Γιώργος Ζεβελάκης
Ερευνητής της λογοτεχνίας. Μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων, διατηρεί σημαντικό αρχείο το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί στην έρευνα πολλών εργασιών στο χώρο της νεοελληνικής φιλολογίας.
Συνέντευξη στον Γιώργο Ζεβελάκη. Πρωτοδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2015 στο τεύχος 59 του Βooks’ Jοurnal
Το καλοκαίρι του 1988, ο συνεργάτης μας Γιώργος Ζεβελάκης κατέγραψε στο μαγνητόφωνό του μια συνέντευξη από τον φίλο του, ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Αφορμή της συνέντευξης εκείνης ήταν οι εκπομπές του Αναγνωστάκη στον (κρατικό) ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου Κρήτης, είκοσι συνολικά, υπό τον γενικό τίτλο «Η χαμηλή φωνή», και η διάδοχος εκπομπή που ετοίμαζε, με τίτλο «Η πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα». Στη συνομιλία αυτή, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Books’ Journal (τχ. 59, Οκτώβριος 2015), ο Μανόλης Αναγνωστάκης με μεγάλη σαφήνεια εκθέτει τη γνώμη του για την πρώτη γενιά της «νεωτερικής ποίησής» μας (όρος τον οποίο είχε καθιερώσει ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου και τον οποίο ο ίδιος είχε υιοθετήσει). Παρά την πολυετή φιλία που τους έδενε, ο Ζεβελάκης υιοθετεί την αυστηρή φόρμα της συνομιλίας, απευθυνόμενος στον ποιητή στον πληθυντικό, ο οποίος απαντά με τον ίδιο τρόπο.
Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης, που αναδημοσιεύεται την επέτειο θανάτου του ποιητή – πέθανε στις 23 Ιουνίου 2005) είναι το εξής:
Γιώργος Ζεβελάκης: Από τον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου (Κρήτης) είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία, και το προνόμιο θα ’λεγα, ν’ ακούσουμε μια σειρά 20 εκπομπών με τον τίτλο «Η χαμηλή φωνή» και να επικοινωνήσουμε με κάποιους ποιητές, που αν και πολλοί από αυτούς είναι ξεχασμένοι σήμερα, ποιητές μιας περασμένης εποχής, η ποιότητα του λυρισμού τους μας συγκινεί ακόμη. Θα ’λεγα ότι η σειρά αυτή υπήρξε αποκαλυπτική, γιατί μας υπενθύμισε τη διαχρονικότητα της ποίησης και την πέρα από σχολές, τεχνοτροπίες και φόρμες βιωσιμότητά της από γενιά σε γενιά. Σήμερα, κύριε Αναγνωστάκη, μας δίνετε πάλι την ευκαιρία να ακούσουμε μια καινούργια σειρά εκπομπών με τον τίτλο «Η πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα». Μπορείτε να μας μιλήσετε για την ταυτότητα αυτών των εκπομπών;
Μανόλης Αναγνωστάκης: Ναι, και θα σταθώ μια στιγμή υποχρεωτικά στον όρο «νεωτερικός». Θα μπορούσα να πω «μοντέρνα σύγχρονη ποίηση». Δανείζομαι τον όρο «νεωτερικός», που μου φαίνεται πιο προσδιοριστικός, και συνάμα πιο ελκυστικός, από τον φίλο κριτικό και ιστορικό της λογοτεχνίας μας κ. Αλέξανδρο Αργυρίου που, αν δεν τον χρησιμοποίησε πρώτος, οπωσδήποτε τον καθιέρωσε και τον νομιμοποίησε.
Αναφερθήκατε στην προηγούμενη σειρά. Ναι, σήμερα θ’ ακούσουμε μια ποίηση διαφορετική. Προς Θεού, δεν αξιολογώ, δεν λέω καλύτερη ή μετριότερη. Λέω διαφορετική. Δεν κρίνω αν ένα ποίημα του Άγρα ή του Καρυωτάκη είναι σε κατώτερο ή ανώτερο επίπεδο από ένα ποίημα του Εμπειρίκου ή του Παπατσώνη φερ’ ειπείν. Αμέσως, όμως, αντιλαμβανόμαστε ότι ο τρόπος της «κατασκευής» τους –και παρακαλώ εδώ να μην παρερμηνευθεί η λέξη– είναι διαφορετικός. Η παλιά ποίηση, η λεγόμενη παραδοσιακή, είναι τονισμένη σε αυτό που λέμε ρυθμική ή μουσική λαλιά. Ακολουθεί ορισμένους κανόνες προσωδίας που, όσο ευρύ και αν είναι το πλαίσιο των δυνατοτήτων χρησιμοποίησής τους, δεν παύει να αποτελεί ένα κλειστό και αυστηρά περιχαρακωμένο σύστημα, από το οποίο ο ποιητής δεν μπορεί ή δεν θέλει, τελικά δεν επιχειρεί να ξεφύγει. Ο νεωτερικός ποιητής, αντίθετα, απαρνείται αυτούς τους κανόνες, τους σπάζει, του φαίνονται σαν ένα βάρος περιττό και δεσμευτικό. Ο ελεύθερος στίχος, βέβαια, από μόνος του, δεν αποτελεί διαπιστευτήριο. Αλλά είναι μια προϋπόθεση απελευθέρωσης. Από κει και πέρα, αρχίζει η κατάργηση των κανόνων της προσωδίας και στήνεται ένας προσωπικός κώδικας που επιβάλλεται ή δεν επιβάλλεται στον αναγνώστη.
Μιλάμε, δηλαδή, για μια διαφοροποίηση της μορφής…
Διαφοροποίηση, ή μάλλον μια άλλη αντίληψη της μορφής, που καταλήγει μοιραία και σε διαφοροποίηση ουσίας. Όταν υπάρχει ο πειρασμός να πούμε περισσότερα πράγματα χωρίς τη δέσμευση ενός προκαθορισμένου συστήματος, μιας δοσμένης δηλαδή μορφής, τίποτα δεν μπορεί να μας συγκρατήσει. Ναι, και σαν μορφή αλλά και σαν ουσία, σαν περιεχόμενο, η νεωτερική ποίηση, με ποικίλους πειραματισμούς και αναζητήσεις –μην ξεχνάμε εδώ την καταλυτική εμπειρία του υπερρεαλισμού– απλώθηκε σε μια τρομακτική γκάμα εκφραστικών δυνατοτήτων. Θέματα «ποιητικά» και θέματα που δεν αρμόζουν στην ποίηση δεν υπάρχουν πια. Καταργήθηκαν οι προλήψεις για τη λεγόμενη ποιητική και αντιποιητική έκφραση. Ακόμη, τα όρια ανάμεσα στον στίχο και στον αυτόχρημα πεζό λόγο τείνουν να εκμηδενιστούν. Ο ποιητής δεν αρκείται πια στο σιωπηρά παραδεδεγμένο λεξικό των «ποιητικών λέξεων», αλλά αντλεί από όλο τον γλωσσικό πλούτο της παράδοσης και της καθημερινής ζωής.
Στους ποιητές που θ’ ακούσουμε θα διακρίνουμε τάσεις συντηρητικές εντός εισαγωγικών, που μόλις δειλά κάνουν βήματα απελευθέρωσης από το κλίμα της παραδοσιακής ποιητικής αντίληψης αλλά σαφώς εντάσσονται στον νεωτερικό χώρο, όπως τον ορίσαμε. Και, από την άλλη μεριά, ακραίες περιπτώσεις που στον καιρό τους θεωρήθηκαν σκέτη πρόκληση, επέσυραν τη χλεύη των κριτικών και του κοινού, θεωρήθηκαν σαν απάτη εις βάρος της ποίησης και, φυσικά, ολότελα έξω από το νόημά της, αλλά που σήμερα έχουν γίνει σχεδόν κλασικοί και έχουν περάσει και στα σχολεία.
Θα θέλαμε να μας πείτε ποιους ποιητές θα παρουσιάσετε σε αυτήν τη σειρά των εκπομπών.
Ακούστε. Ο παλαιότερος ποιητής και ο πρώτος που θ’ ανοίξει τη σειρά είναι ο Τάκης Παπατσώνης. Τυπικά δεν ανήκει στη γενιά που σήκωσε το βάρος της ανανέωσης του ποιητικού μας λόγου. Ούτε καν χρονολογικά. Αλλά ο Παπατσώνης δεν είναι μόνο ο πρώτος που σπάζει τη δεσποτεία του ομοιοκατάληκτου, του προσωδιακού στίχου, όπως τον ορίσαμε πρωτύτερα, αλλά και ο πρώτος που, από το 1920 ακόμη, γράφει συνειδητά και αποκλειστικά σε ελεύθερο στίχο. Είναι ποιητής που, θα λέγαμε, δεν τον πολυσήκωσε η εποχή του, συγχωρήστε μου την έκφραση, και γιατί ήταν έξω από το κλίμα της, αλλά και γιατί η θρησκευτική του θεματολογία με πολλά σύμβολα, ιδίως από το καθολικό τυπικό, δυσκολεύει την οικείωση με τον αναγνώστη. Αφιερώνουμε τρεις εκπομπές στον Σεφέρη και από δύο στον Ρίτσο, στον Ελύτη και στον Εγγονόπουλο. Θ’ ακουστούν ποιήματα του Αναστάσιου Δρίβα, του Γιώργου Σαραντάρη, του Ζήση Οικονόμου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικήτα Ράντου, του Θεόδωρου Ντόρρου, του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Αλέξανδρου Μπάρα, του Γιώργου Θέμελη, του Νίκου Γκάτσου, του Δημήτρη Αντωνίου, του Αλέξανδρου Μάτσα, του Τάκη Βαρβιτσιώτη, του Γιώργου Βαφόπουλου, της Ζωής Καρέλλη και των δύο Ηρακλειωτών ποιητών Μηνά Δημάκη και Άρη Δικταίου, που είναι και οι νεότεροι – αλλά και τόσο πρόωρα χαμένοι– της σειράς αυτής, ποιητές ενός μεταίχμιου θα λέγαμε, με το ένα πόδι στη γενιά του ’30, που αποτελεί τον κύριο κορμό, και το άλλο στην αμέσως νεότερη, τη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά.
Μήπως, κύριε Αναγνωστάκη, θα μπορούσαμε να σταθούμε σε ορισμένες προσωπικές σας προτιμήσεις;
Δεν επιδιώκω σε αυτή τη σειρά να προβάλλω προσωπικές μου προτιμήσεις. Θέλω να είμαι όσο γίνεται αντικειμενικός, πάντα βέβαια μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρών κριτηρίων. Στην προηγούμενη σειρά –αναφέρομαι στη «Χαμηλή Φωνή»– υπήρξα όντως, και σας το ομολόγησα, άκρως υποκειμενικός. Διάλεξα τα ποιήματα και τους ποιητές που με συγκίνησαν και με συγκινούν. Είχαμε μιλήσει για μια προσωπική ανθολογία. Εδώ ακολουθώ, λίγο ώς πολύ, μια «πεπατημένη», δεν ξέρω αν είναι η σωστή λέξη, εν πάση περιπτώσει, δεν θέλησα ν’ αφήσω έξω κανέναν ποιητή που έχει πια καταξιωθεί στη συνείδηση της κριτικής, αλλά που εμένα δεν με συγκινεί ιδιαιτέρως. Θέλησα να δώσω ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης της πρώτης γενιάς. Ίσως άλλος δεν θα αφιέρωνε δύο εκπομπές στον Εγγονόπουλο. Εγώ δεν μπορώ να περιοριστώ σε μία. Βλέπετε, πάντα κάποιο στοιχείο υποκειμενικό δεν μπορεί να αποφευχθεί.
Να ελπίζουμε, λοιπόν, ότι θα έχουμε και μια άλλη σειρά με ποιητές της δεύτερης νεωτερικής γενιάς, της μεταπολεμικής, στην οποία και εσείς ανήκετε;
Να το ελπίσουμε, αν και εδώ οι δυσκολίες, όπως καταλαβαίνετε, είναι πολλαπλάσιες. Αλλά φυσικά δεν εξαρτάται μόνον από μένα η πραγματοποίηση αυτών των εκπομπών.
Αν, σύμφωνα με δημόσια δήλωση του Μανώλη Γλέζου, ο Μαθιός Πόταγας (1924-1941) ήταν ο πρώτος παρτιζάνος στην Ευρώπη (https://booksjournal.gr/stiles/symptoseis/6065-matthaios-lazarou-potagas-1924-1941-foros-timis-tou-varvakeiou-ston-agona-gia-tin-eleftheria), ένας συμμαθητής του στο Βαρβάκειο υπήρξε ο τελευταίος.
Ο Γιάννης Β. Χούπης εκτελέστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στο Χαϊδάρι (στη χαράδρα του Διομήδειου Κήπου στο Δαφνί) λίγες μέρες πριν από την Απελευθέρωση. Η συμμετοχή του στη συλλογική αντίσταση κατά των κατακτητών συνέπεσε με την εισαγωγή του στο Πανεπιστήμιο. Έδωσε εξετάσεις στη Νομική και το όνομά του πέρασε στον κατάλογο των επιτυχόντων που δημοσιεύθηκε στο Ελεύθερον Βήμα στις 24 Φεβρουαρίου 1944. Σχεδόν αμέσως δραστηριοποιήθηκε στον Εθνικό Σύνδεσμο Ανωτάτων Σχολών. Λίγο αργότερα γνωρίστηκε με τη Λέλα Καραγιάννη και έγινε ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης Μπουμπουλίνα, που ανέπτυξε έντονη δράση στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με κύριο αντικείμενο τη συλλογή πληροφοριών, τις δολιοφθορές και τη φυγάδευση αγωνιστών. Σημειώνω την ημερομηνία εισαγωγής στη Νομική για να δείξω ότι, σε ένα μόνο εξάμηνο, Μάρτιος - Αύγουστος 1944, χώρεσαν η ένταξη, η δράση και ο τόσο πρόωρος θάνατός του. Τα γεγονότα της σύλληψης και της εκτέλεσής του περιγράφει με ενάργεια ο πρωτοπρεσβύτερος και έγκριτος συγγραφέας Ηλίας Δροσινός.
Στις 24 Ιουνίου, ο Γιάννης Χούπης και ο σύντροφός του Νίκος Μπάρδης συνελήφθησαν στον Πειραιά κατά την απόπειρά τους να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή με καΐκι, έχοντας στην κατοχή τους εμπιστευτικά έγγραφα. Οδηγήθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπείας, όπου υπέστησαν απάνθρωπα βασανιστήρια κατά τις ανακρίσεις.
Τα χαράματα της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, δύο φορτηγά αναχώρησαν από την οδό Μέρλιν για το Χαϊδάρι. Κατά τη διαδρομή, ένα σημείωμα του Γιάννη Χούπη, τυλιγμένο γύρω από μια μικρή εικόνα της Παναγίας, έπεσε από το φορτηγό. Το σημείωμα, γραμμένο σε χαρτί από κονσέρβα, βρέθηκε από μικροπωλητή και παραδόθηκε στον πατέρα Βασίλειο, αναγράφοντας: «Ο ευρών παρακαλείται να πάει το παρόν σημείωμα στον Ιερό Ναό Αγίας Ειρήνης, εις τον ιερέα Βασίλειο Χούπη. Είμαι γιος του και εκτελούμαι σήμερα 8-9-1944. Ζήτω η Πατρίς. Πατέρα, μανούλα μου, Κούλα μου. Να με συγχωρήσετε για την πίκρα που θα σας ποτίσω. Θέλω να ζήσετε, για να εκδικηθείτε και να προσεύχεσθε για την ανάπαυση της ψυχής μου. Θάρρος, συγγνώμη. Σας φιλώ, Ιωάννης Χούπης».
Μετά την είδηση της εκτέλεσης, ο π. Βασίλειος, συνοδευόμενος από τον διάκονο (και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου) Μακάριο, μετέβη άμεσα για την αναγνώριση του γιου του.
Μεταγενέστερες πληροφορίες
Παρότι οι εκτελέσεις στο Χαϊδάρι (72 ο συνολικός αριθμός) δεν ανακοινώθηκαν, αμέσως μετά (10, 12, 14 Σεπτεμβρίου 1944) κοινοποιήθηκαν στο Ελεύθερον Βήμα δωρεές χρημάτων εις μνήμην «Γιαννάκη Β. Χούπη» υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων. Χειρονομίες που απαιτούσαν κάποια τόλμη, γιατί θα μπορούσαν να είχαν συνέπειες για τους δωρητές. Μια δωρεά, όμως, πιθανόν συγγενούς του τιμωμένου, αφήνει ερωτηματικά. Πρόκειται για εκείνη του Ξενοφώντα Λεων. Χούπη, «απαχθέντος υπό των στασιαστών και αγρίως δολοφονηθέντος τον παρελθόντα Δεκέμβριον εις τα διυλιστήρια της Ούλεν». Όπως αναγράφει η αγγελία του μνημοσύνου του στις 22 Απριλίου 1945 στον ναό της Αγίας Ειρήνης (Εμπρός, 8/9/1945).
Οι τιμητικές εκδηλώσεις για το μαθητή του Βαρβακείου στα χρόνια που ακολούθησαν είναι λιγοστές. Ξεχώρισα δύο: την αναφορά του ονόματός του στο ετήσιο αρχιερατικό ομαδικό μνημόσυνο του Δήμου Αθηναίων στη Μητρόπολη, στις 8 Σεπτεμβρίου 1945, για τους «εκτελεσθέντες υπό των Γερμανών εις την χαράδραν του Δαφνίου στις 8/9/1944», και στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων στις 8/9/1950, στην εκπομπή Η τελευταία εκτέλεσις της Βιβής Ν. Κολοκοτρώνη, αφιερωμένη στη δράση του 18χρονου Ι. Χούπη.
Αν το τετράδιο Εκθέσεων του Μαθιού Πόταγα έγινε η αφορμή να ασχοληθώ μαζί του στο προηγούμενο τεύχος του Books’ Journal, το σχετικό ερέθισμα για την παρουσίαση του Γιάννη Β. Χούπη προήλθε από ένα μαθητικό του σχεδίασμα. Το διέσωσε στα κατάλοιπά του ο φιλόλογος καθηγητής του στο Βαρβάκειο Αλέξανδρος Σαρής (1880-1973). Πιθανολογώ ότι ο ευφάνταστος και ικανός στο σχέδιο μαθητής είχε ανταποκριθεί εικαστικά στο μάθημα της έκθεσης με θέμα «Το ταξίδι». Διάλεξε από τη μυθολογία την Αργοναυτική Εκστρατεία, την επικίνδυνη περιπέτεια με τη συνεχή έκθεση στο θάνατο και το άγνωστο.
Ιάσων και ελευθερία
Το σχέδιο παρουσιάζει μια αφηγηματική, σχεδόν εικονογραφική απόδοση, με σαφή αναφορά στο ταξίδι του Ιάσoνα και των Αργοναυτών. Η σύνθεση οργανώνεται οριζόντια, με καθαρή διάκριση ανάμεσα στη θάλασσα και τη στεριά. Το ανασηκωμένο αρχαίο πλοίο με τον μαίανδρο, αναγνωρίσιμο σύμβολο ελληνικής ταυτότητας, με την καλλιτεχνικά γραμμένη ονομασία Αργώ, καταλαμβάνει το αριστερό τμήμα και λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Οι αρχαίες μορφές πάνω στο πλοίο μοιάζουν να συγκροτούν θεατρική σκηνή τελετουργικής παραλαβής του Δέρατος.
Οι γοργόνες, υβριδικές από θαλάσσιες φιγούρες στεριανές, δεν εντάσσονται αυστηρά στο μύθο των Αργοναυτών. Διασπούν την ιστορική αναπαράσταση και τη μετατρέπουν σε ονειρικό τοπίο.
Σε όλο, όμως, το σχεδίασμα δεσπόζει σε ξηρά και θάλασσα το δέντρο: κορμός στιβαρός, όρθιοι κλάδοι, πυκνή φυλλωσιά. Έχει φυτρώσει στην άμμο, αλλά δεν έχει σχέση με τ’ αρμυρίκια. Δέντρο γειωμένο, σταθερό, κατακόρυφο, ζωγραφισμένο με υλικά της φαντασίας. Στέκεται σαν αντίβαρο στην ασταθή θαλάσσια έκταση. Στο ιστορικό σκοτάδι της Κατοχής λειτουργεί ως σύμβολο ρίζας και προσδοκίας ελευθερίας.
Ισχύει και σ’ εμένα πολλές φορές ο κανόνας: «πρώτα βρίσκεις και μετά ψάχνεις». Είχα κάποτε ακούσει, σε δημόσια ομιλία του, τον Μανώλη Γλέζο να δηλώνει χαρακτηριστικά: Δεν είμαστε εγώ και ο Λάκης (Σάντας) οι πρώτοι παρτιζάνοι της Ευρώπης, ο πρώτος ήταν ο Μαθιός Πόταγας!
Ο Ματθαίος (Μαθιός) Πόταγας (1924), που καταγόταν από τη Βυτίνα Αρκαδίας, ήταν ένας δεκαεπτάχρονος μαθητής της Ε΄ τάξης Πρακτικού του Βαρβακείου.
Στρατής Δούκας, Εις εαυτόν, Αθήνα, έκδοση του συγγραφέα, 1930
Προηγήθηκε η Ιστορία ενός αιχμαλώτου, που θεωρήθηκε μικρό αριστούργημα μοναδικής απλότητας. Έγιναν αλλεπάλληλες εκδόσεις που εξαντλήθηκαν γρήγορα. Προμηθεύτηκα την πέμπτη έκδοση του οίκου Αιγόκερως της Θεσσαλονίκης (1969), που τη φρόντισε και την παρουσίασε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος σημείωνε: «Ο Στρατής Δούκας γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας το 1895. Μαζί με τον Κόντογλου, τον Καστανάκη και μερικούς άλλους ανήκει κι αυτός στη γενιά του ’20-30, που κόβοντας απότομα με την παράδοση, άνοιξε νέους δρόμους για τη γενιά του ’30. Η πρώιμη “Ιστορία ενός αιχμαλώτου”, δημοσιευμένη το 1929, πριν από την αθηναϊκή έκδοση της “Ζωής εν τάφω” του Μυριβήλη και του “Νούμερου [31328]” του Βενέζη, στάθηκε ένα βασικό και πρωτοπόρο έργο της λογοτεχνίας μας, που ακολούθησε. Με τον άρτιο και ολοκληρωμένο πολεμικό της μύθο, το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο και την ολότελα δική της αφηγηματική χάρη, εξακολουθεί ώς τα σήμερα να κινεί το ενδιαφέρον και να διαβάζεται ευχάριστα, δείχνοντας, με την 5η τούτη έκδοσή της, που συμπίπτει με τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων από την πρώτη δημοσίευσή της, μια σπάνια αντοχή στο χρόνο».
Τι κοινό μπορεί να έχει ο Μάνος Χατζιδάκις με έναν ποιητή των Ιωαννίνων που έζησε από το 1771 ώς το 1823; Ο Κ. Θ. Δημαράς ξεχωρίζει τον Ιωάννη Βηλαρά ανάμεσα στους λογίους εκείνων των χρόνων και τον συγκρίνει με το δυναμισμό και την πληθωρικότητα του Ρήγα. Το μοναδικό βιβλίο του, στα 1814, η Ρωμέικη γλώσσα, με κύριο περιεχόμενο τις γλωσσικές του θεωρίες, περιλαμβάνει, σε ζωντανό προσωπικό τόνο, και ένα σημείωμα προς τους αναγνώστες. Αφηγείται ένα περιστατικό που παρόμοιο ίσως θα είχε πέσει στην αντίληψη του Μάνου Χατζιδάκι: «Πώς ένας αυτοδίδακτος βιολιτζής έπαιζε με περισσότερη γλύκα, με περισσότερο αίσθημα από τον σοφό δάσκαλο της μουσικής. Κάποιος που είχε αρχίσει να μαθαίνει μουσική προτιμάει τον αυτοσχέδιο βιολιτζή. Αφοντότες [αποτότες] λοιπόν αφήκε σε μιαν άκρα την περίσσεια πολυμάθεια του σοφού δασκάλου του, ακολούθησε τον άτεχνο τρόπο του γείτονά του, και σ’ ολίγον καιρό έφτακε να νιώθη κι αυτός χάρη στο λάλημά του, κι όσοι τον άκουγαν».
8 Μαρτίου, ημέρα της γυναίκας, έψαξα στο αρχείο μου να βρω σπουδαίες Ελληνίδες, τις πρωτοπόρες που διακρίθηκαν στον κοινωνικό στίχο. Μια απ’ αυτές είναι η Σοφία Λασκαρίδου (1876–1965), ζωγράφος, γνωστή ως η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ξεπερνώντας το ανδρικό «άβατο» της εποχής.
Από τις εκθέσεις μαθητών του Βαρβακείου, 100 χρόνια πριν
Εμπνευσμένος δάσκαλος ο Αλέξανδρος, δοκίμαζε τους μαθητές του σε πραγματολογικά θέματα εκθέσεων αποφεύγοντας τις αφηρημένες έννοιες και τις κοινότοπες ιστορικές αναδρομές. Συνέχισε, κατά κάποιον τρόπο, την προσπάθεια του συναδέλφου του, φιλόλογου καθηγητή Δημητρίου Ν. Γουδή (1875–1939)[1], ο οποίος, εκτός από τους παρόμοιους τίτλους που επέλεγε, συγκέντρωνε σε θεματικές ενότητες τις εκθέσεις των μαθητών του και τις εξέδιδε σε χρηστικά φυλλάδια. Ο Αλέξανδρος Γ. Σαρής, όπως δείχνουν τα κατάλοιπά του, ακολούθησε την τακτική του προκατόχου του στο Βαρβάκειο, διατηρούσε μάλιστα όχι μεμονωμένες εκθέσεις αλλά ολόκληρα τα τετράδια, χωρίς να φτάσει όμως στο ξεδιάλεγμα και την έκδοσή τους.
Ένας δοκιμασμένος τρόπος για να γνωρίσεις μια εποχή, είναι να την προσεγγίσεις μέσα από τις ακραίες εκφάνσεις της, τις εκδηλώσεις του πνεύματος εκτός ορίων: καλλιτέχνες και συγγραφείς με έργο αξιόλογο και ανθεκτικό στο χρόνο, διαταραγμένο λογικό και ζωή έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Για τον Μεσοπόλεμο επιλέγω δύο προσωπικότητες με παραπλήσια χαρακτηριστικά: τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και τον ποιητή Ρώμο Φιλύρα. Και οι δύο, σημαδεμένοι από την ψυχική δοκιμασία, δημιουργούν στην απομόνωση ο ένας και στον εγκλεισμό ο άλλος. Το έργο τους, τραγικό και υπερβατικό, συμπυκνώνει την αγωνία μιας εποχής που αναζητά νέα νοήματα μέσα από την κρίση της λογικής και των βεβαιοτήτων.
Παρηγορητικός λόγος για τον Διονύση Σαββόπουλο
Σχεδόν ένα χρόνο πριν από την αποφράδα ημέρα, την Κυριακή 3 Απριλίου 1966, ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών οργάνωσε συναυλία στο θέατρο Διάνα. Ανάμεσα στους μουσικούς ήταν και ο 22χρονος Διονύσης Σαββόπουλος. Παραμέρισε την ορχήστρα και με μια κιθάρα παρουσίασε ο ίδιος τα τραγούδια του. Δεν ξέρω γιατί μου κόλλησε από το πρώτο άκουσμα «Το δέντρο», στίχοι και μουσική, σε τέτοιο βαθμό ώστε για πολλά χρόνια νόμιζα πως είμαι ο θιασώτης του ενός τραγουδιού, που συντρόφεψε σε δύσκολες μέρες τη ζωή μου.
Η γέννηση και η διάδοση του νέου μίσους για τους Εβραίους επιβάλλει την ανάκληση της μνήμης ενός σημαντικού Έλληνα Εβραίου, του γνωστού μουσικολόγου, μουσικού και ραδιοφωνικού παραγωγού Ζακ Μεναχέμ, ο οποίος ήταν επιζήσας του στρατοπέδου Μπέλσεν. Αναδημοσιεύουμε από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη την προσωπική μαρτυρία του Ζακ Μεναχέμ, όπως ο ίδιος την κατέγραψε πριν από σαράντα χρόνια, μιλώντας στο περιοδικό ποικίλης ύλης Ένα, τχ. 52, 29/12/1985.