Στήλες
Υπηρέτρια. Το επάγγελμα που σήκωσε το μεγάλο βάρος της πρώιμης χειραφέτησης των γυναικών. Μακριά από τα σπίτια τους, στις άγνωστες συνθήκες της μεγάλης πόλης, ανήλικες οι περισσότερες, δούλευαν μέρα-νύχτα χωρίς στοιχειώδεις εγγυήσεις ασφάλειας. Στάθηκαν στα πόδια τους σε δύσκολες συνθήκες, πρόσφεραν υπηρεσίες στο κλειστό οικογενειακό περιβάλλον και η παρουσία τους έγινε αισθητή μέσα από ποικίλα δημοσιεύματα, από κινηματογραφικές ταινίες, ακόμη και από λογοτεχνικά έργα.
Bahdra Sharma - Jeffrey Gettleman, “Escaping Russian Army”, The New York Times, International Edition, Σάββατο-Κυριακή, 29-30 Ιουνίου 2024, 1η και 6η σελίδα
Το ρεπορτάζ της εφημερίδας The New York Times, International Edition, 29-30 Ιουνίου 2024, από το Κατμαντού, ρίχνει φως σε μια άγνωστη στην Ελλάδα, πτυχή της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Μπορεί να γνωρίζουμε τη συστηματική δολοφονία αμάχων και την καταστροφή των ουκρανικών πόλεων με βαλλιστικούς πυραύλους και ντρόουνς που αγοράζει ο Πούτιν από τους φίλους του, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν, μπορεί να γνωρίζουμε τις μαζικές δολοφονίες και τις λεηλασίες στα εδάφη που για λίγο χρόνο κατέλαβε ο στρατός του Πούτιν, μπορεί να γνωρίζουμε τις αρπαγές παιδιών και εφήβων Ουκρανών, την καταστροφή φραγμάτων ποταμών, τον βομβαρδισμό θεάτρων, μαιευτηρίων και σχολείων, μπορεί να ξέρουμε για βρώμικο πόλεμο μέσω παραστρατιωτικών Τσετσένων, ποινικών κρατουμένων και των μισθοφόρων του άνθους της κοπριάς με το όνομα Βάγκνερ, καθώς και την επιδημία δηλητηριάσεων και ατυχημάτων των εχθρών και των φίλων του Πούτιν. Αλλά δεν γνωρίζουμε όλες τις βρώμικες δραστηριότητές του. Συγκεκριμένα δεν γνωρίζουμε ότι ο κύριος Πούτιν χρησιμοποιεί τα διεθνή κυκλώματα τράφικιν για τη στρατολόγηση νέων Νεπαλέζων και άλλων Ασιατών ως μισθοφόρων στο στρατό της Ρωσίας, σε έναν μακρύ πόλεμο φθοράς.
Αν σήμερα ζούσε η ποιήτρια, καθηγήτρια φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αλλά και υπεύθυνη για τις σελίδες βιβλίου του περιοδικού Αντί, Άντεια Φραντζή, θα έμπαινε στα 80. Πέθανε στις 31 Μαΐου 2024. Αλλά οι φίλοι και οι συνάδελφοί της δεν την ξεχνούν ποτέ. Εις μνήμην της, αναδημοσιεύουμε το κείμενο αποχαιρετισμού στην Άντεια της Λίζυς Τσιριμώκου, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 154 του Βοοks' Journal (τχ. Ιουνίου 2024).
Ανδρέας Κάλβος, Ιππίας, εισαγωγή - μετάφραση: Νάσος Βαγενάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2024, 142 σελ.
Μια αρχαιόπνευστη ιταλική τραγωδία, όπου για να αντιμετωπιστεί η υποκρισία της πολιτικής αυθαιρεσίας χρειάζεται να επιστρατευτούν οι μέθοδοι απόκρυψης του καλού συνωμότη. Μόνο έτσι θα στεφθεί με επιτυχία η ύψιστη απόβλεψη, που δεν είναι άλλη από την κατάρρευση της τυραννίας. Αυτό πίστευαν οι Καρμπονάροι, αυτό πρέσβευε o Μακιαβέλι, το ίδιο ακριβώς ενστερνιζόταν και ο Κάλβος.
Φύλλα 28ης και 29ης Ιουνίου 1905 των εφημερίδων: Αι Αθήναι, Ακρόπολις, Άστυ, Εμπρός, Εστία, Σκριπ, Χρόνος [i]
Στις 28 Ιουνίου 1905, μια είδηση συντάραξε την αθηναϊκή κοινωνία. Αυτοκτόνησε μέσα στο Πρώτο Νεκροταφείο μια από τις πιο ωραίες κόρες των Αθηνών, η Ραλλού, κόρη του στρατηγού Κωνσταντίνου Σμολένσκη.
Με την ευκαιρία της παρουσίασης της παράστασης Εκκλησιάζουσες, στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, τον Αύγουστο του 1971, ο σκηνοθέτης Σωκράτης Καραντινός εξηγεί την άποψή του περί πιστής τήρησης του κειμένου, του Αριστοφάνη εν προκειμένω, και του ρόλου της μουσικής και της σκηνογραφίας στην παράσταση. Τα θέματα αυτά απασχολούν και σήμερα τους ανθρώπους του θεάτρου, της κριτικής και τους θεατρόφιλους.
Αρχίζουμε από σήμερα την αναδημοσίευση στην ηλεκτρονική μας έκδοση των κειμένων της ρουμπρίκας Αρχείο Συνεντεύξεων του συνεργάτη μας, Σάκη Κουρουζίδη, με συνεντεύξεις σημαντικών προσωπικοτήτων, Ελλήνων και ξένων, που έχουν δημοσιευτεί στον ελληνικό Τύπο - προσωπικοτήτων που και σήμερα κάτι έχουν να μας πουν. Έναρξη με τον Νίκο Χατζηκυριάκο Γκίκα.
Το όνομα του Γιώργου Λεωτσάκου μού ήταν οικείο από την πρώτη στιγμή που άρχισα να διαβάζω εφημερίδες – κυρίως Τα Νέα στα γυμνασιακά μου χρόνια. Διάβαζα τις κριτικές του σε συναυλίες σαν τεκμήρια μιας άλλης ζωής στην οποία, κάποια στιγμή, θα συμμετείχα κι εγώ όταν μεγάλωνα, και δεν έβλεπα την ώρα. Ως επαρχιωτάκι, με ρομαντισμό και προσδοκίες, πίστευα ότι κάποια στιγμή η κλασική μουσική, η γνώση και η κατανόησή της, θα σήμαινε ότι έχω κερδίσει τη χειραφέτηση κι ότι θα ζω σε ένα περιβάλλον άνεσης που θα μου επέτρεπε κάποιες μυθικές ακόμα τότε για μένα απολαύσεις, όπως ένα δίσκο κλασικής μουσικής, μια συναυλία, κάποιον κύκλο στον οποίο ισότιμα θα μπορούσα να συζητώ γι’ αυτά.