Λίγο πριν τη συνομιλία του με τον Ηλία Κανέλλη την 1η Οκτωβρίου στο Ωδείο Αθηνών
Η διαδρομή του ποιητή Τίτου Πατρίκιου στο χρόνο μέσα από τα διαβάσματα, τα συλλογικά όνειρα, τις επιλογές και τα πρόσωπα που τον καθόρισαν, όπως καταγράφηκε στην ποιητική του κατάθεση. Με αφορμή την εκδήλωση-συζήτηση του Ηλία Κανέλλη με τον Τίτο Πατρίκιο την 1η Οκτωβρίου 2026 στο Ωδείο Αθηνών, στο πλαίσιο του δεύτερου κύκλου των εκδηλώσεων-συζητήσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα», ανασύρουμε από το αρχείο μας ένα σημαντικό κείμενο παρουσίασης του ποιητή και της ποίησής του από τον Αλέξη Πολίτη. Αναδημοσίευση από το Βοοks’ Journal, τχ. 14, Δεκέμβριος 2011.
Χειμωνιάτικο απόγευμα, που βραδιάζει νωρίς, κάθισα στον καναπέ κι άναψα τη λάμπα. Βόλεψα τα πόδια μου ψηλά, ταχτοποίησα λίγο γύρω μου τις χτεσινές ακαταστασίες, τεντώθηκα, κι έπιασα το καινούριο μου απόκτημα. Το όνομα του συγγραφέα το είχα ξανακούσει, μα πρώτη φορά έπιανα δικό του βιβλίο στα χέρια μου.
Κάπως έτσι θα μπορούσε ν’ αρχίσει το κείμενο αυτό. Το βιβλίο βέβαια θα ήταν η Μαθητεία, ή ο Χωματόδρομος, ή κάποια άλλα ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου, και θα σας διάβαζα όσα έχω να σας πω, σαν να ήταν μια προσωπική, αληθινή ιστορία. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι, και για να πω την αλήθεια δεν θυμάμαι πια ούτε πότε ούτε με ποιαν ευκαιρία διάβασα για πρώτη φορά δικά του ποιήματα – άλλωστε δεν έχει και πολλή σημασία: απλώς ψάχνω έναν τρόπο να παραθέσω κάποια ποιήματά του που θα μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε κάπως τον ποιητή.
Πιστεύω πως πιο καλά θα καταφέρω το έργο που ανέλαβα αν περιορίσω τα δικά μου λόγια κι αναζητήσω τα δικά του. Αν δηλαδή επιχειρήσω να στήσω μια βιογραφία του Τίτου Πατρίκιου παραθέτοντας ποιήματά του. Κι αν όχι βιογραφία, κάποια έστω θραύσματα της ζωής και της ποιητικής του.
***
«Μ’ ένα βιβλίο ξεχνιέμαι». Κάποια στιγμή το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου –ο Τίτος Πατρίκιος ήταν για ένα διάστημα πρόεδρός του– είχε κυκλοφορήσει αυτό το διαφημιστικό σύνθημα. Δεν ξέρω αν πέτυχε ο στόχος, να συμφιλιωθεί ο κόσμος με την ανάγνωση, αλλά τίποτε δεν ταιριάζει λιγότερο με τα βιβλία του Πατρίκιου: το μόνο που δεν σε βοηθούν είναι να ξεχαστείς – το αντίθετο. Βρίσκεσαι μπροστά σε μια επίμονη, μια διαρκή αυτοεξομολόγηση που οδηγεί τον αναγνώστη ίσια στις δικές του ενοχές: «άραγε εγώ τι έκανα στην ανάλογη, ή σε μια παρόμοια περίσταση; Μήπως κι εγώ παράχωσα στη συνείδησή μου κάποιες μνήμες, κάποιες τύψεις, μήπως και κρύβομαι ακόμα από εκείνον τον παλιό μου εαυτό;».
Αυτοεξομολόγηση· σωστότερα, διαρκής αυτοέλεγχος του δικού του εγώ – ετούτη είναι νομίζω η κεντρική γραμμή των ποιημάτων του Τίτου Πατρίκιου, το προσωπικό του στίγμα, η φωνή του. Αρχίζω, λοιπόν, [την παράθεση ορισμένων από τα ποιήματά του]:
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ
λέμε εσύ κι εννοούμε εγώ
λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ.
Στην ουσία μόνο με το εγώ
μπορούμε να εννοήσουμε
κάποιον άλλο.
Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 87
Αυτά το 1988 – αν και βέβαια οι χρονολογίες της έκδοσης δεν ταυτίζονται αναγκαστικά με τη στιγμή της έμπνευσης ή της γραφής. Κάμποσα χρόνια νωρίτερα πάντως, το 1969, η ίδια εξομολόγηση, από διαφορετική οπτική γωνία κοιταγμένη:
Η ΠΕΤΡΑ
Και πάλι η ίδια αλαζονεία:
τη ζωή σου σ’ άλλη ζωή να τη χαράξεις
όπως σαν θέλεις μέσα από την πέτρα
να βγάλεις το δικό σου άγαλμα
πιστεύοντας πως την ελευθερώνεις.
Σεπτέμβρης ’69
Προαιρετική στάση, 1974, 14
Κάθε «εγώ» κρύβει μιαν αλαζονεία, έναν μικροσκοπικό Πυγμαλίωνα, που δεν ερωτεύεται παρά το έργο του. Διακρίνω όμως κι ένα δισταγμό, ένα φόβο για την ποιητική πράξη· μήπως δημιουργώντας εικόνες παραποιούμε την πρώτη τους ύλη; Αμήχανος, ξαναγυρίζω στα 1988:
ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Τρομερή και θαυμάσια
αυτοτέλεια του σώματος.
Όσο βαθιά κι αν διεισδύσει
ποτέ με το άλλο σώμα δεν συγχέεται
ποτέ δεν γίνεται σάρκα μία.
Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 49
Να προσέξουμε την επιμονή του σώματος στην αυτοτέλειά του – το σώμα είναι υλικό, είναι σκληρό σαν και την πέτρα. Η εικόνα ολοένα αναθεωρείται, ολοένα συμπληρώνεται:
ΤΟ ΔΕΣΙΜΟ
Έλεγα πάντα πως έπρεπε να μπω
στη θέση του άλλου για
να τον καταλάβω.
Έτσι με παγιδέψανε
οι άλλοι, μ’ έδεσαν
με κάναν’ ό,τι θέλαν.
Κι εγώ δεν ξέρω πώς κατόρθωσα
να ξαναβγώ από τη θέση τους.
Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 46
Αλλά και αντίστροφα:
ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΝ
Μόλις τους άλλους μεταβάλεις
σε νοητικές συλλήψεις
σε χαρτονένια σύμβολα κοινωνικών διαδικασιών
πόσο ευκολότερα μπορείς
να τους σκοτώνεις
σαν άψυχες φιγούρες
σκοπευτηρίου σε πανηγύρι.
Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 68
Το εγώ λοιπόν, ως κατασκευαστής του εσύ, ως κατασκευαστής και του αυτός ή του αυτοί· το αυτοί, οι άλλοι, ως πειθαναγκασμός –ως υπερκαθορισμός, άρα– του εγώ, και ταυτόχρονα, η αδυναμία της ταύτισης με τον δικό σου άνθρωπο. Αντικριστοί καθρέφτες τιτλοφορείται η συλλογή απ’ όπου αντλώ: διπλό, τριπλό, αέναο καθρέφτισμα του αντικειμένου· τόσο που δεν ξεχωρίζεις ποιο το αντικείμενο και ποιο το είδωλο. Η κριτική σημείωσε πως η καινούργια συλλογή αποτελούσε αποφασιστικό βήμα στην ποιητική του· «ο δημιουργός εκφράζεται σε μια διάσταση καθαρά προσωπική: αποφεύγει το μύθο, τη δράση, τα επεισόδια». Προσωπική, ναι – αλλά πόσο δύσκολο είναι να οριστεί το πρόσωπο.
***
Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε το 1928. Γονείς του, ο Σπύρος και η Λέλα Πατρικίου, ηθοποιοί και οι δύο. Οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας μάς λένε πως, όταν διαβάζουμε λογοτεχνία, η φωνή που ακούμε δεν είναι ο συγγραφέας, παρά ένα πλάσμα του, που το αποκαλούμε «ο αφηγητής». Ακόμα και στη λυρική ποίηση, όπου πρωταγωνιστεί το «εγώ», δεν ακούμε τον ποιητή, ακούμε το πρόσωπο, τη μάσκα που έχει πλάσει, που της έχει δώσει φωνή για να μας μιλάει: ακριβώς όπως οι ηθοποιοί, που όταν παίζουν δεν είναι οι ίδιοι, είναι ο ρόλος τους.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΑΤΡΟΣ: ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Αχ να γινόταν πάλι να με πάρεις απ’ το χέρι
να με βγάλεις από τούτο το λαγούμι
όπου οι άνθρωποι μυρίζονται ανθρωπινό κρέας
να με πήγαινες όπως τότε στην ακροθαλασσιά
κάτω απ’ τα κτίρια των παιδικών εξοχών,
τότε που σε περίμενα να παραπονεθώ
έστω να πω ότι η προϊσταμένη
κρατούσε τα γλυκά που μού ’φερνες
κι αντί γ’ αυτό κοιτούσα μαγεμένος
τα καινούρια, λαστιχένια σου παπούτσια.
Πατέρα δεν έμαθες ποτέ
σε τι κόλαση με είχατε βάλει
τι μου ’καναν τ’ άλλα παιδιά
που όλη τη μέρα με λέγαν «θεατρίνα»
κι εγώ, πνίγοντας τα κλάματα, τα ’βαζα με σένα
με το Θεό, με όλους, που δεν είχες
μια δουλειά της προκοπής, ει δυνατόν ένα γραφείο.
Ντρεπόμουν για το επάγγελμά σου
όπως τώρα καμαρώνω, τώρα
που κάθε πρωί κινάω για την κοινή σκλαβιά
του ασήμαντου γραφείου μου.
Μάης 1959
Μαθητεία ξανά, 1991, 67
Ο Σπύρος Πατρίκιος πέθανε το 1958, 64 χρονών. Οι ηθοποιοί εκείνα τα χρόνια, ακόμα κι οι πιο επιτυχημένοι, έτρεχαν στις περιοδείες, «από του Νείλου μέχρι του Δουνάβεως», ή και ακόμα πιο πέρα, πέρα από τον Ατλαντικό. Ο μικρός Τίτος έζησε και τις φριχτές παιδικές κατασκηνώσεις, έκανε και «εσωτερικός» σε σχολείο κατά τα πρώτα γυμνασιακά του χρόνια πριν την Κατοχή. Τώρα αντιγράφω από το πεζό κείμενο Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες, το κεφάλαιο «Τα φώτα και η σκιά»· εδώ δεν ακούμε τον αφηγητή, ακούμε τον ίδιον τον συγγραφέα:
Ξαναβλέπω στην τηλεόραση την παλιά ταινία του Μπέργκμαν, Η νύχτα των σαλτιμπάγκων. […] Βέβαια δεν πρόκειται για σαλτιμπάγκους αλλά για το περιπλανώμενο μπουλούκι ενός τσίρκου, για ηθοποιούς που ζούνε ανάμεσα στο φως και τη σκιά, περισσότερο στη σκιά. Έτσι ζούσαν παλιότερα και οι Έλληνες ηθοποιοί. Θυμάμαι τις ιστορίες της γιαγιάς μου για το πώς εκείνη, ο παππούς μου, όλοι οι ηθοποιοί, γυρνούσαν με άμαξες απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα, ή θαλασσοδέρνονταν όσο να φτάσουν στην Πόλη, στη Σμύρνη, στην Αλεξάνδρεια, στην Κύπρο, για να παίξουν με συνεχώς τροποποιούμενους θιάσους σε υποτυπώδη θέατρα, σε αίθουσες σχολείων, σε καφενεία. Και δεν ζούσαν μόνο έτσι τον καιρό που δείχνει η ταινία […] αλλά και πολύ αργότερα. Άμα τέλειωναν τα χειροκροτήματα κι έσβηναν τα φώτα της ράμπας, οι ηθοποιοί έμπαιναν σε μια σκοτεινή γωνιά της κοινωνίας. […] Αλλά οι ηθοποιοί γι’ αυτό είναι ηθοποιοί, γιατί παίζουν το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς, της επικάλυψης του προσώπου και της αποκάλυψης του προσωπείου. Ο πραγματικός ηθοποιός υπάρχει μόνον εφόσον είναι διπλός ή, ακόμα καλύτερα, πολλαπλός.
Φυσικά δεν θέλω να πω μ’ όλα ετούτα, ότι ο Πατρίκιος δεν μπορούσε παρά να γίνει ποιητής επειδή έζησε σε οικογένεια ηθοποιών, ούτε πως έμαθε την τέχνη του από το θέατρο. Εμείς οι φιλόλογοι, οι ιστορικοί έχουμε την τάση να συνδέουμε το τελικό αποτέλεσμα με τα όσα προηγήθηκαν –σαν να ήταν η ζωή και η τέχνη ένα μυθιστόρημα αστυνομικό– και να θεωρούμε τα όσα προηγήθηκαν αίτιο, και το αποτέλεσμα αιτιατό. Πώς και γιατί όμως γίνεται κανένας ποιητής, φοβούμαι ούτε κι ο ίδιος δεν το ξέρει, όπως κανείς δεν ξέρει –τουλάχιστον πάντα– πώς και γιατί γίνεται κάποια στιγμή επαναστάτης, σωτήρας της ανθρωπότητας ή φονιάς. Φαντάζομαι πως και ο Τίτος Πατρίκιος ανακάλυψε τις ομοιότητες της ποίησης με τη θεατρική πράξη πολύν καιρό αφού έγινε ποιητής.
Ο ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
Ύστερα από δέκα χρόνια
συσχέτισα επί τέλους
δυο περιστατικά
κι εκείνα πάλι δέκα χρόνια
μεταξύ τους χωρισμένα.
Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 41
Συσχετισμός λέξεων, ιδιότυπος συσχετισμός λέξεων είναι το ποίημα· αλλά οι λέξεις είναι εκεί για να δηλώσουν κάποια γεγονότα, γεγονότα της ζωής ή της φαντασίας. Ο ποιητής, σαν τον αρχαίο Ελληνοσύρο μάγο του Καβάφη, παλεύει με το χρόνο και με τα υλικά· πρέπει να τα υποτάξει, να τους ξεφύγει. Για να το πετύχει πρέπει να μεταλλάξει τις λέξεις, να τις μετατρέψει από κοινές και τυχαίες σε πολύτιμες, λαμπερές και άφθαρτες. Κι αναζητάει ευφάνταστους συνδυασμούς, ελπίζοντας να βρει μια νέα αρμονία.
Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Κάθομαι έναν Αύγουστο ολόκληρο
κλεισμένος κι ολομόναχος
να γράψω.
Να γράψω τι; Ποιήματα
ήδη αρχινισμένα, μισοφτιαγμένα
να τα τελειώσω πια
ποιήματα μ’ αισθήσεις
άλλων παλιότερων Αυγούστων.
Του σημερινού Αυγούστου
τις αισθήσεις
ίσως κάποιον Αύγουστο μελλοντικό
τελειωτικά ν’ αποτυπώσω
στο χαρτί.
Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 89
Όμως ανάμεσα στις αισθήσεις και στην αποτύπωσή τους στο χαρτί μεσολαβεί ένα «ίσως»:
Η ΚΛΙΜΑΚΑ
Ω ενδόμυχή μου σκέψη που μόνο
εσύ μπορείς να με
σπρώξεις κάποτε να
σε καταγράψω…
Ω γραπτή μου σκέψη που μόλις
αποτυπωθείς λες πολύ
λιγότερα απ’ όσα είχα σκεφτεί
και νιώσει…
Ω τυπωμένη μου σκέψη που μόνο
εσύ φτιάχνεις ένα
σκαλί στη σκάλα που
ανεβοκατεβαίνουν οι ενδόμυχές μου σκέψεις…
Η αντίσταση των γεγονότων, 2000, [πβ. Αντικριστοί καθρέφτες, 55]
Ο πόθος του ποιητή είναι να μεταφέρει στο χαρτί «όσα είχε σκεφτεί και νιώσει», να μας τραβήξει στον κόσμο του, να τα σκεφτούμε και να τα νιώσουμε κι εμείς. Να τώρα ένα θραύσμα· Γενάρη του ’45, μετά τα Δεκεμβριανά, ο δεκαεφτάχρονος αντάρτης υποχωρεί ηττημένος από την Αθήνα:
ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΠΕΡΧΕΙΟΥ
Η μυρουδιά του σταύλου,
του νοτισμένου χόρτου
η μυρουδιά καπνού
από βρεμένα ξύλα
ο αχνός από τα ρούχα μας
που στέγνωναν
τα πληγιασμένα πόδια οι ψείρες.
Ο ύπνος μέσα στο σανό
μας εύρισκε πεινασμένους
και αισιόδοξους
ύστερα από ένα ποίημα
η μια συζήτηση για τη διαφορά
ανάμεσα στα κολχόζ και τα σοβχόζ.
Απρίλης 1956
Μαθητεία ξανά, 1991, 14
***
Το ποίημα γράφτηκε τον Απρίλη του 1956· είμαστε στον απόηχο των μεγάλων αλλαγών στη Σοβιετική Ένωση και στις αλυσιδωτές αντιδράσεις που προκάλεσαν. Στην Ελλάδα οι ανανεωτικοί της Αριστεράς έχουν στήσει λίγο νωρίτερα την Επιθεώρηση Τέχνης – στον ιδρυτικό κορμό της μετέχει από τους πρώτους ο Τίτος Πατρίκιος, αλλά το ποίημα δεν θα το δημοσιέψει παρά το 1991: η καταλυτική αυτοειρωνεία ανάμεικτη με την τρυφερότητα. Οι αναμνήσεις μιας τραγικής στιγμής έκαναν δέκα χρόνια –έντεκα, για την ακρίβεια– να βρουν τον δρόμο για την έκφραση και σαράντα έξι για να φτάσουν στους αποδέκτες.
Αν αντί για μια σύντομη εισήγηση, που πρέπει κάποτε να πάρει τέλος, είχαμε καιρό και άνεση, εδώ θα έπρεπε να [παραθέσουμε] πολλά ποιήματα. Ο πολιτικός στοχασμός του Πατρίκιου αποτελεί το βασικό υπόβαθρο του ποιητικού του λόγου, ο στόχος όμως είναι άλλος, είναι ο άνθρωπος, αυτό το ον που έχει σάρκα, οστά, μνήμη, συναισθήματα. Από το σημαδιακό ποίημα «Στίχοι, 2», όλοι έχουμε ακούσει το περίφημο «γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα / κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες»· πιο αποκαλυπτικούς για τη στάση του ποιητή βρίσκω τους τελικούς στίχους: «Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω / να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή», που καταλήγει με το σπαραχτικό: «Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω». Αύγουστος 1957 η χρονολογία.
Το δεύτερο υπόβαθρο είναι σίγουρα ο κόσμος του έρωτα – και πάλι δηλαδή η ανθρώπινη υπόσταση: σάρκα, μνήμη, συναισθήματα. Η κλεψύδρα του χρόνου μού επιβάλλει να παρακάμψω τα παραδείγματα· άλλωστε ο ίδιος έχει τυπώσει μιαν ανθολογία με τα ερωτικά: Λυσιμελής πόθος. Κάνω μονάχα μια εξαίρεση για ένα πεντάπτυχο ποίημα, επιλέγοντας, αναγκαστικά, την πρώτη, τη δεύτερη και την τελευταία πτυχή:
ΓΥΝΑΙΚΑ
Έφερες ξανά τη γη μου.
Χώμα αλαφρό και κόκκινο
πατημένο από τύραννους
κι εχθρούς.
Έφερες ξανά τις μπόρες
του θαλασσινού φθινοπώρου
που ξέπλεναν τη σκόνη
από το πρόσωπό μου
κι ένιωθα κάτω από τη σάρκα
τα ίδια ραχοκόκαλα βουνών
που μέσα από τα χρόνια
κρατάνε την πατρίδα ορθή.
*
Έφερες ξανά τη γλώσσα μου.
λέξεις παλιές, θαμμένες
σ’ ερείπια και στάχτες
βγαίνουνε τώρα μες στο φως
κι αστράφτει η μέρα
όπως όταν πρωτόγινε ο κόσμος.
Μέταλλο λέξεων πρωτογενές
δίψα κι επάρκεια
επικοινωνίας.
*
Έφερες πάλι τ’ όνειρο.
Άγνωστη θάλασσα, ανεξερεύνητη
θάλασσα δικιά μου
ηφαιστιογενές νησί
στοίχημα με το θάνατο.
Μη ξέροντας αν θα
βουλιάξουμε ξανά
ή αν πιο ψηλά θ’ αναδυθούμε.
Οκτώβρης 1970
Προαιρετική στάση, 1974, 18-19, Λυσιμελής πόθος, 2008, 97-101
Περίεργο ποίημα· ύμνος ερωτικός – μα κάθε στίχος του πλέκεται με μνήμες αλλοτινές: ο τόπος-του, η γλώσσα, έπειτα πλέκεται και μ’ ελπίδες ανάμεικτες με φόβους, «στοίχημα με το θάνατο». Η γυναίκα αυτή μοιάζει ν’ αναστατώνει τον κόσμο του· του φέρνει μια επανασύνδεση με την πατρίδα –είναι λοιπόν Ελληνίδα–, τον κάνει να ξανασκύψει στις κρυφές προσδοκίες πού όλοι τρέφαμε στα χρόνια της δικτατορίας για μιαν ανάσταση. Ο Πατρίκιος ζει τότε στο Παρίσι· κινδύνευε μάλιστα να βρεθεί χωρίς διαβατήριο, όχι βέβαια για να ταξιδέψει στην Ελλάδα, αυτό δεν γινόταν, αλλά για να μπορεί να κινείται στην Ευρώπη. Η αντιστασιακή οργάνωση βρίσκει έναν τρόπο, και μια κοπέλα που έρχεται απ’ την Ελλάδα, αναλαμβάνει να ειδοποιήσει τους Παρισινούς – και τον συναντάει. Από το ίδιο το ποίημα δεν μπορούμε να εννοήσουμε τίποτ’ άλλο, παρά τη σημασία που φαίνεται να ’χει αυτή η σχέση – για την ποιητή είναι η Γυναίκα, με κεφαλαίο, και δίχως άλλον προσδιορισμό. Αλλά νομίζω πως η χρονολογία μάς επιτρέπει να προσδιορίσουμε –νομίζω πως, δυστυχώς, μπορούμε πια να το κάνουμε– και το πρόσωπο, το πραγματικό: πρέπει να είναι, σίγουρα, η Ρένα. Η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, η γυναίκα του, που ο θάνατος σκόρπισε τόση θλίψη σε όσους την είχαν γνωρίσει έστω κι από μακριά, περισσότερο βέβαια όσοι είχαν την τύχη να την έχουν φίλη και συνάδελφο. Η Ρένα που τη γνωρίσαμε να στέκεται περήφανη, ωραία, διηνεκώς ωραία, πλάι του τόσα χρόνια.
***
Προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε το πρόσωπο μες απ’ το έργο, να διακρίνουμε τον δημιουργό στο δημιούργημα, αλλά παράλληλα με τον συγγραφέα υπάρχει και ο αναγνώστης Τίτος Πατρίκιος. Τον Νοέμβριο του 1940 ο μικρός Πατρίκιος, 12 χρονών, βρίσκεται εσωτερικός στην Κοργιαλένειο Σχολή, στις Σπέτσες. Στις 28 του μηνός σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Από σήμερα μ’ έπιασε μανία να διαβάζω ποιήματα του Βαλαωρίτη γιατί μ’ αρέσουν πολύ». Ο πόλεμος της Αλβανίας έμπαινε στον δεύτερο μήνα του, το πατριωτικό κλίμα σίγουρα θα επηρέασε τον έφηβο – αλλά θα ήθελα να διακρίνω μια καθολικότερη στάση σ’ αυτήν τη λεπτομέρεια. Τα ποιήματα του Πατρίκιου βρίσκονται στον αντίποδα της ποιητικής του Βαλαωρίτη, μα και τα ποιήματα του Αναγνωστάκη εξίσου στον αντίποδα του Άγρα, του Ρώμου Φιλύρα και των άλλων τρυφερών ποιητών του μεσοπολέμου που ξέρουμε πως τους διάβαζε και πως τους αντέγραφε με μανία. Ίσως λοιπόν η ποίηση να είναι ένα πιο ενιαίο φαινόμενο από τις επιμέρους εκφάνσεις της – αυτό συχνά το ξεχνάμε ή μας διαφεύγει: αν ήμουν εγώ δάσκαλος της φιλολογίας τότε στο σχολείο του, κι έβλεπα τον καλό μαθητή να διαβάζει Βαλαωρίτη, δεν θα φοβόμουνα μήπως η ρητορεία και ο στόμφος είτε τον απομακρύνουν από την ποίηση είτε, το χειρότερο, τον καταστρέψουν; Δεν θα του συνιστούσα, έστω υπαινικτικά, να προτιμήσει κάτι άλλο; Κι όμως να που όχι, θα είχα λάθος· κάτι γοήτεψε τον μικρό, η έξαρση της φαντασίας, το παραξένεμα της ιδιότροπης γλώσσας που θα ’λεγαν κι οι θεωρητικοί, η βούληση να εκφραστεί κάτι πέρα από το καθημερινό. Φυσικά θα είχε κι η ρητορεία μεγάλο μέρος στη γοητεία επί του μικρού μαθητή· μιμούμενοι ξεκινάμε να μαθαίνουμε, κι αν είμαστε ικανοί, θα διαγράψουμε κάποτε τους δασκάλους μας. Μπορεί να μην τους ξεπεράσουμε, αλλά να τους διαγράψουμε πρέπει οπωσδήποτε. Άλλωστε με τον καιρό θα βρούμε πολλούς δασκάλους, αρκεί να θέλουμε.
Ότι ο Τίτος Πατρίκιος στάθηκε φιλαναγνώστης, μανιακός φιλαναγνώστης, μπορούμε να το διαπιστώσουμε πρώτα πρώτα από το μεταφραστικό του έργο. Ένας στοχαστής κάθεται να μεταφράσει μόνο όταν νιώσει την ανάγκη να ξαναπεί τα ίδια πράγματα στη δική του γλώσσα, όταν βρει μπροστά του έναν καινούριο δάσκαλο, παλιό ή σύγχρονο, δεν έχει σημασία. Λούκατς, Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό, Αραγκόν, Μ’ ανοιχτά χαρτιά, Σταντάλ, Αναμνήσεις εγωτισμού, Μπαλζάκ, Βαλερύ, Ο κύριος Τεστ, η Ιστορία της φιλοσοφίας· περίεργο, πεζός λόγος και στοχασμός, οι μεταφράσεις ποίησης είναι μετρημένες – εδώ προβάλλει πιο πολύ ο ενεργός από τη μια, ο ευαίσθητος από την άλλη, διανοούμενος.
Αλλά υπάρχει κι εκείνη η περίφημη σκηνή –την περιγράφει ο ίδιος στις Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες–, που γυρνώντας από μια μπελαλίδικη δοσοληψία με την εφορία, και φορτωμένος τα σχετικά χαρτιά, σκασμένος από την ταλαιπωρία να τ’ αποκτήσει, μπαίνει στο λεωφορείο για το σπίτι κι ανοίγει ένα μυθιστόρημα καινούριο. Το λεωφορείο πηγαίνει, οι στάσεις περνάνε, μαζί κι η δική του, όμως το βιβλίο τον έχει τόσο πολύ γοητεύσει που ξεχνιέται ολότελα. Κάποια στιγμή το παίρνει χαμπάρι, κατεβαίνει σαν τρελός, έχοντας βέβαια ξεχάσει τα χαρτιά της εφορίας στο λεωφορείο. Να η εικόνα του παθιασμένου αναγνώστη.
Πριν από πολλά χρόνια, δεν θυμάμαι τώρα σε ποιο βιβλίο, διάβασα μιαν αφήγηση του Τσέχωφ που με είχε εντυπωσιάσει: «Όταν βλέπω στον ουρανό», έγραφε, «ένα συννεφάκι να παίρνει ένα περίεργο σχήμα, βγάζω αμέσως το μπλοκάκι μου, το σημειώνω, κι έπειτα κάπου πρέπει, σε κάποιο διήγημα, να το βάλω». Βέβαια, ο συγγραφέας –κι όχι μόνο ο ποιητής– από μια στιγμή και πέρα παύει να διαβάζει ανέμελα. Δύσκολα μπορεί να αφεθεί· κρίνει, σημειώνει, εμπνέεται. Ο ίδιος ο Τίτος Πατρίκιος έχει γράψει ή έχει πει πως όσο περνούν τα χρόνια τέρπεται πιο πολύ με τη γραφή παρά με την ανάγνωση: «Άμα ανακαλύψεις την ηδονή της γραφής, η ηδονή της ανάγνωσης περιορίζεται» – κάπως έτσι ήταν ο λόγος του. Τον βλέπω λοιπόν να σημειώνει στο δικό του το μπλοκάκι εικόνες, σκηνές, σκέψεις, στιγμές, και σιγά σιγά, με τον καιρό, κάποιον Αύγουστο, η σημείωση να γίνεται ποίημα:
ΑΠΟΓΕΜΑ
Δυο πόδια που αναπαύονται
σταρένια, γερτά από το πεζούλι.
Κι ο κήπος με το πιο καλό πηγάδι,
τις ροδακινιές.
Βαθύσκιωτα πόδια, πόδια σιωπηλά
να σκίζουνε με μια μικρή τους
κίνηση το φως.
(Ούτε αναζήτηση ούτε προέκταση
μη με ρωτάς αν είδα
μη με ρωτάς αν ξέρω.)
Δυο γυμνωμένα πόδια
που αναπαύονται
αντίκρυ στο ηλιοβασίλεμα.
Λυσιμελής πόθος, 40
Ή πάλι:
ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΡΕΝΟ
Κι έπειτα τα χρόνια θα περάσουν
όγκοι βουνών και πέτρας
θα παρεμβληθούν
θα ξεχαστούνε όλα
όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ
που μας κρατάει ορθούς.
Όλα, έξω από κείνη τη στιγμή
που μέσα στον συνωστισμό
του υπόγειου τρένου
κρατήθηκες στο μπράτσο μου.
Παρίσι, Μάης 1960
Λυσιμελής πόθος, 76
Ναι, θα ήθελα να έχω αρχίσει σαν ν’ αφηγούμαι προσωπικές μνήμες· όταν όμως μιλά κανείς για τον Τίτο Πατρίκιο δεν μπορεί παρά ν’ ακολουθήσει, δεν θέλω να πω το ήθος του –το βρίσκω βαρύγδουπο– αλλά τουλάχιστον την οπτική του (που βέβαια προσδιορίζεται από ένα ήθος). Δεν μπορεί λοιπόν ν’ αρχίσει μ’ ένα ψέμα.
Τώρα όμως που τέλειωσα το κείμενο και το ξαναδιαβάζω, γυρίζοντας και πάλι για λίγο στα ποιήματά του, καταστάλαξα πως, ναι, ίσως τελικά να μην ήταν η φαντασία μου μονάχα εκείνη που με οδήγησε να γράψω την αρχική φράση, μα το δικό του πνεύμα που με έσερνε σε μονοπάτια που δεν είχε τύχει να περιπατήσω. Αυτό το ποίημα, λόγου χάρη, το είχα αρχικά προσπεράσει:
ΤΟ ΤΡΙΑ ΚΑΡΟ
Εκείνη η αδιάκριτη ερώτηση
«τι σκέφτεσαι;»
σαν έχεις ύφος κάπως σκεφτικό
δεν μ’ ενοχλεί όπως παλιότερα
αντίθετα μου δίνει ευχαρίστηση
με τις δυνατότητες
που προσφέρει.
Μπορώ να επινοήσω
διάφορες ιστορίες
πειστικά ειπωμένες
σαν πραγματικές
μπορώ ύποπτη να παρουσιάσω
την αλήθεια
έτσι που να φανεί σαν ψέμα
ή ακόμα μπορώ ν’ ανακαλύψω
πως δεν σκεφτόμουν απολύτως
τίποτα.
Ελάχιστες ώρες στη ζωή μας
κυκλοφορούμε με διαφάνεια
γυαλιού.
Αντικριστοί καθρέφτες, 1988, 58
Ίσως λοιπόν πραγματικά να γνωρίστηκα με τα ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου κάποιο χειμωνιάτικο απόγεμα, πάνε τώρα τόσα χρόνια, που ένα του βιβλίο έπεσε στα χέρια μου και με συντρόφεψε για ώρες, κι ύστερα για όλα αυτά «τα τόσα, τα πολλά χρόνια». Κι αν δεν συνέβη σ’ εμένα, θα συνέβη σ’ εσάς ή σε κάποιους άλλους.
Όλοι αυτoί, όλοι εμείς, Τίτο, Τίτε Πατρίκιε, για να το πω επίσημα, όπως ταιριάζει στη στιγμή, σ’ ευχαριστούμε.
Σημείωση: Η ομιλία αυτή διαβάστηκε κατά την αναγόρευση του Τίτου Πατρίκιου σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης στις 14 Μαρτίου 2011. Ξαναδιαβάστηκε αρκετά συντομευμένη στις 22 Νοεμβρίου 2011, κατά την τιμητική εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη για τον ποιητή. Η κριτική τού Αντικριστοί καθρέφτες είναι του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στην εφημ. Η Αυγή, αλλά μετά την τελετή αναγόρευσης κάπου την παρατοποθέτησα, και δεν τη βρίσκω.
Σημείωση TBJ: Για την πρόσληψή του ως γραπτό κείμενο, αφαιρέθηκε ένα πολύ μικρό απόσπασμα στην αρχή, χρήσιμο μόνο για τους ακροατές του κειμένου, και αντικαταστάθηκαν ελάχιστες λέξεις που υποδήλωναν την προφορικότητα.
Φέρντια Λέννον, Ένδοξα κατορθώματα. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Νατάσα Σίδερη, Γεννήτρια, Αθήνα 2026, 406 σελ.
Συρακούσες, 412 π.Χ. Έπειτα από την αποτυχημένη Σικελική Εκστρατεία, οι Αθηναίοι που επιβίωσαν αφέθηκαν σε ένα νταμάρι, να πεθάνουν από την πείνα και τις κακουχίες. Ώσπου, ένας καλλιτέχνης, ο Γέλων, θα ανεβάσει τραγωδίες του Ευριπίδη στο νταμάρι, με τους Αθηναίους που βρέθηκαν εκεί. Ο Ευριπίδης σώζει. Ο Ιρλανδός Φέρντια Λέννον, στο πρώτο του βιβλίο, έχει πολλά να πει στους σύγχρονους αναγνώστες – ακόμα κι αν χρειάζεται να μεταφέρει την πλοκή του στην αρχαιότητα. [ΤΒJ]
«τον κόσμο και τις πληγές του μόνο οι ιστορίες μπορούν να τον γιατρέψουν»
Τι ωραίο που είναι να διαβάζεις κάτι ολόφρεσκο, ζωντανό, ευφάνταστο, κάτι που ενώνει χρόνους και ιστορίες. Ένα τέτοιο είναι τα Ένδοξα κατορθώματα (Glorious Exploits) του Φέρντια Λέννον (Ferdia Lennon), που κυκλοφόρησε από τις eκδόσεις Γεννήτρια σε μετάφραση της Νατάσας Σίδερη (μετάφραση ολοζώντανη όσο και το ίδιο το κείμενο).
Δονκιχωτική διάθεση
Υπήρχε λοιπόν κάποτε μια ταινία που είχε έρθει στις οθόνες μας από το πουθενά, το Withnail & I. Ήταν το 1988-1989, την υπέγραφε ένας ανερχόμενος σεναριογράφος ονόματι Μπρους Ρόμπινσον, που έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με τις γλυκόπικρες (σαν να εφευρέθηκε γι’ αυτούς ο όρος) περιπέτειες δυο φίλων, φερέλπιδων μα αποτυχημένων ηθοποιών, στο Λονδίνο και την επαρχία του 1969 – ο Withnail ήταν ένας τύπος θυελλώδης, ισοπεδωτικός μα ρομαντικός, ένας άνθρωπος που ζούσε για την υποκριτική· το τέλος της ταινίας θα τον έβρισκε να απαγγέλει Άμλετ σε άγρια ζώα στον ζωολογικό κήπο, επειδή στο κάτω κάτω οι λέξεις είναι που έχουν σημασία, ο λόγος είναι που πρέπει να εκφέρεται, όπου και όπως. Το Withnail & I παραμένει μια ταινία που πολλοί αγαπάμε με πάθος και διαχρονικά. Κι ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου διαβάζοντας τα Ένδοξα κατορθώματα του Φέρντια Λένον και, εκ των υστέρων (αναπόφευκτα;), διαβάζοντας συνεντεύξεις του συγγραφέα. Τον είδα να επανέρχεται συνεχώς κι αυτός στο Withnail & I, σε αυτές τις παράδοξα ηρωικές περιπέτειες ενός διδύμου (ο Δον Κιχώτης και ο Withnail είναι οι δύο βασικές αναφορές του).
Φαντάσου λοιπόν τον Withnail και το φίλο του και αφηγητή. Ύστερα, πάρε τους δυο ήρωες και πήγαινέ τους στις Συρακούσες του 412 π.Χ., όταν μόλις έχει τελειώσει η διαβόητη Σικελική Εκστρατεία με παταγώδη ήττα των Αθηναίων και σφαγή. Ο τόπος όπου εκτελέστηκε ο Νικίας έχει γίνει πλέον τουριστικό αξιοθέατο για Καρχηδόνιους επισκέπτες, που ακούνε με προσήλωση τις ολοένα και υπερβολικότερες αφηγήσεις των ξεναγών για τη δήθεν δειλία του νεκρού. Υπάρχουν ακόμα πολλοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι, είναι παρατημένοι σε ένα νταμάρι για να πεθάνουν διακριτικά από τις στερήσεις. Υπάρχουν βέβαια και οι νικητές, που όμως έχασαν δικούς τους, πατεράδες και αδέρφια, στον πόλεμο· υπάρχουν κενά στην καθημερινή ζωή όλων, έχει μίσος που παραμένει ασίγαστο.
Εκεί βρίσκονται και οι δυο ήρωες: ο Λάμπων και ο Γέλων. Ο Γέλων είναι από άλλο κόσμο – είναι ο άνθρωπος που θέλει να διασώσει τον Ευριπίδη, είναι αυτός που πενθεί το γιο που πέθανε και τη σύζυγο που έφυγε μακριά, αυτός που θέλει να πιαστεί από κάπου και πιάνεται από την τέχνη – που, όπως πάντα στη ζωή του, πιάνεται από το λόγο, την τραγωδία. Ο Λάμπων είναι ο απατεωνάκος που κοιτάζει πώς να βγει εύκολα κι αυτή η μέρα. Ο Γέλων θα αποφασίσει να ανεβάσει αρχαία τραγωδία στο νταμάρι, με τους μισοπεθαμένους Αθηναίους αιχμαλώτους για πρωταγωνιστές. Θα ανεβάσει την Μήδεια αλλά και τις Τρωάδες, επειδή, ακόμη κι αν ο Πελοποννησιακός πόλεμος καταλήξει σε ολική εξαφάνιση της Αθήνας, τα λόγια του Ευριπίδη πρέπει κάπως να επιβιώσουν. Ο Λάμπων θα ερωτευτεί παράφορα τη Λύρα από τη Λυδία, τη μυστηριώδη σκλάβα (με ευγενική όμως καταγωγή) του τοπικού ταβερνιάρη – γι’ αυτόν, που όλοι τον κοίταζαν με μισό μάτι, η σωτηρία, ακόμη κι αν χρειαστεί να εξαγοραστεί, είναι η Λύρα. Η παράσταση είναι ρίσκο – θα βοηθήσει μια τοπική συμμορία παιδιών και παρίες με τον αυλό τους και μυστηριώδεις ιρλανδοί μαικήνες που έχουν φυλακίσει στο πλοίο τους τα θεία, και ντόπιες κατασκευάστριες κοστουμιών με μεγάλη καρδιά, και φυσικά οι Αθηναίοι που (σαν να χτίζουν τη δική τους κατοπινή γέφυρα στον ποταμό Κβάι ή να αναζητούν αυτόν που θα τους ευχηθεί «καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς») θα γραπωθούν από την παράσταση για λίγη παραπάνω τροφή, για επιβίωση, για τα λόγια του Ευριπίδη: «τελικά είναι όντως ο Ευριπίδης αυτό που προσπαθούμε να διασώσουμε;»· ή τον εαυτό μας;
Ο Φέρντια Λέννον το έχει γράψει όλο αυτό με εκπληκτικά μοντέρνο τρόπο (ο Roddy Doyle θα χαμογελούσε διαβάζοντάς το), με σημερινό ύφος και εκφράσεις (άλλωστε, αν βασιστούμε στον Αριστοφάνη, δεν ήταν οι Αθηναίοι της εποχής αθυρόστομοι και κυνικοί και φορείς της λαϊκής γλώσσας; Μιλούσαν όλοι με το σοβαρό ύφος των τραγωδιών; Όχι δα). Ο Φέρντια Λέννον διαθέτει ατέλειωτο αδυσώπητο χιούμορ, χρησιμοποιεί ορμή και έχει αγάπη για τους ήρωες, αλλά αισθάνεται και δέος απέναντι στο πόσο μπορεί να διαβρώνει τις κοινωνίες και τους ανθρώπους ο όποιος πόλεμος.
Ο Ευριπίδης σώζει ζωές
Ο Λέννον είναι νεότατος – αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο. Το επόμενο, ένα «μεσαιωνικό γοτθικό μυστήριο», όπως το ονομάζει ο ίδιος, θα εκτυλίσσεται στη Γαλλία του 14ου αιώνα, μετά από πολέμους και την επέλαση της πανώλης. Η φιλαναγνωσία του από την παιδική ηλικία ακόμη, και αργότερα οι σπουδές του, τον έφεραν σε επαφή και με την αρχαία Ελλάδα. Διάβασε τους κλασικούς, διάβασε και το Τελευταίο κρασί της Μαίρη Ρενό (Mary Renault), που εκτυλίσσεται στην αρχαία Αθήνα, αυτή που η κληρονομιά της παραμένει ενεργή στον κόσμο. Ορκίζεται στο όνομα του Θουκυδίδη, γοητεύεται από το σύνθετο (και πάντα επίκαιρο) της καταγραφής του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά έχει διαβάσει και τον Πλούταρχο – κι εκεί, στον βίο του Νικία, έπεσε πάνω σε αυτό το απόσπασμα:
ἔνιοι δὲ καὶ δι’ Εὐριπίδην ἐσώθησαν. μάλιστα γάρ, ὡς ἔοικε, τῶν ἐκτὸς Ἑλλήνων ἐπόθησαν αὐτοῦ τὴν μοῦσαν οἱ περὶ Σικελίαν· καὶ μικρὰ τῶν ἀφικνουμένων ἑκάστοτε δείγματα καὶ γεύματα κομιζόντων ἐκμανθάνοντες ἀγαπητῶς μετεδίδοσαν ἀλλήλοις [...] τότε γοῦν φασι τῶν σωθέντων οἴκαδε συχνοὺς ἀσπάσασθαι τὸν Εὐριπίδην φιλοφρόνως, καὶ διηγεῖσθαι τοὺς μέν, ὅτι δουλεύοντες ἀφείθησαν ἐκδιδάξαντες ὅσα τῶν ἐκείνου ποιημάτων ἐμέμνηντο, τοὺς δ’, ὅτι πλανώμενοι μετὰ τὴν μάχην τροφῆς καὶ ὕδατος μετέλαβον τῶν μελῶν ᾄσαντες. οὐ δεῖ δὴ θαυμάζειν ὅτι τοὺς Καυνίους φασὶ πλοίου προσφερομένου τοῖς λιμέσιν ὑπὸ λῃστρίδων διωκομένου μὴ δέχεσθαι τὸ πρῶτον, ἀλλ' ἀπείργειν, εἶτα μέντοι διαπυνθανομένους εἰ γινώσκουσιν ᾄσματα τῶν Εὐριπίδου, φησάντων ἐκείνων, οὕτω παρεῖναι καὶ καταγαγεῖν τὸ πλοῖον.
Ορισμένοι λοιπόν από τους Αθηναίους αιχμαλώτους, μετά την καταστροφική έκβαση της εκστρατείας στη Σικελία, σώθηκαν χάρη στον Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Σικελία και θεωρούσαν τα λόγια του, αποσπάσματα από κάθε νέο έργο του, κάθε νέα τραγωδία, πολύτιμα κομμάτια που έπρεπε να αποστηθίζονται και να μεταδίδονται, από τον ένα στον άλλο. Πολλοί επιζήσαντες, επιστρέφοντας στην Αθήνα επισκέφτηκαν τον Ευριπίδη για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους, που ακούσια, μέσω των λέξεων και του πνεύματός του, τους έδωσε σανίδα σωτηρίας, όπλο επιβίωσης. Κάποιοι εξασφάλισαν την ελευθερία τους από τη δουλεία διδάσκοντας στους αφέντες τους το λόγο του τραγωδού, ενώ κάποιοι άλλοι, αιχμάλωτοι ή φυγάδες, αντάλλασσαν αυτόν τον πολύτιμο λόγο, τη γνώση του, με τροφή και νερό, με την ίδια τους την επιβίωση. Και δεν είναι αυτό υπερβολή: ο Πλούταρχος προς επίρρωσιν αναφέρει ότι αντίστοιχο φαινόμενο δύναμης του λόγου του Ευριπίδη είχε παρουσιαστεί και στην Καύνο, την αρχαία πόλη της Καρίας, όπου ξένα πλοία δεν είχαν πρόσβαση στο λιμάνι, ακόμη κι αν τα καταδίωκαν πειρατές… Εκτός αν οι ναύτες τους γνώριζαν χορικά του Ευριπίδη. Τότε, ο Ευριπίδης αποτελούσε εισιτήριο για το λιμάνι και τη σωτηρία.
Δεν έχει γενναίους στα Ένδοξα κατορθώματα, έχει ανθρώπους που ελπίζουν να σωθούν – «ένας άντρας πρέπει να είναι ευγνώμων για τους φόβους του, γιατί αυτό σημαίνει ότι έχει κάτι να χάσει και κάτι να κερδίσει». Δεν ξέρεις τι θα τους περιμένει στον αγώνα τους, τι θα σε περιμένει ως αναγνώστη κι εσένα. Κι αυτά που σε περιμένουν, ειλικρινά, τουλάχιστον μια φορά θα σε συγκλονίσουν. Θα σου αφήσει η αφήγηση αυτή την αίσθηση που σου άφηνε στο τέλος (και κάθε φορά) το Withnail & I, τη μελαγχολική ελπίδα, σαν τον ήχο που βγαίνει από τον αυλό του βιβλίου:
Αυτός ο ήχος [...] είμαστε εμείς, είμαστε εμείς που προσπαθούμε, είμαστε εμείς που χτίζουμε, που λέμε τραγούδια και μαγειρεύουμε, είναι τα φιλιά και οι ιστορίες που λέμε γύρω απ’ τη φωτιά τον χειμώνα, είναι η αξιοπρέπεια και όλα όσα έχουμε να δώσουμε.
Δημήτρης Κούρκουλας, Λίβανος. Μια ξεχωριστή χώρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 160 σελ.
Δεν αποτελεί υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κάθε χώρα επιθυμεί να είναι «ξεχωριστή», με τους δικούς της τρόπους και για τους δικούς της λόγους. Λίγες, όμως, φαίνεται να το κατόρθωσαν στο βαθμό που το πέτυχε ο Λίβανος· και από την άποψη αυτή, ο τίτλος του βιβλίου του Δημήτρη Κούρκουλα είναι εύστοχος. Πράγματι, η μικρή αυτή χώρα της Μέσης Ανατολής, με έκταση όση η μισή Πελοπόννησος, παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, οι οποίες την καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μελέτη μιας σειράς ζητημάτων, όπως οι προκλήσεις της οικοδόμησης εθνικής ταυτότητας σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, ο ρόλος της θρησκείας σε μια πολυθρησκευτική χώρα και η επίδρασή της στο πολιτικό σύστημα.

Τέσσερις χάρτες του Λιβάνου, σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους. 1. Χάρτης του 1862, συνταγμένος από τη γαλλική αποστολή του Beaufort d’Hautpoul, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως πρότυπο για τα σύνορα του Μεγάλου Λιβάνου το 1920. 2. Xάρτης του Μουτεσαφιράτου του Όρους Λιβάνου, περίπου του 1900. 3. Χάρτης της Γαλλικής Εντολής και των κρατών που δημιουργήθηκαν το 1920. 4. Πρόσφατος χάρτης, που δείχνει την κατανομή των θρησκευτικών ομάδων του Λιβάνου σύμφωνα με τα δεδομένα των δημοτικών εκλογών του 2009. Με διακεκομμένη γραμμή προσδιορίζονται τα όρια του Μουτεσαριφάτου.
Με δεδομένο ότι ο Λίβανος βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, είναι εύλογο να ξεκινήσει η απαρίθμηση των ιδιαιτεροτήτων του από τη θρησκεία: ο Λίβανος είναι η μοναδική χώρα της περιοχής όπου το χριστιανικό στοιχείο, αν και όχι πλέον αριθμητικά κυρίαρχο, όπως ήταν στα αρχικά στάδια της ιστορικής του πορείας, εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά σημαντική παρουσία και να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Η έντονη αυτή χριστιανική διάσταση του Λιβάνου (η οποία ενισχύεται περαιτέρω και από τα όχι ευάριθμα δυτικά εκπαιδευτικά του ιδρύματα) του έχει επιτρέψει επίσης και μια, σχετική πάντοτε, πολιτισμική εγγύτητα προς την Ευρώπη, η οποία δεν ανιχνεύεται με την ίδια ένταση σε άλλες αραβικές ή ισλαμικές χώρες. Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι και αυτή συνδεδεμένη με τη θρησκεία: παρότι ο Λίβανος ακολουθεί σε γενικές γραμμές τις τυπικές αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τα πολιτικά αξιώματα δεν δίδονται στη βάση των εκλογικών αποτελεσμάτων των κομμάτων αλλά διαμοιράζονται ανάλογα με το θρήσκευμα. Τέλος, σε μια περιοχή όπου η δημοκρατία είτε είναι εξαιρετικά αδύναμη είτε δεν υπάρχει καθόλου, ο Λίβανος παραχωρεί στους πολίτες του σημαντικά περιθώρια πολιτικής ελευθερίας, ενώ θεωρείται και ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της αραβικής διανόησης. Όπως παρατηρεί ο Κούρκουλας:
Παρ’ όλες τις αδυναμίες του πολιτικού του συστήματος, [ο Λίβανος] είναι αναμφίβολα η πιο δημοκρατική χώρα στον αραβικό κόσμο, είναι η χώρα που προστατεύει την ελευθερία έκφρασης και την ελευθερία του Τύπου, γεγονός που έχει καταστήσει τη Βηρυτό σημαντικό κέντρο των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης. (σ. 31)
Οι ιδιαιτερότητες αυτές οφείλονται, βέβαια, στο ιστορικό παρελθόν της χώρας και συνεπώς μπορούν να κατανοηθούν μόνο αν τοποθετηθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο. Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση του όρου «Λίβανος» ως δηλωτικού της σημερινής χώρας είναι σχετικά πρόσφατη. Πριν από τον 20ό αιώνα, η λέξη «Λίβανος» αναφερόταν σε μια μικρή περιοχή η οποία περιοριζόταν κυρίως στο όρος Λίβανος και τα γύρω εδάφη. Η περιοχή αυτή ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον 16ο έως και τις αρχές του 20ού αιώνα και είχε εσωτερική αυτονομία. H μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού της ήταν χριστιανοί Μαρωνίτες, ενώ ακολουθούσαν οι Δρούζοι, οι ορθόδοξοι χριστιανοί (οι οποίοι είναι γνωστοί με τον όρο «Ελληνορθόδοξοι»), οι Μελκίτες (γνωστοί και ως «Ελληνοκαθολικοί») και οι σουνίτες μουσουλμάνοι.[1] Αρχικά, η ημιαυτόνομη αυτή οντότητα ήταν Εμιράτο και οι εμίρηδες ήταν Δρούζοι και στη συνέχεια Μαρωνίτες ή σουνίτες μουσουλμάνοι· από το 1861, μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, η περιοχή έγινε Mουτεσαριφάτο.[2]
Mουτεσαριφάτο
Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.[3] Δεδομένου ότι στην προνεωτερική Οθωμανική Αυτοκρατορία η θρησκεία έπαιζε τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των συλλογικών ταυτοτήτων, οι Λιβανέζοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση: καθ’ όλη την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας η ισχυρότερη ταυτοτική τους συνθήκη παρέμεινε η θρησκεία τους και όχι κάποια αίσθηση εθνικής (και διαθρησκειακής) ταυτότητας. Έτσι, για παράδειγμα, οι άραβες ορθόδοξοι χριστιανοί του Mουτεσαριφάτου του Λιβάνου ανήκαν και αυτοί στην ορθόδοξη κοινότητα του οθωμανικού «Μιλλέτ των Ρωμιών» («Millet-i Rum»), μαζί με τους Έλληνες, τους Σλάβους, τους Βλάχους, τους ορθόδοξους Αλβανούς και, βεβαίως, τους άλλους ορθόδοξους Άραβες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (οι οποίοι βρέθηκαν τον 20ό αιώνα στη Συρία, στο Ιράκ και στην Ιορδανία).
Η βάση της διοίκησης του Mουτεσαριφάτου ήταν ο Οργανικός Νόμος του 1861, προϊόν διαπραγματεύσεων των Οθωμανών με τις ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως με την Αυστρία και τη Γαλλία, η οποία και είχε αναγορεύσει τον εαυτό της προστάτη των καθολικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ένα ρόλο που πολλοί Μαρωνίτες έβλεπαν με συμπάθεια. Το Μουτεσαριφάτο είχε εσωτερική αυτονομία και τους μουτεσαρίφες τους επέλεγε ο σουλτάνος· δεν είχαν καταγωγή ή άλλου είδους σχέση με τον Λίβανο και ήταν απλά ανώτατοι οθωμανοί αξιωματούχοι με κύρος και εμπειρία, ήταν δε πάντοτε χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί: από τους οκτώ μουτεσαρίφες της περιόδου 1861-1914 δύο ήταν αρμένιοι καθολικοί, τρεις ήταν Μελκίτες και τρεις ρωμαιοκαθολικοί (ένας Αλβανός, ένας ιταλικής καταγωγής και ένας πολωνικής).[4] Ο Οργανικός Νόμος προέβλεπε επίσης και ένα δωδεκαμελές συμβουλευτικό όργανο, στο οποίο συμμετείχαν όλες οι θρησκευτικές ομάδες. Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η ανάδυση του Λιβάνου στη νεότερη ιστορία ως μια οθωμανική ημιαυτόνομη επαρχία τού προσέδωσε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία και επρόκειτο να απολαύσουν μιαν ασυνήθιστα μακρά ζωή: πρώτον, το όρος Λίβανος (είτε ως Εμιράτο είτε ως Μουτεσαριφάτο) θα ήταν μια ουσιαστικά χριστιανική νησίδα μέσα σε μια ισλαμική θάλασσα· δεύτερον, η εξουσία θα διαμοιραζόταν στη βάση θρησκευτικών και όχι πολιτικών ή άλλων κοσμικών κριτηρίων και, τρίτον, καμία θρησκευτική ομάδα (ανεξαρτήτως του πληθυσμιακού μεγέθους της) δεν θα έμενε εκτός εξουσίας αλλά όλες θα είχαν μια θεσμικά κατοχυρωμένη θέση και πολιτική εκπροσώπηση.
Ο Λίβανος με τα σύνορα και την έκταση που έχει σήμερα είναι αποτέλεσμα της γαλλικής κυριαρχίας στην περιοχή. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Συρία και ο Λίβανος πέρασαν στη γαλλική σφαίρα επιρροής. Αρχικά αυτό έγινε με την περίφημη (και για πολλούς: διαβόητη) «Συμφωνία Σάικς-Πικό» (1916) ανάμεσα στη Γαλλία και τη Βρετανία, η οποία και έσυρε «μια γραμμή στην άμμο» των μεταοθωμανικών αραβικών περιοχών· στη συνέχεια, η γαλλική παρουσία επισημοποιήθηκε με την «Εντολή» («Mandate») της Κοινωνίας των Εθνών. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλία δημιούργησε τον λεγόμενο «Μεγάλο Λίβανο» («Grand Liban») το 1920, προσθέτοντας στο παλαιό οθωμανικό Μουτεσαριφάτο την κοιλάδα Μπεκάα, ορισμένες σημαντικές πόλεις (Βηρυτός, Τρίπολη, Τύρος και Σιδώνα) καθώς και εκτεταμένα εδάφη στον νότο.[5] Όπως είναι προφανές, η απόφαση αυτή σφράγισε τη μετέπειτα φυσιογνωμία της χώρας.
Η ανεξαρτησία
Η μεγέθυνση του Λιβάνου ήταν επιθυμητή από τους Μαρωνίτες, καθώς θα επέτρεπε στο νεοπαγές κράτος να έχει μια αυτόνομη πορεία και επιπλέον θα του έδινε και μια σημαντική οικονομική ενίσχυση με την εύφορη κοιλάδα Μπεκάα και την πρόσκτηση των πόλεων και ιδίως της ακμάζουσας Βηρυτού.[6] Από την άλλη μεριά, η εισδοχή των νέων εδαφών, όπου κατοικούσαν κυρίως μουσουλμάνοι, απομείωσε την αριθμητική ισχύ του χριστιανικού στοιχείου, αν και αυτό θα παρέμενε πλειοψηφικό για αρκετά χρόνια ακόμα. Επιπλέον, η δημιουργία του «Μεγάλου Λιβάνου» είχε επακόλουθο και την εμφάνιση για πρώτη φορά στη λιβανέζικη ιστορία ενός σημαντικού αριθμού σιιτών μουσουλμάνων, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στον νότο και την κοιλάδα Μπεκάα, γεγονός που επρόκειτο να αποκτήσει ιδιαίτερο ειδικό βάρος στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Για τους Μαρωνίτες (αλλά και για ένα μέρος των υπόλοιπων χριστιανών), η ύπαρξη του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους ήταν η μόνη επιλογή που θα διασφάλιζε την πολιτική τους θέση (ενίοτε και την κυριαρχία τους), καθώς η εναλλακτική λύση θα ήταν η πλήρης απορρόφησή του από μια μουσουλμανική «Μεγάλη Συρία», κάτι που απεύχονταν μεν οι Μαρωνίτες αλλά επιθυμούσαν οι μουσουλμάνοι τόσο της Συρίας όσο και του Λιβάνου. Έναν ανεξάρτητο Λίβανο, βέβαια, ευνοούσαν και οι Γάλλοι (αν και όχι ομόθυμα) για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά, οι Γάλλοι διοικούσαν άμεσα τη χώρα μέσω γάλλων διοικητών, τους οποίους επικουρούσε ένα συμβουλευτικό σώμα με μέλη από όλες τις θρησκείες, σύμφωνα και με τη λιβανέζικη παράδοση. Από το 1926, ωστόσο, ο Λίβανος απέκτησε σύνταγμα και το ίδιο έτος ιδρύθηκε η «Δημοκρατία του Λιβάνου», αλλά ο γαλλικός έλεγχος παρέμεινε και η χώρα απέκτησε τελικά την ανεξαρτησία της το 1943, ενώ οι τελευταίοι γάλλοι στρατιώτες αποχώρησαν το 1946.[7]
Μια κεφαλαιώδης εξέλιξη στη νεότερη πολιτική ιστορία του Λιβάνου ήταν αναμφίβολα η σύναψη του λεγόμενου «Εθνικού Συμφώνου», το 1943. Το Σύμφωνο αυτό ήταν μεν προφορικό αλλά αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό και αποτέλεσε την κρηπίδα πάνω στην οποία χτίστηκε η ιστορική πορεία του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους. Ακολουθώντας την παράδοση, το Σύμφωνο προέβλεπε ότι οι θέσεις εξουσίας θα διαμοιράζονταν με βάση την αναλογική εκπροσώπηση όλων των δογμάτων και των θρησκειών της χώρας και όριζε ότι ο πρόεδρος θα είναι πάντοτε Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός σουνίτης μουσουλμάνος και ο πρόεδρος της Βουλής σιίτης. Τόσο οι βουλευτικές έδρες όσο και οι θέσεις του δημόσιου τομέα θα υπάγονταν στη συνέχεια και αυτές σε ένα ανάλογο καθεστώς με βάση τη θρησκεία, έτσι ώστε όλα τα δόγματα να έχουν έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών και δημόσιων λειτουργών. Προκειμένου δε να υπολογιστούν οι θέσεις που θα καταλάμβανε η κάθε θρησκεία, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που προέκυψαν από την απογραφή του 1932, η οποία και είχε δώσει μια οριακή χριστιανική πλειοψηφία, με τους Μαρωνίτες να είναι η μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα, ακολουθούμενη από τους σουνίτες, τους σιίτες, τους ορθόδοξους, τους Δρούζους και τους Μελκίτες. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εδώ ότι, προκειμένου να διατηρηθούν οι πρόνοιες αυτές (αλλά και η βαρύνουσα θέση των χριστιανών στη χώρα), ο Λίβανος δεν διενήργησε καμία άλλη απογραφή, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή να διερευνηθεί με απόλυτη ακρίβεια και από επίσημες πηγές η εξέλιξη των δημογραφικών μεγεθών της χώρας μετά το 1932.[8]
Εκτός από αυτές τις σημαντικές διατάξεις, όμως, το «Εθνικό Σύμφωνο» σηματοδοτούσε κάτι πολύ ευρύτερο: επρόκειτο, ουσιαστικά, για μια δέσμευση των χριστιανών και των μουσουλμάνων ηγετών του Λιβάνου ότι η χώρα θα εξακολουθούσε να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Προκειμένου να συμβεί αυτό, βέβαια, έπρεπε να γίνουν εκατέρωθεν παραχωρήσεις, οι οποίες, εκτός από το ζήτημα της πολιτικής ισχύος, άγγιζαν και ουσιαστικά ζητήματα ταυτότητας: οι μεν μουσουλμάνοι θα αναγνώριζαν την ανεξάρτητη ύπαρξη του Λιβάνου και θα εγκατέλειπαν την προοπτική εισόδου του σε μια «Μεγάλη Συρία», ενώ οι Μαρωνίτες θα εγκατέλειπαν τα όποια σχέδια είχαν για πρόσδεση της χώρας στη Γαλλία και θα αποδέχονταν ότι ο Λίβανος έχει μια καθαρά αραβική ταυτότητα. Οι παραχωρήσεις αυτές δεν ήταν εύκολες, ούτε και έγιναν ειλικρινώς αποδεκτές από όλους: πολλοί Μαρωνίτες εξακολούθησαν να αρνούνται ότι είναι εθνοτικά Άραβες, υιοθέτησαν την άποψη ότι κατάγονται από τους Φοίνικες και τόνιζαν τη «μεσογειακή» διάσταση της ταυτότητάς τους, ενώ σημαντικό μέρος των μουσουλμάνων αρνείτο να ενταφιάσει τα φιλοσυριακά ή/και παναραβικά του αισθήματα.
Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο ιδιότυπος «ιστορικός συμβιβασμός» μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων απεδείχθη εξαιρετικά ανθεκτικός και ο Λίβανος εξακολουθεί να υφίσταται ως ενιαίο κράτος στο οποίο συμβιώνουν διαφορετικές θρησκείες, παρά τη θυελλώδη πολιτική ζωή της χώρας και τις εξαιρετικά αντίξοες τοπικές και διεθνείς συνθήκες. Οι προκλήσεις και οι δυσχέρειες που αντιμετώπισε ο Λίβανος μετά την ανεξαρτησία του δεν ήταν λίγες: ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος (1975-1990), η μακρόχρονη συριακή παρουσία (1976-2005), η ισραηλινή κατοχή νότιων εδαφών της χώρας (1982-2000), η εμπλοκή του Λιβάνου στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, η πολύχρονη εγκατάσταση χιλιάδων παλαιστίνιων προσφύγων και η ανάδυση της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, ως όργανο του Ιράν αλλά και φορέα ενδυνάμωσης του σιιτικού στοιχείου, έφεραν συχνά τον Λίβανο στα όριά του και έθεσαν σε κίνδυνο ακόμα και αυτή την ύπαρξή του. Επιπλέον, την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, ο Λίβανος βρίσκεται μπροστά σε νέες και εξαιρετικά δυσοίωνες εξελίξεις λόγω του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και της συμμετοχής σε αυτόν της Χεζμπολάχ, γεγονός που οδήγησε σε νέο κύκλο ισραηλινών επιθέσεων.

Λιβανέζοι χριστιανοί στρατιώτες του Μουτεσαριφάτου του Όρους Λιβάνου με πλήρη εξάρτυση, τέλη του 19ου αιώνα. Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.
mideastimage.com
Ιδιαιτερότητες
Εύλογα, η σημερινή κατάσταση αναζωπύρωσε και στην Ελλάδα το ενδιαφέρον για τον Λίβανο και, κατά συνέπεια, το βιβλίο του Δημήτρη Κούρκουλα δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί σε προσφορότερη συγκυρία. Ο συγγραφέας, ανώτατο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας (2012-2015), έχει την απαιτούμενη σκευή για να προσεγγίσει με επάρκεια το θέμα του, καθώς υπηρέτησε ως πρέσβης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Λίβανο την περίοδο 1997-2001 και ήταν, μάλιστα, ο πρώτος πρέσβης που έστειλε η ΕΕ στη χώρα μετά τον εμφύλιο πόλεμο.[9] Δύο σημεία χρειάζεται να αναφερθούν εξαρχής: το πρώτο είναι ότι το βιβλίο αυτό (έκτασης 157 σελίδων) έχει εισαγωγικό χαρακτήρα και είναι γραμμένο για να διαβαστεί από τον μέσο, πεπαιδευμένο αναγνώστη, ο οποίος ενδιαφέρεται να αποκτήσει μια πρώτη επαφή με τη λιβανέζικη πραγματικότητα. Το στόχο αυτό ο Κούρκουλας τον πετυχαίνει απολύτως και γιατί γράφει με στρωτή και συγκροτημένη γλώσσα χωρίς βερμπαλισμούς αλλά και διότι επεξηγεί με σαφήνεια τις ποικίλες διαστάσεις των ζητημάτων που παρουσιάζει, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει ο αναγνώστης πρότερη γνώση της χώρας.
Το δεύτερο σημείο είναι, ίσως, ακόμα πιο χρήσιμο για τον αναγνώστη: είναι σύνηθες για πολλούς «δυτικούς» παρατηρητές, και ιδίως για όσους έχουν ελλιπή γνώση της περιοχής, να γράφουν για την αραβική «Ανατολή» (όπως άλλωστε και για τα Βαλκάνια) με ένα, συγκαλυμμένο ή όχι, αίσθημα ανωτερότητας. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στο βιβλίο αυτό. Ο συγγραφέας του προσεγγίζει με πρόδηλη συμπάθεια και (γιατί όχι;) αγάπη τον Λίβανο και τους κατοίκους του: «αυτό που κάνει τον Λίβανο αξιαγάπητο», γράφει, «είναι η ζεστασιά των ανθρώπων, η ενεργητικότητά τους και η αγάπη τους για ζωή» (σ. 145). Όταν πρωτοπήγε στη χώρα, η «αναρχία» που επικρατούσε στο αεροδρόμιο αλλά και γενικότερα, τα κατεστραμμένα κτίρια και τα πολλαπλά σημεία ελέγχου από πάνοπλους (αλλά συχνά ρακένδυτους) στρατιώτες τον ώθησαν να βρει τρόπους για να επιστρέψει στις Βρυξέλλες. «Σε πολύ σύντομο διάστημα», ωστόσο, «συνεπαρμένος από τη ζωντάνια της Βηρυτού, είχα αρχίσει να σκέφτομαι το ακριβώς αντίθετο: πώς θα μπορούσα να παρατείνω τη διαμονή μου» (σ. 25-26). Είναι προφανές ότι το έργο αυτό δεν είναι μόνο καρπός γνώσης και πολιτικής εμπειρίας αλλά και ένας θερμός χαιρετισμός σε έναν πραγματικά αξιαγάπητο όσο και μαρτυρικό λαό.
Η δομή του βιβλίου είναι και αυτή στρωτή και αναπτύσσεται με χρονολογική σειρά: 15 κεφάλαια αναλύουν με περιεκτικό αλλά ακριβή τρόπο τις σημαντικότερες πτυχές που συνθέτουν τη λιβανέζικη εμπειρία. Έπειτα από δύο εισαγωγικά κεφάλαια όπου διαγράφεται σε αδρές γραμμές η ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου από την οθωμανική εποχή μέχρι και την ανεξαρτησία (σ. 28-42), ο συγγραφέας προχωρά στην κάλυψη ευρείας γκάμας θεμάτων, η οποία εκτείνεται από το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, το θρησκευτικό του μωσαϊκό και τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι τη συριακή παρουσία στη χώρα, τη διακυβέρνηση του Ραφίκ Χαρίρι (1992-1998, 2000-2004) και την ελληνική κοινότητα της Βηρυτού. Η λιβανέζικη οικονομία αλλά και η λιβανέζικη κουζίνα (πολυπολιτισμική και αυτή) έχουν επίσης τα δικά τους κεφάλαια. Παρότι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην πολιτική κατάσταση και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, δεν λείπουν οι αναφορές σε ορισμένα ενδιαφέροντα ζητήματα της κοινωνικής ζωής του Λιβάνου, όπως, για παράδειγμα, στη σιιτική πρακτική του «γάμου προσωρινής απόλαυσης» (nikah al-mut’ah), μιας πραγματικά ευφάνταστης λύσης για τη σύντομη συμβίωση ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής και πατριαρχικής κοινωνίας. Η πρακτική αυτή επιτρέπει τη νόμιμη συμβίωση για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, μετά την παρέλευση του οποίου ο «γάμος» λύεται αυτομάτως χωρίς περαιτέρω νομικές διαδικασίες, ενώ η «σύζυγος» λαμβάνει και ένα χρηματικό ποσό (σ. 48). Το βιβλίο πλαισιώνεται από ένα χρήσιμο χρονολόγιο, το οποίο καλύπτει την ιστορία του Λιβάνου από τη φοινικική αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας και από σύντομα βιογραφικά σημειώματα 11 προσωπικοτήτων που άφησαν το στίγμα τους στην πολιτική, οικονομική αλλά και πολιτιστική ζωή του Λιβάνου, όπως ο μαρωνίτης πολιτικός Μισέλ Αούν, ο χριστιανός συγγραφέας Αμίν Μααλούφ, ο δρούζος ηγέτης Καμάλ Τζουμπλάτ (πατέρας του σημερινού ηγέτη των Δρούζων, Ουαλίντ) και ο σιίτης Ναμπίχ Μπέρι, ο οποίος είναι μακράν «ο μακροβιότερος πρόεδρος Κοινοβουλίου παγκοσμίως», καθώς εκλέγεται στην προεδρία της Βουλής του Λιβάνου συνεχώς από το 1992 (σ. 152). Θα βοηθούσε τον αναγνώστη η ύπαρξη ενός χάρτη που να δείχνει την εδαφική εξέλιξη της χώρας από το Εμιράτο του Λιβάνου μέχρι και τον «Μεγάλο Λίβανο», όπως και ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων. Καλό θα ήταν αυτά να προστεθούν στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου.
Ο Κούρκουλας είναι προσεκτικός στις παρατηρήσεις του και αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις. Εξετάζοντας τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε ως σύγκρουση μεταξύ Μαρωνιτών και μουσουλμάνων, για παράδειγμα, αναφέρεται στη σφοδρή διαμάχη, το 1978, ανάμεσα στον φιλοσύριο Μαρωνίτη Σουλεϊμάν Φρανζί (πρόεδρος: 1970-1976) και τον επίσης Μαρωνίτη αλλά φιλοϊσραηλινό Μπασίρ Τζεμαγιέλ, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος τον Αύγουστο του 1982 αλλά δολοφονήθηκε λίγες μέρες αργότερα. Η σύγκρουση αυτή, κατά την οποία ο γιος του Σουλεϊμάν, Αντουάν (Τόνι), μαζί με την κόρη και τη σύζυγο του γιου του, δολοφονήθηκαν από άνδρες του Τζεμαγιέλ, επιτρέπει στον Κούρκουλα να τονίσει ότι η αιματηρή ενδομαρωνιτική διαμάχη «δείχνει πόσο περίπλοκος ήταν ο εμφύλιος πόλεμος και δεν ήταν απλώς μια αντιπαράθεση χριστιανών και μουσουλμάνων, αλλά συχνά χριστιανών εναντίον χριστιανών και μουσουλμάνων εναντίον μουσουλμάνων, με συνεχώς εναλλασσόμενες συμμαχίες και μέτωπα» (σ. 62-63). Η παρατήρηση αυτή υπογραμμίζει μια σημαντική σταθερά της νεότερης ιστορίας του Λιβάνου. Όπως ακριβώς ο εμφύλιος του 20ού αιώνα δεν ήταν απλά ένας θρησκευτικός πόλεμος, έτσι και η εμφύλια σύρραξη μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων στο όρος Λίβανος το 1860, όπως παρατηρεί ο διαπρεπής ιστορικός του αραβικού κόσμου Albert Hourani, είχε κυρίως πολιτικά και κοινωνικά αίτια και δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα στη θρησκεία. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη διαφορετικών θρησκειών δεν οδηγεί αναπόδραστα σε σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά, η διακοινοτική βία δεν ήταν ο κανόνας αλλά μάλλον η εξαίρεση: σε γενικές γραμμές, συμπεραίνει ο Hourani, γράφοντας το 1946, οι θρησκευτικές κοινότητες του Λιβάνου συμβίωναν ειρηνικά και με σεβασμό στη θρησκεία και στις παραδόσεις των γειτόνων τους.[10]
Επιπλέον, η σημαντική προσωπική εμπειρία που απέκτησε ο Κούρκουλας στη χώρα λόγω της θέσης του, του δίνει τη δυνατότητα να διανθίσει το κείμενό του με ενδιαφέρουσες βινιέτες, οι οποίες εικονογραφούν άριστα τα βασικά ζητήματα που αναλύει. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, για παράδειγμα, διαπίστωσε με έκπληξη ότι η ΕΕ είχε τέσσερις οδηγούς διαφορετικού θρησκεύματος, μια πρακτική την οποία θεώρησε σπατάλη. Σύντομα, όμως, κατάλαβε τη σκοπιμότητα της επιλογής αυτής: ανάλογα με το εκάστοτε πρόγραμμα μετακινήσεων του πρέσβη, το αυτοκίνητό του έπρεπε να περάσει από συγκεκριμένα σημεία στρατιωτικού ελέγχου, τα οποία επάνδρωναν συγκεκριμένες πολιτοφυλακές. Έτσι, η πρεσβεία επέλεγε τον οδηγό του πρεσβευτικού αυτοκινήτου ανάλογα με το ποιος θα επάνδρωνε τα checkpoints, από τα οποία έπρεπε να περάσει. Δεν αποτελεί έκπληξη, βέβαια, ότι ο μαρωνίτης οδηγός (και πρώην πυγμάχος) ο οποίος και τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο «έσπρωχνε με δύναμη για να μου ανοίξει διάδρομο να περάσω ανάμεσα στο πλήθος», ενώ στη συνέχεια του είπε: «Καλωσορίσατε και συγγνώμη για την αναστάτωση, αλλά βρισκόμαστε στο μουσουλμανικό τμήμα της Βηρυτού» (σ. 20-21).
Όπως θα περίμενε κανείς, ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες στο ιδιόμορφο πολιτικό σύστημα του θρησκευτικού κοινοτισμού του Λιβάνου, το οποίο, όπως έχει επισημανθεί, διαμοιράζει τα πολιτικά αξιώματα με βάση τη θρησκεία και είναι γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία ως «confessionalism» και «sectarianism». Στα ελληνικά, ο Κούρκουλας τον αποδίδει με τον όρο «ομολογητισμός» (σ. 45) και σημειώνει, με μια ισορροπημένη διατύπωση, ότι το σύστημα αυτό, «[θ]εωρήθηκε, δικαίως, εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία των θεσμών και μια από τις κύριες αιτίες της διαφθοράς που υπονομεύει τη χώρα Οι υπερασπιστές του ισχύοντος συστήματος εξακολουθούν να το βλέπουν ως τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή που επιτρέπει σε μια πολυθρησκευτική κοινωνία να βιώνει μια μορφή ενότητας και να αποτρέπει την κυριαρχία μιας θρησκευτικής κοινότητας έναντι των υπολοίπων» (σ. 47). Πράγματι, το σύστημα αυτό επικρίνεται συχνά ως «αρχαϊκό» και έχει όντως εμποδίσει τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρικού κράτους. Ωστόσο, όχι μόνο αποτρέπει την απόλυτη κυριαρχία μιας θρησκείας αλλά, καθώς συμπεριλαμβάνει όλες τις θρησκείες και τα δόγματα του Λιβάνου, δεν αφήνει καμία κοινότητα ανέστια και χωρίς θεσμοθετημένη θέση στο πολιτικό σύστημα. Είναι επίσης σημαντικό να προστεθεί και το ότι η αδυναμία του λιβανέζικου κεντρικού κράτους απέτρεψε την οικοδόμηση μιας πανίσχυρης αλλά και δικτατορικής κεντρικής εξουσίας, ανάλογης με αυτή της Συρίας ή του Ιράκ, με τα γνωστά σε όλους θλιβερά αποτελέσματα για τους λαούς των χωρών αυτών.
Η ύπαρξη του θρησκευτικού κοινοτισμού, ωστόσο, όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, είχε και μια ακόμα διάσταση: την αδυναμία δημιουργίας ενός κοινού εθνικού αισθήματος «και την έλλειψη κοινού εθνικού αφηγήματος, μιας κοινής ερμηνείας ή ανάγνωσης της Ιστορίας» (σ. 48). Η εκτίμηση αυτή είναι απολύτως βάσιμη, καθώς πολλοί Λιβανέζοι (αν και λιγότεροι από ό,τι στο παρελθόν) εξακολουθούν να προσλαμβάνουν τον εαυτό τους κυρίως ως μέλος μιας θρησκευτικής και όχι μιας εθνικής ομάδας. Στο σημείο αυτό θα ήταν διαφωτιστική μια σύγκριση με μια άλλη εδαφικά μικρή, θρησκευτικά πλουραλιστική και μεταοθωμανική χώρα, η οποία, όμως, κατάφερε, σε πλήρη αντίθεση με τον Λίβανο, να δημιουργήσει μια ισχυρή εθνική ταυτότητα: την Αλβανία. Η σύγκριση με την Αλβανία ίσως ξενίζει αλλά δεν θα έπρεπε: όπως και ο Λίβανος έτσι και η Αλβανία ανήκε επί αιώνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και περιείχε διαφορετικές θρησκείες και δόγματα: ορθόδοξους και καθολικούς χριστιανούς, σουνίτες μουσουλμάνους και Μπεκτασήδες, μια μυστικιστική και συγκρητιστική θρησκευτική ομάδα, γέννημα της λαϊκής ισλαμικής θρησκευτικότητας. Ο αλβανικός εθνικισμός εκδήλωσε τα πρώτα του σκιρτήματα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα αλλά άργησε να κυριαρχήσει, παρότι υπήρχε αλβανικό κράτος από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο κύριος λόγος της καθυστέρησης αυτής ήταν ότι υπήρχαν πολλές διαιρετικές τομές ανάμεσα στους Αλβανούς: η χώρα ήταν χωρισμένη ανάμεσα στους (μουσουλμάνους και καθολικούς χριστιανούς) Γκέκηδες, που ζούσαν στον φυλετικά οργανωμένο βορρά, και στους (ορθόδοξους χριστιανούς και μουσουλμάνους) Τόσκηδες, που κατοικούσαν στον αγροτικό νότο, ο οποίος και βασιζόταν στη διευρυμένη οικογένεια.[11] Η αλβανική κοινωνία, με άλλα λόγια, ήταν και αυτή κατακερματισμένη θρησκευτικά όπως και ο Λίβανος.
Ο δρόμος που ακολούθησε η Αλβανία, ωστόσο, ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν του Λιβάνου: στην Αλβανία, η άνοδος στην εξουσία του Ενβέρ Χότζα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έφερε στη χώρα ένα δικτατορικό κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο κυριολεκτικά ξεθεμέλιωσε βίαια όλα τα ερείσματα της θρησκείας από την Αλβανία, ενώ την ανακήρυξε και επισήμως ως την «πρώτη αθεϊστική χώρα» τη δεκαετία του 1960. Ο εξοστρακισμός της θρησκείας και η επίσης βίαιη διάλυση των φυλετικών δομών του βορρά δημιούργησαν ένα ταυτοτικό κενό, το οποίο και καλύφθηκε πλήρως από τον αλβανικό εθνικισμό, τον λεγόμενο «Αλβανισμό», που προωθούσε το κομμουνιστικό καθεστώς.[12] Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην πλήρη εδραίωση του εθνικισμού στην Αλβανία και αποδεικνύει κάτι σημαντικό: η ανάπτυξη εθνικού αισθήματος σε πολυθρησκευτικές, μεταοθωμανικές κοινωνίες δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί χωρίς την ύπαρξη μιας αυταρχικής κεντρικής εξουσίας, η οποία και θα διαλύσει τις εστίες αφοσίωσης που είναι ανταγωνιστικές προς τον εθνικισμό, όπως η θρησκεία, οι φυλετικές δομές και ο τοπικισμός. Η Αλβανία του Χότζα το κατάφερε αυτό, οικοδομώντας στην πορεία μια εθνική ταυτότητα. Ο Λίβανος, αντιθέτως, δεν ακολούθησε το δρόμο αυτό: όχι μόνο δεν επιτέθηκε στις θρησκείες που κατακερματίζουν τη λιβανέζικη κοινωνία αλλά τις κατέστησε, όπως έχει ήδη επισημανθεί, κυρίαρχο πολιτικό μηχανισμό, υιοθετώντας τον θρησκευτικό κοινοτισμό. Έτσι, απέφυγε μεν τη δικτατορία του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη βαρβαρότητα της ισχυρής κεντρικής εξουσίας αλλά δεν κατάφερε να οικοδομήσει ένα κοσμικό έθνος.
Η Χεζμπολάχ
Η παρουσία στον Λίβανο της Χεζμπολάχ απασχολεί διαρκώς την πολιτική επικαιρότητα και δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το βιβλίο αυτό. Ο Κούρκουλας κάνει αρκετές αναφορές στην οργάνωση αυτή (κυρίως στις σ. 99-112) και ανατέμνει με διεισδυτικότητα την ανάδυση και την εξέλιξή της, καθώς και τη διαδρομή του ηγέτη της Χασάν Νασράλα, ο οποίος σκοτώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 από τους Ισραηλινούς. Η Χεζμπολάχ («Το κόμμα του Θεού») εγγράφεται στη σταδιακή πολιτική «αφύπνιση» των σιιτών του Λιβάνου, οι οποίοι αρχικά ήταν «πολιτικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένοι» (σ. 100). Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης. Όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, δεν πρόκειται για μια μονοδιάστατα τρομοκρατική οργάνωση, όπως εκτιμούν πολλοί, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Η Χεζμπολάχ είναι ένας σύνθετος φορέας που περιέχει έναν αξιόμαχο, άριστα εκπαιδευμένο και καλά εξοπλισμένο στρατιωτικό βραχίονα, ένα πολιτικό κόμμα που συμμετέχει πλήρως στην πολιτική και κοινοβουλευτική ζωή του Λιβάνου και μια οργάνωση που υποστηρίζει ποικίλες κοινωνικές δράσεις στις σιιτικές περιοχές, χτίζει νοσοκομεία και σχολεία, ενισχύει τις οικογένειες μαχητών που σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις με το Ισραήλ, ενώ ανοικοδομεί και τις περιοχές που κατά καιρούς πλήττονται από τις ισραηλινές επιθέσεις. Η Χεζμπολάχ έφτασε στο απόγειο της δύναμης και της δημοτικότητάς της το 2000, όταν οι επιθέσεις των μαχητών της ανάγκασαν το Ισραήλ να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατείχε στον νότιο Λίβανο. Σήμερα, βέβαια, η οργάνωση αυτή έχει δεχτεί σφοδρά χτυπήματα από το Ισραήλ, ενώ έχει αλλάξει δραματικά και η συνολική στρατηγική εικόνα της Μέσης Ανατολής με την εκδίωξη του Άσαντ από τη Συρία, τα συντριπτικά ισραηλινά πλήγματα εναντίον της Χαμάς και τον πόλεμο στο Ιράν. Παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, ωστόσο, το να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στον Λίβανο αλλά και το ποια θα είναι τα επόμενα βήματα της Χεζμπολάχ, καθώς και το αν θα καταφέρει το εξαιρετικά αδύναμο λιβανέζικο κράτος να την αφοπλίσει.
Στην αρχή του κειμένου αυτού επισημάνθηκε ότι ο χαρακτηρισμός «ξεχωριστή χώρα», που αποδίδει στον Λίβανο ο υπότιτλος του βιβλίου του Κούρκουλα είναι απολύτως εύστοχος. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, ωστόσο, έχει και άλλες αναγνώσεις. Πράγματι, ο Λίβανος δεν είναι «ξεχωριστός» μόνο επειδή έχει ιδιαιτερότητες που δεν απαντώνται στις άλλες μεσανατολικές χώρες αλλά και διότι μέχρι σήμερα κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που συνάντησε με δημιουργικότητα, θυσίες και επιμονή· και αυτό τον κάνει δυο φορές ξεχωριστό. Όσοι ενδιαφέρονται να κατανοήσουν τις προκλήσεις αυτές και τους τρόπους αντιμετώπισής τους θα βρουν στο βιβλίο του Κούρκουλα έναν προσεκτικό, καλογραμμένο και αξιόπιστο οδηγό.

Μάιος 2023. Συστοιχίες πυραυλικών συστημάτων της Χεζμπολάχ και οι χειριστές τους, στην περιοχή του χωριού Ααράμτα, στον νότιο Λίβανο. Η Χεζμπολάχ ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης.
Tasnim News Agency
[1] Οι Μαρωνίτες ανήκουν στις «ανατολικές καθολικές εκκλησίες» και, παρότι έχουν διαφορετικό τυπικό από τους ρωμαιοκαθολικούς, βρίσκονται σε κοινωνία με τη Ρώμη και αποδέχονται την παπική ηγεσία. Το ίδιο κάνουν και οι Μελκίτες, οι ελληνόρυθμοι Ελληνοκαθολικοί, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ορθοδοξία στις αρχές του 18ου αιώνα και αναγνώρισαν τον Πάπα, διατηρώντας το τυπικό τους. Η χρήση του όρου «Ελληνορθόδοξοι», όπως επισημαίνει ο Κούρκουλας, δεν σημαίνει ότι έχουν ελληνική εθνοτική καταγωγή, καθώς ο όρος αυτός είναι μετάφραση του οθωμανικού «ρουμ ορτοντόκς» (σ. 123-124). Ομοίως και οι «Ελληνοκαθολικοί», είναι και αυτοί άραβες, ενώ και αυτός ο όρος είναι μετάφραση του αντίστοιχου οθωμανικού. Η θρησκεία των Δρούζων προέρχεται ιστορικά από τον ισμαηλιτικό κλάδο του σιιτικού Ισλάμ και έχει έντονα συγκρητιστικό χαρακτήρα, καθώς ενσωματώνει στοιχεία διαφόρων θρησκειών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Για περιεκτικές εισαγωγές στις θρησκευτικές αυτές κοινότητες βλ. τα οικεία λήμματα στο έργο των Gabor Agoston – Bruce Masters (eds), Encyclopedia of the Ottoman Empire (New York 2001). Για την πρώιμη ιστορία των ανατολικών καθολικών εκκλησιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βλ και Charles A. Frazee, Catholics and Sultans: The Church and the Ottoman Empire 1453-1923 (Cambridge 1983), 48-55 και για τον 19ο αιώνα 275-292.
[2] Μεταξύ του Εμιράτου και του Μουτεσαριφάτου μεσολάβησε και μία σύντομη περίοδος (1843-1861) όπου, κατόπιν πιέσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η περιοχή του όρους του Λιβάνου χωρίστηκε σε δύο οντότητες, μια μαρωνιτική και μία υπό τον έλεγχο των Δρούζων. Κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές με τους Οθωμανούς, η Βρετανία υποστήριζε τους Δρούζους και η Αυστρία τους Μαρωνίτες. Ο κυβερνήτης της κάθε περιοχής έφερε τον τίτλο του καϊμακάμη. Βλ. Bruce Masters, The Arabs of the Ottoman Empire, 1516-1918: A Social and Cultural History (Cambridge 2013), 166.
[3] Ο όρος ανήκει στο βιβλίο του Engin Akarli, The Long Peace: Ottoman Lebanon, 1861-1920. (Berkeley 1993), ενός από τα σημαντικότερα βιβλία για το Μουτεσαριφάτο. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του (σ. 1), η περίοδος αυτή ήταν «το μεγαλύτερο διάστημα εσωτερικής ειρήνης στη νεότερη ιστορία του Λιβάνου» («the longest span of internal peace in modern Lebanese history»).
[4] Ο αλβανός μουτεσαρίφης ήταν ο Πάσκο Βάσα (ή Βάσα πασά), ένας πολύγλωσσος οθωμανός αξιωματούχος, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Για την εσωτερική οργάνωση και εξέλιξη του μουτεσαριφάτου βλ.επίσης: Fawwaz Traboulsi, A History of Modern Lebanon (London 2012), 41-51. Για τη γαλλική πολιτική βλ. Frazee, Catholics, ό.π., passim.
[5] Κατά τη συμφωνία αυτή οι Γάλλοι θα έλεγχαν τη Συρία και τον Λίβανο και οι Βρετανοί το Ιράκ, την (υπερ)Ιορδανία και την Παλαιστίνη, βλ. James Barr, Μια γραμμή στην άμμο 1915-1949: Η Βρετανία, η Γαλλία και η διαμάχη που διαμόρφωσε τη Μέση Ανατολή (Αθήνα 2025).
[6] Για ένα ενδιαφέρον πορτρέτο της Βηρυτού ως μιας «λεβαντίνικης» πόλης βλ Φίλιπ Μάνσελ, Λεβάντε: Μεγαλείο και Καταστροφή στη Μεσόγειο (Αθήνα 2010), και ιδίως τα κεφ. Θ΄ και ΙΕ΄.
[7] Για τη μεσοπολεμική ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου βλ. M. E. Yapp, The Near East Since the First World War (London - New York 1991), 104-115.
[8] Για το «Εθνικό Σύμφωνο» του 1943 βλ. Farid El-Khazen, The Communal Pact of National Identities: The Making and Politics of the 1943 National Pact (Papers on Lebanon 12, Oxford Centre for Lebanese Studies 1991).
[9] Εκτός από την κεντρική υπηρεσία της ευρωπαϊκής επιτροπής, ο Κούρκουλας υπηρέτησε και ως πρέσβης της ΕΕ στη Βουλγαρία την περίοδο 2001-2006 και στη Βοσνία (2006-2010). Έχει γράψει και άλλα δυο βιβλία, τα οποία σχετίζονται και αυτά με την επαγγελματική του διαδρομή: Μην πυροβολείτε την Ευρώπη. Γιατί είναι απαραίτητη η Ευρωπαϊκή Ένωση (Αθήνα 2021) και Βοσνιακά θραύσματα. Μια νάρκη στην καρδιά της Ευρώπης (Αθήνα 2024).
[10] Albert Hourani, Syria and Lebanon: A Political Essay (Oxford 1946), 130.
[11] Για την ιστορική εξέλιξη του αλβανικού εθνικισμού βλ. Stavro Skendi, The Albanian national awakening, 1878-1912 (Princeton 1967)· Nathalie Clayer, Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού (Ιωάννινα 2009). Για τους Μπεκτασήδες βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων», Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006. Αναρτημένη στον ιστότοπο: https://argolikivivliothiki.gr/2012/01/23/religion/ Για τη φυλετική κοινωνία της βόρειας Αλβανίας, βλ. M. Edith Durham, Βόρεια Αλβανία. Φυλή, τιμή και βία σε μια προνεοτερική κοινωνία (Αθήνα 2026).
[12] Για τη θρησκευτική πολιτική του Χότζα βλ. Bernhard Tonnes, “Religious persecution in Albania,” στο περιοδικό: Religion in Communist Lands τ.10, νο. 3 (1982), 242-255. Η έννοια του «Αλβανισμού» είχε δημιουργηθεί ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Πάσκο Βάσα, ο οποίος έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω ως μουτεσαρίφης του Λιβάνου. Ο Βάσα ήταν από τις σημαντικότερες μορφές του αλβανικού εθνικισμού και στο ποίημά του «Ω φτωχή Αλβανία», κάλεσε τους συμπατριώτες του να μη σκέφτονται «την εκκλησία ή το τζαμί» και κατέληγε: «η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός.». Βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα», όπ.π.
Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, Αθήνα 2026, 80 σελ.
Ρουμάνος από τη Βραΐλα, ο συμβολιστής και αβανγκάρντ ποιητής θα φύγει το 1933 στο Παρίσι, όπου θα γράψει στα γαλλικά το έργο Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, ένα έργο που έγινε ενθουσιωδώς δεκτό σε μια κοινωνία η οποία διεκδικούσε την πρωτοπορία. Συγγραφέας με λυρικό βάθος, ψυχολογική αλήθεια και πρωτοποριακή γραφή, ο Ιλαρί Βορονκά γράφει επηρεασμένος από τους πολέμους που συντάραξαν την Ευρώπη, επινοώντας έναν ήρωα που αναζητεί μια τεχνητή ψυχή. Τι θα γίνει όταν τη βρει; [ΤΒJ]
Ο ελάχιστα αξιοσέβαστος και αξιομνημόνευτος στα καθ’ ημάς Τζον Λοκ νομίζω ότι θα χαιρόταν ιδιαιτέρως μαθαίνοντας για τη μετάφραση στην ημεδαπή του συγκεκριμένου κειμένου. Δεν επρόκειτο βέβαια για φιλοσοφικό κείμενο, εντούτοις η κεντρική του ιδέα διατηρεί εκλεκτικιστική συγγένεια με την ιδέα που διατύπωσε ο εμπειριστής φιλόσοφος στο εμβόλιμο κεφάλαιό του για την προσωπική ταυτότητα, στο μνημειώδες έργο του Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση.
Το πότε ακριβώς γράφτηκε η συγκεκριμένη νουβέλα συνιστά ένα μικρό μυστήριο. Δυστυχώς, η έκδοση δεν μας δίνει πληροφορίες, ενώ και το ΑΙ μάλλον σφάλλει τοποθετώντας τη μεταξύ του 1927 και του 1929. Με βάση το κείμενο θεωρώ πιο πειστική τη χρονολογία του 1942.
Ο συγγραφέας βίωσε ως παιδί τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που κλόνισε αμετάκλητα τις ζωτικές αυταπάτες της ευρωπαϊκής συνείδησης και στοίχειωσε τον ψυχισμό των υποκειμένων. Ο Β΄ Παγκόσμιος ήρθε να ολοκληρώσει ό,τι δεν πρόλαβε ο προηγούμενος. Όπως αναφέρει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στην προλογική παράγραφο του κειμένου, «ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης». Σε αυτόν ακριβώς τον πόλεμο οφείλει παραδόξως τη σωτηρία του. Ένας παράξενος χειρουργός με ξεχωριστές ικανότητες, αφαιρεί από τον πρωταγωνιστή την ψυχή του που «είχε βαρύνει από το πύον και θα σας παρέσερνε στα βάθη μιας αληθινής κόλασης». Δεν πεθαίνει μεν, ωστόσο λέει: «ένιωθα μέσα μου ένα μεγάλο κενό». Επιστρέφει στο χειρουργό και ζητάει να του βάλει μια τεχνητή ψυχή. Οι συνθήκες του πολέμου «προσφέρουν καθημερινά μια εξαιρετική συγκομιδή ψυχών», οι οποίες με την κατάλληλη επεξεργασία και το σωστό σετάρισμα τοποθετούνταν στον αιτούντα. Τα πενιχρά εισοδήματα του πρωταγωνιστή τον υποχρεώνουν σε σειρά εκπτώσεων. Αδυνατεί να τοποθετήσει ψυχή από χρυσάφι, καουτσούκ, ακόμα και ζώου, αφού ειδικά αυτές είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Ο γιατρός του γνωστοποιεί ότι έχει γι’ αυτόν ανταλλακτικό που προορίζεται για «σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους που επέλεξαν ψυχή γαϊδουριού». Η πρόοδος της επιστήμης γεννά επίσης την υποψία ότι ίσως στο μέλλον οι άνθρωποι να αντιληφθούν ότι και οι μηχανές έχουν ψυχή και μια ανάλογη μηχανική ψυχή, π.χ. ενός πλοίου, να τοποθετηθεί σε έναν ναυτικό. Εντέλει, καταλήγει να τοποθετήσει στον πρωταγωνιστή μας την ψυχή ενός στρατιώτη.
Το φανταστικό ως ψυχικό μονοπάτι
Από το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ο συγγραφέας μάς εισάγει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας με ένα φουτουριστικό εύρημα, αυτό της αντικατάστασης της ψυχής. Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, η συνεπόμενη ικανοποίηση και οίηση γεννά την πίστη στην έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας, η οποία θα υπερέβαινε τα μεταφυσικά αντερείσματα των ανθρώπων για τα οποία υπήρχαν βάσιμες υποψίες, αν όχι βεβαιότητες, ότι η σημασία και η αξία που τους αποδόθηκε ήταν μια φενάκη. Και η ψυχή ήταν ένα από αυτά.
Ωστόσο, ο αρχικός προϊδεασμός σταδιακά μετασχηματίζεται. Το κείμενο μετατοπίζεται προς το φανταστικό. Προς το λογοτεχνικό εκείνο είδος στο οποίο παραβιάζονται οι κανόνες της κοινής λογικής που συγκροτούν την ανθρώπινη εμπειρία, τη σχέση του οικείου με το ανοίκειο. Το θαυμαστό εισβάλλει στο καθημερινό σύμπαν, χωρίς ωστόσο να το αντικαθιστά. Γεγονότα που δεν μπορούν να ερμηνευθούν αν επρόκειτο για ψευδαίσθηση ή αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο στο οποίο ο αφηγητής βλέπει μια γρια γυναίκα να εμφανίζει κάτω από τη βαριά της φούστα μια χοντρή, μαύρη κότα και να συνομιλούν κακαρίζοντας. Η αρχική αβεβαιότητα που γεννάται, ο δισταγμός για την ορθολογικότητα της εμπειρίας, καταλήγει στην αποδοχή μιας νέας ερμηνείας του κειμένου ως ποιητική επινόηση που αναιρεί τις προηγούμενες εμπειρίες.
Διαβάζοντας κανείς το βιογραφικό του συγγραφέα και τη σχέση του με τα πρωτοποριακά και ριζοσπαστικά ρεύματα της εποχής του αναγνωρίζει στο κείμενο έναν υβριδικό χαρακτήρα. Όχι μόνο στις επιμέρους θεματικές ενότητες με τη χαλαρή νοηματική σύνδεση, αλλά και στο ύφος της γλώσσας στο οποίο το ρεαλιστικό υπόβαθρο –τόσο γοητευτικό στον εγκιβωτισμό του παράδοξου και του ανοίκειου στην καθημερινότητα– εμβολίζεται από αστραπές ποιητικών εκφράσεων υπερρεαλιστικής καταγωγής. Επιπλέον, η αφετηρία της επιστημονικής φαντασίας προσδίδει στο κείμενο την ανησυχία για την έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας στην οποία ο άνθρωπος απειλείται από τα ίδια του τα τεχνολογικά έργα. Η μετατόπιση προς το φανταστικό με την ενσωμάτωση του παράδοξου στην καθημερινότητα γεννά την αγωνία για το μέλλον και τις συνέπειες της τεχνολογικής ύβρεως στην ανθρωπότητα, στο σύνολό της.
Η ένθεση της ψυχής στην υπόστασή του υποχρεώνει τον πρωταγωνιστή μας να υιοθετήσει μια πιο προσεκτική στάση στον βίο του ώστε να αποφευχθεί η αποκάλυψη της πλαστότητάς της, ο πιθανός κίνδυνος της απαξίωσής του σε μία εποχή που ο υπαρξισμός διακηρύσσει στεντορείως το καθήκον της αυθεντικότητας της ύπαρξης. Διαπιστώνει ταυτόχρονα «ότι ένα σωρό προβλήματα που ήταν αλληλένδετα με την προηγούμενη ψυχή [τ]ου, τώρα είχαν εξαφανιστεί: οι μεταμέλειες, οι ανησυχίες, τα άγχη... Τα πάντα είχαν γίνει πηγή ευφροσύνης... Σιγά σιγά βέβαια, άρχισε να [τ]ου τραγανίζει λίγο το σώμα».
Συναντάμε λοιπόν εδώ μια συγγένεια με τη θέση του Τζον Λοκ περί προσωπικής ταυτότητας. Η ταυτότητα ενός προσώπου δεν καθορίζεται από τη συνοχή του πνεύματος (ψυχής), αλλά από τη συνείδηση που υφίσταται σε μια υπόσταση, ή και σε διαφορετικές υποστάσεις, με τη διατήρηση της ψυχολογικής συνέχειας μέσω της μνήμης. Η συνείδηση είναι αυτή που συνδέει τις σκέψεις και τις πράξεις ενός ατόμου συγκροτώντας την ιδιαίτερη προσωπική του ταυτότητα. Προσωπική ταυτότητα διαθέτει ένα σκεπτόμενο ον όταν δύναται να ανακαλέσει με τη μνήμη του μια παρελθούσα ενέργεια, όταν τη συνδέει με τις ενέργειες του παρόντος και συνειδητοποιεί ταυτόχρονα τη συνοχή τους. Η συναίσθηση της συνειδητοποίησης συνιστά τον αναστοχασμό με τον οποίο ο νους είναι παρών στον εαυτό του, συγκροτώντας την αυτοσυνειδησία. Ο Λοκ, ως προέκταση του συνειρμού του, καταλήγει στη θέση ότι η προσωπική ταυτότητα του κάθε ατόμου εξαρτάται αποκλειστικά από την ψυχολογική συνέχεια μέσω της μνήμης· και έτσι, αν ήταν εφικτό τη λειτουργία αυτή να την αφαιρέσει κάποιος από τον Σωκράτη και να την τοποθετήσει στο σώμα ενός δούλου, τότε ο δούλος θα ήταν ο Σωκράτης.
Κατανοούμε, νομίζω, δύο χαρακτηριστικά της παραπάνω θεωρίας του Λοκ, που συσχετίζονται με το κείμενό μας. Αφενός, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής αποκτά την ταυτότητα μιας αλλότριας ψυχής με ένθεση στο σώμα του της ψυχής του στρατιώτη. Αφετέρου, επιβεβαιώνεται η συγγένεια της θεωρίας του Λοκ με το φανταστικό που αφηγηματοποιεί η νουβέλα, από τη στιγμή που η μεταφορά μιας ψυχής σε άλλο σώμα μεταμορφώνει την υπόσταση του ατόμου.
Βέβαια, εδώ δεν έχουμε ριζική μεταμόρφωση. Ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί την πλαστή ψυχή του στρατιώτη ως μια άλλη συνείδηση. Στην ίδια υπόσταση υφίστανται δύο διαφορετικές προσωπικές ταυτότητες. Και αυτό δραματοποιείται παραστατικότερα στο κεφάλαιο με την πνευματιστική συνεδρία στην οποία παρευρίσκεται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Η πλαστή ψυχή αυτοπαρουσιάζεται στο κάλεσμα που της γίνεται από την πνευματιστική ομήγυρη παραβλέποντας τη θέληση του πρωταγωνιστή να την αποκρύψει. Η έκτυπη απόδειξη της απώλειας του αυτοελέγχου του τον εξαναγκάζει να φύγει από εκεί άμεσα, ορκιζόμενος ότι δεν θα ξανασυμμετείχε σε ανάλογες εκδηλώσεις. Εωσότου, ένα βράδυ, διαλεγόμενος με την ψυχή του στρατιώτη, εκείνη του αποκαλύπτει τη θλίψη της που από στρατιώτης κατέληξε «θλιβερό εξάρτημα στο στήθος ενός υπαλληλάκου χρηματοπιστωτικής εταιρείας». Και του λέει τον πόνο της, τον πόνο του στρατιώτη δηλαδή, για την απώλεια της αγαπημένης του, η οποία ήταν η νοερή συντροφιά του στο πεδίο του πολέμου. Ερεθίζοντας τον αφηγητή, σαν να είναι υποχείριο της πλαστής ψυχής, να αναζητήσει την αγαπημένη του πολεμιστή. Στην αναζήτηση αυτή, εντούτοις, ο πρωταγωνιστής δεν καθίσταται σοφότερος, παρά αποδέχεται παθητικά την εξέλιξη των γεγονότων σαν φυσικό πεπρωμένο, βουλιάζοντας σε μία ηττοπαθή μελαγχολία. Ειρωνικό τω τρόπω, αυθεντική ψυχή είναι η ψυχή του πολεμιστή και μη αυθεντική, πλαστή, η ψυχή του πρωταγωνιστή. Ενός χαρακτήρα στατικού ο οποίος παραμένει αμετάβλητος στην υποτυπώδη δράση του κειμένου. Αδύναμος να πάρει πρωτοβουλίες, να διεκδικήσει τις επιθυμίες του, εναποθέτει τις ύστατες ελπίδες του για να αλλάξει η ζωή του στην ένθετη ψυχή.
Αφηγηματικός αποπροσανατολισμός
Ουσιαστικά η νουβέλα –και χρησιμοποιούμε τον όρο μάλλον καταχρηστικά– έχει δύο γραμμές δράσεις.
Στην πρώτη, ο πρωταγωνιστής αναζητά την αγαπημένη της ένθετης ψυχής. Μια αναζήτηση ενός ρομαντικού πάθους από την αρχή ώς το τέλος. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του ότι η πλαστή, ερωτευμένη ψυχή ανήκει σε ένα πολεμιστή –και ήταν το κίνημα του ρομαντισμού εκείνου που γέννησε μέσα από συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις τα νέα εθνικά κράτη διαλύοντας τις προϋπάρχουσες αυτοκρατορίες– ενώ η γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος ο πολεμιστής έχει πάθος με τη μουσική και ιδιαίτερα με το πιάνο.
Η δεύτερη γραμμή δράσης έχει ακόμα πιο φανταστική ταυτότητα. Αναφέρεται στην επιθυμία του πρωταγωνιστή να απελευθερώσει τα ανθρώπινα όντα που έχουν μεταμορφωθεί σε ζώα από κακούς μάγους. Η δεύτερη γραμμή δράσης είναι πιο αναιμική από την πρώτη, και η συμπλοκή των αφηγηματικών επιπέδων είναι, νομίζω, ατροφική. Ανάμεσα στις δύο γραμμές δράσης δεν υφίσταται άμεση αλληλεπενέργεια, η διαλεκτική τους σχέση δεν επιχρωματίζεται αντιθετικά ή συμπληρωματικά ώστε το κείμενο να καταστεί πεδίο αναμέτρησης δύο δυνάμεων και συγκρότησης ενός αφηγηματικού κοσμοειδώλου στο εσωτερικό του οποίου να εκπτυχθούν καλειδοσκοπικά οι χαρακτήρες ή να αποτυπωθεί η συνύπαρξη ετερόκλητων αξιών. Η πιο άμεση σύνδεσή τους δημιουργείται από την παρουσία ενός φίλου του πρωταγωνιστή, ο οποίος, ενώ έχει σπουδάσει μηχανικός στο πανεπιστήμιο, εντούτοις «έχοντας διαμείνει χρόνια στην Ανατολή είχε εξελιχθεί σε βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής». Η παρουσία του όμως έχει διαπιστωτική λειτουργία, σαν να επικυρώνει μια σειρά γεγονότων τα οποία φέρουν την αύρα του τετελεσμένου πριν ακόμη τελεστούν.
Ίσως κάπου εκεί βρίσκεται η ιδιαίτερη αμφιθυμία που προκαλεί το κείμενο. Οι σκηνές που αντιστοιχούν στα ευάριθμα κεφάλαια έχουν ως επί το πλείστον αυτοτέλεια και αυτονομία. Φορτίζονται από την υποβλητικότητα της εντύπωσης επαναφέροντας σταθερά την ψυχολογική αύρα του πρωταγωνιστή. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη μεν μορφή, διατηρούν όμως τη διακριτή μορφή τους παραμένοντας αναφομοίωτες από την αφήγηση – μια ευδιάκριτη παρατακτική σύνδεση που δημιουργεί την αίσθηση του ανολοκλήρωτου, μια εγκοπή που ανακόπτει τη συναισθηματική κλιμάκωση.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το ουσιαστικό στοιχείο αναδεικνύεται μέσω της απουσίας των στοιχείων που εκλείπουν. Είναι ο μοντερνιστικός τρόπος να συγκλίνουν ο αφηγητής με τον αναγνώστη, με τον πρώτο να παραχωρεί χώρο στον δεύτερο να ενεργοποιηθεί και να ερμηνεύσει τα κενά. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει η αφήγηση να δημιουργήσει μια σειρά από ίχνη που να προσανατολίσουν τον αναγνώστη. Η εκτεταμένη αφηγηματική έλλειψη πολλές φορές καταλήγει σε απροσδιοριστία, σε ένα είδος πολυσημίας που επιτρέπει σε κάθε εκδοχή να διεκδικεί ισότιμα δικαιώματα. Μια διάχυση που, όπως κάθε διάχυση, αφυδατώνει τη συγκινησιακή και αισθητική απόλαυση. Η χαλαρότητα της σύνθεσης και ο ισχνός αφηγηματικός προσανατολισμός δυσχεραίνουν στη στοχαστική επεξεργασία του κειμένου. Από την άλλη, η επιλογή του συγγραφέα να εστιάσει στο φανταστικό της ιστορίας του και να επιμείνει στην αφαιρετικότητα της αφήγησής της ενισχύει την οπτική μιας πρόσβασης στην ψυχή που υπερβαίνει θεωρίες και επιστήμες, αναδεικνύοντας τη λογοτεχνική αφήγηση καθεαυτή ως τον αυθεντικότερο τρόπο να προσεγγίσει κανείς ένα χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης που συνιστά αίνιγμα και μυστήριο, ταυτόχρονα. Το τι μπορεί να ειπωθεί για την ψυχή παραμένει διαφεύγον, και ακριβώς το χαρακτηριστικό αυτό νομιμοποιεί και δικαιώνει την αφαιρετικότητα και το φανταστικό να επιλέγονται ως λογοτεχνικοί τρόποι που ικανοποιούν περισσότερο την αναζήτησή μας.
Σαν ο συγγραφέας να προσανατολίστηκε στην αφετηρία σωστά, αλλά η αβεβαιότητά του για την κατεύθυνσή του να τον υποχρέωσε να προβεί σε άλματα που αδίκησαν τη διαίσθησή του.
Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.
Ένας ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, ο Ομέρ Μπάρτοβ, με αφορμή τα γεγονότα που ακολούθησαν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, ασκεί καταλυτική κριτική στο Ισραήλ. Η δημιουργία του ισραηλινού κράτους, λέει, έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Οπότε, κατ’ αυτόν, η 7/10 είναι μια πολιτική απάντηση στην καταπίεση, η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού είναι θεμιτή και, στο κάτω κάτω, το Ισραήλ έχει εργαλειοποιήσει σιωνιστικά το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση που προωθεί την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος, η οποία λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Το βιβλίο του Ομέρ Μπάρτοβ είναι το πρώτο που εκδίδεται στα ελληνικά. Γνωστός μελετητής του Ολοκαυτώματος, ο ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brown το 2000 και με συνεχή σχεδόν παρουσία σε άλλα αμερικανικά πανεπιστήμια από το 1987, έχει στο ενεργητικό του σειρά βιβλίων και δεκάδων άρθρων σχετικών με την εξόντωση του εβραϊσμού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διερευνούν τη σχέση της Βέρμαχτ και των στρατιωτών της με τον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς και τη δράση της εναντίον των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία είχε συστηματικά αποσιωπηθεί μετά τον πόλεμο. Προφανώς, στο πλαίσιο της ειδίκευσής του, τον Μπάρτοβ απασχόλησαν ζητήματα που αφορούν την ιστορία του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ, ζητήματα σύνθετα, πολυσυζητημένα πάντα με ιδιαίτερα φορτισμένο τρόπο.
Η διανοητική πορεία του Μπάρτοβ δεν διαχωρίζεται βέβαια από τις οικογενειακές και εθνικές καταβολές του. Γεννημένος σε κιμπούτς στο Ισραήλ, από γονείς με καταγωγή από την Πολωνία που πήγαν στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη, έζησε στο Τελ Αβίβ μέχρι 25 χρόνων, πολέμησε στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τραυματίστηκε σε ατύχημα κατά τη θητεία του και, στη συνέχεια, σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Πρίνστον, από όπου ξεκίνησε τη μακρά ακαδημαϊκή διαδρομή του. Από πολλές απόψεις αντιμετωπίζουμε την περίπτωση ενός ακαδημαϊκού ιστορικού που εργάζεται στις ΗΠΑ, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι Εβραίοι, φέρει το βάρος της συλλογικής μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ταυτόχρονα, η ενηλικίωσή του στο Ισραήλ, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η εκεί παρουσία του για μεγάλα διαστήματα υπήρξαν παράγοντες που συντήρησαν τη σχέση του με τη ζωή στο Ισραήλ και τα εκεί πολιτικά πράγματα. Αυτή η τριπλή διάσταση, το βάρος του Ολοκαυτώματος που μοιάζει να φέρει στις πλάτες του, η σχέση του με το Ισραήλ και το ενδιαφέρον του για το μέλλον του, και η ακαδημαϊκή του παρουσία στις ΗΠΑ, όπου η κριτική στο Ισραήλ έχει ενισχυθεί υπερβολικά, συνιστούν πτυχές που έχουν επηρεάσει συνολικά τη δουλειά του και τον δημόσιο λόγο του.
Ισραήλ και Παλαιστίνιοι
To Ισραήλ. Τι πήγε λάθος; δεν είναι ακαδημαϊκή πραγματεία. Δεν έχει υποσημειώσεις ούτε εξαντλητικές συζητήσεις ιστοριογραφικού τύπου, και η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος είναι εντελώς επιλεκτική. Χωρίζεται σε εισαγωγή, πέντε κεφάλαια και επίμετρο, ενώ προηγείται πρόλογος του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Τα πέντε κεφάλαια έχουν τίτλο, « Ο αιώνιος πόλεμος του Ισραήλ», «Αντισημιτισμός και σιωνισμός», «Το σύνδρομο του ποτέ ξανά», «Για τη σφαγή των παιδιών» και «Το χαμένο Σύνταγμα». Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι θα διαβάσει κάτι επικριτικό για το Ισραήλ, και πράγματι έτσι είναι. Ο Μπάρτοβ δεν μας προσφέρει μια ακαδημαϊκή πραγματεία, αλλά μια πολιτική ανάλυση με ισχυρή πολεμική διάσταση, η οποία αναφέρεται κατά βάση στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν.
Το βιβλίο απευθύνεται σε διαφορετικά ακροατήρια. Σε ένα αμερικανικό και διεθνές ακροατήριο που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ και την Γάζα, σε ένα ισραηλινό ακροατήριο άμεσα επηρεασμένο από τον πόλεμο που ξεκίνησε η Χαμάς, και σε ένα στενότερο, ακαδημαϊκό ακροατήριο που γνωρίζει καλύτερα τις συζητήσεις σχετικά με το Ολοκαύτωμα, τις πολιτικές της μνήμης, το τραύμα και τη σχέση αντισημιτισμού και αντισιωνισμού. Ίσως αυτή η τριπλή στόχευση να είναι υπεύθυνη για τον λίγο χαοτικό τρόπο με τον οποίο ο Μπάρτοβ παραθέτει τα επιχειρήματά του, επιστρέφοντας σε σημεία στα οποία είχε αναφερθεί πριν, για να τα αναδιατάξει ή να τα ενισχύσει, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα σημαντικά και γνωστά πράγματα και χρησιμοποιώντας διπλά κριτήρια ανάλογα με το αν αναφέρεται στο Ισραήλ ή στους Παλαιστίνιους κ.λπ. Παρά ταύτα, το ανάγνωσμα διαβάζεται εύκολα και διακρίνεται από μια κάποια συνοχή.
Υπάρχουν κάποιες κεντρικές ιδέες με τις οποίες διαλέγεται ο συγγραφέας, η σημαντικότερη από τις οποίες δεν αφορά το ερώτημα τι πήγε λάθος στο Ισραήλ –όπως διαβάζουμε στον τίτλο του βιβλίου– αλλά αν τελικά το λάθος είναι το ίδιο το Ισραήλ, η ύπαρξή του. Το ότι δηλαδή ο σιωνισμός από κίνημα εβραϊκής χειραφέτησης μετατράπηκε σε κρατική ιδεολογία που ενίσχυσε «τα χειρότερα ένστικτα του σιωνισμού» (σ. 44-45) και οδήγησε στην καταπίεση των Παλαιστινίων μέσω της κατοχής των εδαφών τους. Η δημιουργία του Ισραήλ έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Έτσι, φθάνουμε σε μια κατάσταση κατοχής η οποία υπήρξε η αιτία κάθε παλαιστινιακής αντίδρασης, αλλά της εσωτερίκευσης μιας ιδεολογίας κατοχής από τους ίδιους τους Εβραίους που αντιμετωπίζουν τους Άραβες ως μη ανθρώπινα όντα. Τοποθετεί δε την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου μέσα σε μια γραμμική λογική, όπου η κατοχή οδηγεί σε απόγνωση και αντίσταση, θεωρώντας ότι αυτό είναι το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που την ερμηνεύει (σ. 50). Στην ίδια γραμμή, ο Μπάρτοβ υποστηρίζει ότι η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα είναι γενοκτονική, άποψη που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2023. Λεκτικές υπερβολές του τύπου οι Παλαιστίνιοι είναι «υπάνθρωποι» και «ανθρώπινα ζώα», από αξιωματούχους του Ισραήλ, αποδεικνύουν την κατά τον Μπάρτοβ αδιαμφισβήτητή γενοκτονική πρόθεση. Συγχέοντας τον πόλεμο με τη γενοκτονία, στέκεται αποκλειστικά στη δυσανάλογη ανταπόδοση των Ισραηλινών στην επίθεση της Χαμάς, με τις δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων.
Γενοκτονία λοιπόν. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει αποτραπεί, υποστηρίζει ο Μπάρτοβ, αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα από την ίδρυσή του, που ήταν εξάλλου και υποχρέωσή του με βάση τις κατευθύνσεις της απόφασης 181/47 του ΟΗΕ. Η προοπτική αυτή ακυρώθηκε στην πράξη και αυτό δεν αντισταθμίστηκε ούτε από τους θεμελιώδεις νόμους, που ψηφίστηκαν από την Κνεσέτ με πολύ αυξημένη πλειοψηφία και αποτέλεσαν τη βάση της κρατικής υπόστασης του Ισραήλ, ούτε από την ίδρυση Ανώτατου Δικαστηρίου που επέβλεπε την τήρησή τους. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη σημασία του Ανώτατου Δικαστηρίου στη διασφάλιση των θεμελιωδών νόμων και στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών της χώρας, όμως του καταλογίζει ότι δεν επέλυσε την ένταση στη σχέση εβραϊκότητας και κράτους δικαίου στο Ισραήλ, δεν καταδίκασε την κατοχή στη Δυτική όχθη, όπου «υπάρχει καθεστώς απαρτχάιντ», και δεν διασφάλισε τα εκεί δικαιώματα των Αράβων. Αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα, τότε όσα συνέβησαν στη συνέχεια σε βάρος των Αράβων μπορεί να είχαν αποφευχθεί και ο σιωνισμός θα είχε διασώσει την ψυχή του, αντί να βαδίζει προς την άβυσσο.
Αντισιωνισμός και αντισημιτισμός
Μια δεύτερη κεντρική ιδέα του βιβλίου αφορά τις ισραηλινές αντιδράσεις στην «αντίσταση» των Παλαιστινίων, που είναι προϊόν, λέει ο Μπάρτοβ, ενός εδραιωμένου αλλά προφανώς ανεδαφικού φόβου, καλλιεργούμενου από το σιωνιστικό καθεστώς για να κρατά σε συνεχή κινητοποίηση τους Εβραίους του Ισραήλ. Κεντρική θέση στο φόβο αυτό έχει το Ολοκαύτωμα, η συνεχής επίκλησή του οποίου εδραιώνει μια υπαρξιακή αγωνία και προκαλεί φοβικές αντιδράσεις. Παρότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα τραυματικό γεγονός, γράφει ο Μπάρτοβ, η συντήρηση της μνήμης του ως καταστατικής συνθήκης του κράτους του Ισραήλ λειτουργεί αρνητικά, καθώς στα μάτια των εβραίων πολιτών του καθιστά το Ισραήλ μια μοναδική περίπτωση και του επιτρέπει να θεωρεί ότι το «απελευθερώνει» από τους περιορισμούς που ισχύουν για άλλα κράτη» (σ. 161). Πρακτικά, το Ισραήλ μπορεί να καταλύει το διεθνές δίκαιο κατά βούληση και χωρίς συνέπειες, λόγω της πεποίθησής του ότι το Ολοκαύτωμα, ως κάτι μοναδικό, του δίνει κάποια παραπάνω δικαιώματα. Η προτροπή του Μπάρτοβ δεν είναι απλώς να περιοριστεί η βαρύτητα της μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ και διεθνώς, αλλά και να σχετικοποιηθεί η μοναδικότητά του, διότι συνιστά βασικό εμπόδιο στην αναγνώριση της σημασίας άλλων μαζικών εγκλημάτων. Το πρόβλημα έγκειται, σε βαθμό που δεν προσδιορίζεται, στη σύμβαση του ΟΗΕ για την αποτροπή της γενοκτονίας του 1948, που στηρίχθηκε στο Ολοκαύτωμα και έβαλε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε κάθε άλλη μαζική σφαγή θα αδυνατούσε να τον περάσει. Έτσι, το Ισραήλ μπορεί να διεκδικεί τη διεθνή συμπάθεια και να ακυρώνει κάθε κριτική εναντίον του ως αντισημιτισμό. Για τον Μπάρτοβ, η αποδοχή της μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος οδηγεί σε ένα παράδοξο. Όχι μόνο είναι ιστορικά ανακριβής, αλλά έχει και αρνητικές πολιτικές συνέπειες, διότι η επίκλησή της ως επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας ασφαλούς εβραϊκού κράτους την αντιστρατεύεται η ίδια η πραγματικότητα που απέδειξε ότι το Ισραήλ αποτελεί το λιγότερο ασφαλές κράτος για τους Εβραίους (σ. 162-163).

1 Φεβρουαρίου 2025. Ο Γιάρντεν Μπίμπας, η σύζυγος και τα παιδιά του οποίου σκοτώθηκαν, συναντά τον πατέρα και την αδελφή του έπειτα από την πολύμηνη ομηρία του στη Γάζα, από τη Χαμάς.
IDF Spokesperson's Unit
Μια τρίτη ιδέα, την οποία συμμερίζεται απόλυτα ο συγγραφέας, είναι η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι κάποιος μπορεί να είναι υπέρ της καταστροφής του Ισραήλ χωρίς να είναι αντισημίτης. Ας προσέξουμε εδώ μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Η επιδοκιμασία του αντισιωνισμού δεν περιορίζεται στην αντίδραση ή στην κριτική σε πρακτικές συγκεκριμένων κυβερνήσεων, της κυβέρνησης Νετανιάχου σήμερα ή όποιας άλλης κυβέρνησης στο παρελθόν, που είναι απολύτως νόμιμη, αλλά αρνείται το δικαίωμα στην ύπαρξη του Ισραήλ. Σήμερα υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση μέσα στην οποία ο ορισμός του αντισημιτισμού και η σχέση του με το Ισραήλ έχει πολιτικοποιηθεί υπέρμετρα. Ο Μπάρτοβ ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένοι ορισμοί του αντισημιτισμού που τον εξισώνουν με τον αντισιωνισμό καταργούν την κριτική προς το Ισραήλ για τις πράξεις του και υπονομεύουν την ελευθερία του λόγου. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός στον ορισμό του αντισημιτισμού της ΙHRA (International Holocaust Remembrance Association), ενός συνασπισμού 35 κρατών και φορέων κατά βάση ευρωπαϊκών, που ιδρύθηκε το 1998 με σκοπό την προώθηση της μνήμης και της έρευνας για το Ολοκαύτωμα και τη διαμόρφωση ειδικών εκπαιδευτικών πολιτικών γι’ αυτό. Ο Μπάρτοβ επισημαίνει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί ορισμοί του αντισημιτισμού όπως αυτός του JDA (Jerusalem Declaration on Antisemitism), τον οποίο συνυπέγραψε ένας αριθμός γνωστών ακαδημαϊκών, μεταξύ τους πολλοί Εβραίοι, που ρητά δεν θεωρούν την κριτική προς το Ισραήλ αντισημιτισμό – ούτε καν τις πράξεις της BDS, του διεθνούς δικτύου που στηρίζει κάθε είδους μποϊκοτάζ, κυρώσεις και αποτροπή επενδύσεων στο Ισραήλ. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο αντισιωνισμός δεν αποτελεί αναγκαστικά αντισημιτισμό, αν δεν μας λέει πότε το ένα απορρέει από το άλλο. Κάνει, μάλιστα, και μια μικρή ιστορική αναδρομή για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν δα όλοι οι Εβραίοι, κοσμικοί και θρησκευόμενοι, σιωνιστές και διερωτάται γιατί θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλημα με τον αντισιωνισμό, αφού τον στήριξαν και πολλοί Εβραίοι; Θεωρεί δηλαδή, ότι ο αντισημιτισμός είναι το προνομιακό πεδίο δράσης γενικώς της Ακροδεξιάς και ελάχιστα έως καθόλου αφορά τις διαδηλώσεις που οργανώθηκαν μαζικά μετά την 7η Οκτωβρίου από την Αριστερά οι οποίες, λέει, κακώς χαρακτηρίζονται αντισημιτικές (σ. 171-173). Ο Μπάρτοβ διαβεβαιώνει ότι, στις διαδηλώσεις φοιτητών και άλλων εναντίον του Ισραήλ για τη Γάζα, «σπανίως» εμφανίστηκε το «απεχθές συναίσθημα» του αντισημιτισμού (σ. 107). Υποστηρίζει μάλιστα ότι η αύξηση των αντισημιτικών δράσεων στις ΗΠΑ –δράσεις τις οποίες υποτιμά καθώς, όπως γράφει, «τα 4/5 αφορούσαν γραπτή ή λεκτική παρενόχληση»– εγγράφεται στις επιθέσεις ακροδεξιών εναντίον Εβραίων, Ρομά, Μουσουλμάνων και ατόμων της LGBT κοινότητας. Έτσι αντισημιτισμός, ισλαμοφοβία και ομοφοβία αποτελούν ισοδύναμα εγκλήματα μίσους, χωρίς ειδοποιό διαφορά.
Αποσιωπήσεις και σχήματα
Υπάρχει σοβαρό θέμα στην προβληματική του Μπάρτοβ, το οποίο αφορά τις απουσίες και τις αποσιωπήσεις που διατρέχουν όλο το κείμενο. Αρχικά σε όλο το ανάγνωσμα απουσιάζει εντελώς η άλλη πλευρά. Το Ισραήλ είναι σαν να δρα μόνο του και απρόκλητα, σε όλο το διάστημα της ύπαρξής του. Δεν υπάρχουν απειλές, δεν υπάρχουν πόλεμοι, δεν υπάρχουν εχθρικές δυνάμεις και, όταν εμφανίζονται σε κάποια σημεία του βιβλίου –αναγκαστικά, λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς–, τότε προτάσσεται αμέσως η απολογία ότι, ναι, η Χαμάς διέπραξε κάποια εγκλήματα, που οφείλονται όμως στην κατοχή, δηλαδή στο Ισραήλ.
Και ενώ ο Μπάρτοβ καλεί τους αναγνώστες του να σκεφτούν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην επίθεση της Χαμάς, ο ίδιος αποσιωπά τη σύνθετη, πολύχρονη και γεμάτη εντάσεις σχέσεις του Ισραήλ με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, περιορίζοντάς την στους Άραβες της Παλαιστίνης. Το ιστορικό πλαίσιο σμικρύνεται μέχρι του σημείου εξαφανίσεως για να υπηρετήσει τη ρητορική του συγγραφέα. Οι ευθύνες της αραβικής πλευράς για την πορεία της σύγκρουσης απουσιάζουν. Τα αραβικά κράτη, που για δεκαετίες πίστευαν ότι καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει πλην της καταστροφής του Ισραήλ, δεν αναφέρονται. Ο πόλεμος του 1948 και οι ευθύνες των Αράβων για την έναρξή του απαλείφονται. Οι αντίστοιχες ευθύνες των παλαιστινιακών οργανώσεων που δραστηριοποιήθηκαν μετά τον πόλεμο του 1967, ασκώντας ανοικτά τρομοκρατία, αρνούμενες το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και υπονομεύοντας ειρηνευτικές προσπάθειες επίσης απουσιάζουν. Υπάρχουν απλώς οι δύσμοιροι άμαχοι Παλαιστίνιοι (η σχέση τους με τη Χαμάς παραμένει αδιευκρίνιστη) και ένα δαιμονοποιημένο Ισραήλ το οποίο φέρει ολόκληρο το βάρος της ευθύνης για μια κατάσταση κατοχής, που είναι σαν να έπεσε από τον ουρανό. Στις πολλές σελίδες τις αφιερωμένες στον πόλεμο στη Γάζα, απουσιάζει κάθε αναφορά στις άλλες δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου. Λέξη για τη Χεζμπολάχ, τους Χούτι, το Ιράν, ούτε για τις σιιτικές πολιτοφυλακές στη Συρία και το Ιράκ.
Η συγκάλυψη αυτή δεν είναι τυχαία. Επειδή ο Μπάρτοβ επιδιώκει να εκθέσει το Ισραήλ στα μάτια ενός ευρύτερου, αν και πολύμορφου, κοινού για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, κάτι για το οποίο είχαν ήδη φροντίσει άλλοι, η διεύρυνση του πλαισίου, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό, κάθε αίσθηση ανασφάλειας και απειλής που μπορεί να ένιωθαν οι πολίτες στο Ισραήλ, στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγκρουσης με τμήματα του αραβικού και του μουσουλμανικού κόσμου, ακυρώνεται στο μέτρο που συγκρίνεται με τις δυσανάλογες συνέπειες της ισραηλινής επέμβασης στη Γάζα ενώ και ο πόλεμος συγχέεται με τη γενοκτονία. Και οι ευθύνες και τα εγκλήματα της Χαμάς, οι βιασμοί οι δολοφονίες, οι απαγωγές, απλά ελαχιστοποιούνται, διότι τελικά ανάγονται σε ένα ηθικό κίνητρο, την αντίσταση στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών. Αποσιωπάται επίσης η άρνηση της Χαμάς να επιστρέψει τους ομήρους, που όχι μόνο οδήγησε στην όξυνση του πολέμου και στο θάνατο περισσότερων ατόμων, αλλά ανέστησε πολιτικά μια ετοιμόρροπη κυβέρνηση και έναν εξασθενημένο πολιτικά Νετανιάχου που, ευρισκόμενος σε απόγνωση λόγω των μαζικών καθημερινών διαδηλώσεων προς υπεράσπιση του Ανώτατου Δικαστηρίου, βρήκε στον πόλεμο μια ευκαιρία ανασύνταξης, πάρα τις τεράστιες ευθύνες του για την 7η Οκτωβρίου.
Αλλά ούτε στους πολίτες του Ισραήλ χαρίζεται, υποστηρίζοντας ότι οι ισραηλινοί πολίτες είναι παρατημένοι και αδιάφοροι απέναντι στον πόλεμο και τις συνέπειές του για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και στη Δυτική όχθη. Υπάρχει μάλιστα και ένα σημείο ιδιαίτερα ενδεικτικό γι’ αυτή την κατάσταση στο βιβλίο, όταν σχολιάζει τη στάση Εβραίων φοιτητών που πήγαν να διαμαρτυρηθούν για τις απόψεις του περί γενοκτονίας στην ομιλία του στο πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι, που είχαν χάσει φίλους και συγγενείς στην επίθεση της Χαμάς και στον πόλεμο, εμφανίζονται ως χειραγωγημένα άτομα με στρεβλή κατανόηση της πραγματικότητας, και οι όποιες ενστάσεις τους απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη (σ. 77-81, 148-9).
Η εξάλειψη του ιστορικού πλαισίου της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης συνάδει με την επιχειρηματολογία που ακυρώνει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Παρότι εξέχων ερευνητής της εξόντωσης του εβραϊσμού στην Ευρώπη, ο Μπάρτοβ αρνείται τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, όχι επειδή το συμβάν αυτό δεν έχει μοναδικά γνωρίσματα αλλά διότι αποτελεί για το Ισραήλ ένα σημείο ιστορικής αναφοράς που νομιμοποιεί τη δημιουργία του και το καθιστά μοναδικό, υπό την έννοια ότι θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να δρα σύμφωνα με τη δική του λογική, με τους δικούς του κανόνες (σ. 161). Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η χρήση του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ το έχει τοποθετήσει σε μια μεταφυσική θέση εκτός ιστορικού πλαισίου. Αντίθετα, το συμβάν είναι μέρος ενός πλαισίου με αφετηρία την εξόντωση των Χερέρο στη γερμανική νοτιοδυτική Αφρική το 1904, και περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Αρμενίων, την αποικιακή βία στο Κονγκό του Λεοπόλδου, τους Βαλκανικούς πολέμους και την εκκαθάριση πληθυσμών στη σταλινική Ρωσία. Εδώ, ο Μπάρτοβ ακολουθεί μια μόδα σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους που, επηρεασμένοι από μια κάποια εκδοχή της μετα-αποικιακής θεωρίας, τσουβαλιάζουν τα πάντα μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, όπου η βία συνιστά ταυτόχρονα αντικείμενο και ερμηνεία, παραγνωρίζοντας σχεδόν κάθε άλλη διάσταση. Υποτίθεται ότι αυτή η προσέγγιση προσφέρει ιστορικό βάθος και δυνατότητες σύγκρισης, χωρίς όμως να είναι ποτέ σαφές τι άλλο συζητάμε, πέραν της τεκμηρίωσης της βίας σε διαφορετικές συνθήκες. Στην ίδια λογική, ο Μπάρτοβ καταλογίζει στο Ολοκαύτωμα μια προνομιακή θέση στην ιστορική μνήμη στο Ισραήλ και στη Γερμανία, που εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης των θυμάτων άλλων μαζικών καταστροφών. Και αν για το Ισραήλ αυτό εξηγείται λόγω της σιωνιστικής εργαλειοποίησης του Ολοκαυτώματος, στη Γερμανία η απορρέουσα από τις ενοχές της προνομιακή θέση του ακυρώνει την προοπτική κοινωνικής συνοχής, διότι εκεί πλέον ζουν κάποια εκατομμύρια μουσουλμάνοι και άλλοι χωρίς γερμανική καταγωγή που αρνούνται να το αποδεχτούν ως μέρος της δικής τους ιστορίας και ταυτότητας (σ. 157-158).
Σχετικοποίηση
Όλο αυτό το σχήμα είναι βαθιά προβληματικό. Το Ολοκαύτωμα είναι πράγματι μοναδικό, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, βίαια ή μη. Η μοναδικότητά του δεν αναιρεί τη δυνατότητα σύγκρισης ανάμεσα σε συμβάντα που μπορούν να τοποθετηθούν με κάποια κριτήρια στην ίδια κατηγορία. Ούτε εμποδίζει την ικανότητα των ιστορικών να τα τοποθετήσουν σε υπερκείμενο πλαίσιο αναφοράς μέσα σε κάποια διαχρονία.
Από την άλλη, δεν μπορώ να καταλάβω τι διαφορετικό μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση με άλλα μαζικά εγκλήματα, αν όχι η πρωτοφανής, ασύλληπτη διάστασή του – η εξόντωση ενός πληθυσμού, όχι ως μέρος μιας κάποιας διένεξης, όχι ως τμήμα ενός εμπόλεμου κράτους, όχι ως κομμάτι κάποιας αντίστασης, αλλά γι’ αυτό που υποτίθεται πως ήταν. Η εξόντωση των Εβραίων, ανεξαρτήτως υπηκοότητας οπουδήποτε στην Ευρώπη, κατέστη δυνατή με εκτελέσεις, θαλάμους αερίων, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία και έκθεση σε ασθένειες. Από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα έχει εμφανιστεί μια ισχυρή τάση σε ακαδημαϊκούς και ακτιβιστικούς κύκλους να υποβαθμίσουν το Ολοκαύτωμα ως ένα κάπως ακραίο έγκλημα, που στη βάση του δεν είναι διαφορετικό από άλλα. Έχουν μάλιστα εμφανιστεί και διάφορες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η εξόντωση προέκυψε για οικονομικούς και γραφειοκρατικούς λόγους κατά την αναζήτηση ζωτικού χώρου, ότι ήταν αντίστοιχη των ευρωπαϊκών εγκλημάτων στις αποικίες τους, εντός της Ευρώπης αυτή τη φορά, ή ότι ήταν προϊόν της ναζιστικής παράνοιας πως οι Εβραίοι αποικιοποίησαν τη Γερμανία μετατρέποντας τους Γερμανούς σε υπάλληλο έθνος. Κάποιες απ’ αυτές τις θεωρίες έχουν αξιοπρόσεκτα στοιχεία, καμία όμως δεν είναι σε θέση να απαντήσει γιατί η δολοφονική μανία των ναζί εφαρμόστηκε με τέτοια συνέπεια ειδικά απέναντι στους Εβραίους, και όχι απέναντι και στις άλλες ομάδες που στοχοποιήθηκαν.
Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται πάντα εκ του πονηρού. Όταν όμως γίνεται, σχεδόν πάντα συνοδεύεται από τη διαμαρτυρία, που συνυπογράφει ο Μπάρτοβ, ότι η υψηλή θέση του Ολοκαυτώματος εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης άλλων μαζικών εγκλημάτων συνδεόμενων με την αποικιακή ιστορία ευρωπαϊκών κρατών. Αν δεν πρόκειται για παρεξήγηση, η διαμαρτυρία αυτή ακούγεται παραπειστική, διότι συγχέει το τραύμα που μπορεί να φέρουν επιβιώσαντες ή απόγονοι θυμάτων μαζικών εγκλημάτων με τις ιδιαιτερότητες καθενός εξ αυτών ξεχωριστά, Το τραύμα της απώλειας δεν μπορεί να ιεραρχηθεί, και είναι εξίσου ιερό για κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα του πώς το διαχειρίζονται όσοι σχετίζονται με αυτό. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν αναιρεί το πρωτοφανές των διαδικασιών της εξόντωσης των Εβραίων, ούτε η μνήμη της έχει σταθεί εμπόδιο στην έρευνα άλλων μαζικών εγκλημάτων.
Ο εβραϊκός χαρακτήρας του Ολοκαυτώματος δεν το αποσπά από το ιστορικό του πλαίσιο. Το αντίθετο. Η σχετικοποίησή του, μια μορφή ευτελισμού, αφορά αποκλειστικά τη βαρύνουσα σχέση του με το Ισραήλ και τη σύγχρονη εβραϊκή ταυτότητα. Το γεγονός δηλαδή ότι, για πολλούς, αποτελεί ένα όπλο για το Ισραήλ και το όπλο αυτό πρέπει να σιγήσει. Πρόκειται για την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος που λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Θεοδόσης Π. Τάσιος, Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 2025, 448 σελ.
Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει σημαντική στρατιωτική τεχνολογία. Για την άμυνα χρησιμοποιούσαν αμυντικά έργα ξηράς, μηχανές και ειδικές τεχνικές, έργα λιμένων, πανοπλίες. Για την επίθεση, ατομικά όπλα, μικρά και μεγάλα, πολιορκητικές μηχανές και τεχνικές, επιθετικά στρατηγήματα και ναυτικά επιθετικά όπλα. Όλα, από τις ασπίδες μέχρι το δόρυ ή τον γαστραφέτη, από τους γερανούς μέχρι τα πολεμικά άρματα, από τα ύφαλα εμπόδια μέχρι τις τριήρεις και το υγρό πυρ, προϋπέθεταν ανεπτυγμένη τεχνολογία. Την τεχνολογία αυτή διερευνά εξονυχιστικά στο νέο βιβλίο του ο Θεοδόσης Π. Τάσιος. [ΤΒJ]
Ι.
Ένας από τους ανθεκτικούς για καιρό «μύθους» σχετικά με τους Αρχαίους Έλληνες στηριζόταν στην άποψη πως δεν είχαν αναπτύξει τεχνολογία, επειδή αδιαφορούσαν γι’ αυτή. Σ’ αυτό είχε μάλλον συμβάλει η περιοριστική τρέχουσα σύνδεση της έννοιας της τεχνολογίας με τεχνουργήματα αιχμής, περίπλοκες συσκευές και, ιδιαίτερα, με υπολογιστικές μηχανές. Ίσως αυτή η αντίληψη να μην είχε μακροημερεύσει τόσο αν είχε βρεθεί νωρίτερα και «αποκρυπτογραφηθεί» ο περίφημος πλέον «Μηχανισμός των Αντικυθήρων».
Ωστόσο, μία εμβριθής μελέτη των αρχαίων πηγών θα απεδείκνυε πως αυτή η αντίληψη ήταν εσφαλμένη. Αρκεί προς τούτο να αναφερθεί ότι και η ίδια η λέξη «τεχνολογία» δεν είναι νεοελληνική· υπήρχε και στην αρχαία ελληνική ως ουσιαστικό του ρήματος τεχνολογέω, το οποίο κατά το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης (των Henry G. Liddell – Robert Scott) σήμαινε «υπάγω τι υπό κανόνας τέχνης, συστηματοποιώ»!
Οι Αρχαίοι Έλληνες, λοιπόν, όχι μόνο διέθεταν και τεχνογνωσία και τεχνολογία, αλλά η τεχνολογία τους κάλυπτε ένα ευρύτατο πεδίο εφαρμογών, ήταν δυναμική και εξελισσόταν συνεχώς έως την ύστερη αρχαιότητα. Επιπλέον, ήταν «τεχνολογία αιχμής», αφού εκτεινόταν στην κάλυψη και των πλέον απαιτητικών αναγκών της εποχής. Τέλος, βρισκόταν στην πρωτοπορία της εποχής της, καθώς ήταν «μητέρα» πλείστων όσων σημαντικότατων καινοτομιών.
Στην εμπέδωση αυτής της διαπίστωσης συνετέλεσε η προσωπική πρωτοβουλία κάποιων Νεοελλήνων που παρακινήθηκαν να ρίξουν ένα διαφορετικό βλέμμα. Προσωπικά, με παρακίνησε η ανάγνωση του βιβλίου του Bertrand Gille που είδα τυχαία σε μία βιτρίνα στο Παρίσι, Les mécaniciens grecs. La naissance de la technologie (Οι έλληνες μηχανικοί. Η γέννηση της τεχνολογίας). Όχι κάποιας αλλά, με κάποια υπερβολή, «της τεχνολογίας». Άλλωστε, η παραμέληση του επιπέδου της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας δεν ήταν αποκλειστικά νεοελληνική εξαίρεση. Όπως αναφέρει σχετικά ο ίδιος ο Bertrand Gille, πέρα από τη λήθη στην οποία έχουν περιπέσει οι έλληνες μηχανικοί, «υπάρχει μια τεχνική κουλτούρα», στους Αρχαίους Έλληνες εννοείται, «εξίσου παραμελημένη, διαμορφωμένη από συσσώρευση ερευνών, επιτυχιών και αποτυχιών, μεθόδων και αρχών»1. Άλλωστε, αυτή τη μεταστροφή ως προς την ύπαρξη αρχαιοελληνικής κουλτούρας τεχνολογίας την είχαν προετοιμάσει κάποιοι προπομποί2.
ΙΙ.
Τη δεκαετία του 1980, άρχισε και στη χώρα μας μια συστηματική ενασχόληση με τα επιτεύγματα της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας. Σήμερα πια διαθέτουμε διαυγέστερη και σφαιρική αντίληψη γι’ αυτήν. Σε αυτή τη γνωστική προσπάθεια πρωτοστάτησε ο ομότιμος πλέον καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και ακαδημαϊκός3 Θεοδόσης Π. Τάσιος, ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος της Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας από το 1993, έτος της ίδρυσής της, ο οποίος έκτοτε έχει πρωταγωνιστήσει σε σειρά εκδηλώσεων και εκδόσεων που είχαν στόχο την ανάδειξή της. Τελευταίο δείγμα αυτής της δραστηριότητας είναι το ογκώδες έργο του Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία, ένα άκρως κατατοπιστικό βιβλίο 448 σελίδων με πολυάριθμα σχέδια, τα περισσότερα σχεδιασμένα από τον ίδιο.
Ο συγγραφέας και τα πεπραγμένα του είναι μάλλον γνωστά στους αναγνώστες αυτού του κειμένου – ο καθηγητής Τάσιος, άλλωστε, είναι τακτικός συνεργάτης του Βοοks’ Journal που τυπώνει τακτικά σύνοψη του βιογραφικού του. Τα κυριότερα σημεία των δραστηριοτήτων του περιέχονται στο βιογραφικό σημείωμα του βιβλίου του. Γεννήθηκε το 1930 στην Καστοριά, αλλά μεγάλωσε στα Μέγαρα, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του. Αποφοίτησε το 1953 από τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) και συνέχισε τις σπουδές του στο Centre d’Études Supérieures ITB στο Παρίσι. Αναγορεύθηκε διδάκτωρ (1958), επιμελητής, έκτακτος μόνιμος καθηγητής (1964) και τακτικός καθηγητής του ΕΜΠ (1969), ενώ δίδαξε παράλληλα σε πανεπιστήμια της αλλοδαπής και διετέλεσε μέλος σημαντικών ενώσεων, σωματείων, ινστιτούτων κ.λπ. Είναι επίτιμος διδάκτωρ επτά πανεπιστημίων, ελληνικών και ξένων.
Υπήρξε δάσκαλος πολλών γενεών ελλήνων μηχανικών, αλλά, με το παράδειγμα του καταξιωμένου πολυσχιδούς στοχαστή, εμφύσησε σε πολλούς (όπως και στον υπογράφοντα4) την αντίληψη ότι η προσωπική πνευματική ολοκλήρωση δεν επέρχεται αποκλειστικά και μόνο από την επαγγελματική καταξίωση, αλλά σε συνδυασμό της με την ενεργητική και συμμετοχική διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντα του ατόμου.
Η (σε βάθος και όχι επιφανειακή) ενασχόλησh του Θεοδόση Π. Τάσιου με αντικείμενα τόσο πολλών πεδίων δικαιολογεί απόλυτα τον χαρακτηρισμό «homo universalis / οικουμενικός άνθρωπος» τον οποίο του αποδίδουν.
ΙΙΙ.
Το πρόσφατο βιβλίο του Θεοδόση Π. Τάσιου επιβάλλει ένα ερώτημα: γιατί αυτή η πληθωρική ενασχόληση με την τεχνολογία των Αρχαίων Ελλήνων; Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας:
Όλα ξεκίνησαν από το γεγονός ότι είχα ενοχληθεί από την ανιστόρητη αντίληψη για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, σύμφωνα με την οποία οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν να επιδείξουν σπουδαία επιτεύγματα στην τεχνολογία. Ως, δηλαδή, οι αρχαίοι να ασχολούνταν μόνο με τη φιλοσοφία! Μα δεν είναι δυνατόν να υπάρχει πολιτισμός χωρίς τεχνολογία.5
Για την οποία, τεχνολογία, προτείνει τον ακόλουθο ορισμό:
Τεχνολογία είναι η σκόπιμη μετουσίωση γνώσεων και υλικών προς ένα προϊόν που ικανοποιεί μίαν ανάγκην την οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν φυσικά μέσα. (σ. 18)
Ασφαλώς και θα ήταν εύλογο για τη συνέχεια το ερώτημα «γιατί ο περιορισμός του αντικειμένου του βιβλίου στη στρατιωτική τεχνολογία;» Μια εύλογη απάντηση θα ήταν: «επειδή η επέκταση σε όλο το εύρος της θα απαιτούσε έργο άλλων διαστάσεων». Εξίσου πιθανό θα ήταν να ενταχθεί ο περιορισμός στο πνεύμα του «πόλεμος πατήρ πάντων». Ωστόσο και τότε γνώριζαν και σήμερα γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος δεν είναι ο πατέρας των πάντων. Και η τεχνογνωσία που αναπτυσσόταν και αναπτύσσεται δεν είχε και δεν έχει αποκλειστικό στόχο την εξυπηρέτηση της πολεμικής μηχανής του ανθρώπου. Ωστόσο, όπως αναλύεται και στην εισαγωγή του βιβλίου, η πρόταξη της ανάγκης των ελληνικών πόλεων να αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις συχνότατες εμπλοκές τους σε πολέμους τις εξωθούσε να κατευθύνουν το ενδιαφέρον κρατικής οντότητας και πολιτών σε αυτούς. «Με αυτό το δεδομένο, αναμένεται ότι η Στρατιωτική Τεχνολογία, (όταν δεν ήταν) η “μητέρα” των Τεχνολογιών, ήταν τουλάχιστον η “Προικισμένη” Κόρη των Πόλεων. Κάθε τεχνολογικό επίτευγμα θ’ αναζητούσε τη στρατιωτική του εφαρμογή» (ή την εκμετάλλευσή του για στρατιωτικούς σκοπούς θα προσθέταμε) «– αλλά πρόσθετες ερευνητικές δαπάνες προσφέρονταν για την ανάπτυξη οπλικής ή οχυρωματικής Τεχνολογίας» (σ. 16).
Ιδού λοιπόν «γιατί και το κεφάλαιο της Στρατιωτικής Τεχνολογίας είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερο από τα άλλα κεφάλαια της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας» αλλά και επικαλύπτει πολλά απ’ αυτά. Ίσως σε αυτό να συμβάλλει και ο σχετικός διαθέσιμος πλούτος των γνώσεων γύρω από τη στρατιωτική τεχνολογία. Όπως παρατηρεί ο B. Gille αναφορικά με τα στοιχεία που γνωρίζουμε για την αρχαία ελληνική τεχνολογία, «στον στρατιωτικό τομέα, η τεκμηρίωσή μας είναι ενδεχομένως λίγο πιο άφθονη χάρις στους χρονικογράφους και τους ιστορικούς»6, παρατήρηση που εξηγεί την έλλειψη αναφορών σε άλλες παράλληλες τεχνικές επινοήσεις. Όπως πάντως διευκρινίστηκε στην εκδήλωση του εκδοτικού οίκου του, ο Θεοδόσης Π. Τάσιος έχει επεκτείνει την εργασία του συνολικότερα στην αρχαία ελληνική τεχνολογία και σύντομα αναμένεται η έκδοση κι άλλων τόμων, για άλλες ενότητες της ζωής και της δραστηριότητας των αρχαίων Ελλήνων.
Το βιβλίο του Θεοδόση Π. Τάσιου που ασχολείται με τη στρατιωτική τους τεχνολογία αρχίζει με ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στα «Αμυντικά έργα ξηράς». Προφανώς γιατί με αυτά τα έργα αντιμετωπιζόταν μια από τις πρώτες αμυντικές ανάγκες των κοινωνιών από τη στιγμή που, όπως διευκρινίζεται, επιτυγχανόταν «μία κρίσιμη αύξηση του μεγέθους του οικισμού» και η «ανάπτυξη της απαιτούμενης οικονομικής και τεχνολογικής ικανότητας προς τούτο» (σ. 19). Φυσικά, η τεχνολογία των οχυρωματικών έργων άλλαζε με τον καιρό, είτε εξαιτίας των πολιορκητικών μέσων τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσει είτε λόγω των διαθέσιμων υλικών. Στο κεφάλαιο αυτό ο συγγραφέας παραθέτει εντυπωσιακά στοιχεία για τα υλικά (κατασκευής και επένδυσης-προστασίας), την αντοχή, τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά, τη χάραξη, τα τυχόν συμπληρωματικά έργα (δεύτερα αμυντικά ή επιθετικά τείχη, περιφερειακές οδοί, προτειχίσματα, τάφροι, διατειχίσματα) των διαφόρων τύπων οχυρωματικού τείχους.
Στη συνέχεια παρατίθενται οι κατασκευές που συμπλήρωναν κατά περίπτωση τα τείχη, δηλαδή οι πύργοι και οι αμυντικοί υπόνομοι (σήραγγες), με ιδιαίτερη αναφορά στη χρησιμότητά τους.
Το δεύτερο κεφάλαιο πραγματεύεται τις αμυντικές τεχνικές και μηχανές στην ξηρά, αρχής γενομένης από τα αντιβλητικά κωλύματα, δηλαδή τα τεχνάσματα στα οποία κατέφευγαν οι αμυνόμενοι για να αντιμετωπίσουν τα κάθε είδους βλήματα που εκτόξευαν εναντίον τους οι αντίπαλες δυνάμεις, όπως λίθους, απλά βέλη, πυρφόρα βέλη, ακόντια κ.λπ. Συνεχίζει με τις παγίδες (ή δολιεύματα) που έστηναν, τη λιθορριψία κατά των επιτιθεμένων και τον εμπρησμό των πολιορκητικών μηχανών, τους γερανούς και διάφορα άλλα μηχανικά αμυντικά μέσα, τα αμυντικά βλητικά όπλα (όπως οι αμυντικοί καταπέλτες). Αξιοσημείωτη είναι σε αυτό το κεφάλαιο η αναφορά στις αμυντικές τεχνικές των κατοίκων της Τύρου εναντίον των πολιορκητών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Συν τοις άλλοις, η αναφορά αυτή δείχνει ότι η πολεμική τεχνολογία δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των Ελλήνων.
Με δεδομένο ότι πολλές πόλεις της αρχαιότητας ήταν παραλιακές (ή διέθεταν σημαντικά επίνεια) είναι προφανές ότι θα είχαν ανάγκη για προστασία από την πλευρά της θάλασσας, δηλαδή από αμυντικά έργα και τεχνικές σε παραλιακές πόλεις. Με αυτές ασχολείται το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Στα αμυντικά έργα περιλαμβάνονταν η περιμετρική οχύρωση του λιμένα ή η φραγή του στομίου του, ενώ στις αμυντικές τεχνικές οι (πετροβόλοι, δορυβόλοι ή πυροφόροι) καταπέλτες, η μείωση του βάθους της θάλασσας μέσω επιχώσεων, η τοποθέτηση ύφαλων εμποδίων, αλλά και ο εμπρησμός των εχθρικών πλοίων με πυρπολικά σκάφη (στα οποία οι Τύριοι μάλλον κατέχουν πρωτιά). Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούσε η άμυνα των θαλάσσιων τειχών.
Το τέταρτο κεφάλαιο ασχολείται με την αμυντική πανοπλία των στρατιωτών, δηλαδή τα κράνη (με μια όχι πάντως και τόσο σημαντική έλλειψη: την αναφορά στα φάλαρα), τους θώρακες, τις περικνημίδες και τα καλύμματα άλλων τμημάτων των άκρων του ανθρωπίνου σώματος, τα οποία, σε διάφορες μορφές, είναι εν χρήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας. Τα υλικά κατασκευής τους ποικίλλουν, όπως και η μορφή τους, ανάλογα με την περίοδο. Οι θώρακες, ακόμα και κατά τη μυκηναϊκή εποχή, αποτελούν εντυπωσιακά σύνολα.
Το κεφάλαιο συνεχίζεται με ένα λίαν εκτεταμένο αφιέρωμα στις ασπίδες: στο σχήμα τους, στην κατασκευή τους, στην τεχνολογία τους, στον τρόπο κρατήματος και χειρισμού τους. Το αφιέρωμα επεκτείνεται και σε παράθεση μηχανικών στοιχείων, αντοχών και άλλων φυσικών παραμέτρων, αλλά ακόμα και σε υπολογισμούς των δυνάμεων προσβολής της ασπίδας και των αντοχών της (σε τέμνουσα, καμπτική, διατρητική), οι οποίοι αντλούνται άλλοτε από τη διεθνή βιβλιογραφία και άλλοτε είναι του ίδιου του συγγραφέα – οι υπολογισμοί, πάντως, δεν μπορούν να αναγνωσθούν παρά από ολίγους ειδήμονες επί του θέματος.
Τέλος, το κεφάλαιο συμπληρώνεται από δύο προσαρτήματα· ένα για τις ζωικές κόλλες που είχαν χρησιμοποιηθεί για τη σύνδεση στοιχείων των ασπίδων μεταξύ τους και ένα για την περίφημη και περίεργη συνάμα οκτώσχημη ασπίδα.
Στη συνέχεια (πέμπτο κεφάλαιο), σειρά παίρνουν τα ατομικά όπλα, αμυντικά και επιθετικά, αγχέμαχα (δηλαδή όπλα των οποίων η χρήση ήταν πρόσφορη σε μάχες με τους αντιπάλους σε μικρή απόσταση) και εκηβόλα (δηλαδή όπλα τα οποία εβάλλοντο εξ αποστάσεως). Αρχής γενομένης από το δόρυ και το ακόντιο και με ειδική αναφορά στην υπερμήκη μακεδονική σάρισα. Παρατίθενται τόσο τα υλικά κατασκευής των, όσο και τα γεωμετρικά στοιχεία τους και το βάρος τους, αλλά και τα εξαρτήματα/προσαρτήματά τους· δηλαδή η μεταλλική λόγχη στο εμπρόσθιο μέρος και ο σαυρωτήρ ή στύραξ, η επίσης μεταλλική απόληξή τους με την πολλαπλή χρησιμότητά του. Η περιγραφή συνοδεύεται και σε αυτή την περίπτωση από υπολογισμούς για τις αντοχές των σε λυγισμό και κρούση.
Ακολουθεί ανάλογη παρουσίαση του αγχέμαχου ξίφους και, στη συνέχεια, του τόξου. Του δεύτερου συνοδεύεται με νέους υπολογισμούς της ενέργειας ώθησης η οποία μεταδίδεται στο βέλος, της μετατροπής της σε κινητική ενέργεια, του επιδιωκόμενου ή του επιτεύξιμου βεληνεκούς. Σε ειδικό περί τα τόξα προσάρτημα παρουσιάζονται με πληθώρα σχεδίων αλλά και υπολογισμών του συγγραφέα τα θέματα αρχικής τάνυσης-ανάκαμψης και επανατάνυσης των διαφόρων τύπων των τόξων, καθώς και των παραμορφώσεών τους. Το προσάρτημα κλείνει με αναδρομή στα τόξα διαφόρων περιοχών ή περιόδων (στις Μυκήνες και στην Κρήτη, στα Ομηρικά Έπη, στη μετά τη Γεωμετρική Εποχή), καθώς και με αναφορά στα πυρφόρα βέλη.
Το τελευταίο όπλο που εξετάζεται είναι η σφενδόνη, η οποία, σημειωτέον, δεν έχει και τόση σχέση με τη σημερινή σφεντόνα, αλλά, ως διαδικασία βολής, σχετίζεται κάπως με τη βολή της σφύρας κατά τη διαδικασία του αγωνίσματος της σφυροβολίας. Το βλήμα ήταν τοποθετημένο σε ιμάντα τον οποίο περιέστρεφε ο ρίπτης μέχρις ότου αποκτήσει ικανή ταχύτητα για να απελευθερωθεί και να κατευθυνθεί προς τον εχθρό. Σε νέο προσάρτημα καταγράφεται σύγχρονο πείραμα που εκτελέσθηκε το 2021, το οποίο απέδειξε ότι ήταν εφικτό το βλήμα της να έχει βεληνεκές πάνω από 100 μέτρα!
Από τα ατομικά όπλα τη σκυτάλη παίρνουν τα μεγάλα επιθετικά όπλα· όπλα γενικά πιο σύνθετα και πιο πολύπλοκα, η τεχνολογία των οποίων δεν περιοριζόταν ουσιαστικά στον τρόπο και στο υλικό κατασκευής τους, αλλά επεκτεινόταν και στη σύλληψη της λειτουργίας τους. Αρχής γενομένης από τους καταπέλτες που επινοήθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα. Στο σχετικό κεφάλαιο προηγείται μικρή ανασκόπηση των έργων περί της «βλητικής». Υπό τον όρο «καταπέλτης» συγκεντρώνονται διάφορα τοξοβόλα όπλα, όπως ο γαστραφέτης του Κτησιβίου, κάποια παλαιότερα καμπτικά τοξωτά όπλα και οι στρεπτικοί καταπέλτες (μεταξύ των οποίων και ο καταπέλτης του Διονυσίου του Αλεξανδρέως που λειτουργούσε περίπου ως «ρεβόλβερ» βελών!).
Το κεφάλαιο των μεγάλων επιθετικών όπλων κλείνει με τα φλογοβόλα. Όχι τη ρίψη των γνωστών από παλιότερα αναμμένων βελών, αλλά τα ολοκληρωμένα φλογοβόλα όπλα, το πρώτο των οποίων περιγράφει ο Θουκυδίδης και το οποίο χρησιμοποιήθηκε το 424 π.Χ. από τους Βοιωτούς και τους συμμάχους τους κατά την πολιορκία του Δηλίου.
Το έβδομο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις πολιορκητικές τεχνικές και μηχανές και χωρίζεται σε δύο μέρη, ένα για τα «Πολιορκητικά Τεχνικά Έργα και Τεχνάσματα» και ένα για τις «Πολιορκητικές Μηχανές».
Των Ελλήνων είχαν προηγηθεί στη χρήση πολιορκητικής τεχνολογίας και άλλοι λαοί (Ασσύριοι, Πέρσες κ.ά.). Ωστόσο, σε πολλούς τομείς πρωτοπόροι αναδείχθηκαν οι Έλληνες, σε σημείο μάλιστα που από μια στιγμή και μετά τα ελληνικά (και, ειδικότερα, τα μακεδονικά και τα ελληνιστικά στρατεύματα) να συνοδεύονται από ειδικευμένο σώμα Μηχανικών (Τεχνιτών ή Δημιουργών ή Μηχανοποιών ή Οργανοποιών ή Αρχιτεκτόνων, ανάλογα με τον συγγραφέα αναφοράς). Το στράτευμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνόδευαν «Πολιτικοί Μηχανικοί», όπως σηραγγολόγοι, υδραυλικοί, αλλά και πολεοδόμοι!
Αρχικά, το πρόβλημα των πολιορκητών ήταν η προσπέλαση στο εχθρικό τείχος. Προς τούτο εφαρμόζονταν δύο μέθοδοι: η αναρρίχηση μέσω κλιμάκων (απλό αλλά ευπρόσβλητο τέχνημα με μέγιστο ύψος έως 8,5 μ., ενίοτε εξοπλισμένο με διάφορα βοηθητικά μέσα) και τα χωματουργικά έργα..
Τα βασικά επιθετικά χωματουργικά έργα ήταν η οριζόντια επίχωση των αμυντικών τάφρων και το ανηφορικό ανάχωμα για προσέγγιση της στέψης του τείχους. Απαιτούνταν κατασκευές ιδιαίτερα απαιτητικές (ως προς την επιπεδότητα οι μεν και την αντοχή οι δε) αν επρόκειτο να αποτελέσουν υπόστρωμα για τη διέλευση πολιορκητικών μηχανών. Αναφέρονται τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις επιθετικών χωματουργικών έργων. Η πρώτη, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος υποχρεώθηκε να κατασκευάσει για τις πολιορκητικές του μηχανές πέριξ της υπό πολιορκίαν πόλης της Γάζας γενικευμένο ανάχωμα ύψους 83 μέτρων και πλάτους στη βάση 360 μέτρων! Η δεύτερη, όταν οι Ρωμαίοι έλυσαν την πολιορκία της θεσσαλικής πόλεως Άτραξ λόγω της αστοχίας (μειωμένης αντοχής) του υλικού επίχωσης, με αποτέλεσμα μεγάλες τοπικές καθιζήσεις υπό το βάρος των πολιορκητικών μηχανών. Η τρίτη όταν τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου κάλυψαν με επίχωση το φαράγγι (μήκους ίσως και ενός χιλιομέτρου!) που χώριζε το λόφο όπου είχαν στρατοπεδεύσει από το λόφο όπου βρισκόταν η ινδική φρουρά.
Στην περίπτωση μακροχρόνιας πολιορκίας, οι πολιορκητές κατασκεύαζαν τους περιτειχισμούς: αμυντικά επιχώματα για την προστασία τους από πιθανή επίθεση των πολιορκουμένων και των τυχόν συμμάχων τους (οπότε προβλεπόταν και δεύτερος περιτειχισμός στα νώτα του στρατοπέδου). Άλλα επιθετικά χωματουργικά έργα ήταν: α) η υπονόμευση (μέσω σηράγγων) των τειχών με στόχο είτε την κατακρήμνιση μέρους αυτών για διάνοιξη διόδου, είτε για την κρυφή διέλευση πολιορκητών μέσα στην πολιορκούμενη πόλη· β) η εκτροπή ποταμού που επέτρεπε τη διέλευση των πολιορκητών από την άνυδρη πλέον κοίτη· γ) η καταστροφή του υδραγωγείου της πολιορκούμενης πόλης.
Μετά από τα χωματουργικά έργα, σειρά έχουν οι καθαυτό πολιορκητικές μηχανές. Σε αυτές περιλαμβάνονταν οι χελώνες: χωστρίδες και εφεδριακές για την προστασία των εργαζομένων στα επιθετικά χωματουργικά έργα από τα βέλη των αμυνομένων και ορυκτρίδες με επίπεδο κατακόρυφο μπροστινό μέρος για να κολλάνε στο τείχος, τέλος δε στομιοκαλύπτρες για να κρύβουν το στόμιο σηράγγων.
Μετά τις χελώνες, το κεφάλαιο περνά στους κριούς και τις κριοφόρους χελώνες. Οι κριοί –ίσως το γνωστότερο πολιορκητικό όπλο στο σημερινό κοινό– είχαν στόχο την πρόκληση ζημιών στην αμυντική γραμμή των πολιορκουμένων. Άλλοτε μεν ως κρουστικοί, είτε με την αποσύνθεση της δομής του τείχους είτε με τη διάτρηση αυτού, άλλοτε δε ως περιστροφικοί (και περιστροφικά τρύπανα) με τη διάνοιξη βαθιάς οπής σε αυτό. Οι πρώτοι, ξύλινοι εφοδιασμένοι με μεταλλικοί κεφαλή, έπλητταν το στόχο τους με συνεχείς κρούσεις ανηρτημένοι σε μηχανισμό όπως ένα εκκρεμές. Τα περιστροφικά τρύπανα, μικρότερα σε μέγεθος, άνοιγαν μια σειρά από τρύπες στο τείχος με στόχο την τοπική κατάρρευση τμήματος αυτού.
Το περί κριών τμήμα του κεφαλαίου εμπλουτίζεται με περιγραφές της μορφής των και με υπολογισμούς των δυνάμεων που ασκούσαν αυτοί, αλλά και των αντιστάσεων της τοιχοποιίας.
Ακολουθεί η αναφορά στις ελεπόλεις, κινούμενα «άρματα μάχης» ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεων, η πρώτη χρήση των οποίων πιστοποιείται με βάση τις αρχαίες μαρτυρίες το 399 π.Χ. Αυτό που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι η χρήση της προκατασκευής εκείνη την εποχή, καθώς, λόγω της ανέφικτης μεταφοράς των σε μεγάλες αποστάσεις, καθιστούσε αναγκαία την επιτόπου συναρμολόγησή τους με έτοιμα από πριν στοιχεία!
Οι πολιορκητικοί πύργοι ήταν πολυώροφοι και «στέγαζαν» επιθετικά όπλα, κυρίως κριούς ή και καταπέλτες, αλλά και στρατεύματα εάν χρειαζόταν. Για την άμυνά τους έναντι πυρφόρων βλημάτων ήταν εξοπλισμένοι με μέσα πυροπροστασίας και πυρόσβεσης. Περιείχαν και επιβάθρες, δηλαδή γέφυρες για την πρόσβαση στο πολιορκούμενο τείχος.
Ελέπολις Επιμάχου, βελτιωμένη, σχεδιασμένη βάσει των περιγραφών Διοδώρου.
Θεοδόσης Π. Τάσιος
Το κείμενο που αφορά τις ελεπόλεις εμπλουτίζεται και με αναφορές αφενός μεν στη μηχανολογική ανάλυση της οιονεί-αυτοκίνησης της ελεπόλεως του Ποσειδωνίου (του Μακεδόνος), αφετέρου δε σε κατασκευαστικά θέματά τους, καθώς και στην επιβίωση της χρήσης των, ακόμα και την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η τελευταία πολιορκητική μηχανή που εξετάζεται είναι η σαμβύκη. Επρόκειτο για μια κατασκευή που θεράπευε εν πολλοίς τα μειονεκτήματα της κλίμακας· δηλαδή, ενώ και αυτή αποτελούσε μέσο για την άνοδο των πολεμιστών στο πολιορκούμενο τείχος, μεταφερόταν συχνά υπό την προστασία μιας άμαξας, διέθετε σωληνοειδή κατασκευή για την εντός αυτής προστασία τους προς απόβαση στο εχθρικό τείχος πολιορκητών, δεν ανατρεπόταν λόγω μεγαλύτερου βάρους. Έπρεπε ωστόσο να προστατεύεται από δύσβρεκτες δορές για να αποφεύγει την πυρπόλησή της. Οι σαμβύκες διακρίνονταν σε στεριανές, που στηρίζονταν επάνω σε τροχοφόρους φορείς, και σε ναυτικές, που στηρίζονταν επάνω σε δύο συζευγμένα πλοία. Υπήρχε και μία ιδιαίτερη κατηγορία ναυτικών σαμβυκών που είχε διαφορετική χρήση: ήταν στην ουσία ελέπολις εξοπλισμένη με έναν ή δύο καταπέλτες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πιθήκια, «ίσως μια απ’ τις σημαντικότερες συλλήψεις της Ελληνικής Τεχνολογίας» (σ. 340) κατά τον συγγραφέα. Επρόκειτο για κατασκευαστικά τεχνάσματα που επιτρέπανε στις ναυτικές σαμβύκες / πολιορκητικούς πύργους να παραμένουν κατακόρυφες παρά τις ταλαντώσεις που προκαλούνται από τον προνευστασμό ή τον διατοιχισμό του πλοίου λόγω κυματισμών. Ο συγγραφέας τα παραλληλίζει με τα σημερινά «καρντάνια», που εξασφαλίζουν την οριζοντιότητα της πυξίδας πλοίων ή αεροπλάνων.
Μετά τις πολιορκητικές μηχανές ακολουθεί το όγδοο κεφάλαιο, το αφιερωμένο στα ναυτικά επιθετικά όπλα, πέρα από τις ναυτικές ελεπόλεις και σαμβύκες.
Εύλογα δε το κεφάλαιο αρχίζει με τα αρχαία πολεμικά πλοία. Πρώτες αναφέρονται οι μυκηναϊκές εικόσορος και πεντηκόντορος, με την τελευταία να διαθέτει 25 κωπηλάτες στην κάθε πλευρά της. Χαρακτηριζόταν από το τετράγωνο ιστίο της που κρεμόταν από οριζόντια δοκίδα, η οποία με τη σειρά της στηριζόταν στο κατάρτι. Στο κείμενο περιγράφονται οι εξελίξεις στη μορφή του πλοίου (π.χ. προσθήκη καταστρώματος για τη μεταφορά πολεμιστών) και στη δομή του. Η μυκηναϊκή ναυπηγική τέχνη συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια των σκοτεινών αιώνων οπότε επιφέρονται και ορισμένες βελτιώσεις στη δομή του πλοίου (όπως, για παράδειγμα, το διπλό κατάστρωμα). Μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και τα υποκεφάλαια που περιέχουν πληροφορίες για την ορολογία των τμημάτων του πλοίου και τα υλικά κατασκευής (ιστίων και καλωδίων).
Στη συνέχεια, σειρά παίρνει το πιο γνωστό στο ευρύ κοινό πλοίο της Αρχαίας Ελλάδας, η τριήρης. Η τριήρης υπήρξε μετεξέλιξη της δικρότου νηός, δηλαδή του πλοίου που διέθετε σε κάθε πλευρά του δύο σειρές κωπηλατών, τη δεύτερη σε κατάστρωμα επάνω από την πρώτη. Η ευφυέστατη πρωτοτυπία της τριήρεως ήταν η προσθήκη μιας τρίτης σειρά κωπηλατών στο κατακόρυφο τοίχωμα του σκάφους και ενός προστατευτικού για αυτούς κιγκλιδώματος. Παράλληλα, η αντικατάσταση του στόχου του πλοίου από την αποβίβαση μαχητών στο αντίπαλο σκάφος, στον εμβολισμό του τελευταίου και η συνακόλουθη απαλλαγή του από μέρος των ναυτικών που μετέφερε συνετέλεσε στην ελάφρυνση του βάρους του, στη μείωση του βυθίσματός του και στην, ως εκ τούτου, αύξηση της ταχύτητάς του, με αποτέλεσμα τη μετατροπή του σε «καινοτομικό φοβερό επιθετικό όπλο». Μια πρόσθετη καινοτομία ήταν ο εξοπλισμός της με όργανα που, μέσω μιας «προέντασης», αντιμετώπιζαν τις τάσεις που καταπονούσαν το πλοίο όταν βρισκόταν στην κορυφή ενός κύματος.
Ιδιαίτερη σημασία για τα πλοία, ακόμα δε περισσότερο για τις τριήρεις, είχε το έμβολο, μεταλλική επένδυση του εμπρόσθιου άκρου της τροπίδας.
Η εξέλιξη της ναυπηγικής τεχνολογίας συνεχίστηκε και, μετά την ύστερη αρχαιότητα, έδωσε στη συνέχεια τον βυζαντινό δρόμωνα.
Βυζαντινός δρόμων μήκους 40 μέτρων.
Θεοδόσης Π. Τάσιος
Στο τμήμα του κεφαλαίου που πραγματεύεται τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις αναφέρονται οι εμπρησμοί με πυροφόρα τοξεύματα από πλοία, τα φλογοφόρα πλοία και τα φλογοβόλα όργανα. Στα τελευταία περιλαμβάνεται και το «υγρόν πυρ» των βυζαντινών, για το οποίο υπάρχει μία εκτενής ανάλυση και το οποίο είχε τον αρχαιοελληνικό πρόγονό του, όπως προκύπτει από σχετικές αρχαιοελληνικές πηγές. Με αυτή κλείνει το κυρίως έργο.
Μετά από την παράθεση όλων αυτών των πολεμικών όπλων, μέσων και τεχνικών, ο Θεοδόσης Π. Τάσιος καταλήγει να συνοψίσει, στη θέση του επιλόγου, την ερευνητική μέθοδο που ακολουθήθηκε για να παρακαμφθούν οι δυσκολίες του εγχειρήματός του (ελλιπής ιστορική τεκμηρίωση, αμφίβολη ακρίβεια λεπτομερειών, σπάνις αρχαιολογικών ευρημάτων κ.ά.). Σε γενικές γραμμές προηγήθηκε μια συλλογή των σχετικών κειμένων της αρχαίας γραμματείας και συγκριτική παράθεση για την εξαγωγή πιο βέβαιων συμπερασμάτων. Συνοδεύτηκε από περιήγηση στη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, η οποία, ωστόσο, αναδείκνυε και διάσταση απόψεων μεταξύ των ερευνητών. Και κατέληξε σε εφαρμογή μιας σύγχρονης ερευνητικής –πειραματικής ή υπολογιστικής– μεθόδου. Κατακλείδα δε αυτού του τελικού κείμενου είναι η επισήμανση των κυριότερων επιτευγμάτων της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας.
IV.
Έπειτα από όσα καταγράφηκαν στις παραγράφους που προηγήθηκαν, μπορούμε με βεβαιότητα να επισημάνουμε τα εξής:
· Η Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία είναι ένα ανεκτίμητο έργο αναφοράς για τους μελλοντικούς μελετητές της αρχαιοελληνικής τεχνολογίας γενικότερα, αλλά και της πολεμικής ειδικότερα.
· Επιτελεί παιδευτικό ρόλο καθώς, με την ανάγνωσή του, καταρρίπτει ως ανέρειστο το μύθο της τεχνολογικής υστέρησης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και παρακινεί τον συνειδητό αναγνώστη να εμβαθύνει περισσότερο στην ενημέρωσή του γύρω από αυτή την παραμελημένη έως πρόσφατα πτυχή του.
· Είναι προσιτό στο ευρύτερο κοινό παρά την ενδεχόμενη δυσκολία κατανόησης των υπολογισμών που περιέχει. Ως προς αυτούς, ο μη ειδήμων μπορεί κάλλιστα να αρκεστεί στα συμπεράσματά τους.
· Προσφέρει πρωτοφανές πλήθος σχετικών πληροφοριών και τεκμηρίων που αποτελείται από παράθεση αποσπασμάτων – μαρτυριών. Περιέχει μέχρι και τεχνικές προτροπές από τους τότε μηχανικούς, αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά και παραπομπές στη διεθνή βιβλιογραφία και επίκληση των συμπερασμάτων αυτής (πάντοτε, ωστόσο, με κριτικό πνεύμα και όχι με αβασάνιστη αντιγραφή τους). Κυρίως, περιέχει αποδεικτικό υλικό σχεδίων και υπολογισμών, στη συντριπτική τους πλειονότητα του ίδιου του συγγραφέα.
Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η προσπάθεια του Θεοδόση Π. Τάσιου να διορθώσει (με απόλυτη επιτυχία κατά την προσωπική μου άποψη), με βάση την τεχνική του κατάρτιση, ακόμα και καθιερωμένες μεταφραστικές αστοχίες. Σαν την αστοχία π.χ. στην απόδοση του ομηρικού επιθετικού προσδιορισμού της ασπίδας: «επταβόειος». Δεν πρόκειται για ασπίδα «από δορές επτά βοδιών» αλλά για ασπίδα «εφτάστρωτη από βοδινή δορά» (σ. 93).
Αξιοπρόσεκτη είναι και η γλωσσοπλαστική ικανότητα του συγγραφέα και η χρήση ασυνήθιστης ορολογίας (π.χ. κριοκόπηση, διατόρημα, βαρορριψία). Ωστόσο, οι όροι αυτοί παράγουν ένα εύληπτο αποτέλεσμα για τον αναγνώστη.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία αποτελεί το opus magnum του Θεοδόση Π. Τάσιου. Και όντως είναι, τόσο από τη σκοπιά του κόπου και της προσπάθειας που απαίτησε από τον συγγραφέα, όσο και από τη σκοπιά της συμβολής της στο αντικείμενο που υπηρετεί: την ανάδειξη της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας. Είθε να ακολουθήσει η ανάδειξη των επιτευγμάτων αυτής και σε άλλα, πέραν του στρατιωτικού, πεδία. Ωστόσο, για κάποιον (όπως ο υπογράφων το παρόν κείμενο) που πέρασε από τα φοιτητικά θρανία την εποχή που ο συγγραφέας δίδασκε στο Πολυτεχνείο και –στη συνέχεια– παρακολούθησε από κοντά την πνευματική του πορεία και το έργο που απέδωσε (επέστρεψε στην κοινωνία, σύμφωνα με μία δική του αντίληψη, όπως την εξέφρασε σε μία συνέντευξή του στην εκπομπή «Αστικό Τοπίο»), «έργο ζωής» του αποτελούν οι γνώσεις που μετέφερε και το υπόδειγμα που προσέφερε στους σπουδαστές του.
Ας σημειωθεί εν κατακλείδι ότι τα κείμενα του βιβλίου ακολουθούν σε όλη της την έκταση την πρόταση φυσικού τονισμού που έχει αναπτύξει7 ο Θεοδόσης Τάσιος παλιότερα, δηλαδή για τον τονισμό εκείνων μόνον των συλλαβών που τονίζονται και στον προφορικό λόγο.
1 Bertrand Gille: «Les mécaniciens grecs. La naissance de la technologie», Seuil 1980, σ. 7.
2 Ενδεικτικά αναφέρεται o γάλλος φιλόσοφος και ιστορικός της επιστήμης Abel Rey του Μεσοπολέμου με το έργο του του 1939 με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το απόγειο της ελληνικής τεχνικής επιστήμης (Abel Rey: L’apogée de la science technique grecque, Albin Michel 1948), με το οποίο αναλύει την πρόοδο εκείνης της εποχής στις θετικές επιστήμες, δηλαδή την προοδευτική πρόσκτηση τεχνικής γνώσεως, η οποία θα μεταφραζόταν και σε τεχνικές εφαρμογές. Ενδεικτική είναι η άποψη που διατυπώνει σχετικά με τη γεωμετρία των πυθαγορείων: «Επινοεί την γενική κατασκευή μιας λύσης και αμέσως μετά τη λογική αλληλουχία που επιτρέπει την πρόοδο από τη μία κατασκευή στην άλλη, την κατασκευή επί ήδη εν ισχύι κατασκευών ενός οικοδομήματος το οποίο, επάνω σε αυτά τα θεμέλια, ανυψώνεται όροφο με όροφο», εννοώντας ότι δεν ενδιαφέρονταν για τυχαία και μεμονωμένα αποτελέσματα (λύση προβλήματος, διατύπωση θεωρήματος, κατάστρωση μαθηματικού τύπου…), αλλά για τη δόμηση ολοκληρωμένης διαδοχής βημάτων με το καθένα να αποτελεί τη βάση για το (ή να οδηγεί στο) επόμενο ώς την κορυφή της πυραμίδας.
3 Στον καθηγητή Θ. Π. Τάσιο απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών την 18η Δεκεμβρίου 2025. Την δε 20ή Ιανουαρίου 2026 του απονεμήθηκε το μετάλλιο του ΕΜΠ με τον Πυρφόρο Προμηθέα, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας.
4 Τον Θ. Π. Τάσιο, τον γνώρισα ως καθηγητή μου στο Πολυτεχνείο. Με την αποφοίτησή μου μετατραπήκαμε τυπικά σε συναδέλφους. Ξαναβρεθήκαμε στο πλαίσιο της δραστηριότητας του Κέντρου Σοσιαλιστικών Μελετών (1979-2016) και της έκδοσης της Εφημερίδας του. Είχα αναλάβει εργολαβικά (ίσως ως προερχόμενος από τον κλάδο των εργολάβων) να διευθύνω τις εκδηλώσεις κατά τις οποίες ήταν ομιλητής. Ένα βράδυ (στο σπίτι της Αθηνάς Μπουζιάνη) του πρόσφερα ένα αντίτυπο του βιβλίου του Bertrand Gille και, έκτοτε, αρχίσαμε να παρακολουθούμε πιο συστηματικά ο ένας τις δραστηριότητες του άλλου και να επικοινωνούμε τακτικά.
5 (Παρατίθεται στο) Ιωάννα Σουφλέρη: «Η αρχαία ελληνική πολεμική υπεροχή» στην εφημερίδα Το Βήμα (ένθετο Β2) της 14ης Δεκεμβρίου 2025.
6. Bertrand Gille, ό.π., σ. 13.
7 Θ. Π. Τάσιος, Πρακτικά ζητήματα της νεοελληνικής γλώσσας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2022.
Χρίστος Ζαφείρης, Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα. Ιστορικός και Περιηγητικός Οδηγός - Ιστορία, Κοινωνία, Μνημεία, Μουσεία, Τοπόσημα της σύγχρονης πόλης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2025, 270 σελ.
Είναι γνωστό ότι στη διάρκεια του 20ού αιώνα όλες οι ελληνικές πόλεις γνώρισαν σημαντικές αλλαγές. Με παρόμοιο τρόπο, οι αλλαγές που γνώρισε η Θεσσαλονίκη ήταν καθοριστικής σημασίας για την ταυτότητά της σε όλα τα επίπεδα.
Όπως γενικά συμβαίνει, το μέγεθος των αλλαγών στην πόλη το συνειδητοποιεί καλύτερα εκείνος που έλειπε όταν συνέβησαν, ώστε να τις διαπιστώσει όλες μαζί ως σύνολο ολοκληρωμένο μέσα σε έναν πυκνό ιστορικό χρόνο. Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας φαντασθούμε έναν εικοσάχρονο Έλληνα από τη Θεσσαλονίκη που φεύγει ως μετανάστης στα 1910 και επιστρέφει το 1945, πενηνταπεντάχρονος, στην γενέθλια πόλη, η οποία όμως δεν είναι πια η πόλη που άφησε φεύγοντας, καθώς πρόκειται, από όλες τις απόψεις, για μια σχεδόν τελείως άλλη πόλη. Καταρχάς, ως προς την ταυτότητά της, στο επίπεδο της διοίκησης, ο μετανάστης έφυγε από μία πόλη που συνέχιζε επί πεντακόσια χρόνια να ανήκει σε ένα απολυταρχικό κράτος στο οποίο αυτοί που είχαν την ίδια εθνικότητα, την ίδια θρησκεία και την ίδια γλώσσα με εκείνον αποτελούσαν μειονότητα με περιορισμένα δικαιώματα, και επιστρέφει σε μια πόλη που ανήκει σε ένα κράτος κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το οποίο αποτελείται, στην πλειονότητά του, από ομοεθνείς, ομόθρησκους και ομόγλωσσούς του ελεύθερους πολίτες.
Όσον αφορά τον πληθυσμό της πόλης του, οι μεν έλληνες κάτοικοί της είχαν διπλασιαστεί, καθώς εγκαταστάθηκαν μαζικά, ως πρόσφυγες, περίπου άλλοι τόσοι ομοεθνείς τους προερχόμενοι από άλλα μέρη και αντίστοιχα, την εγκατέλειψαν ως ανταλλάξιμοι οι δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι συμπολίτες του, ενώ η άλλη αλλόγλωσση και αλλόθρησκη, αλλά πλειοψηφούσα, πληθυσμιακή συνιστώσα της πόλης του, η εβραϊκή, αυτή είχε εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά στο ναζιστικό ολοκαύτωμα. Η παλιά λοιπόν πολυεθνική, πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική πόλη από την οποία είχε φύγει δεν υπήρχε πια. Από πολεοδομική άποψη, σχεδόν η μισή από την πόλη που άφησε είχε καταστραφεί από πυρκαγιά και ξανακτίστηκε σε άλλα χνάρια, ενώ στη θέση των αδόμητων εκτάσεων που την περιέβαλλαν τότε που έφυγε δημιουργήθηκαν, κυριολεκτικά εκ του μηδενός, πυκνοδομημένα και πολυάνθρωπα οικιστικά σύνολα, σχεδόν κανονικές πόλεις, όπως η Καλαμαριά, η Τούμπα, η Νεάπολη, κ.λπ., για την εγκατάσταση των προσφύγων. Όλες αυτές οι καθοριστικού χαρακτήρα αλλαγές συντελέστηκαν μέσα στα 35 χρόνια που έλειψε.
Αν μάλιστα ο επανακάμψας μετανάστης έφθανε τα 80, ζούσε δηλαδή ώς το 1970, θα έβλεπε να γίνονται επιπλέον αρκετές ακόμη σημαντικές αλλαγές, δεδομένου ότι η μεγάλη αύξηση της εσωτερικής μετανάστευσης, που σημειώθηκε στην εικοσαετία 1950-70, σχεδόν διπλασίασε τον πληθυσμό της, ενώ από περιβαλλοντική και πολεοδομική άποψη η επιχωμάτωση του παραλιακού μετώπου προς τα ανατολικά, που δημιούργησε τη Νέα Παραλία, συνιστούσε επίσης σημαντική αλλαγή της φυσιογνωμίας της. Αν σ’ αυτές τις αλλαγές προστεθούν και εκείνες που, πριν τελειώσει ο αιώνας, συνέβησαν γενικά σε όλη τη χώρα, όπως η εγκατάσταση των χιλιάδων ημεδαπών και αλλοδαπών μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και η γενικευμένη ανοικοδόμηση με τον συγκεκριμένο τρόπο, γίνεται κατανοητό ότι η περιδιάβαση στην εξέλιξη της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους Θεσσαλονικείς.
Μια τέτοια μεθοδική και πολυεπίπεδη περιδιάβαση, δηλαδή μια περιδιάβαση σ’ αυτήν την πολυκύμαντη ιστορική, πληθυσμιακή, πολεοδομική και πολιτιστική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, βασισμένη απολύτως στα πορίσματα της σχετικής επιστημονικής έρευνας, μας δίνει το νέο βιβλίο του Χρίστου Ζαφείρη. Το ξετύλιγμα αυτής της πορείας από τον συγγραφέα γίνεται κατά τρόπο που το καθιστά εύληπτο και ευχάριστο. Το βιβλίο έχει αφηγηματικό άξονα για την παράλληλη ανάδειξη των ιστορικών γεγονότων τα «εμπράγματα» κατάλοιπα της πορείας της πόλης στην πορεία του 20ού αιώνα, όπως είναι τα εμβληματικά κτίρια, τα τοπόσημα και οι μουσειακές συλλογές. Αλλά μπορεί να το δει κανείς και αντίστροφα, δηλαδή ότι η αφήγηση γίνεται με άξονα την εξέλιξη της ιστορίας της στοιχειοθετημένης από τα αντίστοιχα εμπράγματα τεκμήρια.
Η ανάπτυξη της αφήγησης με βάση τις τομές στην ιστορία της Θεσσαλονίκης διαρθρώνεται στα αντίστοιχα κεφάλαια, που αναφέρονται, κατά χρονολογική σειρά, στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας (1900-1912), στην έκρυθμη δεκαετία (1912-1922), στον Μεσοπόλεμο (1918-1940), στην πολεμική δεκαετία (1940-1950), στη μετεμφυλιακή εικοσιπενταετία (1950-1974) και στην περίοδο της μεταπολίτευσης, ενώ υπάρχουν και ξεχωριστά κεφάλαια για τις πολιτικές δολοφονίες, τα ιστορικά νεκροταφεία, για τους «χαμένους παραδείσους» της πόλης, αλλά και για τις επιμέρους πλευρές της ταυτότητάς της, όπως η λογοτεχνία, η τέχνη, το θέατρο, και ο αθλητισμός.
Εκείνο που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι η εξαιρετική φωτογραφική τεκμηρίωση του βιβλίου, με σύγχρονες και παλαιότερες φωτογραφίες, μερικές από τις οποίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά. Το γεγονός μάλιστα ότι οι φωτογραφίες των εμπράγματων τεκμηρίων της περιδιάβασης, όπως τα ονομάζει ο συγγραφέας, είναι στην μεγάλη πλειονότητά τους κτίρια, δίνει στον συγγραφέα την ευκαιρία, συνοδεύοντάς τες με σύντομο αλλά περιεκτικό σχολιασμό, να μας δώσει μια εικόνα τού πώς εξελίχθηκε η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της πόλης κατά τον 20ό αιώνα.
Όσον αφορά την ίδια την αφήγηση, όποιος έχει διαβάσει οποιοδήποτε άλλο βιβλίο του συγγραφέα είναι βέβαιος πως αυτή η πολυεπίπεδη και τεκμηριωμένη περιδιάβαση δεν θα καταλήγει σε ένα βιβλίο κουραστικό, αλλά σε έναν οδηγό συνοπτικό και ευανάγνωστο, που θα χαρακτηρίζεται από την ίδια ακριβολογία, την ίδια γλαφυρότητα και την ίδια ευρύτητα θεώρησης του αντικειμένου που χαρακτηρίζουν και τα άλλα βιβλία του.
Εντέλει, θα έλεγα πως τα δεδομένα αυτά, χωρίς άλλες επιπλέον λεπτομέρειες, είναι αρκετά για να πεισθεί ο αναγνώστης του βιβλίου ότι Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα του Χρίστου Ζαφείρη αξίζει όχι μόνο απλώς να διαβαστεί, αλλά να γίνει κτήμα κάθε κατοίκου και φίλου της Θεσσαλονίκης που ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη ταυτότητά της.
Fatherland. Ασπρόμαυρη δραματική, ιστορική ταινία του Πάβεου Παβλικόφσκι παραγωγής 2026. Χώρες συμπαραγωγής: Πολωνία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία. Σενάριο: Paweł Pawlikowski - Hendrik Handloegten. Σκηνοθεσία: Paweł Pawlikowski. Διεύθυνση φωτογραφίας: Łukasz Żal. Παίζουν: Sandra Hüller, Hanns Zischler, August Diehl. Παραγωγή: Our Films, Extreme Emotions, Nine Hours, Chapter2. Πρώτη προβολή στην Ελλάδα: 3/9/2026. Διάρκεια: 82΄.
Το Fatherland του Πάβεου Παβλικόφσκι είναι μια ταινία περιπλάνησης με θέμα την επιστροφή του Τόμας Μανν στη μεταπολεμική Γερμανία του 1949. Καθώς διασχίζει τις δύο, πλέον, Γερμανίες μαζί με την κόρη του Έρικα, έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τις διαφορετικές πολιτικές πραγματικότητες, αλλά και με το ναζιστικό παρελθόν που εξακολουθεί να στοιχειώνει τη χώρα. Παράλληλα, η διαδρομή γίνεται ένα εσωτερικό ταξίδι στη διαλυμένη οικογένειά του και ιδιαίτερα στη σχέση με τα παιδιά του και την τραγική αυτοκτονία του γιου του Κλάους.
«Είσαι ένα νάρκισσος κλεισμένος σε ένα κάστρο από λέξεις…», αυτή περίπου είναι η κατηγορία που η Έρικα Μανν απευθύνει στον πατέρα της, μετά την αυτοκτονία του αδελφού της. Η φράση συμπυκνώνει την τραγική δυναμική της οικογένειας Μανν και τη βαθιά ρήξη που προκάλεσε η αυτοκτονία του Κλάους το 1949. Η Έρικα και ο Κλάους Μανν ήταν τα «χαρισματικά» παιδιά μιας πολυμελούς οικογένειας με ένα ιστορικό σκοτεινής επαναληπτικότητας: αυτοκτονίες, ψυχικές και υπαρξιακές κρίσεις, εθισμοί, δύσκολες σεξουαλικές ταυτότητες, εξάρτηση των παιδιών από τον πατέρα και μια διαρκής προσπάθεια απελευθέρωσης από το οικογενειακό όνομα. Επιπλέον, οι δυο τους, υπήρξαν ένα αδιαίρετο δίδυμο, με μια οικειότητα που ξεπερνούσε κατά πολύ τα συνηθισμένα αδελφικά όρια. Η σχέση τους ήταν τόσο έντονα, προκλητικά και συναισθηματικά «αιμομικτική» που οι φήμες τούς κυνηγούσαν σε όλη τους τη ζωή. Η ταινία ξεκινάει με μια σχεδόν ερωτική τηλεφωνική συνομιλία των δυο αδελφών και με βαριά υπονοούμενα για τον πατέρα τους.
Όταν ο Κλάους έδωσε τέλος στη ζωή του, καταβεβλημένος από την κατάθλιψη, τις πολιτικές απογοητεύσεις και τον εθισμό στα ναρκωτικά, η αντίδραση του πατέρα του εξόργισε την Έρικα. Ο Τόμας Μανν επέλεξε να μη διακόψει την περιοδεία του στη μεταπολεμική Γερμανία, καθώς θεωρούσε ότι το «καθήκον» του απέναντι στο έργο και την πατρίδα του ήταν ανώτερο. Το 1949, δεκαέξι χρόνια μετά την έξοδό του από τη ναζιστική Γερμανία, ο Μανν επιστρέφει στη χώρα του και τη διασχίζει από την αμερικανικά ελεγχόμενη Φρανκφούρτη έως τη σοβιετικά ελεγχόμενη Βαϊμάρη. Η διαδρομή αυτή είναι ο βασικός αφηγηματικός μηχανισμός της ταινίας, αλλά και η μεγάλη μεταφορά της. Πρόκειται για μια ταινία δρόμου που δεν έχει πραγματικό προορισμό, γιατί η χώρα στην οποία ο Μανν επιστρέφει δεν είναι πλέον η χώρα που εγκατέλειψε.
Στη Δυτική Γερμανία ο πόλεμος έχει τελειώσει, οι πόλεις παραμένουν γεμάτες ερείπια, αλλά η κοινωνική ζωή επιχειρεί ήδη να επιστρέψει στην κανονικότητα. Και αυτή η «κανονικότητα» είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας. Μέσα στα ερείπια ξαναστήνονται τελετές, δεξιώσεις και κοινωνικές σχέσεις· άνθρωποι που είχαν συμβιβαστεί με το ναζιστικό καθεστώς επανατοποθετούνται στη δημόσια ζωή και προσπαθούν να εμφανιστούν ως αξιοπρεπείς πολίτες της νέας εποχής. Η Έρικα, περισσότερο από τον πατέρα της, αντιλαμβάνεται την ηθική ασυνέχεια που κρύβεται πίσω από αυτή την επιφανειακή επιστροφή στην τάξη. Ο Παβλικόφσκι δεν χρειάζεται να καταγγείλει ρητά τη μεταπολεμική γερμανική συνθήκη. Του αρκεί η αντίθεση ανάμεσα στα ερείπια και στη σχεδόν αυτάρεσκη κοινωνική ανασύνταξη. Η Δυτική Γερμανία του 1949 παρουσιάζεται ως ένας τόπος όπου η ήττα του ναζισμού δεν σήμαινε αυτομάτως και την ηθική του υπέρβαση. Αυτή η μεταπολεμική «μη κανονικότητα» διήρκεσε πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι τα τέλη τις δεκαετίας του 1960. Είναι γνωστό ότι στα λογοτεχνικά σαλόνια του Δυτικού Βερολίνου κυκλοφορούσε ο Άλμπερτ Σπέερ, μετά την αποφυλάκισή του το 1966, περιβεβλημένος με έναν βαθύ σεβασμό από τις πνευματικές ελίτ της εποχής1.
Νο Mann’s land
Η Ανατολική Γερμανία είναι διαφορετική, αλλά όχι λιγότερο προβληματική. Εκεί η παλιά Γερμανία έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα, υπό σοβιετικό έλεγχο. Η αυστηρότητα, η ιδεολογική πειθαρχία και η τελετουργία της νέας εξουσίας δημιουργούν μια διαφορετική μορφή ανελευθερίας. Και εδώ, όμως, υπάρχει μια ιδιότυπη διεκδίκηση της γερμανικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Γκαίτε και ο Τόμας Μανν λειτουργούν ως σύμβολα μιας «παλιάς» Γερμανίας που η νέα εξουσία θέλει να οικειοποιηθεί.
Και οι δύο Γερμανίες διεκδικούν τον Μανν. Η Δύση τον χρειάζεται ως σύμβολο μιας δημοκρατικής και ανθρωπιστικής Γερμανίας· η Ανατολή ως απόδειξη ότι η μεγάλη γερμανική πολιτιστική παράδοση μπορεί να ενταχθεί στη δική της ιστορική αφήγηση. Ο Μανν βρίσκεται επομένως σε μια παράδοξη θέση: είναι ο άνθρωπος που ανήκει και στις δύο Γερμανίες, αλλά τελικά δεν ανήκει πραγματικά σε καμία. Ο άνθρωπος που θεωρείται σύμβολο της γερμανικής κουλτούρας αδυνατεί να βρει μια Γερμανία στην οποία να αισθάνεται πραγματικά ότι ανήκει. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο Μανν και η Έρικα καταλήγουν σε μια κατεστραμμένη εκκλησία, όπου το όργανο παίζει το Jesu, Joy of Man’s Desiring του Μπαχ – τη μουσική που, όπως είχε πει ο Κλάους, «θα μπορούσε να τον κάνει να πιστέψει στο Θεό». Μέσα στα ερείπια της χώρας, της οικογένειας και μιας ολόκληρης εποχής, ο Μανν ακούει συγκινημένος, σχεδόν δακρυσμένος. Η Γερμανία που αναζητούσε ως πατρίδα σε όλη τη διαδρομή έχει χαθεί· αυτό που απομένει είναι ο πολιτισμός της, ως η μόνη πατρίδα που δεν μπορεί να διαιρεθεί ούτε από την Ιστορία ούτε από τα σύνορα.
Ο Παβλικόφσκι κάνει μια αποφασιστική επιλογή στο σενάριο: αντί για την Κάτια Μανν, που ιστορικά συνόδευσε τον Τόμας στην επιστροφή του το 1949, τοποθετεί δίπλα του την Έρικα. Η επιλογή αυτή μετατρέπει το πολιτικό road movie σε οικογενειακό. Η Έρικα δεν είναι απλώς συνοδός του πατέρα της. Είναι οδηγός, βοηθός, μεταφράστρια, συνεργάτης, προστάτιδα, αλλά και ο άνθρωπος που έχει το θάρρος να τον αμφισβητεί. Η ίδια οδηγεί το αυτοκίνητο, ενώ ο μεγάλος συγγραφέας κάθεται στο πίσω κάθισμα. Ο Κλάους είναι ο αόρατος τρίτος επιβάτης του ταξιδιού. Δεν βρίσκεται στο αυτοκίνητο, αλλά είναι διαρκώς παρών. Η φωνή του, η σχέση του με τον πατέρα του, η απελπισία του και τελικά ο θάνατός του μετατρέπουν τη διαδρομή σε ταξίδι πένθους. Ο Κλάους αντιπροσωπεύει την πιο τραγική πλευρά της οικογένειας Μανν: τον γιο που δεν κατόρθωσε να απελευθερωθεί από τη σκιά του πατέρα του, από τις προσδοκίες του, αλλά και από την ίδια την ιστορική εποχή στην οποία έζησε. Η ταινία, επομένως, κινείται σε δύο δρόμους που τελικά γίνονται ένας: τον δρόμο μέσα από τη διαιρεμένη Γερμανία και τον δρόμο μέσα στην τραυματισμένη οικογένεια Μανν. Ο τίτλος Fatherland συμπυκνώνει αυτή τη διπλή διαδρομή. Το fatherland είναι η πατρίδα, αλλά είναι ταυτόχρονα και η «χώρα του πατέρα». Ο Τόμας Μανν είναι ο άνθρωπος που επιστρέφει στην πατρίδα του και συγχρόνως ο πατέρας που επιστρέφει, έστω καθυστερημένα, μέσα στη δική του οικογενειακή ιστορία. Μια οικογενειακή ιστορία, πολλαπλά βεβαρημένη και τραγική. Ο Μίχαελ που στην ταινία αναλαμβάνει την κηδεία του Κλάους, θα αυτοκτονήσει το 1977, ενώ ο τρίτος γιος της οικογένειας, ο Γκόλο, μέχρι το τέλος της ζωής του θα μιλάει με μίσος για τον πατέρα του. Η δεύτερη κόρη της οικογένειας, Μόνικα, θα αποκαλεί την αδελφή της Έρικα «μάγισσα» κατηγορώντας τη για την αυτοκτονία του Κλάους1. H πιο ισορροπημένη όλων είναι η Ελίζαμπεθ, αγαπημένη κόρη του Τόμας. Η Ελίζαμπεθ ήταν το μόνο από τα έξι παιδιά που ακολούθησε τον δικό του δρόμο και δεν υπέφερε ψυχικά από τη διασημότητα του πατέρα της.
Με το Fatherland, ο Πάβεου Παβλικόφσκι επιστρέφει στη μεταπολεμική Ευρώπη και ολοκληρώνει, κατά κάποιον τρόπο, την άτυπη τριλογία που είχε αρχίσει με το Ida και το Cold War. Και εδώ, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, το ασπρόμαυρο, η αυστηρή σκηνοθεσία και η οικονομία της αφήγησης είναι ο τρόπος με τον οποίο μετατρέπει την Ιστορία σε προσωπική εμπειρία. Οι ηθοποιοί δεν «εξηγούν» τα συναισθήματα των χαρακτήρων, αλλά τα αφήνουν να διαφαίνονται μέσα από τα βλέμματα, τις χειρονομίες και τις σιωπές. Ο Χανς Ζίσλερ δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία του Τόμας Μανν ακριβώς επειδή αποφεύγει τη «μεγάλη» ερμηνεία. Παρουσιάζει τον Μανν ως έναν άνθρωπο αυτάρεσκο, συγκρατημένο, διανοητικά κυρίαρχο, αλλά και συναισθηματικά αποστασιοποιημένο. Η ερμηνεία, όμως, που δίνει στην ταινία το συναισθηματικό της κέντρο, αυτή είναι της Σάντρα Χίλερ ως Έρικα. Η Χίλερ δεν παίζει απλώς τη «θυμωμένη κόρη». Είναι περισσότερο η συνείδηση της ταινίας. Βλέπει αυτά που ο πατέρας της προτιμά να βλέπει από απόσταση ή να τα αγνοεί ηθελημένα.
1 Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, Η ζωή μου, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2001.
Δημήτρης Καράμπελας, Το πνεύμα και το τέρας. Δοκίμιο, Δώμα, Αθήνα 2025, 174 σελ.
Το ποιητικό σύμπαν του Δάντη, οι αναγεννησιακές ενσαρκώσεις, οι συμβολικές εξάρσεις των ρομαντικών, ο υπαρξισμός του Πασκάλ και του Ντοστογιέφσκι, ο μελαγχολικός συμβολισμός του Μπωντλαίρ, το βλέμμα του Μπένγιαμιν, η αυτόματη γραφή των σουρεαλιστών, οι μορφολογικές διανοίξεις του μοντέρνου κι οι μεταιχμιακές μεταμορφώσεις της λογοτεχνίας του, όλα διανοίγουν ένα διευρυμένο, ψυχικό και αισθητηριακό, πεδίο, ενός εκστατικού υποκειμένου. Τι είναι, κατά τον Δημήτρη Καράμπελα, ο πνευματικός χώρος;
Ο άνθρωπος είναι ένα ον μεταιχμιακό – και μέσα του διασώζει ένα ίχνος αρχαίο που τον δοκιμάζει κάθε φορά στο παρόν του. Ένας «δερμάτινος χιτώνας», όπως θα πει ωραία ο Καβάσιλας, που διαφυλάττει μιαν αιώνια αλήθεια, την αλήθεια της μυστικής του καταγωγής. Μιαν αλήθεια που τον υπερβαίνει και τον συνέχει μαζί.
Στο βιβλίο του Το πνεύμα και το τέρας, ο Δημήτρης Καράμπελας, επιχειρεί να ιχνογραφήσει τις αντοχές και τις ήττες αυτής της πνευματικής υπόστασης. Μιας εσωτερικότητας που μαρτυρά την αφιέρωση του ανθρώπου στο Έξω, μιαν άλλη, φουκωική ονοματοδοσία, αυτής της πνευματικότητας. Μια ακρώρεια, αν κι αδιόρατη, που υπαγορεύει όμως το μέτρο του ανθρώπου, το εύρος της εμπειρίας του, αλλά και τις ιστορικές του αστοχίες. Ο άνθρωπος, ένα εκστατικό, λοιπόν, ον που διακρίνει, πάνω απ’ το ύψος του, τη διαφορά του Άλλου, του Ετέρου, όπως θα πει ο Χάμπερμας, που διαθέτει τις σιωπές του και τις ενορατικές του εκλάμψεις. Μυστικά ίχνη που εκ-δηλώνονται μέσα στη ζωή του ανθρώπου και δι-εγείρουν τον πνευματικό του ορίζοντα. Έναν ορίζοντα που δεν διακρίνεται, δεν χαρτογραφείται, δεν αρθρώνεται μέσα στο Λόγο, αλλά υπερέχει. Έχουμε να κάνουμε περισσότερο με φασματικές διεγέρσεις που διαγράφονται σε «καθημερινές τελετουργίες και φιλοσοφικές πεποιθήσεις», όπως θα πει ο Καράμπελας, αλλά και που πάλιν όμως πάντα κάτι θα διαφεύγει. Τα ίχνη αυτά έχουν μιαν απο-καλυπτική λειτουργία, αυτό που δείχνουν είναι κι αυτό που αποκρύπτουν, γι’ αυτό και οι συμβολικές τους αστοχίες στο πεδίο του ορατού. Είναι περισσότερο απεικονίσεις της νύχτας, μιας βαλπούργειας νύχτας, που δεν ησυχάζει. «Μυστικές ενώσεις», «ερμαφρόδιτες οντότητες», «παράδοξες συμμείξεις», όπως τις ονομάζει ο Καράμπελας, που εικονίζουν τ’ ανεικόνιστο, τ’ ανείπωτο και το μυστικό. Και επειδή δεν μπορείς να είσαι εξ ολοκλήρου στο Έξω, όπως θα πει ο Φουκώ, αυτός ο κόσμος διατίθεται μεν αλλά δεν παραδίνεται, τουλάχιστον μέσα στη βιωτή του ανθρώπου. Μετέχεις στην αλήθειά του, αλλά απ’ την απόσταση του κόσμου· για την ακρίβεια, μέσα απ’ τη γλώσσα του κόσμου. Κι αυτή την ιστόρηση επιχειρεί, μέσα απ’ το βιβλίο του, ο Καράμπελας. Μια ιστόρηση εποχών και έργων, όπου αυτή η χορδή της αλλότητας, ταλάντωνε, μυστικώς, τη συγκίνηση του ανθρώπου.
Το ποιητικό σύμπαν έτσι του Δάντη, οι αναγεννησιακές ενσαρκώσεις, οι συμβολικές εξάρσεις των ρομαντικών, ο υπαρξισμός του Πασκάλ και του Ντοστογιέφσκι, ο μελαγχολικός συμβολισμός του Μπωντλαίρ, «Δάση από σύμβολα, κατοικημένα», όπως θα γράψει ο ποιητής, το βλέμμα του Μπένγιαμιν που διέκρινε την «αύρα» των πραγμάτων, η αυτόματη γραφή των σουρεαλιστών, οι μορφολογικές διανοίξεις του μοντέρνου, κι οι μεταιχμιακές μεταμορφώσεις της λογοτεχνίας του, όλα διανοίγουν ένα διευρυμένο, ψυχικό και αισθητηριακό, πεδίο, ενός εκστατικού υποκειμένου. Ενός υποκειμένου μεταξύ Ουρανού και γης που δοκιμάζει την άχρονη αλήθεια του στις ιστορικές της εκδραματίσεις. Όχι τόσο μέσα από ένα λόγο, όσο μέσω της σιωπής που εκχέεται απ’ τις ρηγματώσεις του. Αυτή η σιωπή της ποίησης, της εικόνας, κι αυτή ακόμη η βοώσα σιωπή του ασυνειδήτου.
Η εξιστόρηση μιας αποτυχίας
Ο πνευματικός χώρος για τον Καράμπελα, δεν είναι η κατάνυξη μιας κοινωνίας του Θείου, αλλά ο άθλος ενός δυικού υποκειμένου που καλείται να εξέλθει του εαυτού του. Μια διάνοιξη που τον εξαντλεί και εγείρει τις ήττες του. Η εξιστόρηση, έτσι, αυτής της περιοχής είναι κι η εξιστόρηση μιας αποτυχίας. Τα ίχνη της στιγματίζουν το περιβάλλον μας, το περιβάλλον μιας ακατάβλητης μελαγχολίας, και τα έργα του πολιτισμού μας. Μια περιοχή που ’ναι πλέον στις μέρες μας μια ζώνη νεκρή, μια έρημος απολιθωμάτων, ένα άβατο.
Η εξιστόρηση του Καράμπελα είναι χρήσιμη, αλλά και άνιση, και άδικη μερικές φορές. Η συνεισφορά του Φρόυντ ή η αναφορά στο έργο του Μπλανσό εξαντλούνται σε μικρές παραγράφους. Κι ενώ στην ντεριντιανή σκέψη αποδίδεται σωστά η αποκαθήλωση των συμβόλων και η υπονόμευση της θέσης της αλήθειας, δεν αναγνωρίζεται, σ’ αυτή, η τρέλα που την κυβερνούσε, μιαν άλλη μορφή αυτή διάνοιξης. Οι σελίδες του όμως για τη λογοτεχνία του Κάφκα και του Ουελμπέκ, ή για τον κινηματογράφο του Μπέργκμαν, του Χάνεκε και προπάντων του Ταρκόφσκι είναι απολαυστικές και βεβαίως το όλο του εγχείρημα αξιοζήλευτο.
Chantal Akerman, Η μητέρα μου γελάει, μετάφραση από τα γαλλικά: Μυρτώ Ταπεινού, επίμετρο: Εύα Στεφανή, Πλήθος, Αθήνα 2025, 264 σελ.
Η Σαντάλ Άκερμαν, κινηματογραφίστρια που κινήθηκε μεταξύ στρατευμένου φεμινισμού και αβανγκάρντ, είχε ταραχώδη και περίπλοκη σχέση με τη μητέρα της – την οποία περιέγραψε στις ταινίες της, την περιέγραψε και σε ένα βιβλίο. Η μητέρα της πέθανε το 2014 ενώ ένα χρόνο μετά πέθανε στο Παρίσι και η Σαντάλ Άκερμαν – πιθανότατα αυτοκτόνησε. Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα της είχε γυρίσει γι’ αυτήν και για τη σχέση τους την ταινία No Home Movie. Όταν πέθανε, έγραψε το βιβλίο Η μητέρα μου γελάει. Με αφορμή αυτό το βιβλίο γράφεται ένα κείμενο – το κείμενο που ακολουθεί.[1]
«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος όπου θα οφείλαμε να “λογοδοτήσουμε”. Αλλά πρέπει ήδη να κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο – με όλους όσους αγαπάμε».
Αλμπέρ Καμύ
«Όχι, δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί κανείς να πει σε μια μητέρα».
Σαντάλ Άκερμαν
Κοιτάζω τις πρώτες σημειώσεις μου γι’ αυτό το κείμενο. Θυμάμαι την αρχική υπόθεση που σχηματίστηκε στο μυαλό μου καθώς διάβαζα το βιβλίο της Άκερμαν, πριν καν πιάσω το στυλό: όποιος πάει να γράψει, αφού το διαβάσει ή ενόσω το διαβάζει, είτε γι’ αυτό είτε για κάτι παντελώς άσχετο, θα έχει μπολιαστεί από τη γραφή της.
Διαβάζω το επίμετρο της Εύας Στεφανή. Επιβεβαιώνει την υπόθεσή μου. Για την ακρίβεια, το επίμετρο δίνει την αίσθηση φυσικής συνέχειας του γραπτού της Άκερμαν (δεν μπορώ να σκεφτώ μεγαλύτερη αρετή για κείμενο που ακολουθεί αυτό το βιβλίο, γιατί το ύφος αυτού του βιβλίου είναι αφοπλιστικό).[2] Αλλά δεν έχω καμία μνήμη αν η υπόθεση σχηματίστηκε στο μυαλό μου αφότου διάβασα το επίμετρο ή πριν. Και άλλωστε –ανακαλύπτω με ελάχιστη σκέψη, με υποτυπώδες «σκάψιμο» εαυτού– η υπόθεσή μου είναι μόνο μια υπόθεση εργασίας: αυτό που είκασα είναι αυτό που προσδοκούσα να μου συμβεί – και μου συνέβη. Οι αρχικές σκόρπιες σημειώσεις μου είναι δηλητηριασμένες από τη γραφή της Άκερμαν.
Ένας πρώτος λόγος που τις ονομάζω «δηλητηριασμένες»: ποτέ δεν διανοήθηκα πως γράφω ισάξια με (πόσο μάλλον καλύτερα από) τα βιβλία που με σπρώχνουν να γράψω γι’ αυτά. Αισθάνομαι πως κατορθώνω (και αυτό όχι πάντα) να συλλάβω μόνο τα ίχνη ενός ύφους και το αποτύπωμα ενός θέματος που με συνταράσσει. Ύστερα, όταν δεν γίνεται αλλιώς (=όταν αυτό που με συνταράσσει με «εξαναγκάζει» να λογαριαστώ με αυτό), προσπαθώ απελπισμένα να μεταφέρω αυτά τα διακριτικά γνωρίσματα που (για μένα) κάθε βιβλίο που αγαπάω έχει, ξέροντας πως τα μέσα μου είναι πενιχρά, δεν έχουν την αρτιότητα που βρίσκω στα βιβλία τα οποία με συγκινούν. Άλλωστε υπάρχουν τόσα βιβλία που αγαπάω για τα οποία δεν θα γράψω ποτέ, γιατί με αφήνουν με ένα αδιαχείριστο αίσθημα ιλίγγου (στο νου μου έρχεται εν συνόλω ο Μέλβιλ). Όταν κατορθώνω να γράψω για κάτι, το αίσθημα της υποαντιπροσώπευσης του βιβλίου και του θέματος είναι τόσο συχνό που, απλώς, πρέπει να σφίξω τα δόντια και να πω, «τόσο μπόρεσες· μακάρι να αρκεί και τόσο».
Γράφοντας με την ψυχή σου
Αυτός είναι ο ένας απ’ τους δύο λόγους που γράφω για το βιβλίο της Άκερμαν. Προτάσεις όπως αυτές, που συναντάς στις πρώτες κιόλας σελίδες:
Με μεγάλη δυσαρέσκεια διαβάζω από την αρχή όσα έχω γράψει. Αλλά τι να κάνω, τώρα τα έγραψα. Τα έχω μπροστά μου. Σκέφτομαι ότι, άμα τα ξαναδουλέψω, μπορεί να με δυσαρεστούν λιγότερο. Τους μήνες κατά τους οποίους δεν έκανα απολύτως τίποτα, έλεγα όλη την ώρα ότι θα ξαναξεκινούσα να γράφω, ή έστω ότι θα τα έπιανα αποκεί που τα άφησα και ότι όλα θα πήγαιναν καλά.[3]
Το πρόβλημα της γραφής που σε κάνει να φτύνεις αίμα·[4] το πρόβλημα που ακολουθεί αυτό το πρόβλημα είναι πως αυτή η συνθήκη δεν κομίζει καμία εγγύηση ουσίας ή βάθους της γραφής. Αναπνέεις την αβεβαιότητα, και το θέμα σού δημιουργεί την αίσθηση πως διαφεύγει από τα δάχτυλά σου διαρκώς, σαν τρεχούμενο νερό. Ή μια αίσθηση πως ο ουρανίσκος σου αναγνωρίζει, μετά από χρόνια δοκιμών, τη γεύση του δηλητηρίου, χωρίς ποτέ να μπορείς να ’σαι σίγουρος πως θα γνωρίσει και τη γεύση του αντίδοτου.
Φυσικά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να γράφουμε ούτε για θέματα που μάς καίνε ούτε να βάζουμε όλο μας το είναι σε όσα κάνουμε (απλώς η διαφορά μεταξύ όσων αποφεύγουν αυτά τα θέματα και όσων σπάνε τα μούτρα τους αναμετρώμενοι με αυτά θα ’ναι πάντα διακριτή). Αλλά έβαλε ποτέ κανείς συνειδητά όλο του το είναι σε κάτι; Η αίσθηση είναι ότι αφήνεις ίχνη:
Είναι προφανές από τις ταινίες σου ότι βάζεις μέσα τους όλο σου το είναι, κάποιος μου είπε. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει αυτό, γιατί νόμιζα ότι δεν γνώριζα ούτε ένα μικρό κομματάκι του εαυτού μου, πόσο μάλλον ολόκληρο τον εαυτό μου. Και κάθε φορά που τελείωνα μια ταινία, ένιωθα ότι άφηνα μόνο ένα μικρό ίχνος. Το είχα ανάγκη να αφήνω ένα ίχνος, πραγματικά το χρειαζόμουν.[5]
Τότε λοιπόν γιατί αυτή η αίσθηση της αποξήρανσης, του αδειάσματος, της «ναυτίας»;[6] Γιατί στην πραγματικότητα, συνειδητά ή μη, ηθελημένα ή άθελα, εγχέεις πράγματι όλο σου το είναι σε αυτά που κάνεις με την ψυχή σου. Τα ίχνη –όσο κοινότοπο κι αν είναι– είναι μορφοκλάσματα: εν σπέρματι, όλος ο κόσμος (σου) είναι εκεί – εντός του. Φυσικά αυτό είναι κάτι ελάχιστα εντοπίσιμο ή παραδεκτό απ’ αυτόν που κάνει κάτι – γιατί το θέμα τον καίει τόσο που, σχεδόν αναπόφευκτα, θα δει το (όποιο) έργο του ως φτωχό. Αυτή είναι η περίπτωση της, διττής σημασίας, άμυνας της Άκερμαν: κοιτώντας αυτό που έκανε της φαίνεται τόσο φτωχό που δεν μπορεί παρά να ’ναι ένα απλό ίχνος· όντας ένα απλό, φτωχό ίχνος, δεν υπάρχει περίπτωση να ενέχει όλο της το είναι. Και έτσι, στην απόγνωση της θέας του φτωχού ίχνους, προστίθεται η παρηγοριά τού «είναι απλώς ένα ίχνος· όταν κατορθώσω να εκφράσω κάτι περισσότερο από ίχνη, αυτό δεν θα ‘ναι τόσο απελπιστικά φτωχό»: «Και ναι και όχι. Μάλλον ναι, έπρεπε κάπως να αμυνθώ κι εγώ. Σε αυτό καταλήγω τώρα τουλάχιστον. Προσπαθώ να δικαιολογήσω τον εαυτό μου».[7] Εν πάση περιπτώσει, η γραφή είναι κάτι αναγκαίο:
Θέλω να καταγράφω ό,τι συμβαίνει. Γιατί έτσι νιώθω λες και είμαι άνθρωπος που έχει κάτι να κάνει, ακόμα και όταν δεν συμβαίνει τίποτα […]. Το μόνο πράγμα που μπορεί να με σώσει είναι το γράψιμο. Και ακόμα και τότε. Ακόμα και όταν γράφω έχει να κάνει με εκείνη, οπότε το γράψιμο δεν μου δίνει την ελευθερία που μπορεί να φαντάζονται οι άνθρωποι που δεν γράφουν. Όχι, δεν είναι ελευθερία. Όχι στ’ αλήθεια.[8]
Ο δεύτερος λόγος λοιπόν (το ίδιο το θέμα) απαιτεί μια ιστορική παρέκκλιση. Μιθριδατισμός: δοκίμασε τα δηλητήρια για ν’ αποκτήσεις ανοσία. Αλλά γιατί να δοκιμάσεις τα δηλητήρια; Κάποια μέρα, ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ξύπνησε στη Σινώπη κάθιδρος, παρανοϊκός και συνωμοσιολόγος: ήταν βέβαιος πως θα τον δηλητηριάσουν. Άρχισε λοιπόν να δημιουργεί ανοσία στον εαυτό του καταναλώνοντας σταθερά μικρές ποσότητες δηλητηρίων – εξασφαλίζοντας έτσι πως καμία απόπειρα δολοφονίας με δηλητήριο δεν θα πετύχαινε. Έτσι έγινε πράγματι; Όχι ακριβώς. Ο μιθριδατισμός έγινε έτσι ακριβώς (τόσο που ο μύθος λέει πως, στο τέλος, προσπάθησε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο και δεν τα κατάφερε). Αλλά δεν ξέρουμε καθόλου αν ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ξύπνησε κάποια μέρα κάθιδρος, δεν ξέρουμε τίποτα για τη στιγμή-τομή που αποφασίζει πως αυτό πρέπει να κάνει· αυτό που ξέρουμε είναι πως είδε, στα δώδεκα ή στα δεκατέσσερά του, τον πατέρα του να πέφτει δολοφονημένος από δηλητήριο. Και αυτό έφτανε και περίσσευε για να μείνει στην ιστορία με αυτήν την πρακτική του. Ένας αρχέγονος φόβος του αναπόφευκτου συνδεδεμένος με τον γονέα, αυτή είναι η δική μου απάντηση στο γιατί να δοκιμάσεις τα δηλητήρια. Γιατί το βιβλίο της Άκερμαν με δηλητηρίασε επανειλημμένα· παίρνοντάς το αυτό προσδοκούσα και αυτό επεδίωκα. Γιατί οφείλω να σκεφτώ τη ζωή μου, όχι μόνο να τη ζήσω αλλά και να τη σκεφτώ (στην πραγματικότητα τα δύο είναι αξεχώριστα) με και χωρίς την πιο κομβική σχέση της ζωής μου. Και μάλιστα πριν, και όχι μετά.
Η μητέρα της
Ξεκίνησα σχεδόν άναρχα – το μαζεύω: το βιβλίο είναι ακατάτακτο. Φυσικά μπορεί να παραλληλιστεί με το Ημερολόγιο πένθους του Μπαρτ, με τις σελίδες του Προυστ για το θάνατο της γιαγιάς (που ’ναι η μαμά, αλλά δεν μπορεί να γράψει «μαμά»: στα χρόνια που μεσολαβούν μεταξύ του Εναντίον του Σαιν-Μπεβ και του Αναζητώντας… οι σκηνές που αφορούν τη μαμά ξαναγράφονται, λέξη προς λέξη, για τη γιαγιά – γιατί η μαμά έχει πεθάνει και (μάλλον) ο μόνος τρόπος διαχείρισης είναι αυτή η μετωνυμία· έτσι είναι μερικοί άνθρωποι, έτσι είναι μερικές σχέσεις και «έτσι είναι μερικές λέξεις και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις γι’ αυτό. Σου δένουν έναν κόμπο στον λαιμό. Ξέρω την αίσθηση και δυστυχώς δεν είναι καθόλου ωραία, ακριβώς το αντίθετο»),[9] ακόμα και την κατάσταση του Μπόρχες την περίοδο των Διαλόγων με τον Σάμπατο[10] ή το βιβλίο της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ.[11] Αλλά ο κάθε παραλληλισμός μού φαίνεται ανεπαρκής (και ας μπορεί να σταθεί δίπλα στους συγγραφείς που ανέφερα), γιατί το «ακατάτακτο» προκύπτει από το ότι το βιβλίο της Άκερμαν είναι ένας κόσμος, στην πληρότητα του πλεονάσματος και του ελλείμματός του.
Το εξηγώ: το βιβλίο έχει –προφανές– κεντρικό θέμα, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτό. Παράλληλα με το να λογαριάζεται με την κατάπτωση και τον επερχόμενο θάνατο της μητέρας, υπάρχει ένας –επίπονος αλλά αναπόφευκτος και αναγκαίος– χωρισμός στη ζωή της Άκερμαν, που καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου· υπάρχουν οι μνήμες από περασμένες σχέσεις, φιλίες, ξαδέρφια, θείες, η αλληλεπίδραση με όλους αυτούς, οι ανασκοπήσεις, οι αποτιμήσεις, οι εσωτερικοί μονόλογοι. Όλα είναι εμβόλιμα· σαν την αλληλοδιαδοχή των καθημερινών σκέψεων. Και όλα αυτά συνιστούν το πλεόνασμα του βιβλίου: το ύφος της Άκερμαν είναι ενός ενήλικου, απομαγεμένου ανθρώπου που θυμάται, προσπαθεί να ξεχνά, πονά, γελάει, ξεκαρδίζεται.[12] Η σύνδεση με τη μητέρα παραμένει άρρηκτη (γι’ αυτό και τα πάντα είναι εμβόλιμα) – μια μητέρα επιζήσασα που, επίσης, αποτιμά και θυμάται· και πολύ συχνά ξεχνά επειδή πρέπει και χρειάζεται να ξεχάσει.[13] Ξεχνάει πράγματι; «Η μητέρα μου ποτέ δεν ξεχνάει τίποτα, αλλά με ποιο τίμημα, τώρα ξέρω το τίμημα που έχει πληρώσει για να μην ξεχνάει τίποτα. Αλλά είναι λίγο αργά πια για όλα αυτά».[14] Ακόμα και οι γλώσσες, ζωντανές ή απονεκρωμένες, συνδέουν μητέρα και κόρη.[15]
Την ίδια στιγμή, υπάρχει το έλλειμμα: είναι οντολογικό –είναι η αίσθηση της μη αποδοχής από τη μητέρα της (σε κάποια σημεία και από τον νεκρό πατέρα της),[16] και μια αναζήτηση της αλήθειας,[17] ή μάλλον μιας αλήθειας επικοινωνημένης. Όπως σε κάθε σχέση πραγματικής αγάπης, δεν συναντάμε κανέναν ανέφελο ουρανό· η γραμμή του καρδιογραφήματος δεν είναι νεκρή και, άρα, δεν είναι ίσια.[18] Και είναι σε αυτά τα σημεία που γράφει: «Συνεχίζεις να με αποφεύγεις, είπε. Μιλάει επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους λέει τα πράγματα όπως είναι»,[19] και «όταν πλησίασα το κρεβάτι, άνοιξε το ένα μάτι. Ήταν ζωντανή. Ήταν ακόμη ζωντανή. Ήσουν επιθετική μαζί μου, είπε τότε. Δεν ξέρει τι λέει, μου είπε ο γαμπρός μου. Αλλά εγώ ήξερα ότι είχε δίκιο. Ήξερε πολύ καλά τι έλεγε. Και δεν είπε σ’ αγαπώ. Ήρθε επιτέλους αυτή η στιγμή. Ξέχασα όλες τις προηγούμενες φορές στις Βρυξέλλες. Τη σφαλιάρα, τα με αποφεύγεις, τα μου κάνεις περισσότερο κακό παρά καλό. Τις είχα ξεχάσει όλες αυτές τις στιγμές. Τις στιγμές που μου επέτρεπαν ξαφνικά να ανασάνω. Τις είχα ξεχάσει αλλά μετά τις θυμήθηκα και ήμουν χαρούμενη. Η μητέρα μου έλεγε αυτό που εννοούσε. Ήμουν τρομερά χαρούμενη. Αλλάζει και, αν βγει ζωντανή, δεν θα είναι πια ο ίδιος άνθρωπος· ίσως και εγώ το ίδιο, έλεγα από μέσα μου. Ίσως να αλλάξω και εγώ […]. Πρέπει να της έκανε καλό που μου είπε ήσουν επιθετική μαζί μου. Έμοιαζε να κοιμάται ήσυχη».[20]
Έτσι δεν εκπλήσσουν τα άλλα σημεία, που η γραφή της ενήλικης κόρης αντικαθίσταται, φυσικώ τω τρόπω, με τη γραφή και το ύφος ενός παιδιού: του παιδιού της Νατάλια, που είναι η Σαντάλ. Ίσως κάθε παιδιού, όταν καταφεύγει στην καθαρή γεγονικότητα, μπολιασμένη από διστακτικά και αμφίσημα αισθήματα –όπως όταν δοκιμάζεις τις λέξεις και, μαζί τους, αυτό που αισθάνεσαι: «Δεν την πείραζε καθόλου που ήταν γυμνή μπροστά μου, αλλά εμένα με πείραζε. Της άρεσε που την έκανα μπάνιο· εμένα καθόλου. Την έκανα μπάνιο και τελείωσε η υπόθεση. Δεν της είπα ότι αισθάνθηκα άβολα και είπα από μέσα ότι δεν θα έπρεπε να με είχε πειράξει. Δεν με πείραζε δα και τόσο πολύ. Όχι, κατά βάθος δεν με πείραζε ιδιαίτερα. Λιγάκι μόνο».[21] Η Άκερμαν κάνει έναν ανηλεή απολογισμό του εαυτού της: «Το παιδί γεννήθηκε γερασμένο και ως εκ τούτου το παιδί δεν ενηλικιώθηκε ποτέ. Μεγάλωσε μες στον κόσμο των ενηλίκων σαν ένα γερασμένο παιδί και δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί. Το γερασμένο παιδί ήξερε ότι, αν η μητέρα του πέθαινε ποτέ, αυτό δεν θα είχε πουθενά αλλού να πάει. […] Το παιδί είναι εκείνη· το παιδί είμαι εγώ».[22]
Υπάρχει –και ίσως αυτό είναι πιο σπαρακτικό από τον επικείμενο θάνατο της μητέρας– περίσσευμα ενοχής. Και διαχέεται σε όλη τη ζωή της Άκερμαν:
Σήμερα η μητέρα μου ξύπνησε κλαίγοντας. Σπάραξε στο κλάμα. Σχεδόν κραύγαζε […] Το ξέρω ότι εγώ φταίω για αυτό το κλάμα. Βέβαια πάντα ένιωθα ότι έφταιγα για όλα, ακόμα και όταν σίγουρα δεν έφταιγα. Αλλά, αυτή τη φορά, έφταιγα. Δεν άντεχα να είμαι εκεί, και εκείνη μπορούσε να το αισθανθεί, ήξερε ότι κρυβόμουν και ότι την απέφευγα. Οπότε προσπάθησα να είμαι ευγενική και τρυφερή και αυτό κάπως την ηρέμησε […] Τη μητέρα μου την αγαπούσα τόσο πολύ όταν ήταν νέα. Τη νιότη της, την ομορφιά της, τα φορέματά της. […] Μετά δεν έβαζα γλώσσα μέσα μου· της έλεγε ό,τι μου ερχόταν […] Την αγαπούσα. Όμως και πάλι έτρωγα με το ζόρι. Και πάλι λερωνόμουν όλη την ώρα. Και πάλι έφευγα και περπατούσα με τις ώρες κατά μήκος της θάλασσας.[23]
Και από κει που δεν έβαζε γλώσσα μέσα της και της έλεγε ό,τι της ερχόταν, η Άκερμαν –πια μη-παιδί ενώ νιώθει πάντα απλώς το παιδί της Νατάλια, η όμορφη μητέρα της ένα μάτσο κόκαλα– πρέπει να λογαριαστεί με το γεγονός της βουβαμάρας, του ότι δεν ξέρει πια τι να της πει:
Δεν έχω να της πω τίποτα. Η μητέρα μου παραπονιέται. Μα πες μου τίποτα. Τι να σου πω; Ό,τι θες, πες μου με τι ασχολείσαι αυτή την περίοδο. Πες μου ό,τι σου ’ρχεται. Εντάξει, θα προσπαθήσω. Αλλά τίποτα, πραγματικά τίποτα, δεν μου έρχεται στο μυαλό, ή στα χείλη. Τη στεναχωρεί αυτό. Κι εμένα. Δεν μου έχει πάει καλά η μέρα. Θα περάσει. Ας μιλήσουμε. Μα πώς να γεμίσουμε τη σιωπή. Τι θες να σου πω. Οτιδήποτε, ό,τι και να μου πεις θα το βρω ενδιαφέρον.[24]
Έχουν απομείνει μόνο τα αμιγή γεγονότα της καθημερινότητας:
Την παίρνει ο ύπνος ανά πάσα στιγμή. Ξυπνάει. Τρώει λίγο. Υπάρχει. Σηκώνεται, τρώει, κάνει το μπάνιο της. Εδώ και κάποιες μέρες καταφέρνει να μπαίνει και να βγαίνει από την μπανιέρα μονή της. Τρώει. Ξαπλώνει στο καναπέ. Κοιμάται. Ξυπνάει. Μιλάει λίγο με τις δύο κόρες της, που είναι εκεί γι’ αυτή. Μιλάνε για όλα και για τίποτα. Περί ανέμων και υδάτων. Τι άλλο έχει μείνει να ειπωθεί;[25]
Το «γιατί» είναι προφανές· αλλά εφόσον η Άκερμαν το λέει, αξίζει να ειπωθεί:
Κάθε πρωί αφού ξυπνήσω πάω και στέκομαι στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς της για να δω αν αναπνέει. Αναπνέει δυνατά και με δυσκολία, αλλά αναπνέει. […] Όλοι μάς λένε και μας ξαναλένε ότι η εγχείρηση δεν είναι τίποτα. Κι αν όμως δεν αντέξει αυτό το μάτσο κόκαλα, με τα λιγοστά μαλλιά, με τα θολά μάτια; Θα δούμε. Πάντα λέω θα δούμε. Λέω θα δούμε σκεπτόμενη ότι μπορεί να γίνει οτιδήποτε. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση δύο είναι τα τινά, η ζωή ή ο θάνατος. Και αν η ζωή φύγει, θα φύγει κι αυτή μαζί.[26]
Το θέμα λοιπόν αυτού του ιδιότυπου βιβλίου είναι βαρύ. Ε και; Θεωρώ αδύνατο να μη γελάσει ή και να μην ξεκαρδιστεί στα γέλια ο κάθε αναγνώστης στα σημεία που θα ακούσει αυτό που διαβάζει από μια αγαπημένη σε εκείνον φωνή:
Πάντα επαναλαμβάνει το ίδιο πράγμα και, όταν της λέω μου το ξαναείπες αυτό, θυμώνει. Δεν μπορώ να μιλήσω ούτε μες στο ίδιο μου το σπίτι, μου κόβεις τη φόρα με το που ανοίξω το στόμα μου […]. Πραγματικά με ξεγέλασαν αυτή τη φορά στο νοσοκομείο, λέει. Μου είπαν ότι θα είναι μια μικρή επέμβαση, τίποτα σοβαρό, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι πρόκειται για το αντίθετο, πόσα ν’ αντέξει η καημένη η καρδιά μου. Σταμάτα να ανησυχείς γι’ αυτό. Βαριαναστενάζει και λέει όχι. Μετά βογκάει πάλι, χωρίς να το καταλάβει. Βγαίνω από το δωμάτιο. Επιστρέφω και τη ρωτάω γιατί βογκάει. Ποιος βογκάει, μωρέ. Εγώ ποτέ δεν βογκάω. […] Πάει κι έρχεται όποτε του καπνίσει· ποτέ δεν μας λέει πού πηγαίνει. Το έχει περάσει για ξενοδοχείο το σπίτι. Αφού, ρε μαμά, δεν είναι πια παιδί […] Ξέρεις κάτι, η αδερφή σου με διατάζει μες στα μούτρα μου, λέει η μητέρα μου, δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω γιατί την πιάνουν τα νεύρα της. […] Βέβαια, την επόμενη μέρα δουλεύαμε, έπρεπε να πάμε για δουλειά. Ναι, μαμά, το ξέρω. Όλη τη ζωή μας δουλεύαμε πολύ σκληρά. Ναι, μαμά, το ξέρω εκεί ήμουν κι εγώ. […] Όλοι τρώνε με ευχαρίστηση, εκτός από τη μητέρα μου. Και, από το πουθενά, πετάει ένα σχόλιο για το πώς τρώω. Ο ανιψιός μου γελάει· της φέρεσαι σαν τετράχρονο, λέει και όλοι γελάνε. Δεν θέλω να γελάσω, αλλά το κάνω, απλώς και μόνο για να είμαι σαν όλους τους άλλους. Γιατί γελάς έτσι, σαν ηλίθια; λέει η μητέρα μου. Για μένα, το παιδί μου θα είναι για πάντα παιδί μου. Ναι, φυσικά, λέει ο ανιψιός μου, αλλά στη θεία μου φέρεσαι σαν να είναι παιδί που δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, γι’ αυτό κι εμείς γελάμε. Συνεχίστε λοιπόν, γελάστε μαζί μου, λέει η μητέρα μου. Γελάστε, δεν με νοιάζει. […] Ευτυχώς σου έφτιαξαν τα μαλλιά και σε βάψανε. Τουλάχιστον δεν γίναμε ρεζίλι. Πίνω μια γουλιά κρασί. Κοίτα μην το χύσεις έτσι όπως το κρατάς. Δεν θα το χύσω. Μετά δεν θα βγαίνουν οι λεκέδες. Το ξέρω. Αλλά μερικές φορές βγαίνουν.[27]
Το πριν και το μετά
Έγραψα παραπάνω: «Και μάλιστα πριν, και όχι μετά». Χρειάζεται να επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες μετά την περάτωση της ανάγνωσης για να καταλάβει δύο πράγματα: 1) το βιβλίο (όσο οξύμωρο και αν ακουστεί), είναι αισιόδοξο (ή μάλλον: μη απαισιόδοξο): «Την ακούω να γελάει. Γελάει με το παραμικρό. Κι όταν λέω με το παραμικρό, εννοώ με οτιδήποτε. Μερικές φορές γελάει με το που ξημερώνει. […] Και δεν ξέρω γιατί ή πώς, αλλά μ’ αφήνει να υπάρχω στον χώρο ακριβώς όπως είμαι. Η ακαταστασία μου δεν φαίνεται πια να την ενοχλεί. Είναι λες και δεν την παρατηρεί καν. Την αποδέχεται. Αποδέχεται εμένα την ίδια, όπως είμαι. Δεν ήταν πάντα έτσι, αφότου όμως ένιωσε τον θάνατο να πλησιάζει και κατάφερε να του ξεφύγει, άλλαξε. Αναγνωρίζει τι είναι σημαντικό και τι δεν είναι και με αποδέχεται γι’ αυτό που είμαι. Κάποιες φορές, μιλάει ακόμη για τη γέννησή μου και για το γάλα της που δεν έκανε για να με θηλάζει και για το πώς έβλεπε το παιδί της να εξασθενεί και για το πόσο τρομερό ήταν όλο αυτό. Μια μέρα, τελικά βρέθηκε ένα γάλα που έκανε για την περίπτωσή μου. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν δεν είχε βρεθεί. Γελάει. Μ’ αρέσει να την ακούω να γελάει. Κοιμάται πολύ, αλλά γελάει. Το διασκεδάζει. Μετά, αποκοιμιέται».[28] 2) Μάλλον το θέμα του βιβλίου είναι εντέλει απλώς αυτό: η κάθετη τομή μεταξύ ενός πριν και ενός μετά:
Απ’ όλα όσα έγραψα, δεν μου αρέσει τίποτα πια. Όλα αυτά ήταν πριν· πριν από το σπάσιμο του ώμου· πριν από την εγχείρηση καρδιάς· πριν από την πνευμονική εμβολή· πριν η αδερφή μου και ο σύζυγός της με πάρουν τηλέφωνο για να την αποχαιρετήσω (οριστικά). Πριν επιστρέψει μια για πάντα στο σπίτι της στις Βρυξέλλες.
Πριν γελάσει.
Πριν συνειδητοποιήσω ότι, κατά πάσα πιθανότητα, τα ’χω καταλάβει όλα από την ανάποδη.
Πριν συνειδητοποιήσω ότι αυτό που είχα στο μυαλό μου δεν ήταν παρά μια στρεβλή εικόνα, αποκύημα της φαντασίας μου. Μόνο γι’ αυτό ήμουν ικανή. Ούτε για την αλήθεια των πραγμάτων ούτε για ένα τόσο δα ίχνος της δικής μου αλήθειας.[29]
Και η ματαιοπονία της προετοιμασίας – που είναι (όπως η γραφή) αναγκαία (και είναι, επίσης, κληροδότημα της μαμάς):[30] «Αρχίζω να προετοιμάζομαι για τον θάνατό της. Πώς το κάνεις αυτό, ρώτησε κάποιος. Προσπαθώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνη. Και νομίζω ότι θα είναι μια χαρά. Όχι για εκείνη· για μένα. Ή το αντίστροφο. Μια τέτοια προετοιμασία φυσικά είναι αδύνατη, οπότε απλώς χάνω τον χρόνο μου […]. Και για άλλη μια φορά υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι πρέπει να προετοιμαστώ για τον θάνατό της. Δεν νομίζω ότι θα πεθάνει, αλλά εγώ πρέπει έτσι κι αλλιώς να προετοιμαστώ. Προσπαθώ να νιώσω αυτό που θα νιώσω όταν συμβεί. Δεν νιώθω τίποτα. Ίσως είμαι έτοιμη. Ίσως δεν νιώθω τίποτα επειδή δεν πιστεύω ότι θα συμβεί. […] Πρέπει να προετοιμαστώ, σκέφτηκα. Αλλά πώς να το κάνω. Πρέπει να προσπαθήσω να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνη. Αλλά δεν έχω καθόλου φαντασία. […] Προσπάθησα να αναπνεύσω με τη μέθοδο που είχα μάθει για τις φορές που με έπιανε άγχος. Αλλά δεν ήμουν αγχωμένη. Όχι. Απλώς προσπαθούσα να προετοιμαστώ για τον θάνατο της μητέρας μου. […] Δεν ένιωθα τα πόδια μου καθώς περπατούσα».[31]
Όσο για το θέμα αυτού εδώ του κειμένου (που έφτασα στο τέλος και ακόμα δεν ξέρω πώς να το βαφτίσω), είναι μάλλον εξίσου απλό: σε ένα ντουλάπι πάνω από την κουζίνα υπάρχει ένα κουτί από φιλτράκια («–Κόψ’ το παιδί μου –Το ξέρω ρε μαμά»). Μέσα του υπάρχουν – ξέρετε αυτά τα χάρτινα μικρά ημερολόγια που χουν πίσω από την κάθε μέρα ποιηματάκια ή ρητά; Αυτά. Από την εποχή που σπούδαζα στα Γιάννενα θα υπάρχουν, όπου μένω, τέτοια ημερολόγια – απλούστατα γιατί τα αγοράζει και μου τα δίνει η μητέρα μου. Πριν κάποια χρόνια της την «είπα»: «–Δεν πατάς ποτέ, τι χάλια είναι αυτά; –Δεν θέλω να σ’ ενοχλώ παιδί μου». Άρχισα στην πλάκα, για να της την «πω» με αποδείξεις, να κρατάω τις ημέρες που ερχόταν. Έτυχε πίσω απ’ αυτό το ημερολόγιο να ’χει σοβαρά ρητά (συνήθως αυτά τα ημερολόγια έχουν άθλιες στιχουργίες) –παραδείγματα: «Οὐ γὰρ ἐκπέλει φρονεῖν μέγα ὅστις δοῦλός ἐστι τῶν πέλας»· «Ποιητὴν δ᾽ ἄρα Ἔρως διδάσκει, κἂν ἄμουσος ᾖ τὸ πρίν». Όταν μαζεύτηκαν πολλά –άρχισε να έρχεται πολύ πιο συχνά– ένα σχέδιο καταστρώθηκε μόνο του στο κεφάλι μου: θα γράψω ένα κείμενο που θα αξιοποιεί όλες τις φράσεις από τις μέρες που ήρθε σπίτι – αυτές και τίποτα άλλο. Δεν ήξερα το θέμα, αδιαφορούσα πλήρως για το θέμα του κειμένου. Όσο πιο γενικόλογο θα μπορούσε να ’ναι τόσο καλύτερο, καθώς όλη η ικανοποίηση του σχεδίου ήταν το κλείσιμο του ματιού στον εαυτό μου: «διαβάστε ό,τι θέλετε· το κείμενο είναι για τη μαμά, μιλάει για τη μαμά».
Δεν ξέρω φυσικά αν θα το υλοποιήσω ποτέ (ίσως το πλησιέστερο σε υλοποίηση είναι αυτό το κείμενο, τώρα). Ξέρω πως αυτό που επαναλαμβάνω καθημερινά στον εαυτό μου εδώ και χρόνια είναι «Γράψε για τη μαμά όσο ζει, όσο είναι υγιής, όσο ζείτε μαζί στον ίδιο κόσμο. Κράτα τον υγιή ιστό, ανάμεσα σε σάπιους αλλά και κομμένους ιστούς,[32] καθώς ο κόσμος γίνεται αβαρής (ή εσύ χάνεις το βάρος σου εντός του). Κράτα τον και δέσ’ τον, κάρφωσέ τον στο χώμα, για να ριζώσεις μαζί του σε αυτόν τον κόσμο και να μάθεις να ζεις… για μετά». Για μετά; «Μετά, όταν δεν θα ναι πια μαζί μας. […] Οπότε τι θα με συνδέει με τη ζωή μετά;»[33]
Αυτό το κείμενο (ελπίζω) θα με συνδέει με τη ζωή μετά. Ξέρω πως με ριζώνει στη ζωή τώρα.

Η Σαντάλ Άκερμαν το 2012.
Mario De Munck
[1] Το πρόβλημα αυτού του κείμενου είναι πως δεν ξέρω πού «ανήκει», πού να το κατατάξω: στη βιβλιοκριτική; Στη βιβλιοπαρουσίαση; Έχει σίγουρα κυρίως τέτοια στοιχεία –αλλά μέρος του (γιατί δεν μπορώ να γράψω αλλιώς, και ακόμα περισσότερο όσον αφορά αυτό το θέμα) είναι μάλλον δοκίμιο. Γι’ αυτό το ονομάζω «Ένα κείμενο», και αφήνω στον αναγνώστη την κρίση τού τι είναι, πού εντάσσεται.
[2] Έπαινος αξίζει και στη μεταφράστρια Μυρτώ Ταπεινού –ιδίως αν παραβάλλει κανείς το πρωτότυπο (Ma mère rit, Mercure de France, 2013)–, καθώς κατόρθωσε να αποδώσει τις λεπτοφυείς άρσεις και πτώσεις ενός φαινομενικά απλού ύφους· αλλά ο πλούτος αυτού του ύφους είναι ακριβώς αυτή η (δυσκολοκατάκτητη) απλότητα.
[3] Chantal Akerman, Η μητέρα μου γελάει, μτφρ Μυρτώ Ταπεινού, επίμετρο Εύα Στεφανή, Πλήθος, 2025, σ. 15. Πρβλ σ. 30: «Θα τα βγάλω πέρα μόνο αν γράφω».
[4] «Δεν ξέρω γιατί με απασχολεί τόσο πολύ το αίμα μου. Η απάντηση προέρχεται από ένα σκοτεινό μέρος το οποίο δεν θέλω να εξερευνήσω. Ξέρω ότι, αν το έκανα, θα μάθαινα κάτι για τον εαυτό μου που δεν θα μου άρεσε, οπότε προτιμώ να το αφήνω στο σκοτάδι. Κάποιες φορές είναι καλύτερο τα πράγματα να μένουν στο σκοτάδι». Ό.π., σ. 43.
[5] Ό.π., σ. 115. Παρακάτω: «Μου άρεσε να γυρίζω ταινίες, κάθε φορά όμως που άκουγα να μιλάνε για μένα χρησιμοποιώντας ολόκληρο το όνομά μου, ήξερα ότι μιλάνε για κάποια που δεν έχει αφήσει απλώς κάποιο ίχνος, αλλά κάποια που έχει δημιουργήσει κάτι σαν ένα σώμα δουλειάς. Και δεν ήθελα να τους φέρω αντίρρηση. Όχι, σίγουρα όχι. Δεν ήθελα να τους πω ότι υπήρχαν μόνο ίχνη, οπότε δεν τους έλεγα τίποτα απολύτως». Πρβλ. και σ. 248: «Πρέπει να συνεχίσεις, μου είπε μια τύπισσα. Θα συνεχίσεις, έτσι δεν είναι; Εννοούσε αν θα συνέχιζα να κάνω ταινίες. Απάντησα σχεδόν αυτόματα ναι, φυσικά. Και μετά γύρισα απ’ την άλλη. Γιατί πρέπει δηλαδή να συνεχίσω; Γιατί της απάντησα τόσο γρήγορα ναι, φυσικά; Χωρίς λόγο. Μετά ξανάπεσα πάνω σε εκείνη την τύπισσα και ξαφνικά εκείνη άρπαξε το μπράτσο μου πολύ σφιχτά και σκέφτηκα α, ωραία, τώρα βρήκε άλλον τρόπο να μου πει να συνεχίσω».
[6] Το αίσθημα της ναυτίας διατρέχει όλο το βιβλίο – δες χαρακτηριστικά σ. 45-46, 148, 197-198, 201.
[7] Ό.π., σ. 177.
[8] Ό.π., σ. 39 και 46-47.
[9] Ό.π., σ. 71.
[10] Οι Διάλογοι (καταγραφή: Ορλάντο Μπαρόνε, μτφρ.-σημειώσεις: Δήμητρα Παπαβασιλείου, Printa, 2010) είναι οι συναντήσεις-συνομιλίες των Μπόρχες και Σάμπατο το διάστημα 14 Δεκεμβρίου 1974 –15 Μαρτίου 1975, έπειτα από μια μακρά περίοδο αποξένωσης που ’χε διακόψει τη φιλία τους. Το απόσπασμα στο οποίο αναφέρομαι είναι το εξής (σελ. 206): «Έχω μια προσωπική ιστορία που θα ήθελα να διηγηθώ, παρ’ ότι δεν έχει άμεση σχέση με όσα συζητάμε […]. Έχει να κάνει με τη μητέρα μου, που είναι ετοιμοθάνατη… Τις προάλλες μου είπε κάτι που δεν είναι βέβαια διασκεδαστικό, αλλά προκαλεί εντύπωση, δεδομένου ότι ειπώθηκε από μια γυναίκα κατάκοιτη, σχεδόν παράλυτη, η οποία έχει ζητήσει από το Θεό, ως ύστατη χάρη, να της επιτρέψει να κουνήσει λίγο το δεξί της χέρι. Μου είπε, λοιπόν, ενώ καθόμουν δίπλα στο προσκεφάλι της: “Εγώ είμαι πολύ γριά. Αλλά ο Θεός είναι ακόμα πιο γέρος, και είναι φυσικό να ξεχνάει. Όταν μου έδωσε το εισιτήριο του πηγαιμού, ξέχασε να μου δώσει κι εκείνο του γυρισμού. Κι έτσι βρίσκομαι ακόμη εδώ, στα ενενήντα οχτώ μου χρόνια”».
[11] Σιμόν Ντε Μποβουάρ, Ένας πολύ γλυκός θάνατος, μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, Μεταίχμιο, 2009. Αυτό το βιβλίο έχει τεράστια σημασία για μένα, καθώς είναι το βιβλίο που διάβαζε η μητέρα μου όταν έχασε τη μητέρα της.
[12] «Την ανάγκη να γελάσω μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή. Όπως γελάει κανείς ενώ ένα ηφαίστειο εκρήγνυται […]. Αλλά το γέλιο μου δεν κράτησε πολύ. Ήδη την επόμενη μέρα το γέλιο μου κόπηκε μαχαίρι». Ό.π., σ. 152-153.
[13] Δες το μονόλογο της μητέρας για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σ. 34-37. Πρβλ. σ. 109-110, την αποτίμηση της Άκερμαν για τις ιστορίες με τους επιζώντες. Επίσης σ. 99: «Τον σκέφτεσαι ακόμα καμιά φορά τον ξάδερφό σου; Ναι, αλλά απειροελάχιστα. Αλλιώς θα αρχίσω να τους σκέφτομαι όλους. Ξέρεις, εκεί, στην Πολωνία […]» κ.λπ.· και σ. 232: «[…] αχ, οι κόρες μου, οι κόρες μου έχουν τα πάντα. Ενώ εγώ τι είχα, μόνο τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ήταν η πρώτη φορά που το είπε αυτό. Άλλες φορές έλεγε απλώς ότι είναι χαρούμενη και ότι όλα πάνε θαυμάσια, αλλά τώρα ξαφνικά αυτό. Αυτή τη φορά λέει την αλήθεια, σκέφτηκα, όχι την αλήθεια, αλλά τη δική της αλήθεια, μια αλήθεια φριχτή. Αλλά καλύτερα που την είπε, για μένα τουλάχιστον, μάλλον και για την ίδια. Και δεν την κατηγόρησα ποτέ γι’ αυτό. Καθόλου. Καλύτερα που μίλησε έτσι, παρ’ όλο που μου έκοψε τη λαλιά, μα τι να της απαντούσα».
[14] Ό.π., σ. 234.
[15] «Όχι, δεν τα θυμάμαι πια τα πολωνικά, έλεγε από το πουθενά. Χωρίς να την έχει ρωτήσει κανείς. Απλώς πέρασε από το μυαλό της, οπότε το είπε και δυνατά. Δεν ξέρω γιατί. Ωστόσο, μερικές φορές πράγματι τη ρωτούσαν. Τύχαινε πού και πού να τη ρωτήσουν. Μερικές φορές τη ρωτάνε οι γυναίκες που τη βοηθάνε, που ξέρουν ότι είναι από την Πολωνία ή κι άλλοι άνθρωποι που τους το έχει πει και το θυμούνται. Αλλά κανένας από την υπόλοιπη οικογένεια που ήρθε μαζί της από την Πολωνία δεν είναι πια ζωντανός. Όλοι πέθαναν από τη μία ή την άλλη ασθένεια, οπότε δεν έχει κάποιον να μιλήσει πολωνικά μαζί του. Κι έτσι δεν τα θυμάται πια. Ξέχασε πώς να τα μιλάει. Ούτε τα βασικά. Εκτός από μερικές λέξεις, τουλάχιστον έτσι λέει η ίδια. Ξέρω ότι θα μπορούσε να θυμηθεί περισσότερες, αλλά για κάποιον λόγο απαντάει απλώς όχι, δεν θυμάμαι τίποτα πλέον». Ό.π., σ. 66-67. Αμέσως μετά (σ. 67-68) η Άκερμαν: δεν μπορεί να μιλήσει πολωνικά, ρωσικά, εβραϊκά· μπορεί αλλά «Χρειάστηκε να αρρωστήσω πρώτα. Όταν είμαι άρρωστη μπορώ να μιλήσω κάθε γλώσσα, ειδικά αυτές που έχω ξεχάσει όπως τα εβραϊκά. Οι γλώσσες επανέρχονται στη μνήμη μου και μπορώ να τις διαβάσω σαν να μην τις είχα ξεχάσει ποτέ. Αρχίζω με το παραμικρό να μουρμουρίζω στα εβραϊκά. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος».
[16] Δες ό.π., σ. 31-33, όταν ο πατέρας την πιέζει να παντρευτεί «για να ’χει κάποιον να τη φροντίζει όταν αρρωστήσει», και σ. 69-71, όταν αποκαλεί τη Σαντάλ σε συνομιλία με την αδερφή του «από άλλο είδος ή απροσάρμοστη».
[17] Το πρόβλημα της αλήθειας είναι κομβικό για την Άκερμαν: «Κάποιες φορές είναι καλύτερο τα πράγματα να μένουν στο σκοτάδι. Άλλες φορές κάτι με ωθεί να αναζητήσω μια αλήθεια, αλλά ποια. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σε βιβλία ή ταινίες, μπορεί να το αισθανθείς όταν υπάρχει μια αλήθεια μέσα τους. Ακόμα και όταν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις· ειδικά όταν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις. Όταν υπάρχει μια αλήθεια που είναι δύσκολο να την εντοπίσεις, ενώ ξέρεις ότι υπάρχει κάπου εκεί μέσα, κάτι συμβαίνει υποδόρια, αργά, μερικές φορές πολύ αργά, και ξαφνικά, όταν πια δεν το σκέφτεσαι καν, αυτή η αλήθεια έρχεται στο φως και είναι μια φοβερή στιγμή, δεν είναι κάτι σύνηθες και είναι ωραίο, είναι τόσο ωραίο ξαφνικά να σε κυριεύει ένα αίσθημα ελαφρότητας και ηρεμίας». Ό.π., σ. 43-44.
[18] Ο Κρις Κορνέλ στο Switch Opens: «Nothing is when everything is all right».
[19] Ό.π., σ. 56-57.
[20] Ό.π., σ. 92-93. Πρβλ. πάμπολλα σημεία, ενδεικτικά: σ. 57-58, επίσκεψη στο νοσοκομείο μετά το χειρουργείο: «δεν μπορώ να σε βλέπω με αυτό το λερωμένο πουκάμισο, θα σου χώσω σφαλιάρα. Έφερε το χέρι της δίπλα στο πρόσωπό μου λες και όντως θα με χτυπούσε. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι αυτό το μίσος πρέπει να έβραζε χρόνια μέσα της. Ότι αυτός είναι ο λόγος για όλα τα φιλιά που έδινε και απαιτούσε να πάρει πίσω. Ότι την ντροπιάζω. Τα ατημέλητα ρούχα μου και τα αχτένιστα μαλλιά μου πάντα την ενοχλούσαν, την πλήγωναν. Πήγαιναν υπερβολικά ενάντια σε ό,τι την καθησύχαζε. Ένας ατσαλάκωτος κόσμος. Μια πολύ γαλήνια ζωή χωρίς ασιδέρωτα πουκάμισα και δυσάρεστες εκπλήξεις. […] Την ενοχλούσα και επιτέλους το παραδέχτηκε. […] Δεν αντέχω να βλέπω άλλο αυτά τα παπούτσια, έλεγε κάθε φορά που έφτανα στο διαμέρισμά της φορώντας κάποιο πολυκαιρισμένο ζευγάρι. Ή εκείνο το πανωφόρι. Όπως τότε στο εστιατόριο που, όταν βούτηξα το δάχτυλό μου μες στη σάλτσα, νόμιζα ότι θα εκραγεί. Άσε με ήσυχη, είπα. Όχι, δεν θα σε αφήσω ήσυχη»· σ. 104, «Στον γάμο […] άναψα ένα τσιγάρο και η μητέρα μου άρχισε να φωνάζει σβήσ’ το, και τότε άρχισα κι εγώ να φωνάζω δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω· πήγα να καπνίσω πιο πέρα. Όμως αυτό της έμεινε της μητέρας μου. Γι’ αυτό μου είπε ήσουν επιθετική μαζί μου· αυτό μου είπε με το που με αναγνώρισε στο υποφωτισμένο δωμάτιο του νοσοκομείου»· και αποκορύφωμα σ. 231, «αφότου ξαναμπήκε στο νοσοκομείο και αφότου ξαναβγήκε από το νοσοκομείο και όταν μιλούσαμε μέσω Skype από τη Νέα Υόρκη, φαινόταν λες και δεν με αναγνώριζε πια, οπότε της φώναξα μαμά, εγώ είμαι, ρε μαμά, αλλά δεν με κοιτούσε στα μάτια και φαινόταν να μη με αναγνωρίζει καν. Μπορεί κατά βάθος να μη με αναγνώρισε ποτέ γι’ αυτό που είμαι, μονολόγησα. Εμένα μου φαίνεται πιο αληθινή όταν δεν με αναγνωρίζει παρά όταν φωνάζει λόγια αγάπης. Σε αυτές τις στιγμές κρύβεται η αληθινή μητέρα μου, σκέφτηκα. Κάποια στιγμή αργότερα, μου είπε ότι δεν με έβλεπε επειδή η όρασή της είχε γίνει θολή».
[21] Ό.π., σ. 19. Πρβλ. και σ. 17-18, 20-23, 25-26. Αξίζει να παραβάλει κανείς δύο βιβλία –μεταξύ πολλών άλλων– που σκιαγραφούν ανάγλυφα αυτό που περιγράφω εν τάχει πάνω (τη δοκιμή των λέξεων ως ψηλάφηση αναγνώρισης των αισθημάτων): το ένα είναι βέβαια το κλασικό Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και Μέσα από τον καθρέφτη του Lewis Carroll, μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη, Printa, 2009 (ιδίως τη στιχομυθία με τον Χάμπτι Ντάμπτι, σ. 247-263)· το άλλο είναι από την Παυλίνα Παμπούδη, Ο Σιγανός που μιλάει με τα πράγματα, Ροές, 2012.
[22] Ό.π., σ. 29.
[23] Ό.π., σ. 54-55 και 61. Όσα αναφέρει η Άκερμαν βασίζονται στα εξής λόγια της μητέρας της (σ. 99-100): «Γι’ αυτόν μάλλον ο πατέρας σου ήθελε και τρίτο παιδί. Αλλά δεν δέχτηκα. Είχα δύο κόρες και αυτό μου αρκούσε, ειδικά αφού εσύ με τάραζες συνέχεια. Εννοείται πως ήσουν ένα αξιαγάπητο κοριτσάκι, ομορφούλικο με τα μπλε σου μάτια […]. Αλλά όχι να κάναμε και τρίτο παιδί. Ήταν φρικτή διαδικασία η γέννα, και η περίοδος που την ακολούθησε ήταν επίσης πολύ δύσκολη, αφού αρνιόσουν να φας και έκλαιγες όλη τη νύχτα από τους εφιάλτες που έβλεπες. […] Τη μέρα φυσικά και δεν έβλεπες όνειρα, αντί γι’ αυτό έτρεχες αποδώ και αποκεί, ειδικά όταν ήταν ώρα για φαγητό. Δεν θέλω να φάω για να μη μου κάτσει στον λαιμό, έλεγες. Το μόνο πράγμα που έτρωγες, κάποιες φορές βέβαια ούτε αυτό, ήταν μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα και κεφτεδάκια. Και πασαλειβόσουν ολόκληρη, οπότε μετά έπρεπε να σου αλλάξω ρούχα. Η αδερφή σου δεν είχε κανένα πρόβλημα με το φαγητό, αν και πάντα έτρωγε πολύ αργά».
[24] Ό.π., σ. 227, οπότε φτιάχνουν λίστες. Λίστα και στις σελ. 76-77: «Ένα σακί πατάτες, λευκό τυρί, βούτυρο […]. Φρούτα, αλλά τα φρούτα δεν έχουν καμία γεύση πια. Και λευκό τυρί. Το είπες αυτό. Ναι, αλλά χρειάζομαι λευκό τυρί και μαύρο ψωμί κομμένο σε φέτες. Βάζω λευκό τυρί στη φρυγανιά μου με λίγο αλατοπίπερο και αυτό με κρατάει όλο το απόγευμα. Και το πρωί, όμως τότε προσθέτω και λίγη μαρμελάδα. Ναι, τα ξέρω ήδη όλα αυτά […] Μπαίνει μέσα. Φωνάζει το όνομά μου. Ναι, πες μου. Ξεχάσαμε να γράψουμε κάτι στη λίστα, πρόσθεσέ το, σε παρακαλώ. Δεν θυμάμαι τι. Το ξέχασα ήδη. Έτοιμα κομμένα λαχανικά για τη σούπα, λέω μηχανικά. Ναι, αυτό είναι. Θέλω τη σούπα μου για μεσημεριανό. Ναι. Τώρα έχασα τον ειρμό μου. Και τον χρειάζομαι για να γράψω».
[25] Ό.π., σ. 25-26. Σε κάποιο σημείο (σ. 135), η Άκερμαν κάνει την εξής οξυδερκή παρατήρηση: «Ένα πρωί, μου μιλούσε για πολλή ώρα. Και της απαντούσα, αν και δεν θυμάμαι τι. Κάποιες φορές δεν έχουν σημασία οι λέξεις που λέει. Το μόνο που έχει σημασία είναι η ανταπόκριση σε εκείνο που δεν εκφράζεται. Οπότε της λέω αυτό που θέλει να ακούσει».
[26] Ό.π., σ. 79 και 27.
[27] Ό.π., σ. 73, 75-76, 116, 118, 137, 139, 142-143.
[28] Ό.π., σ. 10-11.
[29] Ό.π., σ. 9. Διατηρώ εδώ τη στοιχειοθεσία του βιβλίου.
[30] «Θέλω να είμαι έτοιμη. Θα ήταν το ίδιο αν έλεγε θέλω να είμαι προετοιμασμένη για οτιδήποτε και ειδικά για το χειρότερο δυνατό, γιατί πραγματικά είχε βιώσει το χειρότερο δυνατό, εκείνη όμως έλεγε απλώς θέλω να είμαι έτοιμη. Λες και δεν ξέρουμε. Από τα νεύρα μου της απαντούσα πάντα με φοβερή αγένεια αλλά νόμιζα ότι θα το έπαιρνε στην πλάκα, ξεχνώντας ότι η μητέρα μου δεν θα έπαιρνε ποτέ τέτοιες κουβέντες στην πλάκα. Το αντίθετο, μάλιστα. Κλονιζόταν από αυτό που έλεγε και το άγχος της γινόταν ακόμα μεγαλύτερο, οπότε κι εγώ μετά της πέταγα ένα κάνε ό,τι νομίζεις. Ο πατέρας μου δεν έλεγε τίποτα, έπαιζε τον ρόλο κάποιου που δεν προσέχει καν τι γίνεται και αυτό μάλλον ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει». Ό.π., σ. 233-234.
[31] Ό.π., σ. 75, 82, 145-146.
[32] Ό.π., σ. 110, 115, 171: «Και δεν επρόκειτο για κάποιο σκίσιμο στους ιστούς του σώματός μου που κάποια στιγμή θα επουλωνόταν· ήταν οι ίδιοι οι ιστοί μου που είχαν υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό. […] Αλλά [οι ιστοί] μου εξακολουθούσαν να είναι σάπι[οι] […]. Εκείνες τις στιγμές σκεφτόμουν ότι τα πάντα μπορεί να φτιάξουν, μέχρι και οι σάπιοι ιστοί του σώματός μου. Οι ιστοί σου δεν είναι σάπιοι, είπε ξεσπώντας η αδερφή μου, απλώς είναι εύθραυστοι, αυτό μόνο».
[33] Ό.π., σ. 204 και σ. 30.
François Dosse, Φιλοσοφικές φιλίες, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Πόλις, Αθήνα 2025, 392 σελ.
Οι φιλίες των γάλλων φιλοσόφων και η κλιμάκωσή τους έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι σχέσεις καθρεφτίζονται στην παραγόμενη σκέψη και, ιδίως, στην πολιτική. Σε όλες τις φιλίες που αναφέρει στο σχετικό βιβλίο του ο Φρανσουά Ντος υπήρχε πάντα μια εγγύτητα που επιβεβαίωνε τη δύναμη του αισθήματος της φιλίας. Όμως, η δύναμη του δεσμού δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις.
Η φιλία είναι το θαύμα διά του οποίου μια ανθρώπινη ύπαρξη αποδέχεται να κοιτάζει από μακριά και χωρίς να πλησιάζει την άλλη ύπαρξη, που την έχει ανάγκη όπως την τροφή. […] Δεν υπάρχει φιλία παρά μόνο εκεί όπου διατηρούμε και σεβόμαστε αυτήν την απόσταση.
Simon Weil
Οι Φιλοσοφικές φιλίες του Φρανσουά Ντος, με πρώτη γαλλική έκδοση το 2021, είναι μια πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συμβολή στην ιστορία της γαλλικής διανόησης του 20ού αιώνα. Ο Ντος, γνωστός για τις μελέτες του στην ιστορία των ιδεών και τις βιογραφίες σημαντικών στοχαστών του προηγούμενου αιώνα, όπως του Κορνήλιου Καστοριάδη, του Πωλ Ρικέρ, του Πιερ Νορά κ.ά., επιχειρεί να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή η παραγωγή φιλοσοφικής σκέψης μέσα από σημαντικές φιλίες εμβληματικών διανοουμένων. Αντί να παρουσιάζει τη φιλοσοφία ως προϊόν της σκέψης μεμονωμένων ιδιοφυών ανθρώπων, προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση δίνοντας έμφαση στις διανοητικές σχέσεις και στις φιλίες μεταξύ φιλοσόφων. Η βασική υπόθεση του Ντος είναι ότι πολλές από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές ιδέες του 20ού αιώνα γεννήθηκαν μέσα από προσωπικές σχέσεις, συνεργασίες και συγκρούσεις μεταξύ διανοουμένων. Η φιλία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί απλώς έναν προσωπικό δεσμό αλλά μια ιδιαίτερη μορφή διανοητικής σχέσης που μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο δημιουργίας και μετασχηματισμού ιδεών. Μέσα από την ανάλυση επτά σημαντικών φιλοσοφικών σχέσεων, ο Ντος επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία των δικτύων διανοουμένων στη διαμόρφωση της σύγχρονης φιλοσοφίας. Το έργο εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο της ιστορίας των ιδεών και των διανοουμένων εξετάζοντας τις ιδέες όχι μόνο ως αφηρημένες θεωρίες αλλά και ως προϊόντα συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών συνθηκών.
Σαρτρ και Αρόν
Ξεκινώντας από μια πλατωνική παρουσίαση της έννοιας της φιλίας, ο Ντος βιογραφεί αρχικά τη σχέση δυο εμβληματικών φιλοσόφων, του Ζαν Πωλ Σαρτρ και του Ρεϊμόν Αρόν. Οι δύο τους υπήρξαν στενοί φίλοι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην École Normale Supérieure (ENS), αποτελώντας μαζί με τον πρόωρα χαμένο Πωλ Νιζάν μια τριάδα χαρισματικών νέων διανοουμένων. Παρά την αρχική φιλοσοφική τους σύμπλευση, οι πολιτικές τους θέσεις θα διαφοροποιηθούν σημαντικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σαρτρ θα στρατευθεί πολιτικά στον μαρξισμό υποστηρίζοντας ενεργά τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής, ενώ ο Αρόν, αν και αρχικά μέλος του SFIO1 και του κύκλου Ζαν Ζωρές, θα υιοθετήσει μια πιο φιλελεύθερη στάση ασκώντας αυστηρή κριτική στον σοβιετικό κομμουνισμό. Ο Αρόν είχε ήδη μυήσει τον Σαρτρ στον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ, απομακρύνοντάς τον από τον μπερξονισμό. Την επιρροή του Αρόν θα αναγνωρίσει με εντιμότητα ο Σαρτρ στην Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου.
Η εξέλιξη της σχέσης τους δείχνει πώς μια φιλοσοφική κοινή αρχή αλλά και στενή φιλία μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Οι διανοητικές μονομαχίες τους τροφοδοτούσαν τη φιλική συνενοχή τους, η οποία παρέμεινε ζωντανή παρά τις πολιτικές διαφορές τους. Ο ένας, ο Αρόν, μεθοδικός με συστηματικές και συγκροτημένες απόψεις, ο άλλος ιδιοφυής και επινοητικός στο πεδίο των νέων ιδεών, βρέθηκαν πολλές φορές σε σύγκρουση πάνω σε θέματα πολιτικής στάσης στη μεταπολεμική Γαλλία. Η πορεία της ζωής τους μέχρι το τέλος του πολέμου, επίσης διαφορετική: ο Αρόν με ενεργή συμμετοχή στους Ελεύθερους Γάλλους του Ντε Γκωλ, και ο Σαρτρ με την «πολυθρόνα του προς την πλευρά της Ιστορίας»2 μεν, αλλά χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή στη γαλλική αντίσταση. Μετά τον Πόλεμο, ο Αρόν υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των Temps modernes, ενώ αποχώρησε έπειτα από τη σκληρή κριτική που άσκησε ο Σαρτρ στον γκωλικό Συναγερμό του Γαλλικού Λαού (Rassemblement du Peuple Français, RPF) εξομοιώνοντάς τον με τον φασισμό. Ο Αρόν ήταν ήδη μέλος του RPF και συντάκτης της Figaro. Συμμεριζόμενος μαζί με τον Μαλρώ την πολιτική ανημποριά της Γαλλικής Δημοκρατίας και το πολιτικό της τέλμα, προσχώρησε στις αναλύσεις του Ντε Γκωλ, αν και δεν υπήρξε ποτέ πειθήνιος γκωλικός. Παρ’ όλα αυτά ο στρατηγός τον διόρισε στο 20μελές συμβούλιο του RPF ενώ, επιπλέον, προήδρευε στην Επιτροπή Μελετών του κινήματος. Η ρήξη των δύο φίλων θα είναι οριστική μετά από την ισοπεδωτική κριτική του Jean Pouillon (κατ’ ανάθεση του Σαρτρ) στους Temps modernes για το βιβλίο του Αρόν, Μεγάλο Σχίσμα (Grand Schisme).
Με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, ο Αρόν, σε αντίθεση με την πλειονότητα των γάλλων διανοουμένων, θα προσχωρήσει στον Ατλαντισμό, θεωρώντας τις ΗΠΑ ως καίριο σύμμαχο για τα γαλλικά συμφέροντα. Ο Σαρτρ, από την πλευρά του, ριζοσπαστικοποιείται τασσόμενος με το σοβιετικό στρατόπεδο, ενώ το 1952 αρχίζει η συνοδοιπορία του με το ΚΚ Γαλλίας. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει τις γνωστές διακυμάνσεις πολλών γάλλων διανοουμένων, συνοδοιπόρων της κομμουνιστικής Αριστεράς: αρχικά άρνηση κριτικής για τις επεμβάσεις των Σοβιετικών στις σοσιαλιστικές δημοκρατίες έως περίπου το 1956 και την επέμβαση στην Ουγγαρία, στη συνέχεια ένταξη στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της ανεξαρτησίας της Αλγερίας κατά τον Αλγερινό-Γαλλικό Πόλεμο και, τέλος, απομάκρυνση από το σοβιετικό μοντέλο μετά την εισβολή στην Πράγα το 1968 και προσχώρηση στο μαοϊκό κίνημα. Όλο αυτό το διάστημα, ο Σαρτρ υπήρξε η επιτομή του στρατευμένου διανοούμενου της Αριστεράς, με μια συνεπή στάση συμμετοχής και ανεξάντλητης ενεργητικότητας σε όλα τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής.
Οι δύο φιλόσοφοι θα ταχθούν υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, από διαφορετική όμως σκοπιά ο καθένας: ο μεν Αρόν θεωρώντας οικονομικό άχθος για τη Γαλλική Δημοκρατία τη διατήρηση της Αλγερίας ως γαλλικό έδαφος, ο δε Σαρτρ, ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία, υποστηρίζοντας τη χειραφέτηση της Αλγερίας και τον τριτοκοσμισμό. Τον Μάιο του 1968, ο Σαρτρ θα βρεθεί στο δρόμο αλληλέγγυος με τους φοιτητές, ενώ ο Αρόν στα κύρια άρθρα της Figaro θα χαρακτηρίσει την εξέγερση ως απόλυτη ετερότητα και «επέλαση των βαρβάρων». Οι δύο άνδρες θα ξανασυναντηθούν από την ίδια πλευρά το 1979, στη στήριξη του εγχειρήματος της Νήσου του Φωτός3 (L'Île de Lumière), κατά τη διάσωση των προσφύγων της νοτιο-ανατολικής Ασίας (boat people), μετά την πτώση της Σαϊγκόν και το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ. Σε μια συγκινητική στιγμή, θα συναντηθούν στη συνέντευξη Τύπου για τη διάσωση των πρώτων προσφύγων, σφίγγοντας αμήχανα το χέρι ο ένας του άλλου, με τον Σαρτρ υποβασταζόμενο από τον Αντρέ Γκλυκσμάν και τον Αρόν αποκαλώντας τον παλιό του φίλο συντροφάκο (petit camarade). Όπως ανέφερε αργότερα ο Αρόν «ήταν ένας τρόπος να σβήσουμε τριάντα χρόνια και να ξαναγυρίσουμε μισό αιώνα πίσω». Μετά το θάνατο του Σαρτρ, ο Αρόν θα γράψει ένα φορτισμένο συναισθηματικά κείμενο στο περιοδικό L’Express αποχαιρετώντας τον παλιό του φίλο και σύντροφο. Ήταν η εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που την κράτησε κατά το ήμισυ. Η αρχική συμφωνία μεταξύ τους ήταν ότι όποιος ζούσε περισσότερο θα έγραφε τη νεκρολογία του άλλου στην Επετηρίδα των αποφοίτων της ENS. Αποτιμώντας εκ των υστέρων το έργο των δυο φιλοσόφων και τις ιδεολογικές τους συγκρούσεις, μπορούμε πλέον να πούμε, σχεδόν μετά βεβαιότητας, ποιος διέγνωσε καλύτερα την Ιστορία.
Σαρτρ και Μερλώ-Ποντύ
Η δεύτερη μεγάλη φιλία, αλλά και μακρόχρονη ιδεολογική συνοδοιπορία, που βιογραφεί ο Ντος, είναι αυτή του Σαρτρ με τον Μωρίς Μερλώ-Ποντύ. Οι δυο φιλόσοφοι συναντήθηκαν για πρώτη φορά ως φοιτητές στην École Normale το 1926 και κράτησαν στενή φιλική και ιδεολογική σχέση μέχρι τον πόλεμο της Κορέας. Ο Μερλώ-Ποντύ προερχόμενος από συντηρητική καθολική οικογένεια, θα έχει μια πορεία αριστείας στα εμβληματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Γαλλίας, θα διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Λυών και στη Σορβόννη, ενώ στη συνέχεια θα εκλεγεί στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1952). Ο Σαρτρ, αρνούμενος μετά την αποφοίτηση του από την ENS οποιαδήποτε σχέση με το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, θα αποτελέσει την πλέον εμβληματική φιγούρα της γαλλικής φιλοσοφίας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η συστράτευση στον μαρξισμό των δύο ανδρών θα οδηγήσει στην έκδοση των Temps modernes, ενώ γύρω από τους δύο (και την Μπωβουάρ) θα δημιουργηθεί ένας στενός κύκλος ανθρώπων αποτελώντας αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά στη συνέχεια σαρτρική οικογένεια (famille sartrien). Ο Μερλώ-Ποντύ, με βαθιά συγκρότηση στη φαινομενολογία και τον μαρξισμό, θα δίνει τον ιδεολογικό τόνο του περιοδικού, ενώ ο Σαρτρ θα έχει πολλαπλές εστίες ενδιαφέροντος στην οντολογία, στην πολιτική θεωρία, αλλά και στο θέατρο και στη λογοτεχνία. Τα προβλήματα θα ξεκινήσουν όταν ο Μερλώ-Ποντύ θα στραφεί κριτικά προς τη Σοβιετική Ένωση και ο Σαρτρ θα στρατευθεί στον σοβιετικό κομμουνισμό και στη συνοδοιπορία με το ΚΚ Γαλλίας. Αρχικά ο Μερλώ-Ποντύ θα εκδώσει το 1947 το Ανθρωπισμός και τρομοκρατία, αναφερόμενος στις δίκες της Μόσχας την περίοδο 1936-38, ενώ στη συνέχεια, προσεγγίζοντας περισσότερο τις θέσεις της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, θα ασκήσει οξεία κριτική στον επεκτατισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά την κορύφωση του πολέμου της Κορέας, το 1952, ο Μερλώ-Ποντύ θα θελήσει να γράψει ένα επικριτικό άρθρο για τη Σοβιετική Ένωση στους Temps modernes, το οποίο όμως ο Σαρτρ θα αρνηθεί να δημοσιεύσει. Ήταν η αποφασιστική αιτία της ρήξης των δύο ανδρών. Ο Μερλώ-Ποντύ θα επανέλθει με τις Περιπέτειες της Διαλεκτικής (1955) ασκώντας κριτική στον υπερ-μπολσεβικισμό του Σαρτρ. Αυτή τη φορά, τον «αποκεφαλισμό» του παλιού φίλου θα αναλάβει η ίδια η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, με ένα άρθρο της στους Temps modernes για τον ψευδο-σαρτρισμό του Μερλώ-Ποντύ.
Η εμπλοκή του Σαρτρ στην πολιτική και ο εγκλωβισμός του στον υπαρξισμό τον εμπόδισαν να παρακολουθήσει τις νέες κοινωνικές θεωρίες που αναδύονταν μεταπολεμικά στη Γαλλία, οι οποίες όμως επικράτησαν στα πεδία της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών επιστημών στα γαλλικά πανεπιστήμια. Αντίθετα, ο Μερλώ-Ποντύ τις διέβλεψε, αποτελώντας ο ίδιος τη γέφυρα μεταξύ αυτών και της γαλλικής φιλοσοφίας. Παρακολούθησε από νωρίς τις εξελίξεις στην ψυχανάλυση δημοσιεύοντας ήδη από το 1942 τη Δομή της συμπεριφοράς, ενώ εισήγαγε τον Φερντινάν ντε Σωσσύρ και τα Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας στα πεδία της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών. Τα Σημεία, τα οποία εκδόθηκαν το 1960, αποτέλεσαν ισχυρή επιρροή στην ψυχανάλυση του Λακάν αλλά και στον στρουκτουραλισμό του Λεβί-Στρως. Ο ίδιος στήριξε με επιμονή την υποψηφιότητα του Λεβί-Στρως στο Κολέγιο της Γαλλίας διαβλέποντας τη νέα μεγάλη προσωπικότητα των ανθρωπιστικών επιστημών στη χώρα του. Αντίθετα, ο Σαρτρ ούτε την ψυχανάλυση έκανε ποτέ αποδεκτή ούτε τον στρουκτουραλισμό προσπάθησε να παρακολουθήσει, εμμένοντας στη δική του φιλοσοφική θέση, η οποία έως τότε του είχε χαρίσει προνόμια και παγκόσμια αναγνώριση, χάνοντας όμως το τρένο των εξελίξεων.
Ο Μερλώ-Ποντύ θα αποβιώσει νέος σε ηλικία μόλις 53 ετών. Ο Σαρτρ θα γράψει έναν φορτισμένο συναισθηματικά επικήδειο στους Temps modernes για τον παλιό του φίλο, αποκαλώντας τον «σχεδόν αδελφό». Έναν άνθρωπο που μόνο όταν πέθανε κατάλαβε ότι τον έχασε. Ο ίδιος, θα δυσκολευτεί να δεχθεί τις εξελίξεις που είχε δρομολογήσει ο φίλος του στα νέα πεδία της εθνολογίας και της ανθρωπολογίας, καθώς και τους νέους μεγάλους επιστήμονες και στοχαστές που αναδείχθηκαν μέσα από αυτά.
Φουκώ – Ντελέζ – Γκαταρί
Η σχέση του Μισέλ Φουκώ με τον Ζυλ Ντελέζ είναι γνωστή κυρίως από την –υπερβολική, ως συνήθως– φράση του Φουκώ ότι «ο αιώνας μας θα είναι ντελεζιανός...». Μιλούσε για τον 20ό αιώνα. Η δυο τους συναντήθηκαν πολύ νωρίς, το 1952, μέσω ενός κοινού φίλου στην πόλη της Λιλ. Η επόμενη συνάντησή τους θα γίνει ύστερα από δέκα χρόνια. Το 1962 ο Φουκώ ήταν καθηγητής στο Κλερμόν-Φεράν, ενώ ο Ντελέζ μόλις είχε εκδώσει το έργο του Ο Νίτσε και η φιλοσοφία. Ο Φουκώ, ενθουσιασμένος από το πόνημα του Ντελέζ, θα τον προτείνει ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κλερμόν-Φεράν. Παρά την αποδοχή της πρότασης του Φουκώ από το τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου, η τελική επιλογή θα είναι ο «πολύς» Ροζέ Γκαρωντύ, μέλος τότε του Π.Γ. του ΚΚΓ. Ο πόλεμος και ο σαρκασμός του Φουκώ προς τον Γκαρωντύ θα αναγκάσει τον τελευταίο να εγκαταλείψει το Κλερμόν-Φεράν για το Πανεπιστήμιο του Πουατιέ. Ο Ντελέζ είχε ήδη εκλεγεί καθηγητής στη Λυών, ενώ υπήρχε στενή σχέση των δύο ανδρών, μετά τη θερμή υποστήριξη του Φουκώ προς τον Ντελέζ.
Η αμοιβαία εκτίμηση αλλά και το κοινό ενδιαφέρον για το έργο του Νίτσε θα τους ενώσει στην επιμέλεια των Απάντων του φιλοσόφου από τις εκδόσεις Gallimard, συγγράφοντας επιπλέον τη γενική εισαγωγή στην έκδοση. Ήταν η επαύριον του 1968 και η προσφυγή στον Νίτσε είχε προσλάβει πολιτικό πρόσημο. Την ίδια περίπου εποχή θα ξεκινήσει και η συνεργασία του Ντελέζ με τον Φελίξ Γκαταρί. Ενώ ο Φουκώ εντοπίζει στην τριάδα των «δασκάλων της υποψίας», Μαρξ, Νίτσε και Φρόυντ, την αυγή της νεωτερικότητας, για τον Ντελέζ ο Νίτσε συνιστά μια αντικουλτούρα που είναι αδύνατον να περιοριστεί σε οποιαδήποτε θεσμική οικειοποίηση.
Η συνεργασία του Ντελέζ με τον Γκαταρί θα έχει πρώτο αποτέλεσμα την έκδοση του έργου τους Αντι-Οιδίπους. Το έργο, θεωρούμενο πλέον απόσταγμα της σκέψης του ’68, ασκεί κριτική στην ψυχανάλυση απορρίπτοντας το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ως καθολική εξήγηση της επιθυμίας. Η βασική ιδέα στον Αντι-Οιδίποδα είναι ότι η επιθυμία δεν είναι έλλειψη (όπως τη θεωρούσε ο Φρόυντ) αλλά παραγωγική δύναμη η οποία δημιουργεί πραγματικότητες, σχέσεις και κοινωνικές μορφές. Οι άνθρωποι, κατά τους Ντελέζ-Γκαταρί, είναι «μηχανές επιθυμίας». Ο Αντι-Οιδίπους βρήκε τη θερμή υποστήριξη του Φουκώ, ο οποίος και το προλόγισε στην αγγλική έκδοση.
Η συνέχεια της σχέσης των Φουκώ-Ντελέζ θα ακολουθήσει τις εξελίξεις του ριζοσπαστισμού της γαλλικής διανόησης. Θα διδάξουν στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν (Paris VIII), ο Ντελέζ κατόπιν προσκλήσεως του Φουκώ, ενώ ο τελευταίος, στη συνέχεια, θα αποχωρήσει για το Κολλέγιο της Γαλλίας. Ο Ντελέζ θα παραμείνει στη Βενσέν –η οποία εν τω μεταξύ είχε μεταφερθεί στο προάστιο του Σαιν-Ντενί– μέχρι την συνταξιοδότησή του το 1987. Ο ριζοσπαστισμός των δύο φιλοσόφων θα τους ενώσει στο εγχείρημα της Ομάδας Πληροφόρησης για τις Φυλακές4 (Groupe d’information sur les prisons, GIP), η οποία δημιουργήθηκε ως πρωτοβουλία του Φουκώ μετά τη διάλυση της μαοϊκής Προλεταριακής Αριστεράς5 (Gauche prolétarienne, GP) και τη φυλάκιση των ηγετικών στελεχών της. Η εξασθένιση της σχέσης τους θα προκύψει με την εμφάνιση των «νέων φιλοσόφων», στην πλειονότητά τους μετανοούντων μαοϊκών της GP, οι οποίοι, μέσω του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, θα στραφούν ενάντια στο δίδυμο Ντελέζ-Γκαταρί, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη τους απαξιωτικά ως «φιλοσοφία της επιθυμίας». Κατά περίεργο τρόπο θα βρουν την υποστήριξη του Φουκώ, ο οποίος λόγω της φιλίας του με τον Αντρέ Γκλυκσμάν θα υπερασπιστεί το έργο του Οι δάσκαλοι της σκέψης (Les maîtres penseurs) με ένα άρθρο στον Nouvel Observateur. Εμμέσως, έπαιρνε θέση υπέρ της «νέας φιλοσοφίας». Την ίδια περίοδο, ο Φουκώ ξεκαθάριζε τους λογαριασμούς του με την ψυχανάλυση, δημοσιεύοντας τον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας. Το έργο, εκτός της ψυχανάλυσης, βάζει στο στόχαστρο την έννοια της επιθυμίας, έτσι όπως αναπτύσσεται στον Αντι-Οιδίποδα. Μάλλον εδώ προέκυψε η ρήξη μεταξύ Ντελέζ-Φουκώ. Μια επιστολή του Ντελέζ προς τον Φουκώ δεν απαντήθηκε ποτέ από τον τελευταίο και οι δύο άνδρες δεν συναντήθηκαν έκτοτε μέχρι το θάνατο του Φουκώ. Ο Ντελέζ τίμησε με σεβασμό τη μνήμη του φίλου και μέντορά του μιλώντας στην κηδεία του αλλά και αφιερώνοντας τα μαθήματά του στο πανεπιστήμιο το 1985-86 στον Φουκώ. Ο σεβασμός και η εκτίμηση του Ντελέζ προς τη φουκωική σκέψη σφραγίστηκε με την έκδοση του βιβλίου του με τον λιτό τίτλο, Φουκώ, το 1986.
Στη μακρόχρονη φιλία του Φουκώ με τον Ντελέζ, παρεμβλήθηκε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η ιδιαίτερη σχέση του τελευταίου με τον Γκαταρί. Οι Ντελέζ-Γκαταρί, ως ένα «συγγραφικό υποκείμενο με τέσσερα χέρια», όπως θεωρούνταν, συνέγραψε μερικά εμβληματικά έργα για την μετά-’68 εποχή, όπως το Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, με δύο τόμους, ο Αντι-Οιδίπους και Χίλια Πλατώματα, την ανάλυση του καφκικού έργου με το Κάφκα και το Τι είναι φιλοσοφία. Ο Γκαταρί, χωρίς το βάθος της ακαδημαϊκής παιδείας του Ντελέζ, δούλευε ως ψυχίατρος-ψυχαναλυτής στην κλινική La Borde όταν συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Ντελέζ. Κάποια είδους χημεία υπήρξε μεταξύ τους, διότι στη συνέχεια δεν «ξεκόλλησαν» ποτέ, αποτελώντας συγγραφικά αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά «Γκαταρέζ». Ο Γκαταρί, ένας υπερδραστήριος ακτιβιστής (η υπερκινητικότητά του εκνεύριζε τον Φουκώ), δούλευε με ομάδες ως ψυχαναλυτής έχοντας ριζοσπαστική αριστερή στράτευση.
Η σχέση Ντελέζ-Γκαταρί δεν μπορεί να κατανοηθεί ως απλή συγγραφή από κοινού. Οι ίδιοι επέμεναν ότι η συνεργασία τους δημιουργούσε ένα τρίτο υποκείμενο, μια νέα σκέψη που δεν ανήκε αποκλειστικά σε κανέναν από τους δύο. Ο Ντελέζ προσέφερε τη φιλοσοφική αυστηρότητα και την εννοιολογική καθαρότητα, ενώ ο Γκαταρί εισήγαγε την κλινική εμπειρία, την πολιτική δράση και μια πιο χαοτική, πειραματική διάσταση (ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν ως «διανοητικό κομάντο»). Επιπλέον, η κοινή τους σκέψη χαρακτηρίζεται από έντονο αντι-δογματισμό. Απορρίπτουν τις σταθερές ταυτότητες και προτείνουν μια δυναμική αντίληψη του υποκειμένου ως «γίγνεσθαι». Το άτομο δεν είναι μια σταθερή οντότητα, αλλά ένα πεδίο συνεχών μετασχηματισμών, επηρεασμένο από κοινωνικές, πολιτικές και επιθυμητικές δυνάμεις.
Οι Ντελέζ-Γκαταρί παρέμειναν φίλοι και συγγραφικά ενεργοί χωρίς να διαταραχθεί η φιλία τους, μέχρι τον πρόωρο θάνατο του Γκαταρί από έμφραγμα. Η κατάθλιψη που τον ταλαιπωρούσε και η γενικότερη ακαταστασία της προσωπικής του ζωής τον έκαναν να αδιαφορεί για την υγεία του. Ο θάνατος τον βρήκε σε μια φάση της ζωής του που έβγαινε από την κατάθλιψη και ξανάβρισκε τη φοβερή του ενεργητικότητα. Ο Ντελέζ έγραψε ένα φορτισμένο κείμενο, φόρο τιμής για το φίλο του, στο περιοδικό Chimères, ομολογώντας ότι «μέχρι τέλους, η δουλειά μας με τον Φελίξ μόνο χαρές μου έδωσε και καινούργιες ανακαλύψεις…».
Καστοριάδης και Λεφόρ
Η γνωριμία του Κορνήλιου Καστοριάδη με τον Κλωντ Λεφόρ έγινε εντός του γαλλικού Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI, Parti Communiste Internationaliste), με την άφιξη του πρώτου στο Παρίσι το 1946. Ο Καστοριάδης, γόνος αστικής οικογένειας με σπουδές στη Νομική Σχολή της Αθήνας, είχε ήδη εμπλοκή στο ελληνικό τροτσκιστικό κίνημα και στην ελληνική αντίσταση. Ο Λεφόρ, με σπουδές στη Σορβόννη, ενεπλάκη στον τροτσκισμό από τα μαθητικά του χρόνια, διατηρώντας από τότε ιδιαίτερη σχέση με τον Μερλώ-Ποντύ. Η ισχυρή προσωπικότητα του Καστοριάδη και η συγκρότησή του στην κοινωνική θεωρία, τη φιλοσοφία και τον μαρξισμό του έδωσαν σύντομα μια περίοπτη θέση στους κύκλους της τέταρτης διεθνούς στη Γαλλία. Η σχέση του με τον Λεφόρ θα ξεκινήσει μέσω της συντρόφου του τελευταίου, Rilka Walter, η οποία εντυπωσιασμένη από τον ιδιοφυή Έλληνα θα τον προτείνει στους συντρόφους της για τη δημιουργία μιας πολιτικής τάσης εντός του PCI, κάτι σύνηθες για την πρακτική των τροτσκιστικών κομμάτων. Θα δημιουργηθεί έτσι η τάση Pierre Chaulieu (Καστοριάδης) / Claude Montal (Λεφόρ). Στη συνέχεια, η Walter θα γίνει σύντροφος του Καστοριάδη, ενώ θα ξεκινήσει μια διαχρονική άσπονδη φιλία μεταξύ Λεφόρ και Καστοριάδη (σημαδεμένη και από την ερωτική αντιζηλία τους).
Για πρώτη φορά στην ιστορία του γαλλικού διεθνισμού αμφισβητήθηκε η μέχρι τότε άποψη του τροτσκισμού ότι η ΕΣΣΔ ήταν ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος. Η ομάδα Καστοριάδη-Λεφόρ απομακρύνθηκε από το μοντέλο της τέταρτης διεθνούς, υποστηρίζοντας ότι στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε μια γραφειοκρατική τάξη η οποία ασκούσε μια ολοκληρωτικού τύπου εξουσία. Άρα, δεν μπορούσε πλέον να ισχύει ο κανόνας της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ ως εργατικού κράτους. Η τάση Καστοριάδη-Λεφόρ θα συγκρουστεί με την ηγεσία του PCI, απ’ όπου αποχώρησε με περίπου 40 μέλη, δημιουργώντας την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialisme ou barbarie) και εκδίδοντας το ομώνυμο περιοδικό. Παράλληλα, ο Λεφόρ θα συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή των Temps modernes, απ’ όπου θα αποχωρήσει το 1952, συγκρουόμενος με τον Σαρτρ, μετά τη φιλοσοβιετική στροφή του τελευταίου προς το ΚΚΓ και την ΕΣΣΔ.
Η ομάδα των Καστοριάδη-Λεφόρ, δικαιωμένη από τις εξελίξεις μετά την επέμβαση στην Ουγγαρία και το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950. Στη συνέχεια, θα προκύψει η πρώτη σύγκρουση Καστοριάδη-Λεφόρ η οποία θα οδηγήσει σε αποχώρηση του Λεφόρ. Η ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, αποδυναμωμένη, θα συνεχίσει να υπάρχει με κύρια μορφή τον Καστοριάδη, μάλιστα θα εκδίδει το περιοδικό ώς το 1965. Η επόμενη σύγκλιση Καστοριάδη-Λεφόρ θα γίνει με τον πόλεμο της Αλγερίας, κατά τον οποίο οι δύο άσπονδοι φίλοι θα συνυπάρξουν εκ νέου, μαζί με τον Εντγκάρ Μορέν, στον «Κύκλο Σαιν-Ζυστ» (μετέπειτα CRESP). Μετά τον Μάιο του ’68, οι δυο τους θα συμμετάσχουν, μαζί με τον Μαρσέλ Γκωσέ, στην έκδοση διαφόρων περιοδικών, Texture, Libre, Debat (με εκδότη τον Πιερ Νορά), Εsprit με διαρκείς υπονομεύσεις του ενός στον άλλον. Εν τω μεταξύ ο Καστοριάδης θα περάσει στην ψυχανάλυση και θα αποχωρήσει από τον ΟΟΣΑ όπου εργαζόταν από το 1948. Θα εργαστεί ως ψυχαναλυτής μέχρι την εκλογή του στην EHESS (Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών) και την τελική ρήξη με τον Λεφόρ. Οι δυο τους θα ανταγωνιστούν για την κατάληψη μιας θέσης διευθυντού σπουδών στην EHESS, με αμοιβαίες επιθέσεις του ενός στον άλλον αλλά και ανθρώπινες μικρότητες. Αρχικά θα εκλεγεί ο Λεφόρ, μετά από απόσυρση του Καστοριάδη, και κατόπιν, με την ισχυρή επιμονή του Πιερ Βιντάλ-Νακέ, και ο Καστοριάδης.
Το 1997 θα πεθάνει ο Καστοριάδης, και ο Λεφόρ θα παρευρεθεί στην κηδεία του παλιού του φίλου, τον οποίο είχε να δει από το 1980. Αυτή τη φορά δεν θα υπάρξουν συναισθηματικοί επικήδειοι ούτε άρθρα αφιερωμένα στον τεθνεώτα από την πλευρά του επιζώντα. Το επικήδειο άρθρο θα το γράψει ο Εντγκάρ Μορέν στη Monde αποχαιρετώντας τον φίλο του ως «τιτάνα του πνεύματος».
Παρά τις διαρκείς ρήξεις τους, οι δύο στοχαστές διατήρησαν σημαντικά κοινά στοιχεία. Και οι δύο απέρριπταν τον οικονομικό ντετερμινισμό του κλασικού μαρξισμού, ασκώντας δριμεία κριτική στον ολοκληρωτισμό. Επιπλέον, ανέδειξαν τη σημασία της δημοκρατίας όχι απλώς ως θεσμικού συστήματος αλλά ως τρόπου ύπαρξης της κοινωνίας.
Ρικέρ – Ντεριντά – Λεβινάς
Ο Πωλ Ρικέρ προερχόταν από οικογένεια ευσεβών Ουγενότων (προτεσταντών) της νότιας Γαλλίας και ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ίδιος πολέμησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρέθηκε αιχμάλωτος σε γερμανικό στρατόπεδο στην Πολωνία. Η πίστη του, μέσα στο πλαίσιο του γαλλικού προτεσταντισμού, επηρέασε την έμφαση στην ερμηνεία των κειμένων (ιδίως της Βίβλου) και την ιδέα ότι το νόημα δεν είναι άμεσο αλλά απαιτεί κατανόηση. Ως φιλόσοφος θεωρείτο βασικός εκπρόσωπος της ερμηνευτικής παράδοσης, συνεχίζοντας το έργο του Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ. Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία ως καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, ενώ το 1956 εξελέγη στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Η δυσφορία του απέναντι στο μανδαρινάτο της Σορβόννης θα τον ωθήσει να αναλάβει την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο της Ναντέρ το 1964.
Την ίδια εποχή με τον Ρικέρ εργαζόταν ως βοηθός στη Σορβόννη ο Ζακ Ντεριντά. Με καταγωγή από οικογένεια γάλλων εβραίων της Αλγερίας, κατάφερε, ως εξαιρετικός μαθητής, να ξεπεράσει τους περιορισμούς που έθετε η κυβέρνηση του Βισύ για την εκπαίδευση των εβραίων μαθητών και να τελειώσει το λύκειο στο Αλγέρι. Το 1949 βρέθηκε στο Παρίσι παρακολουθώντας μαθήματα στο φημισμένο προπαρασκευαστικό λύκειο Louis le Grand ως οικότροφος, προκειμένου να εισαχθεί στην École Normale Superieure. Χρειάστηκε να παρακολουθήσει αρκετές προπαρασκευαστικές τάξεις προκειμένου να εισαχθεί στην ENS. Ως γενικός βοηθός στη Σορβόννη, ο Ντεριντά, είχε αποκτήσει τη φήμη ενός ανερχόμενου αστέρα της φιλοσοφίας και οι παραδόσεις του είχαν πάντα πολυπληθές ακροατήριο. Το κοινό ενδιαφέρον των Ρικέρ-Ντεριντά για τον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ τους έφερε κοντά και ο Ντεριντά έγινε βοηθός του Ρικέρ. Θα δημιουργηθεί μια στενή προσωπική σχέση μεταξύ των δύο ανδρών μέσα στο πλαίσιο δασκάλου-μαθητή.
Ο Ντεριντά, θα υποστηρίξει τη διατριβή του στη Σορβόννη με τον Ρικέρ μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής. Η στενή σχέση τους δεν θα εμποδίσει τον Ρικέρ να ασκήσει κριτική στην υποβληθείσα διατριβή, δημιουργώντας ανασφάλεια αλλά και απογοήτευση στον Ντεριντά. Παρ’ όλα αυτά η φιλία τους θα συνεχιστεί, με τον ειλικρινή σεβασμό από την πλευρά του Ντεριντά, και τη βαθιά εκτίμηση προς τον βοηθό του από την πλευρά του Ρικέρ. Μετά το τέλος της θητείας του στη Σορβόννη ο Ντεριντά θα επιλέξει να διοριστεί βοηθός στην ENS. Η εμπλοκή του Ντεριντά με τον στρουκτουραλισμό και, στη συνέχεια, με την αποδόμηση, θα δημιουργήσει τις πρώτες εντάσεις μεταξύ των δύο φιλοσόφων. Η ερμηνευτική προσέγγιση του Ρικέρ δίνει έμφαση στο κείμενο ως πεδίο πολλαπλών σημασιών, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την αναζήτηση ενός νοήματος που μπορεί να ανακτηθεί μέσα από την ερμηνευτική διαδικασία. Αντίθετα, ο Ντεριντά αμφισβητεί την ίδια την ιδέα ενός σταθερού ή τελικού νοήματος υποστηρίζοντας ότι το νόημα είναι πάντα σε αναβολή, προϊόν διαφορών και σχέσεων, και ποτέ πλήρως παρόν. Έτσι, ο Ρικέρ αναζητά μια «παραγωγική» ερμηνεία που οδηγεί σε κατανόηση, ενώ ο Ντεριντά αποδομεί κάθε αξίωση οριστικής ερμηνείας.
Παρά τις θεωρητικές τους διαφορές, η σχέση Ρικέρ-Ντεριντά θα χαρακτηρίζεται πάντα από έναν βαθμό αμοιβαίου σεβασμού. Ο Ρικέρ αναγνώρισε τη σημασία της αποδόμησης ως κριτικής δύναμης, ενώ ο Ντεριντά, σε ορισμένα ύστερα έργα του, πλησίασε ζητήματα που απασχολούσαν και τον Ρικέρ, όπως η ηθική, η ευθύνη και η συγχώρεση. Σε αυτά τα πεδία, οι διαφορές τους μετριάζονται και αναδεικνύεται ένας πιο σύνθετος διάλογος. Η εκτίμηση του Ρικέρ για τον πρώην βοηθό του θα φανεί με την πρόθεσή του να αναλάβει ο Ντεριντά τη θέση του καθηγητή φιλοσοφίας που κατείχε στη Ναντέρ, μετά την συνταξιοδότησή του. Ο Ντεριντά, υπό την πίεση και άλλων καθηγητών της Ναντέρ, θα υποβάλει μια διατριβή υφηγεσίας το 1980 (Doctorat d’Etat), με τον Εμανουέλ Λεβινάς μέλος της τριμελούς επιτροπής, και θα θέσει υποψηφιότητα για τη θέση. Παρά τις προσπάθεια όμως και του Ρικέρ και του Ντεριντά, η εκλογή θα γίνει για άλλον υποψήφιο. Ο Ντεριντά θα εκλεγεί, τελικά, διευθυντής σπουδών στην EHESS το 1984.
Οι δύο φιλόσοφοι, θα παραμείνουν σε κοινά πεδία ιδεών παρά τις διαφορές του και θα συνυπάρξουν εκ νέου στην υπόθεση των (μεταναστών) «χωρίς χαρτιά» (sans papiers), που κατέφθαναν στη Γαλλία από τις χώρες της Αφρικής. Σε μια συμβολική διακήρυξη, την 9η Ιουνίου 1996, θα δηλώσουν μαζί με τον Stéphane Hessel και άλλους διανοούμενους ότι προσφέρονται να φιλοξενήσουν τους περίπου 330 μετανάστες χωρίς χαρτιά που είχαν καταλάβει την εκκλησία του Αγίου Αμβροσίου στο 11o διαμέρισμα του Παρισιού. Ο Ρικέρ θα συγκινηθεί μέχρι δακρύων όταν θα μάθει για την ασθένεια του φίλου του και το επικείμενο τέλος, στέλνοντάς του μια τελευταία συγκινητική επιστολή, εκφράζοντας την αγάπη και τον θαυμασμό για το έργο του.
Σε όλα τα χρόνια της καριέρας του ο Ντεριντά είχε προσωπικές σχέσεις και κοινά πεδία ενδιαφέροντος με τον Εμανουέλ Λεβινάς. Και οι δύο επηρεάστηκαν καθοριστικά στη φιλοσοφία από τον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ. Ο Λεβινάς, αρκετά μεγαλύτερος από τον Ντεριντά, είχε προλάβει να παρακολουθήσει τα τελευταία μαθήματα του Χούσερλ στο Φράιμπουργκ αλλά και την περίφημη συνάντηση του Χάιντεγκερ με τον Κασίρερ στο Νταβός6. Ήταν και αυτός εβραϊκής καταγωγής, προερχόμενος όμως από την Ανατολική Ευρώπη. Η οικογένεια του ζούσε στο Κάουνας της Λιθουανίας και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναγκάστηκε να μετακινηθεί προς την Ουκρανία. Μετά τη ρωσική επανάσταση επέστρεψαν στη Λιθουανία. Παρά τους περιορισμούς που υπήρχαν στην εκπαίδευση για τους εβραίους, ο Λεβινάς κατάφερε να τελειώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως άριστος μαθητής. Θα αναγκαστεί να καταφύγει στη Γαλλία, σε ένα περιβάλλον πιο φιλελεύθερο, ξεκινώντας σπουδές φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Εκεί θα ανακαλύψει τον Χούσερλ και, στη συνέχεια, τον Χάιντεγκερ. Το 1930 θα αποκτήσει το διδακτορικό του πάνω στη φαινομενολογία του Χούσερλ, παρακολουθώντας ταυτόχρονα στο κοντινό Φράιμπουργκ τα τελευταία μαθήματα του φιλοσόφου. Θα αποκτήσει τη γαλλική ιθαγένεια και θα πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου θα αιχμαλωτισθεί και θα περάσει το υπόλοιπο του πολέμου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ενασχόλησή του με το Ταλμούδ και την εβραϊκή γραμματεία θα τον περιορίσει για μεγάλο διάστημα στα στενά όρια της εβραϊκής σκέψης, Μόνο κατά τη δεκαετία του 1980 το έργο του Λεβινάς θα αποκτήσει φήμη και διεθνή αναγνώριση.
Μαζί με τον Ρικέρ, θα υπάρξει μέντορας και φίλος του Ντεριντά. O τελευταίος θα τον ανακαλύψει μέσω του Ρικέρ, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Λεβινάς μια ριζική μετατόπιση της φιλοσοφίας από την οντολογία προς την ηθική. Παρά τις επιμέρους διαφορές στη φιλοσοφική τους προσέγγιση, ο Ντεριντά τον θεωρεί έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Σε μεταγενέστερα έργα του, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Λεβινάς, ο Ντεριντά επιστρέφει επανειλημμένα στη σκέψη του, τονίζοντας τη σημασία της για την ηθική και την πολιτική φιλοσοφία. Έννοιες όπως η φιλοξενία, η ευθύνη και η δικαιοσύνη στον Ντεριντά φέρουν εμφανώς το αποτύπωμα της λεβινασιανής σκέψης. Η αγάπη και η εκτίμηση του Ντεριντά για τον Λεβινάς, θα φανεί στην ονομασία του ενός γιού του στον οποίον θα δοθεί ως δεύτερο όνομα το Εμανουέλ μαζί με το Ζαν. Ο Λεβινάς θα πεθάνει το 1995 μετά από μακρά εκφυλιστική ασθένεια. Ο Ντεριντά θα εκφωνήσει έναν συγκινητικό και πυκνό επικήδειο στην κηδεία του, αναφερόμενος στη μοναδική φιλία τους και εστιάζοντας στην έννοια της ευθύτητας (droiture), ως δίδαγμα από τη σκέψη του φίλου του.
Ένας απολογισμός
Από τις σχέσεις που αναφέρει ο Ντος στις Φιλοσοφικές Φιλίες φαίνεται πόσο μοναδική ήταν η κάθε περίπτωση. Σε όλες υπήρχε πάντα μια εγγύτητα που επιβεβαίωνε τη δύναμη του αισθήματος της φιλίας. Όμως, η δύναμη του δεσμού δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις.
Οι πιο ακραίες περιπτώσεις συγκρούσεων ήταν αυτές του Σαρτρ με τους πρώην συντρόφους του, Αρόν και Μερλώ-Ποντύ. Και στις δύο αυτές φιλίες, υπήρχαν αρχικά κοινές σπουδές, επιρροές και ιδεολογικές αναζητήσεις, όμως στην πορεία οι σχέσεις οδηγήθηκαν σε έντονες πολιτικές και φιλοσοφικές συγκρούσεις, οι οποίες κατέληξαν σε ρήξη. Η φιλία εδώ λειτούργησε αρχικά ως πεδίο σύγκλισης, αλλά μετατράπηκε σε χώρο αντιπαράθεσης, όπου η διαφωνία όμως έγινε καθοριστικός παράγοντας δημιουργίας. Κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις υπήρχαν έντονες και στη σχέση των Καστοριάδη-Λεφόρ. Η τελευταία σημαδεύτηκε από κοινή δράση και θεωρητική σύμπλευση, αλλά και επαναλαμβανόμενες ρήξεις, προσωπικές αντιπαλότητες και ιδεολογικές διαφωνίες. Η φιλία εδώ δεν σταθεροποιήθηκε ποτέ πλήρως, αλλά παρέμεινε σε μια κατάσταση έντασης, όπου ο ανταγωνισμός συνυπήρχε με την αμοιβαία επιρροή.
Φιλίες όπου υπήρχε έντονη αμοιβαία επιρροή, αλλά και σταδιακή απομάκρυνση χωρίς πλήρη διάλυση της σχέσης, ήταν αυτές του Φουκώ με τον Ντελέζ, καθώς και του Ρικέρ με τον Ντεριντά. Οι φιλίες αυτές προέκυψαν μέσω κοινού θεωρητικού ενδιαφέροντος και βαθιάς εκτίμησης, ωστόσο οι διαφορές στις προσεγγίσεις οδήγησαν σταδιακά σε αποστασιοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, οι σχέσεις δεν διαλύθηκαν ολοκληρωτικά, αλλά μετασχηματίσθηκαν διατηρώντας έναν πυρήνα σεβασμού και διαλόγου. Επιπλέον, η σχέση του Ρικέρ με τον Ντεριντά αναπτύχθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο δασκάλου - μαθητή. Εδώ η φιλία ξεκίνησε μέσα από μια άνιση σχέση, όπου ο ένας λειτουργούσε ως μέντορας, ασκώντας καθοριστική επιρροή στον άλλον. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, ο μαθητής απόκτησε αυτονομία και η σχέση μετασχηματίσθηκε σε πιο ισότιμο διάλογο, χωρίς να εκλείψουν οι θεωρητικές διαφορές. Στο ίδιο πλαίσιο λειτούργησε και η σχέση Ντεριντά - Λεβινάς, με αμοιβαίο σεβασμό και εκτίμηση, χωρίς ποτέ να φτάσει σε σύγκρουση.
Η δημιουργικότερη και πιο στενή όλων των σχέσεων ήταν αυτή του Ντελέζ με τον Γκαταρί. Οι δύο στοχαστές δεν περιορίστηκαν σε έναν απλό διάλογο, αλλά δημιούργησαν ένα κοινό διανοητικό υποκείμενο, παράγοντας έργα που φέρουν τη σφραγίδα και των δύο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται δύσκολη η διάκριση της ατομικής συμβολής του καθενός. Η φιλία εδώ λειτούργησε ως συνεργατική δημιουργία, χωρίς να οδηγείται σε καταστροφικές συγκρούσεις.
Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, όλες οι φιλίες που βιογραφεί ο Ντος συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: αποτελούν πεδία μέσα στα οποία η σκέψη δεν εκφράζεται απλώς, αλλά διαμορφώνεται και εξελίσσεται. Η φιλία, αναδεικνύεται ως θεμελιώδης παράγοντας της φιλοσοφικής δημιουργίας, ένας χώρος όπου οι ιδέες γεννιούνται μέσα από τη συνάντηση, τη διαφωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων.

O Ζυλ Ντελέζ και ο Φελίξ Γκατταρί, σε διακοπές στη Σκύρο, στην αρχή της δεκαετίας του 1980. Η βαθιά φιλική σχέση τους μαζί με τη συσχέτιση της σκέψης τους αποτέλεσε συγγραφικά αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά «Γκαταρέζ».
Karl Flinker
Διαβάστε ακόμα:
Ρεϊμόν Αρόν - Ζαν-Πολ Σαρτρ: δυο φίλοι
Ακόμη μια κριτική ματιά από τον Σεραφείμ Μπακολουκά
Στο Books’ Journal, τχ. 174, Μάρτιος 2026, και εδώ: https://booksjournal.gr/kritikes/istoria/6041-reimon-aron-zan-pol-sartr-dyo-filoi
1SFIO (Section Française de l'Internationale Ouvrière) ήταν το κυρίαρχο σοσιαλιστικό πολιτικό κόμμα στη Γαλλία από το 1905 έως το 1969
2 Η φράση περιλαμβάνεται στην ανοιχτή επιστολή-απάντηση του Καμύ προς τον Σαρτρ, μετά την αρνητική κριτική των ΤΜ για τον Επαναστατημένο Άνθρωπο. Με τη φράση, ο Καμύ κατηγορούσε τον Σαρτρ για επαναστατική θεωρητικολογία. Το 1944, κατά τη διάρκεια των μαχών για την απελευθέρωση του Παρισιού, ο Καμύ (που ήταν ενεργός στην Αντίσταση) φέρεται να βρήκε τον Σαρτρ να κοιμάται σε μια πολυθρόνα της Comédie-Française, την οποία ο Σαρτρ είχε αναλάβει να φυλάει.
3 Η Νήσος του Φωτός ήταν το πλοίο που έστειλε η Γαλλία για τη διάσωση μιας μερίδας Βιετναμέζων, μετά την επικράτηση του κομμουνισμού στο Βιετνάμ. Επικεφαλής του κινήματος συμπαράστασης ήταν οι Γιατροί χωρίς σύνορα, με τον Μπερνάρ Κουσνέρ και οι Νέοι φιλόσοφοι, με τον Αντρέ Γκλυκσμάν και τον Μπερνάρ-Ανρί Λεβί.
4 Η Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές ήταν ριζοσπαστική συλλογικότητα που ιδρύθηκε με σκοπό να σπάσει τη σιωπή γύρω από τις συνθήκες κράτησης των γαλλικών φυλακών. Ιδρύθηκε από τον Μισέλ Φουκώ, τον ιστορικό Πιερ Βιντάλ-Νακέ και τον δημοσιογράφο Ζαν-Μαρί Ντομενάκ.
5 Η Προλεταριακή Αριστερά: ακροαριστερή οργάνωση μαοϊκής κατεύθυνσης, η οποία έδρασε κατά την περίοδο 1968–1973. Θεωρείται η πιο επιδραστική από τις ριζοσπαστικές ομάδες που ξεπήδησαν μετά τον Μάη του ’68 στη Γαλλία.
6 Η συζήτηση του Μάρτιν Χάιντεγκερ με τον Ερνστ Κασίρερ στο Νταβός της Ελβετίας την άνοιξη του 1929, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά γεγονότα του 20ού αιώνα. Η συζήτηση έλαβε χώρα στο πλαίσιο των Διεθνών Πανεπιστημιακών Μαθημάτων του Νταβός.
Μάρω Κακαβέλα, Το καλοκαίρι του σκύλου. Νουβέλα, Στερέωμα, Αθήνα 2026, 192 σελ.
Οι νεκροί δεν πεθαίνουν παρά σπανίως. Δεν βγαίνουν ποτέ εύκολα από τη μνήμη. Μια αφήγηση που θα επανέλθει κατ’ επανάληψη σε μια διπλή απώλεια μοιρασμένη σε πρωτοπρόσωπο και σε τριτοπρόσωπο λόγο.
Με το πρώτο της πεζό και μυθιστόρημα Τίνος είσαι εσύ (2023), η Μάρω Κακαβέλα θα δοκιμάσει να απαντήσει σε μια σειρά ερωτημάτων. Από πού προερχόμαστε και ποιος είναι ο αληθινός σύνδεσμος με τους γονείς μας, φυσικούς ή θετούς; Πώς μπορεί να πλαστούν οι σχέσεις ανάμεσα στα αδέλφια και με ποιον τρόπο μπορούμε να ανακαλύψουμε τον πυρήνα του εγώ μας, έστω και μετά από μια μακρά χρονική διαδρομή; Η πορεία των ηρώων ξεκινάει από τον Εμφύλιο και φτάνει μέχρι σήμερα.
Χρησιμοποιώντας ποικίλες μορφές αφήγησης (μονολόγους, επιστολική γραφή, δημόσια έγγραφα ως τεκμήρια εποχής, κριτική κινηματογράφου, ακόμα και συνταγές), που θα ποικίλουν τους τόνους και τις οπτικές της γωνίες, χωρίς καταχρήσεις ή δίχως την οποιαδήποτε πλεονάζουσα διάθεση για μεταμοντερνιστικό πνεύμα, η συγγραφέας φιλοτεχνεί, πριν και πάνω απ’ όλα, ένα μυθιστόρημα για την ταυτότητα και τη μνήμη. Ως προς τη λειτουργία της μνήμης, τα δύο ετεροθαλή αδέλφια που πρωταγωνιστούν στη δράση, ο Πέτρος και ο Ρήγας, αναμετριούνται μαζί της τόσο στο επίπεδο ενός περίπλοκου και φορτωμένου με ενοχές, αποκρύψεις και σιωπές οικογενειακού περίγυρου όσο και στο επίπεδο της αναβίωσης του Εμφυλίου στον δικό τους παρελθοντικό και παροντικό χρόνο. Τα ιστορικά τους βιώματα δεν κατάγονται, λόγω γενιάς, τόσο από την εμφυλιακή περίοδο όσο από μια δεύτερη, διαμεσολαβημένη πολιτική εμπειρία – από μια παραφρασμένη, όχι, όμως, και λιγότερο οδυνηρή μνήμη, μια μνήμη που έχουμε συνηθίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών να ονομάζουμε «μεταμνήμη».
Παιδιά του Εμφυλίου
Ο Πέτρος και ο Ρήγας δεν πρόλαβαν να ζήσουν τον Εμφύλιο, βιώνουν όμως σε όλη τη ζωή τους τις συνέπειές του. Παιδιά που μεγάλωσαν με θετούς γονείς λόγω των δεινών και –περισσότερο– των φόβων τούς οποίους προκάλεσε η εμφύλια σύρραξη στους ανιόντες τους (στους θετούς γονείς και στους στενούς τους φίλους), θα βασανιστούν όχι μόνο από τα διαμεσολαβημένα πάθη της Ιστορίας, αλλά και από τα πάθη του ενήλικου βίου τους, ο οποίος θα στιγματιστεί από την αναμεταξύ τους απόσταση και αποξένωση μέχρι την ώρα κατά την οποία μια κληρονομιά θα οδηγήσει τον Πέτρο στο δρόμο της αποκρυπτογράφησης των οικογενειακών μυστικών και της σταδιακής συμφιλίωσης με το φάσμα τους. Ένας δρόμος που θα τον βοηθήσει εκ παραλλήλου να αποκωδικοποιήσει τον εαυτό του, να συναντηθεί ψυχικά, όπως και εκ του φυσικού, με το απομακρυσμένο πρόσωπο του Ρήγα, να υπομείνει τις αλκοολικές του κρίσεις, να ξανασκεφτεί τους όρους της επαγγελματικής του αποτυχίας (άλλοτε διάσημος δημοσιογράφος), έστω αγγίζοντας μια σωτήρια καταλλαγή. Καταλλαγή η οποία πέρα από το συμφιλιωτικό νόημα που δίνει ο Απόστολος Παύλος στη λέξη, αποκτά εν προκειμένω την έννοια της αναγνώρισης του ατομικού δράματος, καθώς και της αποθεραπείας του πολιτικού τραύματος.
Με πολύ καλές ισορροπίες στη σύνθεσή της, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, με σαφή και ακριβολόγο έκφραση και με λειτουργικές αφηγηματικές μεθόδους, η Κακαβέλα ενέγραψε με την πρώτη της εμφάνιση σημαντικές υποθήκες για το συγγραφικό της μέλλον. Με το δεύτερο πεζογραφικό της βιβλίο, τη νουβέλα Το καλοκαίρι του σκύλου, τα ερωτήματα θα αποδειχθούν τελείως διαφορετικά, αν και θα παραμείνουν εντός της οικογένειας. Τι συμβαίνει όταν πεθαίνουν δύο παιδιά, έστω και εντελώς άσχετα μεταξύ τους, στους εναπομείναντες γονείς; Ποιες δυνάμεις κινητοποιούνται ή αναστέλλονται στο εσωτερικό τους και πώς θα διαγραφεί εφεξής η πορεία τους; Παραμένοντας λιτή και λειτουργική συν, ωστόσο, με ένα πολύ πυκνότερο και πιο κατασταλαγμένο ύφος, προσεκτικά κατανεμημένο σε διαφορετικές φωνές (αντί για μορφές λόγου, όπως στο Τίνος είσαι εσύ), η συγγραφέας θα ξετυλίξει μια περίτεχνη και (γιατί όχι;) με αρκετή ίντριγκα πλοκή.
Το 2012, ο Γιάννος, γιος του Ηλία και της Έρσης, παρασύρεται από έναν μεθυσμένο ταξιτζή και ο οδηγός καταδικάζεται για το θάνατό του, με τη διαφορά πως μόλις μέσα σε μια διετία αποφυλακίζεται. Στο μεταξύ, το 1989, δύο αδέλφια σκοτώνουν στην Κρήτη έναν συγχωριανό τους, αλλά δικάζονται και εν κατακλείδι αθωώνονται ενώ ο μικρός γιος του ενός εκ των δύο θα βρεθεί ύστερα από κάποιο διάστημα νεκρός. Κανείς δεν πρόκειται να μάθει ή να πει ποτέ τι ακριβώς μεσολάβησε.
Συνεχείς αναδρομές
Οι νεκροί δεν πεθαίνουν παρά σπανίως και στη συγκριμένη περίπτωση δεν βγαίνουν εύκολα από τη μνήμη – και η Κακαβέλα θα επανέλθει με συνεχείς αναδρομές στα χαμένα παιδιά, χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση για τους μονολόγους του μικρού Νικόλα από την Κρήτη και του Ηλία από την Αθήνα και τριτοπρόσωπη αφήγηση για τις ανακρίσεις που διεξάγει ο αστυνόμος Νικήτας, πάλι στην Αθήνα, με τον πρωταρχικό ύποπτο για τη δολοφονία του προώρως αποφυλακισμένου ταξιτζή. Ο Ηλίας έχει σκοτώσει τον ταξιτζή, συντρίβεται από τις ενοχές, διαψεύδει τις εγειρόμενες υποψίες και τις μομφές πλην είναι αδύνατον να απωθήσει το γεγονός πως ο Γιάννος ήταν ομοφυλόφιλος και κατέφευγε μόνο στην Έρση γι’ αυτό, ενώ ομοφυλόφιλος (εν κρυπτώ) είναι και ο αστυνόμος.
Ο μικρός Νικόλας και ο Γιάννος, οι δύο νεκροί, βασανίζονται ακόμα και μεταθανατίως από την κοινωνία (ο πρώτος λόγω του δολοφόνου πατέρα του) και από τα άτομα (ο δεύτερος εξαιτίας της πατρικής άρνησης για οποιαδήποτε αποδοχή του σεξουαλικού του προσανατολισμού), η Έρση έχει δει από καιρό τον βίο της να πηγαίνει χαράμι, ο αστυνόμος έχει παγιδευτεί στις διηγήσεις του Ηλία για τα ερωτικά του γιου του, με τα οποία και ταυτίζεται, και η Κακαβέλα θα συντονίσει την πολυφωνία της με έναν ευτυχώς μη συμπεριληπτικό και ταυτοχρόνως συμπεριληπτικό τρόπο – χωρίς, δηλαδή, να απαντήσει στα πάντα και χωρίς να εξοβελίσει κανέναν από το σώμα των διαλόγων και των μονολόγων της. Και αυτή είναι η επιτυχία του βιβλίου της, ακόμα κι αν το ίδιο βαραίνει κατά τόπους, κυρίως λόγω της πληθώρας των ταυτίσεων και των συνταυτίσεων.