Στις 135 σελίδες του, ο συγγραφέας του, ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Μπερνστάιν (1932-2022), παρουσιάζει στον αναγνώστη τις βασικές πλευρές του έργου της μεγάλης γερμανοαμερικανίδας φιλοσόφου, με έναν κύριο σκοπό: να τον προτρέψει να τη διαβάσει, ειδικά στους καιρούς που διανύουμε σήμερα.

 

Ο Μπερνστάιν είχε λόγους να προτρέπει τους αναγνώστες του να διαβάζουν Χάνα Άρεντ. Πρώτον, διότι, ανήκοντας στην παράδοση του αμερικανικού πραγματισμού, δεν αντιλαμβανόταν  τη φιλοσοφία ως κάτι αποκομμένο από τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές πτυχές του σύγχρονου βίου. Και δεύτερον, επειδή συμμεριζόταν κι ο ίδιος  την άποψη της Άρεντ, ότι ζούμε σε ζοφερούς καιρούς. Σε καιρούς στους οποίους η δημόσια σφαίρα, δηλαδή ο χώρος όπου οι άνθρωποι μπορούν να δείξουν ποιοι είναι και τι μπορούν να κάνουν μαζί με άλλους, έχει συσκοτιστεί. Κι έχει συσκοτιστεί από την υπονόμευση της αξιοπιστίας. Από τα λόγια που κρύβουν κάτω από το χαλί αυτό που πράγματι υπάρχει. Και τέλος από ηθικολογικές και άλλες παραινέσεις που, υπό το πρόσχημα ότι υπηρετούν παλιές αλήθειες, υποβαθμίζουν την αλήθεια, σε κενές περιεχομένου κοινοτοπίες.

Παραδόξως, όμως, η Άρεντ που ξεπηδά από τις σελίδες του βιβλίου δεν είναι ένας απαισιόδοξος άνθρωπος. Αντιθέτως, είναι αισιόδοξα στοχαστική και πιστεύει ότι, ακόμη και στους δύσκολους καιρούς, μπορούμε να ελπίζουμε ότι υπάρχει φως. Φως που δεν προέρχεται μόνο από τις φιλοσοφικές θεωρίες και τις έννοιές τους, αλλά και από τη ζωή και τις πράξεις καθενός μας.

Αν λοιπόν με το βιβλίο του μας προτρέπει να γνωρίσουμε την Άρεντ, δεν είναι μόνο για τη διορατικότητα του έργου της. Είναι και για την εμπεριστατωμένη αισιοδοξία που το διαπνέει. Την αισιοδοξία που πηγάζει από την επίγνωση ότι το κακό, ακόμη και στη χειρότερη εκδοχή του –αυτή που προκάλεσε τις φρικαλεότητες του ναζιστικού καθεστώτος και των γκουλάγκ–, δεν χρειάζεται τέρατα. Του φτάνουν οι άνθρωποι που έχουν πάψει να σκέφτονται.

 

Μια φιλόσοφος για τους καιρούς μας

Το βιβλίο του Μπερνστάιν είναι διαρθρωμένο σε 10 κεφάλαια. Στην εισαγωγή ο συγγραφέας επισημαίνει ότι όταν η Χάνα Άρεντ απεβίωσε, το 1975, το όνομά της ήταν κυρίως συνδεδεμένο με την αντιπαράθεση γύρω από το δημοσιογραφικό κείμενό της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ» και την πασίγνωστη έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» που ανέπτυσσε σε αυτό. Διέθετε βεβαίως έναν κύκλο θαυμαστών και επικριτών τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γερμανία. Ελάχιστοι όμως απ’ αυτούς θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι, τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, θα αναγνωριζόταν διεθνώς ως μια από τις σημαντικότερες πολιτικούς φιλοσόφους του 20ού και του 21ου αιώνα. Στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου, ο Μπερνστάιν εξηγεί ότι αυτό οφείλεται σε ένα απλό γεγονός. Ότι όσο περισσότερο σκύβουμε στο έργο της, τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε σε αυτό τα πολύτιμα εργαλεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τους ζοφερούς καιρούς μας. Την προσφυγική κρίση, τον πολιτικό φανατισμό, τη διάβρωση της αλήθειας, την απώλεια του δημόσιου χώρου κ.ά. προβλήματα και προκλήσεις που δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά είναι δραματικά παρόντα.

Στο 1ο κεφάλαιο του βιβλίου, που επιγράφεται «Ανιθαγένεια και πρόσφυγες», ο Μπερνστάιν αναδεικνύει ένα από τα πιο κύρια χαρακτηριστικά της Άρεντ, ως πολιτικής φιλοσόφου. Πίστευε βαθιά ότι κάθε σοβαρός στοχασμός οφείλει να ξεκινά από τη βιωματική εμπειρία καθενός μας. Και η ίδια, ως Γερμανοεβραία που διέφυγε από τη ναζιστική Γερμανία και έζησε στη Γαλλία, ως ανιθαγενής πρόσφυγας, βίωσε την εμπειρία του απάτριδος και στερημένου οποιασδήποτε νομικής υπόστασης ανθρώπου, ώστε να την καταστήσει θεμέλιο της ανάλυσής της. Και στην ανάλυσή της, μας προειδοποίησε ότι οι πρόσφυγες θα αποτελούσαν, ολοένα περισσότερο, τη χαρακτηριστική ομάδα-σύμπτωμα της σύγχρονης πολιτικής. Την ομάδα δηλαδή των ανθρώπων, που δεν έχουν χάσει απλώς τα σπίτια τους, αλλά το δημόσιο πεδίο, εντός του οποίου οι πράξεις τους και ο λόγος τους μπορούν να έχουν νόημα.

Στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν παρουσιάζει την περίφημη έννοια του δικαιώματος, να έχει κανείς δικαιώματα, την οποία η Άρεντ ανέπτυξε στο βιβλίο της, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η Άρεντ ήταν πολύ επιφυλακτική ως προς την αποτελεσματικότητα της επίκλησης των αφηρημένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ενώ υποτίθεται ότι είναι αναπαλλοτρίωτα, στην πραγματικότητα είναι άνευ νοήματος όταν έχεις στερηθεί την οργανωμένη πολιτική κοινότητα, όπου ο λόγος σου ακούγεται και οι πράξεις σου έχουν σημασία. Με λίγα λόγια ότι, όταν βιώνεις την απώλεια του δικαιώματος να έχεις δικαιώματα και απομένεις μόνο «άνθρωπος», αποτελείς μια υπόσταση εντελώς στερημένη από κάθε είδος προστασίας.   

Στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν αναλύει τη σχέση της Άρεντ με την εβραϊκή ταυτότητά της και τον σιωνισμό, αναδεικνύοντας το θάρρος της να λειτουργήσει ως η «εσωτερική αντιπολίτευση» στην ιδεολογική σιωνιστική ομοφωνία. Η Άρεντ δεν αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκής πατρίδας στην Παλαιστίνη. Αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκού έθνους-κράτους, διότι θεωρούσε ότι δεν θα ήταν βιώσιμο και ότι θα θέριευε τον εθνικισμό τόσο μεταξύ των εβραίων όσο και μεταξύ των Αράβων.

Φαίνεται όμως πως το θάρρος της Άρεντ, που την ωθούσε, όπως επισημαίνει ο Μπερνστάιν, να «μη διστάζει να διατυπώνει τις απόψεις της, με την πιο δυνατή γλώσσα», την εξέθετε, ταυτοχρόνως, στο ενδεχόμενο να μεγεθύνει και τις αστοχίες της, όπως είχε συμβεί σε μια παρέμβασή της στα εσωτερικά ζητήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν το 1957, όταν της ζητήθηκε να γράψει ένα άρθρο για την πολύκροτη υπόθεση του Λιτλ Ροκ, κατά την οποία η Ελίζαμπεθ Έκφορντ, μια μαύρη δεκαπεντάχρονη μαθήτρια, εμποδίστηκε από άνδρες της εθνοφρουράς και από αγανακτισμένο όχλο να μπει στο Λύκειο του Λιτλ Ροκ. Στο άρθρο εκεόινο, η Άρεντ αντιτάχθηκε στην κρατική επιβολή της ενσωμάτωσης στα δημόσια σχολεία, με το επιχείρημα ότι οι κοινωνικές διακρίσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολιτικά μέσα. Κι ο Μπερνστάιν, στο οικείο κεφάλαιο, αφού επισημάνει ότι η Άρεντ υπέπεσε στο ατόπημα που η ίδια είχε καταδικάσει –να βιάζουν δηλαδή οι διανοούμενοι τη σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα ώστε να χωράει στις δικές τους ταξινομήσεις–, της αναγνωρίζει ότι εντέλει παραδέχτηκε με παρρησία το σφάλμα της όταν πείστηκε ότι το είχε διαπράξει.

Στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν εστιάζει σε μια σειρά άρθρων στον Νew Yorker, με τα οποία η Άρεντ κάλυψε τη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εξαιτίας αυτών των άρθρων, δέχτηκε οξύτατες επιθέσεις και αποξενώθηκε από την εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης. Της καταλογίστηκε ότι κατέρριψε την εικόνα του Άιχμαν ως ενός σατανικού τέρατος με βαθιά αντισημιτικά κίνητρα, παρουσιάζοντάς τον ως ανιαρό  γραφειοκράτη που ωθήθηκε να διαπράξει μαζικά εγκλήματα πρωτοφανούς αγριότητας λόγω της σοκαριστικής εκ μέρους του απουσίας σκέψης,. Ακόμη και η γνωστή έκφραση την οποία είχε χρησιμοποιήσει, περί της κοινοτοπίας του κακού, θεωρήθηκε προσβλητική για τα εκατομμύρια των θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Ο Μπερνστάιν την υπερασπίζεται εξηγώντας πως είναι άδικη η κατηγορία ότι με τα άρθρα της αθώωσε τον Άιχμαν, καθώς υπερασπίστηκε τη νομιμότητα και την απόφαση του δικαστηρίου, ενώ ποτέ δεν υποστήριξε ότι ο Άιχμαν ήταν άμοιρος των εγκλημάτων που διέπραξε. Απλώς, με τη φράση «κοινοτοπία του κακού», δεν θέλησε να αναπτύξει μια θεωρία για τη δαιμονικότητα των ναζί, αλλά να διατυπώσει μια πραγματολογική διαπίστωση που ήταν εμφανής σε όλη τη διάρκεια της δίκης.

Στο επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο «Αλήθεια, ψεύδη και πολιτική», ο Μπερνστάιν εξετάζει ένα ερώτημα που η Άρεντ αντιμετώπισε με τον πιο προσωπικό τρόπο. Μετά τη θύελλα των επιθέσεων που δέχτηκε λόγω των άρθρων της για τον Άιχμαν, διαπίστωσε ότι οι επικριτές της δεν στρέφονταν εναντίον αυτών που πράγματι είχε γράψει, αλλά εναντίον μιας ψευδούς εικόνας που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει. Αυτή η εμπειρία την οδήγησε στο δοκίμιο «Αλήθεια και Πολιτική», όπου έθεσε το ερώτημα αν είναι στη φύση της αλήθειας να είναι εύθραυστη και στη φύση της εξουσίας να εξαπατά.

Για να το απαντήσει, διέκρινε δύο είδη αλήθειας: την έλλογη —την αλήθεια των μαθηματικών και των λογικών συλλογισμών— και την πραγματολογική, την αλήθεια των γεγονότων. Η δεύτερη, σε αντίθεση με την πρώτη, είναι εξαιρετικά ευάλωτη, ειδικά στην πολιτική σφαίρα, διότι εξαρτάται από την ενδεχομενικότητα των γεγονότων και τον τρόπο με τον οποίον τα προσλαμβάνουμε. Για την Άρεντ, όμως, το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι το ψεύδος που κατασκευάζει η οργανωμένη προπαγάνδα. Είναι κάτι χειρότερο: η ολοκληρωτική καταστροφή του κριτηρίου μας να διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές.

Στο 7ο κεφάλαιο, ο Μπερνστάιν υπογραμμίζει τη σύνδεση ανάμεσα στη φιλοσοφική ανθρωπολογία της Άρεντ και στην πολιτική της θεωρία. Η Χάνα Άρεντ δεν έχει αυταπάτες για την πολιτική — «δεν είναι παιδικός σταθμός», έγραφε. Και όμως, πιστεύει ότι μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα πεδίο μάχης ιδιοτελών συμφερόντων που ανταγωνίζονται για κέρδος και εξουσία.

Το κλειδί βρίσκεται στην έννοια της πληθυντικότητας. Στο γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ταυτοχρόνως ίσοι και ριζικά διαφορετικοί — ο καθένας με τη δική του οπτική για τον κόσμο. Αυτή η συνθήκη, συνδεδεμένη με την πράξη και τη γεννητικότητα —το εγγενές δυναμικό που φέρει κάθε νέος άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο—, είναι για την Άρεντ το θεμέλιο του οράματός της για την ευγένεια της πολιτικής.

Στο 8ο κεφάλαιο, ο συγγραφέας εξετάζει τις διαφορές που εντόπισε η Άρεντ ανάμεσα στη Γαλλική και στην Αμερικανική Επανάσταση οι οποίες, παρά την ομοιότητα των επιδιώξεών τους, ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Η πρώτη οδηγήθηκε στην τρομοκρατία, ενώ η δεύτερη στη συγκρότηση του δημόσιου χώρου, των θεσμών και στην κατάρτιση του συντάγματος,  πράξη την οποία η Άρεντ θεωρεί το αυθεντικό στοιχείο κάθε επανάστασης.

 

Η έννοια της ευθύνης

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν θίγει το ζήτημα της ευθύνης, που διατρέχει το σύνολο του έργου της Χάνα Άρεντ. Διαχωρίζει αυστηρά την προσωπική ηθική ευθύνη από τη συλλογική πολιτική ευθύνη. Η πολιτική ευθύνη αφορά τα πράγματα που επωμιζόμαστε ως μέλη μιας κοινότητας για πράξεις που, ενώ δεν διαπράξαμε εμείς οι ίδιοι, έχουν γίνει στο όνομά μας. Η Άρεντ αντιτίθεται προς τη θεωρία της «συλλογικής ενοχής» (όταν όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι), επιμένοντας ότι η ενοχή είναι αυστηρά προσωπική, και θεωρεί ότι, ακόμα και στις πιο σκοτεινές περιόδους, το άτομο διατηρεί την ευθύνη να αρνηθεί τη συνεργασία με το κακό. Η Άρεντ απέρριπτε τόσο την απερίσκεπτη απελπισία όσο και την απερίσκεπτη αισιοδοξία· πίστευε ακράδαντα ότι λόγω της «γεννητικότητάς» μας, της ικανότητάς μας δηλαδή να πράττουμε, οι άνθρωποι έχουμε εγγενώς το δυναμικό να διακόπτουμε την υποτιθέμενη νομοτέλεια της ιστορίας και να αναζωογονούμε τον δημόσιο χώρο.

Το βιβλίο του Μπερνστάιν γιαν τη Χάνα Άρεντ είναι ένα πυκνό, ενδιαφέρον και ευανάγνωστο βιβλίο, στο οποίο ο συγγραφέας του, αν και συμμερίζεται το έργο της Άρεντ, στέκεται κριτικά απέναντί του. Μιλώντας για την επικαιρότητα της σκέψης της, μιλά για την επικαιρότητα της προστασίας της δημοκρατίας και των εύθραυστων θεσμών της.

30 Ιουνίου 2026
Αλέκος Παπαδάτος / The Books’ Journal

Τζωρτζ Στάινερ, Η ιδέα της Ευρώπης, μετάφραση από τα αγγλικά: Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, Αθήνα 2021, 60 σελ.

Το δοκίμιο του Τζωρτζ Στάινερ μάς θυμίζει πως η δύναμη της Ευρώπης δεν βρίσκεται στους αλγορίθμους της, αλλά στη συνείδησή της.

12 Μαϊος 2026
Wikipedia

Kυριάκος Δημητρίου, Η κρυφή ζωή των φιλοσόφων, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2024, 360 σελ.

Το κείμενο του Κυριάκου Δημητρίου αποτελεί κάτι περισσότερο από μια συστηματική αντι-αγιογραφία σημαντικών φιλοσόφων της νεωτερικότητας, σπάνια στο είδος της, ακόμη και για τα διεθνή δεδομένα. Ο Μακιαβέλλι, ο Νεύτων, ο Ρουσσώ, ο Καρτέσιος, ο Πασκάλ, ο Κίρκεργκωρ, ο Σοπενχάουερ, ο Μπένθαμ, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο Νίτσε ήταν λιγότερο επιβλητικοί απ’ όσο η σκέψη τους. Μπορεί όμως η σκέψη ενός φιλοσόφου να προσλαμβάνεται χωρίς την πρόσληψη και της ζωής του; [ΤΒJ] 

12 Μαϊος 2026
Wolfram Huke

Jürgen Habermas, Ein neuer 

Strukturwandel der Öffentlichkeit 

und die deliberative Politik,

Suhrkamp Verlag, Βερολίνο 2022, 108 σελ.

Jürgen Habermas, Μια νέα μεταβολή δομής της δημόσιας σφαίρας και η διαβουλευτική πολιτική, μετάφραση από τα γερμανικά: Φανή Παραφόρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024, 136 σελ.

Από την εποχή του Αριστοτέλη, που κυριαρχούσε ο προφορικός λόγος για την ανταλλαγή επιχειρημάτων και την αναζήτηση νοήματος, ώς σήμερα, η δημόσια σφαίρα, ο χώρος δηλαδή ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και στο πολιτικό σύστημα της κοινωνίας, έχει μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό στο διαδίκτυο. Οι αλλαγές στον τρόπο γραφής, μετάδοσης, επικοινωνίας, οι δυνατότητες παραπλάνησης, οι θεωρίες συνωμοσίας και τα fake news, η αλλαγή των ορίων ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό και, τελικά, η διεκδίκηση της πολιτικής στον νέο ψηφιακό κόσμο είναι το αντικείμενο μιας νέας, στοχαστικής εισφοράς στη σκέψη του γερμανού φιλοσόφου, Γιούργκεν Χάμπερμας. [ΤΒJ]

14 Μαρτίου 2026
Μάρτιν Χάιντεγκερ (1889-1976). Η σκέψη του, όπως υποστηρίζει η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, επιδίωξε να προσδώσει τεχνηέντως ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο (ή ένα προκάλυμμα) στις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις του εθνικοσοσιαλισμού, συμπλέοντας με το τεχνοκρατικό πνεύμα μιας Γερμανίας σε εντατική ανάπτυξη της βιομηχανικής υποδομής της αλλά με φρόνημα που είχε πληγεί από την ήττα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.   

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Νύχτα και Ομίχλη. Μ. Χάιντεγκερ, ο μεταφυσικός του μηδενισμού και οι αντιπλατωνιστές επίγονοί του, Αρμός, 2024, 382 σελ.

Η καθηγήτρια Αλεξάνδρα Δεληγιώργη περιγράφει τη σκέψη του Μάρτιν Χάιντεγκερ ως μεταφυσική του μηδενισμού. Ήταν μια φιλοσοφική σκέψη που άρχισε να διατυπώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, παρερμηνεύοντας συστηματικά τα πλατωνικά και τα αριστοτελικά κείμενα, αλλά και τα κείμενα σύγχρονων φιλοσόφων, του Καντ, του Χέγκελ, του Νίτσε. Οι ερμηνευτικές διαστρεβλώσεις και οι αποδομιστικές αναγνώσεις του Χάιντεγκερ παραγκώνισαν τα κεκτημένα του αριστοτελικού πλατωνισμού, «στρώνοντας» τον δρόμο για την επικράτηση του μεταμοντερνισμού.

05 Ιανουαρίου 2026
O Πλάτων, λεπτομέρεια μικρογραφίας από βυζαντινό χειρόγραφο, στο Devotional and Philosophical Writings, MS Hunter 231 (U.3.4), σ. 276.

Πλάτων, Πολιτικός, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Στέφανος Δημητρίου, επιμ. Αναστασία Καραστάθη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2024, σ. 427.

Η πολιτική είναι μια τέχνη «επιμελητική», για την οποία ο πολιτικός άνδρας πρέπει να έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της κοινότητας αλλά και να γνωρίζει τις τεχνικές της ύφανσης μεταξύ όμοιων και ανόμοιων στοιχείων, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου βίου. Πρέπει να συνοδεύεται από ορθή κρίση, μετριοπάθεια αλλά και με τον συνυπολογισμό της συγκυρίας. Ο Πολιτικός του Πλάτωνα είναι, επομένως, σύμφωνα και με την προσέγγιση του Στέφανου Δημητρίου, μια άσκηση γύρω από την αυτονομία της πολιτικής σκέψης και πράξης.[1]

25 Νοεμβρίου 2025
Ο καθηγητής Στέλιος Βιρβιδάκης, πριν από διάλεξη σε κινεζικό πανεπιστήμιο.   

Βάσω Κιντή - Φιλήμων Παιονίδης (επιμ.), Τρόποι του φιλοσοφείν. Τιμητικός τόμος για τον Στέλιο Βιρβιδάκη, Εκκρεμές, Αθήνα 2024, 547 σελ.

Σαράντα ένας συγγραφείς με ισάριθμα άρθρα. Ο Στέλιος Βιρβιδάκης, που έχει προσφέρει στη φιλοσοφία σχεδόν σαράντα χρόνια πανεπιστημιακής διδασκαλίας, πρέπει να είναι ευτυχής που τόσοι άνθρωποι συνεισέφεραν τόσο καλά κείμενα σε αυτό τον τόμο για να τον τιμήσουν.

08 Μαϊος 2025
Ραφαήλ, Η Σχολή των Αθηνών, νωπογραφία που διακοσμεί έναν τοίχο δωματίου με το όνομα «Αίθουσα της Υπογραφής» ή Stanza della Segnatura της πτέρυγας Stanze di Rafaello στο Αποστολικό Παλάτι στο Βατικανό. Η σύνθεση απεικονίζει μια φανταστική σκηνή στην οποία διάσημοι φιλόσοφοι από διάφορες εποχές, μαθηματικοί και επιστήμονες από την κλασική αρχαιότητα, απεικονίζονται να συμμετέχουν όλοι σε μια συνέλευση, σε ένα μεγαλοπρεπές κτίριο ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Στο κέντρο της σύνθεσης, κεντρικοί συζητητές, αναπαρίστανται να συνομιλούν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης.

Σπύρος Ράγκος, θαυμάζειν-απορείν-φιλοσοφείν. Η αρχή της φιλοσοφίας και η φιλοσοφία ως αρχή στην κλασική εποχή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2023, 384 σελ.

Ο Σπύρος Ράγκος, με τον πλέον ευθύβολο (και αναγνωστικώς απολαυστικό) τρόπο, μας δείχνει ότι ο πλατωνικός στοχασμός, η πλατωνική φιλοσοφία, η οποία δεν αποτελεί κλειστό και αυτοαναφορικό σύστημα, είναι ένα ανοικτό έργο, με διάρκεια, μια ανοικτή φιλοσοφία, γι’ αυτό και είναι ριζικώς αντιδογματική.

03 Μαρτίου 2025
Η Θεία Δικαιοσύνη χτυπά το άγαλμα του Βολταίρου που έχει φιλοτεχνήσει ο Jean-Baptiste Pigalle, χαρακτικό αγνώστου, 1773. Απεικόνιση της διαμάχης του ορθού λόγου με τον θρησκευτικό μυστικισμό, στην ουσία δηλαδή συμβολική απεικόνιση του περιεχομένου του Διαφωτισμού που συνίσταται στη γνώση, στην αμφιβολία, στην (αυτο)κριτική και στην οικοδόμηση.   

Corine Pelluchon, O Διαφωτισμός στην εποχή του εμβίου, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Κτενάς, Πόλις, Αθήνα 2024, 350 σελ. 

«Η κεντρική ιδέα του παρόντος έργου είναι ότι στο σημερινό οικολογικό, τεχνολογικό και γεωπολιτικό πλαίσιο, ο μοναδικός τρόπος να συνεχίσουμε το έργο ατομικής και κοινωνικής χειραφέτησης του Διαφωτισμού είναι μία αναθεώρηση των θεμελίων του, η οποία θα οδηγήσει στην υπέρβαση του ανθρωποκεντρισμού και των δυϊσμών του, ιδίως εκείνου που αντιπαραθέτει τη φύση και τον πολιτισμό» (σ. 12-13). Τι προτείνει η Κορίν Πελισόν;

25 Φεβρουαρίου 2025
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας.

Jürgen Habermas, Ein neuer Strukturwandel der Öffentlichkeit und die deliberative Politik, Suhrkamp Verlag, Βερολίνο 2022, 108 σελ.

Jürgen Habermas, Μια νέα μεταβολή δομής της δημόσιας σφαίρας και η διαβουλευτική πολιτική, μετάφραση από τα γερμανικά: Φανή Παραφόρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024, 136 σελ.

Από την εποχή του Αριστοτέλη, που κυριαρχούσε ο προφορικός λόγος για την ανταλλαγή επιχειρημάτων και την αναζήτηση νοήματος, ώς σήμερα, η δημόσια σφαίρα, ο χώρος δηλαδή ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και στο πολιτικό σύστημα της κοινωνίας, έχει μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό στο διαδίκτυο. Οι αλλαγές στον τρόπο γραφής, μετάδοσης, επικοινωνίας, οι δυνατότητες παραπλάνησης, οι θεωρίες συνωμοσίας και τα fake news, η αλλαγή των ορίων ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό και, τελικά, η διεκδίκηση της πολιτικής στον νέο ψηφιακό κόσμο είναι το αντικείμενο μιας νέας, στοχαστικής εισφοράς στη σκέψη του γερμανού φιλοσόφου, Γιούργκεν Χάμπερμας. [ΤΒJ]

22 Δεκεμβρίου 2024
Cristiano Banti, Ο Γαλιλαίος μπροστά στην Ιερά Εξέταση (υπερασπιζόμενος την επιστήμη), 1857, λάδι σε καμβά.

Στέφανος Τραχανάς, Ο κύκλος. Επιστήμη και δημοκρατία σε ανήσυχους καιρούς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024, 413 σελ.

Το νέο βιβλίο του Στέφανου Τραχανά, μεταξύ άλλων, έχει και έναν πολύ συγκεκριμένο, πρακτικό σκοπό: να σηκώσει όσο πιο ψηλά γίνεται την κόκκινη σημαία στον διαβρωτικό ρόλο του σχετικισμού της επιστημονικής γνώσης και της ψευδο-επιστήμης για τους κοινωνικούς θεσμούς (π.χ. την εμμονή της διδασκαλίας του ευφυούς σχεδιασμού –την πιο πρόσφατη μεταμφίεση του βιβλικού δημιουργισμού σε επιστήμη– στο λύκειο, παράλληλα με τη θεωρία της εξέλιξης). Νομίζω ότι στον «αγώνα» αυτόν η εξελικτική θεώρηση μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη.

03 Οκτωβρίου 2024
Σελίδα 1 από 6