Σύνδεση συνδρομητών

Ένας χρονογράφος της φρίκης

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2025 23:58
Ο Βίκτορ Κλέμπερερ το 1949.      
Illus Kemlein / Bundesarchiv, Bild 183-S90733  
Ο Βίκτορ Κλέμπερερ το 1949.    

Victor Klemperer, Η γλώσσα του Τρίτου Ράιχ. Το σημειωματάριο ενός φιλολόγου, μετάφραση από τα γερμανικά: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Άγρα, Αθήνα 2025, 496 σελ.

Η συναρπαστική ιστορία για το πώς οι λέξεις προετοιμάζουν την προπαγάνδα και τη χειραγώγηση αλλά και για το πώς οι λέξεις προετοιμάζουν την ηθική και βιολογική εξόντωση των μολυσματικών Άλλων, που δεν χώρεσαν στη φυλετική καθαρότητα. Η γλώσσα του θανάτου και ο θάνατος της γλώσσας γειτονεύουν μερικές φορές τόσο πολύ που δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει αν προηγούνται οι λέξεις ή η ίδια η πραγματικότητα. 

 

Ι.

Το 1986, στο βιβλίο του Γλώσσα και Σιωπή, ο Τζορτζ Στάινερ ανατυπώνει το δοκίμιό του με τίτλο «Το κούφιο θαύμα», γραμμένο το 1957. Το δοκίμιο αφορούσε την αντίφαση ανάμεσα στο οικονομικό «θαύμα» της μεταπολεμικής Γερμανίας και την «πεθαμένη» γερμανική γλώσσα. Για τον Στάινερ, η γλώσσα του Γκαίτε, του Χάινε, του Νίτσε αλλά και του Τόμας Μαν δεν υπήρχε πια στη μεταπολεμική Γερμανία. Γιατί όμως και πώς είχε επέλθει αυτός ο θάνατος; Στο δοκίμιο αυτό, ο Στάινερ κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για το ρόλο που έπαιξε η ίδια η γλώσσα του ναζισμού στην κατάρρευση της γερμανικής γλώσσας. Η ναζιστική γλώσσα, υποστηρίζει ο συγγραφέας, δεν διεγείρει τη σκέψη αλλά την μπερδεύει. Αντί να φορτίζει κάθε έκφραση με τη μεγαλύτερη δυνατή ενέργεια, απορροφά και διασκορπίζει την ένταση του συναισθήματος. Η γλώσσα δεν είναι πλέον «βιωμένη» αλλά μόνο «ομιλούμενη». Είναι μια τεχνική γλώσσα που δεν εδράζεται σε μια ζωντανή πραγματικότητα αλλά υπηρετεί ένα προμελετημένο σχέδιο. «Γι’ αυτό, ας έχουμε ένα γεγονός ξεκάθαρα κατά νου : η γερμανική γλώσσα δεν ήταν αθώα για τη φρίκη του ναζισμού».[1] Το «Κούφιο θαύμα» έχει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον για την πρώτη υποσημείωση, στην οποία ο Στάινερ εξηγεί την αρχική γραφή αλλά και την ανατύπωση του δοκιμίου. «Όταν το έγραφα, δεν ήξερα το αξιόλογο βιβλίο του Βίκτορ Κλέμπερερ, Σημειώσεις ενός φιλολόγου, που δημοσιεύτηκε στο Ανατολικό Βερολίνο το 1947. Με πολύ πιο λεπτομερή τρόπο από μένα, ο Κλέμπερερ, επαγγελματίας γλωσσολόγος, σκιαγραφεί την υποταγή της γερμανικής γλώσσας στη ναζιστική αργκό και περιγράφει τις γλωσσικές και ιστορικές προϋποθέσεις αυτής της υποταγής».[2] Δεν είναι μάλιστα τυχαίο πως, στην ίδια υποσημείωση, ο Στάινερ αναφέρει τον Κλέμπερερ δίπλα στον Ντε Μαιστρ και τον Τζορτζ Όργουελ. Πράγματι, με τα ονόματα αυτά σχηματίζεται ήδη μια γραμμή διανοητών οι οποίοι ανέδειξαν τις πολιτικές επιπλοκές που μπορεί να έχουν οι νεογλωσσικές κατασκευές (newspeak), ιδιαίτερα για την προπαγανδιστική επιβολή των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1998, ένας μεγάλος γερμανοαμερικανός ιστορικός, ο Πίτερ Γκέι (Peter Gay), χαιρέτιζε με ενθουσιασμό στους New York Times την έκδοση των Ημερολογίων του Κλέμπερερ (1995), καθώς, όπως έλεγε, τα Ημερολόγια αποτελούν μια σπάνια μαρτυρία για την καθημερινή ζωή στη ναζιστική Γερμανία μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που αγωνίζεται για να επιβιώσει, αλλά ξέρει να στρέφει την παρατήρησή του στις γλωσσικές λεπτομέρειες. Ο ίδιος ο Κλέμπερερ, άλλωστε, όριζε σαφώς τις συγγραφικές φιλοδοξίες του, θέτοντας στόχο «να γίνει συγγραφέας της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας», ενώ δεν ήξερε αν θα ήταν ζωντανός την επόμενη μέρα για να συνεχίσει να γράφει. Σχολιάζοντας αυτό το στόχο, ο ιστορικός και δημοσιογράφος Φόλκερ Ούλριχ (Volker Ulrich) διαπίστωνε πως, πράγματι, ο φιλόλογος Κλέμπερερ είχε τη στόφα του ιστορικού του παρόντος : «Τα ημερολόγια που καλύπτουν την περίοδο 1933-1945 –τα οποία συγχωνεύουν την πιο λεπτομερή παρατηρητικότητα, τη γλωσσική μαεστρία, τον εκπαιδευτικό σκεπτικισμό και το ανθρώπινο μεγαλείο– επισκιάζουν ό,τι έχει γραφτεί ποτέ για την εποχή του εθνικοσοσιαλισμού».[3]

Ένας ακόμα «χρονογράφος της φρίκης»[4] λοιπόν; Ναι· με μια διαφορά. Αν κάτι ξεχωρίζει σε αυτό το βιβλίο είναι πως, σε αντίθεση με την Άννα Φρανκ, ο Κλέμπερερ επέζησε. Η αυθεντικότητα της μαρτυρίας του, επομένως, δεν σκεπάστηκε από ένα τραγικό τέλος, αλλά, αντίθετα, από μια επιτυχή συνέχεια του βίου του, έως την ηλικία των ογδόντα χρόνων. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, οι χρονολογίες είναι αρκετά εύγλωττες. Ο Κλέμπερερ εκδίδει τη Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ το 1947. Το βιβλίο προκαλεί κάποια αίσθηση αλλά σίγουρα δεν τοποθετεί το συγγραφέα στα πρώτα και μεγάλα ονόματα της λογοτεχνικής μαρτυρίας γύρω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη βομβαρδισμένη Γερμανία, οι προτεραιότητες της εποχής ήταν άλλες. Κανείς, άλλωστε, δεν ήθελε να παραδεχτεί πως είχε «μιλήσει» τη Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ. Τα Ημερολόγιά του Κλέμπερερ εκδίδονται συνολικά το 1995,[5] μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, όταν πια δεν υπήρχε κάποιος λογοκριτικός μηχανισμός για να «ελέγξει» τα γραπτά του «συντρόφου Κλέμπερερ»[6], ο οποίος, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε μέλος του ΚΚ της Ανατολικής Γερμανίας και ακαδημαϊκός δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο. Δεν ξέρουμε, για παράδειγμα, πώς θα φαινόταν σε έναν πιθανό κομματικό λογοκριτή η σημείωση που γράφει ο Κλέμπερερ την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1959, για τα δύο κομμάτια της Γερμανίας: «Και τα δύο κομμάτια σπαρταράνε, και τα δύο είναι μολυσμένα από τον φασισμό, και τα δύο με τον τρόπο τους».[7]

 

ΙΙ.

Γεννημένος στο Βρότσλαβ της Πολωνίας, ο Βίκτορ Κλέμπερερ ήταν ο νεότερος γιος μιας εβραϊκής οικογένειας που αποτελούνταν από άλλα εννέα αδέρφια. Ο εβραίος πατέρας του Βίλχελμ ήταν ο πρώτος που έπεισε τα παιδιά του να ακολουθήσουν το δρόμο της ένταξης στη γερμανική ταυτότητα. Ο ίδιος έλεγε πως είναι «ιερέας» και όχι «ραβίνος», ενώ, όλες οι κατά σειρά βαπτίσεις των παιδιών στο προτεσταντικό δόγμα, δείχνουν πως η «εβραϊκότητα» έπρεπε, αν όχι να θυσιαστεί, τουλάχιστον να μην αποτελέσει εμπόδιο προκειμένου να εξασφαλιστούν οι μελλοντικές επαγγελματικές σταδιοδρομίες. Ο Βίκτορ βαπτίζεται σε ηλικία 22 ετών. Η θρησκευτική μεταστροφή είναι ο κρίκος που τον ενώνει πλέον με τα μεγαλύτερα αδέρφια του και του ανοίγει, αργότερα, το δρόμο για την ακαδημαϊκή καριέρα. Πίσω από αυτή τη στάση, αναγνωρίζουμε επίσης τη ρήξη με την παραδοσιακή αντίληψη της κοινότητας. Για τους Κλέμπερερ, οι εβραίοι δεν ήταν απαραίτητα ένα «έθνος σε εξορία» αλλά μια κοινότητα που επιθυμεί να ενταχθεί, με τους δικούς της όρους, στο γερμανικό έθνος.

Ο «Γερμανοεβραίος» Κλέμπερερ, λοιπόν, έπειτα από μια μάλλον ασταθή εγκύκλια μόρφωση, γράφεται στο πανεπιστήμιο και σπουδάζει φιλοσοφία, λογοτεχνία και ρομανικές σπουδές. Το 1906, ο Βίκτορ παντρεύεται την Εύα Σλέμαρ (Schlemmer), μια γερμανίδα πιανίστρια και ζωγράφο, που αργότερα θα μάθαινε και αυτή πως, επειδή ανήκε στην «Αρία φυλή», έπρεπε να πάρει διαζύγιο. Το 1912, ο Βίκτορ ολοκληρώνει τη διδακτορική του διατριβή και, ένα χρόνο μετά, ξεκινά τη μεταδιδακτορική του διατριβή. Η έρευνά του διακόπτεται απότομα, το 1914, όταν, με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, θα βρεθεί στα πεδία των μαχών και, για το θάρρος του, θα τιμηθεί με τον Βαυαρικό Σταυρό της Τιμής. Τα δύσκολα χρόνια του Γ΄ Ράιχ, αυτή η διάκριση θα τον σώσει πολλές φορές. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πάντως, το 1920, εκλέγεται σε μια θέση καθηγητή στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Δρέσδης.  Τη δεκαετία του 1930, την ώρα δηλαδή που άρχιζε να ζει την οργανική ένταξή του στη γερμανική κοινωνία μέσω μιας μορφωμένης πανεπιστημιακής ελίτ, ο Κλέμπερερ έπρεπε να αναμετρηθεί με την αντιστροφή της ταυτότητάς του. Είχε γίνει ξανά ένας απόβλητος «εβραίος» και, σύμφωνα με τους νόμους του 1935, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη θέση του στο Πανεπιστήμιο. Η περιθωριοποίηση είχε και άλλες συνέπειες: άρνηση της χρήσης του αναγνωστηρίου της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης, αφαίρεση των βιβλίων, ακόμη και της γραφομηχανής. Για ένα διάστημα του επετράπη να παραμείνει στο σπίτι του αλλά, από το 1940 και μετά, το ζευγάρι έπρεπε να διαμείνει σε ένα από τα τρία γνωστά «Σπίτια των εβραίων».

Οι Κλέμπερερ μετακομίζουν στο «Εβραϊκό σπίτι» και η ναζιστική μυστική αστυνομία τούς παρακολουθεί και τρομοκρατεί διαρκώς το ζευγάρι. Σε λίγο, το «κίτρινο αστέρι» θα γινόταν το στίγμα του πλήρους κοινωνικού αποκλεισμού. Μοναδικό άλλοθι: ο γάμος με την Εύα, το παράσημο στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ηρωικό παρελθόν μιας «γερμανικότητας» σε έναν κόσμο που η «εβραϊκότητα» ήταν συνώνυμη με τον θάνατο. Στο βιβλίο του, ο Κλέμπερερ περιγράφει τις συνεχείς προσβολές αλλά και τα φρικιαστικά θεάματα των καθημερινών θανάτων. Οι πιέσεις προς την Εύα αυξάνονται. Η «εβραία πόρνη» θα μπορούσε να γλιτώσει από όλα αυτά αν έπαιρνε διαζύγιο. Δεν το έκανε. Υπέστη κάθε είδος εξευτελισμού και εκβιασμού, γεγονός που την επηρέασε ψυχολογικά. Οι νευρικές κρίσεις οδηγούσαν σε κατάθλιψη. Το μοναδικό καταφύγιο του Κλέμπερερ, τα Ημερολόγια, είναι και αυτά ένα μετέωρο στοίχημα. Καθώς ολοένα και περισσότερο ο κλοιός γύρω από το ζευγάρι σφίγγει, η Εύα εμπιστεύεται τα γραπτά στη γιατρό φίλη της, ΑνΜαρί Κέλερ (Annemarie Köhler). Οι Κλέμπερερ γλίτωσαν την «τελική λύση» της Shoa. Στον βομβαρδισμό της Δρέσδης, τα συμμαχικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα ισοπέδωσαν την πόλη. Σκοτώθηκαν 35.000 άνθρωποι αλλά ο Κλέμπερερ και η σύζυγός του Εύα επέζησαν. Οι φλόγες έκαψαν τα αρχεία της Γκεστάπο. Κάπως έτσι, ο Βίκτορ γλίτωσε τη μόνιμη απειλή της απέλασης.

Στους κατεστραμμένους δρόμους της Δρέσδης, οι Κλέμπερερ περιπλανώνται για μέρες ανάμεσα σε στάχτες, καμένα πτώματα και ερείπια. Για λίγο καιρό, βρήκαν ένα πρόσκαιρο καταφύγιο στη Βαυαρία και, αργότερα, επέστρεψαν στη Δρέσδη. Ο πόλεμος είχε πια τελειώσει. Ο Βίκτορ διεκδίκησε ξανά την παλαιά του καθηγητική ιδιότητα ενώ, παράλληλα, επεξεργαζόταν τα αρχεία που κράταγε στη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ. Μετά τις επαφές με τον εκδότη του, δημοσίευσε το βιβλίο LTI (Lingua Tertiae Imperii), και συνέχισε επίσης να γράφει τα Ημερολόγιά του. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων, έγραψε ημερολογιακές σημειώσεις για τη διχασμένη μεταπολεμική Γερμανία και για τη ζωή του στην Ανατολική Γερμανία. Ο Βίκτορ έγραψε επίσης ημερολογιακές σημειώσεις για το θάνατο της Εύας (1951) και για τον δεύτερο γάμο του με την Άντβιγκ Κίρχνερ (Hadwig Kirchner), τη μετέπειτα επιμελήτρια των Ημερολογίων του. Στη διάρκεια της νέας ακαδημαϊκής καριέρας, έγινε μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ενότητας (SED), βραβεύτηκε και ανέλαβε σημαντικά αξιώματα στη Λαϊκή Βουλή ως αντιπρόσωπος, δέχτηκε απλόχερα τον έπαινο και την αναγνώριση, ταξίδεψε στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τα Ημερολόγιά του, ωστόσο, δεν έγινε ποτέ ένα πιστό και φανατικό μέλος της νέας «Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας». Η «δική του» Γερμανία ήταν μια πνευματική χώρα από άλλες εποχές. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι πολιτισμικές αντανακλάσεις αυτής της πνευματικής «γερμανικότητας» δεν έφταναν στην «ψυχροπολεμική» Ανατολική Γερμανία, ή, και αν έφταναν, σκόνταφταν συχνά στον γραφειοκρατικό σταλινισμό, που εφαρμοζόταν στο Πανεπιστήμιο.

Ωστόσο, ο Κλέμπερερ είχε απόλυτη συναίσθηση της συγγραφικής ευθύνης του. Ήξερε, δηλαδή, πως έπρεπε να κατανοήσει βαθύτερα το φαινόμενο του ναζισμού μέσα από τρία ερωτήματα:

α) μπορούσαν, άραγε, οι αξιακές ρίζες του ναζισμού να είναι πραγματικά γερμανικές, (κεφάλαιο 21: «Γερμανικές ρίζες»);

β) μπορεί ένας «μεταστραφείς εβραίος» να θεωρεί τον εαυτό του πραγματικό Γερμανό όταν οι ναζί έχουν απωλέσει οριστικά τη «γερμανικότητα» τους ;  και

γ) μπορεί, εντέλει, μια γλώσσα να αλλάζει μέσα σε μια δεκαετία (1935-1945), προκειμένου να γίνει το απόλυτο όργανο μιας ολοκληρωτικής προπαγάνδας μέσω χυδαίων κοινοτοπιών και βάρβαρων αντισημιτικών στερεοτύπων; 

Φαίνεται αντιφατικό αλλά δεν είναι. Ο «εβραίος» Βίκτορ Κλέμπερερ ήθελε πάντα να είναι Γερμανός αλλά οι Ναζί τον μετέτρεψαν σε έναν «μη Γερμανό», που έθεσε, μέσω της γλώσσας, τα πιο προκλητικά ερωτήματα για την εκφυλισμένη ναζιστική «γερμανικότητα». Ο άνθρωπος που από νωρίς υποστήριζε πως η «γερμανικότητα» σήμαινε τα πάντα γι’ αυτόν ενώ ο εβραϊσμός δεν σήμαινε σχεδόν τίποτα, έθεσε ένα βαθιά «εβραϊκό» ερμηνευτικό ερώτημα στον γερμανικό πολιτισμό: τι συμβαίνει όταν εμπρόθετα και μεθοδικά αλλάζει το νόημα των λέξεων; Αλλάζει μόνο η ερμηνεία ή και ο κόσμος μας; Ο Βίκτορ Κλέμπερερ πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 11 Φεβρουαρίου 1960 στη Δρέσδη. Θα μπορούσε να έχει πεθάνει, να έχει αυτοκτονήσει ή να έχει δολοφονηθεί, πολλά χρόνια πριν. Οι παρατάσεις που του δόθηκαν, τον καθιστούν σήμερα μια προνομιακή περίπτωση για να μελετήσουμε τη σχέση της γλώσσας με τον ολοκληρωτισμό,[8] στον «σύντομο 20ό αιώνα».

 

ΙΙΙ.

Η ανάλυση του ναζιστικού λόγου στη Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ είναι μια μελέτη που συνδυάζει τη γλώσσα με τις νοητικές δομές μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας (φασισμός). Κεντρικό επιχείρημα του Κλέμπερερ είναι πως, στη διάρκεια της δωδεκαετίας 1933-1945, η γερμανική γλώσσα γνώρισε μια εμπρόθετη και συστηματική εξουσιαστική επιβολή, η οποία οδήγησε σε συνεχή διολίσθηση των σημαινόντων και των σημαινομένων. Η γλώσσα απέκτησε ένα νέο τεχνητό ύφος, προσαρμοσμένο στη λατρεία του Ηγέτη, στον στιγματισμό του Άλλου, στην αντικατάσταση της πειθούς από την πίστη. Αυτή η νεογλωσσική κατασκευή συνοδεύτηκε από νέες φράσεις, από ακρωνύμια, από την «κατάρα του υπερθετικού» (βλ. κεφ. 30) αλλά και από την γκετοποίηση, τη σημειωτική των συμβόλων (βλ. κεφ. 25 για το «κίτρινο αστέρι»), τα θεάματα, τις παρελάσεις, τους λόγους στο ραδιόφωνο, τις ομιλίες σε στρατιωτικές γιορτές, τα φυλλάδια με τις διαταγές, τις εφημερίδες με τα προπαγανδιστικά άρθρα. Σύμφωνα με τον Κλέμπερερ, η Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ είναι μια γλώσσα των εξάρσεων, των κορυφώσεων, της ιεραρχίας και του μεσσιανισμού. Στον πυρήνα της γλώσσας, βρίσκεται η υπόσχεση πως όποιος και όποια λατρεύει τον Ηγέτη, όποιος παραδίδει το σώμα του και την ψυχή του στο ναζιστικό καθεστώς αποκτά μια σχεδόν μεταφυσική ένωση με το έθνος του. Σε αυτό το υπερβατικό και φυλετικά «αριοποιημένο» έθνος, η γλώσσα αποκτά νέα κανονιστική αξία, καθώς ορίζει εξαρχής τι είναι το κανονικό και το μη κανονικό, το σωστό και το λάθος, το φυσιολογικό και το παθολογικό. Κυρίως όμως η γλώσσα πρέπει να ορίσει ποιος αξίζει να ζει και ποιος να μη ζει. Με άλλα λόγια, η Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ δεν είναι μόνο μια γλώσσα χειραγώγησης, παραπλάνησης και εξαναγκασμού. Είναι μια γλώσσα που αποφασίζει για την ίδια την ανθρώπινη φύση και ζωή. Η κρίσιμη παρατήρηση που κάνει ο Κλέμπερερ είναι ότι αυτή η γλωσσική διάσταση του ναζισμού δεν προκύπτει από μια διαδικασία ανταγωνιστικών λόγων αλλά από μια «υπολογιστική πανουργία» απελευθέρωσης του «ενστικτώδους μίσους». Από τα πιο εντυπωσιακά σημεία του βιβλίου είναι τα σχόλια του Κλέμπερερ γύρω από τους ευφημισμούς, τις παραφράσεις τις υπαινικτικές μεταφορές αλλά ακόμα και τα ανέκδοτα που συνοδεύουν τη ναζιστική γλώσσα.

Ο Κλέμπερερ παραθέτει και σχολιάζει όλα αυτά τα γλωσσικά παίγνια, με εμφανή τα σημάδια της χρονικής στιγμής κατά την οποία γράφει. Η στάση των συνομιλητών του απέναντι στην ίδια τη γλώσσα του ναζισμού είναι πάντοτε αποκαλυπτική για την οργανική σχέση τους ή για την πιθανή απόστασή τους από το καθεστώς. Η κυριολεξία ή η μεταφορά δεν είναι για τον Κλέμπερερ μια απλή ρητορική χρήση αλλά η αφορμή για να μετατρέψει ακόμη και το ευφυολόγημα σε ιστορικό σχόλιο. Ο Κλέμπερερ αναφέρει, για παράδειγμα, πως  μία από τις φράσεις του Χίτλερ που έχουν πολλές φορές επαναληφθεί και παραφραστεί είναι η υπόσχεσή του ότι όταν επικρατήσει «θα κοπεί το γέλιο» στους εβραίους. Μέσα στον καιρό των διωγμών, η φράση αντιστράφηκε και έγινε οδυνηρό «εσωτερικό» ανέκδοτο των εβραίων. Πράγματι, τελικά, οι εβραίοι ήταν οι μόνοι απέναντι στους οποίους ο Χίτλερ κράτησε τον λόγο του! «Μόνο που το γέλιο κόβεται σιγά σιγά και στον Φύρερ», σημειώνει ο Κλέμπερερ, «όπως και σε ολόκληρη τη Γερμανία του Τρίτου Ράιχ· για την ακρίβεια, το γέλιο τους παραμορφώνεται, γίνεται ένα προσωπείο πίσω από το οποίο προσπαθούν μάτια να κρύψουν τον θανάσιμο φόβο και εντέλει την απόγνωσή τους» (σ. 296). Τα λόγια αυτά είναι γραμμένα τον Ιανουάριο του 1945, όταν έχει ήδη αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τους ναζί.  

Με αφορμή αυτό το απόσπασμα, μπορούμε να κάνουμε μια ευρύτερη διαπίστωση. Διαβάζοντας τις σημειώσεις του Κλέμπερερ καταλαβαίνουμε πως ο λόγος του έχει μια γνήσια ιστορικότητα, όχι μόνο γιατί κάνει τις κατάλληλες αναγωγές σε ιστορικές γνώσεις (όταν αυτό είναι απαραίτητο) αλλά και επειδή τα ετυμολογικά σχόλιά του είναι βαθιά ριζωμένα μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της συγκυρίας, κατά την οποία συνεχίζει να γράφει τα Ημερολόγια. Παρατηρώντας τους άλλους αλλά και παρατηρώντας την ίδια την εσωτερική του ψυχική κατάσταση, ο Κλέμπερερ συγκροτεί έναν «διαλογικό εαυτό» εντός του πυκνού ιστορικού χρόνου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.[9] Και αυτό γίνεται επειδή ο Κλέμπερερ δεν επιθυμεί μόνο να γίνει ένας αποσπασματικός «συλλέκτης ζωής» αλλά διεκδικεί να γίνει ο αυτόπτης μάρτυρας της ιστορικής πραγματικότητας γύρω του. Είναι σπάνιο να βρούμε άλλον συγγραφέα του καιρού του με τόσο υψηλό βαθμό αυτοσυνείδησης γύρω από το ρόλο της ιστορικής μαρτυρίας. Θα γίνω μάρτυρας λέγεται, άλλωστε, το βιβλίο με τα Ημερολόγια της περιόδου 1933-1941. Επηρεασμένος και από τις διαφωτιστικές παραδόσεις, όπως ορθά επισημαίνει η Βίκυ Ιακώβου στο επίμετρο του βιβλίου, ο Κλέμπερερ φτιάχνει το δικό του βολταιρικό «λεξικό», με την ακράδαντη πίστη ότι μπορεί να μας αποκαλύψει. αν όχι όλες, τουλάχιστον τις περισσότερες σκοτεινές όψεις της ολοκληρωτικής ιδεολογίας. Η μέθοδός του συνδυάζει την ανάλυση της αφηγηματικής μικρο-δομής (π.χ. την ανάλυση λόγου ακόμη και σε προτασιακό επίπεδο) με τα ρητορικά σχήματα και τις υφολογικές στρατηγικές της «γλώσσας του νικητή». Αν σκεφτούμε πως, έως τότε, μόνο οι αντίστοιχες εργασίες του Μιχαήλ Μπαχτίν επικεντρώνονταν στο ιδεολογικό και στο ιστορικό φορτίο της γλώσσας, ο Κλέμπερερ μοιάζει να είναι ο πρώτος συγχρονικός μελετητής του ναζισμού που εισάγει την ιστορική κοινωνιογλωσσολογία ως μέθοδο ανάλυσης του ολοκληρωτικού φαινομένου.

Οι «σημειώσεις ενός φιλολόγου» είναι το μείζον έργο ενός ιστορικού που, με κίνδυνο της ζωής του, καταγράφει τη ζοφερή πραγματικότητα του Γ΄ Ράιχ. Για να έχουμε, πάντως, μια εικόνα για την εδραίωση του Κλέμπερερ στη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή αλλά και στην ακαδημαϊκή έρευνα, ας σημειωθεί πως, το 2002, o Ντέιβιντ Μπάνκιερ (David Bankier), διευθυντής του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας του Yad Vashem, παρατηρούσε πως, εκτός από την ακριβολογία του, ο Κλέμπερερ αναφέρει όσους βοήθησαν αυτόν και τη γυναίκα του να σωθούν στα δύσκολα χρόνια.[10] Πράγματι, το βιβλίο του Κλέμπερερ είναι μια ιστορία διάσωσης, με συνεχείς αναφορές στους «δίκαιους», που στάθηκαν δίπλα στο ζευγάρι. Το 2010, επίσης, διοργανώθηκε στη Νορμανδία ένα μεγάλο συνέδριο με τίτλο «Η ολοκληρωτική γλώσσα από το χτες στο σήμερα. Ένα αφιέρωμα στον Βίκτορ Κλέμπερερ («Le langage totalitaire d’hier à aujourd’ hui. En hommage à Victor Klemperer»).[11] Στο συνέδριο, η εναρκτήρια ομιλία για τον Κλέμπερερ έγινε από τον φημισμένο θεωρητικό της λογοτεχνίας και φιλόσοφο της γλώσσας Ζαν - Πιέρ Φαίη (Jean-Pierre Faye), ο οποίος το 1972 είχε εκδώσει το βιβλίο Ολοκληρωτικές γλώσσες (Langages Totalitaires), με επίκεντρο τη γλώσσα του ναζισμού. Στην ομιλία του, ο Ζαν-Πιερ Φαίη απέτισε φόρο τιμής στον Κλέμπερερ θεωρώντας πως σε εκείνον χρωστάμε την αναλυτική περιγραφή της γένεσης του ολοκληρωτισμού μέσα από τη (και μέσα στη) γλώσσα: την περιγραφή, δηλαδή, των τρόπων με τους οποίους ορισμένα «γεγονότα της γλώσσας» λειτουργούν ως «γεννήτριες δολοφονικών πράξεων», με άμεσες επιπτώσεις εντέλει στην καθημερινή ζωή.  

Χάρη στις εκδόσεις Άγρα, χάρη στη μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου και στην επιμέλεια του Σταύρου Πετσόπουλου, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό έχει σήμερα τη δυνατότητα να παρακολουθήσει αυτή τη συναρπαστική ιστορία για το πώς οι λέξεις προετοιμάζουν την προπαγάνδα και τη χειραγώγηση αλλά για το πώς οι λέξεις προετοιμάζουν την ηθική και βιολογική εξόντωση των μολυσματικών Άλλων, που δεν χώρεσαν στη φυλετική καθαρότητα. Η γλώσσα του θανάτου και ο θάνατος της γλώσσας γειτονεύουν μερικές φορές τόσο πολύ που δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει αν προηγούνται οι λέξεις ή η ίδια η πραγματικότητα. Η μαρτυρία του Κλέμπερερ μάς υπενθυμίζει πως οι μηχανισμοί προπαγάνδας δεν είναι ένας επιτήδειος ελιγμός της εξουσίας αλλά μπορούν να ριζώσουν μέσα στο έδαφος των ιδεολογιών και των νοοτροπιών. Από αυτή την άποψη, το βιβλίο δεν έχει μόνο αναγνωρισμένη ιστορική αξία αλλά και εξαιρετικά επίκαιρη σημασία, καθώς, στον καιρό των fake news και της συνωμοσιολογίας, χρειαζόμαστε ξανά τον ορθολογισμό αλλά και την ευαισθησία ενός άλλου επίμονου φιλολόγου.

   

[1] George Steiner, Language and Silence: Essays on Language, Literature, and the Inhuman, Atheneum, Νέα Υόρκη, 1986, σ. 98.

[2] Στο ίδιο, σ. 95.

[3] https://www.spiegel.de/international/victor-klemperer-i-am-german-the-others-are-un-german-a-341147.html

[4] Στο ίδιο.

[5] Τα ημερολόγια του Κλέμπερερ, που εκδόθηκαν το 1995, γνώρισαν μεγάλη επιτυχία τόσο στη Γερμανία όσο και σε άλλες δυτικές χώρες. Η αγγλική μετάφραση έχει κυκλοφορήσει σε τρεις τόμους: Θα γίνω μάρτυρας (καλύπτει την περίοδο 1933 έως 1941), Μέχρι το πικρό τέλος (καλύπτει την περίοδο 1942 έως 1945) και Το μικρότερο κακό (καλύπτει την περίοδο 1945 έως 1959). Βλ. ενδεικτικά : https://www.amazon.com/Books-Victor-Klemperer/s?rh=n%3A283155%2Cp_27%3AVictor%2BKlemperer

[6] Steven E. Aschheim, «Comrade Klemperer: Communism, Liberalism and Jewishness in the DDR. The Later Diaries 1945-59» Journal of Contemporary History, 36/2 (2011) 325-343.

[7] https://www.spiegel.de/international/victor-klemperer-i-am-german-the-others-are-un-german-a-341147.html

[8] Για το θέμα βλ. Steven E. Aschheim, Scholem, Arendt, Klemperer: Intimate Chronicles in Turbulent Times, Indiana University Press, Μπλούμινγκτον, 2001.

[9] Michael L. Geheran, «“Ι am fighting the hardest battle for my Gemaness now”: Internal dialogues of Victor Klemperer», Psychology & Society, 4/2 (2011) 21 ‐ 39.

[10] Miriam Oelsner, «Antisemitism According to Victor Klemperer», σ. 332. [Miriam Oelsner, 2013 | doi 10.1163/9789004265561_031]. Το κεφάλαιο του βιβλίου διατίθεται ηλεκτρονικά σε ελεύθερη πρόσβαση :  file:///C:/Users/user/Downloads/9789004265561-BP000031%20(2).pdf

[11] http://www.ccic-cerisy.asso.fr/klemperer10.html

1 σχόλιο

Η ΓΓΡ είναι επίσης ΓΤΟ, η γλώσσα του ολοκληρωτισμού. Η αναλογία με τη γλώσσα της Α Γερμανίας στην οποία ζούσε δεν διέφυγε (πως ήταν δυνατό) από τον Κλέμπερερ. Μόνο που, όπως λέει σε ένα σημείο, η χρήση αυτής της γλώσσας στο σοσιαλισμό γίνεται για το καλό του ανθρώπου!
Τι να πέι, σε ολοκληρωτικό καθεστώς ζούσε....

nikos papamichos
nikos papamichos
03 Οκτ 2025, 01:10

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.