Σύνδεση συνδρομητών

Γνώμες

Προεδρία της Ουκρανίας

Η ΕΕ έχει ξεκινήσει σοβαρές ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία. Ενώ το βάρος της απόδειξης μετατίθεται πλέον στο Κίεβο, οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να παραμείνουν αδρανείς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ουκρανία πραγματοποίησαν τη δεύτερη διακυβερνητική διάσκεψή τους και άνοιξαν την πρώτη ενότητα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, που είναι γνωστή ως «Βασικά Θέματα», στις 15 Ιουνίου 2026 στο Λουξεμβούργο. Το όνομα μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά η ουσία είναι κάθε άλλο παρά τέτοια. Αυτή η ενότητα αποτελεί τη ραχοκοκαλιά ολόκληρης της διαδικασίας. Καλύπτει το κράτος δικαίου, τους δημοκρατικούς θεσμούς, τη δημόσια διοίκηση και τα οικονομικά κριτήρια, και περιλαμβάνει πέντε κεφάλαια διαπραγματεύσεων: δικαστικό σύστημα και θεμελιώδη δικαιώματα· δικαιοσύνη, ελευθερία και ασφάλεια· δημόσιες συμβάσεις· στατιστικές· και δημοσιονομικό έλεγχο. Είναι η πρώτη ενότητα που ξεκίνησε και θα είναι η τελευταία που θα ολοκληρωθεί. Από αυτή τη στιγμή, η ένταξη της Ουκρανίας έπαψε να αποτελεί μια γεωπολιτική υπόσχεση. Έχει μετατραπεί σε μια δομημένη διαπραγμάτευση με κριτήρια αναφοράς, χάρτες πορείας, προθεσμίες και την αμηχανία του να κρίνεται και να αξιολογείται κανείς.

Η πρώτη τέτοια διάσκεψη, πριν από δύο χρόνια, εγκαινίασε τις συνομιλίες και καθόρισε το διαπραγματευτικό πλαίσιο της ΕΕ. Λίγα έχουν προχωρήσει από τότε, και η συνήθης εξήγηση –η παρεμπόδιση από την Ουγγαρία– είναι σε μεγάλο βαθμό σωστή. Ωστόσο, το αδιέξοδο δεν ξεπεράστηκε επειδή οι Βρυξέλλες βρήκαν νέα αποφασιστικότητα. Άλλαξε επειδή η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν έχασε τις εκλογές του Απριλίου. Ο κανόνας της ομοφωνίας που εκμεταλλεύτηκε ο Όρμπαν, καθώς και η ευκολία με την οποία μια πρωτεύουσα μπορεί να κρατήσει όμηρο τη διεύρυνση, δεν έχουν επιλυθεί. Απλώς, η κατάσταση έχει ηρεμήσει. Το δίδαγμα πρέπει να είναι να αναπληρωθεί ο χαμένος χρόνος, όσο το παράθυρο παραμένει ανοιχτό. Οι πέντε εναπομείναντες τομείς διαπραγμάτευσης πρέπει να ανοίξουν τον Ιούλιο. Αυτό δεν θα κατέβαζε τον πήχη, καθώς ένας κανονικός ρυθμός θα είχε διαρκέσει περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα. Θα αποδείκνυε απλώς ότι τα πολιτικά εμπόδια μπορούν να καθυστερήσουν την ένταξη, αλλά δεν μπορούν να την καθορίσουν ή/και να την ανασχέσουν, εφόσον και οι δύο πλευρές είναι έτοιμες να προχωρήσουν.

Το άνοιγμα αλλάζει επίσης το ποιος έχει το μεγαλύτερο βάρος. Μέχρι τώρα, η Ουκρανία μπορούσε να κατηγορήσει την Ουγγαρία ή την αργή διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ για τις καθυστερήσεις. Αυτή η δικαιολογία έχει πλέον εξαφανιστεί. Το Κίεβο πίεσε σκληρά για τον στόχο του 2027 και τώρα που οι τομείς έχουν ανοίξει, η ΕΕ μπορεί να επιστρέψει τη μπάλα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ουκρανία θέλει να ενταχθεί, αλλά αν είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στον συμφωνηθέντα ρυθμό.

Η κλίμακα του εγχειρήματος δεν είναι εύκολο να υποτιμηθεί. Η Συμφωνία Σύνδεσης περιελάμβανε λίγες πάνω από 600 νομικές πράξεις της ΕΕ και, έπειτα από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία έχει εφαρμόσει περίπου το 84% αυτών. Η ένταξη είναι μια διαφορετική τάξη μεγέθους. Απαιτεί την υιοθέτηση αρκετών χιλιάδων πράξεων, και όχι μόνο στα χαρτιά. Οι Βρυξέλλες δεν θα ρωτήσουν αν έχει ψηφιστεί ένας νόμος, αλλά αν λειτουργεί στην πράξη. Η Ουκρανία πρέπει να μεταβεί από τη λογική της προσέγγισης στη λογική της πλήρους ένταξης, κάτι που είναι πιο δύσκολο τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική άποψη. Η πρώτη πραγματική δοκιμασία θα έρθει στα τέλη Οκτωβρίου, όταν η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Διεύρυνση 2026 θα δείξει αν ο τομέας των «Βασικών Αρχών» εφαρμόζεται ή απλώς έχει ανοίξει. Το να γίνουν όλα αυτά ενώ διεξάγεται ένας πλήρης πόλεμος ρωσικής επιθετικότητας, με περιορισμένο προϋπολογισμό, αδύναμη δημόσια διοίκηση και κατεχόμενα εδάφη, είναι ακόμη πιο δύσκολο – μια δυσκολία που οι αισιόδοξοι τείνουν να αγνοούν.

Έχουν τεθεί ήδη ορισμένα θεμέλια. Τον Απρίλιο, η Ουκρανία υιοθέτησε ένα Εθνικό Πρόγραμμα για την ευθυγράμμιση της νομοθεσίας της με αυτή της ΕΕ. Έχει επίσης προετοιμάσει διαπραγματευτικές θέσεις και για τις έξι ενότητες – αλλά τα έγγραφα δεν εφαρμόζονται από μόνα τους. Οι θεσμοί της Ουκρανίας για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χρειάζεται πλέον να αποκτήσουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Ο Τάρας Κάτσκα, αναπληρωτής πρωθυπουργός για την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική ολοκλήρωση από τον Ιούλιο του 2025 και το όργανο συντονισμού της κυβέρνησης, πρέπει να κάνουν περισσότερα από το να παρακολουθούν απλώς και να συντονίζουν την πορεία και πρόοδο των διαπραγματεύσεων· πρέπει να εξουσιοδοτηθούν πολιτικά ώστε να επιβάλλουν κυρώσεις σε υπουργεία που καθυστερούν ή συντάσσουν αδύναμους νόμους. Το Κοινοβούλιο, εδώ και τέσσερα χρόνια, δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ταχεία διαδικασία για τα νομοσχέδια που σχετίζονται με την ΕΕ. Μια πρόσφατη απόφαση κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, απαιτώντας υποβολή περισσότερων εκθέσεων και μεγαλύτερο ρόλο του Κοινοβουλίου στις διαπραγματεύσεις. Η εποπτεία είναι θετική, αλλά μια υποψήφια χώρα δεν συζητά αν θα υιοθετήσει το δίκαιο της ΕΕ – αυτό το ζήτημα αφορά τα κράτη μέλη. Το καθήκον της είναι να εφαρμόζει τους κανόνες, και μάλιστα γρήγορα, όταν δεν υπάρχει μεταβατική περίοδος.

Το βάρος, ωστόσο, δεν επικεντρώνεται μόνο στο Κίεβο, και σε αυτό το σημείο οι Βρυξέλλες διαφεύγουν πολύ συχνά από τον έλεγχο. Τα κριτήρια αξιολόγησης χωρίς κίνητρα δεν είναι παρά απλές ευχές. Η ΕΕ θα πρέπει να συνδέσει τις πληρωμές από τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της – το δημοσιονομικό πλαίσιο 2028–34 – με το κλείσιμο των κεφαλαίων των διαπραγματεύσεων και να δώσει προτεραιότητα στα κριτήρια που θα εντάξουν την Ουκρανία στην Ενιαία Αγορά. Αυτό θα μετέτρεπε τα χρήματα σε κινητήρια δύναμη μεταρρυθμίσεων, θα έδινε στους Ουκρανούς ένα πραγματικό κίνητρο πολύ πριν από την πλήρη ένταξη και θα ανάγκαζε την ΕΕ να εφαρμόσει τις από καιρό αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πριν από τη διεύρυνση. Διότι μια διεύρυνση που η ΕΕ δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ή να απορροφήσει δεν είναι πιο αξιόπιστη από τις μεταρρυθμίσεις που η Ουκρανία δεν μπορεί να υλοποιήσει.

Η πόρτα έχει ανοίξει περισσότερο, και αυτό είναι καλό νέο. Μια πόρτα, ωστόσο, είναι χρήσιμη μόνο αν και οι δύο πλευρές συνεχίσουν να τη διασχίζουν με ρυθμό. Το Κίεβο πρέπει να οικοδομήσει ένα κράτος κατάλληλο για ένταξη, όχι απλώς μια εξωτερική πολιτική που την επιδιώκει. Αυτό σημαίνει ενίσχυση της εξουσίας του επικεφαλής διαπραγματευτή και των συντονιστικών φορέων, καθώς και παραμερισμό της πολιτικής όπου η Ουκρανία δεν έχει να κερδίσει μεταβατικές περιόδους. Οι Βρυξέλλες, από την πλευρά τους, πρέπει να αποδείξουν ότι είναι έτοιμες να δεχτούν την Ουκρανία και πρόθυμες να πληρώσουν για αυτή τη διαδρομή. Οι επόμενοι έξι μήνες δεν θα κρίνουν την ένταξη, αλλά αποτελούν την καλύτερη ευκαιρία για την Ουκρανία να αποδείξει με τις πράξεις της ότι το εννοεί σοβαρά.

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα πρόσφατο σχόλιο του EPIK.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

22 Ιουνίου 2026
Ατελιέ The Books' Journal

Είναι δεδομένο ότι τις εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2019 και στις διπλές του 2023 τις έδωσε μια κρίσιμη εκλογική μάζα η οποία προερχόταν από την Κεντροαριστερά. Οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι διείδαν στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη (όχι και στο κόμμα της ΝΔ) έλλειψη λαϊκισμού, πολιτική σοβαρότητα και λειτουργική φερεγγυότητα.

 

Και όντως, την πρώτη τετραετία 2019-23 η κρίσιμη αυτή εκλογική μάζα δεν διαψεύστηκε. Κάτι που δεν συνέβη τη δεύτερη τετραετία, 2023 έως σήμερα, αφού η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα εσωτερικά παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, άνευρη και ανούσια, προφανώς λόγω της σφοδρής αντίδρασης των λαϊκιστικών στοιχείων της βαθιάς ΝΔ. Και όχι μόνο αυτό· με τη συνεχιζόμενη αποτυχία της κυβέρνησης να ελέγξει την ακρίβεια, έδωσε μια πρώτης τάξεως αιτία στην παραπάνω κρίσιμη κεντροαριστερή μάζα να αποστεί από την έως τότε δεδομένη εμπιστοσύνη της και να ψάξει αλλού, σε άλλες θάλασσες που έλεγε κι ο Τσίπρας, όταν είχε την «αυταπάτη» ότι αυτός, καπετάνιος της ελληνικής σκούνας, έκανε το κουμάντο στον ευρωπαϊκό στόλο. 

Ο σοβαρός όμως ψηφοφόρος φεύγει από κάπου, από όπου δεν είναι ικανοποιημένος, για να πάει κάπου αλλού όπου θα είναι καλύτερα. Ιδίως κατά τη στιγμή που το κάνει «αφιλοκερδώς» και χωρίς να υπολογίζει σε ελληνικά αντίδωρα τύπου ρουσφέτι, μέσον, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμός  κ.λπ.

Πού θα μπορούσε, όμως, να πάει σήμερα;    

Το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του, ο Νίκος Ανδρουλάκης, είχε πολύ χρόνο, από τις εκλογές του 2023 έως και σήμερα, να κερδίσει από τη ΝΔ την παραπάνω κρίσιμη εκλογική μάζα (η οποία, συν τοις άλλοις, είναι και ιδεολογικά πιο συγγενής μαζί του, παρά με τη ΝΔ), ούτως ώστε όχι απλώς να καταστεί πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση αλλά να διεκδικήσει με αξιώσεις ακόμα και την πρωτιά.

Αφενός, οι κυβερνητικοί συμβιβασμοί του Κυριάκου Μητσοτάκη επέτρεπαν στο ΠΑΣΟΚ να δημιουργήσει την εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αφετέρου, οι δύο καταλυτικές ήττες του Αλέξη Τσίπρα το 2023 και η επακόλουθη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ στα εξ ων συνετέθη του έδωσε χώρο, επικοινωνιακές δυνατότητες και περιθώριο πολιτικών πρωτοβουλιών.

Αλλά το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όλο αυτό το διάστημα περί άλλα ετύρβαζε: στην αρχή, την πολιτική του μονοπώλησαν οι υποκλοπές και η θυματοποίηση του προέδρου· στη συνέχεια έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έπρεπε να κάνει: έσυρε το μεγαλύτερο συστημικό κόμμα εξουσίας της μεταπολίτευσης πίσω από τις ιδεοληψίες της Καρυστιανού, της Κωνσταντοπούλου και του Βελόπουλου. Έκαναν το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου ουρά ιδεοληπτικών γκρουπούσκουλων, αφήνοντας όλον τον συστημικό πολιτικό χώρο του Κέντρου και ένα τεράστιο ποσοστό της Κεντροαριστεράς στην διάθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Και προσοχή! Λέω του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι της Νέας Δημοκρατίας, διότι εάν το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν το έχουν καταλάβει ακόμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2019 και ώς σήμερα κυβερνά περισσότερο με την Κεντροαριστερά και λιγότερο με τη ΝΔ. Η βασική συνδρομή της ΝΔ είναι η εξασφάλιση κοινοβουλευτικών ψήφων (και τούτο, όπως ήδη έχουμε δει, όχι πάντα) στις συνεδριάσεις της Βουλής.

Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, στο ΠΑΣΟΚ ακολούθησαν τη λάθος διαδικασία, γενόμενοι δεκανίκι της υπόλοιπης τοξικής αντιπολίτευσης και προσπαθώντας, με τη σκανδαλολογία (υπαρκτή και φανταστική) και με τις από πριν καταδικασμένες προτάσεις μομφής και εξεταστικές-προανακριτικές επιτροπές, να «ρίξουν», με έμμεσο τρόπο (με απότιση ποινής πολιτικής ευθύνης και όχι με απώλεια λαϊκής νομιμοποίησης στις εκλογές) τον Κυριάκο Μητσοτάκης για να ξυλευτούν αυτοί το κουφάρι του.

Ο κόσμος όμως, οι άνθρωποι, από τη φυσιολογία τους, δεν αγαπούν τα πτωματοφάγα. Αντίθετα μάλιστα, τα αποστρέφονται. Το ίδιο και στα πολιτικά: ένα υγιές πολιτικό σύστημα δεν τρέφεται και δεν πρέπει να τρέφεται από πολιτικά πτώματα, αλλά από ενεργά, ζωντανά και δημοκρατικώς λειτουργούντα πολιτικά κόμματα.

Για τούτο και κανένας νουνεχής ψηφοφόρος δεν θέλει η ψήφος που έδωσε να αχρηστευτεί λόγω εξωεκλογικών παράπλευρων απωλειών και να καταλήξει σε ένα καλάθι δίχως πάτο. Προτιμάει να ξαναπάει στο εκλογικό κέντρο ώστε εκεί να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι, από την αρχή και επί ίσοις όροις. Και το κυριότερο, έχοντας στα υπόψη όσα στο, μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, χρονικό διάστημα έχουν μεσολαβήσει για όλα τα κόμματα και για όλους τους υποψηφίους.  

Ιδιαίτερα αυτοί οι ψηφοφόροι που δεν έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους υστερόβουλες σκέψεις (μέσον, ρουσφέτι, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμό κ.λπ.), εκτιμούν την πολιτική ευθύτητα, την αξία, την προσπάθεια, τη σοβαρότητα, τα έργα και όχι τα λόγια και τα συνθήματα. Ιδίως αν αυτά ανήκουν στη δεκαετία του 1980 (και αν πρόκειται για τον Τσίπρα, πολύ πολύ παλαιότερα). Αντίθετα δηλαδή με όσα προφανώς πρεσβεύει και αναμένει αυτός που, αντί να πάει να ψηφίσει, προτιμάει να μην σηκωθεί από τον καναπέ του

Όραμα του συνειδητού πολίτη είναι οι τύχες της χώρας να εξαρτώνται καταρχήν από την πολιτική και να εξελίσσονται μέσα από τις προβλεπόμενες τακτικές πολιτικές διαδικασίες, δηλαδή από τις εκλογές, και όχι από έκτακτους εξωγενείς παράγοντες όπως σκάνδαλα, ατυχήματα κ.λπ. και τις ακολουθούμενες ενδεχομένως σε τέτοιες περιπτώσεις διαδικασίες παραίτησης πρωθυπουργού και κυβέρνησης. Οι οποίες διαδικασίες, ειδικά στη χώρα μας, μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου, εγκυμονώντας απρόβλεπτες συνέπειες και κινδύνους για όλους, για χώρα και για πολίτες. Κάτι που επιδιώκουν οι ακραίοι, οι μπαχαλάκηδες, οι Αγανακτισμένοι.

Εάν λοιπόν η αλεπού του ΠΑΣΟΚ ήταν ελάχιστα ξύπνια (ούτε καν πονηρή) θα έπρεπε να καταλάβει ότι η θέση της δεν είναι στην «εμποροπανήγυρι» της Αριστεράς, όπου εσχάτως ευδοκιμούν οι «αντισυστημικοί» σκανδαλοθήρες, οπαδοί της πολιτικής ανωμαλίας, αλλά στην «αγορά» του πραγματικά δημοκρατικού και φιλελεύθερου Κέντρου. Αντί λοιπόν να έχει αναλωθεί μετά μανίας ο Νίκος Ανδρουλάκης σε προσπάθειες να πιάσει κι αυτός αριστερό στασίδι σε ένα χώρο όπου και οι υποψήφιοι είναι πολλοί και τα προς τα αριστερά στασίδια ακόμα περισσότερα, το σοφό θα ήταν να είχε αποστασιοποιηθεί από όλους αυτούς και από όλα αυτά και να είχε απευθυνθεί προς το πολιτικό Κέντρο. Αυτό το πολιτικό Κέντρο το οποίο έδινε από το 1981 στο ΠΑΣΟΚ την εξουσία.

Αντ’ αυτού, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαγκωνίζονται ποιο θα πρωτοδιώξει τους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς (για να τους πάρει και πάλι –εύκολο να το μαντέψει κανείς– ποιος). Και καλά τα «αντισυστημικά» κόμματα.  Τα «συστημικά» όμως, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, γιατί;

Πόση «αριστεροσύνη» (και πόση «ρωμιοσύνη», παρεμπιπτόντως) χρειάζεται τις σημερινές εποχές ένα υπερσαραντάχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που κυβέρνησε τη χώρα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και υπό τον Κώστα Σημίτη επί είκοσι χρόνια, όταν μάλιστα έχει δει και τα κατορθώματα της πρώτη φορά Αριστεράς, από το 2015 ώς σήμερα; 

Ας το πούμε με τα λόγια του Νίκου Εγγονόπουλου: «Πρόεδρε Νίκο, τι ζητούσες στο μέτωπο της παράνοιας, εσύ ένας λογικός;». Ή μήπως δεν είχες ποτέ κατανοήσει τι είναι λογικό και ωφέλιμο για το ΠΑΣΟΚ και για τη χώρα;

20 Ιουνίου 2026
Φωτογραφία αρχείου

Στις 18 Ιουνίου 2015, πριν από 11 χρόνια, στο Σύνταγμα, διοργανώθηκε «από τα κάτω», από «την κοινωνία των πολιτών», χωρίς δηλαδή να έχουν κουνήσει το χεράκι τους κόμματα ή οργανώσεις, η πρώτη συγκέντρωση πολιτών κατά της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και των διαφαινόμενων σχεδίων της (ή έστω, των διαφαινόμενων συνεπειών της πολιτικής τους) να φύγει η Ελλάδα από την Ευρώπη. Η συγκέντρωση είχε απροσδόκητη επιτυχία και δημιούργησε το ρεύμα πολιτών που στη συνέχεια αποκλήθηκε «κίνημα Μένουμε Ευρώπη». Έντεκα χρόνια μετά, μεταφέρουμε το κλίμα εκείνων των ημερών, αναδημοσιεύοντας ένα κείμενο στα κοινωνικά δίκτυα ενός προσώπου που δεν είχε καταφέρει να πάει στη συγκέντρωση, του καθηγητή Δημήτρη Δημητράκου. Είναι μια πολύτιμη μαρτυρία, σήμερα, που όσοι κινητοποίησαν τους πολίτες επανεμφανίζονται εκ νέου στο πολιτικό προσκήνιο ως σωτήρες. [TBJ]

 

Δημήτρης Δημητράκος: 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ

Δεν πήγα στη μεγάλη χθεσινή συγκέντρωση στο Σύνταγμα διότι, όπως δήλωσα, είχα μια ανειλημμένη επαγγελματική υποχρέωση που δεν σήκωνε ματαίωση ή αναβολή. Είχα, όμως, τη δυνατότητα να εκτιμήσω το μέγεθος και τη σημασία της, από αφηγήσεις κοντινών μου προσώπων που συμμετείχαν, από φωτογραφίες και ειδήσεις.

Όλοι ξαφνιαστήκαμε με την επιτυχία της. Πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή από ό,τι περιμέναμε από διαδήλωση μη «ενισχυμένη» από τα συνοδευτικά που θεωρούσαμε ότι απαιτούνται για μια μαζική διαδήλωση: ντουντούκες, συνθήματα, αγριεμένα πλήθη, πλακάτ με απειλές, ομάδες έτοιμες για σύγκρουση ώστε να εξασφαλιστεί ο απαραίτητος τζερτζελές για να σε πάρουν στα σοβαρά…

Εδώ, λοιπόν, έχουμε ένα ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΑΛΜΑ. Και αυτό είναι ότι δεν έγινε τίποτε από αυτά.

Είχε μεγάλη προσέλευση και παλμό. Χωρίς τζερτζελέ. Αυτό είναι το σημαντικό. Έδειξε ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα πολιτισμένων ανθρώπων στη χώρα μας που δεν απελπίζεται, που δεν έχει ανάγκη να παραφέρεται, να δέρνει ή να δέρνεται, και που απαιτεί κάτι που όλοι υποτίθεται ότι επιθυμούν και απαιτούν. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΑΝΟΙΧΤΑ ΝΑ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙ κανείς -πλην κάποιων ανεκδιήγητων– ότι βασική επιδίωξή μας είναι και πρέπει να είναι η έξοδος από την Ευρώπη: όχι απλώς έξω από το ευρώ - αλλά έξω από την Ευρώπη.

Τι σημαίνει «έξω από την Ευρώπη» για τον σημερινό Έλληνα;

Για τον παραδοσιακό παρασιτικό συμπατριώτη μας σημαίνει έξω από το σύνολο των θεσμών και μηχανισμών που ικανοποιούν την προσοδοθηρία του. Για τον μη παρασιτικό, και για εκείνον που συντάσσεται με τις καλύτερες παραδόσεις της ιστορίας μας, το «έξω από την Ευρώπη» σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό. Όχι μόνο κάτι καταστρεπτικό από πλευράς οικονομικής ή μια τεράστια απώλεια των πολιτικών κεκτημένων από την προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981. Σημαίνει έξωση από έναν πολιτιστικό περίγυρο με τον οποίο ταυτίζεται ως σύγχρονος δημοκρατικός πολίτης και που συνδέεται άμεσα με την πολιτιστική αγκαλιά της Δύσης και ειδικότερα της Ευρώπης, στην οποία εντασσόμαστε.

ΠΑΝΤΑ –από την εποχή των κοτζαμπάσηδων– υπήρχε το στοιχείο της οπισθοδρόμησης, των λούμπεν, του αντιδυτικισμού, της βούλησης να παραμένει η Ελλάδα η σκωληκοειδής απόφυση της Ευρώπης. Είναι αυτοί οι «πατριώτες» και εμείς οι «γερμανοτσολιάδες»; Αν ο τελευταίος όρος μάς διαφοροποιεί εντελώς από τέτοιου είδους «πατριώτες» της μπίχλας και της οπισθοδρόμησης, τον δεχόμαστε ως φιλοφρόνημα εκ μέρους τους. Όπως και από οποιονδήποτε άλλον εχθρό της ανοιχτής κοινωνίας.

19 Ιουνίου 2026
İhsan Deniz Kılıçoğlu

 

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη διοργάνωσαν στις 5 Ιουνίου 2026, στο QueensCollege, μονοήμερο επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και Ρωμιοσύνη: Γλώσσα και Ταυτότητα στον Ελληνόφωνο Κόσμο». Το συμπόσιο συγκέντρωσε ιστορικούς, γλωσσολόγους και ερευνητές συναφών πεδίων με στόχο τη διερεύνηση της σύνθετης σχέσης μεταξύ γλώσσας, πολιτισμικής συνέχειας και συλλογικής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα «Ρωμαίικα», την απειλούμενη ελληνική διάλεκτο που εξακολουθεί να ομιλείται σε περιοχές του Πόντου, ως ένα ζωντανό παράδειγμα της ιστορικής ανθεκτικότητας και της πολιτισμικής συνέχειας της Ρωμιοσύνης.

 

Αντλώντας από το πολυετές ερευνητικό έργο της καθηγήτριας Ιωάννας Σιταρίδου, το συμπόσιο επιχείρησε να φωτίσει ζητήματα γλωσσικής εξέλιξης, πολιτισμικής κληρονομιάς και ταυτότητας, εντάσσοντάς τα σε ευρύτερες συζητήσεις γύρω από τη συνέχεια, την υβριδικότητα και την πολυγλωσσία. Παράλληλα, εξετάστηκαν οι ιδεολογικές και ιστοριογραφικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τη Ρωμιοσύνη και την κληρονομιά της Ρώμης, διερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι πολίτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αντιλαμβάνονταν και διαμόρφωναν την ταυτότητά τους μέσα στους αιώνες. Τη διοργάνωση του συμποσίου ανέλαβαν ο Δρ. Γεώργιος Καλπαδάκης της Ακαδημίας Αθηνών και η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν τα ζητήματα της ιστορικής συνέχειας, της πολιτισμικής ανθεκτικότητας, της γλωσσικής εξέλιξης και της διαμόρφωσης συλλογικών ταυτοτήτων. Παράλληλα, οι εισηγήσεις ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο οι όροι «Ρωμαίος», «Ρωμιός», «Έλληνας», «Ρωμαίικα» και «Ελληνικά» απέκτησαν διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, αντανακλώντας μεταβαλλόμενες πολιτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές πραγματικότητες.

Οι συμμετέχοντες και οι εισηγήσεις

Ο Αντώνης Καλδέλλης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βυζαντινολόγους και συγγραφέας του πολυσυζητημένου βιβλίου Romanland: Ethnicity and Empire in Byzantium, ανέλυσε την ιστορική πορεία του όρου «Ρωμαίικα» από τη βυζαντινή περίοδο έως τη σύγχρονη εποχή. Η έρευνά του έχει συμβάλει καθοριστικά στην επαναξιολόγηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως ενός κράτους που οι ίδιοι οι κάτοικοί του αντιλαμβάνονταν ως «Ρωμαϊκό» και όχι ως «Βυζαντινό». Στην εισήγησή του υπογράμμισε ότι η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» σε περιοχές του Πόντου αποτελεί σημαντική μαρτυρία της μακράς διάρκειας της ρωμαϊκής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο.

Οι δύο ερευνητές του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών με έδρα την Κρήτη, Λεωνίδας Εμπειρίκος και Νίκος Σιγάλας, παρουσίασαν μια ιστορικο-γλωσσολογική προσέγγιση της ονομασίας της ελληνικής γλώσσας μέσα στους αιώνες. Η έρευνά τους εξετάζει πώς οι ονομασίες «Eλληνική», «Γραικική» και «Ρωμαίικα» συνυπήρξαν ή διαδέχθηκαν η μία την άλλη, αντανακλώντας βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές. Μέσα από πηγές από το Βυζάντιο, την Οθωμανική περίοδο και τον νεότερο ελληνισμό, ανέδειξαν τη δυναμική σχέση μεταξύ γλώσσας και συλλογικής ταυτότητας.

Η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου, γνωστή διεθνώς για την πρωτοποριακή της έρευνα στις ρωμαίικες διαλέκτους του Πόντου και ιδιαίτερα της περιοχής της Τραπεζούντας, παρουσίασε τα αποτελέσματα πολυετούς επιτόπιας έρευνας σε κοινότητες που εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα που οι ίδιες αποκαλούν «Ρωμαίικα». Η εργασία της εξετάζει τη διαδικασία εξισλαμισμού των πληθυσμών αυτών και τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα διατηρήθηκε παρά τις θρησκευτικές και πολιτικές μεταβολές. Το έργο της έχει συμβάλει αποφασιστικά στην ανάδειξη των «Ρωμαίικων» ως ενός πολύτιμου ζωντανού γλωσσικού μνημείου της μεσαιωνικής ελληνικής.

Ο Γιώργος Καλπαδάκης από την Ακαδημία Αθηνών προσέγγισε το ζήτημα της πολιτισμικής ανθεκτικότητας μέσα από τη συγκριτική μελέτη νησιωτικών και απομονωμένων κοινοτήτων. Η εισήγησή του εστίασε στους μηχανισμούς μέσω των οποίων μικρές κοινότητες κατορθώνουν να διατηρούν τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την ιστορική τους μνήμη παρά τις εξωτερικές πιέσεις. Η προσέγγισή του συνέδεσε τη μελέτη των ελληνικών κοινοτήτων με ευρύτερα διεθνή παραδείγματα πολιτισμικής επιβίωσης.

Ο Δημήτρης Σταματόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ορθόδοξης κοινότητας και της μετάβασης από τη Ρωμιοσύνη στον ελληνικό εθνικισμό, εξέτασε το έργο του λογίου του 18ου αιώνα Καισάριου Δαπόντε. Μέσα από την ανάλυση του Βιβλίου των Βασιλέων ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο Δαπόντες συνδύαζε βυζαντινά, ορθόδοξα, ελληνικά και ρωμαϊκά στοιχεία ταυτότητας σε μια εποχή πριν από τη διαμόρφωση του νεότερου ελληνικού έθνους. Η εισήγηση συνδέθηκε με το ευρύτερο ερευνητικό έργο του Σταματόπουλου γύρω από την έννοια της Ρωμιοσύνης και τις πολλαπλές μορφές συλλογικής ταυτότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

 

Ρωμιοσύνη, γλώσσα και ταυτότητα

Η σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, την ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της πολιτείας που επί αιώνες οι ίδιοι οι κάτοικοί της αποκαλούσαν Ρωμανία και τους εαυτούς τους Ρωμαίους. Παρά το γεγονός ότι στη σύγχρονη ιστοριογραφία έχει επικρατήσει ο όρος «Βυζάντιο», οι άνθρωποι που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο δεν θεωρούσαν ποτέ ότι ανήκαν σε ένα «βυζαντινό» κράτος. Αντιθέτως, αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κληρονόμους μιας πολιτικής και πολιτισμικής παράδοσης που είχε τις ρίζες της στην αρχαία Ρώμη αλλά εξελίχθηκε σε ένα πολύγλωσσο, πολυεθνικό και βαθιά ελληνόφωνο κόσμο.

Η διερεύνηση της έννοιας της Ρωμιοσύνης και της σχέσης της με τη γλώσσα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο νέων ιστορικών και γλωσσολογικών ερευνών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μελέτη της γλωσσολόγου Ιωάννας Σιταρίδου για τα «Ρωμαίικα» , μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της ελληνικής γλώσσας που εξακολουθεί να ομιλείται σε απομονωμένες κοινότητες της περιοχής της Τραπεζούντας στον Εύξεινο Πόντο. Η ύπαρξη αυτών των κοινοτήτων προσφέρει ένα μοναδικό παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα και η ταυτότητα διαμορφώθηκαν και επιβίωσαν μέσα από αιώνες πολιτικών και κοινωνικών μεταβολών.

 

Η συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης στην Ανατολή

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε προϊόν σύνθεσης. Η πολιτική της παράδοση προερχόταν από τη Ρώμη, η γλώσσα της διοίκησης και της παιδείας εξελίχθηκε σταδιακά προς τα ελληνικά, ενώ η θρησκευτική της φυσιογνωμία διαμορφώθηκε γύρω από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων δημιούργησε μια ταυτότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς με σύγχρονες εθνικές κατηγορίες. Οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας δεν αισθάνονταν ότι έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στο να είναι Έλληνες ή Ρωμαίοι. Για πολλούς αιώνες οι δύο έννοιες δεν ήταν ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές. Η πολιτική ταυτότητα ήταν ρωμαϊκή, η γλώσσα ελληνική και η θρησκεία χριστιανική. Το γεγονός ότι η αυτοκρατορία διοικούνταν από την Κωνσταντινούπολη και όχι από τη Ρώμη δεν μείωνε τη “ρωμαϊκότητά” της στα μάτια των κατοίκων της.

Αυτή η πραγματικότητα συχνά δυσκολεύει τους σύγχρονους ιστορικούς, οι οποίοι έχουν επηρεαστεί από τα πρότυπα του εθνικού κράτους του 19ου αιώνα. Οι μεσαιωνικές κοινωνίες, ωστόσο, λειτουργούσαν με διαφορετικές αντιλήψεις περί ταυτότητας. Ένας κάτοικος της Τραπεζούντας του 12ου ή του 14ου αιώνα μπορούσε ταυτόχρονα να είναι χριστιανός, ελληνόφωνος και Ρωμαίος χωρίς να θεωρεί ότι αυτές οι ιδιότητες συγκρούονταν μεταξύ τους.

 

Η γλώσσα ως θεματοφύλακας της συλλογικής μνήμης

Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε ίσως τον ισχυρότερο φορέα πολιτισμικής συνέχειας στον ανατολικό μεσογειακό κόσμο. Από την ελληνιστική εποχή έως σήμερα, η γλώσσα εξελίχθηκε, μεταμορφώθηκε και εμπλουτίστηκε, χωρίς όμως να διακοπεί ποτέ η αδιάσπαστη ιστορική της παρουσία. Η περίπτωση των «Ρωμαίικων» του Πόντου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Οι ομιλητές αυτής της γλώσσας δεν χρησιμοποιούν απαραίτητα τον όρο «ελληνικά» για να περιγράψουν το ιδίωμά τους. Αντίθετα, το αποκαλούν «ρωμαίικα». Ο όρος αυτός αποτελεί ζωντανό απομεινάρι μιας ιστορικής πραγματικότητας στην οποία η έννοια του Ρωμαίου παρέμενε κεντρική για τον αυτοπροσδιορισμό των ελληνόφωνων πληθυσμών της Ανατολής.

Για πολλούς σύγχρονους παρατηρητές, ο όρος μπορεί να προκαλεί σύγχυση. Ορισμένοι θεωρούν λανθασμένα ότι σχετίζεται με τις λατινογενείς γλώσσες ή με τη λατινική παράδοση. Ωστόσο, όπως έχει υποστηρίξει ο ιστορικός Αντώνης Καλδέλλης , η χρήση του όρου «Ρωμαίος» από ελληνόφωνους πληθυσμούς είναι απολύτως ιστορικά τεκμηριωμένη και αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι κατανοούσαν την ταυτότητά τους. Η επιβίωση του όρου στις κοινότητες της Τραπεζούντας αποδεικνύει ότι η μνήμη της Ρωμιοσύνης δεν εξαφανίσθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ούτε με την άνοδο των εθνικισμών του 19ου αιώνα. Αντίθετα, συνέχισε να επιβιώνει σε τοπικές κοινωνίες, πολλές φορές μακριά από τα κέντρα εξουσίας και τις επίσημες ιδεολογίες.

 

Ρήξη ή συνέχεια;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα της σύγχρονης έρευνας αφορά τη σχέση μεταξύ αρχαίου ελληνικού, βυζαντινού και νεότερου ελληνικού κόσμου. Υπήρξε συνέχεια ή ρήξη; Η απάντηση που προκύπτει από τη γλωσσολογία είναι περισσότερο σύνθετη από τις απλουστευτικές αφηγήσεις του παρελθόντος. Οι γλώσσες δεν παραμένουν αμετάβλητες, ούτε όμως εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται ξαφνικά. Η εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία αλλαγής.

Τα «Ρωμαίικα» του Πόντου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Η έρευνα της Σιταρίδου έχει αναδείξει γλωσσικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας και τα οποία έχουν χαθεί ή μεταβληθεί στις περισσότερες νεοελληνικές διαλέκτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ομιλητές των «Ρωμαίικων» διατηρούν «καθαρή» ή «αυθεντική» ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, αποδεικνύει ότι η γλωσσική εξέλιξη ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Η αναζήτηση μιας μοναδικής και αδιαμφισβήτητης συνέχειας συχνά οδηγεί σε ιδεολογικές παγίδες. Η ιστορία δείχνει ότι οι πολιτισμοί επιβιώνουν ακριβώς επειδή μεταβάλλονται. Η γλωσσική και πολιτισμική συνέχεια δεν σημαίνει ακινησία αλλά διαρκή προσαρμογή.

 

Υβριδικότητα και πολυγλωσσία

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν ποτέ ένας μονόγλωσσος ή μονοπολιτισμικός χώρος. Στα εδάφη της συνυπήρχαν ελληνικά, αρμενικά, συριακά, σλαβικά, αραβικά και πολλές άλλες γλώσσες. Η πολυγλωσσία δεν θεωρούνταν εξαίρεση αλλά φυσιολογική κατάσταση.

Οι κοινότητες του Πόντου προσφέρουν επίσης πολύτιμες πληροφορίες για τη διαδικασία της γλωσσικής επαφής. Η συνύπαρξη με τουρκόφωνους πληθυσμούς επί αιώνες άφησε βαθιά ίχνη στο λεξιλόγιο, στην προφορά και σε άλλες πτυχές της γλώσσας. Ωστόσο, η επιρροή αυτή δεν οδήγησε στην εξαφάνιση της ελληνικής παράδοσης. Αντίθετα, δημιούργησε νέες μορφές πολιτισμικής έκφρασης. Η έννοια της υβριδικότητας βοηθά τους ιστορικούς να ξεπεράσουν τις παλαιότερες αντιλήψεις περί «καθαρών» εθνικών ή πολιτισμικών ταυτοτήτων. Οι ταυτότητες της Ανατολικής Μεσογείου ήταν πάντοτε αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων, ανταλλαγών και προσαρμογών.

 

Ποιος είναι ο κληρονόμος της Ρώμης;

Η συζήτηση για τη Ρωμιοσύνη δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή. Συνδέεται άμεσα με ευρύτερες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις γύρω από την κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, διάφορα κράτη και λαοί διεκδίκησαν τον τίτλο του κληρονόμου της Ρώμης. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Ρωσία της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης», ακόμη και νεότερα εθνικά κινήματα, προσπάθησαν να συνδέσουν τη νομιμοποίησή τους με το ρωμαϊκό παρελθόν.

Η περίπτωση των ελληνόφωνων Ρωμαίων της Ανατολής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή η ταυτότητά τους δεν βασιζόταν σε εδαφικές διεκδικήσεις ή σε μεταγενέστερες ιδεολογικές κατασκευές. Ήταν μια βιωμένη ιστορική πραγματικότητα που διατηρήθηκε επί περισσότερο από μία χιλιετία. Η σύγχρονη έρευνα επιδιώκει να απομακρυνθεί από ανταγωνιστικές αφηγήσεις περί «γνήσιων» και «μη γνήσιων» κληρονόμων της Ρώμης. Αντί να αναζητεί αποκλειστικούς δικαιούχους μιας ιστορικής κληρονομιάς, εξετάζει πώς διαφορετικές κοινότητες χρησιμοποίησαν και επαναδιαπραγματεύθηκαν τη ρωμαϊκή ταυτότητα ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες τους.

 

Τα «Ρωμαίικα» σήμερα

Η μελέτη των «Ρωμαίικων» δεν αφορά μόνο τη διάσωση μιας απειλούμενης γλώσσας. Αφορά επίσης την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι διατηρούν τη μνήμη και την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Οι κοινότητες στα απομακρυσμένα ορεινά χωριά της Τραπεζούντας  υπενθυμίζουν ότι η ιστορία της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού δεν περιορίζεται στα σύνορα του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν ζωντανές παραδόσεις που αναπτύχθηκαν σε διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα και ακολούθησαν ξεχωριστές διαδρομές. Ταυτόχρονα, οι κοινότητες αυτές αποτελούν μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η Ρωμιοσύνη δεν ήταν απλώς μια πολιτική έννοια αλλά ένας τρόπος κατανόησης του κόσμου. Η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» αποκαλύπτει τη βαθιά ιστορική αντοχή μιας ταυτότητας που κατάφερε να επιβιώσει μέσα από αυτοκρατορίες, κατακτήσεις, θρησκευτικές μεταβολές και εθνικές ανακατατάξεις.

Σήμερα, καθώς η έρευνα στρέφεται ολοένα περισσότερο προς ζητήματα πολλαπλών ταυτοτήτων, διαπολιτισμικών επαφών και πολιτισμικής μνήμης, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποκτά νέα επικαιρότητα. Η ιστορία των Ρωμαίων της Ανατολής δείχνει ότι οι ταυτότητες δεν είναι σταθερές ούτε μονοδιάστατες. Είναι σύνθετες, δυναμικές και συχνά αντιφατικές. Η μελέτη της Ρωμιοσύνης και των «Ρωμαίικων» μας προσφέρει, τελικά, ένα πολύτιμο μάθημα: ότι η ιστορική συνέχεια δεν βρίσκεται στην αμετάβλητη διατήρηση του παρελθόντος, αλλά στην ικανότητα των κοινωνιών να μετασχηματίζουν δημιουργικά την κληρονομιά τους, διατηρώντας παράλληλα ζωντανή τη μνήμη της καταγωγής τους. Έτσι, η Ρωμιοσύνη παραμένει όχι μόνο αντικείμενο ιστορικής έρευνας αλλά και ζωντανό παράδειγμα της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ταυτότητας μέσα στον χρόνο.

 

 

Η σημασία του συμποσίου

Το συμπόσιο στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ανέδειξε ότι η Ρωμιοσύνη δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά μια δυναμική πολιτισμική και γλωσσική παράδοση που εξακολουθεί να επηρεάζει τις συζητήσεις για την ταυτότητα στον ελληνόφωνο κόσμο. Οι εισηγήσεις έδειξαν ότι οι έννοιες της ελληνικότητας και της ρωμαϊκότητας δεν υπήρξαν πάντοτε αντιθετικές, αλλά συχνά συνυπήρξαν και αλληλοσυμπληρώθηκαν μέσα σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια. Η συνάντηση στο Queens College επιβεβαίωσε το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για τη μελέτη της Ρωμιοσύνης ως ιστορικού, γλωσσικού και πολιτισμικού φαινομένου. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας για την κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι κοινωνίες διαμορφώνουν, διατηρούν και επαναπροσδιορίζουν την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Μέσα από την εξέταση τόσο των ιστορικών πηγών όσο και των ζωντανών γλωσσικών παραδόσεων, το συμπόσιο προσέφερε μια νέα οπτική πάνω στη διαχρονική σχέση μεταξύ γλώσσας, μνήμης και Ρωμιοσύνης.

18 Ιουνίου 2026
Elisa Cabot

 

Η χθεσινή βεβαιότητα έχει μια παράξενη συνήθεια. Τη διατυπώνουμε με αυτοπεποίθηση, τη μοιραζόμαστε με ενθουσιασμό, την υπερασπιζόμαστε σαν ηθική υποχρέωση. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε ότι υπήρξε. Δεν πρόκειται για αμνησία. Πρόκειται για έναν διακριτικό συμβιβασμό ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φιλοδοξία που έχουμε να διατηρούμε μια αξιοπρεπή εικόνα του εαυτού μας.

 

Δεν ξεχνάμε όσα είπαμε. Απλώς ξεχνάμε ότι τα είπαμε εμείς.

Η κοινωνία δεν πάσχει από έλλειψη πληροφοριών. Πάσχει από υπερπαραγωγή λήθης. Κάθε εβδομάδα ξεσπά ένα νέο σκάνδαλο. Κάθε εβδομάδα ανακαλύπτεται μια νέα εθνική καταστροφή. Κάθε εβδομάδα εμφανίζονται νέοι σωτήρες, νέοι προφήτες, νέοι αδιάφθοροι, νέοι τιμητές των πάντων. Οι τηλεοράσεις ουρλιάζουν, τα κοινωνικά δίκτυα αφρίζουν, οι πολιτικοί καταγγέλλουν, οι δημοσιογράφοι προφητεύουν το τέλος του κόσμου και οι πολίτες ορκίζονται ότι αυτή τη φορά δεν θα αφήσουν τίποτα να πέσει κάτω.

Ύστερα εμφανίζεται το επόμενο θέμα και το προηγούμενο αποσύρεται από τη σκηνή σαν ηθοποιός που ξέρει πως το κοινό περιμένει ήδη τον επόμενο πρωταγωνιστή.

Πριν από λίγες ημέρες η χώρα συζητούσε αποκλειστικά για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όποιος άνοιγε τηλεόραση νόμιζε ότι παρακολουθεί την αποκάλυψη του μεγαλύτερου σκανδάλου από την εποχή του Κολοκοτρώνη. Πολιτικοί, σχολιαστές και επαγγελματίες αγανακτισμένοι συναγωνίζονταν σε ηθική αγανάκτηση. Το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της παράστασης ήταν η συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ. Ίσως ο πιο έμπειρος παρατηρητής της ελληνικής επιδοματικής ψυχολογίας. Ένα κόμμα που συνάντησε τις επιδοτήσεις νωρίς στη ζωή του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται γι’ αυτές, με εμπειρία επί του αντικειμένου σχεδόν ιστορική, ξαφνικά εμφανίστηκε ως αδέκαστος ανακριτής του συστήματος.

Η ελληνική πολιτική διαθέτει μια μοναδική ικανότητα. Μπορεί να μετατρέψει τον εμπρηστή σε πυροσβέστη και τον πυροσβέστη σε ύποπτο εμπρησμού μέσα σε ένα δελτίο ειδήσεων.

Αλλά ούτε αυτό είναι το σημαντικότερο.

Το σημαντικότερο είναι ότι σε λίγες εβδομάδες κανείς δεν θα θυμάται τίποτα από όλα αυτά.

Όπως δεν θυμάται σχεδόν κανείς τη Νοβάρτις.

Θυμάται κανείς το μέγεθος εκείνης της υπόθεσης; Θυμάται τους τίτλους, τις βεβαιότητες, τις πολιτικές καταδίκες πριν ακόμη υπάρξουν δικαστικές αποφάσεις; Θυμάται το κλίμα μιας εποχής κατά την οποία παρουσιάστηκε ως δεδομένο ότι το μισό πολιτικό σύστημα αποτελούσε εγκληματική συμμορία;

Και όταν το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει, ποιος απολογήθηκε;

Ποιος ζήτησε συγγνώμη;

Ποιος παραδέχθηκε ότι παρασύρθηκε;

Η λήθη μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, έκλεισε τα φώτα και όλοι προσποιήθηκαν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μυστικό της ελληνικής πολιτικής. Δεν χρειάζεται να έχεις δίκιο. Αρκεί να επιβιώσεις μέχρι να ξεχαστεί το προηγούμενο λάθος.

Γι’ αυτό και οι πολιτικές καριέρες στην Ελλάδα δεν πεθαίνουν ποτέ.

Απλώς μπαίνουν σε αναμονή.

Πολιτικοί που χρεώθηκαν ιστορικές αποτυχίες επανέρχονται ως εθνικά κεφάλαια. Πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως καταστροφές επαναλανσάρονται ως λύσεις. Άνθρωποι που υποσχέθηκαν τα πάντα και απέτυχαν σχεδόν στα πάντα επιστρέφουν ως έμπειροι καθοδηγητές της χώρας.

Σαν ταξιδιώτες που κατεβαίνουν για λίγο από το τρένο και ανεβαίνουν ξανά στον επόμενο σταθμό φορώντας διαφορετικό παλτό.

Η πολιτική μνήμη του Έλληνα μοιάζει με κινητό τηλέφωνο γεμάτο φωτογραφίες που δεν ανοίγει ποτέ.

Όλα υπάρχουν κάπου μέσα. Οι δηλώσεις, οι υποσχέσεις, οι καταγγελίες, οι διαψεύσεις, οι θεαματικές κυβιστήσεις, οι προφητείες που διαψεύστηκαν πριν στεγνώσει το μελάνι τους.

Αλλά σχεδόν κανείς δεν επιστρέφει να τις κοιτάξει.

Και βέβαια υπάρχει το μεγάλο εθνικό μας σπορ: η αγανάκτηση.

Η Ελλάδα δεν παράγει πλέον αρκετά βιομηχανικά προϊόντα. Παράγει όμως άφθονη αγανάκτηση.

Αγανακτήσαμε με τα μνημόνια και αργότερα με όσους τα πολεμούσαν. Αγανακτήσαμε με τους πλούσιους, με τους φτωχούς, με τους πολιτικούς, με τους δημοσιογράφους, με τους δικαστές και κάποτε ακόμη και με όσους δεν έδειχναν αρκετά αγανακτισμένοι. Η αγανάκτηση εξελίχθηκε σε μορφή εθνικής ψυχαγωγίας. Τη βιώνουμε με πάθος, τη διαφημίζουμε στα κοινωνικά δίκτυα, την καταναλώνουμε τηλεοπτικά και ύστερα την αντικαθιστούμε με την επόμενη. Η παλιά οργή εγκαταλείπεται όπως τα καλοκαιρινά σπίτια τον Σεπτέμβριο. Παραμένουν τα έπιπλα στη θέση τους, λίγη σκόνη στα παράθυρα και η αίσθηση ότι κάποτε υπήρξε ζωή εκεί μέσα.

Έτσι συμβαίνει και με τις μεγάλες δημόσιες εξάρσεις. Για λίγο μοιάζουν ικανές να αλλάξουν τον κόσμο. Έπειτα παραδίδονται στη σιωπή, μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο γεγονός που θα διεκδικήσει το δικαίωμα στην απόλυτη προσοχή μας. Η τραγωδία γίνεται σύνθημα. Το σύνθημα γίνεται τηλεθέαση. Η τηλεθέαση γίνεται πολιτική. Και η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα. Το έχουμε δει πολλές φορές. Και πιθανότατα θα το ξαναδούμε. Δεν είναι λοιπόν η διαφθορά το μεγαλύτερο πρόβλημά μας. Ούτε η ανικανότητα. Ούτε καν η υποκρισία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η χθεσινή βεβαιότητα θάβεται πριν καν διαψευστεί.

Οι πολιτικοί δεν φοβούνται ιδιαίτερα την κρίση των πολιτών. Φοβούνται μόνο τον επόμενο κύκλο ειδήσεων. Γνωρίζουν ότι η χθεσινή βεβαιότητα θα αντικατασταθεί από τη σημερινή και η σημερινή από την αυριανή. Γνωρίζουν ότι η δημόσια συζήτηση κινείται με την ταχύτητα της επικαιρότητας και όχι με την υπομονή της μνήμης.

Και έτσι συνεχίζουν. Οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι. Οι παλιοί και οι νέοι. Οι καταγγέλλοντες και οι καταγγελλόμενοι. Οι αυτόκλητοι σωτήρες και οι μόνιμοι τιμητές.

Όλοι παίζουν στο ίδιο έργο.

Ένα έργο που αλλάζει σκηνικά κάθε εβδομάδα για να κρύψει ότι το σενάριο παραμένει σχεδόν το ίδιο. Και εμείς από κάτω παρακολουθούμε, ενθουσιαζόμαστε, εξοργιζόμαστε, χειροκροτούμε, αποδοκιμάζουμε και προχωράμε στο επόμενο επεισόδιο.

Γιατί η άτιμη η επικαιρότητα έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στην αλήθεια. Έρχεται κάθε πρωί φρέσκια. Αντίθετα η μνήμη απαιτεί κόπο. Και ο κόπος δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής στην ελληνική πολιτική αγορά.

 

18 Ιουνίου 2026
Open Source Intel

 

Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.

Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.

Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η  υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.

Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.

Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.

Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.

Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.

Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...

18 Ιουνίου 2026
Φωτογραφία αρχείου

Το βέβαιο είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έφεραν καινούργια πράγματα στην πολιτική ζωή της χώρας. Θα τολμούσα όμως να πω, χωρίς να πέφτω έξω, όλα αρνητικά. Ένα αρνητικό παραπάνω λοιπόν δεν θα αποτελούσε κανονικά έκπληξη, εάν δεν ήταν τόσο πρωτόγνωρο και τόσο παράξενο: η μετακόμιση ενός ολόκληρου παλιού πολιτικού κόμματος, το οποίο μάλιστα κυβέρνησε και τον τόπο επί σχεδόν πενταετία, σε ένα άλλο πολιτικό κόμμα καινούργιο, το οποίο ακόμα μήτε το είδαμε μήτε το απαντήσαμε.

Λέγεται, και μάλλον σωστά από ό,τι αποδεικνύεται, ότι το ριμπράντιγκ του Τσίπρα δεν άρχισε ούτε στις 26 Μαΐου 2026 που ανακοίνωσε την ίδρυση του νέου κόμματός του ούτε στις 3 Δεκεμβρίου 2025 που παρουσίασε το βιβλίο του, ούτε και στις 6 Οκτωβρίου 2025 που παραιτήθηκε από βουλευτής, αλλά πολύ πιο πριν. Συγκεκριμένα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2024, που οι συριζαίοι καθαίρεσαν με πραξικοπηματικές διαδικασίες της Κεντρικής Επιτροπής τον νόμιμα από Συνέδριο του κόμματος εκλεγμένο πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Στέφανο Κασσελάκη.

Αν λοιπόν ισχύει αυτό, και κατά τη γνώμη μου ισχύει απόλυτα, τότε από την παράνομη καθαίρεση Κασσελάκη και έως σήμερα, οι περισσότεροι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και μερικοί εκτός) παίζουν ένα πολύ ανήθικο πολιτικό παιχνίδι, τόσο εις βάρος των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και κυρίως εις βάρος των ψηφοφόρων του. Διότι τα τελευταία χρόνια, και μετά την παραίτηση Τσίπρα από την αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τους καλούσαν και τους καλούν να ψηφίσουν έναν «κατά τα φαινόμενα» ΣΥΡΙΖΑ με πρόεδρό του στην αρχή τον Στέφανο Κασσελάκη και στη συνέχεια τον Σωκράτη Φάμελο, στην πραγματικότητα ψήφιζαν κάτι άλλο, έναν αφανή και υποκρυπτόμενο ΣΥΡΙΖΑ, με αφανή αρχηγό του τον Αλέξη Τσίπρα. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την αρχική αντικαταστατική και παράνομη εκπαραθύρωση του Κασσελάκη από τον ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με την ήδη ευρισκόμενη σε εκκρεμότητα μετακόμιση της Νέας Αριστεράς προς τον (την) ΤσιπρΕΛΑΣ, σε συνδυασμό επίσης με τη σημερινή επιχειρούμενη μετακόμιση του ΣΥΡΙΖΑ στο παραπάνω κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ίσως για πρώτη φορά στην κοινοβουλευτική ιστορία της χώρας, και στην περίπτωση που κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς ή του Κινήματος Δημοκρατίας βρεθούν τελικά στις αγκάλες του (της) ΕΛΑΣ του Τσίπρα, μέσα σε μια κοινοβουλευτική περίοδο θα έχουν περάσει από τρία διαφορετικά κόμματα (παλιός ΣΥΡΙΖΑ -  νέος ΣΥΡΙΖΑ ή Νέα Αριστερά ή Κίνημα Δημοκρατίας - και ΕΛΑΣ), συν μία διαφορετική κατάσταση, την κατάσταση του ανεξάρτητου.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της σημερινής κοινοβουλευτικής μας κατάστασης είναι ότι για πρώτη επίσης φορά υπάρχουν στη Βουλή σαράντα βουλευτές ανεξάρτητοι.

Όλα αυτά είναι συμπτώματα που δεν οφείλονται στον πλουραλισμό του πολιτικού μας συστήματος, ούτε στην ανεξαρτησία της βουλευτικής ιδιότητας, αλλά αντίθετα στην κακοδαιμονία του πολιτικού και κοινοβουλευτικού βίου της σημερινής μας αντιπολίτευσης. 

Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα (επαν)έρχονται αμείλικτα: όλοι αυτοί οι βουλευτές (που γυρίζουν από κόμμα απευθείας σε κόμμα, ή από κόμμα σε ανεξαρτησία και από ανεξαρτησία σε κόμμα κ.ο.κ.), σε ποιες αρχές ποιου πολιτικού κόμματος ομνύουν, στη βάση ποίων αρχών ψηφίστηκαν από τους ψηφοφόρους τους στις προηγούμενες εκλογές και τι τέλος πάντων εκπροσωπούν σήμερα σε σχέση με τους ψηφοφόρους που στις τελευταίες εκλογές τους ανέδειξαν στους βουλευτικούς τους θώκους;

Ή, για να το πούμε αλλιώς, ποιο είναι σήμερα το περιεχόμενο της αντιπροσωπευτικής σχέσης τους που σύμφωνα με το Σύνταγμα πρέπει να έχουν με το λαό, τους ψηφοφόρους τους, και πώς νομιμοποιούνται στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας τους;

Ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψη έναν ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος, όπως κάθε μέρα και περισσότερο αποδεικνύεται, εκτός από τους σκιώδεις «υπουργούς» που ως κόμμα διέθετε, και ο ίδιος λειτουργούσε (και ακόμα λειτουργεί) ως σκιώδες πολιτικό κόμμα κάποιου άλλου πολιτικού κόμματος. Στο δίκαιο, αυτές οι καταστάσεις χαρακτηρίζονται εικονικές δικαιοπραξίες και πάσχουν, αναλόγως, από μερική έως και πλήρη ακυρότητα. Μάλλον το ίδιο πρέπει να ισχύει και στην πολιτική. Και απ’ ό,τι φαίνεται, και στο δίκαιο και στον ΣΥΡΙΖΑ η ισχυρή δικαιοπραξία είναι η υποκρυπτόμενη: το πραγματικό κόμμα δεν είναι αυτό που φαίνεται αλλά αυτό που υποκρύπτεται· και η πραγματική ηγεσία του δεν είναι αυτή που φαίνεται, αλλά αυτή που υποκρύπτεται.

Και σ’ αυτό το παιχνίδι, πρωταγωνιστικό ρόλο φυσικού αυτουργού (και εν τοις πράγμασι άμεσου συνεργού κάποιου που όλοι γνωρίζουμε) παίζει ο έως σήμερα μετακασσελακικός πρόεδρός του, Σωκράτης Φάμελος.

Ο οποίος Σωκράτης Φάμελος, με τις πολιτικές επιλογές του, βρίσκεται σήμερα εις την  (ευχάριστον άραγε;) θέση να κάνει τον κομματοκομιστή του Τσίπρα.

Ναι, σωστά διαβάζετε: τον κομματοκομιστή, και όχι τον γραμματοκομιστή. Η ειδικότητα του γραμματοκομιστή είναι μια παλιά ειδικότητα, η οποία λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας εξαφανίστηκε. Μας έμεινε μόνον ο γραμματοκομιστής από το παλιό «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», ο οποίος παρεμπιπτόντως κι’ αυτός στον ΣΥΡΙΖΑ ξενίζεται τα τελευταία αρκετά χρόνια. Και προφανώς η ειδικότητα του γραμματοκομιστή έχει πλέον αντικατασταθεί από την ειδικότητα του κομματοκομιστή, αφού τους τελευταίους μήνες βλέπουμε πολλούς εκεί στην Αριστερά να διαγκωνίζονται για να μετακομίσουν τα κόμματά τους, ως συλλογικότητες ή ως άτομα, στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Έτσι λοιπόν και ο Σωκράτης Φάμελος, στο πλαίσιο αυτής της αποστολής του, εναγωνίως μηχανεύεται τρόπους να κλοτσάει το «ντενεκεδάκι» παρακάτω, μέχρι να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος, σύμφωνα με το προ πολλού γνωστοποιημένο και αυστηρότατο φέις κοντρόλ των υποψηφίων εκ μέρους του Τσίπρα, ώστε να μετρηθούν τα παλικάρια του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝεΑρ (όπως μετά τις μάχες στο 1821) και να δουν ποιοι θα γίνουν δεκτοί στον νέο (στη νέα) ΕΛΑΣ και ποιοι θα «ριχτούν στα σκυλιά», κατά τη ρήση της Ρένας Δούρου.  

Στο πλαίσιο αυτό, συνεπώς, ο πρόεδρος Σωκράτης Φάμελος εκδίδει και «αποφάσεις», οι οποίες, κατά επίσης πρωτοφανή, μοναδικό και περίεργο τρόπο, δεν λαμβάνουν και δεν εμπεριέχουν  αποφάσεις για το μέλλον του κόμματός του (το οποίο σημειωτέον φαίνεται καθ’ όλα σκοτεινό και αβέβαιο), αλλά αντίθετα εμπεριέχουν αποφάσεις για το μέλλον ενός άλλου κόμματος, του (της) ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Διότι αυτό ακριβώς είναι η τελευταία απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ: ενώ δεν αποφασίζει τίποτα σχετικό με τον ΣΥΡΙΖΑ και το μέλλον του, αποφασίζει για το μέλλον ενός άλλου κόμματος: να μην αντιπαρατεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με ένα θέσει αντίπαλο πολιτικό κόμμα, το κόμμα του Τσίπρα, για να μην του στερήσει προφανώς ψήφους στις προσεχείς εκλογές.

Ενώ η αλήθεια, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι ότι δύο ή περισσότερα κόμματα, τα οποία παίρνουν μέρος χωριστά στην ίδια εκλογική διαδικασία, είναι εκ των πραγμάτων αντίπαλα, διότι κυνηγούν τις ίδιες ψήφους. Κάθε άλλη, εν στενή ή εν ευρεία εννοία, «ερμηνεία», όπως αυτή που πάει να περάσει ο Σωκράτης Φάμελος και οι περί αυτόν, το μόνο που κάνει είναι να εξαπατά το εκλογικό σώμα και τους μελλοντικούς υποψήφιους  ψηφοφόρους του. 

Διότι, και καταρχάς, με την απόφαση αυτή τελικά τι (δεν) αποφάσισαν στον ΣΥΡΙΖΑ; Θα συνεχίσουν να είναι αυτόνομο, ανεξάρτητο κα κυρίαρχο πολιτικό κόμμα ή υποβοηθητικό – δεκανίκι ενός άλλου πολιτικού κόμματος, δηλαδή του (της) ΕΛΑΣ  του Τσίπρα;

Και στην πρώτη περίπτωση πώς θα εφαρμοστεί η απόφαση αυτή στην πράξη; Θα κατεβούν στις επόμενες εκλογές ως αυτόνομο κόμμα ή όχι, ενόψει μάλιστα της απόλυτης θέσης του Τσίπρα ότι δεν δέχεται κόμματα ή συλλογικότητες αλλά μόνον άτομα; Κι αν κατεβούν ως αυτόνομο κόμμα, θα κατεβούν με ποιες αρχές και με ποια συνθήματα; Τι θα πουν δηλαδή στον κόσμο για να τους ψηφίσει; Ψηφίστε με για να… βοηθήσω το κόμμα του Τσίπρα; 

Και στην περίπτωση αυτή, γιατί οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν τον μεσάζοντα ΦαμελοΣΥΡΙΖΑ και όχι  κατ’ ευθείαν τον ορίτζιναλ ΤσιπρΕΛΑΣ;

Φαίνεται να ξεχνούν ο Σωκράτης Φάμελος και η παρέα του ότι, σύμφωνα με την εκλογική νομοθεσία, η οποία θα ισχύει και στις επόμενες εκλογές, έκαστος ψηφοφόρος δικαιούται να υποστηρίξει, συντροφικά ή όχι, μόνο ένα κόμμα και να ρίξει σε μια μόνο κάλπη μόνο ένα ψηφοδέλτιο. Οι υποψήφιοι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ πόσα ψηφοδέλτια θα ρίξουν; Δύο; Ένα για τον ΣΥΡΙΖΑ και ένα για τον (την) ΕΛΑΣ; Ή μόνον ένα για τον (την) ΕΛΑΣ; Γιατί ψηφοδέλτιο προς τον ΣΥΡΙΖΑ  δεν βλέπω.    

Νομίζω λοιπόν ότι το πράγμα με τον ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει να τρέπεται από κωμωδία σε φαρσοκωμωδία, και σιγά σιγά μέχρι τις εκλογές σε τραγωδία.

Διότι προφανώς, τελικά, συμβαίνει αυτό που όλοι το ’χουν τούμπανο κι αυτοί, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή, κρυφό καμάρι: η παραπάνω δηλαδή απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί τίποτε άλλο από την αποτυχημένη αμήχανη πρώτη πράξη μιας προαποφασισμένης και υποκρυπτόμενης μετακόμισης του ΣΥΡΙΖΑ στον (στην) ΕΛΑΣ του Τσίπρα. 

Έχω συνεπώς την εντύπωση ότι σε κανένα πολιτικό κόμμα των τελευταίων πολλών δεκαετιών, δεν βρίσκει τόση ανταπόκριση η λαϊκή παροιμία που λέει «η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη»,  όση στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ.

Μια παροιμία η οποία εκθέτει με τον καλύτερο τρόπο τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, τις κρυφές συμφωνίες και τις αποφάσεις που λαμβάνονται «κεκλεισμένων των θυρών» ή κατά τη διάρκεια της νύχτας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Σύμφωνα με την οποία η νύχτα, δηλαδή το παρασκήνιο, συμβολίζει το χρόνο που γίνονται οι ζυμώσεις, τα «μαγειρέματα» και οι κρυφές συμφωνίες για μια εκλογή ή το διορισμό σε ένα αξίωμα, και η αυγή το αποτέλεσμα, το οποίο όμως περιέργως δεν είναι αυτό που έχει αποφασιστεί τη νύχτα.

Και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ; Προφανώς σε άλλο έργο θεατές: το 2023 κοιμήθηκαν με Τσίπρα και ξύπνησαν χωρίς Τσίπρα. Στη συνέχεια κοιμήθηκαν χωρίς Τσίπρα και ξύπνησαν με Κασσελάκη. Στη συνέχεια κοιμήθηκαν με Κασσελάκη και ξύπνησαν με… πολλούς και διάφορους: άλλος με Φάμελο, άλλος με Χαρίτση και άλλος, ώ του θαύματος, πάλι με Στέφανο. Και τώρα;

Τώρα, με όλα όσα γίνονται, φοβούνται μάλλον να κοιμηθούν, γιατί δεν ξέρουν με ποιον μητροπολίτη θα ξυπνήσουν!

15 Ιουνίου 2026
Η φωτογραφία μετά την υπογραφή της διακήρυξης για τη δημιουργία του East Med Energy Center στο Χιούστον των ΗΠΑ, παρουσία του αμερικανού υπουργού Ενέργειας. Δεύτερο από δεξιά, και ο έλληνας υπουργός Περινάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου.

Την ώρα που η ελληνική δημόσια συζήτηση αναλώνεται για πολλοστή φορά σε έναν κύκλο μικροπολιτικής έντασης, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού εξελίσσονται γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη θέση της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.

 

Όσα εξελίσσονται αυτές τις ημέρες δεν ανήκουν στην κατηγορία των ειδήσεων που προκαλούν θόρυβο για λίγες ώρες και ύστερα χάνονται. Αφορούν τη θέση που φιλοδοξεί να καταλάβει η Ελλάδα σε μια περιοχή όπου ενέργεια, διπλωματία, ασφάλεια και οικονομία συνδέονται πλέον με τρόπο σχεδόν αδιαχώριστο. Αναφέρομαι στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου ενεργειακού και γεωπολιτικού πλέγματος στην Ανατολική Μεσόγειο, με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ.

Η υπογραφή της διακήρυξης για τη δημιουργία του East Med Energy Center στο Χιούστον, η παρουσία του αμερικανού υπουργού Ενέργειας, οι συζητήσεις με τη Chevron και την ExxonMobil, οι νέες έρευνες και οι ενεργειακοί διάδρομοι που προωθούνται στην Ανατολική Μεσόγειο εντάσσονται σε έναν ενιαίο σχεδιασμό. Η ενέργεια έχει μετατραπεί σε πεδίο όπου συναντώνται η οικονομία, η ασφάλεια, η διπλωματία και η γεωπολιτική ισχύς.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στο περιθώριο της διαδικασίας. Συμμετέχει σ’ αυτή. Και ενώ η χώρα αποκτά μεγαλύτερη σημασία στους σχεδιασμούς της Δύσης για την Ανατολική Μεσόγειο, ένα τμήμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος μοιάζει να αντιμετωπίζει αυτές τις εξελίξεις με αμηχανία, καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα. Δεν μιλάμε για κριτική σε κυβερνητικές επιλογές. Αυτή είναι θεμιτή και αναγκαία. Μιλάμε για κάτι βαθύτερο. Για μια πολιτική κουλτούρα που συχνά αδυνατεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην αντιπολίτευση και στην υπονόμευση στρατηγικών επιλογών της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία ακολουθεί με αξιοσημείωτη συνέπεια μια στρατηγική που έχει αποκτήσει σχεδόν δογματικό χαρακτήρα. Η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» έπαψε προ πολλού να αποτελεί μια ακόμα  θεωρία κάποιων γραφικών απόστρατων αξιωματικών ή ρητορική υπερβολή που επιστρατεύεται για εσωτερική κατανάλωση. Έχει ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και ευρύτερα στην περιοχή.

Η τουρκική ηγεσία επαναλαμβάνει σχεδόν καθημερινά, με διαφορετικές διατυπώσεις αλλά με την ίδια ουσία, ότι επιδιώκει την αναθεώρηση του σημερινού καθεστώτος θαλάσσιων δικαιωμάτων. Αμφισβητεί την επήρεια των ελληνικών νησιών, αμφισβητεί το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιεί τους φυσικούς της πόρους, αμφισβητεί στην πράξη βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές δηλώσεις ούτε για λεκτικές εξάρσεις της στιγμής. Πρόκειται για μια σταθερή αναθεωρητική στρατηγική, η οποία παραμένει αναλλοίωτη ανεξαρτήτως συγκυρίας, κυβερνήσεων ή τακτικών ελιγμών.

Υπ’ αυτό το πρίσμα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ενεργειακές συνεργασίες της Ελλάδας με την Κύπρο, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν αφορούν μόνο επενδύσεις, αγωγούς ή έρευνες υδρογονανθράκων. Αφορούν την εμπέδωση μιας πραγματικότητας στην οποία η Ελλάδα ασκεί τα δικαιώματά της, συμμετέχει σε περιφερειακές συμμαχίες και καθίσταται μέρος ενός ευρύτερου συστήματος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και ακριβώς γι’ αυτό προκαλούν την ενόχληση της Άγκυρας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ελληνική πρωτοβουλία που ενισχύει τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Κύπρο λειτουργεί αντικειμενικά ως εμπόδιο στους τουρκικούς σχεδιασμούς. Και δεν είναι αδιάφορο το ότι ο τουρκικός Τύπος και πολλοί κύκλοι της Άγκυρας παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις φωνές της ελληνικής αντιπολίτευσης που επιτίθενται στις ίδιες ακριβώς πρωτοβουλίες.

Γι’ αυτό προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που η Τουρκία αντιμετωπίζει ως εμπόδιο στους σχεδιασμούς της συναντούν συχνά μεγαλύτερη καχυποψία μέσα στην ελληνική πολιτική ζωή παρά στο εξωτερικό. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως άσκηση αντιπολίτευσης. Αγγίζει μια βαθύτερη δυσκολία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να διακρίνει πού τελειώνει η κομματική αντιπαράθεση και πού αρχίζει το εθνικό συμφέρον.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν προστεθεί μια δεύτερη παρατήρηση. Σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια εξαιρετικά επιεικές και ανεκτικό απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν. Ένα άλλο μέρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ μέσα από το πρίσμα μιας παρωχημένης αντιιμπεριαλιστικής μυθολογίας, λες και πρόκειται για δημοκρατικά κινήματα και όχι για ένοπλες τρομοκρατικές οργανώσεις που λειτουργούν ως εργαλεία περιφερειακής ισχύος του Ιράν.

Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες δυνάμεις εμφανίζονται συχνά ως υπερασπιστές της ειρήνης και της σταθερότητας. Η πραγματικότητα όμως δεν κρίνεται από προθέσεις ούτε από συνθήματα. Κρίνεται από τα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια κατάφερε να ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες που συγκροτούν τον βασικό άξονα ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου. Κατάφερε να αναβαθμίσει τον ρόλο της στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Κατάφερε να προσελκύσει το ενδιαφέρον κολοσσών που δεν επενδύουν δισεκατομμύρια επειδή συγκινήθηκαν από κάποιο επικοινωνιακό αφήγημα.

Οι εταιρείες αυτού του μεγέθους επενδύουν όταν διακρίνουν προοπτική. Τα κράτη αυτού του μεγέθους συνεργάζονται όταν αναγνωρίζουν αξία. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ελληνική κοινωνία μοιάζει συχνά να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις αυτές με δυσπιστία. Υπάρχει μια παλιά ελληνική συνήθεια που επιβίωσε της κρίσης και ίσως ενισχύθηκε απ’ αυτή. Η πεποίθηση ότι καμία επιτυχία δεν είναι πραγματική αν δεν μεταφράζεται άμεσα σε προσωπικό όφελος.

Ένα νέο ενεργειακό κέντρο δεν μειώνει αύριο το λογαριασμό του ρεύματος. Μια γεωπολιτική αναβάθμιση δεν αυξάνει αυτόματα το μισθό. Μια στρατηγική συμμαχία δεν λύνει σε μια νύχτα τα προβλήματα της καθημερινότητας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουν αξία.

Οι σοβαρές εθνικές επιτυχίες σχεδόν ποτέ δεν γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που συμβαίνουν. Η αξία τους φαίνεται αργότερα, όταν μια χώρα διαθέτει περισσότερα ερείσματα, περισσότερους συμμάχους και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από εκείνη που είχε στο παρελθόν.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας να μην είναι η έλλειψη ευκαιριών. Ίσως να είναι η δυσκολία της να αναγνωρίσει μια ευκαιρία όταν βρίσκεται μπροστά στα μάτια της. Διότι ένας λαός που έχει μάθει να συγκινείται μόνο από τις καταστροφές κινδυνεύει να χάσει την ικανότητα να κατανοεί τις επιτυχίες του. Και όταν μια κοινωνία παύει να αναγνωρίζει όσα κερδίζει, αργά ή γρήγορα αρχίζει να θεωρεί φυσικό ότι μπορεί και να τα χάσει.

 

15 Ιουνίου 2026
Νατάσσα Πασχάλη

Νέες γεωπολιτικές ευκαιρίες, παλαιές ανασφάλειες και οι πραγματικές προκλήσεις μιας ενδεχόμενης επανένωσης

Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών για την επανεκκίνηση των συνομιλιών στο Κυπριακό, το LSE Hellenic Observatory διοργάνωσε εκδήλωση με τίτλο «Cyprus Untied? New Prospects and Old Challenges for the Resumption of Talks», φέρνοντας στο ίδιο πάνελ διακεκριμένους ακαδημαϊκούς και ειδικούς. Η Σιμέν Αρσλάν (Sinem Arslan), Επισκέπτρια Ερευνήτρια (Visiting Fellow) στο Hellenic Observatory, ανέλυσε τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές που διαμορφώνουν το σημερινό περιβάλλον στην τουρκοκυπριακή κοινότητα· ο Νεόφυτος Λοϊζίδης, καθηγητής στην Ανάλυση Διεθνών Συγκρούσεων στο πανεπιστήμιο του Warwic, εξέτασε τις προοπτικές και τα εμπόδια μιας νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας· ενώ ο Αλέξανδρος Μιχαηλίδης, καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Imperial College του Λονδίνου, ανέδειξε τις οικονομικές διαστάσεις και τις δυνατότητες που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ενδεχόμενη λύση. Τη συζήτηση συντόνισε ο Βασίλης Μοναστηριώτης, διευθυντής του Hellenic Observatory και καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο London School of Economics. Η εκδήλωση επιχείρησε να αποτιμήσει κατά πόσο το σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον δημιουργεί νέες ευκαιρίες για πρόοδο ή αν οι παλαιές προκλήσεις εξακολουθούν να περιορίζουν τις πιθανότητες μιας βιώσιμης διευθέτησης του Κυπριακού.

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και ανθεκτικά άλυτα διεθνή ζητήματα. Παρά τις δεκάδες πρωτοβουλίες των Ηνωμένων Εθνών, τις επανειλημμένες διασκέψεις, τις προσπάθειες οικοδόμησης εμπιστοσύνης και τις περιόδους συγκρατημένης αισιοδοξίας, η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Ωστόσο, η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο Hellenic Observatory του London School of Economics στις 9 Ιουνίου 2026 ανέδειξε μια σημαντική διάσταση που συχνά παραμερίζεται στις δημόσιες αντιπαραθέσεις: το Κυπριακό δεν είναι πλέον πρωτίστως πρόβλημα εδαφικών διευθετήσεων ή συνταγματικών ρυθμίσεων. Είναι, πάνω απ’ όλα, πρόβλημα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και διαχείρισης του φόβου.

Η εκδήλωση συγκέντρωσε ειδικούς που προσεγγίζουν το Κυπριακό από διαφορετικές οπτικές γωνίες: πολιτική επιστήμη, κοινωνιολογία, οικονομία και διεθνείς σχέσεις. Παρότι οι επιμέρους αναλύσεις διέφεραν, όλες συνέκλιναν σε ένα βασικό συμπέρασμα: οι τεχνικές λύσεις υπάρχουν εδώ και χρόνια. Εκείνο που λείπει είναι η εμπιστοσύνη ότι μια συμφωνία θα εφαρμοστεί, θα λειτουργήσει και θα προσφέρει πραγματική ασφάλεια και στις δύο κοινότητες.

 

Ένα σπάνιο γεωπολιτικό παράθυρο ευκαιρίας

Η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη γεωπολιτική σημασία εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, της αστάθειας στη Μέση Ανατολή, των ενεργειακών εξελίξεων και της γενικότερης αναδιάταξης των διεθνών ισορροπιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν με αυξημένο ενδιαφέρον την περιοχή, ενώ η Κύπρος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο ενός ευρύτερου πλέγματος στρατηγικών σχεδιασμών. Ταυτόχρονα, η επανενεργοποίηση της διαδικασίας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και οι επαφές της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα, Μαρίας Άνχελα Ολγκίν, δημιούργησαν προσδοκίες για μια νέα προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών.

Παρότι κανείς δεν μιλά για άμεση λύση, η αίσθηση ότι έχει δημιουργηθεί ένα παράθυρο ευκαιρίας είναι διάχυτη. Οι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποίησαν ότι το Κυπριακό έχει γνωρίσει και στο παρελθόν αντίστοιχες στιγμές αισιοδοξίας που κατέληξαν σε απογοήτευση. Η συγκυρία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται πολιτική βούληση, κοινωνική προετοιμασία και, κυρίως, αντιμετώπιση των βαθύτερων ανασφαλειών που διαμορφώνουν τις στάσεις των δύο κοινοτήτων.

Το παράδοξο των δύο κοινοτήτων

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα των ερευνών που παρουσιάστηκαν αφορά το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι εμφανίζονται σε αρκετά ζητήματα πιο κοντά απ’ όσο συνήθως πιστεύεται. Παρ’ όλα αυτά, η αμοιβαία δυσπιστία παραμένει εξαιρετικά ισχυρή. Οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν συνέχιση των συνομιλιών από το σημείο όπου διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά. Οι Τουρκοκύπριοι, αντιθέτως, ζητούν μια νέα διαδικασία που θα περιλαμβάνει σαφείς μηχανισμούς λογοδοσίας για όποια πλευρά οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο. Το χάσμα δεν είναι κατ’ ανάγκην αγεφύρωτο. Είναι περισσότερο ζήτημα διαδικασίας παρά ουσίας. Ωστόσο, αρκεί για να εμποδίσει την πρόοδο.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι οι δύο κοινότητες φοβούνται διαφορετικά πράγματα. Οι Ελληνοκύπριοι ανησυχούν κυρίως για το τι θα συμβεί μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας. Αναρωτιούνται αν ένα νέο ομοσπονδιακό κράτος θα είναι λειτουργικό ή αν θα οδηγηθεί σε θεσμική παράλυση. Οι Τουρκοκύπριοι, αντίθετα, φοβούνται ότι μια συμφωνία ίσως δεν εφαρμοστεί ποτέ ή ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα απορρίψει εκ νέου έναν συμβιβασμό. Με άλλα λόγια, οι δύο κοινότητες φοβούνται διαφορετικά στάδια της ίδιας διαδικασίας.

Η μεταμόρφωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η ανάλυση της Δρ. Σιμέν Αρσλάν σχετικά με τις εξελίξεις στα κατεχόμενα και τις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων. Η εικόνα που προέκυψε είναι πολύ πιο σύνθετη από τα στερεότυπα που κυριαρχούν συχνά στον δημόσιο διάλογο.

Η Τουρκία έχει ενισχύσει αισθητά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική επιρροή της στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα μετά το 2020. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων αντιμετωπίζει με επιφύλαξη ή ακόμη και δυσαρέσκεια αυτή την αυξανόμενη εξάρτηση. Ποσοστά που αγγίζουν το 84% εκφράζουν δυσαρέσκεια για τις πολιτικές παρεμβάσεις της Άγκυρας, ενώ ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά ανησυχούν για την οικονομική εξάρτηση και τις δημογραφικές αλλαγές που προκαλεί η συνεχής μετανάστευση από την Τουρκία. Κι όμως, την ίδια στιγμή, η συντριπτική πλειονότητα εξακολουθεί να θεωρεί τον τουρκικό στρατό βασικό εγγυητή της ασφάλειάς της. Αυτή η φαινομενική αντίφαση αποτελεί ίσως το σημαντικότερο κλειδί για την κατανόηση του σημερινού Κυπριακού. Οι Τουρκοκύπριοι μπορεί να διαφωνούν με πολλές πτυχές της πολιτικής της Άγκυρας, αλλά δεν έχουν πεισθεί ότι υπάρχει ένας εναλλακτικός μηχανισμός που θα τους προσφέρει αντίστοιχη αίσθηση ασφάλειας.

Ο φόβος ως η πραγματική καρδιά του προβλήματος

Η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση της συζήτησης ήταν ότι τα παραδοσιακά ζητήματα που κυριαρχούν στις διαπραγματεύσεις –περιουσιακό, εδαφικές αναπροσαρμογές, οικονομικά οφέλη– δεν αποτελούν πλέον τον πυρήνα του προβλήματος.

Οι έρευνες δείχνουν ότι πολλοί Τουρκοκύπριοι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν σημαντικές παραχωρήσεις σε ζητήματα περιουσίας. Εκείνο που τους απασχολεί πρωτίστως είναι η ασφάλεια και η πολιτική ισότητα. Η αναφορά στο σύνδρομο της «επόμενης Παλαιστίνης» αποτύπωσε εύγλωττα αυτή την ψυχολογία. Ένα τμήμα της τουρκοκυπριακής κοινότητας φοβάται ότι χωρίς ισχυρές εγγυήσεις θα βρεθεί εγκλωβισμένο σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η πληθυσμιακή και οικονομική υπεροχή των Ελληνοκυπρίων θα καταστήσει την κοινότητά του ευάλωτη. Η διαπίστωση αυτή έχει βαθύτερη σημασία. Υποδηλώνει ότι τα οικονομικά επιχειρήματα, όσο ισχυρά κι αν είναι, δεν αρκούν για να μεταβάλουν στάσεις όταν οι άνθρωποι θεωρούν ότι διακυβεύεται η συλλογική τους ασφάλεια. Η ευημερία μπορεί να αποτελεί επιθυμητό στόχο, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη ασφάλειας και προστασίας.

Η σημασία της κοινής γνώμης

Ο καθηγητής Νεόφυτος Λοϊζίδης  παρουσίασε μια διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική διάσταση. Η έρευνά του δείχνει ότι οι πολίτες συχνά εμφανίζονται πιο πραγματιστές από τις πολιτικές ηγεσίες. Όταν καλούνται να αξιολογήσουν ολοκληρωμένα πακέτα συμβιβασμού, είναι συχνά περισσότερο πρόθυμοι να αποδεχθούν αμοιβαίες υποχωρήσεις από ό,τι αφήνει να εννοηθεί η δημόσια ρητορική. Το συμπέρασμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το φως της εμπειρίας του Σχεδίου Ανάν το 2004. Η απόρριψή του από την ελληνοκυπριακή πλευρά δημιούργησε την αίσθηση ότι οι κοινωνίες δεν είναι έτοιμες για συμβιβασμούς. Δύο δεκαετίες αργότερα, όμως, οι πολιτικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει σημαντικά.

Η εμπειρία της Βόρειας Ιρλανδίας προσφέρει χρήσιμα διδάγματα. Εκεί, η επιτυχία της ειρηνευτικής διαδικασίας δεν προέκυψε επειδή εξαφανίστηκαν οι διαφωνίες, αλλά επειδή δημιουργήθηκε ένα θεσμικό πλαίσιο που επέτρεπε τη διαχείρισή τους. Η ειρήνη οικοδομήθηκε όχι πάνω στην πλήρη συμφωνία αλλά πάνω στην αμοιβαία αποδοχή κανόνων συνύπαρξης.

Η οικονομία της επανένωσης και οι πραγματικές προκλήσεις

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Μιχαηλίδης υπογράμμισε ότι η οικονομική διάσταση του Κυπριακού είναι εξίσου κρίσιμη με τις πολιτικές και θεσμικές πτυχές του. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, έχει επιτύχει σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, τα κατεχόμενα παραμένουν εξαρτημένα από την Τουρκία και περιορίζονται από τη διεθνή μη αναγνώριση. Η διαφορά αυτή μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως εμπόδιο όσο και ως κίνητρο. Μια επανένωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενοποίηση αγορών, προσέλκυση επενδύσεων, ανάπτυξη υποδομών και αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου.

Ωστόσο, οι ομιλητές απέφυγαν τις υπερβολικές υποσχέσεις. Τόνισαν ότι η κυπριακή κοινωνία δεν έχει ενημερωθεί επαρκώς για το πραγματικό κόστος της επανένωσης. Ζητήματα όπως η λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας, η διαχείριση του δημόσιου χρέους, η χρηματοδότηση των αποζημιώσεων και η αντιμετώπιση του περιουσιακού απαιτούν πολύ πιο σοβαρή προετοιμασία από όση έχει υπάρξει μέχρι σήμερα.

Ο κίνδυνος της θεσμικής παράλυσης

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που αναδείχθηκαν αφορά τη λειτουργικότητα μιας μελλοντικής ομοσπονδίας. Οι ειδικοί προειδοποίησαν ότι η ύπαρξη πολλαπλών κέντρων εξουσίας μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένα αδιέξοδα, ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων συζητήθηκαν διάφορα μοντέλα, με μεγαλύτερη αποδοχή να συγκεντρώνει η ιδέα ενός ανεξάρτητου μηχανισμού διαιτησίας, ο οποίος θα μπορούσε να επιλύει αδιέξοδα χωρίς να υπονομεύεται η ισορροπία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει πόσο κεντρικό είναι το ζήτημα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε γενικές διακηρύξεις. Θέλουν συγκεκριμένες εγγυήσεις ότι ένα νέο σύστημα θα μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά.

Η κοινωνία πέρα από τις πολιτικές ελίτ

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της εκδήλωσης ήταν η έμφαση στη συμμετοχή των πολιτών. Οι παραδοσιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ πολιτικών ηγεσιών φαίνεται να έχουν εξαντλήσει πολλές από τις δυνατότητές τους. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται νέες μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως οι συνελεύσεις πολιτών, καθώς και η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών για την καταγραφή κοινωνικών στάσεων και την αναζήτηση πεδίων συναίνεσης. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή αντίληψης: η επίλυση του Κυπριακού δεν μπορεί να επιβληθεί από τα πάνω. Χρειάζεται κοινωνική νομιμοποίηση και ενεργή συμμετοχή των πολιτών.

Από τον φόβο στην εμπιστοσύνη

Το σημαντικότερο συμπέρασμα της συζήτησης στο LSE είναι ότι το Κυπριακό δεν πάσχει από έλλειψη ιδεών ούτε από έλλειψη τεχνικών λύσεων. Οι περισσότερες πιθανές φόρμουλες έχουν ήδη διατυπωθεί. Εκείνο που εξακολουθεί να απουσιάζει είναι η εμπιστοσύνη. Οι Ελληνοκύπριοι φοβούνται ένα δυσλειτουργικό κράτος. Οι Τουρκοκύπριοι φοβούνται ότι θα χάσουν την ασφάλειά τους. Και οι δύο κοινότητες φοβούνται ότι μπορεί να εγκλωβιστούν σε μια συμφωνία που δεν θα λειτουργήσει όπως υποσχέθηκαν οι δημιουργοί της.

Γι’ αυτό και το Κυπριακό παραμένει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μια άσκηση διαχείρισης της αβεβαιότητας. Η πολιτική, η οικονομία, η ιστορία και η ασφάλεια συναντώνται σε μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση. Παρά τα βαθιά εμπόδια, όμως, η συζήτηση ανέδειξε και κάτι ενθαρρυντικό: εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για δημιουργικές προσεγγίσεις, για νέους θεσμούς και για διαφορετικούς τρόπους οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Εάν υπάρχει σήμερα ένα πραγματικό παράθυρο ευκαιρίας, αυτό δεν βρίσκεται μόνο στη διπλωματία ή στις γεωπολιτικές συγκυρίες. Βρίσκεται κυρίως στην πιθανότητα οι δύο κοινότητες να αναγνωρίσουν ότι οι φόβοι τους, αν και διαφορετικοί, έχουν κοινή αφετηρία: την ανασφάλεια για το μέλλον. Η επιτυχία οποιασδήποτε νέας προσπάθειας θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο η Κύπρος θα μπορέσει να μετατρέψει τον φόβο σε εμπιστοσύνη και τη δυσπιστία σε ένα κοινό, βιώσιμο όραμα για το μέλλον του νησιού.

15 Ιουνίου 2026
Η χώρα που σώθηκε πρώτα απ’ τον εαυτό της

Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σήμερα ξανά στον δημόσιο διάλογο ως τιμητής των εξελίξεων. Αξίζει όμως να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη το καλοκαίρι του 2015.

 

Όπως είδαμε και στην εξαιρετικά αποκαλυπτική σειρά ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, Στο χιλιοστό, για τις δραματικές εκείνες ημέρες, πολλοί από τους ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους που βρέθηκαν στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων περιγράφουν την έκπληξη, ακόμη και την αμηχανία τους, απέναντι στην εικόνα που παρουσίαζε η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστερά». Σε μια αίθουσα γεμάτη πρωθυπουργούς, υπουργούς Οικονομικών, κεντρικούς τραπεζίτες και τεχνοκράτες που έφθαναν με φακέλους, αναλύσεις, προβολές και εναλλακτικά σχέδια, η ελληνική πλευρά έμοιαζε συχνά να λειτουργεί περισσότερο με πολιτικούς αυτοσχεδιασμούς και συνθήματα παρά με επεξεργασμένο σχέδιο διαπραγμάτευσης.

Η περίφημη «περήφανη διαπραγμάτευση» κατέληξε σε κλειστές τράπεζες, σε ένα δημοψήφισμα που μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες στο αντίθετό του και σε μια χώρα που βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από το ευρώ. Χάθηκαν χρόνια ανάπτυξης, επενδύσεις και αξιοπιστία. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στο πιο επικίνδυνο σημείο της μεταπολιτευτικής της ιστορίας.

Αυτό που συχνά λησμονούμε είναι ότι η χώρα δεν διασώθηκε επειδή το σχέδιο πέτυχε. Διασώθηκε επειδή, την ύστατη στιγμή, βρέθηκαν άνθρωποι που έδωσαν κυριολεκτικά την ψυχή τους για να αποτραπεί η καταστροφή. Εκείνες τις ημέρες υπήρξαν ισχυρές φωνές στην Ευρώπη που θεωρούσαν ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση. Η πίεση υπέρ ενός Grexit ήταν πραγματική και ισχυρή.

Κι όμως, απέναντι σε αυτή τη λογική, εμφανίστηκε ένα διαφορετικό ρεύμα. Πολιτικοί, αξιωματούχοι και παράγοντες των ευρωπαϊκών θεσμών επέλεξαν να δουν την Ελλάδα όχι ως προβληματικό λογαριασμό προς εκκαθάριση αλλά ως μέρος μιας κοινής ευρωπαϊκής ιστορίας. Υπήρξαν άνθρωποι που πάλεψαν για να μείνει η χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ακόμη και όταν η ίδια η ελληνική κυβέρνηση φαινόταν να εξαντλεί κάθε περιθώριο ανοχής των εταίρων της.

Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό σε αυτή την πλευρά της ιστορίας. Θυμίζει, σε διαφορετικές φυσικά συνθήκες, εκείνη τη ρομαντική διάσταση του φιλελληνισμού των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων, όταν άνθρωποι εκτός Ελλάδας πίστεψαν στην επιβίωση της χώρας περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ορισμένοι από τους ίδιους τους ηγέτες της.

Το δημοψήφισμα του Ιουλίου δεν υπήρξε η κορύφωση μιας πολιτικής αυταπάτης/απάτης που οδήγησε τη χώρα λίγα βήματα πριν από μια ιστορική καταστροφή. Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, η αδυναμία εισαγωγών και η βίαιη φτωχοποίηση δεν ήταν θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου. Ήταν πραγματικές πιθανότητες που συζητούνταν καθημερινά στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.

Το δράμα δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα σώθηκε κυριολεκτικά στο χιλιοστό. Είναι ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο κοντά βρέθηκε στον γκρεμό. Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε εκείνη την περίοδο ως μια παρεξηγημένη προσπάθεια που δήθεν συγκρούστηκε με το κατεστημένο της Ευρώπης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η πιο επικίνδυνη πολιτική περιπέτεια της μεταπολίτευσης.

Οι λαοί έχουν δικαίωμα στο λάθος. Οι δημοκρατίες επιβιώνουν και μέσα από τις λανθασμένες επιλογές τους. Έχουν όμως και υποχρέωση στη μνήμη. Διότι όταν ξεχνάς πόσο κοντά βρέθηκες στην καταστροφή, αρχίζεις σταδιακά να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος που σε οδήγησε εκεί μπορεί να παρουσιαστεί ως ο κατάλληλος για να σε οδηγήσει στο μέλλον.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Ότι ο άνθρωπος που έφερε τη χώρα σε απόσταση αναπνοής από μια εθνική τραγωδία ανυπολόγιστων διαστάσεων επιχειρεί να επανεμφανιστεί ως φωνή δικαίωσης και πολιτικής σοφίας. Η δημοκρατία ασφαλώς του αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα. Η ιστορική μνήμη, όμως, επιβάλλει να θυμόμαστε ολόκληρη τη διαδρομή και όχι μόνο το γεγονός ότι, την τελευταία στιγμή, η χώρα σώθηκε... από τους γερμανοτσολιάδες.

10 Ιουνίου 2026
Δέκα χρόνια μετά το Brexit: η πολιτική κληρονομιά ενός ιστορικού δημοψηφίσματος

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί το πιο καθοριστικό πολιτικό γεγονός στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Η απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν άλλαξε μόνο το θεσμικό πλαίσιο των σχέσεων της χώρας με την Ευρώπη. Αναδιαμόρφωσε σε βάθος την πολιτική ζωή, τις συλλογικές ταυτότητες, την κομματική αντιπαράθεση, τη δημόσια εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και τον τρόπο με τον οποίο η Βρετανία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον κόσμο.

10 Ιουνίου 2026
Χ

ΑΡΘΡΟ ΕΛΛΗΝΑ ΕΒΡΑΙΟΥ ΠΟΥ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΜΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ

Το κείμενο που ακολουθεί έχει γραφεί από διακεκριμένο Έλληνα Εβραίο (τα στοιχεία του στη διάθεση του περιοδικού), που προτιμά να κρατήσει την ανωνυμία του, για λόγους που θα καταλάβετε όταν το διαβάσετε. Το BooksJournal, που έχει πολιτική να μη δημοσιεύει ανώνυμα κείμενα, παραβιάζει αυτή την αρχή επειδή, διαφορετικά, ο συντάκτης του κειμένου δεν θα μπορούσε να μιλήσει. Ως κοινωνία και ως πολιτεία, όμως, κάτι πρέπει να κάνουμε με το φόβο.

09 Ιουνίου 2026
Σελίδα 4 από 167