Γνώμες
Η νίκη του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternativ für Deutschland, AfD) στις εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ χθες δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη ή ανησυχία. Το αποτέλεσμα είναι απολύτως συμβατό με τις σταθερές παραμέτρους της γερμανικής ιστορίας, εδώ και πάνω από χίλια χρόνια. Η δυτική Γερμανία είναι Ευρώπη ενώ η ανατολική είναι κάτι διαφορετικό, περίεργο και, συνήθως αποκρουστικό. Την πρώτη και τελευταία φορά που η ανατολική Γερμανία κυριάρχησε της δυτικής, από το 1870 έως το 1945, η Ευρώπη πνίγηκε στο αίμα δύο παγκόσμιων πολέμων. Να τι εννοώ.
Η πρώτη εικόνα παρακάτω είναι ο εκλογικός χάρτης της Γερμανίας μετά τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2025. Στα κρατίδια της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το νεοναζιστικό AfD κέρδισε πάνω από το 30% των ψήφων. Στα κρατίδια της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το AfD δεν ξεπέρασε το 20%: στη Βάδη-Βυτεμβέργη πήρε 19,4%, στη Βαυαρία 17,4%, στο Αμβούργο 11%, στην Έσση 17,7%, στο Σλέσβιγκ-Χόλστεϊν 16,1%, στο Βερολίνο 15%, κ.λπ.
Η δεύτερη εικόνα είναι ο εκλογικός χάρτης της Γερμανίας μετά τις εκλογές του 1933, που κέρδισε το Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Κόμμα των Εργατών (NSDAP) του Αδόλφου Χίτλερ. Όσο πιο βαθύ κόκκινο ή καφέ είναι το χρώμα στις εκλογικές περιφέρειες τόσο μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων κέρδισε ο Χίτλερ στις περιοχές εκείνες. Όπως γίνεται ορατό διά γυμνού οφθαλμού, ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος της Γερμανίας με τις ψήφους των Γερμανών που κατοικούσαν στα ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας, ενώ τα δυτικά κρατίδια και η Βαυαρία καταψήφισαν το κόμμα του.
Το Ναζιστικό κόμμα ήταν κόμμα της ανατολικής Γερμανίας και δη των προτεσταντών και της Πρωσίας. Όπως, σήμερα, το AfD είναι κόμμα της ανατολικής Γερμανίας. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, ο τόπος γέννησης και γιγάντωσης των Ναζί δεν ήταν η καθολική Βαυαρία ή η κοσμική Ρηνανία. Ήταν η σκοταδιστική ανατολική Γερμανία. Και αυτό το γεγονός δεν αποτελεί ιστορική παραδοξότητα. Η αλήθεια είναι ότι, στην πραγματικότητα, ιστορικά, υπάρχουν δύο Γερμανίες: από τη μια το δυτικό και νότιο μέρος (Ρηνανία και Βαυαρία) και από την άλλη το ανατολικό (Πρωσία και Σαξονία).
Οι δύο Γερμανίες έχουν λίγα κοινά στοιχεία, πολιτισμικά, πολιτικά και ιστορικά. Το δυτικό μέρος δημιουργήθηκε ουσιαστικά από τον Ιούλιο Καίσαρα και τους Ρωμαίους γύρω στο 58 π.Χ. και περιλάμβανε την περιοχή ανάμεσα στον Ρήνο και τον Έλβα. Μετά την κατάρρευση της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αναδύθηκε η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, που ιδρύθηκε επίσημα στο Άαχεν το 800 μ.Χ. με την ενθρόνιση του Καρλομάγνου, που ήταν Γερμανός πολέμαρχος και ενοποίησε στο κράτος του το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Ευρώπης.
Αντίθετα, το ανατολικό κομμάτι της Γερμανίας αναδύθηκε μέσα από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα στον 16ο αιώνα μ.Χ. Το 1525, ο Πρίγκιπας των Τευτόνων Ιπποτών, που κατοικούσαν σε μια περιοχή μεταξύ της Πολωνίας και των Βαλτικών κρατιδίων και ήταν ειδωλολάτρες μέχρι τον 14ο αιώνα, ανακήρυξε τον εαυτό του Προτεστάντη Δούκα της Πρωσίας. Ήταν η πρώτη φορά που γερμανόφωνος ηγεμόνας αποσχίσθηκε από το Βατικανό και τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τον απόγονο του Καρλομάγνου. Το 1525 είναι η χρονιά που δημιουργείται η Πρωσία και η έναρξη της διελκυστίνδας Ανατολής - Δύσης που ταλάνισε τη Γερμανία και την ευρωπαϊκή ιστορία μέχρι το 1945.
Οι Χανσεατικές πόλεις του Αμβούργου, της Βρέμης και του Ροστόκ, και τα κρατίδια της Έσσης, της Ρηνανίας, της Βάδης-Βιτεμβέργης και της Βαυαρίας ήταν πάντα οι οικονομικές ατμομηχανές της Γερμανίας και της Ευρώπης και ποτέ δεν σταμάτησαν να οφείλουν τις πολιτιστικές τους επιρροές και τις πολιτικές βλέψεις τους στα δυτικά. Για την ακρίβεια, ήταν κρατίδια απολύτως οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά ενοποιημένα με την δυτική Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, η Πρωσία και η Σαξονία οργανώθηκαν με πρότυπο την Αγγλία, δηλαδή κυριαρχούσε μια τάξη γαιοκτημόνων αριστοκρατών, που λεγόντουσαν Γιούνκερς (Junkers), οι οποίοι παραδοσιακά αποτελούσαν την τάξη των αξιωματικών του πρωσικού στρατού και προσέβλεπαν πάντα σε συμμαχία με τον Τσάρο στον κοινό τους προαιώνιο αγώνα να εξαφανίσουν την Πολωνία από τον χάρτη. Ο διαμελισμός της Πολωνίας το φθινόπωρο του 1939 ήταν η λογική κατάληξη 500 ετών πολέμου της Ρωσίας και της Πρωσίας εναντίον της Πολωνίας.
Κάτι άλλο που εξηγεί την πολιτική διχοτόμηση της σύγχρονης Γερμανίας σε Ανατολή και Δύση είναι η Γερμανική «Ενοποίηση». Το 1866, ο Μπίσμαρκ δεν «ενοποίησε» τη Γερμανία. Η Πρωσία εισέβαλε στα δυτικά γερμανικά κρατίδια, με την ανοχή της Βρετανίας και την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας, και τα προσάρτησε με τη βία. Επρόκειτο για στρατιωτική κατάκτηση, όχι για πολιτική ενοποίηση.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Μπίσμαρκ μετά την εδραίωση του ελέγχου των δυτικών γερμανικών κρατιδίων ήταν να εξαπολύσει εκστρατεία κατάπνιξης κάθε φιλελεύθερης και δημοκρατικής φωνής. Η εκστρατεία αυτή ονομάστηκε Kulturkampf, «πολιτιστικός πόλεμος». Ο πολιτιστικός πόλεμος εξαπολύθηκε από τους Λουθηρανούς Προτεστάντες της Πρωσίας και της Σαξονίας και είχε στόχο τους Εβραίους, τους Καθολικούς και τους δυτικόφιλους κατοίκους της υπόλοιπης Γερμανίας. Μέσω της εκστρατείας αυτής αναδύθηκε το ψευδεπίγραφο εθνικό αφήγημα της «Γερμανικότητας», ή Deutschtum, που είναι πρόδρομος των εθνικοσοσιαλιστικών ανοησιών του Χίτλερ περί ανωτερότητας της «Αρίας φυλής». Ο αντισημιτισμός της νεότερης Γερμανίας είχε τις ρίζες του σε αυτή την περίοδο και δεν γεννήθηκε στη Βαυαρία του 1923. Γεννήθηκε στην Πρωσία το 1870.
Και κάτι τελευταίο. Η μόνη αντίσταση που αντιμετώπισαν οι Ναζί στο εσωτερικό της χώρας τους προήλθε από τις δυτικές επαρχίες. Στις αρχές του πολέμου, οι Ναζί εξόντωσαν περίπου 70 χιλιάδες πνευματικά καθυστερημένους και ανάπηρους Γερμανούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, όπως το Νταχάου, έξω από το Μόναχο. Όταν ο αρχιεπίσκοπος της ιστορικής πόλης του Μύνστερ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, άρχισε να γράφει και να κάνει κηρύγματα εναντίον αυτών των βαρβαροτήτων, οι Ναζί τον έθεσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, αντί να τον εκτελέσουν, όπως ήθελαν, γιατί φοβούνταν ότι θα επακολουθήσει λαϊκή εξέγερση εναντίον τους. Ο φόβος της αντίδρασης των Γερμανών των δυτικών επαρχιών ήταν ο λόγος που, το 1941, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν τα στρατόπεδα εξόντωσης στην Πολωνία και άρχισαν να εφαρμόζουν τα σχέδιά τους για την Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος μακριά από τη Δύση.
Αυτή είναι η εξήγηση για τους δύο εκλογικούς χάρτες. Αυτή είναι η εξήγηση για τη νίκη του AfD στις εκλογές της Κυριακής 6 Σεπτεμβρίου 2026. Ούτε η μετανάστευση, ούτε η «δυσαρέσκεια» στα ανατολικά κρατίδια για την οικονομική υστέρηση τους. Οι αιτίες κρύβονται στα βάθη της γερμανικής ιστορίας. Όπως πολύ εύστοχα έγραψε ο Γουίλλιαμ Φώκνερ κάποτε, «το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν παρελθόν».
Σύμφωνα με ένα παλιό γερμανικό ανέκδοτο, δυο χωρικοί, ο Φριτς κι ο Καρλ, μια μέρα, εκεί που στεκόντουσαν στην αυλή του Φριτς, νιώθουν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους! Το σπίτι του Φριτς είχε όπως όλα τα παλιά χωριατόσπιτα έναν βόθρο και η πλάκα που τον σκέπαζε έσπασε. Οι δυο τους πέφτουν μέσα στα λύματα και με τη βία μπορούν να σταθούν. Ο βόθρος είναι γεμάτος γιατί έχει βρέξει και η στάθμη φτάνει μέχρι τον λαιμό του Καρλ. Ο Φριτς όμως είναι λίγο πιο κοντός και τα λύματα φτάνουν σχεδόν μέχρι το στόμα του.
– Ωχ Φριτς, τι κάνουμε τώρα; ρωτάει σαστισμένος, ο Καρλ.
– Όχι κύματα! λέει ο Φριτς μέσα από τα δόντια του.
Η έκβαση των τοπικών βουλευτικών εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου 2026 στο ομοσπονδιακό κράτος της Σαξoνίας-Άνχαλτ θυμίζει λίγο αυτό το ανέκδοτο. Τα μέχρι τώρα παραδοσιακά κόμματα –CDU, SPD, FDP, Πράσινοι, Linke – που κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή βρίσκονται στην θέση του δύσμοιρου Φριτς, λίγο πριν βουλιάξουν στο βούρκο της AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), που όχι μόνο ήρθε πρώτο κόμμα, αλλά με 44% ξεπέρασε το ποσοστό που του έδιναν οι δημοσκόποι, καθώς κατάφερε να σηκώσει από τους καναπέδες τους 170.000 ψηφοφόρους που μέχρι σήμερα απείχαν από κάθε εκλογική διαδικασία.
Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: η AfD θα έχει στο επόμενο Κοινοβούλιο 39 βουλευτές ενώ όλα τα άλλα κόμματα θα μοιραστούν τους υπόλοιπους 44. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έτσι είναι δυνατό να εμποδιστεί μια κυβέρνηση AfD και να σχηματιστεί μια κυβέρνηση «ηττημένων», όμως υπάρχει ένας ακόμα αστάθμητος παράγοντας: η λεγόμενη «Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ» (BSW), ένα προσωποπαγές λαϊκιστικό αριστερό κόμμα, που σύμφωνα με την ιδρύτριά του θεωρεί ότι AfD και BSW έχουν αρκετά κοινά σημεία μεταξύ τους, όπως μια πιο αυστηρή στάση απέναντι στους πρόσφυγες, η άρνηση του ΝΑΤΟ, η ουδετερότητα σε ό,τι αφορά τη στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας και η εχθρική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που να κάνουν δυνατή τουλάχιστον μια συνεργασία.
Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα, το BSW θα καταφέρει να εκπροσωπηθεί στο επόμενο Κοινοβούλιο με πέντε βουλευτές και να παίξει το ρόλο του πολιτικού ρυθμιστή. Ένα νεύμα της Σάρας φαίνεται πως αρκεί για να δημιουργηθούν τα κύματα που φοβούνται οι Φριτς της εκλογικής πραγματικότητας.
Όμως τα πράγματα δεν φαίνεται να είναι τόσο απλά. Καταρχήν στο BSW έχουν αρχίσει οι εσωτερικές τριβές σε σχέση με τη στήριξη της AfD. Στη γειτονική Θουριγγία ήδη αποσχίστηκε μια ομάδα γύρω από τη μέχρι τώρα πρόεδρο του τοπικού BSW που αρνείται να βάλει πλάτες για να ανεβεί η εκεί AfD στην εξουσία. Και η πρόεδρος του BSW της Σαξoνίας-Άνχαλτ δήλωσε ήδη ότι δεν πρόκειται να στηρίξει, ενεργά τουλάχιστον, την εκλογή του προέδρου της τοπικής AfD Ούλριχ Ζίγκμουντ στο αξίωμα του πρωθυπουργού, ζητώντας τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης υπό έναν πρωθυπουργό κοινής αποδοχής (τι μας θυμίζει αυτό;).
Ήδη η στάση του BSW οδήγησε τον συμπρόεδρο της ομοσπονδιακής AfD, Τίνο Χρουπάλα, να ανακοινώσει την ετοιμότητα του κόμματός του να συζητήσει και να συμβιβαστεί με άλλα κόμματα, ελπίζοντας να πείσει σε συνεργασία τουλάχιστον τους Χριστιανοδημοκράτες που, σύμφωνα με τις δημοσκοπικές έρευνες, έχασαν 82.000 ψηφοφόρους προς την AfD και το ποσοστό τους καταρρακώθηκε από το 37,1 στο 17,5%.
Βέβαια είναι ακόμα πολύ νωρίς για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Για την υφιστάμενη κυβέρνηση συνασπισμού από CDU, SPD και FDP (το οποίο δεν εκπροσωπείται πλέον στην τοπική Βουλή καθώς δεν κατάφερε να υπερβεί το πλαφόν του 5%) υπό τον χριστιανοδημοκράτη Σβεν Σούλτσε δεν υπάρχει προς το παρόν κώλυμα κυβερνησιμότητας, καθώς παραμένει μέχρι να εκλεγεί ο επόμενος πρωθυπουργός, κάτι που μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο, γιατί το σύνταγμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν θέτει προθεσμίες για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Ο κ. Σούλτσε έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να διατηρήσει το αξίωμά του εφόσον το BSW δεν ταχθεί ενεργά υπέρ του υποψηφίου της AfD και όλα τα άλλα κόμματα κρατήσουν όρθιο το «τείχος πυροπροστασίας», δηλαδή την κατηγορηματική άρνησή τους να συνεργαστούν με την AfD. Σύμφωνα με τον τρέχοντα καταμερισμό δυνάμεων, που όμως μπορεί να αλλάξει τις επόμενες μέρες, εάν το BSW δηλώσει «παρών» κατά τους τρεις γύρους της ψηφοφορίας τότε θα επικρατήσει ισοψηφία ανάμεσα στους δυο υποψήφιους και ο κ. Σούλτσε θα παραμείνει πρωθυπουργός – όμως τίποτα δεν είναι σίγουρο γιατί οι ψηφοφορίες είναι μυστικές και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξουν διαρροές.
Στην περίπτωση που ο κ. Σούλτσε παραμείνει πρωθυπουργός, θα μπορεί να κυβερνά με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και, σε περίπτωση ψήφισης νόμων και του προϋπολογισμού, με εναλλασσόμενες πλειοψηφίες, ένα μοντέλο που λειτουργεί ήδη ικανοποιητικά και σε άλλα ανατολικογερμανικά ομοσπονδιακά κράτη.
Η πιθανότητες να γίνει πρωθυπουργός ο κ. Ζίγκμουντ είναι και αυτές ρεαλιστικές. Όμως υπό τις τρέχουσες συνθήκες θα καταστεί εξαρτημένος από τις ιδιοτροπίες του BSW, εκτός και αν καταφέρει να εξασφαλίσει την υποστήριξη του CDU – το τίμημα όμως θα είναι βαρύ.
Αλλά ακόμα και αν κατάφερνε να κυβερνήσει αυτοδύναμα, το κυβερνητικό του πρόγραμμα βρίθει από παραλογισμούς και από μέτρα που δεν μπορεί να εφαρμόσει.
Ένα από τα παράλογα σημεία του προγράμματος είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής φοίτησης στο σχολείο και η αντικατάστασή της από μια «υποχρέωση για μόρφωση» που θα επιτρέπει την κατ’ οίκον σχολική διδασκαλία. Το μέτρο αυτό είναι παράλογο γιατί ακόμα και μια κατ’ οίκον διδασκαλία απαιτεί την κρατική εποπτεία, καθώς οι μαθησιακές προϋποθέσεις για την πιστοποίηση της προόδου και για την απόκτηση του απολυτηρίου θα παραμείνουν σε ισχύ. Επιπλέον, στη Γερμανία ούτως ή άλλως επιτρέπεται η ίδρυση ιδιωτικών σχολείων με εναλλακτικά προγράμματα μαθημάτων, τα οποία μπορούν μάλιστα να χρηματοδοτηθούν από κρατικούς πόρους. Οπότε όποιος δεν θέλει να στείλει το παιδί του στο κρατικό σχολείο μπορεί να ιδρύσει ένα σχολείο κομμένο και ραμμένο στα παιδαγωγικά του μέτρα καθιστώντας έτσι τη δυνατότητα μιας αποκλειστικά απομονωμένης σχολικής διδασκαλίας στο σπίτι περιττή.
Ένα άλλο παράλογο μέτρο είναι η εισαγωγή τελετής έπαρσης της σημαίας στα σχολεία. Κανείς δεν μπορεί όμως να υποχρεώσει τις μαθήτριες και τους μαθητές να παρίστανται σε αυτές τις τελετές, γιατί αυτό αντιτίθεται στην ελευθερία της συνείδησης. Οπότε κάθε προσπάθεια επιβολής ποινών για μη παρουσία θα καταρρεύσει στο πρώτο διοικητικό δικαστήριο.
Ένα μέτρο που δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφορά την αντιμετώπιση των προσφύγων και των παράτυπων μεταναστών και εν γένει των αλλοδαπών από τρίτες χώρες, όπως η Ουκρανία ή η Συρία. Τα ομοσπονδιακά κράτη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα ελέγχου των συνόρων και των ροών των ανθρώπων και επιπλέον η Σαξωνία-Άνχαλτ δεν έχει εξωτερικά σύνορα. Τα μόνα διοικητικά μέτρα που μπορεί να πάρει η κυβέρνησή της είναι να αρνηθεί τη χορήγηση ασύλου ή να αναιρέσει το στάτους του αναγνωρισμένου πρόσφυγα ή ίσως την άδεια παραμονής. Όμως αυτό θα οδηγήσει σε μια χιονοστιβάδα προσφυγών στα δικαστήρια, ενώ η κυβέρνηση ενός ομοσπονδιακού κράτους δεν έχει επίσης καμία αρμοδιότητα να συνάψει διεθνείς συμβάσεις επιστροφής με άλλες χώρες.
Κάτι που έχει διακηρύξει η AfD και που μπορεί να εφαρμόσει είναι η διακοπή χρηματοδότησης όσων ΜΚΟ δεν της ταιριάζουν. Όμως και εδώ θα υπάρξουν αντιδράσεις και προσφυγές στα δικαστήρια.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον κ. Ζίγκμουντ ελλοχεύει από το ίδιο του το κόμμα: το ομοσπονδιακό προεδρείο θα προσπαθήσει να ελέγξει την πολιτική του και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα κόμματα, ενώ η τοπική AfD της Σαξονίας-Άνχαλτ έχει χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος ως εν μέρει ακραίο δεξιό κόμμα και εχθρικό προς τη συνταγματική τάξη. Αν λάβουμε δε υπόψη ότι μια τοπική του οργάνωση διατύπωσε το αίτημα να καταργηθεί ο εορτασμός των Χριστουγέννων και άλλων χριστιανικών εορτών και να αντικατασταθεί από την αναβίωση εορτασμών αρχαίων υποτίθεται γερμανικών εορτών, όπως το χειμερινό ηλιοστάσιο, δεν είναι απίθανο να βρεθεί ο κ. Ζίγκμουντ αργά ή γρήγορα στη θέση του μαθητευόμενου μάγου, να μην μπορεί να διαφεντέψει τα στοιχειά που φώναξε…
Σχεδόν συγκινητική μοιάζει η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη με ένα ακόμη οικονομικό πρόγραμμα. Σαν να ξαναβρίσκεις ύστερα από χρόνια ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ. Οι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει, ορισμένοι άλλαξαν κόμμα, άλλοι άλλαξαν μαλλιά, κάποιοι απέκτησαν περισσότερη εμπειρία, αλλά κάπου μέσα στις φωτογραφίες αναγνωρίζεις αμέσως το σπινθηροβόλο γνώριμο βλέμμα εκείνης της ακατανίκητης ιδεολογικής αισιοδοξίας ότι, αν οι αριθμοί δεν συμφωνούν μαζί μας, ίσως χρειάζονται λίγη πολιτική καθοδήγηση.
Το νέο οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ παρουσιάστηκε με τη μορφή που έχουν συνήθως οι μεγάλες εποχικές εκπτώσεις: όλα κάτω. Φόροι κάτω, ΦΠΑ κάτω, λογαριασμοί ρεύματος κάτω. Αλλά μισθοί πάνω, επιδόματα πάνω, ενισχύσεις πάνω. Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ, αυξήσεις σε εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές, φοιτητικό επίδομα, φθηνότερη ενέργεια. Έλειπε σχεδόν μόνο το «δύο στην τιμή του ενός» και η ένδειξη «η προσφορά ισχύει μέχρι εξαντλήσεως του δημοσιονομικού χώρου».
Ανάμεσα στις προσφορές εμφανίστηκε και μια από τις ωραιότερες φράσεις της νέας εποχής: η «πατριωτική εισφορά». Ο πλούτος καλείται πλέον να συνεισφέρει όχι απλώς επειδή φορολογείται, αλλά επειδή αγαπά την πατρίδα. Εξαιρετική ιδέα. Μένει μόνο να διευκρινιστεί αν ο νέος αυτός οικονομικός πατριωτισμός θα επεκταθεί κάποτε και στη χρηματοδότηση των πανάκριβων κομματικών μηχανισμών εξουσίας: ποιος πληρώνει τι, ποιοι ενισχύουν ποιον και με πόση διαφάνεια. Γιατί το μεγάλο κεφάλαιο έχει αποδείξει διαχρονικά ότι ο πατριωτισμός του παρουσιάζει αξιοθαύμαστη ευελιξία, ιδίως όταν πρόκειται για την καλλιέργεια καλών σχέσεων με εκείνους που ενδέχεται αύριο να κυβερνούν. Θα είχε λοιπόν ενδιαφέρον να μάθουμε αν η «πατριωτική εισφορά» αποτελεί φόρο επί του μεγάλου πλούτου ή ένα είδος παράλληλου οικονομικού προγράμματος εξόφλησης της παλιάς του σχέσης με την πολιτική εξουσία.
Το ωραιότερο, πάντως, είναι ότι ακόμη και οι ίδιες οι προσφορές φαίνεται να έχουν διαφορετική τιμή ανάλογα με το φυλλάδιο που κρατά κανείς. Στην ομιλία της Θεσσαλονίκης ο Τσίπρας ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, προσλήψεις 30.000 εκπαιδευτικών, μηδενική συμμετοχή των συνταξιούχων στα φάρμακα, αυξήσεις 500 ευρώ σε γιατρούς και νοσηλευτές, 300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς και επίδομα 500 ευρώ στους φοιτητές. Στο «Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2027–2030» που διανεμήθηκε κατόπιν στους δημοσιογράφους, η κυβέρνηση εντόπισε διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και ποσά. Η ΕΛΑΣ απάντησε ότι τίποτε δεν άλλαξε και ότι απλώς τα μέτρα εφαρμόζονται σταδιακά σε τέσσερα χρόνια.
Με άλλα λόγια, έχουμε πλέον και πρόγραμμα βιτρίνας και πρόγραμμα ταμείου. Στη βιτρίνα βλέπεις «500 ευρώ». Στο ταμείο πληροφορείσαι ότι αρχίζεις από 125 και, αν όλα πάνε καλά, φτάνεις στα 500 το 2030. Στη βιτρίνα γράφει «300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς». Στην κοστολόγηση η διαδρομή αρχίζει από 75. Δεν πρόκειται, μας εξηγούν, για διαφορετική προσφορά. Είναι η ίδια προσφορά σε τέσσερις ετήσιες δόσεις.
Και κάπου εδώ αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν επέστρεψε απλώς με νέο οικονομικό πρόγραμμα. Επέστρεψε με ολόκληρη νέα εμπορική πολιτική: άλλο βλέπεις στην προθήκη, άλλο διαβάζεις στα ψιλά γράμματα και στο τέλος χρειάζεσαι το οικονομικό επιτελείο για να σου εξηγήσει πόσο ακριβώς κοστίζει αυτό που μόλις σου χάρισαν. Στο μεταξύ η πλευρά Τσίπρα κοστολογεί το πρόγραμμα στα 7,39 δισ. ευρώ στην τετραετία, ενώ η κυβέρνηση ανεβάζει πολύ ψηλότερα τον λογαριασμό, μιλώντας για περίπου 13 δισ. στο έτος πλήρους εφαρμογής.
Και τότε εμφανίστηκε ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών Γιώργος Παππάς για να βάλει τάξη στους αριθμούς. Μόνο που οι αριθμοί, όπως αποδείχθηκε, είχαν διαφορετική γνώμη. Το φοιτητικό επίδομα των 500 ευρώ τον μήνα για δέκα μήνες δίνει 5.000 ευρώ τον χρόνο. Επί 80.000 φοιτητές, 400 εκατομμύρια. Ως εδώ όλα πήγαιναν θαυμάσια και μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι η αριθμητική είχε επιτέλους συμφιλιωθεί με την Αριστερά.
Το πρόβλημα παρουσιάστηκε όταν μπήκε στη συζήτηση η τετραετία. Τα 400 εκατομμύρια τον χρόνο, αντί να πολλαπλασιαστούν επί τέσσερα, διαιρέθηκαν διά τέσσερα και έγιναν 100 εκατομμύρια. Έτσι γεννήθηκε, έστω για λίγα λεπτά, μια νέα σχολή οικονομικής σκέψης: όσο περισσότερο διαρκεί μια κρατική δαπάνη τόσο φθηνότερη γίνεται.
Η ανακάλυψη έχει τεράστιες δυνατότητες. Με αυτή τη μέθοδο μπορεί κανείς να λύσει σχεδόν όλα τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας. Ένα μέτρο κοστίζει ένα δισεκατομμύριο το χρόνο για τέσσερα χρόνια; Διαίρεσέ το διά τέσσερα και έπεσε στα 250 εκατομμύρια. Το πρόγραμμα εξακολουθεί να εφαρμόζεται κανονικά, οι δικαιούχοι εξακολουθούν να πληρώνονται κανονικά και τα χρήματα απλώς εξαφανίζονται κάπου μεταξύ πολλαπλασιασμού και διαίρεσης. Πρόκειται για οικονομική πολιτική που θα ενθουσίαζε κάθε υπουργό Οικονομικών, αρκεί να μην είχε περάσει ποτέ από το δημοτικό.
Κάπου εδώ αρχίζει να αποκτά νόημα και η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα. Γιατί η σχέση του πολιτικού του χώρου με τους αριθμούς υπήρξε ανέκαθεν δημιουργική. Το 2015 είχαμε ένα ολόκληρο καλοκαίρι κατά το οποίο η χώρα ανακάλυπτε καθημερινά νέες δυνατότητες της οικονομικής επιστήμης: παράλληλα συστήματα πληρωμών, IOU, σχέδια για εναλλακτικά νομίσματα, δραχμές που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν από τη δημόσια συζήτηση, τράπεζες κλειστές και πολίτες που μάθαιναν ότι εξήντα ευρώ την ημέρα είναι αρκετά για να συνεχίσει κανείς να αισθάνεται Ευρωπαίος.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι οι θεωρίες του απαιτούσαν μια κάποια εξοικείωση με τα οικονομικά για να τις παρακολουθήσεις. Χρειαζόσουν παράλληλα συστήματα, ηλεκτρονικές πλατφόρμες, φορολογικούς λογαριασμούς, IOU και αρκετές ώρες συζήτησης για να καταλάβεις τι ακριβώς επρόκειτο να συμβεί. Η νέα γενιά απλοποίησε αποφασιστικά τη μέθοδο. Δεν χρειάζονται πια πολύπλοκα νομισματικά σχέδια. Χρειάζεται μόνο να ξεχάσεις ποια πράξη κάνουμε όταν κάτι επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές.
Από αυτή την άποψη, η εξέλιξη είναι εντυπωσιακή. Το 2015 συζητούσαμε για παράλληλο νόμισμα. Το 2026 φτάσαμε στην παράλληλη προπαίδεια.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σταθερό στοιχείο της οικονομικής σκέψης γύρω από τον Τσίπρα: οι λογαριασμοί έχουν μιαν ενοχλητική συνήθεια να βγαίνουν διαφορετικοί όταν περνούν από το χαρτί στην πραγματικότητα. Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης κόστιζε κάποτε πολύ λιγότερο πριν δοκιμαστεί στην εξουσία. Η «σκληρή διαπραγμάτευση» θα έφερνε καλύτερη συμφωνία μέχρι που κατέληξε σε τρίτο μνημόνιο. Και τώρα μια τετραετής δαπάνη των 400 εκατομμυρίων το χρόνο κατάφερε για λίγο να κοστίζει συνολικά 100 εκατομμύρια!
Το καλό με την πολιτική είναι ότι διαθέτει πάντοτε μια λέξη για να διορθώσει έναν αριθμό. Αν ο λογαριασμός δεν βγαίνει, μπορείς να τον ονομάσεις «δημοσιονομικό χώρο». Αν το μέτρο κοστίζει περισσότερο, μπορείς να μιλήσεις για «σταδιακή εφαρμογή». Αν ο φόρος είναι φόρος, τον λες «πατριωτική εισφορά». Και αν 400 επί τέσσερα κάνουν 1,6 δισεκατομμύρια, μπορείς πάντοτε να ελπίζεις ότι μέχρι να φτάσει ο λογαριασμός στο ταμείο ο ψηφοφόρος θα θυμάται μόνο τα 500 ευρώ της βιτρίνας.
Αλλά εκεί όπου νόμιζες ότι το νέο οικονομικό επιτελείο είχε εξαντλήσει τις δημιουργικές του δυνατότητες, ήρθαν οι θυρίδες. Ο Γιώργος Παππάς εξήγησε ότι στο πλαίσιο του περιουσιολογίου για την περίφημη «πατριωτική εισφορά» θα μπορούσαν να καταγράφονται ακόμη και κοσμήματα και τιμαλφή που φυλάσσονται στις τραπεζικές θυρίδες. Η οικονομική πολιτική απέκτησε ξαφνικά κάτι από ενεχυροδανειστήριο με εθνικό πρόσημο.
Η «πατριωτική εισφορά» είναι, ομολογουμένως, μία από εκείνες τις φράσεις που μόνο η Αριστερά μπορεί να εφεύρει. Ο φόρος αποκτά ηθικό πλεονέκτημα.
Πάντως, για μια παράταξη που θέλει να πείσει τη μεσαία τάξη, η οποία δεν διατηρεί και τις καλύτερες αναμνήσεις, ότι έχει διδαχθεί από την προηγούμενη κυβερνητική της θητεία, η εικόνα στελέχους του οικονομικού της επιτελείου να συζητά δημόσια για καταγραφή κοσμημάτων σε θυρίδες είναι ένας κάπως πρωτότυπος τρόπος επαναπροσέγγισης. Και όλα αυτά μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες από την παρουσίαση ενός προγράμματος το οποίο φιλοδοξεί να αποδείξει ότι ο Τσίπρας επέστρεψε ωριμότερος, σοβαρότερος και κυρίως οικονομικά πειστικότερος.
Εδώ βρίσκεται ο τραγέλαφος αυτής της ιστορίας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα στέλεχος έκανε μια λάθος πράξη στην τηλεόραση. Λάθη κάνουν όλοι. Ούτε ότι ένας φόρος περιουσίας μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία. Ας δεχτούμε ότι αυτό αποτελεί πολιτική επιλογή και συζητείται. Το κωμικό γεννιέται από τη συνάντηση αυτών των δύο περιστατικών με μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική βιογραφία.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ζωή προτείνοντας ένα φιλόδοξο οικονομικό πρόγραμμα. Έχει ήδη κυβερνήσει. Έχει ήδη διαπραγματευθεί. Έχει ήδη παρουσιάσει ένα άλλο πρόγραμμα στη Θεσσαλονίκη. Έχει ήδη ζήσει το καλοκαίρι του 2015, τις τράπεζες, τα capital controls, το δημοψήφισμα, τον Βαρουφάκη και τελικά το τρίτο μνημόνιο. Επομένως κάθε νέα οικονομική εξαγγελία του κουβαλάει αναγκαστικά μαζί της έναν παλιό λογαριασμό.
Και ο λογαριασμός αυτός δεν παραγράφεται με διαίρεση.
Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο μάθημα της νέας ΕΛΑΣ. Μπορείς να αλλάξεις όνομα κόμματος, συνθήματα, συνεργάτες και πολιτική συσκευασία. Μπορείς να αντικαταστήσεις το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» με «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης», το 2015 με το 2026 και τον Βαρουφάκη με ένα καινούργιο οικονομικό επιτελείο.
Υπάρχει όμως ένα πεισματάρικο πράγμα που δεν εκσυγχρονίζεται εύκολα. Το τέσσερα επί τετρακόσια εξακολουθεί να κάνει χίλια εξακόσια. Και προς μεγάλη απογοήτευση της πολιτικής, αυτό ίσχυε και το 2015. Κάπου, βέβαια, αυτά τα χρήματα πρέπει να βρεθούν. Και όταν μια τετραετία αρνείται πεισματικά να κοστίσει όσο θα θέλαμε, αρχίζει η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης. Έτσι φτάσαμε στις θυρίδες.
Σε κάθε περίπτωση, η ακολουθία των γεγονότων είναι υποδειγματική. Πρώτα ανακοινώνεις τις προσφορές. Ύστερα το οικονομικό επιτελείο μπερδεύει τον πολλαπλασιασμό με τη διαίρεση. Μετά, όταν ο λογαριασμός αρχίζει να αποκτά το πραγματικό του μέγεθος, κοιτάζεις προς τις θυρίδες.
Το 2015 ψάχναμε παράλληλο νόμισμα. Το 2026 ψάχνουμε το βραχιόλι της γιαγιάς.
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε πράγματι ανανεωμένος. Η οικονομική φαντασία του πολιτικού του χώρου παραμένει, ευτυχώς, απολύτως αναγνωρίσιμη.
Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και οι θεσμοί της, η σύνθεση του προεδρείου της Βουλής, η υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα και η απόρριψή της ως απόρριψη της ελαφρότητας.
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Σύνθεση - ασυμβίβαστα
Άρθρo 6
1. Το Προεδρείο της Βουλής εκλέγεται από τα μέλη της και απαρτίζεται από τον
Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους, τρεις Κοσμήτορες και έξι Γραμματείς, όπως ειδικότερα ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.
2. […] Ο τέταρτος Αντιπρόεδρος, ένας Κοσμήτορας και ένας Γραμματέας προέρχονται από τη δεύτερη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ο πέμπτος Αντιπρόεδρος και ένας Γραμματέας προέρχονται από την τρίτη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Αν οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες είναι περισσότερες από τρεις, εκλέγεται ένας Αντιπρόεδρος για κάθε επιπλέον Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Άρθρo 8
1. H Βουλή, υπό την προεδρία του νέου Προέδρου της, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση, εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες, σε τέσσερις διαδοχικές, χωριστές, ψηφοφορίες, τους Αντιπροέδρους, τους Κοσμήτορες και τους Γραμματείς.
2. Υποβολή υποψηφιότητας δεν είναι παραδεκτή. Της εκλογής των μελών του προεδρείου του παρόντος άρθρου δεν προηγείται συζήτηση».
Από την επισκόπηση των παραπάνω άρθρων του ισχύοντος Κανονισμού της Βουλής προκύπτει αβίαστα ότι:
1) Ο Πρόεδρος, οι επτά αντιπρόεδροι, οι κοσμήτορες και οι γραμματείς της Βουλής εκλέγονται από τα μέλη της διά ψηφοφρίας. Δεν προβλέπεται δηλαδή πουθενά στον Κανονισμό άλλος τρόπος ανάδειξής τους, όπως π.χ. διακομματική συμφωνία, διαπραγμάτευση κ.λπ.
2) Ο 4ος έως και ο 7ος Αντιπρόεδρος, αυτά τα μέλη του προεδρείου προέρχονται μεν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όμως καταλαμβάνουν τη θέση κατόπιν εκλoγής διά ψηφοφορίας. Εάν δεν απαιτούνταν σχετική εκλογική ψηφοφορία τότε ο Κανονισμός θα έγραφε απλώς «ορίζονται από τα κόμματα» και όχι «προέρχονται από τα κόμματα».
3) Στη σχετική διαδικασία ανάδειξης των Αντιπροέδρων η Βουλή «εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες».
4) Οι υποψήφιοι δεν μπορούν να αυτοπροταθούν αλλά προτείνονται από τα κόμματα και κατά τις διαδικασίες αυτές δεν προηγείται σχετική συζήτηση.
Συνεπώς, αυτό που ζητούσαν, όπως το ζητούσαν (κωνσταντοπουλικώ τω τρόπω), οι εκπρόσωποι των κομμάτων με επικεφαλής την Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Χρήστο Γιαννούλη, δηλαδή «να τοποθετηθούν τα κόμματα», όχι μόνο δεν επιτρέπεται αλλά απαγορεύεται ρητά από τον Κανονισμό. Ήταν συνεπώς παντελώς παράνομο και ορθότατα απορρίφτηκε από τον Προεδρεύοντα Πάρη Κουκουλόπουλο.
Πηγαίνοντας τώρα στην ουσία της υπόθεσης:
Κάθε ψηφοφορία, ιδιαίτερα στη Βουλή, εξυπακούεται ότι γίνεται και πρέπει να γίνεται στα σοβαρά. Μη σοβαρές ψηφοφορίες ή ψηφοφορίες σικέ, δηλαδή προσυμφωνημένες, ειδικά στη Βουλή, δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές.
Με δεδομένο ότι η θέση του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι ένα νευραλγικό για τη λειτουργία της δημοκρατίας αξίωμα, φυσικό είναι να απαιτεί κάποια προσόντα εκ μέρους του υποψηφίου. Διότι τίποτα δεν αποκλείει, αντίθετα είναι σφόδρα πιθανόν, να υπάρχει προτεινόμενος από κόμμα υποψήφιος που να μην πληροί τα προσόντα για την κάλυψή της.
Εάν δεχτούμε αξιωματικά ότι όλοι όσοι έχουν αναδειχτεί βουλευτές μπορούν να καλύψουν το σπουδαίο αυτό λειτούργημα, τότε απλώς παίζουμε με τη δημοκρατία, και τέτοιο δικαίωμα δεν μας έχει παραχωρήσει κανείς.
Πιστεύω μάλιστα ότι πολλοί από τους τριακόσιους και της σημερινής Βουλής είναι ακατάλληλοι για αντιπρόεδροι της Βουλής. Χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, με την έννοια ότι βουλευτής που δεν διαθέτει τα προσόντα για μια θέση στο Προεδρείο της Βουλής μπορεί να ασκεί άριστα τα βουλευτικά του καθήκοντα και να στελεχώσει κάλλιστα τη Βουλή ή την πολιτεία γενικότερα από άλλη θέση ευθύνης.
Κλασικό παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης της ΝΔ, ο οποίος προφανώς δεν είναι κατάλληλος για τη θέση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Βουλής λόγω του συγκρουσιακού του χαρακτήρα, όπως ο ίδιος άλλωστε δημοσίως παραδέχεται. Πολύ θα ήθελα να δω τους βουλευτές, ειδικά αυτής της αντιπολίτευσης, να τον ψηφίζουν για μια τέτοια θέση, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να το δω στον αιώνα τον άπαντα.
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο προτεινόμενος από το κόμμα υποψήφιος δεν συγκεντρώνει τα απαραίτητα προσόντα, τότε δεν φταίει ο υποψήφιος, αλλά το κόμμα που τον προτείνει.
Με δεδομένο επίσης ότι η Βουλή, οι Βουλευτές, ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της Βουλής κ.λπ., είναι κρίσιμα για τη λειτουργία της δημοκρατίας όργανα (ο Πρόεδρος της Βουλής αντικαθιστά υπό προϋποθέσεις τον πρώτο πολίτη της χώρας Πρόεδρο της Δημοκρατίας), το ερώτημα είναι πώς, με ποιον τρόπο δηλαδή, εξυπηρετείται καλύτερα η δημοκρατία: με την απλή πρόταση του υποψηφίου εκ μέρους του κόμματος και την ανέλεγκτη αποδοχή της από τα υπόλοιπα κόμματα, ακόμα κι αν ο κομματικός υποψήφιος είναι εμφανώς ακατάλληλος για τη θέση αυτή, ή με την ουσιαστικού ελέγχου των προσόντων του αποδοχή του;
Η ανάδειξη της Ζωής Κωνσταντοπούλου στη θέση της Προέδρου της Βουλής το πρώτο εξάμηνο του 2015 προφανώς και συνηγορεί σφόδρα και αντικειμενικά υπέρ της άποψης του ουσιαστικού ελέγχου. Θα ξαναψήφιζε κανένα κόμμα από τα σημερινά, ακόμα κι αυτό που την πρότεινε το 2015, ως Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο της Βουλής την κυρία Κωνσταντοπούλου; Προφανώς όχι.
Πρέπει συνεπώς και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κατανοήσουν ότι το αξίωμα του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από οποιοδήποτε εσωκομματικό αξίωμα, αφού στη δεύτερη περίπτωση το αξίωμα έχει να κάνει με το κόμμα και τα μέλη του κόμματος, ενώ στην πρώτη με πολιτειακό θεσμό, και μάλιστα τον κυριότερω σε μία δημοκρατία.
Εξάλλου, η ουσιαστική ψηφοφορία για την ανάδειξη αντιπροέδρου δεν αποτελεί και το τέλος της πολιτικής: ο νυν Πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης (όπως και όλοι οι προηγούμενοι Πρόεδροι της Βουλής κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης) δεν υπερψηφίστηκε από όλα τα κόμματα, αλλά στη σχετική ψηφοφορία καταψηφίστηκε από το ΚΚΕ, την Πλεύση Ελευθερίας (Ζωή Κωνστανοπούλου), τη Νέα Αριστερά, τη Νίκη και άλλους τέσσερις βουλευτές προερχόμενους από τους Σπαρτιάτες.
Έχω την εντύπωση ότι κανείς από τους μέχρι σήμερα Προέδρους της Βουλής δεν έχει αναδειχτεί παμψηφεί. Υπάρχουν μάλιστα και κάποιοι, όπως π.χ. ο Αθανάσιος Τσαλδάρης της ΝΔ, ο οποίος είχε αναδειχτεί με σχετική πλειοψηφία, δηλαδή με ψήφους αρκετά λιγότερες από 150.
Τέλος, είναι δεδομένο ότι το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής, αλλεπαλλήλως μέχρι σήμερα τροποποιηθέντα, τείνουν προς μια όλο και περισότερο αναλογική εκπροσώπηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ιδίως των μικρών, στο Προεδρείο της Βουλής, επιδιώκοντας να ενισχύσουν και να εξασφαλίσουν τα «δικαιώματα της μειοψηφίας», δηλαδή της Αντιπολίτευσης. Και πράττουν άριστα.
Αυτό όμως δεν είναι ούτε απροϋπόθετο, ούτε μονοσήμαντο, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογη σοβαρότητα πρότασης υποψηφίων εκ μέρους των κομμάτων, πράγμα το οποίο δεν ισχύει πάντα.
Το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής δεν κάνουν χάρη σε κανέναν.
Δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν χάρη σε κανέναν, ούτε και στα μικρά κόμματα. Τα μικρά κόμματα την οποιαδήποτε συνταγματική τους «εύνοια» πρέπει να την κερδίσουν και να την ανταποδώσουν με την λειτουργική τους σοβαρότητα.
Διότι μόνο με λειτουργική αμοιβαιότητα, μπορεί να εξασφαλιστεί ο σκοπός των συνταγματικών και κανονιστικών της Βουλής προβλέψεων για χάρη της ορθής λειτουργίας της δημοκρατίας.
Η Βουλή δεν έχει το δικαίωμα να θέτει υπό αμφισβήτηση ή κίνδυνο ούτε τη δική της λειτουργία ούτε τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση η (υποκειμενική) βούληση ενός πολιτικού κόμματος, μικρού ή μεγάλου αδιάφορο, δεν μπορεί να ανάγεται σε μείζονα, της (κατά τεκμήριον αντικειμενικής) δημοκρατικής λειτουργίας της Βουλής, παράγοντα ή συντελεστή.
Εξάλλου, Βουλή σημαίνει υπεύθυνη, ουσιαστική και στην πράξη εφαρμογή συναινετικών διαδικασιών (κράτα με να σε κρατώ, ν’ ανεβούμε το βουνό) και όχι ανεύθυνη και χαριστική εξεύρεση τεχνητών ισορροπιών (κάνε μου τα στραβά μάτια, για να σου τα κάνω κι εγώ με τη σειρά μου κ.ο.κ.), οι οποίες όχι μόνο δεν μακροημερεύουν, αλλά και τα αποτελέσματά τους, ακόμα κι όταν δεν είναι αρνητικά, είναι προσωρινά και ατελέσφορα.
Συνεπώς, ας μην ανησυχούν εκεί στην Αντιπολίτευση για τα, συνταγματικά μάλιστα κατοχυρωμένα, «δικαιώματα της μειοψηφίας». Αυτά δεν κινδυνεύουν από τις προβλεπόμενες συνταγματικά νόμιμες διαδικασίες, αλλά από την αφερεγγυότητα των κομμάτων που τα ασκούν.
Ούτε «θεσμικό ολίσθημα» λοιπόν υπήρξε στην περίπτωση της Έλενας Ακρίτα, ούτε μεταβολή της Βουλής σε «κομματικό φέουδο» υπήρξε, ούτε «παραβίαση των κοινοβουλευτικών ηθών» έλαβε χώρα: οι ίδιοι βουλευτές που καταψήφισαν τώρα την κυρία Ακρίτα, οι ίδιοι πριν λίγο καιρό υπερψήφισαν, και μάλιστα ασμένως, την Όλγα Γεροβασίλη, του ιδίου κόμματος βεβαίως βεβαίως. Τον λόγο δεν χρειάζεται νομίζω να τον αναλύσω. Προκύπτει αναμφισβήτητα από τα συμφραζόμενα: η καταλληλότητα για την κάλυψη της θέσης.
Θεμιτή, θεμιτότατη λοιπόν η ιδιαιτερότητα εκλογής των 4ου έως 7ου Αντιπροέδρων της Βουλής από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, αλλά όχι απροϋπόθετα και όχι ελαφρά τη καρδία.
Ή ελαφρά γενικότερα.
2010–2014: Από την αγανάκτηση στην πόρτα της εξουσίας
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε. Για την ακρίβεια, επέστρεψε ξανά. Αυτή τη φορά με νέο κόμμα, νέα διακήρυξη, νέα πρόσωπα, νέα εθνική πυξίδα και την υπόσχεση για ένα «σοκ εντιμότητας και δημοκρατίας». Ζήτησε ακόμη και μια «νέα Μεταπολίτευση». Η νέα Μεταπολίτευση έχει προς το παρόν ένα μικρό πρόβλημα: επικεφαλής της βρίσκεται ένας από τους κεντρικούς αρνητικούς πρωταγωνιστές της προηγούμενης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρώην πρωθυπουργό. Άλλωστε, αν υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό χάρισμα που διαθέτει ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η ικανότητά του να εμφανίζεται κάθε φορά σαν να συστήνεται για πρώτη φορά στο εκλογικό σώμα...
Θα είχε ίσως νόημα, πριν υποστούμε το νέο σοκ εντιμότητας, να θυμηθούμε το προηγούμενο. Και ας δεχτούμε εξαρχής ότι οι πολιτικοί δικαιούνται να αλλάζουν – και συχνά οφείλουν να το κάνουν. Ας λησμονήσουμε ακόμη ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε πάντοτε εξίσου γενναιόδωρος με αυτό το δικαίωμα όταν επρόκειτο για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή γνώμης και στη συστηματική αντικατάσταση της χθεσινής «αλήθειας» από μια καινούργια, χωρίς την ενοχλητική μεσολάβηση της παραδοχής ότι η προηγούμενη αποδείχθηκε ψευδής.
Θα του κάνουμε και μία ακόμη παραχώρηση. Δεν θα επιχειρήσουμε να χωρέσουμε εδώ ολόκληρη τη δημόσια πολιτική του διαδρομή, έναν μαραθώνιο υποσχέσεων που ξεχάστηκαν, βεβαιοτήτων που διαψεύστηκαν, ανθρώπων που στοχοποιήθηκαν και ευθυνών που, όταν έφθασε η ώρα του λογαριασμού, είχαν μια παράξενη τάση να μετακομίζουν στους συνεργάτες του. Θα περιοριστούμε σε ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές της πορείας του προς τον λαό και, κυρίως, προς την εξουσία. Η επιλογή είναι αναγκαστικά αποσπασματική. Το υλικό, δυστυχώς, είναι άφθονο.
Η αφετηρία βρίσκεται στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία, το πρώτο Μνημόνιο και μια κοινωνία που έβλεπε εισοδήματα, δουλειές και βεβαιότητες μιας ολόκληρης εποχής να καταρρέουν. Η οργή ήταν πραγματική. Πραγματικές ήταν και οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος που είχε οδηγήσει τη χώρα μέχρι εκεί. Μέσα σε αυτή την οργή, όμως, γεννήθηκε και μια καινούργια πολιτική γλώσσα. Το Μνημόνιο δεν παρουσιαζόταν απλώς ως λανθασμένη ή επώδυνη πολιτική. Ήταν «πειρατεία», κατά τον ίδιο τον Τσίπρα. Οι αντίπαλοι δεν έκαναν απλώς λάθος, αλλά υπηρετούσαν ένα καθεστώς υποταγής. Η πολιτική διαφωνία άρχισε να αποκτά ηθικούς ενόχους και, πολύ γρήγορα, προδότες.
Στις 5 Μαΐου 2010, μέσα σε μια τεράστια αντιμνημονιακή διαδήλωση, τρεις εργαζόμενοι της Marfin –ανάμεσά τους μία έγκυος γυναίκα– δολοφονήθηκαν όταν κουκουλοφόροι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Σταδίου. Το έγκλημα αυτό άφησε στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας ένα βαθύ τραύμα και συνδέθηκε έκτοτε με ένα κλίμα πολιτικής βίας, στοχοποίησης και ανεξέλεγκτης οργής. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στον Τσίπρα ή στον ΣΥΡΙΖΑ ευθύνη για το ίδιο το έγκλημα για να αναρωτηθούμε ποιο πολιτικό κλίμα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω του. Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε λειτουργήσει ως όριο. Ως υπενθύμιση ότι, όταν η πολιτική οργή απελευθερώνεται από κάθε μέτρο και ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος και μετατρέπεται σε εχθρό του λαού, κάποια στιγμή εμφανίζονται άνθρωποι που παίρνουν τα συνθήματα στην κυριολεξία.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 2011, εμφανίστηκαν οι Αγανακτισμένοι. Αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ η δημιουργία του κινήματος, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι η πολιτική εγγύτητα του κόμματος με τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και διαφόρων κινηματικών συλλογικοτήτων τού επέτρεψε να αντιληφθεί πολύ γρήγορα τη δυναμική του και να επενδύσει πολιτικά σε αυτήν περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα.
Στην πλατεία Συντάγματος συνυπήρξαν άνθρωποι σχεδόν όλων των πολιτικών πεποιθήσεων: αριστεροί, δεξιοί, εθνικιστές, πολίτες συντετριμμένοι από την κρίση, συνωμοσιολόγοι και κάθε πιθανή απόχρωση της αντισυστημικής οργής. Ο Τσίπρας όμως κατάλαβε νωρίς ότι εκεί διαμορφωνόταν ένα νέο πολιτικό ακροατήριο. Χαρακτήρισε το Σύνταγμα «μια ιδιότυπη Εκκλησία του Δήμου» και είδε στους Αγανακτισμένους τη γέννηση μιας κοινωνικής δύναμης που πολύ σύντομα θα άλλαζε και τους εκλογικούς συσχετισμούς. Ο θυμός της πλατείας είχε αρχίσει να αποκτά πολιτικό εκφραστή.
Το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν στη γλώσσα με την οποία νομιμοποιήθηκε ένα κλίμα όπου οι κοινοβουλευτικοί αντίπαλοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως φορείς μιας πολιτικής που έπρεπε να ηττηθεί και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εχθροί του λαού. Όταν άρχισαν οι προπηλακισμοί βουλευτών, ο Τσίπρας συμβούλευε τους πολίτες να προσέχουν μήπως, με τις αποδοκιμασίες τους, επιτρέψουν σε όσους είχαν ψηφίσει το Μνημόνιο να μετατραπούν «από θύτες του ελληνικού λαού σε θύματα». Η προτροπή κατέληγε βεβαίως στη δημοκρατική λύση της κάλπης. Η λέξη «θύτες» όμως είχε ήδη κάνει τη δουλειά της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ο πιο επιτυχημένος κοινοβουλευτικός εκφραστής αυτής της οργής, χωρίς να είναι ο μόνος. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή εκτινάχθηκαν επίσης σε ποσοστά αδιανόητα λίγα χρόνια νωρίτερα, αντλώντας από την ίδια δεξαμενή θυμού, απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και αντιμνημονιακής αγανάκτησης. Η διαφορά ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να μετατρέψει αυτήν την κοινωνική έκρηξη όχι απλώς σε εκλογική ενίσχυση, αλλά σε πραγματική προοπτική εξουσίας.
Μέσα σε αυτή την ακραία τοξικότητα, την εμφυλιοπολεμική ρητορική και τις προσωπικές στοχοποιήσεις, τις περίφημες «δολοφονίες χαρακτήρων», υπήρχε πάντως και μια αξιοπρόσεκτη εξαίρεση. Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός την περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας πήρε καταστροφικές διαστάσεις και με βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για όσα ακολούθησαν, βρέθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό έξω από το πεδίο πυρός του ΣΥΡΙΖΑ. Η οργή που περίσσευε για τους περισσότερους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης, εμφάνιζε εδώ μια παράξενη εγκράτεια.
Η στάση αυτή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δει κανείς υπό το φως όσων ακολούθησαν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στην εξουσία, ο Προκόπης Παυλόπουλος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος ανέλαβε κεντρικό ρόλο στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Πάνος Καμμένος έγινε κυβερνητικός εταίρος. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει κάποια υπόγεια συμφωνία. Δείχνει όμως ότι η καταγγελία του «παλιού συστήματος» δεν κατευθυνόταν με την ίδια ένταση προς όλες τις πλευρές του. Η πολιτική οργή, όπως αποδείχθηκε, είχε και τις προτιμήσεις της.
Τα αποτελέσματα φάνηκαν γρήγορα. Το κόμμα που το 2009 είχε πάρει 4,60% εκτοξεύθηκε στο 16,78% τον Μάιο του 2012 και στο 26,89% έναν μήνα αργότερα. Σε δυόμισι χρόνια ο Τσίπρας είχε μετακινηθεί από την ηγεσία ενός μικρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη θέση του βασικού διεκδικητή της εξουσίας. Δεν ήταν βεβαίως ο μόνος που εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος. Ήταν όμως εκείνος που κατάλαβε καλύτερα ότι μια οικονομική κρίση μπορούσε να μετατραπεί σε ηθικό εμφύλιο. Από τη μία ο λαός και από την άλλη το «μνημονιακό σύστημα», οι «μερκελιστές», η διαπλοκή, οι πρόθυμοι, οι υποταγμένοι.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η γεωπολιτική εναλλακτική. Το 2012, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες ήταν για τον Τσίπρα «ένα μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε», ώστε η Ευρώπη να αφήσει πίσω της το καπιταλιστικό μοντέλο. Δεν επρόκειτο για μια φευγαλέα νεανική κουβέντα σε κάποια κομματική ταβέρνα. Ήταν πολιτική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είχε ήδη γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και διεκδικούσε την πρωθυπουργία.
Έναν χρόνο αργότερα, ο στενότερος συνεργάτης του, Νίκος Παππάς, ταξίδευε στη Βενεζουέλα μαζί με τον Κύπριο δικηγόρο Αρτέμη Αρτεμίου, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε αργότερα στα Panama Papers. Όταν το ταξίδι αποκαλύφθηκε, ο Παππάς εξήγησε ότι διερευνούσε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αγοράς προϊόντων από τα κρατικά σουπερμάρκετ της χώρας και προετοίμαζε πιθανή επίσκεψη Τσίπρα. Δεν χρειάζεται κανείς να προσθέσει μαρούλια, ντομάτες ή άλλες λεπτομέρειες που γέννησε αργότερα η λαϊκή φαντασία. Η επίσημη εκδοχή είναι από μόνη της αρκετά ευφάνταστη.
Το 2014, ο Τσίπρας είχε πλέον μετατρέψει αυτή την πολιτική σε ένα απολύτως καθαρό δίλημμα. «ΣΥΡΙΖΑ ή μνημόνια;» ρωτούσε πριν από τις ευρωεκλογές. Η λαϊκή θέληση, διαβεβαίωνε, θα «σαρώσει τα μνημόνια». Οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν πέσει, κατά τη δική του ανάγνωση, από τους αγώνες του λαού και ερχόταν η σειρά της κυβέρνησης Σαμαρά.
Όταν τον ρώτησαν ευθέως αν πράγματι θα «σκίσει τα μνημόνια», η απάντηση που καταγράφηκε ήταν αντάξια της εποχής: «Και θα είναι μέρα μεσημέρι». Το Μνημόνιο, εξηγούσε, θα τελείωνε την πρώτη ημέρα της κυβέρνησης της Αριστεράς. Αργότερα, όταν τα γεγονότα απέκτησαν τη γνωστή δυσάρεστη επιμονή τους, θα δήλωνε ότι ποτέ δεν είχε πει πως τα μνημόνια θα σκίζονταν «με έναν νόμο». Κυριολεκτικά μπορεί κανείς να συζητήσει επί ώρες για τη διαφορά ανάμεσα στο «θα τα σκίσουμε μέρα μεσημέρι» και στο «θα τα σκίσουμε με έναν νόμο». Η ελληνική πολιτική ζωή έχει γνωρίσει σοβαρότερες φιλολογικές διαμάχες, αλλά τόσο διασκεδαστικές.
Έτσι οικοδομήθηκε η μεγάλη υπόσχεση. Οι προηγούμενοι είχαν αποτύχει όχι επειδή η χώρα ήταν χρεοκοπημένη, οι επιλογές περιορισμένες και οι διεθνείς συσχετισμοί δυσμενείς, αλλά επειδή δεν είχαν το θάρρος να συγκρουστούν. Η Ευρώπη μπορούσε να υποχωρήσει. Το Μνημόνιο μπορούσε να τελειώσει. Οι εφαρμοστικοί νόμοι μπορούσαν να καταργηθούν. Οι απώλειες μπορούσαν να αποκατασταθούν. Η αξιοπρέπεια θα επέστρεφε. Και όλα αυτά χωρίς εκείνο το δυσάρεστο τίμημα που οι προηγούμενοι επέμεναν να παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο.
Εκατομμύρια άνθρωποι είχαν κάθε λόγο να θέλουν να το πιστέψουν. Είχαν κουραστεί, είχαν φορολογηθεί, είχαν χάσει εισοδήματα, δουλειές και εμπιστοσύνη σε ένα πολιτικό σύστημα που έφερε τεράστιες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας. Μαζί του, όμως, ευθύνες είχε και η ίδια η κοινωνία που για χρόνια αποδεχόταν, ανεχόταν ή και απαιτούσε ένα κράτος δανεικών, διορισμών, πρόωρων συντάξεων, φοροδιαφυγής και παροχών χωρίς αντίκρισμα. Το περιβόητο «μαζί τα φάγαμε» του Θόδωρου Πάγκαλου, που τότε ακούστηκε σχεδόν ως ύβρις, με την απόσταση των χρόνων ακούγεται λιγότερο προκλητικό και περισσότερο σαν μια ενοχλητική αλήθεια που η κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να ακούσει.
Αντίθετα, ο Τσίπρας είχε καταλάβει με ακρίβεια τι ήθελε να ακούσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ήταν σχεδόν απολύτως συμβατός με εκείνον τον γνώριμο Έλληνα του καφενείου που, αν γινόταν πρωθυπουργός για μία ημέρα, θα σου εξηγούσε με απόλυτη βεβαιότητα πώς λύνεται το χρέος, πώς μπαίνουν στη θέση τους οι Ευρωπαίοι, πώς φορολογούνται οι πλούσιοι, πώς αυξάνονται οι μισθοί και, αν περίσσευε λίγος χρόνος, πώς φτιάχνεται και ο κόσμος ολόκληρος.
Ο Τσίπρας αποδείχθηκε ο ικανότερος εκφραστής αυτής της αυταπάτης. Την κατάλαβε, μίλησε τη γλώσσα της και τελικά την έκανε πολιτικό πρόγραμμα – για να ονομάσει αργότερα «αυταπάτες» όσα ο ίδιος είχε προηγουμένως παρουσιάσει ως βεβαιότητες και πάνω στα οποία οικοδόμησε την πορεία του προς την εξουσία.
Σε λίγο θα είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν αν ήταν πράγματι έτσι.
Ύστερα ήρθε η εξουσία.
*Το πρώτο από μια σειρά άρθρων υπό τον γενικό τίτλο «Ο άνθρωπος που επιστρέφει πάντα αθώος»
Η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η Ρωσία, ως κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα, δεν γίνεται να χάσει τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία βασίζεται και σε λανθασμένες στρατηγικές υποθέσεις και σε ιστορική άγνοια.
Λίγοι Δυτικοί πολιτικοί υποστηρίζουν ρητά μια «νίκη» του Κιέβου στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αντίθετα, οι περισσότεροι διατυπώνουν γενικόλογες υποσχέσεις, όπως η σχετική με την υποστήριξη της Ουκρανίας «για όσο διάστημα χρειαστεί». Αυτή η αμφιθυμία, όσον αφορά την εισβολή της Ρωσίας, βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ουκρανία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να νικήσει τη Ρωσία. Πράγματι, υποστηρίζεται ότι η Ουκρανία δεν μπορεί καν να εκδιώξει πλήρως τα ρωσικά στρατεύματα από το έδαφός της – και, στην πραγματικότητα, ότι δεν θα έπρεπε να το κάνει.
Δεδομένου ότι η Μόσχα διαθέτει πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μια ρωσική ήττα στον πόλεμο δεν είναι μόνο αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη. Για να αποφύγει την ταπείνωση, η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε τα πυρηνικά της όπλα. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, απαραίτητο να θυσιαστεί η ακεραιότητα και η κυριαρχία της Ουκρανίας. Δεδομένου ότι η Ουκρανία παραιτήθηκε οικειοθελώς από τα πυρηνικά της όπλα το 1994, συνεχίζει η εσωτερική λογική αυτού του επιχειρήματος, είναι καταδικασμένη να αποδεχτεί τουλάχιστον ορισμένες από τις απαιτήσεις της Ρωσίας.
Ευρύ φάσμα εκπροσώπων της πανεπιστημιακής διανόησης έχει καλέσει, ρητά ή σιωπηλά, την Ουκρανία να σταματήσει την αυτοάμυνά της, προκειμένου να αποτραπεί το ξέσπασμα ενός πυρηνικού πολέμου. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, ο καθηγητής του MIT Μπάρι Πόζεν (Barry Posen) –ο οποίος είχε δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως προληπτικό πόλεμο– προέβλεπε τον Μάρτιο του 2022 ότι «αν η ρωσική εκστρατεία αρχίσει να μοιάζει με στρατιωτική καταστροφή, τότε εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η κλιμάκωση προς τα πυρηνικά όπλα». Ο διαβόητος, πλέον, καθηγητής του Σικάγου, Τζον Μερσχάιμερ, είχε προβλέψει πριν από τον Φεβρουάριο του 2022 ότι η Ρωσία δεν θα επιτεθεί στην Ουκρανία, και αργότερα προφήτευσε ότι η Ρωσία θα βγει νικήτρια. Προειδοποίησε τη Δύση στα τέλη του 2022 να μην ωθήσει «μια μεγάλη δύναμη στα όρια. Ο κ. Πούτιν μπορεί τότε να στραφεί στα πυρηνικά όπλα». Στις αρχές του 2023, ο Στίβεν Γουόλτ (Stephen Walt) του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ προειδοποίησε: «αν η Ρωσία πιστεύει ότι χάνει και θεωρεί ότι αυτό θα αποτελούσε καταστροφική ήττα […], αυτό πρέπει να μας ανησυχεί όλους».
Ωστόσο, ούτε το Κίεβο ούτε η Δύση είχαν ποτέ την πρόθεση να επιφέρουν καταστροφική ήττα στη Ρωσία – όπως μια προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων μέχρι τη Μόσχα. Η Ουκρανία επιδιώκει απλώς να απελευθερώσει εκείνα τα τμήματα του εδάφους της τα οποία η Ρωσία είχε επανειλημμένως αναγνωρίσει ως ουκρανικά πριν από το 2014, αλλά τα οποία έχει καταλάβει παράνομα και προσαρτήσει τα τελευταία 12 χρόνια. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι πλέον διατεθειμένος να μην επιδιώξει τη νίκη, με οποιαδήποτε έννοια, στον πόλεμο.
Από το 2025, το Κίεβο έχει δηλώσει ρητά ότι θα αποδεχόταν την τρέχουσα γραμμή του μετώπου ως τη μελλοντική γραμμή επαφής για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Η Ουκρανία μπορεί επίσης να συμφωνήσει σε μερική κατάπαυση του πυρός, όπως μια από κοινού παύση όλων των επιθέσεων μακράς εμβέλειας και/ή αμοιβαίων επιθέσεων κατά της ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο, το Κίεβο έχει παραδεχτεί την πιθανότητα προσωρινής απώλειας ουκρανικού εδάφους και κυριαρχίας προς όφελος της Ρωσίας. Το Κίεβο θα αποδεχόταν, επομένως, μια μερική ρωσική νίκη επί της Ουκρανίας, εφόσον αυτό θα οδηγούσε στην ειρήνη.
Επιπλέον, η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων δείχνει ότι οι αποκαλυπτικές αντιλήψεις για πυρηνική κλιμάκωση από μια μεγάλη δύναμη που έχει στριμωχτεί στα σχοινιά είναι αβάσιμες. Στην Αλγερία, τη δεκαετία του 1960, η πυρηνικά εξοπλισμένη Γαλλία έχασε έναν βίαιο αποικιακό πόλεμο. Η Αλγερία, όπως συχνά ξεχνάμε, δεν ήταν μια κλασική υπερπόντια αποικία, αλλά ένα πλήρως προσαρτημένο τμήμα της μητρικής Γαλλίας και έδρα 1,6 εκατομμυρίων Ευρωπαίων εποίκων.
Οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες – που οι υπερδυνάμεις αυτές δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν μέσω πυρηνικής κλιμάκωσης. Και η Κίνα έχασε έναν πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ, τον οποίο δεν άφησε να κλιμακωθεί – ακριβώς όπως δεν το έκαναν οι ΗΠΑ, όπως και οι Σοβιετικοί πριν από αυτές, όταν και ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μια πυρηνική δύναμη υπέστη μια συγκλονιστική ήττα από έναν πολύ μικρότερο, μη πυρηνικό εχθρό – και δεν πάτησε το κόκκινο κουμπί.
Σήμερα, εννέα χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα, και η πλειονότητα αυτών διεξάγει ή έχει διεξαγάγει πολέμους εναντίον μη πυρηνικών κρατών. Γιατί αυτά τα πυρηνικά κράτη, από τότε που οι ΗΠΑ έριξαν πυρηνικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945, δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ όπλα μαζικής καταστροφής για να επιτύχουν τους πολεμικούς τους στόχους; Γιατί δεν έχουν καν απειλήσει πειστικά να τα χρησιμοποιήσουν – αν εξαιρέσουμε τις προπαγανδιστικές απειλές της Ρωσίας ήδη από το 2014;
Παράλληλα με την ανάπτυξη και τη διάδοση των ατομικών όπλων από το 1945, έχει εξελιχθεί και η παγκόσμια αντίληψη και άποψη για αυτά τα όπλα. Ως αποτέλεσμα των έντονων διεθνών συζητήσεων σχετικά με τις παγκόσμιες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου και ενός πυρηνικού χειμώνα, έχει αναπτυχθεί ένα άτυπο παγκόσμιο ταμπού κατά της χρήσης ατομικών κεφαλών. Βεβαίως, τα πυρηνικά όπλα συνεχίζουν να διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στον σχεδιασμό της εθνικής ασφάλειας πολλών χωρών – ως αποτρεπτικός παράγοντας και ως το απόλυτο μέσο εθνικής άμυνας σε περίπτωση υπαρξιακού, ολοκληρωτικού πολέμου. Ταυτόχρονα, η στρατηγική ματαιότητα και η ηθική ανευθυνότητα της χρήσης πυρηνικών όπλων με σκοπό την εξωτερική επέμβαση αναγνωρίζονται πλέον ευρέως.
Η εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα αυτού του ταμπού έγινε τόσο ισχυρή, ώστε ορισμένα κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν επιτεθεί ακόμη και σε πυρηνικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, το 1973, η Αίγυπτος και η Συρία –καμία από τις οποίες δεν διέθετε πυρηνικά όπλα– επιτέθηκαν στο Ισραήλ, παρόλο που ήταν γνωστό ότι το Ισραήλ διέθετε ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο εκείνη την εποχή. Το 1982, η μη πυρηνική Αργεντινή μπήκε σε πόλεμο με την πυρηνική δύναμη της Βρετανίας για τα νησιά Φόκλαντ.
Η ιστορία της περιφρόνησης της Ουκρανίας έναντι της πυρηνικής επιλογής της Ρωσίας είναι κάπως διαφορετική. Από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας με την εισβολή στην Κριμαία τον Φεβρουάριο του 2014, αξιωματούχοι στη Μόσχα έχουν απειλήσει επανειλημμένα και με τρόπο που μόλις και μετά βίας καλύπτεται από τα προσχήματα, να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα. Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής το 2022, αυτές οι προσπάθειες εκφοβισμού δεν έχουν γίνει μόνο πιο έντονες και συχνές. Το 2024, η Ρωσία άλλαξε επιδεικτικά το πυρηνικό της δόγμα, για να μειώσει το επίσημο όριο πυρηνικής κλιμάκωσης.
Η αποκαλυπτική ρητορική της Μόσχας από το 2014 έχει προκαλέσει εντύπωση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μαζί με άλλους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη διστακτικότητα της Δύσης να υποστηρίξει την Ουκρανία, είχαν αντίκτυπο οι καλυμμένες μεν αλλά σαφώς κατανοητές πυρηνικές απειλές του Κρεμλίνου. Οι δυτικές κυβερνήσεις παρείχαν όπλα στην Ουκρανία μόνο με μεγάλη απροθυμία, σημαντική καθυστέρηση, σε περιορισμένες ποσότητες και με πολυάριθμους περιορισμούς στη χρήση τους.
Στην ίδια την Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, τα πολλά πυρηνικά μηνύματα της Ρωσίας πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητα. Το Κίεβο έχει υπερβεί, και συνεχώς υπερβαίνει, τις υποτιθέμενες «κόκκινες γραμμές» της Μόσχας. Για παράδειγμα, το 2024 πραγματοποιήθηκε στην Περιφέρεια Κουρσκ η πρώτη χερσαία εισβολή σε νόμιμο ρωσικό έδαφος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησαν μεγάλης κλίμακας επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, καθώς και μια ολοένα και πιο συστηματική καταστροφή στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ορισμένες από τις επιθέσεις εναντίον νόμιμου ρωσικού εθνικού εδάφους πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση δυτικών όπλων, όπως οι βρετανικοί πύραυλοι Κρουζ «Storm Shadow».
Αυτές οι επιδρομές αμφισβητούν το νέο πυρηνικό δόγμα της Ρωσίας, η οποία πλέον προσανατολίζεται προς χαμηλότερα όρια. Το 2024, ο Πούτιν δήλωσε: «Θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο [πυρηνικών αντιποίνων] όταν λάβουμε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με μαζική εκτόξευση αεροπορικών και διαστημικών μέσων επίθεσης και τη διέλευσή τους πέρα από τα κρατικά μας σύνορα». Ωστόσο, το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει –και συνεχίζει να πραγματοποιεί– ολοένα και πιο μαζικές επιχειρήσεις με drones εντός της Ρωσίας. Αγνοεί τόσο το επίσημο πυρηνικό δόγμα του Κρεμλίνου όσο και τις τρομακτικές προειδοποιήσεις των προπαγανδιστών του.
Η επιθετική αυτοάμυνα της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής ότι δεν αποτελεί απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, παρά το υψηλό επίπεδο λεκτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία. Η στρατηγική του Κιέβου βασίζεται σε πιο ορθολογικές εκτιμήσεις από τον αυθόρμητο φόβο της Δύσης για μια ρωσική πυρηνική επίθεση. Δεδομένης της ακραίας ουκρανοφοβίας του Κρεμλίνου, το Κίεβο δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση ότι ηθικές αντιλήψεις, αναστολές, ενδοιασμοί και επιφυλάξεις θα εμπόδιζαν τη Μόσχα να παραβιάσει το πυρηνικό ταμπού. Ωστόσο, η Μόσχα θα αντιμετώπιζε σημαντικούς κινδύνους εάν εξαπέλυε πυρηνικές επιθέσεις για να εξασφαλίσει παράνομα κατακτηθέν ξένο έδαφος – και όχι για να υπερασπιστεί τη δική της πατρίδα από ξένη επέκταση.
Για τον Πούτιν και τον στενό του κύκλο, οι σωρευτικές επιπτώσεις μιας άνευ προηγουμένου παραβίασης του διεθνούς δικαίου –καθώς και των άτυπων κανόνων, προτύπων και εθίμων των διεθνών σχέσεων– που θα προκύψουν από τη χρήση πυρηνικών όπλων είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Σε αυτούς τους ανυπολόγιστους κινδύνους προστίθεται μια προβλέψιμη απώλεια φήμης: μια ρωσική πυρηνική κλιμάκωση θα θεωρηθεί από πολλούς παρατηρητές όχι ως ένδειξη δύναμης, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Θα αποδείκνυε ότι μια μεγάλη δύναμη με τεράστια εδαφική έκταση είναι ανίκανη να επικρατήσει με συμβατικά μέσα έναντι μιας πολύ μικρότερης, μη πυρηνικής μεσαίας δύναμης.
Το καθαρό ισοζύγιο των στρατηγικών κερδών και απωλειών για τη Μόσχα, το οποίο θα προκύψει από την έκρηξη μιας ή περισσότερων ατομικών κεφαλών στην Ουκρανία, θα είναι απρόβλεπτο. Εκτός αν το Κίεβο παραδοθεί πλήρως, η Μόσχα είναι πιθανό να χάσει περισσότερα –ίσως πολύ περισσότερα– από όσα θα κερδίσει από μια τέτοια κλιμάκωση. Δεδομένης της ανθεκτικότητας που έχει επιδείξει ώς τώρα η Ουκρανία, η χώρα δεν θα παραδοθεί απλά, ακόμη και ως απάντηση σε πυρηνική επίθεση. Ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων πολλών μη δυτικών χωρών, από την άλλη πλευρά, θα συγκλονιστεί από την παραβίαση του πυρηνικού ταμπού από τη Ρωσία, γεγονός που θα ωθήσει πολλές χώρες να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα.
Σε αντίθεση με τα απρόβλεπτα αποτελέσματα μιας πυρηνικής κλιμάκωσης, η Μόσχα έχει σημειώσει σημαντική επιτυχία με τις λεκτικές απειλές της για μια τέτοια κλιμάκωση. Αν και οι Ουκρανοί έχουν αγνοήσει τέτοιες στάσεις, οι πυρηνικές δηλώσεις και νύξεις της Ρωσίας έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στο Κίεβο, καθώς οι αναστατωμένες δυτικές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει τη βοήθειά τους ως αντίδραση στη ρητορική του Κρεμλίνου και συνεχίζουν να το κάνουν. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι πυρηνικές απειλές της Μόσχας συχνά κορυφώνονταν όταν η Δύση συζητούσε νέες παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία.
Παραδόξως, μια πραγματική πυρηνική κλιμάκωση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας θα μπορούσε να εξελιχθεί σύμφωνα με ένα σενάριο αρκετά διαφορετικό από αυτό που φοβούνται πολλοί στη Δύση. Η Μαριάνα Μπουντζέριν, ειδική στην ιστορία των πυρηνικών όπλων και του αφοπλισμού στο ΜΙΤ, υποστήριξε το 2024, στο φημισμένο Bulletin of the Atomic Scientists, ότι το Κρεμλίνο ενδέχεται να αισθανθεί την αυτοπεποίθηση να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα όχι για να αποτρέψει την ταπείνωση στην Ουκρανία, αλλά, αντίθετα, όταν ήδη κατέχει στρατιωτικό πλεονέκτημα. Όπως ακριβώς οι προωθούμενες αμερικανικές δυνάμεις αποφάσισαν το 1945 να ρίξουν ατομικές βόμβες σε μια σχεδόν ηττημένη Ιαπωνία, έτσι και η Μόσχα θα μπορούσε να καταφύγει σε πυρηνικά όπλα για να μετατρέψει μια κατάσταση στο πεδίο της μάχης που είναι ήδη ευνοϊκή για τη Ρωσία σε μια ταχεία και ολοκληρωτική νίκη.
Αν η Ρωσία παραβίαζε το ταμπού κατά της χρήσης πυρηνικών όπλων σε ένα τέτοιο σενάριο, θα αντιμετώπιζε, ομολογουμένως, και τις παγκόσμιες πολιτικές επιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. «Αλλά αυτά τα κόστη», υποστήριξε η Μπουντζέριν, «θα μπορούσαν να μετριαστούν και να ελεγχθούν καλύτερα από μια νικήτρια παρά από μια ηττημένη Ρωσία». Οι δυτικές χώρες, έγραψε η Μπουντζέριν το 2024, ενδέχεται να διστάσουν να επιβάλουν σοβαρά στρατιωτικά κόστη στη Ρωσία αν η Ουκρανία φαινόταν ούτως ή άλλως χαμένη υπόθεση. «Η κατακραυγή από την Κίνα θα έχει μικρότερη σημασία για μια Ρωσία που κέρδισε τον πόλεμό της στην Ευρώπη», συνέχισε. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, «η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει εντύπωση στις πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και θα επιτρέψει στη Ρωσία να διαμορφώσει την ευρύτερη μεταπολεμική ρύθμιση στην Ευρώπη προς όφελός της».
Ωστόσο, τόσο το δέος της Δύσης απέναντι στη Ρωσία ως πυρηνική υπερδύναμη όσο και ο φόβος της για μια ρωσική πυρηνική αντίδραση σε περίπτωση ήττας στην Ουκρανία βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις. Κατά τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες, κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν χάσει επανειλημμένα επεμβατικούς/επεκτατικούς πολέμους και έχουν μάλιστα δεχτεί επιθέσεις από χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά. Εάν μια πυρηνική κλιμάκωση –σε περίπτωση αποτυχίας του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία– είναι πράγματι πιθανή ή ακόμη και αναπόφευκτη, γιατί δεν έχει υλοποιηθεί ένα παρόμοιο σενάριο σε προηγούμενη περίπτωση όπου μια επεκτατική δύναμη είχε στριμωχθεί στρατιωτικά από το θύμα της εισβολής της; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ίδια η Ρωσία θα έπρεπε να είχε αρχίσει να ανεβαίνει τη σκάλα της πυρηνικής κλιμάκωσης ήδη από το 2022 – αντί να περιορίζεται απλώς σε συζητήσεις για τη χρήση ατομικών όπλων.
Οι αποφάσεις σχετικά με το εύρος, τη φύση και τη διάρκεια της στήριξης προς την Ουκρανία δεν πρέπει να καθοδηγούνται από αόριστο φόβο και στρατηγική μυωπία. Πρέπει να διαμορφώνονται από την ανησυχία για το θύμα μιας εγκληματικής επιθετικότητας, την αλληλεγγύη μεταξύ των δημοκρατικών εθνών και ένα θεμελιώδες συμφέρον για τη διατήρηση των θεμελίων της διεθνούς τάξης. Η Μόσχα μπορεί να μην έχει ηθικούς ενδοιασμούς για την πυροδότηση μιας ατομικής κεφαλής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων 80 ετών υποδηλώνει ότι μια τέτοια κλιμάκωση είναι απίθανη. Στο βαθμό που το Κρεμλίνο εκτιμά ότι η αντίδραση του κόσμου σε μια ρωσική πυρηνική περιπέτεια θα είναι αποφασιστική και θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, η Μόσχα θα συνεχίσει να αποφεύγει να εισέλθει σε μια τέτοια αβέβαιη πορεία.
*Η Mariana Budjeryn (ΜΙΤ) και η Polina Sinovets (Κέντρο της Οδησσού για τη Μη Διάδοση) παραχώρησαν ευγενικά χρήσιμα σχόλια σε ένα προηγούμενο προσχέδιο του παρόντος κειμένου, ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τυχόν εναπομένουσες ανακρίβειες. Μια διαφορετική έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Foreign Policy.
μετάφραση: Βασίλης Α. Μπογιατζής
Θα περιγράψω τα γεγονότα όπως τα έζησα. Το απόγευμα της 21ης Αυγούστου 2026, ασθενής 57 ετών αισθανόμενος αναφερόμενη αδιαθεσία προ τριημέρου, προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) μεγάλου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. Δυσανασχετώντας με την άνω της μιας ώρας αναμονή, εισέβαλε στο καρδιολογικό ιατρείο υβρίζοντας νοσηλευτές και γιατρούς, προπηλακίζοντας, ρίχνοντας στο δάπεδο τον εφημερεύοντα καρδιολόγο επιχειρώντας να τον γρονθοκοπήσει. Στο χώρο των ΤΕΠ επικράτησε πανδαιμόνιο, η εύρυθμη λειτουργία σταμάτησε. Δυο ψύχραιμοι και χειροδύναμοι συνάδελφοι υγειονομικοί παρενέβησαν και, γνωρίζοντας τον τρόπο, ακινητοποίησαν τον μαινόμενο δράστη. Οι αρχές προσήλθαν και με τη συνδρομή τους οι, προηγουμένως προπηλακισθέντες, θεράποντες ολοκλήρωσαν τις κλινικές, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις του δράστη. Μετά το πέρας αυτών, οι αστυνομικές αρχές έπραξαν τα νενομισμένα.
Αν δούμε το θέμα της βίας κατά των υγειονομικών από μια κάποια απόσταση θα καταλάβουμε ότι το κίνητρο σχεδόν ποτέ δεν είναι η αγανάκτηση για την πολύωρη αναμονή. Αυτή είναι πάντα η αφορμή. Η αιτία είναι ένα νοσηρό ταξικό μίσος, ένας πληγωμένος εγωισμός που πασχίζει να βρει διέξοδο. Ένα παράλογο σύνδρομο κατωτερότητας σε συνδυασμό με διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Πάνω στην οργή της βίας, ο δράστης θεωρεί εαυτόν επαναστάτη που στρέφεται κατά της κοινωνικής ιεραρχίας που αυτός έχει πλάσει στο μυαλό του και που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Αισθάνεται πανίσχυρος υπεράνω κοινωνικών συμβάσεων που μπορεί να προπηλακίσει μια νοσηλεύτρια και να ρίξει στο πάτωμα έναν γιατρό…
Αυτό που περιγράφω δεν είναι μια μεμονωμένη ψυχοπαθολογία. Είναι μια περιθωριακή νοοτροπία ενός, όλο και αυξανόμενου, μέρους της κοινωνίας μας. Οι δράστες τέτοιων περιστατικών βλέπουν την ασυδοσία ως δικαίωμα που τους εξασφαλίζει το δρόμο προς την –όποια αυτοί νομίζουν– καθιέρωση.
Μέσα στις εξαντλητικές βάρδιες μας, όσοι δουλεύουμε στο σύστημα υγείας έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι αυτούς. Και τα περιστατικά βίας κατά των υγειονομικών ανά την Ελλάδα όλο και πληθαίνουν.
Γι’ αυτό προτείνουμε και ζητάμε την καθιέρωση ειδικού «Panic Button», αντίστοιχου με αυτό που έχουν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα βρίσκεται σε χρήση από τον υπεύθυνο βάρδιας προς άμεση κλήτευση των αστυνομικών αρχών όταν παραστεί ανάγκη.
Όταν μια πολιτική άποψη διεκδικεί δικαιώματα κυριαρχίας
Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οικοδομήθηκε πάνω σε μια αρχή που η Ευρώπη χρειάστηκε αιώνες βίας, διωγμών και ποταμούς αίματος για να κατακτήσει: η ευθύνη είναι ατομική. Ο άνθρωπος κρίνεται για τις πράξεις του. Η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, το χρώμα του δέρματος, η κυβέρνηση της χώρας του και οι πράξεις του στρατού της χώρας του δεν συνιστούν τεκμήρια ενοχής. Η συλλογική ενοχή ανήκει στο σκοτεινότερο πολιτικό λεξιλόγιο της Ευρώπης. Κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί ενοχή. Το διαβατήριο δεν είναι ποινικό μητρώο. Κάθε παραβίαση αυτών των κατακτήσεων αποτελεί οπισθοδρόμηση προς ένα παρελθόν που η Ευρώπη γνώρισε στην πιο εφιαλτική του μορφή: εκεί όπου η καταγωγή ήταν κατηγορία, η ταυτότητα ενοχή και ο άνθρωπος έπαψε να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο. Πρόκειται για πολιτισμική άβυσσο.
Στη Σύρο αυτή ακριβώς η αρχή δοκιμάζεται εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Και το σοβαρότερο είναι ότι οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της δεν συναντούν την αποφασιστικότητα που απαιτεί ένα κράτος δικαίου. Συναντούν φλύαρες καταδίκες, καθυστερημένες αντιδράσεις και μια οκνηρή γραφειοκρατία που μεταφέρει την ευθύνη από υπηρεσία σε υπηρεσία και από αρμόδιο σε αρμόδιο ώσπου τελικά η ίδια η ευθύνη να εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις επαναλαμβάνονται, οι απαγορεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η αστυνομία κινητοποιείται εκ των υστέρων και το κράτος συμπεριφέρεται κάθε φορά σαν να αιφνιδιάζεται από ένα φαινόμενο που γνωρίζει εδώ και μήνες. Όταν μια τέτοια παρεμπόδιση επαναλαμβάνεται και η πολιτεία περιορίζεται να την παρακολουθεί, η αδράνεια παύει να είναι αδυναμία. Γίνεται πολιτική ευθύνη.
Στις 22 Ιουλίου 2025, το κρουαζιερόπλοιο Crown Iris, με περίπου 1.700 Ισραηλινούς επιβάτες, απέπλευσε από την Ερμούπολη χωρίς οι επιβάτες του να αποβιβαστούν. Διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι δηλώνοντας ότι θα παρέμεναν εκεί μέχρι την αναχώρηση του πλοίου. Η ΕΡΤ κατέγραψε ότι έγιναν προσπάθειες για την αποβίβαση, χωρίς αποτέλεσμα. Την επομένη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε το περιστατικό «εξοργιστικό» και καταδίκασε τον αντισημιτισμό και τον φασισμό. Την ίδια ημέρα ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τα γεγονότα «ντροπιαστικά για την Ελλάδα» και δήλωσε ότι «οφείλουμε συγγνώμη» στους επιβάτες.
Το θέμα θα μπορούσε να έχει τελειώσει εκεί, ως ένα ατυχές επεισόδιο. Δεν τελείωσε όμως. Τον Ιούνιο του 2026 το ίδιο πλοίο επέστρεψε και η Σύρος βρέθηκε ξανά σε κατάσταση έκτακτης αστυνόμευσης: ΜΑΤ, περιορισμοί κυκλοφορίας, απαγορεύσεις και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Αυτή τη φορά οι επιβάτες αποβιβάστηκαν και επισκέφθηκαν το νησί. Το ίδιο συνέβη και στις 7 Ιουλίου, με τους Ισραηλινούς τουρίστες να κατεβαίνουν κατά ομάδες υπό ισχυρή αστυνομική προστασία.
Άρα, ας είμαστε ακριβείς. Το ελληνικό κράτος δεν απουσίαζε. Είχε αστυνομικούς, ΜΑΤ, λιμενικούς, απαγορεύσεις, κιγκλιδώματα και επιχειρησιακά σχέδια. Απουσίαζε κάτι σημαντικότερο: η καθαρή πολιτική αρχή. Η δημόσια διαβεβαίωση, ειπωμένη εγκαίρως και χωρίς μισόλογα, ότι στην Ελληνική Δημοκρατία κανένα πλήθος, καμία συλλογικότητα, κανένα σωματείο και καμία τοπική συνέλευση δεν αποφασίζει ποια εθνικότητα επιτρέπεται να αποβιβαστεί σε ελληνικό λιμάνι.
Η διαμαρτυρία εναντίον της πολιτικής του Ισραήλ είναι απολύτως νόμιμη. Η καταγγελία του πολέμου στη Γάζα είναι απολύτως νόμιμη. Η υποστήριξη των Παλαιστινίων είναι απολύτως νόμιμη. Κάθε πολίτης μπορεί να θεωρεί την ισραηλινή κυβέρνηση εγκληματική, να ζητεί κυρώσεις, διακοπή διπλωματικών σχέσεων, εμπάργκο όπλων ή αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Μπορεί επίσης να υιοθετεί τις θέσεις του ΚΚΕ ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος πάνω στο ζήτημα. Όσο ανεύθυνες, επικίνδυνες, ανιστόρητες ή ακόμη και επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας κι αν θεωρεί κανείς αυτές τις θέσεις, παραμένουν πολιτικές θέσεις. Και η δημοκρατία κρίνεται ακριβώς εκεί: στην ελευθερία να εκφράζονται ακόμη και απόψεις που θεωρούμε βαθιά λανθασμένες.
Το δικαίωμα όμως στην πολιτική άποψη σταματά εκεί όπου αρχίζει η συλλογική τιμωρία ανθρώπων για την εθνικότητά τους.
Στις 4 Ιουνίου 2026, η λεγόμενη Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου ζήτησε δημόσια να ακυρωθούν οι προγραμματισμένες αφίξεις του Crown Iris και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του. Η ανακοίνωσή της καταλήγει με μια φράση που αξίζει να διαβαστεί λέξη προς λέξη:
Γενοκτόνοι και εγκληματίες πολέμου, καθώς και οι υποστηρικτές τους, είναι ανεπιθύμητοι στο νησί μας.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.
Ποια είναι η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου; Ποια θεσμική εξουσία διαθέτει; Από ποια εκλογή προέκυψε; Ποιος της παραχώρησε το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος μιας ολόκληρης κοινωνίας και, ακόμη περισσότερο, να αποφασίζει ποιοι άνθρωποι είναι επιθυμητοί και ποιοι ανεπιθύμητοι σε ένα ελληνικό νησί;
Η απάντηση είναι απλή: κανείς.
Μια ομάδα πολιτών έχει κάθε δικαίωμα να οργανώνεται, να διαδηλώνει, να καταγγέλλει, να συντάσσει ψηφίσματα, να χαρακτηρίζει την πολιτική μιας κυβέρνησης εγκληματική και να απαιτεί αλλαγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Εκεί εξαντλείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Από τη στιγμή που περνά από το «καταγγέλλω» στο «κηρύσσω ανθρώπους ανεπιθύμητους», αλλάζει κατηγορία. Αυτοαναγορεύεται ταυτόχρονα σε δικαστήριο, υπουργείο Εξωτερικών, συνοριακή αρχή και τοπική κυβέρνηση.
Και με ποια εξουσία αποφαίνεται ότι οι άνθρωποι πάνω στο Crown Iris είναι «γενοκτόνοι» και «εγκληματίες πολέμου»;
Η γενοκτονία αποτελεί συγκεκριμένο έγκλημα του διεθνούς δικαίου. Η νομική ευθύνη γι’ αυτήν αποδίδεται μέσα από συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες. Η υπόθεση Νότια Αφρική κατά Ισραήλ βρίσκεται ακόμη ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, χωρίς τελική απόφαση επί της ουσίας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, από την άλλη, όταν κρίνει ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως έχουν διαπραχθεί διεθνή εγκλήματα, εκδίδει εντάλματα εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Δεν εκδίδει ένταλμα εναντίον ενός λαού.
Αυτή η διάκριση χωρίζει το κράτος δικαίου από τη λογική της συλλογικής ενοχής.
Ο εγκληματίας πολέμου έχει όνομα. Έχει πράξεις. Έχει κατηγορία. Έχει στοιχεία εις βάρος του. Έχει δικαίωμα υπεράσπισης. Η εθνικότητα από μόνη της δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο.
Η ανακοίνωση όμως προσθέτει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: ανεπιθύμητοι είναι και «οι υποστηρικτές τους».
Εδώ πλέον καταρρέει και το τελευταίο πρόσχημα.
Ποιος είναι «υποστηρικτής»; Πώς αναγνωρίζεται; Ποιος εξετάζει τις πολιτικές του απόψεις; Πόση υποστήριξη απαιτείται για να κηρυχθεί κάποιος ανεπιθύμητος; Αρκεί να υποστηρίζει το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ; Αρκεί να θεωρεί τη Χαμάς τρομοκρατική οργάνωση; Αρκεί να πιστεύει ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα αυτοάμυνας; Αρκεί να διαφωνεί με την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου;
Το ερώτημα με αφορά προσωπικά.
Είμαι Έλληνας πολίτης. Έχω υπηρετήσει είκοσι τέσσερις μήνες τη στρατιωτική μου θητεία στη Σύρο. Έχω διατυπώσει δημόσια συγκεκριμένες θέσεις για το Ισραήλ και αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη γι’ αυτές. Με τη λογική λοιπόν της ανακοίνωσης ανήκω στους «υποστηρικτές». Είμαι κι εγώ ανεπιθύμητος στη Σύρο;
Ποιος ακριβώς θα μου το ανακοινώσει;
Η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία;
Με ποιο δικαίωμα;
Θα χρειαστώ άδεια για να αποβιβαστώ στην Ερμούπολη; Θα εξετάσει κάποια επιτροπή τις πολιτικές μου πεποιθήσεις; Θα υπάρχει στην είσοδο του λιμανιού κατάλογος επιτρεπόμενων απόψεων; Και ποιος θα τον συντάσσει; Η γελοιότητα αυτών των ερωτημάτων αποκαλύπτει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Γιατί κάθε αυταρχική λογική γίνεται γελοία όταν την ακολουθήσεις μέχρι το τέλος της.
Η Σύρος αποτελεί τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και διοικείται σύμφωνα με τους νόμους της. Η είσοδος και η παραμονή αλλοδαπών ρυθμίζονται από το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Οι Ισραηλινοί πολίτες περιλαμβάνονται μάλιστα στους υπηκόους τρίτων χωρών που απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία παραμονή στον χώρο Σένγκεν. Μια τοπική συλλογικότητα μπορεί να επιθυμεί την αλλαγή αυτού του καθεστώτος. Δεν μπορεί να το αντικαθιστά με δικό της.
Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί τη Σύρο. Όταν 172 πολίτες ζήτησαν επισήμως από το Δημοτικό Συμβούλιο να κηρυχθεί το Crown Iris ανεπιθύμητο και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του, το εκλεγμένο Δημοτικό Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα. Αυτή είναι η μόνη δημοκρατικά μετρήσιμη απάντηση που διαθέτουμε μέχρι σήμερα.
Οι 172 πολίτες δικαιούνται τη γνώμη τους. Οι υπόλοιποι Συριανοί δικαιούνται επίσης τη δική τους. Κανείς όμως δεν κληρονόμησε τη Σύρο ώστε να αποφασίζει ποιον θα δεχθεί και ποιον θα διώξει από αυτήν.
Κάπου εδώ λοιπόν η αντιπολεμική διαμαρτυρία εγκαταλείπει τον φυσικό της χώρο και εμφανίζεται μια πολύ πιο επικίνδυνη αξίωση: μια ομάδα πολιτών χωρίς θεσμική εντολή διεκδικεί το δικαίωμα να απονέμει διεθνή δικαιοσύνη, να αποδίδει συλλογική ενοχή, να ελέγχει πολιτικές πεποιθήσεις και να ασκεί εξωτερική πολιτική στο όνομα μιας κοινωνίας που ουδέποτε της έδωσε αυτή την εντολή.
Και επειδή οι αντιπολεμικές συλλογικότητες χρησιμοποιούν συχνά με αξιοθαύμαστη ευκολία τις λέξεις «φασισμός», «ναζισμός» και «ολοκληρωτισμός», αξίζει αυτή τη φορά να κοιτάξουν προσεκτικά το περιεχόμενο των ίδιων των λέξεων. Η συλλογική ενοχή, η καταδίκη ανθρώπων λόγω καταγωγής, η πολιτική πεποίθηση ως τεκμήριο ενοχής, η διάκριση των πολιτών σε αποδεκτούς και ανεπιθύμητους και η αξίωση μιας αυτοδιορισμένης πρωτοπορίας να αποφασίζει ποιος δικαιούται να βρίσκεται ανάμεσά μας αποτελούν αναγνωρίσιμα εργαλεία των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Ο ναζισμός τα εφάρμοσε πάνω στη φυλή και στην καταγωγή. Ο φασισμός πάνω στην απόλυτη υποταγή του προσώπου στην πολιτική κοινότητα και στο κράτος. Ο σταλινισμός πάνω στην κοινωνική προέλευση, στην ταξική ταυτότητα και στο πολιτικό φρόνημα. Διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικά εγκλήματα, ένας κοινός μηχανισμός: πρώτα κατασκευάζεις την κατηγορία, ύστερα τοποθετείς μέσα της τον άνθρωπο και στο τέλος τον κρίνεις χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε άλλο γι’ αυτόν.
Αυτό ακριβώς υποτίθεται ότι μάθαμε να φοβόμαστε.
Γι’ αυτό και το ζήτημα στη Σύρο ξεπερνά κατά πολύ μια διαδήλωση για τη Γάζα. Όταν ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε «ανεπιθύμητο» λόγω του διαβατηρίου του ή επειδή κάποιος τρίτος αποφάσισε ποιες πολιτικές απόψεις τού αποδίδει, έχουμε ήδη περάσει από την πολιτική διαφωνία σε μια λογική που η δημοκρατική Ευρώπη γνώρισε, πλήρωσε και ορκίστηκε ότι θα αφήσει πίσω της. Στο τέλος, λοιπόν, απομένει μία μόνο ερώτηση. Και είναι βαρύτερη από όλα τα συνθήματα, τις καταγγελίες και τις αυτοανακηρύξεις περί «ανεπιθύμητων»:
Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μετατρέψετε την πολιτική σας θέση σε τοπική κυριαρχία;
Εδώ η απάντηση είναι δυσκολότερη απ’ όσο φαίνεται. Γιατί οδηγεί σε ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: στην ιδεολογική εξουσία που η Αριστερά κατόρθωσε επί δεκαετίες να ασκεί στον δημόσιο χώρο και στην ανοχή ενός αστικού κόσμου που, φοβούμενος μήπως κατηγορηθεί για αυταρχισμό, έμαθε να υποχωρεί ακόμη και απέναντι στην αυθαιρεσία. Κάποτε η ανοχή είναι αρετή της δημοκρατίας. Από ένα σημείο και πέρα γίνεται παραίτηση.
Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Και ίσως η σημαντικότερη.
Όταν η Χάννα Άρεντ παρακολούθησε τη δίκη του Άιχμαν το 1961, η προσδοκία της ότι ο Άιχμαν θα εμφανιζόταν ως ένα ηθικό τέρας επικού, σχεδόν ποιητικού, μεγέθους διαψεύστηκαν. Ως απάντηση, η Άρεντ επινόησε την έκφραση «κοινοτοπία του κακού»: το βαθύ κακό προέρχεται συχνά από απλούς ανθρώπους που ακολουθούν γραφειοκρατικά τους κανονισμούς χωρίς καμία δαιμονική βούληση. Ακόμα κι αν η Άρεντ είχε τυφλωθεί εν μέρει από την υπολογισμένη αυτοπαρουσίαση του Άιχμαν, αυτό το προφίλ του απερίσκεπτου δολοφόνου χαρτογιακά υφίστατο στο ναζιστικό κράτος και θα μπορούσε να απαντηθεί και σε άλλα.
Η αποκάλυψη των λεγόμενων Αρχείων Έπστιν (Epstein files) τις τελευταίες εβδομάδες μάς φέρνει αντιμέτωπους με κάτι διαφορετικό. Κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι πρόκειται απλώς για πολιτικό σκάνδαλο, διαφθορά και έγκλημα. Αυτό το γνωρίζουμε και το έχουμε συνηθίσει. Όμως τα Αρχεία Έπστιν αποκαλύπτουν μια συγκεκριμένη μορφή κακού. Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει «απάθεια του κακού». Η απάθεια είναι μια αδιάφορη άνεση, μια ήρεμη αυτοπεποίθηση, μια ατάραχη κομψότητα. Με μια τέτοια αδιαφορία, μπορούμε να αναγνώσουμε μια βαθιά, ανατριχιαστική σκληρότητα στα Αρχεία Έπστιν. Πρόκειται για μια σπάνια ποιότητα του κακού.
Η παγκόσμια ελίτ ανέπτυξε ένα σύνθετο δίκτυο κωδικών λέξεων στα Αρχεία Έπστιν, το οποίο είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί από τρίτους. Επομένως, δεν είναι εύκολο να πούμε με ακρίβεια τι αφορούν τα Αρχεία Έπστιν. Τι είναι απλώς θεωρία συνωμοσίας, τι είναι λογική εικασία, τι είναι αναμφισβήτητο γεγονός δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί οριστικά, τουλάχιστον όχι με νομική βεβαιότητα.
Η απάθεια, με την οποία ο Έπστιν και οι φίλοι του αντιμετώπισαν τα εγκλήματά τους είναι εμφανής στη μορφή της επικοινωνίας τους. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαζαν είναι γεμάτα ορθογραφικά λάθη, πρόχειρη σύνταξη και αποσπασματικές σημειώσεις. Ο τόνος είναι κάπου ανάμεσα σε μια συνομιλία, ένα αστείο και μια οργανωτική άσκηση. Είναι σαν μια ομαδική συνομιλία στο WhatsApp μεταξύ παλιών φίλων που σχεδιάζουν έναν εορτασμό γενεθλίων. Ο Έπστιν και οι φίλοι του στόχευαν κυρίως ανήλικες και νεαρές γυναίκες. Αυτά τα μηνύματα για εμπορία ανθρώπων, βιασμό και βασανιστήρια πληκτρολογήθηκαν πρόχειρα, με το ένα χέρι, σε smartphones. Ένα από τα πιο ψυχρά μηνύματα του Έπστιν είναι: «πού είσαι; είσαι καλά; Μου άρεσε πολύ το βίντεο με τα βασανιστήρια» [sic]· στάλθηκε το 2009 σε έναν δράστη, το όνομα του οποίου έχει αποκρύψει το FBI.
Η ιστορία μάς μιλάει για «μεγαλόψυχες» (όπως θα έλεγε ο Νίτσε) επιδείξεις σκληρότητας: Σταυρώσεις, κάψιμο μαγισσών, το Κολοσσαίο, τα χωράφια με τα ανασκολοπισμένα πτώματα του Vlad Tepes, δίκες-παρωδίες ολοκληρωτικών καθεστώτων με εκτελέσεις. Αυτή η σκληρότητα είναι συμβολική, γεμάτη συναισθηματική υπερβολή, σχεδόν πομπώδης. Και εξυπηρετεί τουλάχιστον μια συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία: διασπείρει τον τρόμο – χρησιμοποιεί την τρομοκρατία για να ελέγξει την συμπεριφορά άλλων. Αντίθετα, οι φρικαλεότητες της παγκόσμιας ελίτ που καταγράφονται στα Αρχεία Έπστιν φαίνονται πρωτίστως ιδιωτικές, μη θεαματικές, άσκοπες, σχεδόν ακίνδυνα ηδονιστικές. Ο κόσμος βλέπει έναν κύκλο πάμπλουτων φίλων να γιορτάζουν τις πιο αποκρουστικές φρικαλεότητες. Τα Αρχεία Έπστιν αποκαλύπτουν έναν πλήρη εκτροχιασμό αυτής της κλίκας πάμπλουτων ατόμων, που εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό στην επιθυμία τους να κυριαρχήσουν στις γυναίκες. Είναι ένας υπερβολικός πλούτος, μια υπερβολή πολυτέλειας, μια ακόρεστη όρεξη. Τις υπερβολές της ευημερίας, που έχουν φτάσει σε μια υπερβολική μορφή η οποία μοιάζει με καρικατούρα του εαυτού της, τις βρίσκουμε σε αυτά τα εκατομμύρια ντοκουμέντα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος εδώ, κανένα βαθύτερο νόημα, καμία ιδεολογική ατζέντα. Πρόκειται αποκλειστικά για την αχαλίνωτη απόλαυση της δικής τους λαγνείας.
Μερικοί σχολιαστές παραλληλίζουν τις φρικαλεότητες του Έπστιν με την ταινία του Παζολίνι 120 μέρες στα Σόδομα, που είναι βασισμένη στο βιβλίο του Μαρκησίου ντε Σαντ. Αυτή η σύγκριση δεν είναι απολύτως ακριβής. Στις 120 μέρες στα Σόδομα, το κακό είναι τελετουργικό και ιδεολογικά φορτισμένο. Οι λιμπερτίνοι ενεργούν σύμφωνα με μια διαστρεβλωμένη, φαινομενικά νιτσεϊκή, φυσιοκρατική κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία όλα είναι εγγενώς αδιάφορα και μόνο η προσωπική ευχαρίστηση έχει σημασία. Αλλά το ζήτημα του καλού και του κακού, της ηθικής και της ανηθικότητας, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στην υπόθεση Έπστιν. Είναι απλά απόν. Το μόνο που απομένει είναι η απαθής, αυτονόητη στάση απέναντι στην ίδια τους την απανθρωπιά.
Περισσότερα στοιχεία για την κατανόηση των Αρχείων Έπστιν βρίσκουμε σε ένα άλλο έργο της Άρεντ, στις Απαρχές του Ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με την Άρεντ, τον 19ο αιώνα αντικαταστήσαμε την έννοια της αμαρτίας με αυτή της κακίας. Ίσως αυτό να οφείλεται σε ό,τι ο Νίτσε ονόμασε «Θάνατο του Θεού»: την εξαφάνιση του Θεού και της θρησκείας ως υπερβατικών εγγυητών της καλοσύνης. Η αρχική έννοια της «αμαρτίας» είναι ο χωρισμός – το να είσαι χωρισμένος από τον Θεό νοούμενο ως απόλυτη ηθική. Η κακία είναι απλώς μια κακή συνήθεια, ένα ελάττωμα του χαρακτήρα. H εκκοσμίκευση του κακού, η υποβάθμιση της παραβίασης της θεϊκής τάξης σε μια απλή ιδιορρυθμία, ήταν αυτό που επέτρεψε την άνοδό του στην εποχή των άκρων. Αυτό, σύμφωνα με την Άρεντ, κατέστησε δυνατές τις καταστροφές του 19ου και του 20ού αιώνα. Στα Αρχεία Έπστιν βλέπουμε πώς μια παγκόσμια ελίτ αντιμετωπίζει τις πιο σοβαρές αμαρτίες απλώς ως κακίες που μπορούν να αγνοηθούν με ένα πονηρό χαμόγελο.
Μπορούμε να μάθουμε κάτι από τα Αρχεία Έπστιν; Αν ναι, αυτό είναι μόνο κάτι κοινότοπο: το πραγματικό κακό είναι πραγματικότητα. Ούτε εδώ θα υπάρξει δικαιοσύνη. Τα γνωρίζαμε ήδη όλα αυτά. Απλώς μας τα υπενθύμισαν. Ίσως το μόνο που απομένει είναι να θυμόμαστε ότι το βαθύ κακό δεν είναι ούτε δαιμονικό ούτε κοινότοπο. Είναι απαθές.
Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε με τον τίτλο “Die Nonchalance des Bösen – Überlegungen zu den Epstein Files“, την 7η Απριλίου 2026, στο περιοδικό Philosophie Magazin (www.philomag.de/artikel/die-nonchalance-des-boesen-ueberlegungen-zu-den-epstein-files).
μετάφραση: Νίκος Ψαρρός
Ποιος αποφασίζει ποια έργα θα αποκτήσουν κύρος, αναγνώστες και μνήμη;
Η αιφνιδιαστική λογοτεχνική διαμάχη για τη χρήση της ντοπιολαλιάς από τους συγγραφείς στο έργο τους, κάνει επιτακτική την ανάγκη να συζητήσουμε, σοβαρά, πολλά πράγματα που αφορούν το βιβλίο, την αγορά του, τον κόσμο του, την πρόσβαση στους αναγνώστες, τα αναγνωστικά γούστα και τις μόδες. Για ό,τι φαίνεται και για ό,τι δεν φαίνεται [ΤΒJ]
1. Η κατάκτηση του αυτονόητου
Η λογοτεχνία θα όφειλε να είναι ο χώρος όπου κάθε βιβλίο δοκιμάζεται μόνο απέναντι στον αναγνώστη του. Ωστόσο, πολύ πριν ανοίξει η πρώτη σελίδα, έχει συχνά προηγηθεί μια άλλη αξιολόγηση: ποιος είναι ο συγγραφέας, σε ποιον χώρο ανήκει, ποιες ιδέες εκπροσωπεί, ποιες συγγένειες, διαδρομές και δημόσιες τοποθετήσεις τον συνοδεύουν. Μόνο τότε έρχεται η σειρά του ίδιου του βιβλίου.
Οι μεγάλες πολιτιστικές μεταβολές σπάνια γίνονται αντιληπτές την ώρα που συντελούνται. Διαμορφώνονται μέσα από μικρές επιλογές που επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες, ώσπου παύουν να εκλαμβάνονται ως επιλογές και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου.
Εκεί ακριβώς αρχίζει κάθε πολιτιστική ηγεμονία. Τα κριτήρια της αναγνώρισης μεταβάλλονται σχεδόν ανεπαίσθητα, ώσπου μια ολόκληρη κοινότητα αρχίζει να αντιμετωπίζει ως φυσικό εκείνο που αρχικά αποτελούσε μία μόνο εκδοχή του κόσμου. Η διαφορετική γνώμη εξακολουθεί να ακούγεται· σπανίως όμως αποκτά το ίδιο κύρος, την ίδια προβολή ή την ίδια επιρροή.
Στον ελληνικό χώρο του βιβλίου, η μεταπολιτευτική περίοδος υπήρξε το προνομιακό πεδίο αυτής της μεταβολής. Η διάκριση ανάμεσα στον «προοδευτικό» και τον «αντιδραστικό» ξεπέρασε βαθμιαία τα όρια της πολιτικής τοποθέτησης και άρχισε να επηρεάζει την απονομή του πολιτιστικού κύρους. Η ιδεολογική ταυτότητα βάρυνε πλέον τόσο στην πρόσληψη των ιδεών ενός συγγραφέα όσο και στη θέση που του επιφυλασσόταν μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο. Συχνά λειτουργούσε ως τεκμήριο ευαισθησίας και πνευματικής αξιοπιστίας, σχεδόν ως προκαταβολή αισθητικής αξίας.
Η μεταβολή αυτή έγινε ορατή και στις θεματικές προτεραιότητες της λογοτεχνίας. Ορισμένα ιστορικά και κοινωνικά βιώματα αντιμετωπίζονταν σχεδόν αυτονόητα ως προνομιακά πεδία λογοτεχνικής σοβαρότητας. Άλλα παρέμεναν συχνότερα στις παρυφές της προσοχής και δυσκολεύονταν να αποκτήσουν την ίδια πολιτιστική νομιμοποίηση. Έτσι, η επιλογή του θέματος άρχισε να λειτουργεί και ως επιλογή πολιτιστικής ταυτότητας.
2. Το οικοσύστημα της αναγνώρισης
Κάθε βιβλίο ακολουθεί δύο παράλληλες διαδρομές. Η πρώτη οδηγεί από τον συγγραφέα στον αναγνώστη. Η δεύτερη περνά από εκδότες, κριτικούς, πανεπιστημιακούς, επιτροπές βραβείων, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοθήκες, φεστιβάλ και κάθε θεσμό που συμμετέχει στη δημόσια ζωή του βιβλίου. Εκεί διαμορφώνεται η δημόσια παρουσία του έργου: ο τρόπος με τον οποίο διαβάζεται, συζητείται και τελικά καταλαμβάνει τη θέση του μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο.
Οι μεσολαβήσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη ζωή του βιβλίου. Όταν όμως οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες αναφορές και οι ίδιες ιδεολογικές ευαισθησίες επανεμφανίζονται στους περισσότερους από αυτούς τους χώρους, το οικοσύστημα αποκτά αξιοσημείωτη ομοιογένεια. Η αναγνώριση κυκλοφορεί μέσα στους ίδιους κύκλους, οι αισθητικές αντιλήψεις επιβεβαιώνονται αμοιβαία και οι πολιτιστικές προτεραιότητες αρχίζουν να εμφανίζονται ως αυτονόητα κριτήρια αξιολόγησης.
Σιγά σιγά δημιουργείται ένα δίκτυο αμοιβαίας νομιμοποίησης. Ο εκδότης επικαλείται την κρίση του κριτικού, ο κριτικός αντλεί κύρος από τον πανεπιστημιακό, ο πανεπιστημιακός συμμετέχει στις επιτροπές των βραβείων, οι επιτροπές απονέμουν την αναγνώριση στον συγγραφέα και ο συγγραφέας ενισχύει με τη σειρά του το πολιτιστικό περιβάλλον που τον ανέδειξε. Καμία συνεννόηση δεν είναι αναγκαία. Αρκεί η σταθερή αναπαραγωγή των ίδιων κριτηρίων.
Η κριτική βιβλίου αποκτά τότε και μια δεύτερη λειτουργία. Εξετάζει τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική δύναμη του έργου, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνει πρόσωπα, κοινές αναφορές και πολιτιστικές συγγένειες. Η αισθητική αξιολόγηση συνυπάρχει έτσι με ένα παράλληλο σύστημα αναγνώρισης, μέσα στο οποίο η ιδεολογική οικειότητα, οι προσωπικές διαδρομές και η θέση στο πολιτιστικό οικοσύστημα αποκτούν τη δική τους βαρύτητα.
Η άνιση κατανομή της προσοχής αφορά τόσο τους συγγραφείς όσο και τα ίδια τα θέματα. Η προδιάθεση αυτή σπάνια παίρνει τη μορφή ρητού αποκλεισμού· λειτουργεί πολύ συχνότερα ως πολιτιστική οικειότητα. Ορισμένες αφηγήσεις εισέρχονται στον δημόσιο διάλογο με τη σιωπηρή εύνοια ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού κλίματος. Άλλες κινούνται έξω από τις κυρίαρχες ευαισθησίες της εποχής, κουβαλούν εξαρχής το βάρος της επιφύλαξης και καλούνται να αποδείξουν τη σοβαρότητα και τη λογοτεχνική τους αξία.
Κάθε κυρίαρχο πολιτιστικό κλίμα διαμορφώνει και τον δικό του λογοτεχνικό κανόνα. Καθώς αναδεικνύονται ορισμένοι συγγραφείς, αποκτούν μαζί τους κύρος οι αφηγηματικοί κόσμοι, οι ήρωες και οι αναγνώσεις της ιστορίας που ενσαρκώνουν. Μερικές αφηγήσεις συναντούν από την πρώτη στιγμή ένα έτοιμο λεξιλόγιο αποδοχής, μια ήδη διαμορφωμένη ηθική και αισθητική γλώσσα που τις υποδέχεται ως αναμενόμενες και αναγκαίες. Άλλες, όσο απαιτητικές ή πρωτότυπες κι αν είναι, ξεκινούν τη διαδρομή τους χωρίς αυτό το πολιτιστικό απόθεμα εμπιστοσύνης.
Η διαδικασία σπανίως γίνεται αντιληπτή από όσους συμμετέχουν σε αυτήν. Κάθε επιμέρους επιλογή μοιάζει εύλογη και κάθε κρίση απολύτως δικαιολογημένη. Το φαινόμενο αποκαλύπτεται μόνο όταν παρατηρήσει κανείς το σύνολο. Τότε γίνεται ορατό ότι στην κατανομή της αναγνώρισης βαρύνουν, μαζί με τη λογοτεχνική ποιότητα των έργων, και οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τα θέματα που αξίζει να βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτιστικής ζωής.
3. Οι αντισυστημικοί του συστήματος
Κάθε πολιτιστική τάξη αποκτά κάποτε και τους δικούς της αντιρρησίες. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παράδοξα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι ότι, τουλάχιστον στο χώρο του βιβλίου, ανάμεσα στους επιδραστικότερους επικριτές του συστήματος βρέθηκαν συχνά άνθρωποι ήδη εγκατεστημένοι στις προνομιακότερες θέσεις του. Δεν βρίσκονταν στις παρυφές του· αποτελούσαν το κέντρο του.
Ο βραβευμένος συγγραφέας μιλούσε για αποκλεισμούς από το βήμα μιας ακόμη βράβευσης. Ο άνθρωπος που είχε ήδη αποκτήσει κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο της περιθωριοποίησης. Και το ακροατήριο, έχοντας συνηθίσει αυτή τη μικρή θεατρική σύμβαση, άκουγε τις διαμαρτυρίες χωρίς να προσέχει το σκηνικό μέσα στο οποίο εκφωνούνταν.
Το φαινόμενο υπερβαίνει την προσωπική υποκρισία και αποκαλύπτει έναν βαθύτερο μηχανισμό κάθε εδραιωμένης πολιτιστικής ηγεμονίας. Όταν μια πολιτιστική τάξη κυριαρχήσει, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως κατεστημένο. Συνεχίζει να αυτοπεριγράφεται με το λεξιλόγιο της αντίστασης, ακόμη και όταν βρίσκεται στο κέντρο των μηχανισμών της αναγνώρισης. Έτσι γεννιέται ένας ιδιότυπος αντισυστημισμός χωρίς πραγματικό αντίπαλο· ένας αντισυστημισμός που ασκείται από ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν, αξιολογούν, βραβεύουν, χρηματοδοτούν και νομιμοποιούν το ίδιο πολιτιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πρωταγωνιστούν.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε κυρίαρχου πολιτιστικού οικοσυστήματος. Κατορθώνει να εμφανίζεται συγχρόνως ως εξουσία και ως αδιάκοπος επικριτής της. Όσο διατηρεί αυτή τη διπλή ιδιότητα, το ηθικό του κύρος παραμένει σχεδόν ανέπαφο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε διαφωνία με το κυρίαρχο πολιτιστικό αφήγημα μπορεί να παρουσιάζεται όχι ως διαφορετική ερμηνεία, αλλά ως ηθική υστέρηση απέναντι σε μια ευαισθησία που έχει ήδη αποκτήσει το κύρος του αυτονόητου.
4. Η οικονομία της ηθικής υπεροχής
Η ηθική νομιμοποίηση ενός πολιτιστικού περιβάλλοντος μεταφέρεται αναπόφευκτα και στα πρόσωπα που το εκπροσωπούν. Στη διαμόρφωση της αναγνώρισης ενός συγγραφέα συνυπολογίζονται περισσότερα από τα βιβλία του. Στη δημόσια ζωή της λογοτεχνίας δρουν και άλλοι, λιγότερο ορατοί παράγοντες. Ανάμεσά τους έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα η ηθική φυσιογνωμία του δημιουργού.
Η λογοτεχνική ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί το θεμελιώδες κριτήριο. Παράλληλα, ο συγγραφέας καλείται, σιωπηλά αλλά διαρκώς, να εκπέμπει το κατάλληλο ηθικό σήμα. Οι παρεμβάσεις, οι ευαισθησίες, οι πρωτοβουλίες, ακόμη και οι αποσιωπήσεις του συνθέτουν μια δεύτερη αφήγηση, η οποία συνοδεύει το έργο και επηρεάζει την πρόσληψή του πριν ακόμη ανοίξει η πρώτη σελίδα.
Η εξέλιξη αυτή ούτε στηρίζεται σε κάποιον άγραφο κανονισμό ούτε προϋποθέτει οργανωμένη απαίτηση. Η δημόσια τοποθέτηση παραμένει προσωπική επιλογή. Όταν όμως συμπίπτει με τις κυρίαρχες ευαισθησίες της πολιτιστικής κοινότητας, προσφέρει στον δημιουργό ένα πρόσθετο απόθεμα αξιοπιστίας. Οι προθέσεις του θεωρούνται ευκολότερα αγαθές και το έργο του εντάσσεται με λιγότερες αντιστάσεις σε ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο αποδοχής.
Η ηθική στάση αποκτά έτσι και μια δεύτερη λειτουργία: μετατρέπεται σε πολιτιστικό κεφάλαιο. Συνοδεύει τη λογοτεχνική αξία και επηρεάζει τους όρους μέσα στους οποίους αυτή αναγνωρίζεται. Η ποιότητα του έργου παραμένει καθοριστική, όμως η δημόσια φυσιογνωμία του δημιουργού μπορεί να διευκολύνει την υποδοχή του και να ενισχύσει το κύρος του. Η δημόσια τοποθέτηση λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερο εξώφυλλο του βιβλίου. Προηγείται της ανάγνωσης, προδιαθέτει την υποδοχή του έργου και επηρεάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ερμηνευθεί.
Οι πολιτικές και κοινωνικές ευαισθησίες αποτελούν φυσικό μέρος της παρουσίας ενός δημιουργού στον δημόσιο χώρο. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν μετατρέπονται, έστω αθέατα, σε στοιχείο πολιτιστικής αξιολόγησης. Τότε οι παρεμβάσεις λειτουργούν και ως διαπιστευτήριο. Όποιος διαθέτει το κατάλληλο ηθικό λεξιλόγιο εκλαμβάνεται ευκολότερα ως άνθρωπος καλών προθέσεων, αξιόπιστος συνομιλητής και δημιουργός που θεωρείται ότι βρίσκεται αυτονόητα στη σωστή πλευρά των πραγμάτων.
Η αποδοχή αυτή αφήνει τυπικά ανέπαφη την αισθητική κρίση, την περιβάλλει όμως με μια ευνοϊκή προδιάθεση που προηγείται συχνά της ανάγνωσης. Το έργο φέρει πλέον ένα πρόσθετο συμβολικό φορτίο, αντλημένο από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα. Όσο ισχυρότερο γίνεται αυτό το φορτίο, τόσο δυσκολότερα διακρίνεται το σημείο όπου τελειώνει η αισθητική αξιολόγηση και αρχίζει η ηθική επιβεβαίωση.
Η ίδια ιεράρχηση επηρεάζει τελικά και την κατανομή της δημόσιας προσοχής. Καθορίζει ποια γεγονότα θεωρούνται αυτονόητα άξια παρέμβασης και ποια μπορούν να περάσουν σχεδόν αθόρυβα. Από την ηθική εικόνα του δημιουργού οδηγούμαστε έτσι στη σημασία όσων μια πολιτιστική κοινότητα επιλέγει να υπερασπιστεί και όσων αφήνει στη σιωπή.
5. Η δημόσια σιωπή
Η δημόσια σιωπή εκλαμβάνεται συνήθως ως ουδέτερη. Συχνά, ωστόσο, λειτουργεί ως μορφή ιεράρχησης. Ακολουθεί τις προτεραιότητες, τις ευαισθησίες και, τελικά, την ηθική γεωγραφία μιας πολιτιστικής κοινότητας.
Οι κοινωνίες αποκαλύπτουν τον εαυτό τους μέσα από όσα επιλέγουν να υπερασπιστούν. Τον αποκαλύπτουν όμως, ίσως ακόμη περισσότερο, μέσα από όσα αφήνουν να περάσουν χωρίς να αισθανθούν την ανάγκη δημόσιας τοποθέτησης. Ορισμένα γεγονότα κινητοποιούν σχεδόν αυτονόητα ανακοινώσεις, συλλογικά κείμενα, παρεμβάσεις και εκκλήσεις. Άλλα, όσο σοβαρά κι αν είναι, μοιάζουν ανίκανα να διαταράξουν την ηθική ηρεμία του ίδιου χώρου.
Κάθε άνθρωπος και κάθε κοινότητα ιεραρχούν αναπόφευκτα τα γεγονότα. Η επιμέρους επιλογή έχει περιορισμένη σημασία. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν η ίδια ιεράρχηση επαναλαμβάνεται με τέτοια κανονικότητα, ώστε να αποκαλύπτει έναν σταθερό τρόπο θέασης του κόσμου. Η σιωπή αποκτά τότε ερμηνευτική αξία: γίνεται ένας τρόπος με τον οποίο μια πολιτιστική κοινότητα περιγράφει, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί, τις πραγματικές της προτεραιότητες.
Η σιωπή διαθέτει ένα προνόμιο που σπανίως έχει ο δημόσιος λόγος. Κάθε ανακοίνωση συνοδεύεται από επιχειρήματα, κάθε καταγγελία από μια εξήγηση, κάθε συλλογική παρέμβαση από μια επίκληση αρχών. Η σιωπή μένει έξω από αυτή την υποχρέωση. Περνά εύκολα απαρατήρητη, ακριβώς επειδή αποφεύγει τις ρητές διατυπώσεις. Κι όμως, πολλές φορές αποκαλύπτει περισσότερα από έναν μακροσκελή δημόσιο λόγο.
Καμία πολιτιστική κοινότητα δεν μπορεί να αντιδρά με την ίδια ένταση σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω της. Η επιλογή είναι αναπόφευκτη· το κρίσιμο ζήτημα αφορά τα κριτήρια που την καθορίζουν. Πότε μια υπόθεση θεωρείται αυτονόητα άξια κινητοποίησης και πότε αντιμετωπίζεται ως γεγονός που μπορεί να περάσει χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό;
Όσο αυτές οι επιλογές παραμένουν περιστασιακές, η ερμηνευτική τους σημασία είναι περιορισμένη. Όταν όμως επαναλαμβάνονται με συνέπεια επί δεκαετίες παύουν να αποτελούν απλή συγκυρία και μετατρέπονται σε πολιτιστικό χαρακτηριστικό. Οι παρεμβάσεις σχηματίζουν τότε ένα σταθερό μοτίβο. Το ίδιο και οι σιωπές.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία τους. Φωτίζουν τα γεγονότα που κρίνονται ανεπαρκή για να διαταράξουν τις βεβαιότητες μιας πολιτιστικής κοινότητας. Γι’ αυτό αποτελούν συχνά ασφαλέστερο οδηγό για την κατανόησή της από τις πιο εύγλωττες διακηρύξεις της.
6. Η ομοφωνία ως κοινή λογική
Με την πάροδο του χρόνου, οι επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις, ευαισθησίες και σιωπές χάνουν το χαρακτήρα της επιλογής και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου. Εκείνο που κάποτε αποτελούσε μια από τις πολλές δυνατές οπτικές γωνίες αρχίζει να εμφανίζεται ως η μόνη εύλογη στάση απέναντι στα πράγματα.
Η μεγαλύτερη νίκη κάθε πολιτιστικής ηγεμονίας είναι ότι απαλλάσσεται από την ανάγκη να απολογείται για τον εαυτό της. Όταν μια επιμέρους εκδοχή του κόσμου ταυτιστεί με τον ίδιο τον κόσμο, η ομοφωνία παύει να γίνεται αντιληπτή ως επιλογή. Οι κοινές παραδοχές σταθεροποιούνται τόσο, ώστε λησμονείται η ιστορική και ιδεολογική τους καταγωγή. Απομένουν ως φυσική τάξη των πραγμάτων.
Οι αξίες του κυρίαρχου πολιτιστικού κλίματος εμφανίζονται τότε ως αυτονόητες, οι προτιμήσεις του ως φυσικές και οι αισθητικές ή ηθικές επιλογές του ως ουδέτερα κριτήρια. Κάθε διαφορετική προσέγγιση βρίσκεται σχεδόν υποχρεωμένη να δικαιολογήσει τη θέση της.
Οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν αυτή τη διαδικασία ως υπεράσπιση της λογικής, της ευαισθησίας, της δημοκρατίας ή του ανθρωπισμού. Οι έννοιες αυτές διαθέτουν ασφαλώς καθολική αξία. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μία μόνο ερμηνεία τους αποκτά το κύρος της μοναδικής εύλογης εκδοχής και οι υπόλοιπες αντιμετωπίζονται ως ηθικά ή πνευματικά ύποπτες.
Ο βασικός ορίζοντας της συναίνεσης προϋπάρχει πλέον κάθε επιμέρους αντιπαράθεσης. Ο νέος συγγραφέας, ο νέος κριτικός ή ο νέος πανεπιστημιακός εισέρχεται σε ένα χώρο όπου οι θεμελιώδεις βεβαιότητες έχουν παγιωθεί. Τις μαθαίνει όπως μαθαίνει κανείς μια γλώσσα: μέσα από τη συνεχή χρήση της. Πολύ πριν συγκροτήσει τη δική του κρίση, έχει αποκτήσει το λεξιλόγιο με το οποίο θα την εκφράσει.
Όταν εδραιωθεί, η ομοφωνία δεν εξαλείφει τη διαφωνία· οριοθετεί το πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να εκδηλωθεί. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται, αλλά εκτυλίσσονται συνήθως μέσα στο ίδιο σύστημα παραδοχών. Η αμφισβήτηση περιορίζεται σε επιμέρους κρίσεις, ενώ οι θεμελιώδεις βεβαιότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαφωνία συναντά συχνά όχι μόνο αντίρρηση αλλά και απορία. Αντιμετωπίζεται περισσότερο ως παρέκκλιση από έναν καθιερωμένο ηθικό και πολιτιστικό ορίζοντα παρά ως διαφορετική κρίση. Οι όροι του διαλόγου έχουν καθοριστεί πολύ πριν αρχίσει ο ίδιος.
Αυτό εξηγεί γιατί πολλές δημόσιες αντιπαραθέσεις μοιάζουν να έχουν ολοκληρωθεί πριν ακόμη εκδηλωθούν. Τα επιχειρήματα διατυπώνονται, όμως οι προϋποθέσεις της αξιολόγησής τους έχουν ήδη τεθεί. Ορισμένες θέσεις εισέρχονται με το πλεονέκτημα της αδιαμφισβήτητης σοβαρότητας. Άλλες καλούνται, πριν ακόμη ακουστούν, να δικαιολογήσουν το ίδιο το δικαίωμά τους να συμμετάσχουν.
Ίσως αυτή να είναι η λεπτότερη μορφή πολιτιστικής επιρροής. Αντί να υπαγορεύει τι πρέπει να σκεφτούν οι άνθρωποι, ορίζει το σημείο από το οποίο αρχίζουν να σκέφτονται. Όταν ακόμη και η αφετηρία θεωρηθεί φυσική, η ισχύς παύει να γίνεται αντιληπτή ως ισχύς. Βιώνεται απλώς ως κοινή λογική.
7. Η ηθική ως αισθητικό κριτήριο
Η κοινή αυτή λογική εισχωρεί τελικά και στην αισθητική κρίση. Όσα έχουν αποκτήσει το κύρος του ηθικά αυτονόητου επηρεάζουν σταδιακά και την αξιολόγηση του ίδιου του έργου. Η αισθητική κρίση θεωρείται η πλέον αυτόνομη μορφή κρίσης, προσηλωμένη στη γλώσσα, στη δομή, στο ύφος, στην πρωτοτυπία και στην αφηγηματική δύναμη. Η ιστορία της λογοτεχνίας δείχνει, ωστόσο, ότι διαμορφώνεται πάντοτε μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον. Κάθε κοινωνία διαμορφώνει, μαζί με τα λογοτεχνικά της πρότυπα, και μια αντίληψη για το έργο που θεωρεί πνευματικά γενναίο, κοινωνικά αναγκαίο ή ηθικά σημαντικό.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην αλληλεπίδραση ηθικής και αισθητικής. Η ηθική αποδοχή ενός έργου δημιουργεί ευνοϊκή προδιάθεση απέναντι στην αισθητική του αξία, ενώ η λογοτεχνική επιτυχία προσδίδει με τη σειρά της κύρος στις ιδέες και στις ευαισθησίες που το συνοδεύουν. Οι δύο μορφές αναγνώρισης αρχίζουν έτσι να ενισχύουν η μία την άλλη.
Ορισμένα βιβλία καλούνται συγχρόνως να αναγνωριστούν ως επιτυχημένα λογοτεχνικά έργα και να ανταποκριθούν στις κυρίαρχες πολιτιστικές ευαισθησίες της εποχής τους. Η ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση της αναγνώρισης, συνοδεύεται όμως από έναν ηθικό ορίζοντα που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το έργο διαβάζεται, συζητείται και τελικά αξιολογείται.
Αυτό εξηγεί γιατί δύο βιβλία αντίστοιχης λογοτεχνικής δύναμης μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετική δημόσια διαδρομή. Η υποδοχή τους εξαρτάται από τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική τους αρτιότητα. Βαρύνει όμως και η ευκολία με την οποία εντάσσονται στο κυρίαρχο πολιτιστικό λεξιλόγιο. Η αισθητική κρίση διαμορφώνεται πάντοτε μέσα στην Ιστορία.
Κάθε συγγραφέας αντιλαμβάνεται, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε διαισθητικά, ποιες αφηγήσεις συναντούν ευκολότερα την αποδοχή, ποια θέματα αναγνωρίζονται ως σημαντικά και ποιοι τρόποι γραφής θεωρούνται ώριμοι, υπεύθυνοι ή σύγχρονοι. Συνήθως δεν πρόκειται για υπολογισμό, αλλά για μια αργή εσωτερίκευση του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Οι προσδοκίες του ενσωματώνονται στον τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός βλέπει τον κόσμο και, τελικά, στον τρόπο με τον οποίο γράφει.
Η αισθητική αξιολόγηση αρχίζει έτσι να λειτουργεί και ως μέτρο πολιτιστικής οικειότητας. Ορισμένα έργα αναγνωρίζονται ευκολότερα επειδή συνομιλούν με ένα εδραιωμένο σύστημα αξιών και ευαισθησιών. Άλλα, ακόμη και όταν διαθέτουν ανάλογη λογοτεχνική δύναμη, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αποκτήσουν την ίδια αναγνώριση, επειδή κινούνται έξω από τον κυρίαρχο ορίζοντα προσδοκιών.
Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το ποια βιβλία θεωρούνται καλά στο τι σημαίνει, σε κάθε ιστορική περίοδο, ένα καλό βιβλίο. Αφηγηματικοί κόσμοι, τύποι ηρώων, αναγνώσεις της Ιστορίας και μορφές κοινωνικής ευαισθησίας συνδέονται σταδιακά με την ίδια την έννοια της λογοτεχνικής ποιότητας. Κάθε γενιά κληροδοτεί έτσι στην επόμενη τα βιβλία που ανέδειξε και τα κριτήρια με τα οποία τα αξιολόγησε.
Η αισθητική κρίση παραμένει αισθητική κρίση. Συγχρόνως, όμως, λειτουργεί ως επιβεβαίωση ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού ορίζοντα. Γι’ αυτό οι λογοτεχνικοί κανόνες μεταβάλλονται με την εμφάνιση σπουδαίων συγγραφέων και με τις αλλαγές στην εικόνα που μια κοινωνία σχηματίζει για τον εαυτό της. Τότε αλλάζουν αθόρυβα τα βιβλία που γράφονται και εκείνα που θεωρούνται αυτονόητα σημαντικά. Μαζί τους μετακινείται και η ίδια η λογοτεχνική μνήμη.
8. Η κριτική που δεν γράφτηκε ποτέ
Η ιστορία της λογοτεχνίας διατηρεί πάντοτε ένα αόρατο κεφάλαιο: εκείνο που δεν θα γραφτεί ποτέ.
Θα μείνει για πάντα άγνωστο ποια έργα θα είχαν ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή αν είχαν συναντήσει την κατάλληλη στιγμή την προσοχή που τους αναλογούσε. Κάθε λογοτεχνικός κανόνας διαμορφώνεται τόσο από τα βιβλία που αναγνωρίστηκαν όσο και από εκείνα τα οποία το ενδιαφέρον των συγχρόνων τους τα προσπέρασε.
Κάθε εποχή φωτίζει διαφορετικά τη βιβλιοθήκη που παραλαμβάνει. Ορισμένα βιβλία έρχονται στο προσκήνιο, άλλα υποχωρούν σχεδόν ανεπαίσθητα στη σκιά. Τα ίδια παραμένουν στη θέση τους· αλλάζουν τα ερωτήματα, οι εμπειρίες και οι ευαισθησίες με τις οποίες τα πλησιάζει κάθε γενιά. Έτσι μετακινούνται αθόρυβα το κέντρο και οι παρυφές της λογοτεχνικής μνήμης. Ο χρόνος θυμάται μόνο ένα μέρος από όσα του παραδόθηκαν. Ανάμεσα σε όσα χάθηκαν βρίσκονται και οι κρίσεις που δεν διατυπώθηκαν ποτέ.
Πολλά βιβλία επέζησαν μιας εχθρικής υποδοχής. Άλλα γνώρισαν τον ενθουσιασμό της εποχής τους και αργότερα ξεχάστηκαν. Για ορισμένα, όμως, η σιωπή υπήρξε η μοναδική κριτική.
Κάθε αναγνώστης κληρονομεί μια ήδη ταξινομημένη βιβλιοθήκη. Μαζί με τα βιβλία που του έχουν υποδειχθεί ως σημαντικά, παραλαμβάνει και μια πρώτη εικόνα της λογοτεχνίας, πολύ πριν διαμορφώσει τη δική του κρίση.
Η εικόνα αυτή μοιάζει τόσο αυτονόητη ώστε σπάνια γίνεται αντικείμενο σκέψης. Μαζί με τη λογοτεχνία, κάθε γενιά κληρονομεί και την ιεράρχηση που τη συνοδεύει. Οι μεγάλες λογοτεχνικές ανακαλύψεις αρχίζουν συχνά τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να κοιτάξει πέρα από αυτή την κληρονομημένη τάξη των πραγμάτων.
Ο λογοτεχνικός κανόνας αποτελεί ταυτόχρονα πράξη μνήμης και πράξη λήθης. Κάθε βιβλιοθήκη συγκροτείται από τα βιβλία που διασώθηκαν στα ράφια της και από εκείνα που έχασαν την ευκαιρία να δοκιμαστούν πραγματικά μέσα στο χρόνο. Αναζητούμε μόνο όσα έχουμε μάθει ότι υπάρχουν. Η λήθη καθιστά αόρατη την ίδια την απώλεια.
Ίσως γι’ αυτό κάθε μεγάλη ανάγνωση αρχίζει από μια μικρή πράξη δυσπιστίας απέναντι στον διαμορφωμένο κανόνα: από την περιέργεια να αναζητήσει όσα έμειναν έξω από το φως, να ξανανοίξει βιβλία που η εποχή τους προσπέρασε και να δοκιμάσει ξανά τη δύναμή τους. Η ιστορία της λογοτεχνίας γράφεται από όσα θυμόμαστε. Κάποτε όμως αλλάζει πορεία, επειδή κάποιος αποφασίζει να ανασύρει από τη λήθη όσα οι προηγούμενοι είχαν αφήσει να χαθούν.
Ως λάτρης της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και θαυμάστρια των έργων του Ομήρου, ανυπομονούσα για τη νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, The Odyssey. Είχα ακούσει διάφορες κριτικές από όσα είχαν διαρρεύσει από τα γυρίσματα, δεν με ενδιέφερε το κάστινγκ, πέρα από το αυτονόητο, να μπορέσουν οι ηθοποιοί να υποστηρίξουν τους χαρακτήρες. Η αλήθεια είναι ότι, παρά τις κριτικές, είχα εμπιστοσύνη στις σκηνοθετικές ικανότητες του Νόλαν, καθώς έχω δει τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες του. Και προσδοκούσα ένα έργο που θα πλησίαζε νοηματικά το μεγαλείο του ομηρικού έπους.
Αρχικά, ο Οδυσσέας της ταινίας (Ματ Ντέιμον) ξεκινάει να αφηγείται την ιστορία του από το νησί της Καλυψώς αντί να το κάνει από τη χώρα των Φαιάκων – και, για να είμαστε ακριβείς, αφαιρεί απολύτως τους Φαίακες. Με αυτό τον τρόπο χάνεται όλη η σκηνή του παρ’ ολίγον πνιγμού του Οδυσσέα, η τομή της αποκορύφωσης της αφήγησης.
Μετά έχουμε τον «Κανένα», ή μάλλον την παράλειψή του. Ο «Κανένας» ήταν ιδανική ευκαιρία να φανεί η προσωπικότητα του ήρωα και οι δυνατότητες του ηθοποιού που τον ενσαρκώνει, πράγμα που δεν συνέβη στη σκηνή του Κύκλωπα, όπως και σε καμία άλλη σκηνή... Γενικά όλος ο δυναμισμός, το κύρος, η ηγετική ικανότητα και η προσωπικότητα του Οδυσσέα δίνει την εντύπωση ότι αφαιρέθηκε προκειμένου να δοθεί στην Πηνελόπη. Με αυτόν τον τρόπο, ο Οδυσσέας έμοιαζε έρμαιο τον καταστάσεων. Και για μένα προσωπικά, η μεγαλύτερη αδικία προς τον χαρακτήρα του ήταν στο νησί της Καλυψώς.
Στην ταινία, η χώρα των Λωτοφάγων παραβλέπεται εντελώς. Αντ’ αυτού, η σκηνοθεσία τοποθετεί την Καλυψώ να του δίνει τον λωτό ώστε να παραμείνει στο νησί.
Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος έκανε τον Οδυσσέα απόλυτα συνειδητοποιημένο σχετικά με τον τόπο, το χρόνο και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Έτσι, όταν η Καλυψώ θέλησε να τον κάνει σύζυγό της, του έδωσε μια δοκιμασία, μια ακαταμάχητη πρόταση: την αθανασία. Ο Οδυσσέας ήταν ένας σπουδαίος ήρωας, γιατί έκανε κάτι το ασυναγώνιστο: έβαλε τις ευθύνες του και την ανθρώπινη φύση του πάνω από τη θεϊκή υπόσταση. Αφαιρώντας του αυτό το δίλημμα, ο Νόλαν αφαίρεσε ένα από τα βαθύτερα νοήματα της Οδύσσειας, όπως έκανε και με πολλά άλλα. Ο Οδυσσέας της Οδύσσειας ήταν ένας άνθρωπος που πλήρωσε το τίμημα επειδή πίστευε ότι μπορούσε να τα λύσει όλα με τη λογική και με την πανουργία του. Ο Οδυσσέας του Νόλαν είναι ένας άνδρας που αποφεύγει να αντιμετωπίσει τις πράξεις του και οδηγείται από τις τύψεις του. Είναι ένας άλλος ήρωας, μια άλλη ιστορία – και αλλά τα νοήματά της.
Προσωπικά, την ταινία τη χάρηκα αρκετά. Και υπήρξαν σημεία που συμπεριέλαβε πολλές πληροφορίες από το πρωτότυπο κείμενο. Κατά τη γνώμη μου, είναι μια καλή ταινία. Απλώς, εξυπηρετεί διαφορετικούς στόχους, γι’ αυτό και θεωρώ ότι έπρεπε να της έχει δοθεί ένας διαφορετικός τίτλος. Γιατί αυτό που είδα είναι ευχάριστο, αλλά όχι η Οδύσσεια.
Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.
Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.
Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.
Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.
Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.
Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.
Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.
Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.
Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.
Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.
Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.
Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.
Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.
Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.
Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.
Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής