Γνώμες
Καθώς η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) και το φωτεινό ή σκοτεινό μέλλον που μας ετοιμάζει γίνεται όλο και πιο παθιασμένη, στην Ελλάδα ακούγονται, περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς, αντιδραστικές φωνές απόλυτης άρνησης, ακόμη και από στοχαστές λόγιους κι εκλεπτυσμένους. Ένας τέτοιος στοχαστής είναι, για παράδειγμα, ο Νικόλας Σεβαστάκης, ο οποίος κρούει διαρκώς, με πλήθος κειμένων του, τον κώδωνα κάποιου υποτιθέμενου κινδύνου. Η κριτική του, η έκκλησή του στην ουσία ν’ απορρίψουμε και ν’ απαγορεύσουμε συνολικά την ΤΝ, επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη χειραγώγηση των πολλών από τους ολιγάρχες μέσω των αλγορίθμων. Αποκαλύπτει έτσι την άγνοιά του για την πραγματικότητα της ΤΝ. Όπως όλα τα μεγάλα τεχνολογικά επιτεύγματα της Νεωτερικότητας, έτσι και η ΤΝ δεν πρόκειται να παραμείνει υπό τον έλεγχο των δημιουργών και των χρηματοδοτών της. Ο εκδημοκρατισμός της μάλιστα γίνεται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι συνέβαινε με παρόμοιες τέτοιες εφευρέσεις στο παρελθόν.
Η βρετανική εμπειρία και οι μεταβολές της δημοκρατικής κουλτούρας
Το άρθρο εξετάζει τη μεταβολή της αντίληψης περί πολιτικής ακεραιότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσα από το πρίσμα του Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Transparency International. Η χώρα έλαβε βαθμολογία 70/100 το 2025, τη χαμηλότερη από το 2012, παραμένοντας στην 20ή θέση παγκοσμίως, σε αντίθεση με το 2017, όταν βρισκόταν στην πρώτη δεκάδα με βαθμολογία περίπου 82. Μακροχρόνια η μέση επίδοσή της κινείται γύρω στους 79 βαθμούς, με ιστορικά υψηλότερες επιδόσεις άνω των 85, γεγονός που καθιστά τη σημερινή υποχώρηση ενδεικτική μεταβολής αντίληψης και όχι απλώς συγκυριακής διακύμανσης. Το κείμενο ερμηνεύει την εξέλιξη αυτή ως στοιχείο ευρύτερης αλλαγής στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών στις ώριμες δημοκρατίες, εξετάζοντας τη διαφθορά όχι μόνο ως διοικητική παθολογία αλλά ως ένδειξη μεταβολής πολιτικής κουλτούρας.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τα αρχεία της υπόθεσης Τζέφρι Έπστιν επανήλθε με ένταση, συνοδευόμενη από τον γνώριμο θόρυβο της πολιτικής σκανδαλολογίας. Εφημερίδες και σχολιαστές επικεντρώνονται σε πρόσωπα, καριέρες και πιθανές «καταρρεύσεις» — ποιος πλήττεται, ποιος εκτίθεται, ποιος ενδέχεται να πληρώσει πολιτικό τίμημα. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν ορισμένες παρεμβάσεις στον βρετανικό δημόσιο λόγο, η πραγματική σημασία του φακέλου δεν έγκειται στη φθορά μεμονωμένων προσωπικοτήτων, αλλά στη δομική εικόνα που αποκαλύπτει: ένα δίκτυο ισχυρών ανδρών που προσέφεραν νομιμοποίηση, συμβουλές ή απλή κοινωνική αλληλεγγύη σε έναν καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα εις βάρος ανηλίκων. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό — και αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες κατανοούν την εξουσία, το φύλο και την ευθύνη.
Αν κάτι ξεχωρίζει, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, είναι ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο η επέτειος αυτή δεν προσφέρεται ούτε για εορτασμό ούτε για ήρεμη νοσταλγία. Για πολλούς Βρετανούς, το Μάαστριχτ δεν υπήρξε η θεμελιακή πράξη μιας κοινής ευρωπαϊκής πορείας, αλλά η αρχή ενός μακρού κύκλου πολιτικής διάρρηξης, ο οποίος θα κατέληγε, σχεδόν μοιραία, στο δημοψήφισμα του 2016 και στο Brexit. Η συνθήκη που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση, έθεσε τα θεμέλια του κοινού νομίσματος, εισήγαγε την «ευρωπαϊκή ιθαγένεια» και εμβάθυνε τις κοινές πολιτικές, στη Βρετανία έγινε το σημείο όπου η συζήτηση για την Ευρώπη μετατράπηκε σε ανοιχτή πληγή.
Ο πρωθυπουργός δημοσιοποίησε, στις αρχές Φεβρουαρίου, την πρότασή του για τα συνταγματικά πεδία που, κατά την κρίση του, χρήζουν αναθεώρησης. Αυτά είναι το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, το αρ. 16 περί ανώτατης παιδείας , το αρ. 103 που αφορά το καθεστώς μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, το άρ.30 περί θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας και το άρθρο 90 το σχετικό με τον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Ετέθη επίσης το θέμα ενός συνταγματικού «φρένου χρέους», που θα αποτρέπει δημοσιονομικούς εκτροχιασμούς.
Ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ προκάλεσε «πολιτικό σεισμό» με τις πρόσφατες δηλώσεις του για τα γεγονότα του 1922. Για πρώτη φορά, επισήμως και δημόσια, ένας τόσο υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Κρεμλίνου παραδέχτηκε όχι απλά την ιστορική αλήθεια, αλλά την ενεργό συμμετοχή της Σοβιετικής Ρωσίας στην ενίσχυση του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Όχι ότι δεν το γνωρίζαμε ή ότι εκπλαγήκαμε...
Λίγα χρόνια πριν, η εικόνα ενός βρετανού πρωθυπουργού στο Πεκίνο θα τροφοδοτούσε εύκολα αφηγήσεις για «γέφυρες» ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, για «χρυσές εποχές» επενδύσεων και για μια Βρετανία ικανή «να παίζει πάνω από το βάρος της». Σήμερα, η ίδια εικόνα λειτουργεί πιο πολύ ως υπενθύμιση του πόσο έχουν στενέψει τα περιθώρια ελιγμών.