Στήλες
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος (1900-1982) υπήρξε ένας μεταρρυθμιστής της εκπαίδευσης, που μεταξύ άλλων συνέβαλε στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Εργατικός και με πολλά βιβλία εκλαΐκευσης πτυχών της φιλοσοφίας και γνωριμίας με το έργο σημαντικών ελλήνων λογοτεχνών, ο Παπανούτσος ήταν αγαπημένος των εφημερίδων που επιδίωκαν μια συνέντευξη μαζί του. Μια τέτοια συνέντευξη, στη Μαίρη Παραπονιάρη, δημοσιευμένη στην εφημερίδα Ακρόπολις της 5ης Νοεμβρίου 1978 δημοσιεύεται παρακάτω:
Ήταν σπουδαίος, ακόμα και για εκείνους που τον γνώρισαν μόνο από τον κινηματογράφο – εν προκειμένω, από την ταινία Ερωτευμένος Σαίξπηρ για την οποία τμήθηκε με Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου, αλλά κι από το θεατρικό Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί, που επίσης έγινε ταινία το 1990. Πρόκειται για τον Τομ Στόπαρντ, σπουδαίο βρετανό θεατρικό συγγραφέα, εξέχοντα και επιδραστικό, βαθύ γνώστη του Σαίξπηρ, του Μπέκετ, του Πίντερ, του Τζόυς, βραβευμένο όχι μόνο μια φορά με το σπουδαίο θεατρικό βραβείο Τόνυ, ο οποίος πέθανε στις 29 Νοεμβρίου 2025, σε ηλικία 88 χρόνων.
Ο ποιητής Τάσος Γαλάτης υπήρξε ένα από τους αγαπημένους, τους καλύτερους φίλους μου από το 1980 περίπου μέχρι σήμερα. Η ποίησή του, εμπνευσμένη από την αρχαία ελληνική μυθολογία, διαπνέεται από μια παράδοξη παραδοχή: της ήττας του ανθρώπου σε έναν κόσμο περιστοιχισμένο από δυνάμεις με τις οποίες είναι αδύνατον να αναμετρηθείς στα ίσα. Πέθανε στα 87 του – και το ξέρω ότι είναι φτωχός ο πικρός αποχαιρετισμός που ακολουθεί…
Από ανακοίνωση της οικογένειάς του, έγινε γνωστός ο θάνατος του Στέλιου Λυδάκη, ιστορικού τέχνης και καθηγητή ώς το 2000 του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ήταν ένα φτωχόπαιδο από την ορεινή Κρήτη που κατάφερε να κάνει διδακτορικό στην Κολωνία με θέμα «Το ελληνικό τοπίο στην ευρωπαϊκή ζωγραφική», πήρε για δύο χρόνια υποτροφία Alexander von Humboldt και το 1972 εξέδωσε στα γερμανικά την Ιστορία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής κατά τον 19ο αιώνα –με χορηγία της Thyssen Stiftung (respect)–, έργο πρωτοποριακό για πολλά χρόνια, σε ένα χώρο με ελάχιστα, ανεπεξέργαστα αρχεία. Η Ιστορία του, το 1977, μεταφράστηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε σε τέσσερις τόμους από τις εκδόσεις Μέλισσα.
Ο Αργύρης Ζήλος (1952–2025) υπήρξε μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες της ελληνικής μουσικής κριτικής. Από τις πρώτες του μουσικές παρεμβάσεις στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi −σε μια εποχή που στην Ελλάδα η έννοια της «μουσικής κριτικής» δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη− διαμόρφωσε έναν τρόπο σκέψης που αναδείκνυε την άποψη ότι η ποπ μουσική και το ροκ ιδίωμα αξίζει σοβαρής αντιμετώπισης. Στο πνεύμα των ξένων μουσικών κριτικών, κυρίως του Λέστερ Μπανγκς, η γραφή του ήταν στεγνή, καθαρή, χωρίς περιττές φιλολογίες.
H αρχή της συνεργασίας τους καταγράφεται στις ανέκδοτες επιστολές (1959-60) του συνθέτη προς τον ποιητή. Διασώζονται στο αρχείο του περιοδικού Κριτική, το οποίο έχω στη διάθεσή μου. Ο συνθέτης σε ένα από τα γράμματά του (27/4/1960), ξεχωρίζει ανάμεσα στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς τρεις:
Κατσαρός, Αναγνωστάκης, Λειβαδίτης. Ξεκινώντας από το ίδιο έδαφος, διαγράψατε τρεις εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις τείνοντας προς τον ίδιο ακριβώς σκοπό.
Πέθανε στις 14 Νοεμβρίου, έπειτα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο, ο Δημοσθένης Αγραφιώτης, ομότιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, αλλά και παρεμβατικός στα καλλιτεχνικά πράγματα, αφού υπήρξε ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός κινηματογράφου, φωτογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης.
Στο προηγούμενο σημείωμα ασχοληθήκαμε με τη θεωρία ότι τα πρωταρχικά στοιχεία της ζωής ήταν μόρια RNA με καταλυτικές ιδιότητες, τα οποία με την πάροδο του χρόνου «κατάφεραν» να καταλύσουν χημικές αντιδράσεις που επέτρεψαν να δημιουργηθούν τα πρώτα πρωτεϊνικά ένζυμα, που με τη σειρά τους επέτρεψαν την εμφάνιση των υπόλοιπων βιοχημικών οδών σύνθεσης των βασικών συστατικών των σημερινών έμβιων όντων. Η θεωρία του «κόσμου του RNA» είναι μεν ελκυστική γιατί εξηγεί τη μετάβαση από μια αβιοτική χημεία σε μια πρωτόγονη μορφή «βιοχημείας» με ένα μόνο βήμα –την εμφάνιση μορίων RNA με καταλυτικές ιδιότητες–, όμως δεν επαρκεί για να εξηγήσει τον συστηματικό καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στις διάφορες κλάσεις των βιομορίων, καθώς και τις διαρθρωμένες αναβολικές και καταβολικές βιοχημικές αλυσίδες.
Διάλεξα τρία όλα κι όλα ποιήματα, που συνιστούν μια λυρική αλληλογραφία μεταξύ ποιητών, φίλων μεταξύ τους και συγκαιρινών. Και τα τρία ποιήματα εντάσσονται, κατά κάποιον τρόπο, στη «Χαμηλή φωνή» του Μεσοπολέμου όπως την ονόμασε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Όλα έχουν στον τίτλο το όνομα του παραλήπτη ποιητή.