Γνώμες
Οι ιστορικές ενστάσεις του Χρήστου Χωμενίδη και τα όρια μιας επιλεκτικής ανάγνωσης της αρχαιότητας
Η πρόσφατη ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα έδωσε στον Χρήστο Χωμενίδη την αφορμή για ένα ενδιαφέρον κείμενο, στο οποίο επιχειρεί να διορθώσει ορισμένες ιστορικές και φιλολογικές αναφορές του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών. Η πρόθεσή του είναι σαφής: να υπερασπιστεί την ιστορική αλήθεια απέναντι στην επιλεκτική χρήση της αρχαιότητας για τις ανάγκες μιας σύγχρονης πολιτικής αφήγησης. Πρόκειται για μια απολύτως θεμιτή προσπάθεια. Μόνο που, διαβάζοντας προσεκτικά τις διορθώσεις του και επιστρέφοντας στις αρχαίες πηγές, διαπιστώνει κανείς ότι αρκετές απ’ αυτές χρειάζονται με τη σειρά τους διόρθωση, ενώ σε άλλες περιπτώσεις πρόκειται απλώς για διαφορετικές ερμηνείες, τις οποίες ο συγγραφέας παρουσιάζει ως αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.
Το ζήτημα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον, καθώς αφορά μια ιδιαίτερα διαδεδομένη συνήθεια του δημόσιου λόγου: την αναζήτηση στην αρχαιότητα επιχειρημάτων που επιβεβαιώνουν τις σημερινές μας πολιτικές αντιλήψεις. Η ελληνική ιστορία και γραμματεία προσφέρουν άφθονο υλικό για διαφορετικές προσεγγίσεις, συχνά μάλιστα αντικρουόμενες. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή όταν μια ερμηνεία παρουσιάζεται ως αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Και ακόμη μεγαλύτερη όταν ο συντάκτης της αναλαμβάνει να διορθώσει δημόσια τις γνώσεις κάποιου άλλου.
Ο Ρούμπιο αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην αντίσταση των Αθηναίων που παρέμειναν στην Ακρόπολη όταν οι Πέρσες κατέλαβαν την πόλη το 480 π.Χ. Ο Χωμενίδης παρατηρεί ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν παρερμηνεύσει τον δελφικό χρησμό για τα «ξύλινα τείχη», πιστεύοντας πως αναφερόταν σε πραγματική οχύρωση και όχι στον αθηναϊκό στόλο, όπως είχε υποστηρίξει ο Θεμιστοκλής.
Ο Ηρόδοτος, στο όγδοο βιβλίο των Ιστοριών του (8.51–53), αναφέρει πράγματι την εσφαλμένη ερμηνεία του χρησμού. Προσθέτει, όμως, ότι ανάμεσα σε όσους παρέμειναν στην Ακρόπολη υπήρχαν και άνθρωποι που αδυνατούσαν, λόγω φτώχειας, να εγκαταλείψουν την πόλη. Κυρίως περιγράφει με σαφήνεια την αντίστασή τους: αρνήθηκαν να παραδοθούν, υπερασπίστηκαν την οχύρωσή τους και έριχναν μεγάλες πέτρες στους επιτιθέμενους Πέρσες, ώσπου οι τελευταίοι κατόρθωσαν να εισβάλουν από ένα αφύλακτο πέρασμα.
Επομένως, ο Ρούμπιο περιέγραψε ένα πραγματικό ιστορικό επεισόδιο, στο οποίο προσέδωσε ηρωικό περιεχόμενο. Η επισήμανση του Χωμενίδη για τον χρησμό συμπληρώνει την αφήγηση, αλλά ασφαλώς δεν την αναιρεί. Οι υπερασπιστές της Ακρόπολης μπορεί να έκαναν λανθασμένη στρατηγική επιλογή, αλλά αυτό δεν μειώνει την αποφασιστικότητα με την οποία πολέμησαν. Ούτε χρειάζεται να τους αντιπαραθέσουμε στους Αθηναίους που ακολούθησαν τον Θεμιστοκλή στη Σαλαμίνα. Η ιστορία χωρά και τους δύο. Είναι κάπως παράδοξο να επιχειρεί κανείς να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια υποβαθμίζοντας ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο η ίδια η αρχαία πηγή καταγράφει με σαφήνεια.
Ανάλογο πρόβλημα εμφανίζεται στην αναφορά στον Αχιλλέα. Ο Ρούμπιο επικαλείται τον ομηρικό ήρωα ως παράδειγμα ανθρώπου που προτίμησε τη σύντομη ζωή και την αιώνια δόξα από τη μακροζωία. Ο Χωμενίδης αντιτείνει ότι ο Αχιλλέας επέστρεψε στη μάχη για να εκδικηθεί το θάνατο του Πάτροκλου και ότι η τελική του επιλογή υπαγορεύτηκε από την αγάπη.
Αξίζει εδώ μια φιλολογική διευκρίνιση. Στον ομηρικό κόσμο ο δεσμός του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο εκφράζεται μέσα από την έννοια του «φίλου», που περιλαμβάνει τη βαθιά οικειότητα, την αφοσίωση και τη συντροφικότητα, με σημασία ευρύτερη από τη σημερινή. Η απόδοσή του αποκλειστικά με τη σύγχρονη έννοια της αγάπης περιορίζει αυτή τη σύνθετη σχέση.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, βρίσκεται στο ίδιο το ομηρικό κείμενο, το οποίο είναι σαφέστατο ως προς το δίλημμα του ήρωα. Στη ραψωδία Ι, στους στίχους 410–416, ο Αχιλλέας αναφέρεται ρητά στις δύο μοίρες που του έχει αποκαλύψει η μητέρα του, η Θέτιδα: εάν παραμείνει στην Τροία, θα πεθάνει νέος αλλά θα αποκτήσει άφθαρτη δόξα· εάν επιστρέψει στην πατρίδα, θα ζήσει πολλά χρόνια, στερούμενος όμως το αιώνιο κλέος:
ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται.
Στο σημείο εκείνο, ο ήρωας πράγματι προκρίνει τη ζωή. Μετά το θάνατο του Πατρόκλου, όμως, η απόφασή του αλλάζει. Γνωρίζοντας ότι ο δικός του θάνατος θα ακολουθήσει εκείνον του Έκτορα, επιστρέφει στη μάχη. Η προσωπική οδύνη και η εκδίκηση αποτελούν τα άμεσα κίνητρά του, αλλά η συνειδητή αποδοχή της πρόωρης μοίρας του συνδέεται με το ηρωικό πεπρωμένο και το άφθαρτο κλέος. Οι έννοιες αυτές συνυπάρχουν στην ομηρική αφήγηση.
Η ερμηνεία του Ρούμπιο διαθέτει, επομένως, σαφές έρεισμα στο έπος, έστω και αν απλουστεύει την τραγική πολυπλοκότητα του ήρωα. Ο Χωμενίδης αναδεικνύει μια άλλη, εξίσου ουσιαστική πλευρά του Αχιλλέα, αλλά η μία ανάγνωση δεν ακυρώνει την άλλη. Το να περιορίζεται ο Αχιλλέας αποκλειστικά στην αγάπη για τον Πάτροκλο είναι εξίσου επιλεκτικό με το να περιορίζεται αποκλειστικά στη δίψα για δόξα. Μια φιλολογική διόρθωση οφείλει να αναδεικνύει αυτή την πολυπλοκότητα, όχι να αντικαθιστά τη μία απλούστευση με μια άλλη.
Μια τρίτη διαφωνία αφορά τη σχέση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τον χριστιανισμό. Ο Ρούμπιο υποστηρίζει ότι η ελληνική σκέψη συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της χριστιανικής θεολογίας. Ο Χωμενίδης αντιπαραθέτει τις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη χριστιανική αντίληψη για τον άνθρωπο, το θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή.
Οι διαφορές αυτές είναι υπαρκτές. Μόνο που δεν αντικρούουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του Ρούμπιο. Η επίδραση της πλατωνικής και νεοπλατωνικής φιλοσοφίας στον Αυγουστίνο, όπως και η βαθιά επίδραση του Αριστοτέλη στη σκέψη του Θωμά Ακινάτη, αποτελούν θεμελιώδη κεφάλαια της ιστορίας των ιδεών. Η χριστιανική θεολογία διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά και σύνθετη συνάντηση με την ελληνική φιλοσοφία, την οποία άλλοτε αξιοποίησε και άλλοτε αντιμετώπισε κριτικά έως εχθρικά.
Εξάλλου, ούτε ο αρχαίος ελληνικός κόσμος μπορεί να περιγραφεί μέσα από μία και μοναδική αντίληψη για τη μεταθανάτια ζωή. Άλλο είναι ο σκοτεινός Άδης του Ομήρου, άλλο οι ορφικές παραδόσεις, άλλο οι αντιλήψεις που συνδέονται με τα Ελευσίνια Μυστήρια και άλλο η πλατωνική διδασκαλία για την αθανασία της ψυχής. Η ελληνική αρχαιότητα υπήρξε ένας κόσμος πολλών, συχνά αντικρουόμενων, απαντήσεων στα μεγάλα ανθρώπινα ερωτήματα. Η επίκληση μιας συγκεκριμένης ομηρικής αντίληψης ως γενικής κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων παραγνωρίζει αυτή την πνευματική ποικιλία.
Εδώ, λοιπόν, ο Χωμενίδης επιχειρεί να διορθώσει μια διατύπωση του Ρούμπιο αντιπαραθέτοντάς της κάτι που εκείνος ουσιαστικά δεν ισχυρίστηκε. Η επιρροή της ελληνικής φιλοσοφίας στον χριστιανισμό δεν προϋποθέτει ταύτιση των δύο κόσμων. Πρόκειται για μια στοιχειώδη αλλά σημαντική διάκριση.
Ο Χωμενίδης επισημαίνει επίσης ότι η αρχαιοελληνική γραμματεία ανέπτυξε μια αξιοθαύμαστη παράδοση αυτοκριτικής. Η έννοια της ύβρεως, οι τραγωδίες του Ευριπίδη και η αφήγηση του Θουκυδίδη για τη Μήλο προσφέρουν σημαντικά παραδείγματα μιας σκέψης που μπορούσε να εξετάζει κριτικά την ίδια την πόλη που τη γέννησε.
Πράγματι, αυτή η ικανότητα αυτοεξέτασης αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες κατακτήσεις του ελληνικού πολιτισμού. Χρειάζεται, πάντως, να διακρίνουμε τη δύναμη της κριτικής σκέψης από την πραγματική πολιτική συμπεριφορά. Οι Αθηναίοι που παρακολουθούσαν τις τραγωδίες ήταν οι ίδιοι πολίτες μιας πόλης που επέβαλλε τη βούλησή της στους συμμάχους της, κατέστελλε εξεγέρσεις και μπορούσε να επιδεικνύει εξαιρετική σκληρότητα. Η αθηναϊκή δημοκρατία υπήρξε συγχρόνως ένα μεγάλο πολιτικό επίτευγμα και μια επεκτατική δύναμη. Αυτή η αντίφαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της. Άλλωστε, οι αντιφάσεις είναι σύμφυτες με τη δημοκρατική ζωή. Η ποιότητα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος κρίνεται και από την ικανότητά του να τις αναγνωρίζει και να τις αντιμετωπίζει.
Το ίδιο ισχύει για την εικόνα της δημοκρατικής Αθήνας ως πόλης όπου οι ηγέτες καταξιώνονταν πρωτίστως με τη νηφάλια δύναμη των επιχειρημάτων. Η ισηγορία, η ισονομία και η συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική εξουσία υπήρξαν πράγματι μεγάλες κατακτήσεις. Ωστόσο, η πολιτική ζωή της Αθήνας γνώρισε τη δημαγωγία, τις προσωπικές αντιπαλότητες, τις πολιτικές διώξεις και δύο ολιγαρχικές εκτροπές, το 411 και το 404 π.Χ. Άλλωστε, η ίδια πόλη που ανέδειξε τον Σωκράτη τον καταδίκασε σε θάνατο.
Ας θυμηθούμε, επίσης, ότι ο Θεμιστοκλής, στον οποίο ο Χωμενίδης αποδίδει δικαίως τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη Σαλαμίνα, εξοστρακίστηκε από τους συμπολίτες του και κατέληξε τελικά στην υπηρεσία του Πέρση βασιλιά. Η πραγματική αθηναϊκή δημοκρατία υπήρξε πολύ πιο σύνθετη από την εξιδανικευμένη εικόνα μιας πολιτείας όπου κυριαρχούσε η νηφάλια επιχειρηματολογία.
Στο τελευταίο μέρος του κειμένου του, ο Χωμενίδης επιχειρεί να συνδέσει τη δημοκρατική παράδοση της Αθήνας με τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο αμερικανικό Καπιτώλιο. Υποστηρίζει ότι οι Αθηναίοι λαϊκοί δικαστές θα καταδίκαζαν αμέσως σε θάνατο τους εισβολείς, επικαλούμενος το ψήφισμα του Δημοφάντου του 410 π.Χ.
Το ψήφισμα είναι ιστορικά υπαρκτό και το περιεχόμενό του ιδιαίτερα αυστηρό. Θεσπίστηκε μετά την ολιγαρχική εκτροπή του 411 π.Χ. και αποσκοπούσε στην προστασία της αποκατεστημένης δημοκρατίας. Προέβλεπε ότι όποιος επιχειρούσε να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα ή να εγκαθιδρύσει τυραννίδα μπορούσε να θανατωθεί χωρίς ποινική συνέπεια για τον δράστη.
Από αυτή την ιστορική διάταξη, όμως, έως την κατηγορηματική βεβαιότητα για το πώς θα δίκαζαν οι Αθηναίοι συγκεκριμένους ανθρώπους σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτειακό περιβάλλον μεσολαβεί μεγάλη απόσταση. Το ψήφισμα, άλλωστε, δεν προέβλεπε κάποια αυτόματη δικαστική καταδίκη. Αναγνώριζε τη δυνατότητα θανάτωσης εκείνου που κατέλυε τη δημοκρατία ή επιχειρούσε να εγκαθιδρύσει τυραννίδα, χωρίς ποινική ευθύνη για τον πολίτη που θα προέβαινε στην πράξη. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια θεσμοθετημένη μορφή πολιτικής αυτοδικίας, διαμορφωμένη μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της αθηναϊκής δημοκρατίας. Η επίκλησή της ως παραδείγματος για τη σύγχρονη πολιτική ζωή απαιτεί, επομένως, ιδιαίτερη προσοχή.
Η ιστορική αναφορά, επομένως, είναι σωστή ως προς τον πυρήνα της, αλλά η εφαρμογή της στη σύγχρονη αμερικανική πολιτική αποτελεί μια αυθαίρετη πολιτική αναλογία, με εμφανή στοιχεία ερμηνευτικού λαϊκισμού. Ένα ψήφισμα της αρχαίας Αθήνας επιστρατεύεται για να προσδώσει ιστορικό κύρος σε μια σημερινή πολιτική κρίση, παρακάμπτοντας τις ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στις δύο εποχές και στα πολιτεύματά τους.
Το τι θα αποφάσιζαν οι δικαστές της αρχαίας Αθήνας για τους εισβολείς στο Καπιτώλιο είναι αδύνατον να το γνωρίζουμε. Εκτός αν ο Χωμενίδης διαθέτει κάποια προνομιακή πρόσβαση στις προθέσεις των Αθηναίων δικαστών, είκοσι τέσσερις αιώνες μετά. Σε κάθε περίπτωση, η αξιοθαύμαστη βεβαιότητά του εξυπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες της σημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης παρά την ιστορική ακρίβεια που ο ίδιος ανέλαβε να υπερασπιστεί.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναφορά στον οστρακισμό. Ο Χωμενίδης υποστηρίζει ότι οι Αθηναίοι θα εξοστράκιζαν τουλάχιστον όποιον θεωρούσαν ύποπτο για μυστικές συναλλαγές με ξένη δύναμη. Εδώ πρόκειται για συγκεκριμένη ιστορική ανακρίβεια. Ο οστρακισμός δεν ήταν ποινική διαδικασία για την τιμωρία τέτοιων πράξεων. Αποτελούσε πολιτικό μέτρο απομάκρυνσης ενός πολίτη που θεωρούνταν ότι συγκέντρωνε υπερβολική επιρροή ή αποτελούσε δυνητικό κίνδυνο για την πολιτειακή ισορροπία. Δεν απαιτούσε απόδειξη συγκεκριμένου αδικήματος ούτε στηριζόταν στην ύπαρξη «αποχρωσών ενδείξεων». Η διαδικασία μπορούσε να οδηγήσει στην απομάκρυνση ενός πολίτη για δέκα χρόνια, χωρίς την απώλεια της περιουσίας του.
Χαρακτηριστικό είναι ότι εξοστρακίστηκαν τόσο ο Αριστείδης όσο και ο Θεμιστοκλής, δύο από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της αθηναϊκής ιστορίας. Η Αθήνα διέθετε άλλες διαδικασίες για την αντιμετώπιση πράξεων προδοσίας ή συνεργασίας με εχθρικές δυνάμεις. Η παρουσίαση του οστρακισμού ως μέσου αντιμετώπισης υπόπτων για μυστικές συναλλαγές με ξένες δυνάμεις αποδίδει στο θεσμό μια λειτουργία που δεν είχε. Εδώ, ο συγγραφέας που αναλαμβάνει να διορθώσει τις ιστορικές ανακρίβειες ενός πολιτικού υποπίπτει ο ίδιος σε ιστορική ανακρίβεια.
Ο Ρούμπιο χρησιμοποιεί την ελληνική αρχαιότητα για να υποστηρίξει μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη περί Δύσεως. Ο Χωμενίδης αντιπαραθέτει μια διαφορετική εικόνα του ελληνικού πολιτισμού. Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιώδης διαφορά: ο πρώτος εκφωνεί έναν πολιτικό λόγο, ενώ ο δεύτερος αναλαμβάνει να διορθώσει τις ιστορικές του ανακρίβειες. Αυτό απαιτεί αυστηρότερη τεκμηρίωση και, κυρίως, σαφή διάκριση ανάμεσα στο ιστορικό σφάλμα και τη διαφορετική ερμηνεία. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, ο Χωμενίδης παρουσιάζει ως διόρθωση μια άλλη, συχνά εξίσου θεμιτή, ανάγνωση των ίδιων γεγονότων. Έτσι, μια πολιτική διαφωνία εμφανίζεται με την αυθεντία της ιστορικής αλήθειας.
Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός υπήρξε αρκετά μεγάλος ώστε να χωρά την ηρωική δόξα και τη βαθιά ανθρώπινη φιλία, τη δημοκρατική ελευθερία και την πολιτική αυθαιρεσία, τη φιλοσοφία του μέτρου και την πραγματικότητα της ισχύος, τη βαθιά αμφισβήτηση και τις ισχυρές βεβαιότητες. Η αναγνώριση αυτής της πολυπλοκότητας αποτελεί ίσως την καλύτερη προστασία του από τις ευκολίες κάθε σύγχρονης ιδεολογικής ανάγνωσης. Άλλωστε, η αρχαιότητα δεν χρειάζεται συνηγόρους που να επιλέγουν κάθε φορά τις αρετές της ανάλογα με τις πολιτικές τους συμπάθειες. Χρειάζεται αναγνώστες πρόθυμους να την αντιμετωπίσουν ολόκληρη, ακόμη και εκεί όπου διαψεύδει τις προσδοκίες τους.
Η Ιστορία προσφέρεται για πολλές ερμηνείες. Η διόρθωσή της, όμως, απαιτεί κάτι περισσότερο από την αντικατάσταση μιας επιλεκτικής αφήγησης με μια άλλη.
Καθώς η Ρωσία εντείνει τις επιθέσεις εναντίον αμάχων και κρίσιμων υποδομών, η υπεράσπιση της Ουκρανίας έχει καταστεί δοκιμασία για το αν η διεθνής δέσμευση για την προστασία των αμάχων εξακολουθεί να έχει πρακτική σημασία.
ΚΙΕΒΟ. Στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής του 2005 με θέμα «Οι Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετίας: Πέντε χρόνια μετά», κάθε κράτος-μέλος του ΟΗΕ επιβεβαίωσε την ευθύνη του για την προστασία των αμάχων – γνωστή ως R2P (Responsibility-to-Protect). Η σύνοδος κορυφής δεν περιορίστηκε μόνο στο να δηλώσει ότι «κάθε μεμονωμένο κράτος έχει την ευθύνη να προστατεύει τον πληθυσμό του από τη γενοκτονία, τα εγκλήματα πολέμου, την εθνοκάθαρση και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Η «διεθνής κοινότητα, μέσω των Ηνωμένων Εθνών, έχει επίσης την ευθύνη να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα διπλωματικά, ανθρωπιστικά και άλλα ειρηνικά μέσα, σύμφωνα με τα Κεφάλαια VI και VIII του Χάρτη [των Ηνωμένων Εθνών], για να συμβάλει στην προστασία των πληθυσμών».
Η ιδέα και η ορολογία της προστασίας είναι, επομένως, κατ’ αρχήν, γνωστές στη διεθνή διπλωματία. Ωστόσο, η εφαρμογή της R2P στην πράξη δεν είναι. Βεβαίως, η R2P δεν αποτελεί μια νέα, αυτόνομη εξουσιοδότηση για τη χρήση βίας· η συλλογική δράση με τη χρήση βίας εξακολουθεί να διέπεται από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Όμως, η αρχή αυτή είναι ευρύτερη από τη στρατιωτική επέμβαση και όχι λιγότερο σημαντική.
Γράφοντας από το Κίεβο, είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς πόσο πολύ έχει αλλάξει η αεροπορική εκστρατεία της Ρωσίας τους τελευταίους μήνες. Οι συναγερμοί για αεροπορικές επιδρομές δεν διακρίνονται πλέον σαφώς σε εκείνους που αφορούν επικίνδυνες νύκτες και αυτούς που αφορούν σχετικά κανονικές ημέρες. Τώρα, διακόπτουν την εργασία, τα σχολεία, τις δημόσιες υπηρεσίες, τα εμπορικά κέντρα και τις δημόσιες συγκοινωνίες. όλα σταματούν για λίγο και ξαναρχίζουν. Η ζωή των πολιτών οργανώνεται όλο και περισσότερο με βάση την προσδοκία ότι θα γίνουν επιθέσεις.
Οι αριθμοί το επιβεβαιώνουν. Την τελευταία διαθέσιμη εβδομάδα, το Κίεβο βίωσε 56 συναγερμούς αεροπορικών επιδρομών που διήρκεσαν πάνω από 87 ώρες — κατά μέσο όρο πάνω από 12 ώρες την ημέρα. Η πρωτεύουσα παρέμεινε σε κατάσταση συναγερμού για περισσότερες από 18 ώρες στις 27 Σεπτεμβρίου και για 20 ώρες και 47 λεπτά στις 30 Σεπτεμβρίου. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου, οι συναγερμοί διήρκεσαν 242 ώρες και 40 λεπτά, δηλαδή το ένα τρίτο ολόκληρου του μήνα. Το Κίεβο συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά αποτελεί πλέον μια πρωτεύουσα που ζει υπό σχεδόν συνεχή πίεση, με ορισμένες υπηρεσίες να έχουν διακοπεί και άλλες να διατρέχουν ολοένα και μεγαλύτερο κίνδυνο.
Οι ανθρώπινες συνέπειες εκτείνονται σε ολόκληρη την Ουκρανία. Η Αποστολή Παρακολούθησης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών επιβεβαίωσε 2.222 νεκρούς πολίτες και 13.058 τραυματίες μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου του 2026 — συνολικά 15.280 θύματα, αριθμός κατά 55 τοις εκατό υψηλότερος από ό,τι κατά την ίδια περίοδο του 2025. Κατά τις πρώτες 24 ημέρες του Σεπτεμβρίου, κατέγραψε άλλους 200 νεκρούς και 1.234 τραυματίες, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία. Στο Κίεβο, σημειώθηκαν απώλειες αμάχων σε 16 από αυτές τις 24 ημέρες, μια συχνότητα χωρίς προηγούμενο από την έναρξη της πλήρους εισβολής.
Οι επιθέσεις στοχεύουν επίσης τα συστήματα που καθιστούν δυνατή τη ζωή των πολιτών, και μάλιστα σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό. Ο ΟΗΕ έχει τεκμηριώσει επανειλημμένες ρωσικές επιθέσεις σε υποδομές παραγωγής και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ενέργειας για θέρμανση, με αποτέλεσμα εκατομμύρια άνθρωποι να αντιμετωπίζουν έκτακτες διακοπές ρεύματος και εκατοντάδες χιλιάδες να μένουν χωρίς θέρμανση. Τα σχέδια της Ρωσίας που υποκλάπηκαν για περαιτέρω καταστροφή των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης, φυσικού αερίου, ύδρευσης και μεταφορών εν όψει του χειμώνα θα μπορούσαν να καταστήσουν τμήματα της χώρας προσωρινά ακατοίκητα και να προκαλέσουν ένα νέο κύμα προσφύγων.
Η Ουκρανία αποτελεί μια ξεκάθαρη περίπτωση: ένα κυρίαρχο κράτος προσπαθεί να προστατεύσει τον πληθυσμό του από εξωτερική επιθετικότητα και ζητά βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα. Τα συστήματα αεροπορικής άμυνας, τα πυρομαχικά, οι πληροφορίες, η εκπαίδευση και οι ικανότητες που απαιτούνται για την αποτροπή περαιτέρω ρωσικών προωθήσεων βοηθούν την Ουκρανία να εκπληρώσει την ευθύνη της να προστατεύει τους πολίτες από εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Η διεθνής νομική βάση είναι επίσης ασυνήθιστα σαφής. Τον Μάρτιο του 2022, 141 μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ καταδίκασαν την επιθετικότητα της Ρωσίας, επιβεβαίωσαν την κυριαρχία της Ουκρανίας και απαίτησαν την απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων. Το άρθρο 51 του Χάρτη κατοχυρώνει το δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας των κρατών μετά από ένοπλη επίθεση. Η Ουκρανία μπορεί, επομένως, να αμυνθεί και να ζητήσει τη βοήθεια άλλων κρατών.
Παρά ταύτα, αυτοαποκαλούμενες ειρηνιστικές και απλώς φιλορωσικές δυνάμεις —δύο διακριτές ομάδες— σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενισχυόμενες από τη Μόσχα, συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι η διακοπή της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία είναι απαραίτητη για την ειρήνη. Αυτοί —είτε από άγνοια είτε εκ προθέσεως— παραβλέπουν ότι το διεθνές δίκαιο δεν απαιτεί από τα θύματα επιθετικότητας να αποδυναμώσουν τον εαυτό τους για να αποδείξουν τη δέσμευσή τους στην ειρήνη.
Αντίθετα, η Ουκρανία έχει επανειλημμένα δείξει τη βούλησή της να συμβιβαστεί για να τερματιστεί η άσκοπη αιματοχυσία, ενώ η Ρωσία συνεχίζει την επιθετικότητά της και αρνείται ακόμη και προσωρινές εκεχειρίες. Αυτό που οι ειρηνιστές φαίνεται να αγνοούν —και οι φιλορωσικές δυνάμεις γνωρίζουν πολύ καλά— είναι ότι η μείωση της υποστήριξης προς την Ουκρανία δεν θα φέρει την ειρήνη. Θα ενθαρρύνει τη Ρωσία να συνεχίσει τις επιθέσεις της.
Ούτε η αποτυχία να παρέμβουν για την προστασία αμάχων σε άλλα μέρη πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την εγκατάλειψη της Ουκρανίας. Οι άμαχοι στη Γάζα, το Σουδάν, τη Μιανμάρ και σε άλλες συγκρούσεις έχουν υποστεί τεράστια δεινά, καθώς οι διεθνείς οργανισμοί ανταποκρίθηκαν με ασυνέπεια. Δεν υπάρχει δικαιολογημένη ιεράρχηση των θυμάτων, ούτε πρέπει να υπάρχει. Όμως, η απάντηση στην επιλεκτική προστασία είναι η μεγαλύτερη συνέπεια — όχι η μείωση της προστασίας όταν η νόμιμη και αποτελεσματική δράση είναι δυνατή και απαραίτητη.
Η Ευρώπη, ως επί το πλείστον, έχει ήδη αναλάβει δράση σε εξαιρετική κλίμακα από την έναρξη του πολέμου κατά της Ουκρανίας. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της υπολόγισαν τη συνολική βοήθεια σε 224,5 δισεκατομμύρια ευρώ, συμπεριλαμβανομένων 93 δισεκατομμυρίων ευρώ για τις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας. Μεγάλο μέρος αυτού αντιπροσωπεύει στην πράξη την «Ευθύνη Προστασίας» της Ουκρανίας, και όχι την κήρυξη πολέμου κατά της Ρωσίας.
Τα οικονομικά μεγέθη, ωστόσο, δεν αποκαλύπτουν αν ένας πύραυλος αναχαιτίζεται, αν ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει λειτουργικό ή αν μια οικογένεια αποφασίζει ότι πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα. Καθώς η Ρωσία μεταβάλλει την κλίμακα και τον σκοπό της εκστρατείας της, η Ευρώπη πρέπει να αναρωτηθεί αν η μορφή και το επιχειρησιακό αποτέλεσμα της υποστήριξής της παραμένουν επαρκή για την προστασία της Ουκρανίας και του άμαχου πληθυσμού της.
Τα ευρωπαϊκά κράτη που το επιθυμούν θα πρέπει να εξετάσουν πιο ολοκληρωμένες αμυντικές ρυθμίσεις με την Ουκρανία: κοινό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, ταχύτερη παράδοση και κοινή λειτουργία αναχαιτιστικών πυραύλων, προστασία καθορισμένων υποδομών και αναχαίτιση πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών που πλησιάζουν τα ευρωπαϊκά σύνορα. Κατόπιν πρόσκλησης της Ουκρανίας, σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο πλαίσιο της συλλογικής αυτοάμυνας.
Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμηθεί ούτε ο κίνδυνος, καθώς η άμεση αναχαίτιση θα ενείχε κινδύνους κλιμάκωσης και θα μπορούσε να καταστήσει τα συμμετέχοντα κράτη μέρη της σύγκρουσης. Οποιαδήποτε αποστολή θα απαιτούσε γεωγραφικούς περιορισμούς, σαφείς κανόνες εμπλοκής, ενοποιημένη διοίκηση και δημόσια λογοδοσία. Από την άλλη πλευρά, η συνεχής αυτοσυγκράτηση δεν είναι ούτε αυτή χωρίς κινδύνους. Ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και αεροπλάνα έχουν παραβιάσει τον εναέριο χώρο της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Λιθουανίας και άλλων συμμάχων του ΝΑΤΟ, ενώ η Μολδαβία έχει καταγράψει επανειλημμένα μη εξουσιοδοτημένες εισβολές. Αυτά τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια υποδηλώνουν σαφώς την πρόθεση της Μόσχας να επεκτείνει την αντίληψη της απειλής πέρα από τα σύνορα της Ουκρανίας.
Το συμπέρασμα είναι ότι, εάν η Ουκρανία αναγκαστεί να υποχωρήσει περαιτέρω λόγω έλλειψης υποστήριξης, αυτό θα σήμαινε περισσότερο έδαφος υπό κατοχή, περισσότερες πόλεις εντός εμβέλειας, εκατομμύρια επιπλέον πρόσφυγες και ένα πιο εκτεθειμένο σύνορο του ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη θα μπορούσε τότε να αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος αποτροπής, ενώ θα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση — όλα αυτά υπό χειρότερες στρατηγικές συνθήκες.
Τέλος, η ενίσχυση της ικανότητας της Ουκρανίας να αμυνθεί όχι μόνο θα συνέβαλε στην προστασία του λαού της, αλλά θα βελτίωνε και τις προοπτικές για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Θα μπορούσε να καταστήσει δυνατές σοβαρές συνομιλίες. Όταν μια κυβέρνηση διαπραγματεύεται ενώ ο άμαχος πληθυσμός και το ενεργειακό της δίκτυο παραμένουν συστηματικά εκτεθειμένα, τότε υφίσταται εξαναγκασμό και όχι προσφορά βιώσιμης ειρήνης. Οποιαδήποτε βιώσιμη λύση θα απαιτήσει παρακολούθηση, επιβολή, αξιόπιστες εγγυήσεις και τη συνεχή ικανότητα της Ουκρανίας να αμυνθεί.
Η «Ευθύνη Προστασίας» (R2P) υιοθετήθηκε μετά από επανειλημμένες αποτυχίες στην υπεράσπιση των αμάχων πριν από την καταστροφή. Η Ουκρανία δεν αποτελεί τη μοναδική δοκιμασία της. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή ο επιτιθέμενος είναι αναγνωρίσιμος, έχει ζητηθεί βοήθεια και υπάρχουν νόμιμα μέσα συλλογικής άμυνας.
Η Ευρώπη έχει ήδη κάνει πολλά, και οι περιορισμοί της είναι πραγματικοί. Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμόσει τη στήριξή της πριν η ζημιά καταστεί μη αναστρέψιμη. Εάν η R2P δεν μπορεί να καθοδηγήσει την πολιτική υπό αυτές τις συνθήκες, ποιο πρακτικό νόημα διατηρεί; Αν όχι στην Ουκρανία, τότε πού;
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιστορική δοκιμασία που υπερβαίνει κατά πολύ τον πόλεμο στην Ουκρανία. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η ασφάλειά της, οι πολιτικές της ελευθερίες και ο ίδιος ο πολιτισμός της ανοιχτής κοινωνίας δέχονται πιέσεις από διαφορετικές κατευθύνσεις. Στα ανατολικά, η αυταρχική Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν επιχειρεί να ανατρέψει την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων με τη στρατιωτική ισχύ. Στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ο ισλαμιστικός φονταμενταλισμός αμφισβητεί θεμελιώδεις κατακτήσεις του Διαφωτισμού. Και ανάμεσα σε αυτές τις απειλές αναπτύσσεται μια πολιτική συμπεριφορά που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή: η ανοχή, η δικαιολόγηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανοιχτή υποστήριξη αυταρχικών δυνάμεων από τμήματα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Η εικόνα από το ουκρανικό μέτωπο είναι αποκαλυπτική. Ύστερα από περισσότερα από τεσσεράμισι χρόνια πολέμου, η Ρωσία έχει αποτύχει να υποτάξει την Ουκρανία. Ο στρατός της εξακολουθεί να κατέχει σημαντικά εδάφη, αλλά η προέλασή του έχει μετατραπεί σε μια εξαιρετικά δαπανηρή επιχείρηση φθοράς. Η Ουκρανία αντέχει, πραγματοποιεί τοπικές αντεπιθέσεις και αποδεικνύει ότι η αποφασιστικότητα ενός λαού μπορεί να αντισταθμίσει σημαντικές ανισότητες στρατιωτικής ισχύος.
Αυτό, ωστόσο, αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της πραγματικότητας. Διότι ο Πούτιν διεξάγει ταυτόχρονα έναν δεύτερο πόλεμο, λιγότερο ορατό αλλά εξίσου επικίνδυνο, εναντίον της ίδιας της Ευρώπης. Κυβερνοεπιθέσεις, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, δολιοφθορές, παρεμβάσεις στις δημοκρατικές διαδικασίες, απειλές κατά ευρωπαϊκών υποδομών και διαρκής πυρηνικός εκφοβισμός συγκροτούν ένα οργανωμένο περιβάλλον πίεσης. Η Μόσχα επιχειρεί να εξαντλήσει την ευρωπαϊκή αντοχή, να διχάσει τις κοινωνίες και να μετατρέψει τον φόβο σε πολιτικό εργαλείο.
Ο κίνδυνος, επομένως, για την Ευρώπη είναι βαθύτερος από την ενδεχόμενη επέκταση μιας στρατιωτικής σύγκρουσης. Είναι η αποδοχή της αντίληψης ότι η ισχύς δημιουργεί δίκαιο, ότι τα σύνορα μπορούν να μεταβάλλονται με τη βία και ότι η εθνική ανεξαρτησία αποτελεί δικαίωμα υπό την αίρεση του ισχυρότερου γείτονα. Αν αυτή η αντίληψη επικρατήσει στην Ουκρανία, το πλήγμα θα αφορά ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η αμφισημία της αμερικανικής πολιτικής. Ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τον πόλεμο πρωτίστως ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια συμφωνία με τη Μόσχα, συνδέοντας την ουκρανική κρίση με ενεργειακά και οικονομικά συμφέροντα, ενώ ασκεί αυξανόμενη πίεση στο Κίεβο. Το πρόβλημα μιας τέτοιας προσέγγισης είναι ότι κινδυνεύει να μετατρέψει την ειρήνη από αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας σε αποτέλεσμα συναλλαγής. Μια συμφωνία που θα επιβράβευε την επιθετικότητα θα αποτελούσε επικίνδυνο προηγούμενο.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, πληρώνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού κόστους, εξακολουθώντας να εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κρίσιμες αμυντικές δυνατότητες. Ανακαλύπτει έτσι, με οδυνηρή καθυστέρηση, ότι η οικονομική ευημερία και η θεσμική της συγκρότηση χρειάζονται και την ισχύ που θα τις προστατεύει.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη απειλή, διαφορετικής προέλευσης και χαρακτήρα, η οποία αγγίζει απευθείας τον πυρήνα των ευρωπαϊκών ελευθεριών: ο ισλαμοφασισμός. Πρόκειται για εκείνες τις μορφές πολιτικού Ισλάμ που επιδιώκουν να υποτάξουν την κοινωνία στη θρησκευτική εξουσία, να επιβάλουν κανόνες συμπεριφοράς και να καταργήσουν στην πράξη την ελευθερία της συνείδησης, την ισότητα των φύλων και το δικαίωμα της αμφισβήτησης.
Ο ισλαμιστικός ολοκληρωτισμός έχει επιδείξει με κάθε δυνατό τρόπο την εχθρότητά του απέναντι στη δημοκρατική νεωτερικότητα. Από το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν και τους Ταλιμπάν έως τις τρομοκρατικές οργανώσεις που αιματοκύλισαν ευρωπαϊκές πόλεις, το ιδεολογικό υπόβαθρο είναι αναγνωρίσιμο: η αξίωση μιας θρησκευτικής αλήθειας να κυβερνά την ανθρώπινη ζωή και να τιμωρεί όποιον την αμφισβητεί.
Η Ευρώπη γνώρισε αυτή τη βία στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στη Νίκαια, στο Βερολίνο και αλλού. Γνώρισε επίσης την απειλή απέναντι σε συγγραφείς, γελοιογράφους και εκπαιδευτικούς, όταν η ελευθερία του λόγου ήρθε αντιμέτωπη με τη θρησκευτική μισαλλοδοξία. Η δολοφονία του Σαμιέλ Πατί στη Γαλλία παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της σύγκρουσης.
Η ευρωπαϊκή πολιτική συζήτηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με αξιοσημείωτη αμηχανία μια πραγματικότητα που έχει πλέον εγκατασταθεί στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η μαζική μετανάστευση, ιδιαίτερα όταν εξελίσσεται ανεξέλεγκτα, έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα κοινωνικής συνοχής και ενσωμάτωσης. Σε πόλεις όπως η Μασσαλία και οι Βρυξέλλες, όπου έχουν διαμορφωθεί πολυπληθείς μουσουλμανικές κοινότητες, η συζήτηση για την επιρροή του πολιτικού Ισλάμ, την κοινωνική απομόνωση ορισμένων συνοικιών και την υποχώρηση των κοινών κανόνων της δημόσιας ζωής αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το ζήτημα αφορά πρωτίστως την ικανότητα του ευρωπαϊκού κράτους να διατηρεί την ισχύ των νόμων του και την ενότητα της δημόσιας σφαίρας απέναντι σε κάθε θρησκευτική διεκδίκηση εξουσίας.
Η πολιτική διάσταση αυτού του φαινομένου γίνεται επίσης όλο και περισσότερο αισθητή. Η εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης, του πρώτου μουσουλμάνου δημάρχου της αμερικανικής μεγαλούπολης, αναδεικνύει τη διεύρυνση της πολιτικής εκπροσώπησης των μουσουλμανικών κοινοτήτων. Οι έντονα αντιισραηλινές θέσεις του έχουν προκαλέσει σοβαρές αντιπαραθέσεις, ιδιαίτερα με εκπροσώπους της εβραϊκής κοινότητας.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η ιδεολογική σύγχυση που έχει επικρατήσει σε σημαντικά τμήματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς γύρω από το Ισραήλ, το Ιράν και τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό. Ο αντισιωνισμός λειτουργεί συχνά ως κοινός πολιτικός παρονομαστής δυνάμεων που εμφανίζονται προοδευτικές, αλλά δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της ιρανικής θεοκρατίας ή την τρομοκρατική φύση της Χαμάς.
Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς πολιτικές δυνάμεις που επικαλούνται διαρκώς τα δικαιώματα των γυναικών, των ομοφυλόφιλων και των μειονοτήτων και ταυτόχρονα να επιδεικνύουν πρωτοφανή ανοχή απέναντι σε κινήματα και καθεστώτα που καταπατούν συστηματικά αυτά ακριβώς τα δικαιώματα. Πρόκειται για μια επικίνδυνη αντιστροφή των αξιών του Διαφωτισμού την οποία η Ευρώπη θα πληρώσει ακριβά αν συνεχίσει να την αντιμετωπίζει με αμηχανία και ιδεολογικούς ευφημισμούς.
Το παράδοξο είναι ότι απέναντι σε αυτές τις απειλές συναντούμε συχνά μια ιδιότυπη πολιτική σύγχυση στα δύο άκρα του ευρωπαϊκού ιδεολογικού φάσματος.
Τμήματα της Ακροδεξιάς αναγνωρίζουν στον Πούτιν το πρότυπο του ισχυρού ηγέτη, τον υπερασπιστή της παράδοσης, της εθνικής κυριαρχίας και μιας αυταρχικής αντίληψης περί κοινωνικής τάξης. Ορισμένοι πολιτικοί σχηματισμοί έχουν αναπτύξει σχέσεις με τη Μόσχα, ενώ άλλοι αναπαράγουν τις βασικές θέσεις της ρωσικής προπαγάνδας. Η αντίφαση είναι εντυπωσιακή: επικαλούνται διαρκώς την εθνική ανεξαρτησία, αλλά εμφανίζονται πρόθυμοι να αναγνωρίσουν στη Ρωσία το δικαίωμα να στερήσει την ανεξαρτησία από ένα άλλο ευρωπαϊκό έθνος.
Στην άλλη πλευρά, τμήματα της Αριστεράς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη διεθνή πολιτική μέσα από ένα παρωχημένο αντιδυτικό σχήμα. Οτιδήποτε αντιπαρατίθεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην ευρωπαϊκή φιλελεύθερη τάξη αποκτά, σχεδόν αυτομάτως, ένα τεκμήριο πολιτικής συμπάθειας. Έτσι εξηγείται η δυσκολία ορισμένων να καταδικάσουν χωρίς υπεκφυγές τον ρωσικό επεκτατισμό, αλλά και η τάση να αντιμετωπίζουν ισλαμιστικά κινήματα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης.
Αυτή η ιδεολογική τύφλωση έχει ένα βαρύ τίμημα. Στο όνομα της χειραφέτησης μπορεί να δικαιολογείται η καταπίεση των γυναικών. Στο όνομα της αντίστασης μπορεί να σχετικοποιείται η τρομοκρατία. Στο όνομα της ειρήνης μπορεί να ζητείται από τον αμυνόμενο να αποδεχθεί τα τετελεσμένα του επιτιθέμενου.
Φυσικά, οι ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις δεν αποτελούν συμπαγή στρατόπεδα. Υπάρχουν συντηρητικοί που υπερασπίζονται σταθερά την Ουκρανία και αριστεροί που αντιτάσσονται αποφασιστικά τόσο στον ρωσικό αυταρχισμό όσο και στον θρησκευτικό φανατισμό. Η ουσιαστική διαχωριστική γραμμή περνά πλέον και μέσα από τις παραδοσιακές πολιτικές οικογένειες: ανάμεσα σε όσους υπερασπίζονται με συνέπεια τις ελευθερίες και σε όσους τις υποτάσσουν στις ιδεολογικές τους προτιμήσεις.
Η Ρωσία του Πούτιν και ο ισλαμιστικός ολοκληρωτισμός αποτελούν διαφορετικά πολιτικά φαινόμενα, με διαφορετικές ιστορικές αφετηρίες και επιδιώξεις. Συναντώνται όμως σε ένα κρίσιμο σημείο: στην εχθρότητα προς την ελεύθερη ατομικότητα, τον πολιτικό πλουραλισμό και την ανοιχτή κοινωνία. Ο πρώτος επικαλείται το κράτος, την αυτοκρατορική ισχύ και την ιστορική αποστολή του έθνους. Ο δεύτερος επικαλείται τη θρησκευτική εντολή. Και οι δύο απαιτούν, με τον δικό τους τρόπο, την υποταγή του ανθρώπου σε μια εξουσία που θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω αμφισβήτησης.
Η Ευρώπη διαθέτει ένα τεράστιο ιστορικό πλεονέκτημα: έχει γνωρίσει τις καταστροφές που προκαλούν οι απόλυτες βεβαιότητες. Οι θεσμοί, οι ελευθερίες και τα δικαιώματά της αποτελούν κατακτήσεις αιώνων συγκρούσεων, επαναστάσεων και πνευματικών αναζητήσεων. Η υπεράσπισή τους απαιτεί σήμερα πολιτική αυτοπεποίθηση, ισχυρή άμυνα, αποτελεσματικούς θεσμούς και την αποφασιστικότητα να αντιμετωπίζεται κάθε μορφή ολοκληρωτισμού με τα ίδια δημοκρατικά κριτήρια.
Εκείνο που διακυβεύεται στην Ουκρανία, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και στις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις είναι τελικά το δικαίωμα του ανθρώπου να ζει ελεύθερος, χωρίς να καθορίζει τη μοίρα του ούτε η ισχύς ενός αυταρχικού κράτους ούτε οι εντολές μιας θρησκευτικής εξουσίας.
Αν η Ευρώπη χάσει την αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί αυτό το δικαίωμα, θα έχει υπονομεύσει μόνη της το σημαντικότερο ιστορικό της επίτευγμα.
Μια παλιά και εντελώς βάρβαρη μέθοδος θήρας πολικών αρκούδων ήταν να παίρνουν ένα ελατήριο, να το συμπιέζουν, να το βάζουν σε ένα σφαιρικό δοχείο γεμάτο νερό και να το αφήνουν να παγώσει στο πολικό ψύχος. Μετά κάλυπταν αυτή τη σφαίρα πάγου με λίπος και την άφηναν στο ύπαιθρο ώστε να τη βρει μια πολική αρκούδα που, όπως ήταν πεινασμένη, καταβρόχθιζε το δόλωμα μονομιάς. Στο στομάχι της ο πάγος έλιωνε και το ελατήριο εκτινασσόταν στο αρχικό του μέγεθος με μοιραίο για την αρκούδα αποτέλεσμα.
Η σημερινή ομιλία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στην Πνύκα μού θύμισε αυτή την ειδεχθή μέθοδο θήρας. Αφού έπλεξε το εγκώμιο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και τον ανέδειξε ως ένα από τα θεμέλια της ανεξαρτησίας της πατρίδας του και της καθιέρωσής της σε πυρσό της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, τον συνέδεσε αυθαίρετα με μια εθνοκεντρική και δήθεν χριστιανική εκδοχή μιας Ελληνικής Δημοκρατίας, που δεν έχει άλλο σημείο αναφοράς και προσανατολισμού για τη διατήρηση της υπόστασης και της ανεξαρτησίας της από την τρέχουσα εθνοχριστιανοκεντρική εκδοχή των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι πλέον ενταγμένη σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν περιορίζεται σε μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου αλλά προσπαθεί και έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να υπερβεί τις εθνοκεντρικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη της και να οικοδομήσει έναν νέο τύπο ομοσπονδίας που μοιάζει περισσότερο με τις συμπολιτείες της ύστερης αρχαιότητας, αυτές που έδωσαν το πρότυπο για τη συγκρότηση της κοινοπολιτειακής ομοσπονδίας των ΗΠΑ –και όχι η «λαϊκή» δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας– αποσιωπήθηκε εντελώς στην ομιλία του.
Προφανώς, η συμμαχία με τις ΗΠΑ και η συνεργασία μαζί τους, τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, είναι σημαντική για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της πατρίδας μας και για την οικονομική της ανάπτυξη. Όμως η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος της εξέλιξής της σε μια ομοσπονδία χωρών με διπλή κυριαρχία, όπως περίπου οι ΗΠΑ, δεν εγγυάται μόνο την ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά είναι και ο μόνος δρόμος θωράκισης της χώρας από οικονομικούς και κοινωνικούς κινδύνους, όπως και η εγγύηση ενός επιπέδου ευμάρειας το οποίο η χώρα δεν μπορεί ούτε να επιτύχει αλλά και ούτε να διατηρήσει χωρίς να είναι μέρος του ισχυρού όλου που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επίκληση του «ελληνοχριστιανικού» πνεύματος από τον Μάρκο Ρούμπιο και οι έπαινοί του για τη σταθερή στάση της Ελλάδας ως πυλώνας της Δύσης χωρίς καμία αναφορά στο γεγονός ότι η χώρα μπορεί να εκπληρώσει αυτό το σκοπό μόνο ως μέλος μια σταθερής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το δελεαστικό δόλωμα που αποσκοπεί τουλάχιστον στην παρεμπόδιση της εμβάθυνσης των δεσμών της χώρας με την Ευρώπη. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι να μπορέσει η χώρα να αφαιρέσει το θρεπτικό λίπος που καλύπτει αυτό το δόλωμα χωρίς να λιώσει ο πάγος που εμποδίζει την εκτίναξη του θανατηφόρου περιεχομένου του.
Αν κάποιος σας έλεγε πριν από μερικά χρόνια, ότι η βιολογία θα μας έδινε τη δυνατότητα να μελετούμε τη λειτουργία των νευρώνων του εγκεφάλου ενεργοποιώντας ή αναστέλλοντας τη δραστηριότητά τους με φως, θα γελούσατε. Θα του στρέφατε την πλάτη, παίρνοντάς τον για ευφάνταστο ή υπερβολικά επηρεασμένο από ένα πρόσφατο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Κι όμως, για τη συμβολή τους στην επινόηση και την ανάπτυξη αυτής της μεθοδολογίας, που ονομάζεται οπτογενετική, οι Peter Hegemann, Georg Nagel και Karl Deisseroth τιμήθηκαν φέτος με το Νόμπελ Φυσιολογίας ή Ιατρικής.
Η αξία της οπτογενετικής είναι ότι μας επιτρέπει κάτι περισσότερο από τον εντοπισμό των νευρώνων που συμμετέχουν σε μια λειτουργία, όπως π.χ. η εκτέλεση μιας κίνησης, η ανάκληση μιας μνήμης ή η απόκριση σε ένα ευχάριστο ή επώδυνο ερέθισμα. Μας επιτρέπει να ελέγχουμε αν ένας νευρώνας –τον οποίο έχουμε ενεργοποιήσει ή απενεργοποιήσει με φως– δεν αποτελεί απλώς μέρος μιας λειτουργίας, αλλά αιτιώδη παράγοντα για την εκδήλωσή της. Έτσι βρισκόμαστε πλέον σε ευνοϊκότερη θέση, προκειμένου να κατανοήσουμε τη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου, αλλά και επίσης: το τι ακριβώς έχει διαταραχτεί σε παθήσεις, όπως η κατάθλιψη, η επιληψία ή η νόσος του Πάρκινσον, ώστε να σχεδιάσουμε πιο στοχευμένες, και πιο αποτελεσματικές θεραπείες.
Εξίσου συναρπαστική, όμως, με τη σημασία της επινόησης είναι και η ιστορία της. Όπως συχνά συμβαίνει στην ιστορία των βιοεπιστημών, μια μέθοδος που κυριολεκτικά σώζει ζωές δεν είναι άμεσο προϊόν της εφηρμοσμένης έρευνας: ένα βακτήριο που ανακαλύφθηκε στις θερμοπηγές του Yellowstone το 1969, μια δεκαπενταετία μετά, οδήγησε στην αξιοποίηση ενός θερμοανθεκτικού ενζύμου του, σε μια από τις πλέον διαδεδομένες βιοϊατρικές τεχνικές (PCR). Ή η ανακάλυψη γονιδίων στη μύγα Drosophila, που –καθώς υπάρχουν και στον άνθρωπο– συμβάλλουν στην κατανόηση των μοριακών μηχανισμών οι οποίοι οδηγούν στη νόσο του Αλτσχάιμερ.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με την οπτογενετική. Η σπουδαία αυτή μέθοδος δεν ξεκίνησε με την πρόθεση να επινοηθεί ένα νέο εργαλείο των νευροεπιστημών, ούτε πολύ περισσότερο να θεραπευτεί κάποια ασθένεια. Ξεκίνησε από ένα απ’ αυτά τα εκκεντρικά και για πολλούς αργόσχολα ερωτήματα που θέτουν στους εαυτούς τους οι βιολόγοι: από το πώς ένα ταπεινό μονοκύτταρο φύκος αντιλαμβάνεται και αντιδρά στο φως. Το φύκος[1] ονομάζεται Chlamydomonas reinhardtii και, χάρη στα μαστίγιά του, μπορεί άλλοτε να κατευθύνεται προς το φως κι άλλοτε να απομακρύνεται απ’ αυτό. Μεταξύ των ερευνητών που μελέτησαν το φαινόμενο αυτό ήσαν οι δυο από τους βιολόγους που τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ. Η έρευνα του Hegemann κι αργότερα του Nagel έδωσε, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τους πρώτους της καρπούς: στην κυτταρική μεμβράνη του φύκους υπάρχουν πρωτεΐνες, οι οποίες λειτουργούν ταυτόχρονα ως φωτοϋποδοχείς αλλά και ως δίαυλοι για τη διέλευση ιόντων. Όταν ο δίαυλος δέχεται φως ανοίγει. Τα ιόντα που εισέρχονται στο εσωτερικό του φύκους, μεταβάλλουν το ηλεκτρικό δυναμικό της κυτταρικής του μεμβράνης και, μέσω μιας αλυσίδας σημάτων, προκαλούν αλλαγή στον παλμό των μαστιγίων.
Το επόμενο ερώτημα που τέθηκε από τον Deisseroth –το τρίτο μέλος της τριάδας των επιστημόνων– ήταν αν θα μπορούσε τάχα ο εξειδικευμένος μοριακός μηχανισμός που είχαν ανακαλύψει οι δύο άλλοι να χρησιμοποιηθεί και από άλλα κύτταρα. Μαζί λοιπόν με τους συνεργάτες του πέτυχε να μεταφέρει το γονίδιο που κωδικοποιεί τη φωτοευαίσθητη πρωτεΐνη σε νευρικά κύτταρα θηλαστικών. Και το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: όταν τα γενετικώς τροποποιημένα κύτταρα φωτίζονταν με μπλε φως, ο δίαυλος της φωτοευαίσθητης πρωτεΐνης άνοιγε και επέτρεπε τη διέλευση ιόντων. Έτσι το δυναμικό της μεμβράνης τους μεταβαλλόταν και προκαλούσε την ενεργοποίησή τους. Το επίτευγμά τους –που δημοσιεύθηκε το 2005–, δύο χρόνια αργότερα, οδήγησε σε ένα άλλο: στην επιτυχή εφαρμογή της τεχνικής στον εγκέφαλο ενός ζωντανού ποντικιού ή, με άλλα λόγια, στη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως μιας καινοτόμου μεθόδου που άνοιξε νέους δρόμους στην έρευνα των νευροεπιστημών.
Πράγματι, η μέθοδος, καθώς επιτρέπει στον ερευνητή να ενεργοποιεί κατά το δοκούν νευρικά κύτταρα για να διαπιστώσει αν συσχετίζονται απλώς ή αν συνδέονται αιτιωδώς με μια λειτουργία του εγκεφάλου, χρησιμοποιείται ήδη στη μελέτη πλήθους νευρωνικών κυκλωμάτων. Μεταξύ αυτών είναι τα κυκλώματα που σχετίζονται με τη μνήμη, με τα συναισθήματα, με την κίνηση, αλλά και με συμπεριφορές που συνδέονται με νευρολογικές και ψυχιατρικές παθήσεις.
Η σημασία της, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνον στην έρευνα. Η οπτογενετική έχει ήδη αρχίσει να εξετάζεται ως πιθανή θεραπευτική προσέγγιση σε πλήθος ασθενειών. Από την αποκατάσταση της όρασης και της ακοής ώς την αντιμετώπιση της επιληψίας, της νόσου του Πάρκινσον και ορισμένων ψυχιατρικών διαταραχών.
Τι συμπεράσματα λοιπόν θα μπορούσαμε να εξαγάγουμε από αυτήν την πρωτεΐνη, που από μοριακός μηχανισμός για τη διαβίωση ενός μονοκύτταρου φύκους έγινε εργαλείο διερεύνησης, για το πώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος παράγει μνήμη, συναίσθημα και συμπεριφορά; Νομίζω δυο:
Το πρώτο: δεν υπάρχει καμιά απομακρυσμένη και περιφερειακή «γωνιά» του έμβιου κόσμου, αδιάφορη ή ελάσσονος σημασίας για τη βασική βιολογική έρευνα.
Και το δεύτερο: ότι η ενοποιητική αρχή της βιολογίας –η εξέλιξη– αποκαλύπτει δεσμούς και συνάφειες που, ακόμη και αν δεν φαίνεται να έχουν άμεσο πρακτικό ενδιαφέρον, έρχεται η στιγμή που το αποκτούν.
[1] Φύκος είναι ο επιστημονικός όρος για το φύκι. Δεν σημαίνει όμως απαραίτητα το μεγάλο θαλασσινό φύκι που ξέρουμε: το συγκεκριμένο είναι μονοκύτταρο πράσινο φύκος, ένας μικροσκοπικός οργανισμός που φωτοσυνθέτει.
Τι έφερε στην Ουκρανία η τελευταία σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών
KIEBO. Η 81η σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ πραγματοποιήθηκε υπό το σύνθημα «Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, διαχείριση της μεταμόρφωσης: Ένας Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών που ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων», στις 18-28 Σεπτεμβρίου 2026. Τα κυρίαρχα θέματα της φετινής συνόδου ήταν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, η μεταρρύθμιση της πολυμέρειας, η διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης και η ανθεκτικότητα των ενεργειακών υποδομών.
Δύσκολα μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τη Γενική Συνέλευση ως όργανο λήψης αποφάσεων. Πρόκειται μάλλον για μια βιτρίνα της παγκόσμιας πολιτικής και έναν προορισμό που οι ηγέτες του κόσμου δεν πρέπει να παραλείψουν να επισκεφθούν μία φορά το χρόνο. Ωστόσο, για την Ουκρανία, παραμένει ένας σημαντικός χώρος για την προώθηση της ατζέντας της για ένα δίκαιο τέλος του πολέμου και για την εξασφάλιση της υποστήριξης που απαιτείται προκειμένου να διατηρήσει τη θέση της και να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος. Η ουκρανική αποστολή μετέβη στη Νέα Υόρκη για να απαντήσει σε ένα πολύ πρακτικό ερώτημα: τι πραγματικά κερδίζει η Ουκρανία από αυτή τη συνάντηση;
Επιπλέον αμυντικά μέσα εναέριας άμυνας για το χειμώνα. Χρήματα για την άμυνα. Διατήρηση των κυρώσεων. Έναν λειτουργικό μηχανισμό για τουλάχιστον μερική εκεχειρία στον τομέα της ενέργειας. Μια διευρυμένη συμφωνία για τα drones. Αποκλεισμένα λιμάνια και αποκατάσταση των εξαγωγών σιτηρών. Και, το πιο σημαντικό, μια σαφή εικόνα για το ποιοι θα είναι πραγματικά οι κανόνες τυχόν μελλοντικών διαπραγματεύσεων, αν αυτές ξεκινήσουν τελικά.
Η διαπραγματευτική διαδρομή: ο Τραμπ και τα μηνύματα στη Μόσχα
Η ουκρανοαμερικανική ατζέντα επισκίασε το υπόλοιπο πρόγραμμα της Ουκρανίας στον ΟΗΕ. Η συνάντηση μεταξύ των δύο προέδρων στο περιθώριο της συνόδου κατέστησε σαφές προς ποια κατεύθυνση οδεύει η κύρια διαπραγματευτική διαδικασία – και αν η προσπάθεια για ειρήνη κλίνει περισσότερο προς τους όρους της Ρωσίας ή προς αυτούς της Ουκρανίας. Τρία πράγματα προέκυψαν. Πρώτον, μια σαφής ουκρανική θέση: ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να τερματίσει τον πόλεμο και να εισέλθει σε οποιαδήποτε μορφή διαπραγματεύσεων, συμπεριλαμβανομένης μιας ενεργειακής εκεχειρίας, δηλαδή μιας κοινής αναστολής των επιθέσεων μακράς εμβέλειας κατά των ενεργειακών υποδομών. Δεύτερον, μια ακόμη υπόσχεση του Τραμπ ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα — πιθανώς νωρίτερα από ό, τι περιμένουν οι άνθρωποι. Τρίτον, η Ουάσιγκτον σκοπεύει να ασκήσει οικονομική πίεση ως κύριο μέσο πίεσης.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο διαβίβασε τις προτάσεις της Ουκρανίας για ενεργειακή εκεχειρία στον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Λαβρόφ στο περιθώριο της συνάντησης. Ο Ρούμπιο ανέφερε ότι και οι δύο πλευρές εξέφρασαν ενδιαφέρον για μια περιορισμένη εκεχειρία που θα καλύπτει τα σιτηρά και την ενέργεια. Ο Λαβρόφ, από την πλευρά του, δήλωσε ότι η Ρωσία δεν έχει καμία πρόθεση να διακόψει τις εχθροπραξίες κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων.
Γιατί η ενεργειακή εκεχειρία έχει τόσο μεγάλη σημασία για την Ουάσιγκτον; Ανησυχεί όλο και περισσότερο για τον τρόπο με τον οποίο οι πόλεμοι επηρεάζουν τις παγκόσμιες τιμές της ενέργειας. Από αμερικανική σκοπιά, το ζήτημα δεν αφορά τόσο το Ιράν όσο τον πόλεμο που μαίνεται στην Ευρώπη. Ο Τραμπ είχε ήδη παροτρύνει την Ουκρανία να μην επιτεθεί σε ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου, προειδοποιώντας ότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των παγκόσμιων τιμών του ντίζελ.
Ωστόσο, είναι πολύ νωρίς για να θεωρηθεί η αρχική απάντηση της Ρωσίας ως τελική. Παράλληλα, εξελισσόταν μια πιο διακριτική ρωσοαμερικανική διαδικασία: ο απεσταλμένος του Κρεμλίνου Κιρίλ Ντμιτριέφ έφτασε στη Νέα Υόρκη για να αναλάβει τον ρόλο του «εποικοδομητικού» ομολόγου του Λαβρόφ στο πλαίσιο ανεπίσημων, παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, πραγματοποιώντας κλειστές συνομιλίες με τον στενό κύκλο του Τραμπ. Τι προέκυψε πραγματικά από αυτές τις συνομιλίες, θα μπορέσουμε να το μαντέψουμε μόνο από τις επόμενες κινήσεις και των δύο πλευρών.
Χειμώνας, αεροπορική άμυνα και η ευρωπαϊκή οπισθοφυλακή
Η ουκρανική αντιπροσωπεία διεξήγαγε μαραθώνιες συνομιλίες με βασικούς ευρωπαίους εταίρους και τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε για τη δημιουργία μιας χειμερινής αμυντικής ασπίδας. Ο Ζελένσκι έθεσε μια σαφή ανάγκη: 300 πυραύλους αναχαίτισης για τη χειμερινή περίοδο — ένα αίτημα που επιβεβαιώθηκε από μόνο του, δεδομένου ότι οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν εν μέσω συνεχών ρωσικών επιθέσεων με drones και βαλλιστικούς πυραύλους στο Κίεβο.
Το αποτέλεσμα ήταν μόνο μερικώς επιτυχές. Οι ΗΠΑ συμφώνησαν να εγκρίνουν την παραγωγή πυραύλων «Patriot» με τη συμμετοχή της Raytheon, αλλά δεν έδωσαν συγκεκριμένες υποσχέσεις για επιπλέον πυραύλους αναχαίτισης. Η Ευρώπη, ωστόσο, εξισορρόπησε την εικόνα: η Γαλλία πρόσφερε συστήματα SAMP/T και πυραύλους, καθώς και κοινή συνεργασία στο αντιβαλλιστικό πρόγραμμα «FREYJA»· η Γερμανία επιβεβαίωσε την παροχή επιπλέον πυραύλων «IRIS-T» και μια συμφωνία για 600 πυραύλους αναχαίτισης «Patriot» έως το 2027–2028· η Φινλανδία ανακοίνωσε ένα νέο αμυντικό πακέτο ύψους 290 εκατομμυρίων ευρώ και μια συμφωνία για τα drones· η Νορβηγία χρηματοδότησε την προστασία του ενεργειακού δικτύου της Ουκρανίας· ακόμη και η μακρινή Αυστραλία υπέγραψε συμφωνία ασφάλειας ύψους 60 εκατομμυρίων δολαρίων.
Επίσης, στα θετικά, ο Τραμπ δεν επέκρινε αυτή τη φορά την Ευρώπη. Χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ ισχυρότερο από ποτέ και αναφέρθηκε σε μια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ, Δανίας και Γροιλανδίας που επεκτείνει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Αρκτική, κάτι που θεωρείται ως προσπάθεια της Ουάσιγκτον να «κλειδώσει» την Αρκτική εν όψει των συνομιλιών με την Κίνα. Για την Ουκρανία, η θετική πλευρά: λιγότερες τριβές με το ΝΑΤΟ, περισσότερη πίεση στη Ρωσία στο βορρά.
Χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα: η Ευρώπη παραμένει κρίσιμη
Η συνάντηση στη Νέα Υόρκη το επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά: η Ευρώπη είναι ο κύριος χρηματοδότης της Ουκρανίας, και αυτή η υποστήριξη αποτελεί ουσιαστικά μέρος της αμυντικής της ικανότητας – κάτι ακριβώς που συζήτησε ο Ζελένσκι με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ουκρανίας, που οφείλεται στις αμυντικές δαπάνες, ανέρχεται σε περίπου 27 δισεκατομμύρια δολάρια και το Κίεβο βασίζεται στη στήριξη της ΕΕ για την κάλυψή του. Τα χρήματα υπάρχουν στις Βρυξέλλες, αλλά με όρους: η Φον ντερ Λάιεν επανέλαβε ότι η περαιτέρω στήριξη –37 δισεκατομμύρια ευρώ που διατίθενται φέτος– εξαρτάται από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων στο Κοινοβούλιο της Ουκρανίας. Ο Ζελένσκι ευχαρίστησε την ΕΕ για την απόφασή της να χορηγήσει δάνειο 90 δισεκατομμυρίων ευρώ και τόνισε ότι η Ουκρανία θα εκπληρώσει τις σχετικές υποχρεώσεις.
Υπήρξαν όμως και τριβές. Ο Ζελένσκι χαρακτήρισε τις ενδείξεις για άρση των κυρώσεων εναντίον των Ρώσων ολιγαρχών Ουσμάνοφ και Φρίντμαν αυτοκαταστροφικές: όταν τα πάντα γίνονται διαπραγματευτικό χαρτί ενόψει πιθανών διαπραγματεύσεων, η Μόσχα το ερμηνεύει ως αδυναμία. Οι Βρυξέλλες, ωστόσο, φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει το λάθος τους. Διπλωμάτες παραδέχονται ιδιωτικά ότι ο συμβιβασμός δημιούργησε ένα επικίνδυνο προηγούμενο, και η ΕΕ βρίσκεται πλέον σε φάση περιορισμού των ζημιών, επανεξετάζοντας τους κανόνες ψηφοφορίας και προετοιμάζοντας μια σημαντική επέκταση της μαύρης λίστας.
Ναυτικός αποκλεισμός και παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια
Ένα άλλο βασικό θέμα ήταν η απεμπλοκή των λιμανιών της Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ρωσικές επιθέσεις σε πολιτικά πλοία έχουν μειώσει τη λιμενική χωρητικότητα κατά 93%, απειλώντας να κρατήσουν έως και 24 εκατομμύρια τόνους σιτηρών εκτός των παγκόσμιων αγορών. Η παράλυση των γεωργικών εξαγωγών και η απειλή απώλειας δισεκατομμυρίων σε έσοδα σε ξένο νόμισμα επιδεινώνουν την εξάρτηση της Ουκρανίας από τη διεθνή βοήθεια. Οι σιδηροδρομικές και ποτάμιες διαδρομές μέσω της Ευρώπης δεν μπορούν να αντισταθμίσουν αυτή την απώλεια. Το λιμάνι της Κωνστάντζας στη Ρουμανία, έχοντας διαχειριστεί το ρεκόρ των 60 εκατομμυρίων τόνων, έχει φτάσει στο ανώτατο όριο των δυνατοτήτων του.
Με πρωτοβουλία της Κάγια Κάλας, 51 κράτη μέλη του ΟΗΕ υπέγραψαν δήλωση που καταδικάζει τις ρωσικές επιθέσεις στη Μαύρη Θάλασσα, επαναπροσδιορίζοντας το ζήτημα ως παγκόσμια απειλή για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και όχι ως διμερή διαμάχη. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση του Ζελένσκι με τον Ερντογάν ήταν ρεαλιστική: η Τουρκία παραμένει ένας από τους λίγους παράγοντες που εξακολουθούν να συνομιλούν τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο. Το Κίεβο έδειξε ότι είναι έτοιμο για μια θαλάσσια εκεχειρία: η Ρωσία σταματά να τρομοκρατεί τα λιμάνια, ενώ η Ουκρανία, σε αντάλλαγμα, διακόπτει παρόμοιες επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς.
Συνοψίζοντας, αυτή η Συνέλευση δεν ήταν απλώς μια τελετή για την Ουκρανία — ήταν μια αυστηρή αξιολόγηση των αναγκών της πριν από τον πιο σκληρό χειμώνα που έχει αντιμετωπίσει μέχρι τώρα. Το Κίεβο δεν επέστρεψε ούτε με άδεια χέρια ούτε με ψευδαισθήσεις. Αν και δεν πέτυχε σαφήνεια όσον αφορά την αντιπυραυλική άμυνα, ένα σταθερό χρονοδιάγραμμα διαπραγματεύσεων ή πραγματική επιρροή έναντι της Μόσχας, σημειώθηκε πρόοδος όσον αφορά τις άδειες παραγωγής πυραύλων, τις ουσιαστικές δεσμεύσεις για την αεροπορική άμυνα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τις υποσχέσεις χρηματοδότησης από την ΕΕ, ενώ η ιδέα της ενεργειακής εκεχειρίας μετατράπηκε από θέμα συζήτησης σε πραγματική διαπραγμάτευση. Αυτό ήταν το ελάχιστο που κατάφερε να εξασφαλίσει.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί» (From the river to the sea, Palestine will be free) είναι καταρχήν ανιστόρητο αλλά ταυτοχρόνως η κατεξοχήν έκφραση του αντισημιτισμού στη σύγχρονη εποχή.
Όταν ακούει κανείς στους δρόμους των δυτικών μεγαλουπόλεων το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί», εύκολα μπορεί να παρασυρθεί από την ελκυστική ρητορική ενός υποτιθέμενου αγώνα απελευθέρωσης. Όμως, πίσω από τις προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Το συγκεκριμένο χωρίο, το οποίο εξετάζουμε, δεν αποτελεί μια αθώα έκκληση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι μια φράση βαθιά ανιστόρητη, η οποία στην πράξη συνιστά την κατεξοχήν έκφραση του σύγχρονου αντισημιτισμού, καθώς δεν ζητά τη συνύπαρξη, αλλά την ολοκληρωτική εξαφάνιση του εβραϊκού κράτους και του λαού του από τον χάρτη.
Προκειμένου να καταλάβουμε γιατί η ρητορική αυτή είναι τόσο επικίνδυνη, οφείλουμε να αφήσουμε στην άκρη τα συναισθηματικά αφηγήματα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και να κοιτάξουμε κατάματα τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο και τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου.
Η αιώνια εβραϊκή παρουσία και ο μύθος της αποικιοκρατίας
Η θεωρία ότι οι Άραβες Παλαιστίνιοι υπήρξαν οι μόνοι αυτόχθονες κάτοικοι της περιοχής και ότι οι Εβραίοι εμφανίστηκαν ξαφνικά ως ξένοι αποικιοκράτες τον 20ό αιώνα καταρρίπτεται από την ίδια την αρχαιολογία και την παγκόσμια ιστορία. Η εβραϊκή σύνδεση με τη γη του Ισραήλ μετρά πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, από την εποχή των αρχαίων βασιλείων του Δαβίδ και του Σολομώντα μέχρι την καταστροφή του Δεύτερου Ναού από τους Ρωμαίους. Ακόμα και μετά τους μεγάλους διωγμούς και τη διασπορά, η εβραϊκή παρουσία στην Ιερουσαλήμ, τη Χεβρώνα, τη Σαφέδ και την Τιβεριάδα δεν διακόπηκε ποτέ. Όταν οι Άραβες κατέκτησαν την περιοχή κατά την ισλαμική επέκταση του 7ου αιώνα μ.Χ., οι Εβραίοι ζούσαν ήδη εκεί για αιώνες. Η γη αυτή, λοιπόν, δεν ανήκε ποτέ αποκλειστικά σε μία κοινότητα. Ήταν ένας τόπος που οι Εβραίοι μοιράζονταν ανέκαθεν με άλλους λαούς, διατηρώντας αναφαίρετα ιστορικά, θρησκευτικά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα.
Πριν από το 1948: η γέννηση της αραβικής επιθετικότητας
Η πεποίθηση ότι η βία στην περιοχή ξεκίνησε το 1948 ως αντίδραση στην ίδρυση του Ισραήλ αποτελεί ένα τεράστιο ιστορικό παράδοξο. Η οργανωμένη, αιματηρή βία ξεκίνησε πολύ νωρίτερα και ξεκίνησε ξεκάθαρα με πρωτοβουλία των Αράβων. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Εντολής, οι εβραϊκές κοινότητες βρέθηκαν στο στόχαστρο άγριων, απρόκλητων επιθέσεων. Το 1929, με την ανοιχτή υποκίνηση του σκληροπυρηνικού Μουφτή της Ιερουσαλήμ, Χατζ Αμίν αλ Χουσεΐνί, εξαπολύθηκε ένα τρομακτικό πογκρόμ. Στην πόλη της Χεβρώνας, μια εβραϊκή κοινότητα που ζούσε ειρηνικά για αιώνες σφαγιάστηκε, με αποτέλεσμα το θάνατο 67 Εβραίων και τον βίαιο εκτοπισμό των επιζώντων, ενώ ανάλογες σφαγές ισοπέδωσαν τη Σαφέδ. Ακολούθησε η αραβική εξέγερση του 1936-1939, η οποία δεν ήταν τίποτα λιγότερο από μια παρατεταμένη εκστρατεία ανταρτοπόλεμου και δολοφονιών εναντίον Εβραίων αμάχων.
Όταν το 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πρότεινε το Σχέδιο Διανομής μέσω της Απόφασης 181 για τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών, οι Εβραίοι το δέχτηκαν, παρά τους επώδυνους εδαφικούς συμβιβασμούς. Οι Άραβες, όμως, το απέρριψαν ασυζητητί, επιλέγοντας τον δρόμο του πολέμου. Την επόμενη κιόλας μέρα της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του Ισραήλ, τον Μάιο του 1948, πέντε τακτικοί στρατοί αραβικών κρατών εισέβαλαν στο νεοσύστατο κράτος. Από την άποψη του διεθνούς δικαίου, η επίθεση αυτή ήταν μια παράνομη πράξη επιθετικότητας, καθώς παραβίαζε την κυριαρχία ενός αναγνωρισμένου υποκειμένου, αναγκάζοντας το Ισραήλ να ασκήσει το φυσικό δικαίωμα της νόμιμης άμυνας.
Casus Belli: τα ιστορικά πλήγματα κατά της ισραηλινής κυριαρχίας
Το ίδιο μοτίβο απρόκλητης επιθετικότητας επαναλήφθηκε το 1967 και το 1973. Πριν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, η Αίγυπτος του Νάσερ απέλασε τις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ, συγκέντρωσε τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις στο Σινά και απέκλεισε παράνομα τα Στενά του Τιράν για την ισραηλινή ναυσιπλοΐα. Στο διεθνές δίκαιο, ο ναυτικός αποκλεισμός θεωρείται ξεκάθαρη πολεμική ενέργεια (casus belli), γεγονός που νομιμοποίησε πλήρως το προληπτικό πλήγμα του Ισραήλ ως αμυντική ενέργεια απέναντι σε μια επικείμενη ασφυξία. Όσο για το 1973, στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, η Αίγυπτος και η Συρία επέλεξαν την πιο ιερή ημέρα του ιουδαϊσμού για να εξαπολύσουν μια αιφνιδιαστική και εντελώς απρόκλητη επίθεση, εκμεταλλευόμενες τη θρησκευτική κατάνυξη των Ισραηλινών πολιτών.
Η γεωπολιτική μοιρασιά και η αραβική υποκρισία
Υπάρχει, όμως, και μια γεωπολιτική λεπτομέρεια της περιόδου μετά το 1945 που η παλαιστινιακή προπαγάνδα προσπαθεί επιμελώς να σβήσει από τη συλλογική μνήμη. Μετά τον πόλεμο του 1948, τα εδάφη που προορίζονταν για το αραβικό κράτος της Παλαιστίνης δεν κρατήθηκαν από το Ισραήλ. Αντίθετα, καταλήφθηκαν από τα ίδια τα γειτονικά αραβικά κράτη, βάσει των δικών τους επεκτατικών επιδιώξεων. Η Ιορδανία κατέλαβε και προσάρτησε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, εκδιώκοντας κάθε Εβραίο από την Παλιά Πόλη και καταστρέφοντας δεκάδες ιστορικές συναγωγές. Η Αίγυπτος κατέλαβε και έθεσε υπό αυστηρή στρατιωτική διοίκηση τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ η Συρία χρησιμοποιούσε τα Υψίπεδα του Γκολάν για να βομβαρδίζει ισραηλινά χωριά.
Για 19 ολόκληρα χρόνια, από το 1948 έως το 1967, η Ιορδανία και η Αίγυπτος είχαν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους τα εδάφη που σήμερα θεωρούνται ο πυρήνας ενός μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους. Γιατί δεν ίδρυσαν τότε μια ανεξάρτητη Παλαιστίνη; Η απάντηση είναι απλή και κυνική. Ο στόχος των αραβικών καθεστώτων δεν ήταν ποτέ η αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων αλλά η εκμηδένιση του Ισραήλ και η διανομή των εδαφών του μεταξύ τους, παραβιάζοντας την αρχή της διαδοχής κρατών και τις υποχρεώσεις τους ως δυνάμεις κατοχής.
Η πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια τρομοκρατία
Όταν η στρατιωτική ισχύς των αραβικών κρατών απέτυχε να λυγίσει το Ισραήλ στα πεδία των μαχών, η παλαιστινιακή ηγεσία στράφηκε σε μια νέα, σκοτεινή μέθοδο, την ασύμμετρη τρομοκρατία προκειμένου να επιτύχει το στόχο της, τον αφανισμό του Ισραήλ καθώς και την εκδίωξη των Ισραηλιτών από τη περιοχή. Οι παλαιστινιακές οργανώσεις, με πρωτεργάτη την PLO του Γιάσερ Αραφάτ, υπήρξαν οι παγκόσμιοι πρωτοπόροι της σύγχρονης διεθνούς τρομοκρατίας, μετατρέποντας ανυποψίαστους πολίτες σε ολόκληρο τον πλανήτη σε πολιτικούς και πολεμικούς στόχους. Αυτοί εισήγαγαν τη μέθοδο των αεροπειρατειών σε πολιτικά αεροσκάφη, όπως οι συντονισμένες αεροπειρατείες στα αεροδρόμια Ντόσον το 1970. Αυτοί συγκλόνισαν την ανθρωπότητα με τη σφαγή των Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 από την οργάνωση Μαύρος Σεπτέμβρης.
Οι παλαιστινιακές οργανώσεις είναι εκείνες που καθιέρωσαν τις φρικιαστικές επιθέσεις αυτοκτονίας σε λεωφορεία, καφετέριες και εμπορικά κέντρα κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα, μια στρατηγική που παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τις Συμβάσεις της Γενεύης, οι οποίες απαγορεύουν ρητά τη στοχοποίηση αμάχων. Αυτή η βιομηχανία θανάτου κορυφώθηκε με την πρόσφατη, κτηνώδη σφαγή και τις μαζικές απαγωγές της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, αποδεικνύοντας ότι η παλαιστινιακή τρομοκρατία δεν υπήρξε ποτέ ένα κίνημα απελευθέρωσης, αλλά μια συστηματική παραβίαση κάθε έννοιας δικαίου.
Το μόνιμο παλαιστινιακό «Όχι» στις ευκαιρίες ειρήνης
Το πλέον τραγικό κομμάτι αυτής της ιστορίας είναι ότι οι Παλαιστίνιοι θα μπορούσαν να έχουν το δικό τους κυρίαρχο κράτος εδώ και δεκαετίες. Όμως, η ιστορία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων είναι η ιστορία της δικής τους μόνιμης άρνησης. Η δεκαετία του 1990 ξεκίνησε με μια τεράστια ελπίδα για την ανθρωπότητα, όταν η ισραηλινή ηγεσία υπό τον Γιτζάκ Ράμπιν προχώρησε σε μια ιστορική, οδυνηρή υποχώρηση. Με τις Συμφωνίες του Όσλο το 1993, το Ισραήλ αναγνώρισε επίσημα την PLO, επέτρεψε στον Γιάσερ Αραφάτ να επιστρέψει από την εξορία και του παρέδωσε τη διοίκηση της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας, δημιουργώντας την Παλαιστινιακή Αρχή με σκοπό την οριστική επίλυση του προβλήματος. Αντί όμως αυτή η παραχώρηση γης να χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο για την οικοδόμηση ενός ειρηνικού κράτους, η παλαιστινιακή πλευρά αθέτησε σταδιακά τις δεσμεύσεις της για την ασφάλεια. Η στρατηγική αυτή της υπαναχώρησης οδήγησε στην απόλυτη κατάρρευση των συνομιλιών.
Το 2000, στη σύνοδο κορυφής του Καμπ Ντέιβιντ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Μπάρακ έκανε μια πρωτοφανή προσφορά στον Γιάσερ Αραφάτ, η οποία προέβλεπε την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους στο 92% της Δυτικής Όχθης, στο 100% της Λωρίδας της Γάζας και με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Ο Αραφάτ αρνήθηκε, εγκατέλειψε τις συνομιλίες χωρίς καν να καταθέσει αντιπρόταση και επέστρεψε για να εξαπολύσει το λουτρό αίματος της Δεύτερης Ιντιφάντα.
Το 2008, ο Εχούντ Όλμερτ προχώρησε ακόμα παραπέρα, προσφέροντας στον Μαχμούντ Αμπάς σχεδόν το 94% της Δυτικής Όχθης με ανταλλαγές εδαφών και διεθνή έλεγχο στους Άγιους Τόπους. Ο Αμπάς απλώς αποχώρησε και δεν απάντησε ποτέ. Από την πλευρά του δικαίου των συνθηκών, το Ισραήλ επέδειξε επανειλημμένα καλή πίστη (bona fides), ενώ η παλαιστινιακή πλευρά επέλεγε σταθερά τον μαξιμαλισμό και την άρνηση.
Όταν το σύνθημα συναντά τα σύμβολα του μίσους
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία του προβλήματος με το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί». Αυτή η γεωγραφική ζώνη περιλαμβάνει ολόκληρη την επικράτεια του κράτους του Ισραήλ. Όταν, λοιπόν, κάποιος φωνάζει ότι η περιοχή αυτή πρέπει να απελευθερωθεί, δεν ζητά τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ, αλλά την ολοκληρωτική εξάλειψη του Ισραήλ. Αυτό καθιστά το σύνθημα βαθιά αντισημιτικό για τρεις συγκεκριμένους νομικούς και πολιτικούς λόγους.
Πρώτον, συνιστά άρνηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός εκφράζεται ως αντισιωνισμός, δηλαδή η άρνηση στον εβραϊκό λαό, και μόνο σε αυτόν, του βασικού δικαιώματος να έχει τη δική του εθνική εστία, δικαίωμα που κατοχυρώνεται για όλους τους λαούς από τον Χάρτη του ΟΗΕ.
Δεύτερον, αποτελεί μια έμμεση έκκληση για γενοκτονία και εθνοκάθαρση. Στην περιοχή αυτή κατοικούν σήμερα περισσότεροι από επτά εκατομμύρια Εβραίοι. Για να γίνει η περιοχή αποκλειστικά παλαιστινιακή, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει είτε να εξολοθρευθούν είτε να εκδιωχθούν βίαια, γεγονός που παραβιάζει τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία του 1948.
Τρίτον, το σύνθημα αυτό αποτελεί επίσημο κομμάτι του καταστατικού χάρτη της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς, η οποία ζητά ρητά την καταστροφή του Ισραήλ. Όποιος το επαναλαμβάνει, γίνεται ηχείο μιας γενοκτονικής αντισημιτικής και φονταμενταλιστικής ισλαμιστικής ατζέντας.
Αυτή η αντισημιτική φύση του συνθήματος δεν κρύβεται πλέον πίσω από θεωρητικές αναλύσεις, αλλά αποκαλύπτεται με τον πιο ξεκάθαρο και τρομακτικό τρόπο στους δρόμους των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Στο Παρίσι, το Βερολίνο, το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, το συγκεκριμένο χωρίο εμφανίζεται όλο και πιο συχνά ως γκράφιτι σε τοίχους, δημόσια κτίρια, ακόμη και σε εβραϊκά νεκροταφεία ή συναγωγές.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι αυτά τα γκράφιτι δεν μένουν μόνα τους. Τουναντίον συνοδεύονται πολύ συχνά από σβάστικες, κέλτικους σταυρούς και άλλα πασίγνωστα ναζιστικά και φασιστικά σύμβολα. Αυτή η οπτική ταύτιση αποδεικνύει ότι ο πυρήνας της ρητορικής αυτής, όταν χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο σύνθημα, δεν εκφράζει μια προοδευτική ανησυχία για την ειρήνη, αλλά συναντάται ευθέως με τον πιο σκοτεινό, παραδοσιακό ευρωπαϊκό αντισημιτισμό και τον ολοκληρωτισμό, υιοθετώντας τα ίδια ακριβώς σύμβολα μίσους που οδήγησαν στις μεγαλύτερες τραγωδίες του 20ού αιώνα.
Η ιστορική αλήθεια απέναντι στα συνθήματα
Η ιστορία δεν παραγράφεται και η αλήθεια δεν μπορεί να πνιγεί κάτω από εύπεπτα πολιτικά συνθήματα. Το χωρίο «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί» είναι ανιστόρητο, γιατί παραβλέπει την αιώνια εβραϊκή παρουσία και την αδιαμφισβήτητη αραβική επιθετικότητα που εμπόδισε την ειρήνη. Κυρίως, όμως, είναι μια ξεκάθαρη έκφραση αντισημιτισμού, διότι κηρύσσει το μίσος και την καταστροφή ενός κυρίαρχου κράτους-μέλους του ΟΗΕ.
Η πραγματική δικαιοσύνη και η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή θα έρθουν μόνο όταν αναγνωριστεί το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει με ασφάλεια και όταν η παλαιστινιακή ηγεσία αποφασίσει να πει επιτέλους το «ναι» στη νόμιμη συνύπαρξη αντί για το «ναι» στον τρόμο.
Τρία χρόνια μετά, η 7η Οκτωβρίου κινδυνεύει ήδη να υποστεί εκείνο που παθαίνουν συχνά τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα: να αποκοπεί από όσα προηγήθηκαν και να διαλυθεί μέσα σε όσα ακολούθησαν. Η σφαγή να χαθεί πίσω από τον πόλεμο στη Γάζα, οι όμηροι πίσω από τις διαπραγματεύσεις, οι νεκροί πίσω από τους αριθμούς των επόμενων μηνών. Κι έτσι, ένα γεγονός που θα έπρεπε να αποτελεί αφετηρία κατανόησης μετατρέπεται σταδιακά σε μία ακόμη ημερομηνία μέσα στον ατελείωτο κατάλογο της Μέσης Ανατολής.
Όμως η 7η Οκτωβρίου 2023 δεν ήταν άλλη μία ημέρα του ισραηλινοπαλαιστινιακού πολέμου. Το πρωί εκείνο, ένοπλοι της Χαμάς και άλλων οργανώσεων πέρασαν τα σύνορα από τη Γάζα και εισέβαλαν σε ισραηλινές κοινότητες. Μπήκαν σε σπίτια, επιτέθηκαν σε κιμπούτς, δολοφόνησαν ανθρώπους στο μουσικό φεστιβάλ Nova, άρπαξαν γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους και στρατιώτες και τους οδήγησαν στη Γάζα. Περίπου 1.200 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 251 απήχθησαν. Ήταν η μεγαλύτερη μαζική δολοφονία Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα.
Δεν χρειάζεται καμία υπερβολή για να περιγραφεί αυτό που συνέβη. Αντιθέτως, όσο περισσότερο απαλλάσσεται η αφήγηση από τις ανεπιβεβαίωτες ιστορίες που κυκλοφόρησαν τις πρώτες ημέρες, τόσο καθαρότερη μένει η πραγματικότητα: εκ προθέσεως δολοφονίες αμάχων, απαγωγές, βασανισμοί, σεξουαλική βία, δημόσια διαπόμπευση νεκρών. Τα γεγονότα αρκούν.
Και υπάρχει ένα στοιχείο που δεν επιδέχεται υπεκφυγές. Στις 7 Οκτωβρίου 2023 δεν υπήρχαν ισραηλινοί οικισμοί μέσα στη Γάζα. Το Ισραήλ είχε αποχωρήσει από τη Λωρίδα το 2005, απομακρύνοντας στρατό και εποίκους. Οι άνθρωποι που δολοφονήθηκαν εκείνο το πρωί βρίσκονταν μέσα στο Ισραήλ, στα σπίτια τους, στους δρόμους τους, σε ένα φεστιβάλ μουσικής.
Η επίκληση της «κατοχής» δεν εξηγεί ούτε δικαιολογεί τίποτε από αυτά. Πολύ περισσότερο όταν η άρνηση της ύπαρξης εβραϊκού κράτους είναι παλαιότερη από το 1967, παλαιότερη από τους σημερινούς εποικισμούς και παλαιότερη από όλα όσα επιστρατεύονται σήμερα ως εκ των υστέρων αιτιολογία της σφαγής.
Το 1947 ο ΟΗΕ πρότεινε τη δημιουργία δύο κρατών, ενός εβραϊκού και ενός αραβικού. Η εβραϊκή πλευρά αποδέχθηκε τη διχοτόμηση. Η αραβική την απέρριψε. Στις 14 Μαΐου 1948 ανακηρύχθηκε το κράτος του Ισραήλ και την επομένη εισέβαλαν αραβικοί στρατοί. Τότε δεν υπήρχαν «κατεχόμενα του 1967», ούτε εποικισμοί στη Δυτική Όχθη, ούτε αποκλεισμός της Γάζας. Υπήρχε ήδη όμως το θεμελιώδες ερώτημα: θα γινόταν αποδεκτή ή όχι η ύπαρξη ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή;
Το ίδιο ερώτημα επανήλθε με διαφορετικές μορφές σε ολόκληρη τη μεταπολεμική ιστορία. Το 1967 ακολούθησαν τα περίφημα «τρία όχι» του Χαρτούμ: καμία ειρήνη, καμία αναγνώριση, καμία διαπραγμάτευση με το Ισραήλ. Αργότερα ήρθαν το Όσλο, το Καμπ Ντέιβιντ, νέες προτάσεις και νέες αποτυχίες. Το 2005 το Ισραήλ αποχώρησε από τη Γάζα. Το 2007 η Χαμάς κατέλαβε βίαια την εξουσία, εξουδετερώνοντας τη Φατάχ, και μετέτρεψε σταδιακά τη Λωρίδα σε στρατιωτικοποιημένο θύλακα.
Από εκεί αρχίζει ο άμεσος δρόμος προς την 7η Οκτωβρίου.
Κάτω από τα πόδια ενός πληθυσμού που εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή βοήθεια δημιουργήθηκε ένα τεράστιο υπόγειο δίκτυο στρατιωτικών σηράγγων, το οποίο η ίδια η Χαμάς ισχυρίστηκε ότι έφθανε περίπου τα 500 χιλιόμετρα. Παράλληλα οργανώθηκε ένα σύνθετο σύστημα χρηματοδότησης, φορολόγησης, εξωτερικών ενισχύσεων και στρατιωτικής υποστήριξης. Το Ιράν παρείχε χρήματα, όπλα, εκπαίδευση και τεχνογνωσία. Το Κατάρ φιλοξενούσε επί χρόνια την πολιτική ηγεσία της οργάνωσης. Η Τουρκία διατηρούσε ανοικτούς διαύλους μαζί της.
Η 7η Οκτωβρίου απέδειξε επίσης πόσο λανθασμένο ήταν να αντιμετωπίζεται η Χαμάς ως ένας απομονωμένος τοπικός παλαιστινιακός παράγων. Μία ημέρα μετά τη σφαγή άνοιξε το μέτωπο του Λιβάνου με τη Χεζμπολάχ. Ακολούθησαν οι Χούθι από την Υεμένη, φιλοϊρανικές οργανώσεις από το Ιράκ και τη Συρία και τελικά το ίδιο το Ιράν. Η Γάζα ήταν η θρυαλλίδα μιας πολύ ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
Η ακολουθία των γεγονότων είναι σαφής και έχει σημασία να παραμείνει σαφής. Στις 7 Οκτωβρίου, η Χαμάς εισέβαλε στο Ισραήλ, δολοφόνησε περίπου 1.200 ανθρώπους και απήγαγε 251. Ο πόλεμος που ακολούθησε ήταν η απάντηση σε αυτή την επίθεση. Η 8η Οκτωβρίου δεν προηγήθηκε της 7ης.
Κι όμως, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, μεγάλο μέρος της διεθνούς συζήτησης κατάφερε να μετακινήσει σχεδόν ολοκληρωτικά το σημείο αφετηρίας. Η σφαγή πέρασε στο βάθος, οι όμηροι έγιναν υποσημείωση και το Ισραήλ βρέθηκε να απολογείται επειδή αντέδρασε σε μια επίθεση που κανένα κυρίαρχο κράτος δεν θα μπορούσε να αφήσει αναπάντητη.
Και εδώ αποκαλύφθηκε ίσως η θλιβερότερη πλευρά της Δύσης: η υποκρισία της. Ένα ετερόκλητο μέτωπο άκρας Δεξιάς και άκρας Αριστεράς, με τον αντισημιτισμό να λειτουργεί ως κοινός παρονομαστής, κατόρθωσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να αντιστρέψει τους ρόλους. Το δημοκρατικό κράτος που δέχθηκε τη μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα βρέθηκε στο εδώλιο, ενώ η τρομοκρατική οργάνωση που εισέβαλε σε σπίτια, δολοφόνησε αμάχους και άρπαξε ομήρους απέκτησε σε τμήμα του δυτικού δημόσιου λόγου το φωτοστέφανο της «αντίστασης».
Δεν επρόκειτο απλώς για μετατόπιση της συζήτησης. Ήταν μετάθεση ευθύνης. Ο θύτης άρχισε να εξαφανίζεται πίσω από τις συνέπειες του εγκλήματός του και το Ισραήλ να εγκαλείται επειδή υπερασπίστηκε την ύπαρξή του. Πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης, πολιτικές ελίτ και οργανώσεις που επικαλούνται με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια τα ανθρώπινα δικαιώματα ανακάλυψαν ξαφνικά πλήθος ελαφρυντικών για εκείνους που τα καταπάτησαν με τον πιο ωμό τρόπο.
Και πίσω από την ηθική αυτή σύγχυση βρίσκεται συχνά κάτι ακόμη λιγότερο ευγενές: το συμφέρον. Η Δύση που διακηρύσσει τις αξίες της δεν έπαψε ποτέ να συναλλάσσεται με καθεστώτα που χρηματοδοτούν, φιλοξενούν ή πολιτικά προστατεύουν οργανώσεις εχθρικές προς το Ισραήλ. Τα πετροδολάρια, οι επενδύσεις, οι ενεργειακές εξαρτήσεις και οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί αποδείχθηκαν πολλές φορές ισχυρότεροι από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί δημοκρατίας και ελευθερίας.
Αυτό ακριβώς δεν πρέπει να επιτρέψει η επέτειος της 7ης Οκτωβρίου: τη διαγραφή της αιτίας μέσα στις συνέπειές της. Το Ισραήλ δεν ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να ανοίξει έναν πόλεμο στη Γάζα. Είχε προηγηθεί μια σχεδιασμένη επίθεση στην επικράτειά του, μια μαζική σφαγή και η αρπαγή εκατοντάδων ανθρώπων. Αν αυτή η ακολουθία χαθεί, δεν παραποιείται απλώς μια ημερομηνία. Παραποιείται η ίδια η ιστορία.
Ίσως γι’ αυτό η 7η Οκτωβρίου αφορά τελικά κάτι περισσότερο από την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση. Αφορά τη μνήμη και την ευκολία με την οποία οι κοινωνίες επιλέγουν τι θα θυμούνται όταν τα γεγονότα δυσκολεύουν τις ιδεολογικές τους βεβαιότητες.
Για το Ισραήλ, πάντως, εκείνο το πρωί επέστρεψε ένα ερώτημα που συνοδεύει την ιστορία του από την πρώτη ημέρα της ύπαρξής του. Όχι πού ακριβώς θα χαραχθούν τα σύνορα ούτε ποιος θα κυβερνήσει ποιο έδαφος. Ένα ερώτημα πολύ πιο στοιχειώδες: αν οι Εβραίοι δικαιούνται τελικά να έχουν ένα κράτος στο οποίο να μπορούν να ζουν χωρίς να χρειάζεται κάθε γενιά να αποδεικνύει με τα όπλα το δικαίωμά της να υπάρχει.
Η επιστροφή στη Δύση του αντισιωνισμού μαζί με ένα εξισλαμισμένο μίσος εναντίον της
Εδώ και περίπου σαράντα χρόνια, ο Vladimir Jankélévitch είχε γράψει:
«Ο αντισιωνισμός» προσφέρει επιτέλους στο σύνολο των συμπολιτών μας τη δυνατότητα να είναι αντισημίτες, παραμένοντας δημοκράτες. Τι ανέλπιστη τύχη! Αυτή η ευχαρίστηση δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο της Δεξιάς[1].
Στις μέρες μας, σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, παράλληλα με πλήθος εκδηλώσεων μίσους εναντίον των Εβραίων, αντηχεί το γνωστό σύνθημα «From the River to the sea». Το εν λόγω σύνθημα θυμίζει το ναζιστικό Judenrein, εφόσον σημαίνει ότι, από τον Ιορδάνη ποταμό έως τη Μεσόγειο, η Παλαιστίνη θα είναι απαλλαγμένη από τους Εβραίους. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται επί της ουσίας για αίτημα εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά για αγωνιστικό πρόταγμα εκκαθάρισης της περιοχής από το εβραϊκό στοιχείο[2]. Αυτή η έκρηξη της Ιουδαιοφοβίας, με πρόσχημα τον αμυντικό πόλεμο στον οποίο εξωθήθηκε το Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου, καλλωπίζεται με τη χρήση του όρου «αντισιωνισμός». Μετά την ίδρυση του Ισραήλ και τις νίκες του εναντίον των Αράβων, ο ιδεολογικο-πολιτικός χαρακτήρας του αντισιωνισμού, όσον αφορά την προέλευσή του, απαλλάσσοντάς τον από το στίγμα του ρατσισμού, του επέτρεψε να λειτουργήσει ως ψιμύθιο του αντισημιτισμού. Δηλωτικός πλέον της εναντίωσης στην ύπαρξη του συγκεκριμένου κράτους, ο αντισιωνισμός, στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, δανείσθηκε τον εξολοθρευτικό χαρακτήρα που είχε ο δαρβινικός αντισημιτισμός.
Θέτοντας στην υπηρεσία του τα αντι-εβραϊκά, στερεότυπα, ο αντισιωνισμός δεν περιορίζεται σε μια κριτική των πολιτικών που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις του Ισραήλ, οι οποίες είναι θεμιτό να ασκούνται και από μερίδα των πολιτών αυτού του κράτους. Αντίθετα, αξιοποιώντας στο έπακρο τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών[3], επαναφέρει τη φαντασίωση περί της εβραϊκής libido dominandi. Ανεξαρτήτως της υπηκοότητάς τους, ως παγκόσμιοι σιωνιστές, μέλη μιας κακοποιού ολότητας που ελέγχει τα κέντρα εξουσίας στη Δύση, οι Εβραίοι, στο αντισιωνιστικό αφήγημα, δαιμονοποιούνται.
Ο αριστερός αντισημιτισμός
Με όχημα το Παλαιστινιακό, η αντικατάσταση του ακροδεξιού αντισημιτισμού από τον απο-φυλετικοποιημένο αντισιωνισμό κατέστησε την άκρα Αριστερά συνοδοιπόρο του γενοκτονικού ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Αυτός ο «νεο-αντισημιτισμός»[4], αφισάροντας την πλέον ευγενή μορφή ανθρωπισμού και αντιρατσιστικών αισθημάτων, λειτούργησε ως ο νέος μοχλός βίαιης εξέγερσης των κατατρεγμένων ενάντια στα όσα αντιπροσωπεύει η ένοχη δυτική τάξη πραγμάτων.
Το αποτέλεσμα αυτού του νέου επαναστατικού προτάγματος ήταν η εμφάνιση ενός ρατσισμού, το ίδιο επικίνδυνου με εκείνον που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο τωρινός ρατσισμός, αντλώντας τα διαπιστευτήριά του από την ευγενή εναντίωση στα δεινά που προξένησε στην υπόλοιπη ανθρωπότητα η αποικιοκρατική ρατσιστική Δύση –στην οποία ανήκει το Ισραήλ, ανήκουν και οι Εβραίοι εν γένει–, πλασάρεται ως αντι-ρατσισμός. Οι όροι αντιστρέφονται, δεδομένου ότι ρατσισμός πλέον θεωρείται ο αγώνας κατά των διακρίσεων στο όνομα της οικουμενικότητας. Αντίθετα, ο «γνήσιος» αντιρατσισμός υποστηρίζει το διαμελισμό της κοινωνίας σε πολιτισμικές και θρησκευτικές κοινότητες και, εν γένει, στις στεγανοποιημένες (δι-)εκδικητικές μειονότητες. Εκφράζοντας την εναντίωση στην ιμπεριαλιστική λευκότητα, ο εξ αριστερών αντισιωνισμός, ο οποίος σήμερα έχει τον πρώτο λόγο, βρήκε πρόσφορο έδαφος στο αντιδυτικιστικό, μετααποικιακό, αποικιοαποδομητικό κίνημα που ξεπήδησε από το διανοητικό ρεύμα του μεταμοντερνισμού[5]. Χέρι χέρι με τον νέο αντιρατσισμό, ο «αντισημιτοσιωνισμός»[6], προσάρμοσε, θα λέγαμε, τη σοβιετική ρητορική, ενάντια στο ιμπεριαλιστικό Ισραήλ και τους πλουτοκράτες σιωνιστές οι οποίοι διαφεντεύουν την Αμερική, στη woke εκδοχή της πάλης μεταξύ καταπιεστών και καταπιεσμένων.
Ως πολεμική in actu, η αποδόμηση, με κεντρικό της γνώρισμα την «εσπεροφοβία», δεν αρκέσθηκε στην κριτική ενάντια στα κακώς κείμενα, η οποία και αποτελεί το αποκλειστικό προνόμιο ενός πολιτισμού που δεν σταμάτησε να εξετάζει τις καθοδηγητικές αρχές του και τα πεπραγμένα του. Πηγαίνοντας πολύ πιο πέρα και με πυξίδα τη θυματοποίηση, επιδόθηκε στη μηδενιστική όσο και αυτάρεσκη καταδίκη όλης της συγκεκριμένης πολιτισμικής παράδοσης.
Έτσι, ανήγαγε τον Λόγο σε ιδεολόγημα και αντικατέστησε την αλήθεια με έναν άνευ όρων προοπτικισμό, σύμφωνα με τον οποίο η γεγονική αλήθεια παύει να αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο διαμορφώνονται οι απόψεις. Εξ αυτού, στο όνομα της μετα-αλήθειας, η έννοια της παραπληροφόρησης χάνει το νόημά της, ενώ η ορθότητα μιας άποψης δεν κρίνεται από τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν, αλλά με βάση την απροϋπόθετη λατρεία της θυματοποιημένης διαφορετικότητας και τις συναισθηματικές εξάρσεις που γεννά. Η ανενδοίαστη παράβλεψη ή διαστρέβλωση των ιστορικών συμβάντων και η άκριτη υιοθέτηση της ισλαμιστικής προπαγάνδας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στο ίδιο πλαίσιο, οι επιστημονικές αλήθειες αντιμετωπίζονται ως αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες στοχεύουν να συντηρούν τις αόρατες εξουσιαστικές μορφές καταπίεσης που δομούν την κοινωνία. Η απαξίωση της γνώσης ως κοινωνικής κατασκευής οδηγεί στην ενθρόνιση της συνωμοσιολογίας. Αναγόμενη η τελευταία σε έγκυρο τρόπο εξήγησης της ιστορικο-κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας, επιτρέπει, όπως συμβαίνει στα παραμύθια, την αδιαφορία για την αρχή της αντίφασης. Έτσι, η αντιρατσιστική, πράγματι, εναντίωση στην ιδέα της φυλής ως φορέα ψυχοπνευματικών γνωρισμάτων συνυπάρχει εδώ με μια άνευ ορίων φυλετικοποίηση, εφόσον η αντι-αποικιοκρατική καταγγελτική θεώρηση των πραγμάτων κάνει λόγο για «λευκή επιστήμη», «λευκή κουλτούρα», «λευκό άνδρα» κ.ο.κ. Μάλιστα, η «ιερή αγανάκτηση» ενάντια στη λευκότητα αναδείχθηκε το μόνο έγκυρο κριτήριο αξιολογικής διάκρισης των απόψεων.
Προς μεγάλη, λοιπόν, χαρά του Καρλ Σμιτ, η επαγγελλόμενη από τα παραπάνω πολιτική έχει προσλάβει τον χαρακτήρα της υπαρξιακής διάκρισης μεταξύ φίλου και εχθρού. Μέσω της υπαγωγής της πολιτικής των ταυτοτήτων σε έναν ουσιοποιητικό μανιχαϊσμό, αυτή η διάκριση ανάγεται τώρα στο διαχωρισμό των καλών ταυτοτήτων από τις κακές. Πρόκειται για την ηθικιστική μετάλλαξη του εχθρού σε φυλετικοποιημένο θύτη και του φίλου στα πολλαπλού είδους θύματά του. Έτσι, «πολλοί στην ‟αφυπνισμένη” Αριστερά υποβαθμίζουν το Ολοκαύτωμα, αποκαλώντας το “έγκλημα λευκών εις βάρος λευκών”» και δηλώνοντας ότι «τέτοιου είδους εγκλήματα δεν έχουν σημασία»[7]. Στη βάση της συγκεκριμένης εννόησης της πάλης μεταξύ καταπιεσμένων και καταπιεστών, κατανοείται και η ταύτιση του Ισραήλ με το ρατσιστικό ναζιστικό κράτος.
Όσο οξύμωρο κι αν είναι, μπορούμε να μιλάμε για την ανάδυση ενός «μεροληπτικού μηδενισμού», στο μέτρο που ο τελευταίος, στη σύγχρονη εκδοχή του, υποστηρίζει ότι «όλα επιτρέπονται», υπό την προϋπόθεση ότι αναφερόμαστε στα θύματα, του ιμπεριαλιστικού «φαλλο-λογο-κεντρισμού». Η παραδοξότητα εδώ συνεχίζεται, εφόσον η «παντοδυναμία» του θύματος βασίζεται στις απολυτοποιημένες επιταγές ενός ηθικισμού ο οποίος συνυπάρχει με την αδυναμία καθολίκευσης των ηθικών αξιών.
Μίσος για τη δημοκρατική Δύση
Όλα αυτά μας τα έδειξε με ανάγλυφο τρόπο ο αχαλίνωτος αντισημιτισμός που έχει επικρατήσει μετά την 7η Οκτωβρίου στη Δύση, όπου η εβραϊκή ιδιότητα έχει, και πάλι, ιδεολογικοποιηθεί, δικαιολογώντας την απροϋπόθετη εχθρότητα απέναντι στον φορέα της. Πρόκειται για εχθρότητα παραπληρωματική με την αναγωγή των «γενοκτονικής πρόθεσης εγκλημάτων»[8] που διέπραξε η Χαμάς, σε συγγνωστές πράξεις αντίστασης. Πρόκειται για μια εχθρότητα την οποία υπάγω στον ορισμό της βαρβαρότητας, στο μέτρο που αυτός παραπέμπει στην άρνηση να αναγνωρίσεις στον άλλον ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, επομένως, να τον αντιμετωπίσεις ως συνάνθρωπο. Και εδώ αναφέρομαι στην πλήρη απουσία ευαισθησίας για τους άμαχους πολίτες που βασανίσθηκαν και σφαγιάσθηκαν βάναυσα, για τους ανηλεείς βιασμούς και ακρωτηριασμούς αθώων γυναικών, για τους ομήρους, ανάμεσά τους παιδιά και βρέφη, που [κρατήθηκαν για πολλούς μήνες] στα λαγούμια της Γάζας. Σε καμία διαδήλωση δεν ακούσθηκε το αίτημα υπέρ της επιστροφής των ομήρων, καμία φεμινιστική διαμαρτυρία δεν υπήρξε ενάντια στους βιασμούς, καμία κραυγή για κατάπαυση του πυρός δεν συμπεριελάμβανε και τη μέριμνα για την ασφάλεια του ισραηλινού λαού. Eπίσης, ουδόλως δείχνει να ενοχλεί το γεγονός ότι ως «μαχητές της ελευθερίας» νοούνται τα μέλη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που ενεργούν στο όνομα μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας[9]. Άλλωστε, βλέπουμε τους ζηλωτές των ακραία χειραφετητικών πολιτικών, παρά την άοκνη προσήλωσή τους στην αστυνόμευση ενάντια στις παντοειδείς μικρο-επιθἐσεις, να παραβλέπουν το γεγονός ότι οι επιτιθέμενοι στο Ισραήλ επιβάλλουν την κατάλυση όλων των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, ενώ καταδικάζουν τις γυναίκες σε αορατότητα, καθιστώντας τις κτήμα του εκάστοτε άρρενα κηδεμόνα τους. Αντίθετα, η οποιαδήποτε έκφραση υποστήριξης προς το Ισραήλ και αλληλεγγύης στον λαό του θεωρείται απολύτως καταδικαστέα ως φασίζουσα και ισλαμοφοβική.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αντισημιτισμός των ισλαμο-εθνικιστών Παλαιστινίων, που ναζιστικοποίησε ο Χίτλερ[10], επέστρεψε στη Δύση υπό τη μορφή ενός αντισιωνισμού αλληλένδετου με ένα εξισλαμισμένο μίσος εναντίον της. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι ο αντι-εβραϊσμός άνθησε πάντα τις εποχές αμφισβήτησης του δημοκρατικού πολιτεύματος και απαξίωσης των δημοκρατικών θεσμών. Με βάση αυτή την εμπειρία, συμφωνώ απολύτως με την Anne Rosancher, η οποία, υιοθετώντας «τη μεταφορά του καναρινιού στο ορυχείο, που το χρησιμοποιούσαν ως δείκτη της επικείμενης έκρηξης αερίου», υποστηρίζει ότι «η αναζωπύρωση του αντισημιτισμού μάς προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά στην κοινωνία μας»[11].
Η μετατροπή των πάγιων εμπειρικών γνωρισμάτων ενός ατόμου σε κριτήριο αξιολόγησής του, εν προκειμένω ως θύτη ή θύματος, και η αντιμετώπισή του με βάση την ομάδα στην οποία ανήκει, δυνάμει αυτών των γνωρισμάτων, αποτελεί την πεμπτουσία της ρατσιστικής σκέψης με ή χωρίς φυλή. Έτσι, ζούμε στην εποχή που η εβραϊκή ιδιότητα δεν συνιστά εμπειρικό γνώρισμα, ανάμεσα στα άλλα, αλλά καλεί σε εχθρικές ενέργειες εναντίον του φορέα της. Είναι επομένως σαφές ότι η επιβίωση του δημοκρατικού τρόπου ζωής και των οικουμενικών αρχών που τον διέπουν εναπόκειται στην έμπρακτη στήριξή τους. Άλλωστε, απέναντι σε αυτό το τσουνάμι του αντισημιτισμού που απειλεί με κοινωνικό αποκλεισμό τους «αντιφρονούντες», οφείλω να επισημάνω ότι, όπως είπε η Χάννα Άρεντ, η πολιτική αρετή κατεξοχήν είναι το θάρρος, άρρηκτα συνδεδεμένο με την παρρησία.
[1] Vl. Jankélévitch, L’imprescriptible. Pardonner? Dans l’honneur et la dignité, Paris, Seuil, 1986, σ. 32.
[2] Βλ. και τις δηλώσεις των στελεχών και των μελών της Χαμάς: https://www.adl.org/ resources/blog/hamas-its-own-words.
[3] P.-A. Taguieff, «Les Protocoles des sages de Sion et ‟le complot sinistre mondial”», DDV, no 693 (2024), σ. 46-50.
[4] J. Givet, La Gauche contre Israel? Essai sur le néo-antisémitisme, Jean-Jacques Pauvert, Hollande 1968, εκδ. kindle empl. 30 επ.
[5] P.-A. Taguieff, Pourquoi Déconstruire. Origines philosophiques et avatars politiques de la French Theory, Paris 2022.
[6] Fr.-O. Giesbert, «Face à l’“antisémitosionisme”. Comment je suis devenu Juif», στο Revue des deux mondes, Οκτώβριος 2020, εκδ. kindle, empl.1246 επ.
[7] D. L. Bernstein, Forward by N. Sharansky, Woke Antisemitism: How a Progressive Ideology Harms Jews, Wicked Son, 2022, εκδ. Kindle, σ. 7.
[8] M. Iacub, «Antisionisme et antisémitisme, droit et histoire», 2024, σ. 1-153 και ιδίως στη σ. 19. Προσβάσιμο: https://hal.science/ hal-04659366.
[9] Ε. Young-Bruehl, «On the Origins of a New Totalitarianism», Social Research, vol. 69, no 2 (2002), 567-578, στη σ. 573 επ. Επίσης, Ιδ., Why Arendt Matters, New Ηeaven & London 2006, σ. 69 επ.
[10] P.-A. Taguieff, «L’islamo-dro-itisme, ça existe aussi», Le Point Débats, 02/11/2020. Προσβάσιμο: http://www.lepoint.fr/debats/taguieff-l-islamo-droitisme-ca-existeaussi-02-11-2020-2399030_2.php.
[11] Anne Rosencher, «Je préfère la ‟citoyenneté” au ‟vivre ensemble”», Le DDV, no 687/2022, σ. 24-27 και ιδίως στη σ. 26.
Στην αρχή του μπεστ σέλερ του που εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2004, Ο Εβραϊκός Αιώνας (The Jewish Century), ο ιστορικός Γιούρι Σλέζκιν (Yuri Slezkine) αναγγέλλει την ακόλουθη θέση:
Αν ο 20ός αιώνας έγινε ο Εβραϊκός Αιώνας, είναι μεταξύ άλλων επειδή η επιχείρηση που έκανε ο Χίτλερ να κάνει πράξη την αντίληψή του προκάλεσε την καθιέρωση των ναζί ως εκπροσώπων του απόλυτου Κακού και την επανανάδυση των Εβραίων ως οικουμενικών θυμάτων[1].
Η θέση αυτή ισοδυναμεί με μια άλλη αντίληψη, που θεωρεί ότι οι Εβραίοι επωφελήθηκαν από τη θέση του θύματος που τους προσέδωσε η διεθνής αναγνώριση της ναζιστικής γενοκτονίας των Ευρωπαίων Εβραίων. Γιατί, όπως σημειώνει ο Σλέζκιν, «η θέση του θύματος είναι ένα οικουμενικό σύμβολο αρετής»[2]. Αυτή όμως η περιγραφή που θέλει να είναι αισιόδοξη και καθησυχαστική για τον «Εβραϊκό Αιώνα» φαίνεται σήμερα ξεπερασμένη, αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων. Η αποεβραιοποίηση του νέου αιώνα που ξεκίνησε, είναι σε λειτουργία και αναδιπλασιάζεται από μία εγκληματοποίηση των Εβραίων που καθίσταται αποδεκτή από μια αντισιωνιστική προπαγάνδα της οποίας η αποτελεσματικότητα είναι αυξανόμενη, φερόμενη από τη συμπόνια για τον «παλαιστινιακό λαό», η εικόνα του οποίου είναι αυτή ενός συνόλου θυμάτων ή μαρτύρων. Αυτή η συμπόνια, ανάμεικτη με ενσυναίσθηση, παρέχει λόγους στράτευσης με διάφορους τρόπους κατά του Ισραήλ και των «σιωνιστών».
Από την απο-θυματοποίηση των Εβραίων στην εγκληματοποίησή τους
Οι Εβραίοι όλο και λιγότερο θεωρούνται θύματα και όλο και περισσότερο δήμιοι, μέχρι του σημείου να κατηγορούνται ως «γενοκτόνοι» με «σιωνιστικό» πρόσωπο. Έχασαν το μονοπώλιο της θέσης του θύματος που τους προστάτευε από τις εκφράσεις μίσους, μνησικακίας και από την επιθυμία εκδίκησης. Χωρίς να ξεχνάμε την κινητήρια δύναμη του φθόνου, που οφείλεται στο σχεδόν-μονοπώλιο της θέσης του θύματος μετά το 1945. Κάνοντας έναν πρώτο απολογισμό των ενδείξεων, των διαφορετικών ειδών συμπτωμάτων και των αναγγελτικών σημείων τα οποία, από την αρχή της δεκαετίας του 2000, επιτρέπουν να φανταστούμε το μέλλον των Εβραίων, υπάρχει κίνδυνος ο 21ος αιώνας να είναι ένας νέος αντιεβραϊκός αιώνας.
Αν είναι αλήθεια ότι, παλαιότερα, οι σιωνιστές μπορούσαν να ισχυρίζονται πως «η πραγματική συνταγή για την εβραϊκή τρωτότητα δεν προϋποθέτει όλος ο κόσμος να γίνει εβραϊκός, αλλά αντιθέτως οι Εβραίοι να γίνουν όπως όλος ο κόσμος»[3], τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η υπόσχεση εξομάλυνσης δεν πραγματοποιήθηκε, τουλάχιστον για τους εχθρούς τους. Οι Εβραίοι ξαναφόρεσαν ακόμα μια φορά τα σήματα της αρνητικής εξαίρεσής τους τα οποία ιστορικά τροφοδότησαν τις αντιεβραϊκές κινητοποιήσεις. Ήδη, τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο θυματικός ανταγωνισμός διεξήχθη σε βάρος της εικόνας των Εβραίων, που εξομοιώνονται με τους «σιωνιστές» και γίνονται αντικείμενο φαντασίωσης ως «αποικιοκράτες», «ιμπεριαλιστές» και «ρατσιστές». Η προστατευτική ισχύς της Σοά σιγά σιγά αποδυναμώθηκε, έπειτα έσβησε, ενώ η μνήμη της Νάκμπα δεν έπαψε να τροφοδοτεί ένα θυματικό φαντασιακό σφραγισμένο από μια βούληση εκδίκησης. Σε αυτή την διαδικασία μετατόπισης και υποκατάστασης, μπορούμε να δούμε μια απεικόνιση του γεγονότος ότι η αποικιοκρατία έγινε, μέσω της woke προπαγάνδας της επικεντρωμένης στην αποαποικιοποίηση και τη διατομεακότητα, το κεφαλαιώδες αμάρτημα στην καθημερινή πολιτική ηθική. Η αποικισμένη και, συνεπώς, «εκφυλετισμένη» Παλαιστίνη ενσαρκώνει στο εξής τον τύπο του κατεξοχήν θύματος, καταρχάς μέσα από μια «εθνοκάθαρση» που ξεκίνησε με τη Νάκμπα κι έπειτα με μια υποτιθέμενη «γενοκτονία» που διαπράττεται στη Γάζα.
Μετά την πρώτη Ιντιφάντα (που εξαπολύθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1987), μια διεθνής εκστρατεία οργανώθηκε κατά του Ισραήλ, ήδη θεμελιωμένη στη ναζιστικοποίηση του στόχου. Η απο-θυματοποίηση των Εβραίων ήταν καθ’ οδόν, ταυτόχρονα με την εγκληματοποίησή τους. Αυτή η «αντισιωνιστική» εκστρατεία εξαπολύθηκε εκ νέου μετά τη δεύτερη Ιντιφάντα, η οποία άρχισε στις 28 Σεπτεμβρίου 2000. Αλλά τα περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία αυτής της βίαιης εκστρατείας ήταν παρόντα από το τέλος της δεκαετίας του 1980. Συμπυκνώθηκαν στη μιντιακή εικόνα του αββά Πιέρ, «του πιο λαϊκού ανθρώπου της Γαλλίας», συνοδοιπόρου του αντισιωνιστή-αρνητιστή Ροζέ Γκαρωντύ[4], στον οποίο οφείλουμε την εμβληματική διατύπωση της κατηγορίας: «Παρατηρώ ότι μετά την συγκρότηση του κράτους τους, οι Εβραίοι, από θύματα, έγιναν δήμιοι»[5]. Παρουσιαζόμενο με διαστροφικό τρόπο ως παρατήρηση, αυτό το μήνυμα κατηγορίας που εξαπολύθηκε το 1991 επαναλήφθηκε έκτοτε άπειρες φορές υπό διαφορετικές μορφές, κυρίως από μιντιακές πεοσωπικότητςες που σήμερα δεν υπάρχουν, όπως ο Στεφάν Εσσέλ (Stéphane Hessel), ο Εντγκάρ Μορέν ή ο Ντέσμοντ Τούτου[6]. Στην διάρκεια των τριών δεκαετιών που ακολούθησαν, η κατηγορία αποπεριθωριοποιήθηκε πλήρως, σε σημείο να μετασχηματισθεί σε ιδεολογική προφάνεια αποτελώντας μέρος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Και οι «δήμιοι» πήραν τη μορφή των «γενοκτόνων».
Τα μαθήματα του Ροζέ Γκαρωντύ και του αββά Πιέρ
Οι κατηγορίες κατά του Ισραήλ από τους ριζοσπάστες «αντισιωνιστές» (εκείνους οι οποίοι ονειρεύονται να καταστρέψουν το εβραϊκό κράτος) θεμελιώνονται συχνά σε μια πολεμική χρήση εβραϊκών θρησκευτικών κειμένων τα οποία διαβάζονται με σημερινά μάτια. Ο στόχος, για παράδειγμα, είναι να νομιμοποιηθεί η εξομοίωση του μυθικού προσώπου του Ιησού του Ναυή με τον Χίτλερ, πρόσωπο ιστορικό (αλλά και μυθοποιημένο). Έτσι, οι «αντισιωνιστές» πολεμιστές και προπαγανδιστές αποσκοπούν να δικαιολογήσουν τη θέση σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι έχουν μια πανάρχαια τάση στη γενοκτονία των μη εβραϊκών πληθυσμών, πράγμα που καθιστά τους Εβραίους γεννημένους εγκληματίες.
Αυτόν τον τύπο ειδικού συλλογισμού, ο οποίος ουσιοποιεί και εγκληματοποιεί «τους Εβραίους», τον συναντάμε σε πολλούς συγκαιρινούς συγγραφείς – στη Γαλλία, οι διασημότεροι ήσαν ο αββάς Πιέρ και ο Ροζέ Γκαρωντύ. Το 2004, με την ίδια στόχευση, ο ακροαριστερός διανοούμενος Λουί Σαλά-Μολάνς (Louis Sala-Molins) δημοσίευσε ένα λιβελογράφημα με τίτλο πέραν πάσης αμφισημίας: Το Κόκκινο Βιβλίο του Γιαχβέ [ Le Livre rouge de Yahvé], που ισοδυναμεί με ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον εβραϊσμό[7]. Αρχίζει ως εξής:
Από την πρώτη λέξη της Τορά μέχρι την τελευταία του Βιβλίου του Ιησού του Ναυή, ο Γιαχβέ οδηγεί την υπόθεσή του: από τη δημιουργία του κόσμου ώς την εγκατάσταση των Ισραηλιτών, των παραχαϊδεμένων του, σε όχι και λίγα εκτάρια στα ανατολικά του Ιορδάνη και σε όλο το δυτικό μέρος του ποταμού μέχρι τη θάλασσα, περιλαμβανομένης της λωρίδας της Γάζας. Είναι η «γη Ισραήλ» (“eretz Israël”) για την οποία μιλάνε ακόμα οι τωρινοί Ισραηλινοί σε απευθείας σύνδεση με τους Ισραηλίτες τού τότε. Τόσο το χειρότερο για τους Χαναναίους και τους Φιλισταίους τού τότε, τόσο το χειρότερο για τους Παλαιστίνιους τού σήμερα.[8]
Όσο για τους «υιούς του Ιακώβ», ταυτοποιούνται από τον καθηγητή πανεπιστημίου ως «οι πρώτοι γενοκτόνοι της ισραηλιτικής γενεαλογίας»[9]. Με δυο λόγια, «το Ισραήλ είναι η πηγή της βαρβαρότητας την οποία αφηγείται η Τορά»[10].
Η γενοκτονική διδασκαλία της Βίβλου, σύμφωνα με τον Ροζέ Γκαρωντύ και τον αββά Πιέρ, αρχίζει με ένα μάθημα για τον Ιησού του Ναυή, που παρουσιάζεται ως ο πρώτος γενοκτόνος κατακτητής:
Ο όρος «γενοκτονία», σε όλα τα λεξικά, έχει ένα ακριβές νόημα. Το Λαρούς δίνει, για παράδειγμα, αυτόν τον ορισμό: «Γενοκτονία. Μεθοδική καταστροφή μιας εθνοτικής ομάδας μέσα από την εξόντωση των ατόμων της». Αυτός ο ορισμός δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατά γράμμα παρά στην περίπτωση της κατάκτησης της Χαναάν από τον Ιησού του Ναυή, όπου μας λέγεται για κάθε κατακτημένη πόλη: «δεν έμεινε επιζών κανένας τους» (για παράδειγμα, στους Αριθμούς XXI, 35).[11]
Το θέμα της κατηγορίας επαναλαμβάνεται από τον αββά Πιέρ σε ένα γράμμα προς τον Ροζέ Γκαρωντύ με ημερομηνία 15 Απριλίου 1996: «Αλλά με τον ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΗ, ανακάλυψα (βέβαια διηγημένο αιώνες μετά το γεγονός) πώς πραγματοποιήθηκε μια πραγματική “Σοά” σε κάθε υπαρκτή ζωή στη “Γη της Επαγγελίας”»[12]. Και στις δύο περιπτώσεις, η ταύτιση ανάμεσα στη μυθικο-θρησκευτική και την ιστορικο-πολιτική διάσταση παίζει το ρόλο ενός οπερατέρ διαβολοποίησης του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ.
Στις 27 Μαρτίου 1993, στη διάρκεια μιας συζήτησης με τον Μπερνάρ Κουσνέρ, ο αββάς Πιέρ προσέγισε με τον ακόλουθο τρόπο το ζήτημα της «Γης της Επαγγελίας»: «Τι απομένει από μία επαγγελία όταν το επαγγελλόμενο το αρπάζουμε σκοτώνοντας με πραγματικές γενοκτονίες τους λαούς που κατοικούσαν ειρηνικά εκεί, πριν αυτοί εισέλθουν; […] Όταν ξαναδιαβάζουμε το βιβλίο του Ιησού του Ναυή, είναι τρομακτικό! Είναι σειρά γενοκτονιών, της μιας ομάδας μετά την άλλη, για να διασφαλίσουν την κατοχή! Λοιπόν, παρατήστε μας με τα σχετικά περί της Γης της Επαγγελίας!»[13] Έτσι, η ιστορία του εβραϊκού λαού μεταμορφώνεται σε μια μακρά διαδοχή «βάρβαρων επεισοδίων»[14], με χρονολογικά τελευταίο τη «γενοκτονία των Παλαιστινίων της Γάζας».
Καταγγέλλοντας τον «σιωνισμό» ως ένοπλο βραχίονα του «παγκόσμιου εβραϊσμού»
Αυτό που έχουν κατά νου οι «αντισιωνιστές» είναι ένα μείγμα μύθων κατηγορίας διαφορετικών προελεύσεων, με στόχο τον «σιωνισμό» και το Ισραήλ. Προσδιορισμένος ως ο απόλυτος εχθρός, «ο σιωνισμός» αποτελεί παίγνιο αόριστων και αντιφατικών ορισμών, οι παραλλαγές των οποίων εξαρτώνται από τα συμφέροντα και τα πάθη τα οποία κυριαρχούν στη μια ή στην άλλη κοινωνικο-ιστορική συγκυρία. Αυτό που οι «αντισιωνιστές» εννοούν με τη λέξη «σιωνισμός», αποκλειστικά πολεμικής χρήσης, δεν σχετίζεται τόσο με το νόημα αυτού του τελευταίου όσο με τη διαβολοποιητική ισχύ του υποτιθέμενου γνωστού φαινομένου για τον απωθητικό του χαρακτήρα. Η πλέον διαδεδομένη αναπαράσταση του «σιωνισμού», εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο εμφανίζεται σε ένα σαουδαραβικό σχολικό εγχειρίδιο υπό την ακόλουθη διατύπωση: «Ο σιωνισμός [...] αποτελεί τον επίσημο εκτελεστικό μηχανισμό του παγκόσμιου εβραϊσμού»[15]. Αν ο «σιωνισμός» είναι ο ένοπλος βραχίονας του «παγκόσμιου εβραϊσμού», τότε αυτός ο τελευταίος μπορεί να γίνει αντικείμενο φαντασίωσης ως δυναμικής και πλανητικής έκτασης οργάνωση, σύμφωνα με το μοντέλο του χταποδιού («με τα αναρίθμητα πλοκάμια») που η ιδεολογία του προσανατολίζει τις καταδικαστέες «σιωνιστικές» πρακτικές.
Συνεπώς, πίσω από τον «σιωνισμό» πρέπει να βλέπουμε τον «εβραϊκό κίνδυνο». Γιατί ο «σιωνισμός», διευκρινίζει ένα άλλο σαουδαραβικό σχολικό εγχειρίδιο, είναι «ένα φαινόμενο ρατσιστικού και επιθετικού εθνικισμού που παίρνει το χαρακτήρα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, η οποία είναι [ένας τύπος] δυτικού ιμπεριαλισμού»[16]. Ρατσισμός και αποικιοκρατία: πράγματι, αυτά είναι τα δύο βασικά θέματα για την κατηγορία της «αντισιωνιστικής» προπαγάνδας. Έτσι, οριζόμενος και εγκληματοποιούμενος, ο «σιωνισμός» ανάγεται, για τους κατηγόρους του, σε μια ιστορική εκδήλωση της διιστορικής ή «αιώνιας» φύσης των Εβραίων, ένα από τα διακριτά χαρακτηριστικά των οποίων είναι το «μίσος για το ανθρώπινο είδου», το οποίο προϋποθέτει κακία και ωμότητα: «Οι Εβραίοι είναι η κακία στην ίδια της την ουσία»[17]. Αν στα μάτια των «αντισιωνιστών» ο σιωνισμός αποτελεί μια μορφή ρατσισμού, αυτό συμβαίνει επειδή είναι μια από τις σύγχρονες εκδηλώσεις του «εβραϊκού ρατσισμού»[18], ενός ρατσισμού που εντοπίζεται στην καρδιά του εβραϊσμού.
Ας επιστρέψουμε στη Γαλλία, όπου η πλειονότητα των αντισιωνιστών ήταν για μεγάλο διάστημα, πριν ο εξισλαμισμός της «παλαιστινιακής υπόθεσης» καταστεί ιερή υπόθεση, το φαινόμενο των ακροαριστερών κύκλων που αυτοχαρακτηρίζονται «προοδευτικοί», «ουμανιστές» και υπερασπιστές της κοσμικότητας. Στο βιβλίο του Οι Δαίμονές μου (Mes démons), δοκίμιο που εκδόθηκε το 1994, ο Εντγκάρ Μορέν εκθέτει με μια ορισμένη επιθετικότητα την εγγενώς αρνητική αντίληψή του για τον σιωνισμό και το Ισραήλ, αξεχώριστη από την απόρριψη της εβραϊκής του ταυτότητας[19], την οποία ανάγει σε μια μισαλλόδοξη μορφή αυτο-εγκλεισμού, εκμυστηρευόμενος ότι έχει πλέον «απηυδήσει με τον περιούσιο λαό»[20], και επίσης δεν κρύβει την απόρριψή του για τη «λατρεία της μνήμης της Σοά»: «Είμαι ξένος σε κάθε ιδέα περί περιούσιου λαού και να δικαιολογώ την περιουσιότητα μέσω της ιερής αποστολής του Ισραήλ, μου φαίνεται κωμική ιδέα. […] Το να ορίζω το εβραϊκό έθνος μέσα από την κατάκτηση μιας ξένης επαγγελλόμενης γης με κάνει να αισθάνομαι απέχθεια»[21]. Και διευκρινίζει, ως «κοσμικός», τι είναι αυτό το «απεχθές»: «Το κλείσιμο στον εαυτό, η μιαρότητα των μη-εβραίων, το αίσθημα της ανωτερότητας της περιουσιότητας, οι θεϊκές αιτιολογήσεις για κάθε βιαιοπραγία στην κατάκτηση της γης της επαγγελίας»[22]. Ο μετα-θυματικός μετασχηματισμός της εικόνας του Εβραίου έγινε σαφής στη διάρκεια της δεκαετίας του 1975-1985:
Η εικόνα του Γαλλο-εβραίου του μεταπολέμου, αναγνωρισμένου ουσιαστικά ως αθώο θύμα μιας γενοκτονικής επιχείρησης το οποίο έγινε ένα ελεύθερο ον σε μια ελεύθερη κοινωνία, αργά αργά εξαλείφθηκε προς όφελος ενός κοινοτικού όντος, εκπροσωπούμενου από κοσμικούς και θρησκευτικούς θεσμούς, όλοι δεμένοι με έναν ομφάλιο λώρο με το Ισραήλ, που έχουν αφιερωθεί στην απροϋπόθετη υπεράσπιση όχι πλέον του Ισραήλ που απειλείται από τους γείτονές του, αλλά του Ισραήλ νικητή, κυριαρχικού, φορέα προσάρτησης, εισβολέα.[23]
Το αντιρατσιστικό φαντασιακό κινητοποιείται από τον αντισιωνιστή διανοούμενο μέσω επισφαλών αναλογιών που παρέχονται από την κοινωνικο-οικονομική ιστορία (τις εκστρατείες κατά του αντινεγκρικού ρατσισμού της Νότιας Αφρικής): «Ο κοινοτικός σιωνισμός και ο σοσιαλισμός των θεμελιωτών καταβροχθίστηκαν από μια “ομαλή” κοινωνία, η οποία είναι σε διαδικασία να κατασπαραχθεί από τον εθνικισμό και από μια νέα αποικιοκρατία. Η Τσαχάλ, εργαλείο επιβίωσης του Ισραήλ, έγινε η λύση για κάθε πρόβλημα. Οδεύουμε προς μια νέου τύπου “νοτιοαφρικανοποίηση”»[24]. Κατηγοριοποιώντας το Ισραήλ ως ρατσιστικό κράτος, ο Μορέν καλεί να γυρίσουμε τη σελίδα της «μνήμης της Σοά», η οποία καταγγέλλεται ως ένα είδος όπιου του ισραηλινού λαού, που νανουρίζεται από μια θυματική βία η οποία του κρύβει την πραγματικότητα:
Η φρικτή γενοκτονική διαδικασία του 1942-1945 δεν οδηγεί στο να ιεροποιείται το κράτος του Ισραήλ το 1989. Η Σοά δεν πρέπει να θέλει να πει ότι οφείλουμε να εξακολουθούμε να θεωρούμε θύματα εκείνους οι οποίοι πυροβολούν με σφαίρες παιδιά Παλαιστινίων που εκτοξεύουν πέτρες, καθώς και αυτούς οι οποίοι επιδοκιμάζουν αυτούς τους φόνους. Εκείνοι η εβραϊκή ιδιαιτερότητα των οποίων τους οδήγησε να αισθάνονται αλληλέγγυοι με όλους των διωκόμενους, βλέπουν σήμερα τους εαυτούς τους τραγικά αντιμέτωπους με ένα εθνικιστικό, κυριαρχικό, αλαζονικό, κατασταλτικό Ισραήλ το οποίο αναπόφευκτα θα παρασυρθεί σε μια μοιραία απόκλιση για τους γείτονές του και το ίδιο, αν εσωτερικές και εξωτερικές παρεμβάσεις δεν συνεργασθούν για να σταματήσουν αυτή τη διαδικασία.[25]
Ορισμένοι διανοούμενοι στρατευμένοι στην Αριστερά υιοθετούν μια κριτική πολιτικοποίησης της αναφοράς στη Σοά, που προϋποθέτει τη «λατρεία της μνήμης της Σοά», ενδεικτικά π.χ. είναι όσα έχει πει ο Γεχούντα Ελκανά (Yehuda Elkana) για το «δικαίωμα στην λήθη» σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην [εφημερίδα] Le Monde στις 8 Απριλίου 1994[26]: «Αυτό που αμφισβητώ, είναι να μετατρέπουμε τη Σοά σε μηχανή πολιτικού πολέμου. Η λατρεία της γενοκτονίας, ιδιαίτερα από εκείνους οι οποίοι δεν την έζησαν, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να προκαλεί μια αφόρητη εβραϊκή ηθική ύβρι. Χειρότερα, περιόρισε κάθε δημιουργικότητα, υποκαθιστώντας την από μια αλαζονεία η οποία έχει την αξίωση να νομιμοποιείται στη διαιώνιση του διωγμού». Ένα από τα πρωταρχικά επιχειρήματα που προβάλλονται από τους Ισραηλινούς επικριτές, που τα οικειοποιούνται οι Άραβες αντισιωνιστές προπαγανδιστές και οι Δυτικοί αριστεριστές, είναι ότι ο μνημονικός μαχητισμός τροφοδοτεί έναν εβραιοκεντρισμό και μια παρανοϊκή αντίληψη του κόσμου, τον «πανεχθρισμό» (από την ελληνική λέξη «εχθρός») –ταυτοποιημένος παλαιότερα από τον Μαξίμ Ροντενσόν (Maxime Rodinson[27])–, οι συνέπειες του οποίου είναι επικίνδυνες για τους Ισραηλινούς και γενικότερα για τους Εβραίους. Αντί να εκπαιδεύει στην αρετή της δικαιοσύνης, ενσταλάζει μία ακόρεστη επιθυμία εκδίκησης:
Δεν ξέρω αν το Ισραήλ είχε πραγματικά ανάγκη τη δίκη του Άιχμαν. Αυτό όμως που ξέρω είναι ότι αυτή η δίκη μάς προξένησε θεαματικές ζημιές. Αφύπνισε μέσα μας το πνεύμα της εκδίκησης. Χειρότερα, έδωσε την ψευδαίσθηση ότι αυτή η εκδίκηση ήταν δυνατή. Για εμένα, οι επισκέψεις των μαθητών λυκείου, που τα ισραηλινά σχολεία διοργανώνουν σήμερα στο Άουσβιτς, είναι παράλογες. Προκαλούν ηθικές καταστροφές. Ενισχύουν στους νέους την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος είναι εναντίον τους. Με αυτή τη λατρεία της μνήμης, το Ισραήλ είχε, επιπλέον, μια άκρως επιβλαβή επιρροή σε όλες τις εβραϊκές κοινότητες.[28]
Μια σύνοψη «αντισιωνιστικής» κατήχησης
Σε ένα συλλογικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 3 Ιουνίου 2002, με τίτλο «Ισραήλ-Παλαιστίνη: ο καρκίνος», γραμμένο επί της ουσίας από τον Εντγκάρ Μορέν, βρίσκουμε μια περίληψη της νέας «αντισιωνιστικής» κατήχησης, αδιακρίτως «αντισιωνιστικής», αντι-ισραηλινής και αντιεβραϊκής, αυτής του αρχόμενου 21ου αιώνα:
«Στον καταπιεσμένο του χθες, ο καταπιεστής του σήμερα», έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ. Το Ισραήλ παρουσιάζεται ως ο εκπρόσωπος των εβραίων θυμάτων ενός διωγμού αιώνων μέχρι την επιχείρηση της ναζιστικής εξόντωσης […]. Είναι η συνείδηση ότι ήταν θύμα η οποία επιτρέπει στο Ισραήλ να γίνει ο καταπιεστής του παλαιστινιακού λαού. Η λέξη «Σοά», η οποία καθιστά μοναδικό το εβραϊκό θυματικό πεπρωμένο και κοινοτοποιεί όλα τα άλλα (του γκουλάγκ, των Τσιγγάνων, των σε καθεστώς δουλείας Μαύρων, των Ινδιάνων της Αμερικής), γίνεται η νομιμοποίηση μιας αποικιοκρατίας, ενός απαρτχάιντ και μιας γκετοποίησης για τους Παλαιστίνιους.[29]
Επαναλαμβάνεται, εδώ, και αναπτύσσεται η αντίληψη του αββά Πιέρ:
Δυσκολεύεται κανείς να φαντασθεί ότι ένα έθνος φυγάδων, βγαλμένο μέσα από τον μακροβιότερο διωγμό στην ιστορία της ανθρωπότητας, έχοντας υποστεί τις χειρότερες ταπεινώσεις και τη χειρότερη περιφρόνηση, θα ήταν ικανό να μεταβληθεί μέσα σε δυο γενιές σε «λαό κυριαρχικό και αλαζονικό» και, με την εξαίρεση μιας θαυμαστής μειοψηφίας, σε λαό περιφρονητικό που ευχαριστείται να ταπεινώνει.
Και ο εγκληματοποιητικός ισχυρισμός σημαδιακά επαναλαμβάνεται, σαν εμμονικό θέμα:
Και να ’μαστε στο απίστευτο παράδοξο. Οι εβραίοι του Ισραήλ, απόγονοι των θυμάτων ενός απαρτχάιντ που ονομάσθηκε γκέτο, γκετοποιούν τους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι οι οποίοι ταπεινώθηκαν, περιφρονήθηκαν, διώχθηκαν, διώκουν τους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι οι οποίοι ήταν θύματα μιας ανελέητης τάξης επιβάλλουν τη δική τους ανελέητη τάξη στους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι θύματα της απανθρωπότητας επιδεικνύουν μια τρομακτική απανθρωπότητα.
Η συμβολική αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, στην πολιτική που ακολουθείται από ορισμένες ισραηλινές κυβερνήσεις, οι οποίες, για να αντιμετωπίσουν την πραγματική «υπαρξιακή απειλή» κατά του εβραϊκού κράτους, φαίνονται να στρατεύονται σε έναν ολικό πόλεμο μη διακρίνοντας με σαφήνεια τις ένοπλες ομάδες από τον άμαχο πληθυσμό. Αυτό όμως που συχνά συγχωρείται σε ορισμένα κράτη τα οποία προβαίνουν σε μαζικούς βομβαρδισμούς προξενώντας παράπλευρες απώλειες δεν συγχωρείται στο Ισραήλ, συνηθισμένο θύμα τού «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Η «προκατάληψη επιβεβαίωσης της υπόθεσης» λειτουργεί κατά του Ισραήλ, η κυρίαρχη εικόνα του οποίου δομείται σήμερα από αρνητικά στερεότυπα.
Κοινοτοποίηση της κατηγορίας της «γενοκτονίας» μετά την 7η Οκτωβρίου
Η μιμητική αντιπαλότητα γέννησε ένα τέρας: τον αιματηρό «σιωνιστή» ή τον ισραηλινό «γενοκτόνο», μείζονα απωθητική φιγούρα η οποία διαδόθηκε παγκοσμίως μετά την 7η Οκτωβρίου, ώστε να καταστεί βάση πολεμικής αναγωγής όλων των Εβραίων, με την εξαίρεση εκείνων οι οποίοι προέβησαν σε δήλωση υποστήριξης σε κάποια ισλαμο-παλαιστινιστική ομάδα εγκωμιαζόμενη ως «αντιστασιακή» συλλογικότητα – οι νέοι «καλοί Εβραίοι», που αποτελούν τη «θαυμαστή μειοψηφία», εκθειαζόμενη από τον Μορέν και τους πιστούς κονδυλοφόρους του.
Τον Νοέμβριο του 2025, η κοινωνιολόγος Ντομινίκ Σναπέρ (Dominique Schnapper) έκανε την ακόλουθη, ορθή και ανησυχητική, παρατήρηση: «Οι προοπτικές του διατομεακού και μετα-φεμινιστικού κινήματος μετέτρεψαν τον Εβραίο σε πρώτο εκπρόσωπο του “Αρσενικού, Λευκού, Κυριαρχικού ”, στον απόλυτο εχθρό. Οι εβραίοι φοιτητές κρύβουν τα ορατά σημεία της εβραϊκότητάς τους γιατί φοβούνται»[30]. Κατά πρώτο λόγο, το ζήτημα τίθεται στον κόσμο του πανεπιστημίου, στο εσωτερικό του οποίου οι διδάσκοντες και οι φοιτητές που προσλαμβάνονται ως Εβραίοι είναι όλο και περισσότερο αντικείμενο διακρίσεων, μποϋκοτάζ, ύβρεων, απειλών[31]. Δεν πρέπει να αρνούμαστε να υποδεικνύουμε τις πρακτικές συνέπειες της εγκληματοποίησης των Εβραίων, οι οποίοι «αντιμετωπίζουν σειρά ατιμωτικών εξομοιώσεων που μπορούν να συνοψισθούν έτσι: Εβραίοι = σιωνιστές = Ισραηλινοί = οπαδοί της πολιτικής του Νετανιάχου = γενοκτόνοι ». Αλλά αν οι Εβραίοι αναγνωρίζονται ως «γενοκτόνοι», τότε «όλα τα μέτρα που υιοθετούνται εναντίον τους είναι νόμιμα»[32].
Στη νέα διεθνή θυματική τάξη, οι διαβολοποιημένοι κατηγορούμενοι δεν είναι πλέον οι «νεο-ναζί» ή οι «αντισημίτες» οι θεωρούμενοι ότι κατακλύζουν τα καταραμένα εδάφη της «άκρας Δεξιάς», αλλά οι «σιωνιστές» και ευρύτερα οι υποτιθέμενοι φιλο-ισραηλινοί «Εβραίοι», που καταγγέλλονται ως οι «νέοι ναζί». Ο νέος υποδεικνυόμενος εχθρός από τους «προοδευτικούς», τους «αντιφασίστες» και τους «αντιρατσιστές» του σήμερα, όλοι στρατευμένοι στην «παλαιστινιακή υπόθεση», μπορεί στο εξής να χαρακτηρίζεται «εβραιο-ναζί»[33]. Η αγιοποίηση του παλαιστινιακού θύματος υπήρξε το πρωταρχικό εργαλείο της ναζιστικοποίησης των Εβραίων.
Ναζιστικοποιώντας τον εχθρό: μετ’ επιστροφής
Υπάρχει, εδώ, μια αντιεβραϊκή αντιστροφή ενός πολεμικού επιχειρήματος που χρησιμοποιήθηκε από τους ίδιους τους Εβραίους, ιδιαίτερα από τους Ισραηλινούς, για να απαξιώσουν ριζικά τους εχθρούς τους. Πρέπει εδώ να θυμίσουμε ότι η αντισιωνιστική άκρα Αριστερά, στο Ισραήλ όπως και αλλού, στο όνομα της αναζήτησης «της ειρήνης», είχε καταγγείλει τη ναζιστικοποίηση του αντιπάλου ή του εχθρού από τους Ισραηλινούς υπό την επιρροή του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ο οποίος, το 1951, είχε δηλώσει, έχοντας κατά νου τις αντιεβραϊκές δράσεις του «Μεγάλου Μουφτή» της Ιερουσαλήμ[34], «αυτού του ναζί ηγέτη των Αράβων»: «Δεν θέλουμε οι άραβες ναζί να έλθουν να μας σφάξουν!»[35].
Ο Χατζ Αμίν αλ-Χουσεϊνί, ο «Μεγάλος Μουφτής της Ιερουσαλήμ», είχε, όντως, δηλώσει, στις 2 Νοεμβρίου 1943, ενώ βρισκόταν στην χιτλερική Γερμανία από τις 6 Νοεμβρίου 1941: «Ο Αλλάχ θέλησε να μην υπάρξει καθεστηκυία τάξη για τους Εβραίους και να μην έχουν κράτος». Την 1η Μαρτίου 1944, στη ραδιοφωνική εκπομπή του από το ναζιστικό ραδιόφωνο στο Βερολίνο, ο Αλ-Χουσεϊνί, επιθυμώντας να επεκταθούν στη Μέση Ανατολή οι μαζικές εξοντώσεις οι καθοδηγούμενες από τους ναζί, παρότρυνε τους Άραβες μουσουλμάνους στο φόνο των Εβραίων στο όνομα του Αλλάχ:
Άραβες, εγερθείτε σαν άνδρες και πολεμήστε για τα ιερά σας δίκαια. Σκοτώστε τους Εβραίους όπου τους βρίσκετε. Αυτό ευχαριστεί το Θεό, την Ιστορία, τη θρησκεία. Αυτό σώζει την τιμή σας. Ο Θεός μαζί σας.[36]
Η αριστερή ισραηλινή ιστορικός Ίντιθ Ζέρταλ (Idith Zertal) θυμίζει τη σημασία και την επαναφορά αυτής της ναζιστικοποίησης του αραβο-μουσουλμάνου αντιπάλου στον μαχητικό ισραηλινό λόγο: «Η ναζιστικοποίηση του αντιπάλου, όποιος και αν είναι ο αντίπαλος, και η μετατροπή των απειλών ασφάλειας σε κίνδυνο ολικής εκμηδένισης του κράτους, φαίνεται ότι έχουν χαρακτηρίσει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τις τροπικότητες του εκφερόμενου λόγου από τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ελίτ του Ισραήλ»[37]. Όμως, έναντι των ναζί, δεν διαπραγματευόμαστε, μπαίνουμε σε πόλεμο. Αυτό είναι το πρακτικό συμπέρασμα που οι ισραηλινοί πασιφιστές δεν έπαψαν να καταγγέλλουν. Οι αντίπαλοί τους τους εξέλαβαν αναπόφευκτα ως δειλούς ή ως προδότες. Το ζήτημα όμως δεν σταματά να τίθεται: από ποια πλευρά βρίσκεται ο πολιτικός ρεαλισμός; Όπως και να ’χει, η επιχειρούμενη διαίρεση του ισραηλινού πληθυσμού σε δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα αφορά την αντίληψη περί εχθρού: υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν ότι πρέπει και μπορούν να διαπραγματευθούν με τον εχθρό, και οι άλλοι.
μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος
Το άρθρο του φιλόσοφου και ιστορικού των ιδεών, Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, με τίτλο: «Du «Siècle juif» au siècle antijuif?», δημοσιεύθηκε στη γαλλική ηλεκτρονική πολιτική επιθεώρηση Telos-eu (28/6/2026), https://www.telos-eu.com/fr/du-siecle-juif-au-siecle-antijuif.html

Mάιος 1944, Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Διαλογή γυναικών εβραϊκής καταγωγής από την Ουγγαρία, αμέσως μετά την άφιξη τρένου στο στρατόπεδο. Η ανθρωπότητα και οι Εβραίοι θυμούνται τη Σοά και τη γενοκτονική πολιτική του ναζισμού εναντίον της εβραϊκής ταυτότητας. Σοβαρή μερίδα της αριστερής διανόησης στον δυτικό κόσμο, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι η λέξη «Σοά» καθιστά μοναδικό το εβραϊκό θυματικό πεπρωμένο, το οποίο νομιμοποιεί «μια αποικιοκρατία, ένα απαρτχάιντ και μια γκετοποίηση για τους Παλαιστίνιους».
Bundesarchiv, Bild 183-N0827-318 / CC-BY-SA 3.0
[1] Yuri Slezkine, Le Siècle juif [2004], γαλλ. μετ. Marc Saint-Upéry, Παρίσι, La Découverte, 2009, σ. 9.
[2] Στο ίδιο, σ. 394.
[3] Στο ίδιο, σ. 8.
[4] Βλέπε Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, Παρίσι, Éditions Mille et une nuits, 1996ˑ Pierre-André Taguieff, « L’abbé Pierre et Roger Garaudy. Négationnisme, antijudaïsme, antisionisme », Esprit, τχ. 224, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1996, σ. 205-216.
[5] Abbé Pierre, στο La Vie, τχ. 2378, 29 Μαρτίου 1991 (συνέντευξη). Βλέπε Pierre-André Taguieff, Les Protocoles des Sages de Sion. Faux et usages d’un faux, νέα αναθεωρημένη έκδοση, Παρίσι, Berg International/Fayard, 2004, σ. 229-230.
[6] Pierre-André Taguieff, Une France antijuive ? Regards sur la nouvelle configuration judéophobe. Antisionisme, propalestinisme, islamisme, Παρίσι, CNRS Éditions, 2015, σ. 74 επ.
[7] Louis Sala-Molins, Le Livre rouge de Yahvé, Παρίσι, La Dispute / Snédit, 2004.
[8] Στο ίδιο, σ. 7.
[9] Στο ίδιο, σ. 236.
[10] Στο ίδιο, σ. 243. Βλέπε Pierre-André Taguieff, Criminaliser les Juifs. Le mythe du «meurtre rituel» et ses avatars (antijudaïsme, antisémitisme, antisionisme), Παρίσι, Hermann, 2020, σ. 333-334.
[11] Roger Garaudy, Les Mythes fondateurs de la politique israélienne, Παρίσι, La Vieille Taupe, Δεκέμβριος 1995, σ. 136-137ˑ επανεκδ., 1996, σ. 152ˑ νέα έκδ. επαυξημένη, Βηρυττός, Al Fihrist, 1998, σ. 217. Βλέπε Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 6-7.
[12] Abbé Pierre, 15 Απριλίου 1996ˑ γράμμα που παρατίθεται από τον Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 7.
[13] Abbé Pierre, 27 Μαρτίου 1993ˑ παρατίθεται από τον Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 11.
[14] Louis Sala-Molins, Le Livre rouge de Yahvé, ό.π., σ. 243.
[15] Hadîth et culture islamique, τάξη της 2ας, 2001, σ. 101ˑ παρατίθεται στο CMIP, La Démocratie en danger. L’enseignement scolaire saoudien, αποσπάσματα από σχολικά εγχειρίδια μεταφρασμένα και παρουσιασμένα από τον Arnon Groiss, πρόλογος από τον Antoine Sfeir, Παρίσι, Berg International, 2004, σ. 103.
[16] Biographie du Prophète et Histoire de l’État musulman, τάξη της 2ας, 2001, σ. 90ˑ αναφέρεται στο CMIP, στο ίδιο, σ. 101.
[17] Exercice de langue. Faciliter les règles de la langue arabe, τάξη της 3ης, 2ο μέρος, 1999, σ. 24ˑ αναφέρεται στο CMIP, στο ίδιο, σ. 80. Γι’ αυτό το θέμα κατηγορίας, βλέπε Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Modernes. Des Lumières au Jihad mondial, Παρίσι, Éditions Odile Jacob, 2008, σ. 250 επ.
[18] Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Modernes, ό.π., σ. 340 επ.
[19] Βλέπε Edgar Morin, στο ραδιόφωνο της France Culture, εκπομπή «À voix nue», σειρά συνομιλιών που ξεκίνησε στις 24 Ιανουαρίου 2000: « Ποτέ δεν θέλησα να αφεθώ να προσδιορισθώ από την εβραϊκή μου ταυτότητα».
[20] Edgar Morin, Mes démons, Παρίσι, Stock, 1994, σ. 165.
[21] Στο ίδιο, σ. 156.
[22] Στο ίδιο, σ. 157.
[23] Στο ίδιο, σ. 160. Ο Μορέν γράφει «εβραίος» και όχι «Εβραίος». Το εξηγεί αλλού. Βλέπε Edgar Morin, «Juif: adjectif ou substantif», Le Monde, 11 Οκτωβρίου 1989, https://www.lemonde.fr/archives/article/1989/10/11/point-de-vue-juif-adjectif-ou-substantif_4127587_1819218.html.
[24] Edgar Morin, Mes démons, ό.π., σ. 174.
[25] Στο ίδιο, σ. 175.
[26] « La leçon iconoclaste du professeur Elkana » (συνέντευξη), 8 Απριλίου 1994, https://www.lemonde.fr/archives/article/1994/04/08/debats-shoah-la-lecon-iconoclaste-du-professeur-elkana_3827039_1819218.html. Ο Εντγκάρ Μορέν στο Mes démons (ό.π., σ. 164, σημείωση 1), παραθέτει και επιδοκιμάζει τη θέση του Ελκανά.
[27] Maxime Rodinson, «Quelques thèses critiques sur la démarche poliakovienne», στο Maurice Olender (επιμ.), Pour Léon Poliakov. Le Racisme, mythes et sciences, Βρυξέλλες, Éditions Complexe, 1981, σ. 318.
[28] «La leçon iconoclaste du professeur Elkana», ό.π.
[29] Edgar Morin, Sami Naïr & Danièle Sallenave, «Israël-Palestine: le cancer», 3 Ιουνίου 2002, https://www.lemonde.fr/archives/article/2002/06/03/israel-palestine-le-cancer-par-edgar-morin-sami-nair-et-daniele-sallenave_278484_1819218.html. Στα παρατιθέμενα αποσπάσματα σέβομαι την ορθογραφική επιλογή των συνυπογραφόντων: «εβραίο(ι)» και όχι «Εβραίο(ι)».
[30] Dominique Schnapper, « Le retour de l’antisémitisme », Telos, 20 Νοεμβρίου 2025, https://www.telos-eu.com/fr/societe/le-retour-de-lantisemitisme.html.
[31] Βλέπε τη μελέτη της κοινωνιολόγου Valérie Boussard, « Sur les campus français, la guerre des mots: quand “sioniste” sert à dire “juif”», 3 Ιουνίου 2026, https://www.crif.org/articles/actualites/2026-06-03/sur-les-campus-francais-la-guerre-des-mots-quand-sioniste-sert-a-dire-juif/.
[32] Dominique Schnapper, « Le retour de l’antisémitisme », ό.π.
[33] Βλέπε για παράδειγμα τον προπαγανδιστικό «αντισιωνιστικό» λίβελο με τίτλο Le Manifeste «Judéo-Nazi» d’Ariel Sharon ou Les Origines du génocide actuel des Palestiniens, Al-Quds – Gaza – Strasbourg – Paris, Le Parti des Musulmans de France, Le Parti de la France Plurielle, l’Arab Commission of Human Rights, La Pierre et l’Olivier, Le Collectif de la Comm. Tun. en Europe, Απρίλιος 2002, 63 σελ.ˑ Youssef Hindi, «Qu’est-ce que le judéo-nazisme?», 17 Μαΐου 2022, https://egaliteetreconciliation.fr/Qu-est-ce-que-le-judeo-nazisme-68163.html.
[34] Για τον Αλ-Χουσεϊνί, δείτε: Maurice Pearlman, Mufti of Jerusalem: The Story of Haj Amin el Husseini, Λονδίνο, Victor Gollancz, 1947ˑ Josef B. Schechtman, The Mufti and the Fuehrer: The Rise and Fall of Haj Amin el-Husseini, Νέα Υόρκη & Λονδίνο, Thomas Yoseloff, 1965ˑ David G. Dalin & John F. Rothmann, Icon of Evil: Hitler’s Mufti and the Rise of Radical Islam, Νέα Υόρκη, Random House, 2008.
[35] David Ben Gourion, ομιλία στην Κεντρική Επιτροπή του Mapaï, 13 Δεκεμβρίου 1951ˑ απόσπασμα που παρατίθεται από τον Idith Zertal, La Nation et la mort. La Shoah dans le discours et la politique d’Israël [2002], γαλλ. μετ. Marc Saint-Upéry, Παρίσι, La Découverte, 2004, σ. 241.
[36] Amin al-Husseini, 1η Μαρτίου 1944, παρατίθεται από τον Maurice Pearlman, Mufti of Jerusalem, ό.π., σ. 51.
[37] Idith Zertal, La Nation et la mort, ό.π., σ. 24.
Η δεύτερη ενεργειακή κρίση χτυπά την πόρτα: ντίζελ στις 2 λίρες, ρεύμα στα ύψη, λογαριασμοί που αγγίζουν τις 2.000 λίρες το χρόνο.
Από την 1η Οκτωβρίου 2026 τα βρετανικά νοικοκυριά, με τον χειμώνα προ των πυλών, πληρώνουν ακριβότερο φυσικό αέριο και ρεύμα. Το ανώτατο όριο τιμών της ρυθμιστικής αρχής Ofgem, το λεγόμενο price cap, αυξήθηκε κατά 4%, ύστερα από άνοδο 13% τον Ιούλιο. Οι αναλυτές προβλέπουν νέα αύξηση τον Ιανουάριο. Τέσσερα χρόνια μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Βρετανία διαπιστώνει ότι η κρίση δεν έληξε ποτέ πραγματικά· απλώς άλλαξε μορφή. Οι τιμές υποχώρησαν από τα ιστορικά τους υψηλά, αλλά δεν επέστρεψαν ποτέ εκεί όπου βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και τώρα μια νέα γεωπολιτική αναταραχή, ο πόλεμος με το Ιράν, τις ωθεί ξανά προς τα πάνω.
Η ρίζα του προβλήματος είναι το φυσικό αέριο. Η Βρετανία καλύπτει μεγάλο μέρος της θέρμανσης και της ηλεκτροπαραγωγής της με αέριο, και η τιμή του καθορίζεται στις διεθνείς αγορές. Όταν το αέριο ακριβαίνει στο Άμστερνταμ ή στο Κατάρ, ο λογαριασμός ανεβαίνει στο Μάντσεστερ.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήρθε το 2021-22. Η επανεκκίνηση των οικονομιών μετά την πανδημία και, κυρίως, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκτόξευσαν τις χονδρικές τιμές. Χωρίς κρατική παρέμβαση, το price cap θα αυξανόταν κατά 80% τον Οκτώβριο του 2022. Η τότε κυβέρνηση επέβαλε ένα «Εγγυημένο Όριο Τιμής» (Energy Price Guarantee) και περιόρισε την αύξηση στο 27%.
Η δεύτερη δοκιμασία είναι η σημερινή. Με την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι χονδρικές τιμές του αερίου διπλασιάστηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Υποχώρησαν στις αρχές του καλοκαιριού, αλλά τον Σεπτέμβριο έφτασαν σε υψηλά τριετίας. Οι εξαγωγές πετρελαίου και αερίου από τον Κόλπο παραμένουν σοβαρά διαταραγμένες, καθώς τα δεξαμενόπλοια απειλούνται στα στενά του Ορμούζ και του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη εισέρχεται στον χειμώνα με τα αποθέματα αερίου στο χαμηλότερο επίπεδο Σεπτεμβρίου των τελευταίων 15 ετών. Οι παγωνιές στο τέλος του περασμένου χειμώνα και ένα καλοκαίρι καύσωνα, που αύξησε την ηλεκτροπαραγωγή από αέριο, άδειασαν τις αποθήκες, ενώ οι αγοραστές καθυστέρησαν να τις ξαναγεμίσουν. Το άλμα των τιμών είναι μικρότερο από εκείνο του 2022, όμως επηρεάζει νοικοκυριά που δεν έχουν ακόμη συνέλθει.
Υπάρχει και ένα βαθύτερο, δομικό πρόβλημα. Στη βρετανική αγορά την τιμή του ρεύματος τη διαμορφώνει συνήθως η ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση, δηλαδή μια μονάδα φυσικού αερίου. Έτσι, ακόμη και το φθηνό αιολικό ρεύμα πωλείται σε τιμές «αερίου». Σε αυτό προστίθενται τα πάγια τέλη για τα δίκτυα, που αυξάνονται σταθερά καθώς η χώρα επενδύει στις νέες υποδομές. Το αποτέλεσμα: το 2025 το βρετανικό οικιακό ρεύμα ήταν ακριβότερο από όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ, ενώ το φυσικό αέριο παρέμενε φθηνότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το βάρος για το μέσο νοικοκυριό
Από τον Οκτώβριο, ένα τυπικό νοικοκυριό με ρεύμα και φυσικό αέριο, που εξοφλεί τους λογαριασμούς του με πάγια εντολή, θα επιβαρύνεται με 1.723 λίρες το χρόνο (περίπου 2.000 ευρώ), δηλαδή 60 λίρες (70 ευρώ) περισσότερα απ' ό,τι το καλοκαίρι. Για όσους εξοφλούν με τριμηνιαίο λογαριασμό, το ποσό ανέρχεται στις 1.861 λίρες (2.160 ευρώ). Όσοι πληρώνουν με τριμηνιαίο λογαριασμό θα επιβαρύνονται με 1.861 λίρες (2.160 ευρώ). Η κιλοβατώρα αερίου αυξήθηκε στις 8 πένες (9,3 λεπτά του ευρώ), ενώ του ρεύματος παραμένει περίπου στις 26,3 πένες (30,5 λεπτά).
Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, κρύβουν μια λογιστική λεπτομέρεια. Τον Ιούλιο, η Ofgem μείωσε την εκτίμησή της για το πόση ενέργεια καταναλώνει ένα «τυπικό» σπίτι, κατά 17% για το αέριο. Με τον παλιό τρόπο υπολογισμού, ο ίδιος λογαριασμός θα εμφανιζόταν ως 1.935 λίρες (2.245 ευρώ). Οι Βρετανοί δεν πληρώνουν λιγότερα επειδή η ενέργεια φθήνυνε· καταναλώνουν λιγότερη επειδή δεν αντέχουν να την πληρώσουν. Σε σύγκριση με τον χειμώνα 2021–22, ο τυπικός λογαριασμός είναι σήμερα 58% υψηλότερος.
Η πίεση φαίνεται καθαρότερα στα χρέη. Τα οφειλόμενα των νοικοκυριών προς τους προμηθευτές ενέργειας ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 5 δισ. λίρες (5,8 δισ. ευρώ) το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Όσοι χρωστούν χωρίς συμφωνία αποπληρωμής οφείλουν κατά μέσο όρο 1.872 λίρες (2.170 ευρώ) μόνο για το ρεύμα. Σχεδόν τρεις στους δέκα ενήλικους δηλώνουν ότι ανησυχούν αν θα είναι σε θέση να πληρώσουν τους λογαριασμούς του επόμενου εξαμήνου.
Ο πληθωρισμός, που τον Αύγουστο ανέβηκε στο 3,1%, κάνει την εικόνα βαρύτερη. Η άνοδος των τιμών των τροφίμων έχει επιβραδυνθεί, στο 1,3% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, όμως οι τιμές παραμένουν πολύ υψηλότερες απ' ό,τι πριν από την κρίση του 2022, ενώ οι μεταφορές ακρίβυναν κατά 4,6% μέσα σε έναν χρόνο. Και η πίεση στα καύσιμα εντείνεται: στις 2 Οκτωβρίου η μέση τιμή του ντίζελ ξεπέρασε για πρώτη φορά τις 2 λίρες το λίτρο (2,32 ευρώ), ενώ η αμόλυβδη έφτασε τις 1,75 λίρες (2,03 ευρώ). Το γέμισμα ενός οικογενειακού αυτοκινήτου με ντίζελ κοστίζει πλέον 110 λίρες (128 ευρώ), 32 λίρες (37 ευρώ) περισσότερα από τον Φεβρουάριο.
Το ντίζελ δεν αφορά μόνο τους οδηγούς. Κινεί τα φορτηγά, τα τρακτέρ και τις διανομές, και η ακρίβεια του περνά σταδιακά στις τιμές των τροφίμων και των αγαθών. Η Βρετανία εισάγει πάνω από το μισό ντίζελ που καταναλώνει, σε μια διεθνή αγορά όπου η προσφορά στενεύει από παντού: ας όψονται ο πόλεμος στον Κόλπο, οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια και η ρωσική απαγόρευση εξαγωγών, οι περιορισμοί της Κίνας.
Το βάρος δεν μοιράζεται ίσα: συγκεντρώνεται σε μονογονεϊκές οικογένειες, σε ανθρώπους με αναπηρία, σε ενοικιαστές παλιών και κακώς μονωμένων σπιτιών. Την ίδια ώρα, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί ανακοινώνουν τα μεγαλύτερα κέρδη των τελευταίων ετών και η αντίθεση δεν περνά απαρατήρητη.
Η απάντηση της κυβέρνησης
Η κυβέρνηση δρα σε δύο επίπεδα: ανακουφίζει άμεσα τους λογαριασμούς και επενδύει μακροπρόθεσμα στην ενεργειακή αυτάρκεια. Το πρόβλημα είναι ότι το πρώτο κοστίζει ακριβά και το δεύτερο αργεί να αποδώσει.
Το πιο πρόσφατο και ορατό μέτρο φέρει την υπογραφή του νέου πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ, ο οποίος ανέλαβε τον Ιούλιο. Τη δεύτερη μέρα της θητείας του ανακοίνωσε την κατάργηση του ΦΠΑ 5% στο οικιακό ρεύμα, από 1η Οκτωβρίου 2026 έως 31 Μαρτίου 2027. Η ελάφρυνση υπολογίζεται σε περίπου 45 λίρες (52 ευρώ) το χρόνο για το τυπικό νοικοκυριό. Κοστίζει στο Δημόσιο περίπου 850 εκατ. λίρες (990 εκατ. ευρώ) και χρηματοδοτείται από την ακύρωση του προγράμματος ψηφιακής ταυτότητας, προϋπολογισμού 1,8 δισ. λιρών (2,1 δισ. ευρώ).
Το μέτρο προστίθεται σε όσα είχαν ήδη αποφασιστεί στον προϋπολογισμό του Νοεμβρίου 2025. Από τον Απρίλιο του 2026, το κράτος αναλαμβάνει το 75% του κόστους ενός παλαιού προγράμματος στήριξης των ανανεώσιμων πηγών, και καταργήθηκε από τους λογαριασμούς η επιβάρυνση για τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης. Το όφελος είναι περίπου 150 λίρες (175 ευρώ) το χρόνο ανά νοικοκυριό. Ταυτόχρονα, η «Έκπτωση Ζεστού Σπιτιού» (Warm Home Discount), ύψους 150 λιρών, επεκτάθηκε σε σχεδόν 6 εκατομμύρια ευάλωτα νοικοκυριά. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το «Σχέδιο Ζεστών Σπιτιών» προβλέπει 13,2 δισ. λίρες (15,3 δισ. δολάρια) για μόνωση, αντλίες θερμότητας και ηλιακά, με στόχο την αναβάθμιση 5 εκατομμυρίων κατοικιών έως το 2030. Παράλληλα, η Ofgem ξεκίνησε πρόγραμμα διαγραφής έως 500 εκατ. λίρες (580 εκατ. ευρώ) παλαιών χρεών για περίπου 195.000 νοικοκυριά με επιδόματα. Η στρατηγική κορυφώνεται στο στόχο για «καθαρή» ηλεκτροπαραγωγή έως το 2030, που θα αποσυνδέσει σταδιακά την τιμή του ρεύματος από το αέριο.
Οι επικριτές αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα των μέτρων, αλλά τα θεωρούν προσωρινά και ανεπαρκή σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος. Ο διευθύνων σύμβουλος της EDF Energy, ενός από τους μεγαλύτερους προμηθευτές ενέργειας της Βρετανίας και θυγατρικής της γαλλικής EDF, Σιμόνε Ρόσι (Simone Rossi), προειδοποίησε ότι η Βρετανία «βαδίζει προς μια δεύτερη ενεργειακή κρίση» και ζήτησε από την κυβέρνηση πρόσθετα μέτρα, πέρα από την κατάργηση του ΦΠΑ στο ρεύμα. Ο Μπέρναμ δεν τον διέψευσε· δήλωσε ότι εξετάζεται «κάθε δυνατό μέτρο», χωρίς να αποκλείσει ούτε την ακύρωση της προγραμματισμένης αύξησης του φόρου στα καύσιμα.
Την πίεση εντείνουν πλέον και οι ίδιοι οι προμηθευτές. Η Energy UK, ο κλαδικός τους φορέας, προειδοποιεί ότι η άνοδος των χονδρικών τιμών έχει ήδη «σβήσει» το όφελος από την κατάργηση του ΦΠΑ και των επιβαρύνσεων. «Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε μια κρίση ίδιου μεγέθους με το 2022 πριν δράσουμε ξανά», δήλωσε η επικεφαλής της, Ντάρα Βιάς (Dhara Vyas). Ο φορέας ζητά στοχευμένη στήριξη πέρα από την έκπτωση των 150 λιρών, που να οδηγήσει σε μόνιμο «κοινωνικό τιμολόγιο». Ζητά επίσης διαγραφή χρεών για τα πιο πληγέντα νοικοκυριά και μεταφορά περισσότερων επιβαρύνσεων από το λογαριασμό του ρεύματος στη γενική φορολογία. Τα απλήρωτα χρέη, υπενθυμίζει, προσθέτουν ήδη κατά μέσο όρο 67 λίρες (78 ευρώ) το χρόνο στο λογαριασμό κάθε καταναλωτή. Η κυβέρνηση παραπέμπει τις αποφάσεις στον ερχόμενο προϋπολογισμό, με την επιφύλαξη ότι πρέπει να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί κανόνες.
«Ζέστανε τον άνθρωπο, όχι το σπίτι»
Όσο η κυβέρνηση και οι αγορές κινούνται με τους δικούς τους ρυθμούς, η ρυθμιστική αρχή και οι οργανώσεις καταναλωτών προτείνουν στα νοικοκυριά τέσσερις πρακτικές κινήσεις.
Πρώτον, τα σταθερά τιμολόγια. Η Ofgem συνιστά να «κλειδώσει» κανείς την τιμή ανά κιλοβατώρα, καθώς ορισμένες προσφορές είναι ήδη φθηνότερες από την αναμενόμενη τιμή του Ιανουαρίου. Το στοίχημα όμως έχει δύο όψεις: αν μια συμφωνία ειρήνης με το Ιράν ρίξει τις τιμές του αερίου, ο καταναλωτής θα μείνει δεμένος σε ακριβότερη τιμή, συχνά με τέλος πρόωρης αποχώρησης.
Δεύτερον, η πληρωμή με πάγια εντολή. Περίπου πέντε εκατομμύρια Βρετανοί πληρώνουν ακόμη τριμηνιαίους λογαριασμούς, με υψηλότερη χρέωση ανά μονάδα. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι πελάτες με προπληρωμένους μετρητές, συνήθως χαμηλόμισθοι, πληρώνουν πλέον ελαφρώς λιγότερα από τους υπόλοιπους.
Τρίτον, η αξιοποίηση της στήριξης: η έκπτωση των 150 λιρών (175 ευρώ) για όσους λαμβάνουν επιδόματα, τα έκτακτα επιδόματα ψύχους, το χειμερινό επίδομα θέρμανσης των συνταξιούχων, που διατηρήθηκε μετά από πολιτική πίεση και τα ταμεία ενίσχυσης των ίδιων των προμηθευτών.
Τέταρτον, η εξοικονόμηση: κλειστά καλοριφέρ σε άδεια δωμάτια, πλύσιμο με το νερό στο πλυντήριο στους 30 βαθμούς, χαμηλότερη θερμοκρασία νερού στο λέβητα χωρίς όμως να πέφτει η θερμοκρασία του σπιτιού κάτω από τους 18 βαθμούς. «Ζέστανε τον άνθρωπο, όχι το σπίτι», όπως συμβουλεύει μια δημοφιλής βρετανική ιστοσελίδα καταναλωτών.
Τι μας επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον
Τα χειρότερα, κατά πάσα πιθανότητα, έπονται. Η εταιρεία αναλύσεων Cornwall Insight προβλέπει πλέον αύξηση του ορίου τιμών κατά 16% τον Ιανουάριο του 2027, σχεδόν διπλάσια από το 9% που εκτιμούσε ένα μήνα νωρίτερα. Το τυπικό ετήσιο κόστος θα φτάσει έτσι τις 1.999 λίρες (περίπου 2.320 ευρώ), δηλαδή 276 λίρες (320 ευρώ) πάνω από το επίπεδο του Οκτωβρίου. Θα είναι η μεγαλύτερη τριμηνιαία αύξηση από τον Ιανουάριο του 2023, στην κορύφωση της προηγούμενης κρίσης.
Η Ofgem θα ανακοινώσει το επίσημο όριο στις 25 Νοεμβρίου, με βάση τις χονδρικές τιμές από τις 19 Αυγούστου έως τις 17 Νοεμβρίου. Μια πτώση των τιμών μέχρι τότε θα μπορούσε να μετριάσει την αύξηση, αλλά οι αναλυτές τη θεωρούν «σχεδόν βέβαιη» μετά τις ανατιμήσεις του Σεπτεμβρίου. Το τελικό μέγεθος θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Για τα νοικοκυριά σε κακώς μονωμένα σπίτια ο λογαριασμός θα είναι αισθητά βαρύτερος από τον «τυπικό».
Μια πρώτη διεθνής απάντηση ήρθε στις 2 Οκτωβρίου. Οι χώρες της G7 συμφώνησαν, υπό τον συντονισμό του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, να διαθέσουν στην αγορά έως 100 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και ντίζελ από τα στρατηγικά τους αποθέματα μέσα σε τέσσερις μήνες, με μεγάλη ποσότητα ντίζελ ήδη τις πρώτες 20 ημέρες. Συμφώνησαν επίσης να μην επιβάλλουν περιορισμούς εξαγωγών μεταξύ τους, αφού ο πρόεδρος Τραμπ είχε απειλήσει να απαγορεύσει τις εξαγωγές αμερικανικού ντίζελ.
Η αγορά αντέδρασε συγκρατημένα. Το Brent έπεσε για λίγο κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αλλά επέστρεψε γύρω στα 102 δολάρια, έναντι περίπου 73 δολαρίων πριν από τον πόλεμο, έπειτα από νέες συγκρούσεις Σαουδικής Αραβίας και Χούθι στην Υεμένη. Τα αποθέματα αγοράζουν χρόνο· δεν λύνουν το πρόβλημα της προσφοράς.
Δύο ημερομηνίες του 2027 αξίζουν προσοχή στη Βρετανία. Στις 31 Μαρτίου λήγει η απαλλαγή από τον ΦΠΑ στο ρεύμα, εκτός αν παραταθεί στον προϋπολογισμό. Από τον Μάρτιο, επίσης, αρχίζουν να λήγουν οι επιδοτήσεις παλαιότερων αιολικών και ηλιακών πάρκων, κάτι που θα αλλάξει τα οικονομικά της αγοράς με τρόπους ακόμη αβέβαιους. Αν ο πληθωρισμός παραμείνει πάνω από το στόχο, δεν αποκλείεται και νέα αύξηση επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας, με επιπτώσεις στα στεγαστικά δάνεια.
Σε βάθος χρόνου, η μόνη ουσιαστική λύση είναι η μείωση της εξάρτησης από το εισαγόμενο αέριο: περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καλύτερα δίκτυα, ενεργειακά αποδοτικά σπίτια. Αυτά, όμως, χρειάζονται χρόνια για να αποδώσουν, ενώ ο λογαριασμός αναμένεται αυτόν τον χειμώνα.
Εν κατακλείδι η βρετανική εμπειρία δείχνει ότι οι επιδοτήσεις αγοράζουν χρόνο, όχι λύσεις. Κάθε μείωση φόρου ή εφάπαξ βοήθεια ανακουφίζει έναν χειμώνα, αλλά αφήνει το νοικοκυριό εξίσου εκτεθειμένο στον επόμενο γεωπολιτικό κλυδωνισμό. Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι: πόσο γρήγορα μπορεί ο φθηνός ήλιος και ο άνεμος να φτάσουν πραγματικά στον λογαριασμό του καταναλωτή; Μέχρι τότε, ο λογαριασμός ενέργειας θα παραμένει ο πιο ευαίσθητος δείκτης της κοινωνικής συνοχής, στο Λονδίνο όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
*Οι μετατροπές σε ευρώ έγιναν με ισοτιμία £1 ≈ €1,16 (τέλη Σεπτεμβρίου 2026) και είναι στρογγυλεμένες.
Πηγές
· Ofgem: Energy price cap will rise by 4% from October 2026
· House of Commons Library: Gas and electricity prices during the 'energy crisis' and beyond
· The Guardian: Energy bills in Great Britain forecast to jump by £276 a year from January (30 September 2026)
· BBC News: UK diesel prices top £2 a litre for first time, RAC says (2 October 2026)
· BBC News: G7 to release millions of barrels of oil and diesel after Trump threat (2 October 2026)
· BBC News: Suppliers pile pressure on government over energy bills (3 October 2026)
Η επίθεση του συγκυβερνήτη στον κυβερνήτη της πτήσης FDB1073 της Flydubai, από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ, στις 30 Σεπτεμβρίου, χαρακτηρίζεται από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τρομοκρατική. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters από πηγή ενημερωμένη για την έρευνα, στόχος ήταν η συντριβή του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Αν και ακόμα δεν ξέρουμε αν οι δράστης ενήργησε μόνος, οι αναφορές περί ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης επαναφέρουν τη συζήτηση για την τρομοκρατία των «μοναχικών λύκων». [TBJ]
Έχουν κάποια σχέση οι δύο επιθέσεις με όπλα του 89χρονου στην Αθήνα, η απόπειρα στο πλαίσιο του δείπνου των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου στις ΗΠΑ, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νίκαια, στο Μαγδεμβούργο και στο Λονδίνο και οι επιθέσεις του Αντρές Μπρέιβικ; Μπορούν όλες να ενταχθούν στο πλαίσιο των λεγόμενων μοναχικών βίαιων δρώντων, που τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί στον τομέα της τρομοκρατίας, αλλά μπορεί να αξιοποιηθεί για τον προσδιορισμό και άλλων μορφών βίας, όπως οι μαζικοί πυροβολισμοί σε δημόσιους χώρος κ.λπ. Βρισκόμαστε άλλωστε στη λεγόμενη μεταϊδεολογική φάση του βίαιου εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας: η πυροδότηση, συχνά, έρχεται λόγω παραπόνων και θυμού, παρά λόγω προσήλωσης σε ένα στρεβλό ιδεοληπτικό πλαίσιο της πολιτικής ή της θρησκείας.
Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σφράγισαν τον 21ο αιώνα καθιστώντας τη διεθνή ισλαμιστική τρομοκρατία την κυρίαρχη μορφή βίας και απειλής για τα κράτη και τις κοινωνίες. Η συνολική μεταμόρφωση της ασφάλειας, επιστημονικά, πολιτικά, επιχειρησιακά, στρατηγικά και τεχνολογικά, βασίστηκε σε αυτή την κυρίαρχη απειλή. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ειδικότερα, έγινε συνώνυμο της καταπολέμησης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η ανάλυση, η συλλογή πληροφοριών, οι τεχνολογικές λύσεις, οι πολιτικές πρόληψης είχαν στο επίκεντρό τους την εργαλειοποίηση του Ισλάμ στο πλαίσιο της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης.
Αν ανατρέξουμε στο σχήμα των κυμάτων της τρομοκρατίας που εισήγαγε ο σπουδαίος μελετητής Ντέιβιντ Ράποπορτ (David Rapoport) θα δούμε ότι θεωρεί τη θρησκευτική υποκίνηση την τελευταία από τις τέσσερις φάσεις της διεθνούς τρομοκρατίας[1]. Προφανώς, ο συνδετικός κρίκος είναι η μισαλλόδοξη ερμηνεία και η εργαλειοποίηση της θρησκείας. Στον πυρήνα της προσέγγισης του Ράποπορτ, άλλωστε, βρίσκεται η παραδοχή ότι η τρομοκρατία δεν αποτελεί διαχρονικά ομοιογενές φαινόμενο, αλλά εξελίσσεται ιστορικά μέσα από διακριτές φάσεις, καθεμία από τις οποίες συγκροτείται γύρω από μια κυρίαρχη ιδεολογική «ενέργεια». Η ιδεολογία, επομένως, δεν λειτουργεί ως απλός συνοδευτικός παράγοντας, αλλά ως ο βασικός μηχανισμός που προσδίδει νόημα, κατευθύνει τη δράση και καθορίζει τη διάρκεια κάθε φάσης.
Σύμφωνα με τον Ράποπορτ, κάθε φάση, ή καλύτερα κάθε κύμα διαρκεί περίπου μια γενιά και χαρακτηρίζεται από την ανάδυση, τη διάχυση και την τελική αποδυνάμωση μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής αφήγησης. Το πρώτο, το αναρχικό κύμα (τέλη 19ου αιώνα έως τη δεκαετία 1920), εδράζεται σε αντικρατικές και επαναστατικές αντιλήψεις, με στόχο την απονομιμοποίηση και την καταστροφή της κρατικής εξουσίας. Το δεύτερο, αντιαποικιακό κύμα (δεκαετίες 1920–1960), συγκροτείται γύρω από τον εθνικισμό και την αρχή της αυτοδιάθεσης, επιδιώκοντας την απελευθέρωση από αποικιακές αυτοκρατορίες. Το τρίτο, το νέο αριστερό κύμα (δεκαετίες 1960–1980), αντλεί από μαρξιστικές και αντιιμπεριαλιστικές ιδεολογίες, στοχεύοντας σε ευρύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς.
Η μετάβαση στο τέταρτο κύμα σηματοδοτεί, κατά τον Ράποπορτ, μια ποιοτική τομή, καθώς η θρησκεία αναδεικνύεται σε κεντρική πηγή νομιμοποίησης της τρομοκρατικής βίας. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα κύματα, όπου η βία θεμελιωνόταν σε πολιτικές ιδεολογίες και σε εγκόσμιους στόχους, το θρησκευτικό κύμα (από το 1979 και εξής) εισάγει μια υπερβατική διάσταση. Η θρησκεία προσφέρει απόλυτες κανονιστικές αναφορές, οι οποίες δεν υπόκεινται σε διαπραγμάτευση ή σε ιστορικό σχετικισμό, επιτρέποντας έτσι τη διατύπωση απεριόριστων και συχνά εσχατολογικών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η θρησκευτική ιδεολογία επιτελεί τριπλή λειτουργία. Πρώτον, παρέχει μια ισχυρή μορφή νομιμοποίησης της βίας, καθώς αυτή εμφανίζεται ως θεϊκά επιβεβλημένη και όχι απλώς ως πολιτικά χρήσιμη. Δεύτερον, ενισχύει τη δέσμευση των δρώντων, μετατρέποντας τη συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες σε πράξη πίστης. Τρίτον, τείνει να αίρει τους περιορισμούς στη χρήση βίας, δεδομένου ότι οι αντίπαλοι συχνά κατασκευάζονται ως απόλυτοι και υπαρξιακοί εχθροί.
Συνολικά, στη θεωρία του Ράποπορτ, η ιδεολογία –και ιδίως η θρησκευτική στο τέταρτο κύμα– συνιστά τον καθοριστικό παράγοντα που διαμορφώνει τόσο τη φύση όσο και τη δυναμική της τρομοκρατίας. Η έμφαση αυτή αναδεικνύει την τρομοκρατία ως φαινόμενο βαθιά ενταγμένο σε ευρύτερα συστήματα ιδεών και αξιών, τα οποία καθορίζουν όχι μόνο τα μέσα αλλά και τα νοήματα της πολιτικής βίας.
Ο θυμός ξεπερνά τις ιδεολογίες
Αυτή ήταν και η κυρίαρχη προσέγγιση, επιστημονικά και κυρίως πολιτικά και στρατηγικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κρίση όμως της πανδημίας άλλαξε ριζικά την προσέγγιση στο σχήμα των ιδεολογιών. Σήμερα, είναι εντονότερη από ποτέ η σχετικοποίηση των ιδεολογιών και η ανάδυση μιας περισσότερο αντισυστημικής, μεταϊδεολογικής βίας και τρομοκρατίας, που πυροδοτείται από την αντίδραση και το θυμό και ως κυρίαρχη απειλή της έχει τους λεγόμενους μοναχικούς δρώντες (Lone Actors).
Μια κρίσιμη εξέλιξη στο σύγχρονο τοπίο της πολιτικής βίας αφορά την ενίσχυση μορφών «υβριδικού εξτρεμισμού», όπου άτομα συνδυάζουν ετερόκλητα στοιχεία από διαφορετικά ιδεολογικά συστήματα, θεωρίες συνωμοσίας και προσωπικά βιώματα αδικίας. Η ιδεολογική αυτή ρευστότητα υπονομεύει τις παραδοσιακές τυπολογίες ανάλυσης, οι οποίες βασίζονται σε σχετικά σταθερές κατηγορίες, όπως ο τζιχαντισμός ή ο ακροδεξιός εξτρεμισμός. Ως εκ τούτου, τα υφιστάμενα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου καθίστανται ολοένα και λιγότερο επαρκή, καθώς αδυνατούν να συλλάβουν μορφές βίας που δεν εντάσσονται σε συνεκτικά ιδεολογικά πλαίσια.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ανάδυση της λεγόμενης «μηδενιστικής βίας». Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μορφές εξτρεμισμού, οι οποίες θεμελιώνονται σε συνεκτικές ιδεολογίες και κανονιστικά συστήματα, η μηδενιστική βία χαρακτηρίζεται από την απόρριψη νοήματος, αυθεντίας και κοινωνικών κανόνων. Η βία, σε αυτή την περίπτωση, δεν λειτουργεί ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών ή θρησκευτικών στόχων, αλλά ως αυτοσκοπός, συχνά συνδεδεμένος με την επιδίωξη χάους, αναγνωρισιμότητας ή προσωπικής ικανοποίησης. Η δυναμική αυτή ενισχύεται από διαδικτυακές κοινότητες που ευνοούν την κανονικοποίηση της ακραίας βίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την επιβράβευσή της μέσω συμβολικού κεφαλαίου (π.χ. προβολή, κύρος εντός της κοινότητας).
Τα εν λόγω ψηφιακά περιβάλλοντα προσελκύουν συχνά νεαρά και ψυχολογικά ευάλωτα άτομα, εντός των οποίων συγχωνεύονται στοιχεία εξτρεμιστικής ρητορικής, εγκληματικής πρακτικής και αντικοινωνικής ταυτότητας. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ιδιαίτερα ασταθών και απρόβλεπτων μορφών βίας. Η απουσία σαφών ιδεολογικών δεικτών καθιστά τον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου ότι τα παραδοσιακά προγνωστικά εργαλεία βασίζονται σε αναγνωρίσιμα ιδεολογικά μοτίβα και οργανωτικές διασυνδέσεις.
Παράλληλα, η άνοδος της «υπερ-εξατομικευμένης ριζοσπαστικοποίησης» συνιστά μία ακόμη κομβική τάση. Οι εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την ανάλυση δεδομένων επιτρέπουν πλέον σε εξτρεμιστικούς δρώντες να προσαρμόζουν τη ρητορική και την προπαγάνδα τους σε ατομικά ψυχολογικά προφίλ, σε πολιτισμικά συμφραζόμενα και σε γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Η μετάβαση από τη μαζική διάδοση μηνυμάτων σε στοχευμένες, μικρο-εξατομικευμένες στρατηγικές επιρροής αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της στρατολόγησης. Ιδίως άτομα που δεν αυτοπροσδιορίζονται αρχικά μέσω συγκεκριμένης ιδεολογίας ενδέχεται να καταστούν δεκτικά σε αφηγήματα που εστιάζουν σε προσωπικά παράπονα, αισθήματα αδικίας ή υπαρξιακής ματαίωσης.
Συνολικά, οι παραπάνω τάσεις υποδηλώνουν μια μετάβαση από ιδεολογικά συνεκτικές μορφές εξτρεμισμού σε περισσότερο ρευστές, εξατομικευμένες και συχνά αποϊδεολογικοποιημένες εκφάνσεις βίας. Η εξέλιξη αυτή θέτει σημαντικές προκλήσεις τόσο για τη θεωρητική κατανόηση του φαινομένου όσο και για την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης.
Η απειλή των μοναχικών δρώντων
Η έννοια των «μοναχικών δρώντων» (lone actors) κατέχει κεντρική θέση στις σύγχρονες αναλύσεις της τρομοκρατίας και της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών πρόληψης[2]. Οι επιθέσεις από άτομα που φαίνεται να δρουν μόνα τους αποτελούν διαχρονικό αλλά και αυξανόμενο φαινόμενο, το οποίο αναμένεται να παραμείνει κυρίαρχη μορφή τρομοκρατικής απειλής στην Ευρώπη. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει άτομα που διαπράττουν σοβαρές πράξεις βίας χωρίς άμεση επιχειρησιακή καθοδήγηση ή συμμετοχή σε οργανωμένες ομάδες. Ωστόσο, ο όρος εφαρμόζεται πλέον σε ένα ευρύ και ετερογενές σύνολο δραστών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ιδεολογικά υποκινούμενοι εξτρεμιστές, δράστες μαζικών επιθέσεων που κινούνται από προσωπικά παράπονα, άτομα που δρουν με τη διευκόλυνση του διαδικτύου, καθώς και άτομα ενταγμένα σε διάχυτες ή «χωρίς ηγεσία» διαδικτυακές υποκουλτούρες. Ως αποτέλεσμα, τα αναλυτικά όρια μεταξύ τρομοκρατίας μοναχικών δρώντων, μαζικών πυροβολισμών, διαδικτυακών διαδρομών ριζοσπαστικοποίησης και αναδυόμενων υβριδικών φαινομένων καθίστανται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.
Παρά τον όρο «μοναχικός», οι εν λόγω δράστες σπανίως είναι πλήρως απομονωμένοι. Συχνά δρουν χωρίς άμεση οργανωτική ένταξη, αλλά ευθυγραμμίζονται ιδεολογικά ή επιχειρησιακά με ευρύτερα δίκτυα ή αφηγήσεις. Επιπλέον, η διαδικτυακή διάσταση αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς οι lone actors διατηρούν χαλαρές ή έμμεσες συνδέσεις με κοινότητες, μικρές ομάδες ή ψηφιακά οικοσυστήματα ριζοσπαστικοποίησης.
Από επιχειρησιακής άποψης, οι μοναχικοί δρώντες χαρακτηρίζονται από:
• υψηλό βαθμό αυτονομίας στο σχεδιασμό και την εκτέλεση επιθέσεων,
• περιορισμένη αλλά στοχευμένη χρήση πόρων,
• δυσκολία εντοπισμού λόγω απουσίας οργανωτικών δεσμών.
Η ασάφεια αυτή καθιστά το φαινόμενο ιδιαίτερα ανθεκτικό στα παραδοσιακά εργαλεία επιτήρησης και πρόληψης.
Η ριζοσπαστικοποίηση των μοναχικών δρώντων εμφανίζεται συχνά ως εξατομικευμένη και μη γραμμική διαδικασία. Το διαδίκτυο λειτουργεί ως βασικός καταλύτης, προσφέροντας:
• πρόσβαση σε προπαγανδιστικό και βίαιο περιεχόμενο,
• δυνατότητα κατανάλωσης «οριακού» (borderline) υλικού που δεν είναι απαραίτητα παράνομο αλλά ενισχύει ριζοσπαστικές στάσεις,
• περιβάλλοντα κοινωνικοποίησης χωρίς φυσική επαφή.
Η αυξανόμενη σημασία του ψηφιακού χώρου επιτρέπει επίσης σε τρομοκρατικές οργανώσεις να στοχεύουν ευάλωτα άτομα και να ενθαρρύνουν επιθέσεις χωρίς άμεση καθοδήγηση, ενισχύοντας το φαινόμενο της «αυτο-ριζοσπαστικοποίησης». Οι διαδικτυακές πλατφόρμες διευκολύνουν πλέον την ιδεολογική έκθεση, την κοινωνική ενίσχυση, την εκμάθηση τακτικών και τη διαμόρφωση ταυτότητας, χωρίς να απαιτείται τυπική οργανωτική ένταξη. Αναδυόμενα φαινόμενα, όπως δίκτυα τύπου Com/764, μηδενιστικά διαδικτυακά περιβάλλοντα και ιδιαίτερα εξατομικευμένες μορφές βίας που βασίζονται σε προσωπικά παράπονα, αμφισβητούν περαιτέρω τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις που βασίζονται στη συμμετοχή σε ομάδες, σε δομές διοίκησης και ελέγχου ή σε συνεκτική ιδεολογική ταύτιση.
Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα αφορά τη σχέση μεταξύ μοναχικών δρώντων και ψυχικής υγείας. Η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι, αν και δεν υπάρχει απλή αιτιώδης σύνδεση, οι ψυχικές διαταραχές και οι ψυχοκοινωνικές ευαλωτότητες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου που πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της ριζοσπαστικοποίησης[3].
Οι σχετικές αναλύσεις αναδεικνύουν ότι:
• οι μοναχικοί δρώντες συχνά εμφανίζουν αισθήματα απομόνωσης, ματαίωσης ή αποκλεισμού,
• η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός νοηματοδότησης προσωπικών κρίσεων,
• οι ψυχολογικές δυσκολίες δεν οδηγούν αυτομάτως σε βία, αλλά σε συνδυασμό με ιδεολογικές ή διαδικτυακές επιρροές μπορούν να αυξήσουν την επικινδυνότητα.
Είναι κρίσιμο να αποφεύγονται απλουστευτικές συνδέσεις που στιγματίζουν τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, καθώς η πλειονότητα δεν εμπλέκεται σε βίαιες πράξεις.
Η ιδιαιτερότητα των lone actors δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τις πολιτικές πρόληψης. Η απουσία σαφών οργανωτικών δομών και η συχνά υβριδική ή ασαφής ιδεολογική τους ταυτότητα δυσχεραίνουν την έγκαιρη αναγνώριση. Παράλληλα, η χρήση διαδικτυακών πλατφορμών και η κατανάλωση μη παράνομου αλλά επιβλαβούς περιεχομένου καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ νόμιμης έκφρασης και επικίνδυνης ριζοσπαστικοποίησης.
Για το λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή προσέγγιση δίνει έμφαση:
• στη διατομεακή συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών ασφάλειας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας,
• στην ανάπτυξη εργαλείων έγκαιρης ανίχνευσης προσαρμοσμένων σε εξατομικευμένες διαδρομές ριζοσπαστικοποίησης,
• στη στοχευμένη πρόληψη για ευάλωτες ομάδες, ιδίως νέους.
Ο δύσκολος εντοπισμός τους
Οι μοναχικοί δρώντες συνιστούν μια εξελισσόμενη και ιδιαίτερα σύνθετη μορφή απειλής η οποία αμφισβητεί τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις της τρομοκρατίας. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί μια πολυπαραγοντική προσέγγιση που συνδυάζει ιδεολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Στο πλαίσιο αυτό, η ψυχική υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μονοδιάστατη αιτία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος ευαλωτοτήτων που, σε συνδυασμό με ψηφιακές και ιδεολογικές επιρροές, μπορεί να συμβάλει στη μετάβαση προς τη βίαιη δράση.
Η απουσία ενός κοινά αποδεκτού και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμου ορισμού του «μοναχικού δρώντος» δημιουργεί διαρκείς προκλήσεις για τους επαγγελματίες στους τομείς της επιβολής του νόμου, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ψυχικής υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών και της ασφάλειας στο διαδίκτυο. Οι ασυνεπείς ταξινομήσεις υπονομεύουν τις προσπάθειες έγκαιρης προειδοποίησης, περιπλέκουν την ανταλλαγή πληροφοριών και περιορίζουν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων περιστατικών μεταξύ διαφορετικών χωρών και επιστημονικών πεδίων. Επιπλέον, επηρεάζουν το σχεδιασμό και την αξιολόγηση πλαισίων πρόληψης, απεμπλοκής και παρέμβασης, ιδίως όταν οι δείκτες κινδύνου διαφοροποιούνται μεταξύ ιδεολογικά καθοδηγούμενων δραστών, διαδικτυακά δικτυωμένων ατόμων και εκείνων που δρουν κυρίως βάσει προσωπικών παραπόνων.
Για τα ευρωπαϊκά όργανα συντονισμού και τα δίκτυα γνώσης, οι προκλήσεις αυτές είναι ακόμη πιο έντονες. Χωρίς έναν ελάχιστο επιχειρησιακό ορισμό και μια σαφή λογική διάκρισης μεταξύ μοναχικών δρώντων και συναφών κατηγοριών, οι επαγγελματίες διατρέχουν τον κίνδυνο είτε να υπεργενικεύσουν διαφορετικές μορφές βίας είτε να παρερμηνεύσουν αναδυόμενες απειλές που δεν εντάσσονται σε καθιερωμένες τυπολογίες. Οι ασαφείς ταξινομήσεις ενδέχεται επίσης να δημιουργήσουν κενά μεταξύ των πολιτικών αντιτρομοκρατίας, της πρόληψης σοβαρής βίας και των μηχανισμών προστασίας ευάλωτων ατόμων.
[1] D. Rapoport, (2022), Waves of Global Terrorism: From 1879 to the Present, Columbia, Columbia University Press.
[2] Lindekilde, L., O’Connor, F., & Schuurman, B. (2019). Radicalization patterns and modes of attack planning and preparation among lone-actor terrorists: an exploratory analysis. Behavioral Sciences of Terrorism and Political Aggression, 11(2), 113-133. Clemmow, C., Bouhana, N., & Gill, P. (2020). Analyzing person‐exposure patterns in lone‐actor terrorism: Implications for threat assessment and intelligence gathering. Criminology & Public Policy, 19(2), 451-482. Bakker, E., & de Roy van Zuijdewijn, J. (2016). Lone-actor terrorism. Toolkit Paper 1: Practical guidance for mental health practitioners and social workers. Countering Lone-Actor Terrorism Series, (9). International Centre for Counter-Terrorism (ICCT). Schuurman, B., Lindekilde, L., Malthaner, S., O'Connor, F., Gill, P., & Bouhana, N. (2019). End of the lone wolf: The typology that should not have been. Studies in Conflict & Terrorism, 42(8), 771-778. Bright, David, Chad Whelan, and Shandon HarrisHogan. 2020. “Exploring the Hidden Social Networks of ‘Lone Actor’ Terrorists.” Crime, Law and Social Change 74 (5): 491–508. Gill, Paul. 2015. Lone-Actor Terrorists: A Behavioral Analysis. London: Routledge. Hofmann, David C. 2020. “How ‘Alone’ are LoneActors? Exploring the Ideological, Signaling, and Support Networks of Lone-Actor Terrorists.” Studies in Conflict & Terrorism 43 (7): 657–78. Holzer, Jacob C., Andrea J. Dew, Patricia R. Recupero και Paul Gill. (επιμ.) 2022. Lone-Actor Terrorism: An Integrated Framework. Oxford: Oxford University Press.
[3] Corner, E., Gill, P., & Mason, O. (2016). Mental health disorders and the terrorist: A research note probing selection effects and disorder prevalence. Studies in Conflict & Terrorism, 39(6), 560-568. De Roy van Zuijdewijn, J., & Bakker, E. (2016). Analysing personal characteristics of lone-actor terrorists: Research findings and recommendations. Perspectives on terrorism, 10(2), 42-49.