Σύνδεση συνδρομητών

«Ο ίδιος, απαράλλακτος! Ωσάν να εβρυκολάκιασε!»

Πέμπτη, 09 Οκτωβρίου 2025 07:57
Πορτρέτο του Δημητρίου Βικέλα από τον Γεώργιο Ροϊλό.
Εθνική Πινακοθήκη
Πορτρέτο του Δημητρίου Βικέλα από τον Γεώργιο Ροϊλό.

Δημήτριος Βικέλας, Τα δύο αδέλφια, επιλογή - επιμέλεια Ε. Χ. Γονατάς, στιγμή, Αθήνα 1987, 95 σελ.

Το 1897, ο κοσμοπολίτης Δημήτριος Βικέλας γράφει και δημοσιεύει το διήγημα «Τα δύο αδέλφια» που το συμπεριλαμβάνει στη συλλογή Διηγήματα. Το διήγημα έχει πλοκή που ακολουθεί τον συρμό του μυστηριώδους αφηγήματος του δέκατου ένατου αιώνα. Tο 1817, η Μαίρη Σέλλεϋ παρουσίασε το έργο Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας, το 1820 ο Ουάσιγκτον Έρβινγκ το Sleepy Hollow με τον ακέφαλο καβαλάρη, τo 1839 ο Έντγκαρ Άλαν Πόε το γοτθικό μυθιστόρημα Η πτώση του σπιτιού των Άσερ, το 1850 ο Χέρμαν Μέλβιλ δημοσίευσε το Μόμπι Ντικ, το 1889 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα Δόκτωρ Τζέκυλ και Μίστερ Χάιντ του Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον και, την ίδια χρονιά με τα «Διηγήματα» του Βικέλα (1897), κυκλοφόρησε ο Δράκουλας του Μπραμ Στόουκερ. Όλα αυτά δημιουργούν ένα συρμό ή μια πλούσια παράδοση στην μυστηριώδη αφήγηση.

Το διήγημα του Βικέλα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα κλασικά μυθιστορήματα που αναφέρθηκαν καθώς, στα περισσότερα απ’ αυτά, τα μυστήρια παραμένουν ανερμήνευτα και σκοτεινά, ο αναγνώστης δηλαδή, συνειδητά ή ασυνείδητα, δίνει τη δική του κάθε φορά διέξοδο. Ο Βικέλας, αντίθετα, προσφέρει στον αναγνώστη σταθερή και λογική ερμηνεία.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το διήγημα «Τα δύο αδέλφια» έχει ιδιαίτερο και γοητευτικό ύφος, ενώ η σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να πιστεύει ότι ο συγγραφέας και ο κεντρικός ήρωας ταυτίζονται.

Αυτός, λοιπόν, έχει μια ασαφώς προσδιορισμένη ασθένεια. Οι γιατροί διέταξαν ταξίδι. Η  μητέρα του τον υποχρεώνει να πάρει το ξάδελφό του Νίκο ως συνοδό για να τον προσέχει. Ξεκινάνε τις επισκέψεις στα άλλα νησιά των Κυκλάδων, για το καλύτερο ή διαφορετικό κλίμα τους.

Το διήγημα αφορά την πρώτη ιαματική επίσκεψη. Το νησί δεν ονομάζεται[1]. Ταξιδεύουν  προς  αυτό έχοντας μόνο μια συστατική επιστολή φίλου καθηγητή του νησιού τους. Ξενοδοχεία και τέτοιου είδους διευκολύνσεις δεν υπάρχουν. Η συστατική επιστολή απευθύνεται σε κάποιον κύριο Μελέτη, άγνωστό τους, κάτοικο του νησιού που έχει και μία κόρη.

Αποβιβάζονται από το ατμόπλοιο στο λιμάνι του νησιού. Από εκεί ξεκινούν, με τη βοήθεια ενός αγωγιάτη και των ζώων του, την ανάβαση στον κεντρικό οικισμό, το Κάστρο. Η ανάβαση, μακριά. Φτάνουν αργά μέσα στη νύχτα και πρέπει να χτυπήσουν την πόρτα του άγνωστού τους κ. Μελέτη. Τα υπόλοιπα από το πρωτότυπο:

 

Το καλωσόρισμα

Η κλίμαξ ηκούσθη τρίζουσα υπό βήματα ανδρικά. Ο κύριος Μελέτης, ακολουθούμενος υπό της γραίας υπηρετρίας, κατέβαινε προς υποδεξίωσίν μας.

«Καλώς ορίσατε, καλώς ορίσατε!».

Και έτεινε την φιλόξενον χείρα.

Επανέλαβα δειλώς τους περί ξενοδοχείου  ή καφενείου υπαινιγμούς ζητών συγγνώμην διά το ακατάλληλον της ώρας κατά την οποίαν εμφανιζόμεθα, αλλ΄ εκείνος, χωρίς καν να με αποκριθή, εξήλθεν εις την οδόν προς ανεύρεσιν του αγωγιάτου.

«Ποιος είναι εκεί;», ηρώτησεν εις τα σκοτεινά. 

«Εγώ αφέντη».

«Εσύ Γιώργη», επανέλαβε αναγνωρίσας τον αγωγιάτη εκ της φωνής. «Φώναξε τον Παντελήν να σε βοηθήση και ν’ ανεβάση τα πράγματα». Και ταυτοχρόνως έκραξε δυνατά:

«Παντελή, Παντελή!».

«Ποίος είναι ο άλλος εκεί;», επρόσθεσε, διακρίνας εντός του σκότους την μορφήν του Νίκου.

Ο κύριος Μελέτης προδήλως δεν είχε διαβάσει την συστατικήν του κ. καθηγητού και δεν ήτο προετοιμασμένος για την εμφάνισιν δευτέρου ξένου. Αλλ’ ουδεμίαν έκπληξιν εφανέρωσε ότε, αντί του αγωγιάτου, απεκρίθην εγώ εις την ερώτησίν του.

«Είναι ο εξάδελφός μου,  κύριε Μελέτη, ο κύριος Μαιμάς».

Ο Νίκος, παραιτήσας επιτέλους τας ερεύνας του, επλησίασε και εχαιρέτησε τον γέροντα., όστις χωρίς να τον καλοβλέπη έθλιψε την χείρα του, επαναλαβών, τα φιλόξενά του «Καλώς ορίσατε».

Εντούτοις η θύρα μικρού παραπλεύρου οικήματος ηνοίχθη και νέος χωρικός, ημικοιμισμένος εισέτι, ο Παντελής, ήλθε να δώση χείραν βοηθείας εις τον αγωγιάτην.

«Ορίσατε επάνω, κύριοι», μας είπεν ο οικοδεσπότης, αφού έδωκεν τας οδηγίας του, εις τον Παντελήν. «Ορίσατε».

Και προπορευθείς εισήλθεν εντός της ευρείας αυλής, εις το βάθος της οποίας, επί της τελευταίας βαθμίδος της κλίμακος, ίστατο μορφή γυναικεία κρατούσα λύχνον εις χείρας.

«Η κόρη του», είπα κατ’ εμαυτόν.

Δεν εβράδυνα να ίδω ότι ελανθάσθην. Το αμυδρόν του λύχνου φως εντός της μεγάλης εκείνης σκοτεινής αυλής και η ευσταλής της γυναικός μορφή εδικαίουν το λάθος μου.

«Η αδελφή μου», είπε ο κύριος Μελέτης. «Σοφία δος μου να φέξω».

Και λαβών τον λύχνον ήρχισε ν’ αναβαίνη, ενώ η κυρία Σοφία μάς έθλιβε τας χείρας με πολλά και αυτή «Καλώς ορίσατε».

Επεμείναμεν αμφότεροι να προηγηθή η κυρία Σοφία και την ηκολουθήσαμεν. Ατυχώς ο Νίκος, όστις ήρχετο τελευταίος, εσκόνταψε εις την πρώτην βαθμίδα της κλίμακος και έπεσεν. Ανηγέρθη αμέσως, προτού ο κύριος Μελέτης προφθάσει να στρέψη προς ημάς το φως του λύχνου του. Το πράγμα δε είχεν σημασίαν, αλλ’ εγνώριζα πόσον ο Νίκος ήτο προληπτικός, και συνδέσας το πάθημά του τούτο με τας πρώτας εντυπώσεις του, αφότου προσωρμίσθημεν εντός του αγρίου  της νήσου λιμένος, και με την σιωπή του καθ’ όλην την διάρκειαν της αναβάσεως, ανελογιζόμην ότι δεν θα είναι ουδαμώς ευχαριστημένος ο εξάδελφός μου.

Ανελθόντες εις το υπερώον διεσταυρώσαμεν, βαδίζοντες κατά την αυτήν σειράν ο είς κατόπιν του άλλου, αίθουσαν ευρυτάτην, πλήρη επίπλων παλαιών, και εισήλθομεν εις δωμάτιον σκοτεινόν, του οποίου τας τρεις πλευράς κατείχε σοφάς τουρκικός.

«Καθίσατε κύριοι», είπεν ο οικοδεσπότης, αποθέτων τον λύχνον επί της παρά την θύραν τραπέζης, ενώ η κυρία Σοφία, σκιάζουσα το φως του λύχνου διά των νώτων της, μας εζήτει εκ προοιμίου συγχώρησιν διά την λιτότητα του δείπνου, το οποίον θα μας ετοιμάση εκ του προχείρου. Μετά κόπου την έπεισα ότι γευματίσαντες προ ολίγου επί του ατμοπλοίου δεν είχομεν ανάγκην τροφής αλλά μόνον ύπνου.

Η κυρία Σοφία απεσύρθη.

Ο κύριος Μελέτης εφαίνετο νυστάζων, και ημείς δε είμεθα κατάκοποι, ώστε η συνδιάλεξις ήτο βεβιασμένη μάλλον, αλλ’ ουχ ήτον ηρώτα περί της υγείας της οικογενείας του κυρίου καθηγητού. Περί των της περιοδείας μας, και απεκρινόμην εγώ όπως καλύτερα ηδυνάμην. Ο Νίκος καθήμενος εις την σκοτεινοτέραν γωνίαν του σοφά δεν ομίλει. Δεν είχεν διάθεσιν ο άνθρωπος.

Εν τούτοις έξω εις την αίθουσαν ηκούοντο τα βαρέα βήματα του Παντελή και αι συρταί εμβάδες της κυρίας Σοφίας. Ανεβιβάζοντο τα κιβώτιά μας, μετακινούντο έπιπλα, έως και καρφία ήκουα να καρφώνονται επί των τοίχων. Η οικία έγινεν ανάστατος εξ αιτίας μας. Αλλ’ όμως ουδείς κρότος εμαρτύρει την παρουσίαν της κόρης του οικοδεσπότου. Η δεσποινίς Μελέτη ούτε ηκούετο, ούτε εφαίνετο.

Ο μεταξύ εμού και του γέροντος διάλογος εκινδύνευε να παύσει ολοσχερώς, ότε η γραία υπηρέτρια, επικαίρως ελθούσα έφερε δίσκον περιέχοντα, εκτός του γλυκού και του καφέ, ζυμαρικά και αμύγδαλα και σύκα. Η κυρία Σοφία δεν ηνείχετο να μην πάρωμεν τίποτε μέχρι της αύριον. Το κατ’ εμέ δεν επέδειξα επιμονήν ούτε ακαταδεξίαν. Αλλ’ ο Νίκος εξακολουθών να σιωπά εις την γωνίαν του δεν ηθέλησεν να λάβη τίποτε εκ των προσφερομένων.

Μετ’ ολίγα λεπτά εισήλθεν εις το δωμάτιον η κυρία Σοφία.

«Εάν αγαπάτε ν΄ αναπαυθείτε», είπεν, «είναι έτοιμον το δωμάτιόν σας. Θα κακοπεράσετε αυτήν την νύκτα, αλλά να μας συμπαθήσετε. Αύριον τα οικονομούμεν καλύτερα».

«Σας εγγυώμαι κυρία μου», απεκρίθην, «ότι θα κοιμηθώμεν περίφημα».

Και λαβών τον λύχνον από την τράπεζαν, προτού εκείνη προφθάσει να τον λάβη, την ηκολούθησα. Ο Νίκος ήρχετο κατόπιν μου και τελευταίος ο κύριος Μελέτης.

Το δωμάτιον εις το οποίον η κυρία Σοφία μάς ωδήγησεν, εκ πρώτης όψεως και μεθ’ όλην την γενομένην εντός αυτού  μεταβολήν, εφαίνετο νέας γυναικός κοιτών. Το διατί είναι δύσκολον να το διασαφήσω, αλλ’ αμέσως εννόησα ότι μας παρεχωρήθη το δωμάτιον της θυγατρός του κυρίου Μελέτη. Εννοείται ότι δεν ετόλμησα να εκφράσω τας περί τούτου σκέψεις μου ενώπιον του πατρός και της θείας της νέας.

Εκατέρωθεν του παραθύρου, προς μεν τα δεξιά έκειτο κλίνη σιδηρά απλουστάτη αλλ’ αποπνέουσα παρθενικόν τι άρωμα, αριστερόθεν υπήρχε άλλη κλίνη στηθείσα εκ του προχείρου εις τρίποδα. Ότι  δε εστήθη εκεί χάριν της περιστάσεως, εμαρτύρουν τα όπισθεν αυτής ίχνη του ερμαρίου, το οποίον εξώσθη του δωματίου διά να τοποθετηθή η κλίνη.

«Πώς θα μοιρασθήτε τας κλίνας;», είπε μειδιών ο γέρων,  ενώ η αδελφή του έριπτε περί εαυτήν το βλέμμα διά να ίδει μη λείπει ή μη ελησμονήθη τι.

«Θα ρίψωμεν κλήρον», απεκρίθην γελών. «Άλλως δε και οι δύο φαίνονται εξαίρετοι και δεν θα μαλλώσωμεν με τον Νίκον».

Άμα επρόφερα το όνομα του εξαδέλφου μου, η κυρά Σοφία εστράφη διά μιας προς αυτόν.

Ο Νίκος ίστατο εις το πλευρόν μου, ο δε λύχνος ο οποίος εκράτουν τον εφώτιζε κατά πρόσωπον. Αφότου εφθάσαμεν έμενεν εις την σκιάν πάντοτε. Τότε πρώτον έβλεπε τα χαρακτηριστικά του η κυρία Σοφία.

Η όψις της ηλλοιώθη άμα τον ειδεν. Εφαίνετο ως εμβρόντητος. Η έκφρασίς της ήτο αληθής εικών τρόμου.. Με τας δύο χείρας προς τον Νίκον, τα δάκτυλα διεσταλμένα, τα χείλη ημιανοικτά, άφωνος, ωχρά, με τους οφθαλμούς ατενώς προσηλωμένους εις το πρόσωπον του Νίκου, εβάδιζε κλονιζομένη προς τα οπίσω και εκάθισεν, ή μάλλον κατέπεσε επί ενός καθίσματος.

Ετρόμαξα! Ο λύχνος παρ’ ολίγον να πέση εκ της χειρός μου.

Ο κύριος Μελέτης έδραμε προς την αδελφήν του και ήρπασε την χείρα της.

«Τι έπαθες; Τι έχεις Σοφία;»

Δεν απεκρίθη εκείνη. Έμεινεν υπό το κράτος του τρόμου. Ο κύριος Μελέτης ακολουθών την διεύθυνσιν του βλέμματός της εστράφη προς τον Νίκον, τον οποίον τότε πρώτον έβλεπε και εκείνος εις το φως.

Η όψις του γέροντος δεν εξέφρασε τον τρόμον ως η της αδελφής του, αλλά μετ’ εκπλήξεως προφανούς παρετήρη και ούτος τον Νίκον.

[…]

 

Και η ανατροπή

Ενώ ήνοιγεν  εξερχόμενος (ο κύριος Μελέτης) την θύραν του δωματίου, είδα έξω εις την αίθουσαν την άκραν του φορέματος της κυρίας Σοφίας. Επερίμενε τον αδελφόν της. Έκλεισα την θύραν μετά σπουδής. Αλλ’ ο Νίκος είχεν επίσης ιδεί την άκραν της εσθήτος της κυρίας  Σοφίας και, δραμών ακροποδητί προς την θύραν, έκυψε και προσεκόλλησε τον οφθαλμόν του εις την κλειθρίαν. Ηγανάκτησα διά το άτοπον της πράξεως και επροσπάθησα να τον αποσύρω εκείθεν , αλλ’ ήτο στερεός ως βράχος. Δεν ετόλμουν να τον επιπλήξω υψών την φωνήν, διότι ήκουα έξω τον ψιθυρισμόν των δύο αδελφών.

Τι έλεγον;

Το εξομολογούμαι προς αίσχος μου: η περιέργεια υπερέβαλε την χρηστοήθειαν. Επλησίασα κι εγώ το αυτίον μου εις την χαραμάδαν της θύρας.

«Να μην τον ιδή η Ελένη» εψιθύριζεν η κυρία Σοφία. «Δι’ όνομα του Θεού να μην τον ιδή! Θ’ αποθάνη!»

«Σιωπή!» εψιθύρισεν ο κύριος Μελέτης.

«Ο ίδιος, απαράλλακτος! Ωσάν να εβρυκολάκιασε!»

«Σιωπή», επανέλαβε ο γέρων, και απεμακρύνθησαν αμφότεροι.

 

[1] Σ΄ εμένα φάνηκε ότι είναι η Σίφνος

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.