Γνώμες
Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρώ, με μεγάλη μου έκπληξη, να επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της 13ης σύνταξης, και μάλιστα ως οριζόντιο μέτρο. Και λέω «με μεγάλη μου έκπληξη», γιατί ίσως διατηρούσα κι εγώ κάποιες φρούδες ελπίδες ότι κάτι μάθαμε από την εμπειρία της κρίσης. Κυρίως, ότι μάθαμε από τα αίτιά της.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Οι συνταξιούχοι δεν αποτελούν την πιο αδικημένη κοινωνική ομάδα της χώρας. Αντιθέτως, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η χώρα που δαπανά το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της για συντάξεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου το 16% του ΑΕΠ, ποσοστό που παραμένει και από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Για δεκαετίες, το ασφαλιστικό αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες της δημοσιονομικής εκτροπής, με το Δημόσιο να διοχετεύει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για τη χρηματοδότησή του. Η εικόνα σήμερα είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση, όμως οι συντάξεις εξακολουθούν να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών του κράτους.
Και πάλι, όμως, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι μια 13η σύνταξη «βγαίνει» δημοσιονομικά, ποια ακριβώς κοινωνική πολιτική περί μείωσης των ανισοτήτων δικαιολογεί τον οριζόντιο χαρακτήρα ενός τέτοιου μέτρου; Με ποια λογική θα λάβει την ίδια επιπλέον παροχή ένας χαμηλοσυνταξιούχος και ένας συνταξιούχος των 2.000; Και πώς συμβιβάζεται αυτή η πρόταση με την ιδεολογία και τις αρχές των δήθεν προοδευτικών κομμάτων που δηλώνουν ότι έχουν προτεραιότητα την κοινωνική δικαιοσύνη;
Αλλά μια που μιλήσαμε για κοινωνική δικαιοσύνη, αλήθεια, η διαγενεακή δικαιοσύνη απασχολεί κανέναν από όσους καταθέτουν αυτή την πρόταση; Υπάρχει έστω ως έννοια στον δημόσιο διάλογο;
Σε μια χώρα που γερνάει ταχύτερα από σχεδόν κάθε άλλη στην Ευρώπη, όπου οι γεννήσεις καταγράφουν ιστορικά χαμηλά και οι εργαζόμενοι που καλούνται να χρηματοδοτήσουν το ασφαλιστικό γίνονται αναλογικά όλο και λιγότεροι, κάθε νέα μόνιμη συνταξιοδοτική δαπάνη δεν αφορά μόνο το σήμερα. Αφορά πρωτίστως το ποιος θα την πληρώσει αύριο. Το πληρώσαμε μια φορά στο παρελθόν, είμαστε έτοιμοι να το επαναλάβουμε;
Ακόμη πιο απογοητευτικό είναι ότι δεν ακούστηκε σχεδόν καμία διαφορετική φωνή. Κανένας νέος πολιτικός, κανένα νέο πρόσωπο με δημόσιο βήμα δεν βρέθηκε να εκφράσει έστω έναν προβληματισμό. Ούτε μία αμφιβολία. Κι όμως, οι ίδιοι άνθρωποι συχνά εμφανίζονται ως εκπρόσωποι μιας νέας γενιάς και μιας διαφορετικής πολιτικής αντίληψης.
Εντέλει, θεωρώ προκλητικό –και σε έναν βαθμό ανήθικο– να ανοίγει σήμερα η συζήτηση για μια οριζόντια 13η σύνταξη, όταν η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ πιο πιεστικά και υπαρξιακά προβλήματα. Το δημογραφικό, που απειλεί την ίδια τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Τη στεγαστική κρίση, που αποκλείει μια ολόκληρη γενιά από την απόκτηση κατοικίας. Την ακρίβεια, που συμπιέζει κυρίως τα εισοδήματα των νέων εργαζομένων και των οικογενειών. Και σίγουρα την παραγωγικότητα της οικονομίας, που εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Αν υπάρχουν διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι, η πρώτη προτεραιότητα δεν μπορεί να είναι η οριζόντια ενίσχυση μιας ομάδας που ήδη απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών. Θα έπρεπε να είναι η επένδυση στο μέλλον της χώρας. Γιατί, αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε πολιτικό ζήτημα αποκλειστικά με όρους εκλογικής πελατείας περασμένων δεκαετιών, τότε μάλλον δεν μάθαμε τίποτα από την κρίση.
Τελευταίο επεισόδιο στο μειοψηφικό αντιισραηλινό κρεσέντο της ελληνικής Αριστεράς υπήρξε η δήλωση της Θεώνης Κουφονικολάκου, εκπροσώπου του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.
Ερωτηθείσα ποια στάση θα τηρούσε μια κυβέρνηση της ΕΛΑΣ απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, απάντησε χωρίς περιστροφές:
Υπάρχει ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Εφαρμόζουμε το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Είναι πάρα πολύ σαφή τα πράγματα για εμάς. Εμείς, από το πρώτο δευτερόλεπτο, έχουμε μιλήσει για γενοκτονία της κυβέρνησης του Ισραήλ στη Γάζα.
Ακολούθησαν η απαίτηση για αναστολή της οικονομικής και εμπορικής σύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Ισραήλ, η άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους και ο χαρακτηρισμός των σχέσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τον ισραηλινό πρωθυπουργό «ντροπιαστικών». Ένα πλήρες πακέτο εξωτερικής πολιτικής παραδόθηκε μέσα σε λίγες τηλεοπτικές φράσεις: σύλληψη, καταγγελία, αναγνώριση, ρήξη. Όλα τα μεγάλα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου διευθετήθηκαν με την ταχύτητα και τη βεβαιότητα μιας κομματικής ανακοίνωσης.
Το ένταλμα υπάρχει και η Ελλάδα, ως συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό της Ρώμης, έχει υποχρέωση συνεργασίας με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν μετατρέπει το ένταλμα σε καταδικαστική απόφαση ούτε αποδεικνύει γενοκτονία. Η Κουφονικολάκου συγχωνεύει έτσι τρία διαφορετικά πράγματα: την κατηγορία, το ένταλμα και την ενοχή, για να εμφανίσει ως δικαστικά τετελεσμένο ένα πολιτικό συμπέρασμα που το κόμμα της έχει ήδη προεξοφλήσει.
Με την ίδια ευκολία κατατίθεται η απαίτηση για αναστολή των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων, χωρίς ούτε μία λέξη για τον επιδιωκόμενο σκοπό, το κόστος ή το στρατηγικό κενό που θα δημιουργούσε. Η άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους, ύψιστη προτεραιότητα των «συντρόφων και αλληλέγγυων», δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα που υποτίθεται ότι διευθετεί. Τα οριστικά σύνορα παραμένουν μη συμφωνημένα, η πολιτική εκπροσώπηση είναι διχασμένη ανάμεσα στην Παλαιστινιακή Αρχή και τη Χαμάς και οι εγγυήσεις ασφαλείας για Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους εξακολουθούν να αποτελούν ανοιχτό ζήτημα. Αν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να μετατρέψει το σύνθημα σε εξωτερική πολιτική οφείλει να απαντήσει ποια σύνορα αναγνωρίζει, ποιος θα κυβερνά, ποια θα είναι η θέση της Χαμάς και με ποιον τρόπο η μονομερής αναγνώριση θα οδηγήσει σε βιώσιμη ειρήνη.
Χωρίς απαντήσεις, παραμένει μια ταιριαστή συνέχεια για τον πολιτικό που κάποτε αναρωτήθηκε δημοσίως: «Μας κατηγορούν ότι ανοίξαμε τα σύνορα. Ποια σύνορα; Έχει η θάλασσα σύνορα και δεν το ξέραμε;»
Η θέση της ευρύτερης Αριστεράς απέναντι στο Ισραήλ είναι γνωστή και διατυπώνεται πλέον χωρίς επιφυλάξεις. Ακούγεται στη Βουλή, επαναλαμβάνεται στις πορείες, εκφράζεται με ψηφίσματα, καταλήψεις και οργανωμένους ακτιβισμούς. Είναι γνωστές οι περιπτώσεις όπου οργανωμένες κομματικές οργανώσεις στρέφονται εναντίον Ισραηλινών πολιτών που επισκέπτονται την Ελλάδα, σαν κάθε τουρίστας που κρατά ισραηλινό διαβατήριο να φέρει προσωπική ευθύνη για τις αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας του. Αυτές οι δήθεν διαμαρτυρίες αναβιώνουν ανατριχιαστικές ναζιστικές μεθόδους.
Εδώ η πολιτική διαμαρτυρία παύει να αφορά τον Νετανιάχου. Η ενοχή μεταφέρεται από την κυβέρνηση στο λαό, από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην εθνική ταυτότητα και στη συλλογική καταδίκη. Και η συλλογική ενοχοποίηση των Εβραίων ή των Ισραηλινών δεν εξαγνίζεται επειδή εκφέρεται στο όνομα ενός «δίκαιου αγώνα» του παλαιστινιακού λαού, τον οποίο «δίκαιο αγώνα», στο μεταξύ, διεξάγουν οι σφαγείς της Χαμάς και τα ενεργούμενα του θεοκρατικού Ιράν και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που χρηματοδοτείται από το Κατάρ και την Τουρκία.
Η ελληνική Αριστερά διατηρεί μια παλαιά και βαθιά ριζωμένη πεποίθηση: ότι οι δικές της μειοψηφικές θέσεις αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, την αυθεντική βούληση του λαού. Οι εκλογικοί συσχετισμοί, οι κοινωνικές πλειοψηφίες και οι στρατηγικές επιλογές της χώρας αντιμετωπίζονται ως προσωρινά εμπόδια μπροστά σε μια ανώτερη ιδεολογική νομιμότητα. Μπορεί να εκπροσωπεί ένα περιορισμένο τμήμα της κοινωνίας, εξακολουθεί όμως να μιλά σαν να διαθέτει το ηθικό πληρεξούσιο ολόκληρου του έθνους.
Αυτή είναι μια παλαιότερη και πονεμένη ιστορία. Η δήλωση της Κουφονικολάκου θέτει ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα. Αφορά την εξωτερική πολιτική μιας χώρας η οποία βρίσκεται σε εξαιρετικά ασταθή περιοχή, αντιμετωπίζει καθημερινά αναθεωρητικές απειλές και έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κεφάλαιο σε συγκεκριμένες διεθνείς συμμαχίες.
Η Ελλάδα δεν συζητά τη σχέση της με το Ισραήλ σε ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο. Τη συζητά στην Ανατολική Μεσόγειο, απέναντι σε μια Τουρκία που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, διατηρεί το casus belli, προβάλλει τη «Γαλάζια Πατρίδα», εργαλειοποιεί τη μουσουλμανική αλληλεγγύη και επιχειρεί να αναδειχθεί σε ηγεμονική δύναμη του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν αποτελεί συναισθηματική επιλογή ούτε προσωπική προσκόλληση στον εκάστοτε ισραηλινό πρωθυπουργό. Αποτελεί στρατηγική σύγκλιση κρατών που έχουν κοινά συμφέροντα στην άμυνα, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στις θαλάσσιες ζώνες και στη συγκράτηση του τουρκικού αναθεωρητισμού.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μια θεωρητική ή μακρινή απειλή. Η Τουρκία αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία, διατηρεί το casus belli, διεκδικεί ελληνικά νησιά, αρνείται την επήρεια νησιών στις θαλάσσιες ζώνες και επιχειρεί να μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε χώρο αποκλειστικής τουρκικής επιρροής. Απέναντι σε αυτή την απροκάλυπτη αναθεωρητική στρατηγική, η ελληνική Αριστερά δεν περιορίζεται σε μια γενική δυσπιστία προς την εθνική πολιτική. Καταγγέλλει τους εξοπλισμούς που ενισχύουν την αποτροπή, υπονομεύει τις συμμαχίες που περιορίζουν την τουρκική ισχύ και υιοθετεί, σχεδόν αυτούσιες, τις αιτιάσεις της Άγκυρας για την Κύπρο, το Αιγαίο, το Ισραήλ και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένο και δεν επιδέχεται εξωραϊσμούς: το ελληνικό εθνικό συμφέρον θυσιάζεται για ακόμη μία φορά στο βωμό μιας ιδεολογίας, ενώ οι πολιτικές επιλογές που παρουσιάζονται ως φιλειρηνικές και διεθνιστικές καταλήγουν να λειτουργούν ως εσωτερικός πολλαπλασιαστής της τουρκικής στρατηγικής.
Όταν η Ελλάδα ενισχύει την άμυνά της, η Αριστερά διαμαρτύρεται. Όταν συγκροτεί συμμαχίες που αναχαιτίζουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό, ζητά τη διάλυσή τους. Όταν η Άγκυρα απειλεί, αναζητά συνήθως την ευθύνη στην Αθήνα. Έτσι η ιδεολογική της καθαρότητα εξασφαλίζεται με το πραγματικό κόστος να μεταφέρεται στην εθνική κυριαρχία της χώρας.
Η Κουφονικολάκου δεν μίλησε για κανένα απ’ αυτά. Δεν εξήγησε τι θα σήμαινε για την ελληνική ασφάλεια μια βαθιά ρήξη με το Ισραήλ. Δεν ανέφερε ποιος θα αντικαθιστούσε την αμυντική, πληροφοριακή και τεχνολογική συνεργασία των δύο κρατών. Δεν είπε με ποιον τρόπο θα προστατεύονταν τα ελληνικά συμφέροντα μετά την αποδόμηση μιας από τις σημαντικότερες περιφερειακές συμμαχίες της χώρας.
Της αρκούσε η βεβαιότητα ότι βρισκόταν στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας». Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται για να επιβεβαιώνει την ηθική αυτοεικόνα ενός κόμματος. Ασκείται για να εξασφαλίζει την επιβίωση, την κυριαρχία και την ασφάλεια ενός κράτους.
Στο μεταξύ ο Αλέξης Τσίπρας, του οποίου η Θεώνη Κουφονικολάκου είναι σήμερα εκπρόσωπος, υπήρξε ένας από τους πρωθυπουργούς που εμβάθυναν αποφασιστικά τη σχέση Ελλάδας και Ισραήλ. Τον Δεκέμβριο του 2016, έχοντας δίπλα του τον ίδιο τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, δήλωνε πεπεισμένος ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ είχε «μεγίστη στρατηγική αξία» για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ευημερία της Ανατολικής Μεσογείου.
Η συνεργασία που σήμερα περιγράφεται ως «ντροπιαστική» δεν γεννήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οικοδομήθηκε με τη συμμετοχή και την υπογραφή του Αλέξη Τσίπρα. Η σημερινή ΕΛΑΣ οφείλει επομένως να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ήταν λανθασμένη και επαίσχυντη η στρατηγική που ακολούθησε ο αρχηγός της ως πρωθυπουργός, ήταν μια ακόμα από τις περίφημες αυταπάτες που τόσο μας στοίχησαν ή είναι σήμερα βολική η αποκήρυξή της επειδή το εκλογικό του ακροατήριο απαιτεί υψηλότερες δόσεις αντιισραηλινής ρητορικής;
Και τα δύο μαζί δεν γίνεται να ισχύουν.
Με την υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, συστήνεται Ανώνυμη Εταιρεία με επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.» (ΟΔΑΠ). Η αντιπολίτευση μιλά για «ξεπούλημα στο κεφάλαιο» των μνημείων. Ποια είναι η πραγματικότητα; Το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 90% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά 10% στον ΟΔΑΠ, που δεν είναι ιδιωτικός φορέας, αλλά δημόσιος οργανισμός υπό το υπουργείο Πολιτισμού. Ποια είναι τα 9 μεγάλα ψέματα με τα οποία αντιπολιτεύτηκε την κυβέρνηση η, δεξιά κι αριστερή, αντιπολίτευση.
1.
Κατά την κρίση στον Έβρο του 2020, όταν η Τουρκία ωθούσε χιλιάδες μεταναστών στα σύνορα, η Αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση για συστηματική παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ξυλοδαρμούς από την ΕΛΑΣ και το Λιμενικό.
- Η πραγματικότητα; Τον Μάιο του ίδιου έτους επιβεβαιώθηκε διεθνώς ότι η Ελλάδα αντιμετώπιζε μια υβριδική επίθεση αμφισβήτησης των συνόρων της και έτυχε πλήρους στήριξης από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς με την παρουσία της Frontex στον Έβρο.
2.
Το καλοκαίρι του 2022, στελέχη της αντιπολίτευσης και δημοσιεύματα υποστήριξαν ότι μια ομάδα 38 μεταναστών είχε εγκαταλειφθεί αβοήθητη από τις ελληνικές αρχές σε νησίδα του Έβρου, με αποτέλεσμα να πεθάνει από τσίμπημα σκορπιού ένα 5χρονο κορίτσι, η «μικρή Μαρία».
- Η πραγματικότητα; Η έρευνα της Ελληνικής Αστυνομίας, οι καταθέσεις των ίδιων των μεταναστών όταν περισυνελέγησαν, αλλά και μεταγενέστερα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ (όπως του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel, το οποίο απέσυρε τα σχετικά άρθρα του) απέδειξαν ότι το περιστατικό με το νεκρό παιδί ήταν σκηνοθετημένο και δεν υπήρξε ποτέ ούτε θάνατος ούτε ταφή.
3.
Κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου για τη δημιουργία της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι μεθοδεύει την ιδιωτικοποίηση του νερού και των εταιρειών ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ.
- Η πραγματικότητα; Λίγο αργότερα, με απόφαση της κυβέρνησης, οι μετοχές της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ μεταβιβάστηκαν εκ νέου απευθείας στο Δημόσιο (από το Υπερταμείο), ενώ η παροχή νερού παρέμεινε υπό αμιγώς δημόσιο έλεγχο, καταρρίπτοντας στην πράξη τα περί ιδιωτικοποίησης.
4.
Με την ψήφιση του εργασιακού νόμου το 2023, κόμματα της αντιπολίτευσης και συνδικαλιστικοί φορείς υποστήριξαν ότι η κυβέρνηση καταργεί το 8ωρο και καθιερώνει υποχρεωτική 13ωρη εργασία την ημέρα για όλους τους εργαζόμενους.
- Η πραγματικότητα; Το 8ωρο και το 5ήμερο/6ήμερο παραμένουν ο κανόνας. Η διάταξη αφορούσε αποκλειστικά τη δυνατότητα παράλληλης απασχόλησης σε δεύτερο εργοδότη (βάσει ευρωπαϊκής οδηγίας), διατηρώντας το ανώτατο όριο ημερήσιας ανάπαυσης σε 11 συνεχόμενες ώρες.
5.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας και εξαιτίας των μέτρων που ελήφθησαν κατά τη διάρκειά της, η αντιπολίτευση προέβλεψε ότι η χώρα θα οδηγηθεί τον επόμενο χειμώνα σε χρεοκοπία και νέα μνημόνια.
- Η πραγματικότητα; Η Ελλάδα τα χρόνια που ακολούθησαν πέτυχε ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανεργία υποχώρησε σε μονοψήφια ποσοστά (χαμηλό 15ετίας), τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν και η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα από όλους τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.
6.
Μετά την τραγωδία των Τεμπών, η αντιπολίτευση υιοθέτησε την κατηγορία ότι η εμπορική αμαξοστοιχία μετέφερε παράνομα χημικά/εύφλεκτα υλικά (όπως ξυλόλιο, τολουόλιο κ.ά.) που προκάλεσαν την έκρηξη, και ότι η κυβέρνηση προχώρησε σε εσπευσμένο «μπάζωμα» του χώρου για να εξαφανίσει τα στοιχεία και να συγκαλύψει το έγκλημα.
- Η πραγματικότητα; Η δικαστική έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη περιέλαβε πραγματογνωμοσύνες από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Γενικό Χημείο του Κράτους, στις οποίες, μετά την ανάλυση δειγμάτων, αποκλείεται η μεταφορά παράνομων υλικών. Και η υπόθεση εκδικάζεται, παρά τη συστηματική προσπάθεια να καθυστερήσει η έναρξη της δίκης.
7.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν κατασκευάστηκαν νέες διαδρομές πρόσβασης στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, η αντιπολίτευση έκανε λόγο για «καταστροφή» και «τσιμέντωμα» του μνημείου με οπλισμένο σκυρόδεμα, κατηγορώντας το υπουργείο Πολιτισμού για αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
- Η πραγματικότητα; Οι εργασίες έγιναν βάσει μελετών εγκεκριμένων ομόφωνα από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) και υπό την επίβλεψη του διακεκριμένου ακαδημαϊκού και αρχιτέκτονα Μανόλη Κορρέ. Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν κοινό τσιμέντο, αλλά ειδικό τεχνητό μείγμα που είναι πλήρως αναστρέψιμο. Η UNESCO και διεθνείς εμπειρογνώμονες που επισκέφθηκαν το μνημείο αξιολόγησαν θετικά τις παρεμβάσεις για την ασφάλεια και την προσβασιμότητα.
8.
Η απόφαση της κυβέρνησης για την απόσπαση και επανατοποθέτηση των σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης καταγγέλθηκε από την αντιπολίτευση ως «καταστροφή και τεμαχισμός της ιστορίας» της πόλης. Υποστηρίχθηκε ότι τα αρχαία έπρεπε να μείνουν στη θέση τους και ότι η μέθοδος της κυβέρνησης θα κατέστρεφε τα ευρήματα.
- Η πραγματικότητα; Η μέθοδος της απόσπασης και επανατοποθέτησης εγκρίθηκε από το ΚΑΣ και κρίθηκε απόλυτα νόμιμη και ασφαλής από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έπειτα από προσφυγές. Τα αρχαία αποσπάστηκαν με συντηρητικές μεθόδους, συντηρήθηκαν και επανατοποθετήθηκαν στο ακέραιο στο σταθμό Βενιζέλου, δημιουργώντας τον μοναδικό στον κόσμο ανοιχτό αρχαιολογικό χώρο εντός μητροπολιτικού σιδηροδρόμου.
9.
Με την υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, συστήνεται Ανώνυμη Εταιρεία με επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.» (ΟΔΑΠ). Η αντιπολίτευση μιλά για «ξεπούλημα στο κεφάλαιο» των μνημείων.
- Η πραγματικότητα; Το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 90% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά 10% στον ΟΔΑΠ, που δεν είναι ιδιωτικός φορέας, αλλά δημόσιος οργανισμός υπό το υπουργείο Πολιτισμού.
***
Αν έπειτα από όλα αυτά τα ψέματα, έπειτα από όλες αυτές τις προβλέψεις που αστόχησαν εξακολουθείς να εμπιστεύεσαι αυτή την αντιπολίτευση, τότε μια εξήγηση υπάρχει: έχεις ροπή προς την εθελούσια εξαπάτηση. Δεν πρέπει να κάνεις κάτι γι’ αυτή;
Το μέλλον δεν έρχεται μόνον ελπιδοφόρο αλλά και με εξαιρετικά μεγάλους κινδύνους και προκλήσεις για τα συστήματα υγείας διεθνώς. Η χώρα μας ειδικά, περισσότερο από άλλες, βρίσκεται στο σταυροδρόμι δυο μεγάλων γεωπολιτικών κρίσεων, του πολέμου στην Ουκρανία και της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Απ’ αυτές τις δύο μεγάλες συγκρούσεις, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει λειτουργήσει ως το μεγαλύτερο μοντέλο για να καταλάβουμε πώς θα μοιάζει ο ολοκληρωτικός πόλεμος του άμεσου μέλλοντος. Από τις 22 Φεβρουαρίου 2022 που ξεκίνησε η πλήρης ρωσική εισβολή, οι ουκρανικές πολιτικές υγειονομικές μονάδες, το προσωπικό τους, οι τραυματιοφορείς, οι στρατιώτες, οι πολίτες και οι διασώστες βρέθηκαν στο στόχαστρο των ρωσικών βομβαρδισμών.
Τα στοιχεία του ΠΟΥ είναι ενδεικτικά:
Κατά τα πρώτα 3,5 χρόνια του πολέμου έχουν καταγραφεί 1.540 επιθέσεις σε νοσοκομεία και λοιπές μονάδες υγείας. Ενώ, σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, από την αρχή του πολέμου έχουν καταστραφεί 219 ιατρικές εγκαταστάσεις σε 55 ιδρύματα (νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές). Στην πρόσφατη έκθεση (Ιούλιος 2026) με τίτλο «No safe place to Heal», οι Γιατροί χωρίς Σύνορα κάνουν μια αναλυτική καταγραφή των μεγαλύτερων νοσοκομείων που επλήγησαν από την αρχή του πολέμου ώς σήμερα. Την παραθέτουμε επιγραμματικά για να κατανοήσουμε το μέγεθος της σφοδρότητας με την οποία βάλλονται οι μονάδες υγείας στον σύγχρονο πόλεμο:
· Στις 4 Απριλίου 2022, επλήγη το ογκολογικό και παιδιατρικό νοσοκομείο της πόλης Μικολάιβ.
· Στις 15 Ιουνίου 2022, βομβαρδίστηκε το νοσοκομείο της πόλης Αποστόλοβε.
· Στις 8, 11 και 15 Οκτωβρίου 2022, βλήθηκαν εγκαταστάσεις των Γιατρών χωρίς Σύνορα στις πόλεις Χερσόνα, Ντόνετσκ και Ιζιούμ.
· Στις 26 Μαΐου 2023, ρωσικός πύραυλος έπληξε υγειονομικές εγκαταστάσεις του Δνίπρο.
· Την 1η Αυγούστου 2023, βομβαρδίστηκε το νοσοκομείο της Χερσόνας από ρωσικό πύραυλο.
· Στις 5 Οκτωβρίου και στις 13 Νοεμβρίου 2023 σημειώθηκαν επιθέσεις στο νοσοκομείο της πόλης Μπερισλάβ, στην περιοχή της Χερσόνας.
· Στις 20 Νοεμβρίου 2023, σημειώθηκε επίθεση στο νοσοκομείο στην πόλη Σελιντόβε, περιοχή Ντονέτσκ.
· Στις 14 Φεβρουαρίου 2024, σημειώθηκαν εκτεταμένες ζημιές σε τμήματα του νοσοκομείου της πόλης Σελιντόβε.
· Στις 14 Μαρτίου 2024, βλήθηκε το νοσοκομείο της πόλης Τροστιανέτς στην περιοχή Σούμι.
· Στις 8 Ιουλίου 2024, κατά τη διάρκεια μαζικού ρωσικού βομβαρδισμού στην ουκρανική επικράτεια, επλήγη στο Κίεβο παιδιατρικό νοσοκομείο.
· Στις 6 Σεπτεμβρίου 2024, το τελευταίο πολιτικό νοσοκομείο της πόλης Ποκρόβσκ αναγκάστηκε να κλείσει λόγω εκτεταμένων ζημιών.
· Στις 25 Οκτωβρίου 2024, κατά τη διάρκεια βιαιότατων πολύνεκρων αεροπορικών βομβαρδισμών στην περιοχή του Δνίπρο, επλήγη ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία στην Ουκρανία.
· Στις 7 Νοεμβρίου 2024, επλήγη το αντικαρκινικό νοσοκομείο της Ζαπορίζια.
· Την 1η Μαρτίου 2025, ρωσική επίθεση κατέστρεψε μεγάλο μέρος του νοσοκομείου στο Χάρκοβο.
· Στις 14 Μαρτίου 2025, επίθεση σημειώθηκε στο νοσοκομείο της πόλης Ζολοτσίβ στην περιοχή του Χάρκοβο.
· Την 1η Ιουλίου 2025, νοσοκομείο υποστηριζόμενο από τους Γιτρούς χωρίς Σύνορα στη Χερσόνα δέχθηκε επίθεση.
· Την 9η Σεπτεμβρίου 2025, το νοσοκομείο στην πόλη Κοστιαντινίβκα στην περιοχή του Ντονέτσκ αναγκάστηκε να αναστείλει τη λειτουργία του, έπειτα από μήνες βομβαρδισμών.
· Στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, έπειτα από επαναλαμβανόμενους βομβαρδισμούς, υποχρεώθηκε σε κλείσιμο το νοσοκομείο της κωμόπολης Μεζόβα στην περιφέρεια Ντνιπροπετρόβσκ, αφήνοντας τους κατοίκους της περιοχής αυτής χωρίς καθόλου πρόσβαση σε τριτοβάθμια δομή υγείας.
Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι, παρά τις διεθνείς συνθήκες που τα προστατεύουν από βομβαρδισμούς, τα νοσοκομεία στον σύγχρονο πόλεμο αποτελούν πρώτης τάξεως στόχους. Υπάρχουν δύο αιτίες που συμβαίνει αυτό. Βάλλοντας κατά υγειονομικών στόχων, απογυμνώνεις τα αντίπαλα στρατεύματα από το σημαντικότερο στοιχείο της επιμελητείας –μετά την τροφοδοσία– που είναι η υγειονομική κάλυψη. Η δεύτερη αιτία είναι πιο αθέατη και αφορά την ψυχολογική πίεση που ασκείται στον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος υποφέρει ήδη από την καθημερινή τρομοκρατία των μαζικών εχθρικών βομβαρδισμών και το άγχος και η ταλαιπωρία κλιμακώνονται όταν αυτός μένει χωρίς υγειονομική περίθαλψη λόγω της απώλειας του κοντινού νοσοκομείου του.
Οι περισσότερες από τις επιθέσεις που περιγράφηκαν έγιναν από drone. Αυτό το νέο όπλο ήρθε για να αλλάξει την μορφή του πολέμου μια για πάντα. Φθηνό, αναλώσιμο, ακριβές στις βολές του, κάνει δυνατές τις μαζικές επιθέσεις και είναι αποτελεσματικά καταστρεπτικό όταν εκρήγνυται. Οι χωρίς υψηλό κόστος τεχνικές δυνατότητες των drone κατέστησαν δυνατή την εφαρμογή της απάνθρωπα τρομοκρατικής πρακτικής του «διπλού χτυπήματος». Σύμφωνα με αυτή την πρακτική, την πρώτη επίθεση με drone κατά των πολιτικών στόχων ακολουθεί μια δεύτερη η οποία αποσκοπεί όχι να πλήξει αθώους πολίτες αλλά κυρίως τα διασωστικά συνεργεία, τους διασώστες, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που επιχειρούν στο σημείο. Προκαλώντας δυνητική εξασθένηση στην ιατρική και διασωστική επιμελητεία του αμυνόμενου. Επιπλέον, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες, χάρη στην υψηλή ακρίβεια των drone, στόχος των επιθέσεων ήσαν τα ασθενοφόρα.
Τα ανοχύρωτα νοσοκομεία στους πολέμους
Το 2022 και το 2023, στα ουκρανικά νοσοκομεία που υποστηρίζονταν από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα, θα παρατηρούσαμε πολεμικά τραύματα που προέρχονται από πυροβόλα όπλα. Σήμερα, τα περισσότερα πολεμικά τραύματα προέρχονται από drone. Τα τραύματα αυτά δεν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνα που προκαλούνται από άλλα εκρηκτικά όπλα, η διαφορά είναι ότι τα drone μπορούν να πλήξουν στόχους με μεγάλη ακρίβεια σε μεγάλες αποστάσεις και συχνά χωρίς προειδοποίηση. Γενικά δεν υπάρχει ένα μοναδικό «πρότυπο τραυματισμού» για όλα τα είδη των πολεμικών drone, καθώς χρησιμοποιούνται διαφορετικοί τύποι πυρομαχικών και σε διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά. Όμως η ουκρανική εμπειρία μάς δίνει εικόνες τόσο των τραυμάτων και της αντιμετώπισής τους, αλλά και της συμπεριφοράς των βαλλομένων που μπορεί να χειροτερεύσει τον μηχανισμό κάκωσης. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι ενστικτωδώς σηκώνουν τα χέρια τους για να προστατεύσουν το κεφάλι τους, πράγμα που οδηγεί σε σοβαρά τραύματα στα άνω άκρα. Επιπλέον, τα θραύσματα από τον εκρηκτικό μηχανισμό προκαλούν πολλαπλούς μικρούς τραυματισμούς σε όλο το σώμα, διεισδύοντας προς διαφορετικές κατευθύνσεις, δημιουργώντας έτσι βαθιά και ακανόνιστα τραύματα. Γεγονός που οδηγεί σε υψηλό κίνδυνο θανατηφόρας σήψης λόγω του δύσκολου καθαρισμού των τραυμάτων. Παρακάτω, από έκθεση των Γιατρών χωρίς Σύνορα, περιγράφεται μια τυπική κλινική εικόνα ασθενούς που έχει επιβιώσει από επίθεση drone:
Νεαρός ασθενής με ακρωτηριασμένο το δεξιό του κάτω άκρο, με ανοιχτό κάταγμα στο δεξιό βραχιόνιο, πολλά μικρά θραύσματα στον αριστερό άνω άκρο και πολλαπλά τραύματα στο θώρακα, την κοιλιά και το κεφάλι.
Από τραυματιολογικής πλευράς, οι κακώσεις που προκαλούνται αντιμετωπίζονται με τις ίδιες αρχές που εφαρμόζονταν και για τα υπόλοιπα τραύματα από εκρήξεις: έλεγχος της αιμορραγίας, διασφάλιση αεραγωγών και αναπνοής, ταχεία μεταφορά σε κατάλληλη νοσοκομειακή μονάδα και αντιμετώπιση των τραυμάτων ανάλογα με τη βαρύτητά τους.
Αυτό είναι το μέλλον του πολέμου! Μαζικά, φθηνά και αποτελεσματικότατα στους θανατηφόρους σκοπούς τους όπλα. Ποια μπορεί να είναι η άμυνα ενός συστήματος υγείας απέναντι στα drone; Πώς θα μπορούν να προστατεύονται οι υγειονομικές εγκαταστάσεις για να συνεχιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της; Πάλι καταφεύγουμε στην ουκρανική εμπειρία όπου τα νοσοκομεία, οι πρωτοβάθμιες μονάδες καθώς και τα ασθενοφόρα εξοπλίζονται με αντι-drone συστήματα τα οποία εντοπίζουν, προειδοποιούν και κάνουν χρήση ηλεκτρονικών παρεμβολών που διακόπτουν το σήμα επικοινωνίας και το GPS του drone για να το αποπροσανατολίσουν.
Η Ελλάδα έχει παραγάγει ένα αξιόλογο αντι-drone σύστημα, τον Κένταυρο, που έχει εφαρμοστεί με επιτυχία. Το ιδανικό θα ήταν να υπάρξει σχεδιασμός για τον δυνητικό εξοπλισμό του ΕΣΥ με το εν λόγω σύστημα.
Απάντηση σε ανάρτηση του ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη «Προς τους Εβραίους συμπολίτες μας»
Ο Γιώργος Μαργαρίτης, ο ιστορικός με έργο γύρω από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά, γράφει «Προς τους εβραίους συμπολίτες μας» και προχωρά να μας εξηγήσει, με το ύφος του κηδεμόνα, ποιοι ήταν οι αληθινοί μας φίλοι, ποιοι οι ψεύτικοι και τι θα ήταν φρόνιμο να προσέχουμε εμείς οι εβραίοι. Ας ξεκινήσουμε απ’ αυτό, γιατί είναι το μόνο που χρειάζεται να ειπωθεί για να καταρρεύσει όλο το υπόλοιπο: κύριε Μαργαρίτη, κανείς δεν σας διόρισε συνήγορό μας.

Η ανάρτηση του καθηγητή ιστορίας Γιώργου Μαργαρίτη, στο λογαριασμό του στο facebook, από τις 15 Ιουλίου 2025. Ένα χρόνο μετά, ο αριστερός αντισημιτισμός είναι ρεύμα και καθορίζει πλήθος από κοινωνικές συμπεριφορές.
Οι εβραίοι δεν περιμένουν έναν χριστιανό συμπατριώτη τους να τους πει από ποιους απειλούνται. Δεν χρειαζόμαστε μάθημα για τον αντισημιτισμό από κάποιον που δεν τον έχει ζήσει ποτέ στο σώμα του, που δεν μέτρησε ποτέ ποιοι και ποιες έλειπαν από το τραπέζι μετά το '43, που δεν κουβαλάει το όνομα μιας κοινότητας η οποία εξαφανίστηκε κατά το 98%. Η ανάρτησή σας προϋποθέτει ότι εμείς δεν ξέρουμε την ιστορία μας και εσείς την ξέρετε καλύτερα. Αυτό είναι το πρώτο ατόπημα, και μαζί το δείγμα μιας ηθικής κατάρρευσης που εσείς, ως ιστορικός, έπρεπε να αναγνωρίζετε πριν από τον καθένα: να μιλάτε για μας, στη θέση μας, σαν να μην είμαστε παρόντες να απαντήσουμε.
Και όμως, είμαστε παρόντες. Αυτή είναι η απάντηση.
Δείτε τι κάνετε με την ιστορία. Παίρνετε μια αληθινή σελίδα, ότι το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έσωσαν εβραίους όταν το κράτος τους παρέδιδε, και τη μετατρέπετε σε τίτλο ιδιοκτησίας. Η αντίσταση δεν σας ανήκει. Δεν είναι κεφάλαιο που ξοδεύετε για να αγοράσετε το δικαίωμα να μας απειλήσετε στην τελευταία παράγραφο. Οι εβραίοι που σώθηκαν τότε δεν σώθηκαν για να γίνουν το επιχείρημά σας το 2026. Γιατί εκεί καταλήγει το κείμενο, και εκεί ξεσκεπάζεται. «Ακόμα και οι εκλεκτοί λαοί του Θεού μπορεί να γίνουν εγκληματικές συμμορίες». Δεν γράφετε «το κράτος του Ισραήλ». Γράφετε «οι εκλεκτοί λαοί του Θεού». Ένας λαός, ορισμένος από τη σχέση του με τον Θεό του, ένας ολόκληρος λαός που «μπορεί» να γίνει συμμορία. Αυτό δεν είναι κριτική πολιτικής. Είναι η αρχαιότερη μελωδία: ο εβραίος ως κρυφή δύναμη, που «αγκαλιάζει το φίδι και κοιμάται μαζί του». Το φίδι δεν είναι δικό σας λεξιλόγιο. Το δανειστήκατε από τον ναζιστή Στράιχερ, χωρίς να σεβαστείτε την ανάγκη παραπομπής, γιατί δεν υπάρχει λόγος να παραπέμψετε στην πηγή όταν επαναλαμβάνετε κάτι που έχετε αφομοιώσει ως δικό σας.
Και εδώ είναι το πιο βαθύ. Όταν γράφετε ότι «θα ήταν φρόνιμο να προσέχουμε», η προστασία που μας προσφέρετε έρχεται υπό όρους. Η ασφάλειά μας δεν είναι δικαίωμα, είναι ανταμοιβή για καλή διαγωγή. Και τους όρους τους βάζετε εσείς, κρατώντας για τον εαυτό σας το δικαίωμα να αποφασίζετε πότε ένας εβραίος αξίζει να προστατευτεί και πότε όχι. Και εδώ φαίνεται γιατί η ιδιότητά σας του ιστορικού δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι βολικό να καταπιάνεστε με τους εβραίους ως ιστορική μειονότητα που υπέφερε: μέσα από αρχεία, μαρτυρίες, τεκμήρια, λίστες νεκρών, ονόματα χαραγμένα σε μνημεία. Εκεί οι εβραίοι είναι παρελθόν. Είναι αντικείμενο μελέτης, θύμα προς τιμήν, σελίδα προς φύλαξη. Η στάση είναι ευλαβική, και συχνά ειλικρινής. Ο νεκρός εβραίος δεν αντιμιλά, δεν έχει κράτος, δεν έχει πολιτική, δεν σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Τον τιμάτε και τιμάστε.
Η αληθινή θέση σας αποκαλύπτεται τη στιγμή που ο εβραίος παύει να είναι αρχείο και γίνεται ζωντανός πληθυσμός. Όσο μελετάτε τους νεκρούς, είστε ο δίκαιος. Όταν στρέφεστε στους ζωντανούς, σηκώνετε το δάχτυλο και απειλείτε όσους αναπνέουν. Η απόσταση των αρχείων σάς επέτρεψε να νιώθετε φίλος των εβραίων χωρίς κόστος. Η παρουσία των ζωντανών σάς ξεσκεπάζει, γιατί οι ζωντανοί έχουν φωνή, έχουν διαφωνίες, ανήκουν σε ένα παρόν που δεν ελέγχετε, και αυτό ακριβώς δεν το αντέχετε. Οι νεκροί εβραίοι σας επιβεβαιώνουν· οι ζωντανοί σας ξεσκεπάζουν. Και αντί να δεχτείτε την πρόκληση διαλέξατε την προειδοποίηση και την απειλή.
Λοιπόν, κρατήστε τη συμβουλή σας. Οι δικοί μου που πολέμησαν στον ΕΛΑΣ θα ντρέπονταν να διαβάσουν το κείμενό σας. Δεν κοιμόμαστε με φίδια, κ. Μαργαρίτη, και δεν χρειαζόμαστε φύλακα. Οι Δίκαιοι και οι Άδικοι, γράφετε, ορίζονται από την ιστορία. Σωστά. Και η ιστορία θα καταγράψει ότι ένας Έλληνας χριστιανός ιστορικός πήρε τη γλώσσα των σωτήρων και τη γύρισε σε γλώσσα απειλής, νομίζοντας ότι μιλούσε για μας, ενώ εμείς ήμασταν όλη την ώρα εδώ.
Χρειάστηκαν εννέα χρόνια δικαστικών αγώνων για να δικαιωθεί ένας διευθυντής σχολείου – συγκεκριμένα, ο Στυλιανός Καραπιπέρης. Ο σήμερα δικαιωθείς υποστήριζε από το 2017 ότι κατά τις κρίσεις στελεχών της εκπαίδευσης αδικήθηκε, υφιστάμενος πολιτική και κομματική δίωξη με τη διαδικασία επιλογής που είχε υιοθετηθεί η οποία έδινε τη δυνατότητα να κρίνεται κάποιος από συνδικαλιστές και χωρίς αιτιολογία. Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς αναγνώρισε την ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου και επιδίκασε αποζημίωση υπέρ του, στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα για την ανάγκη νομιμότητας και διαφάνειας στις διαδικασίες επιλογής στελεχών.
Η υπόθεση είχε αποκτήσει ιδιαίτερο συμβολισμό ήδη από την ποινική της διάσταση. Στη δίκη των μελών του τότε Συμβουλίου Επιλογής, μεταξύ των μαρτύρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων ήταν και ο τότε υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου, γεγονός που ανέδειξε τη βαρύτητα της υπόθεσης και το έντονο δημόσιο ενδιαφέρον που είχε προκαλέσει. Παρά την πολιτική και θεσμική ισχύ που βρέθηκε απέναντί του, ο διευθυντής επέλεξε να εξαντλήσει κάθε νόμιμο μέσο, διεκδικώντας τη δικαίωσή του.
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο. Αφορά το ίδιο το κύρος των θεσμών. Η αξιοκρατία δεν είναι προαιρετική πολιτική επιλογή· αποτελεί συνταγματική επιταγή. Η αρχή της ισότητας (άρθρο 4), η προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5), η αρχή του κράτους δικαίου και της χρηστής διοίκησης (άρθρο 25), καθώς και η αποστολή της δημόσιας διοίκησης κατά το άρθρο 103 του Συντάγματος, επιβάλλουν οι κρίσεις στελεχών να πραγματοποιούνται με αντικειμενικά, διαφανή και πλήρως αιτιολογημένα κριτήρια.
Το δημόσιο σχολείο δεν έχει ανάγκη από διαδικασίες που αφήνουν σκιές. Έχει ανάγκη από στελέχη που επιλέγονται επειδή διαθέτουν τα περισσότερα προσόντα, την καλύτερη επιστημονική κατάρτιση και τις μεγαλύτερες διοικητικές ικανότητες. Κάθε διαφορετική αντίληψη τραυματίζει την εμπιστοσύνη των εκπαιδευτικών και οδηγεί αναπόφευκτα στις δικαστικές αίθουσες.
Εξίσου κρίσιμο είναι οι κρίσεις να διενεργούνται στην ώρα τους. Οι καθυστερήσεις, οι παρατάσεις θητειών και οι πολύχρονες εκκρεμότητες δημιουργούν αβεβαιότητα και υπονομεύουν την εύρυθμη λειτουργία της εκπαίδευσης.
Η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση υπενθυμίζει ότι, ακόμη και όταν ένας πολίτης αισθάνεται πως βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν ισχυρό διοικητικό ή πολιτικό μηχανισμό, το κράτος δικαίου παρέχει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Η δικαιοσύνη μπορεί να απαιτεί χρόνο, όμως η τελική κρίση της αποτελεί τη σημαντικότερη εγγύηση ότι η αξιοκρατία δεν θα παραμένει μια θεωρητική αρχή, αλλά θα εφαρμόζεται στην πράξη.
Η εκπαίδευση χρειάζεται θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη χτίζεται μόνο όταν η αξιοκρατία εφαρμόζεται χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς παρεμβάσεις και χωρίς εκπτώσεις.
Ας συμφωνήσουμε αρχικά σε κάτι στοιχειώδες. Μια σοβαρή κρίση σπανίως χωρά στο άσπρο και το μαύρο, στο καλό και το κακό. Η ερμηνεία που σέβεται το αντικείμενό της αποδέχεται την πολυπλοκότητά του, ακόμη και όταν καταλήγει σε αυστηρό συμπέρασμα. Διαφορετικά, η κριτική παύει να είναι κρίση και καταντά αποψάρα.
Δεν είδα την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν. Είδα, όμως, εκείνο που προηγήθηκε και ακολούθησε την προβολή της: τον μαύρο χαμό. Δεν υπήρξε λογαριασμός στο Facebook, στο X, στο Instagram ή σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά των κοινωνικών δικτύων που να αντιστάθηκε στον πειρασμό της δημόσιας αυτοέκθεσης: να μιλήσει με απόλυτη βεβαιότητα για όσα αγνοεί.
Γι’ αυτό ακριβώς το άρθρο αφορά τη «βουή και την αντάρα», όχι την ταινία. Για να κρίνει κανείς ένα κινηματογραφικό έργο, οφείλει ασφαλώς να το παρακολουθήσει. Για να παρατηρήσει όμως τον μηχανισμό που το μεταβάλλει σε παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός, αρκεί να κοιτάξει όσα συμβαίνουν γύρω του.
Πίσω από τις υψηλές λέξεις περί Ομήρου, πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπερίληψης και ιστορικής πιστότητας υπάρχει πρώτα μια πολύ πεζή πραγματικότητα. Μια παραγωγή της τάξης των 250 εκατομμυρίων δολαρίων πρέπει να επιστρέψει τα χρήματά της. Γύρω από μια τέτοια παραγωγή στήνεται πολύ πριν από την πρεμιέρα ένας τεράστιος μηχανισμός δημοσιότητας, που τρέφεται εξίσου από τη συζήτηση και τη διαμάχη. Το Χόλιγουντ γνωρίζει εδώ και καιρό ότι η διαμάχη είναι το φθηνότερο ειδικό εφέ μιας πανάκριβης ταινίας. Η μαύρη Ελένη, ο καταθλιπτικός Οδυσσέας, το μετατραυματικό στρες, οι δηλώσεις των ηθοποιών και η οργή των κοινωνικών δικτύων αποτελούν διαφορετικές πηγές του ίδιου πολύτιμου καυσίμου: της προσοχής.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο Νόλαν είναι ένας κυνικός έμπορος που έτυχε να πέσει πάνω στον Όμηρο. Ούτε άσχετος είναι ούτε ανόητος. Μελέτησε το κείμενο, διάβασε διαφορετικές μεταφράσεις και έπειτα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τις αγνόησε, ώστε να φτιάξει μια ταινία με τη δική του κινηματογραφική γλώσσα. Ο Ντάνιελ Μέντελσον, κορυφαίος κλασικός φιλόλογος και βαθύς γνώστης της ομηρικής Οδύσσειας, αναγνωρίζει ότι η κυκλική σύνθεση, οι αναδρομές, οι ιστορίες μέσα στις ιστορίες και η συνεχής επιστροφή στο σημείο εκκίνησης συνδέουν ουσιαστικά τη μέθοδο του Νόλαν με την ομηρική αφήγηση.
Η σοβαρότητα της προετοιμασίας του δεν αγιοποιεί το αποτέλεσμα, ωστόσο, το καθιστά άξιο σοβαρής διαφωνίας.
Η Οδύσσεια προκάλεσε επί αιώνες συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, ζωγράφους και μουσικούς. Ο Βιργίλιος, ο Δάντης, ο Τζόυς και ο Καζαντζάκης συνάντησαν διαφορετικό Οδυσσέα, επειδή κάθε εποχή αναζητούσε στο ίδιο πρόσωπο τη δική της ανησυχία. Αυτή η αδιάκοπη επανεμφάνισή του αποδεικνύει ότι το έργο λειτουργεί ακόμη, ότι εξακολουθεί να γεννά μορφές και νοήματα. Δεν μας υποχρεώνει να αποδεχθούμε κάθε νέα εκδοχή του. Η επίδραση ενός κλασικού έργου και η αξία μιας συγκεκριμένης διασκευής του είναι δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Ο Όμηρος μας κληροδότησε την Οδύσσεια, όχι και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να την ερμηνεύουμε.
Εξακολουθώ, για παράδειγμα, να διαβάζω την Οδύσσεια στη μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά και θεωρώ την απόπειρα των Καζαντζάκη–Κακριδή επιεικώς άστοχη. Κάποιος άλλος μπορεί να πιστεύει ακριβώς το αντίθετο. Αυτή είναι μια θεμιτή αισθητική και φιλολογική διαφωνία. Τι απομένει; Να κηρύξουμε νέο Τρωικό Πόλεμο ανάμεσα σε ανθρώπους που, σε μεγάλο ποσοστό, γνωρίζουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια κυρίως από τα εξώφυλλά τους;
Η σημαντικότερη ένσταση απέναντι στην ταινία, τουλάχιστον όπως την περιγράφει ο Μέντελσον, αφορά τον ίδιο τον Οδυσσέα. Ο Νόλαν τον μετατρέπει σε έναν ήρωα ενοχής, ψυχικά διαλυμένο από τον Τρωικό Πόλεμο, σχεδόν σε μια αρχαία εκδοχή του Μπάτμαν. Του αποδίδει κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες, ώστε να γίνει αναγνωρίσιμος από το θεατή του 21ου αιώνα. Η επιλογή διαθέτει δραματουργική λογική. Είναι όμως πολύ περισσότερο Νόλαν από όσο είναι Όμηρος.
Ο ομηρικός άνθρωπος γνωρίζει το φόβο, το πένθος, την απώλεια και τη συντριβή. Ο Οδυσσέας κλαίει στην ακτή της Καλυψώς, δακρύζει ακούγοντας τον Δημόδοκο να τραγουδά τα γεγονότα της Τροίας, νοσταλγεί την πατρίδα και υποφέρει για τους συντρόφους που χάθηκαν. Η ψυχική οδύνη υπάρχει. Εκείνο που απουσιάζει είναι η σύγχρονη ηθική ανάγνωσή της. Ο ήρωας βασανίζεται από την απώλεια, τον νόστο που αναβάλλεται, τη μνήμη και την οργή των θεών αλλά δεν μετανοεί επειδή έλαβε μέρος σε έναν πόλεμο ο οποίος παραβιάζει τις σημερινές αντιλήψεις περί βίας. Η πολεμική πράξη τού προσφέρει τιμή και κλέος, ενώ το τέχνασμα αποτελεί απόδειξη της αρετής του, όχι πηγή ενοχής που απαιτεί ψυχοθεραπευτική εξιλέωση.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Στον ομηρικό κόσμο το άτομο ορίζεται μέσα από το βλέμμα των θεών, των συμπολεμιστών, της οικογένειας και της κοινότητας. Η τιμή, η αιδώς, η φήμη, η εκδίκηση, η φιλοξενία και η πίστη στον οίκο συνθέτουν έναν κόσμο πολύ μακρινό από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον άνθρωπο και τις πράξεις του. Ακόμη και η μνηστηροφονία παρουσιάζεται ως βίαιη αποκατάσταση της τάξης που παραβιάστηκε, όχι ως έγκλημα από το οποίο ο Οδυσσέας θα χρειαστεί να... θεραπευθεί.
Οι πιο παραπλανητικές γέφυρες με την αρχαιότητα είναι συχνά οι λέξεις που επέζησαν. Ακούμε «αρετή», «ανδρεία», «πόλη», «σώμα», «έρωτας» και νομίζουμε ότι αναγνωρίζουμε τις ίδιες έννοιες. Η ομηρική αρετή συνδέεται με την ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνεται στο ρόλο του, όχι με τη νεότερη έννοια της ηθικής καλοσύνης. Η ανδρεία προϋποθέτει μια εξοικείωση με τη βία που σήμερα μας ξενίζει. Η πόλη απέχει από το σύγχρονο κράτος, ο έρωτας από τη ρομαντική αυτοπραγμάτωση και η ομόφυλη επιθυμία από τη νεότερη ιδέα μιας σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας. Οι ίδιες λέξεις κρύβουν διαφορετικούς κόσμους. Ο Όμηρος γνωρίζει το κόστος της βίας, ιδίως στην Ιλιάδα, αλλά το αντιλαμβάνεται με άλλες κατηγορίες. Η διάγνωση του μετατραυματικού στρες δεν αποτελεί απλή μεταφορά ενός παλαιού αισθήματος σε μια σημερινή λέξη. Μεταφέρει μαζί της ολόκληρη ανθρωπολογία.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το αναπόφευκτο δράμα κάθε σύγχρονης διασκευής. Ο σκηνοθέτης χρειάζεται να κάνει τον αρχαίο κόσμο οικείο σε ένα κοινό που σκέφτεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Αν τον αφήσει ριζικά ξένο, κινδυνεύει να χάσει το θεατή. Αν τον μεταφράσει πλήρως στη γλώσσα του παρόντος, χάνει τον αρχαίο κόσμο. Η διασκευή κινείται αναγκαστικά ανάμεσα σε αυτές τις δύο απώλειες. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αναχρονισμός, αλλά αν ο δημιουργός γνωρίζει ότι «αναχρονίζει» και αν η μετάπλαση που επιχειρεί παράγει τέχνη ή απλώς εναρμονίζεται με τις βεβαιότητες της εποχής του.
Άλλωστε, ο Όμηρος είχε αρχίσει να γίνεται προβληματικός ήδη μέσα στην ίδια την αρχαιότητα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Πλάτων τον αντιμετώπιζε συγχρόνως ως τον μεγάλο παιδαγωγό των Ελλήνων και ως έναν ποιητή επικίνδυνο για την ιδανική πολιτεία. Οι θεοί που εξαπατούν, οι ήρωες που θρηνούν, η μίμηση των παθών και η ηθική του επικού κόσμου κρίνονταν ακατάλληλα για τους πολίτες που ήθελε να διαμορφώσει. Η απόσταση ανάμεσα στον ομηρικό ήρωα και την πλατωνική πόλη είχε ήδη ανοίξει. Εάν λίγους αιώνες αργότερα οι ίδιοι οι αρχαίοι αισθάνονταν την ανάγκη να διορθώσουν ή να αποπέμψουν τον Όμηρο, θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι ο κινηματογράφος του 21ου αιώνα μπορεί να τον μεταφέρει ανέπαφο.
Γι’ αυτό κάθε σκηνοθετική παρέμβαση δολοφονεί και ταυτοχρόνως ανασταίνει το αρχαίο έργο. Το αποσπά από το δικό του σύστημα νοημάτων, αλλά του προσφέρει νέο κοινό. Ο δημιουργός βάζει με κάποια αυταρέσκεια το όνομά του δίπλα στο όνομα του Ομήρου, του Αισχύλου ή του Σοφοκλή, γνωρίζοντας ότι το παλαιό κύρος θα φωτίσει και τη δική του υπογραφή. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σπουδαίο, μέτριο ή καταστροφικό. Πιστή αναπαραγωγή, πάντως, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια καινούργια ανάγνωση που οφείλει να κριθεί για όσα επέλεξε, όσα κατανόησε και όσα θυσίασε.
Κάπου εδώ εμφανίζεται η μαύρη Ελένη (και μαζί η μαύρη Κλυταιμνήστρα) και η συζήτηση εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά την Οδύσσεια. Το χρώμα του δέρματος της Λουπίτα Νιόνγκο αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για το ίδιο το έπος. Η Ελένη έχει μικρή παρουσία στην Οδύσσεια, είναι μυθικό και όχι ιστορικό πρόσωπο, ενώ το θέατρο και ο κινηματογράφος έχουν προ πολλού εξοικειωθεί με διανομές που αγνοούν το φύλο ή την καταγωγή των χαρακτήρων. Κανένα αρχαίο κείμενο δεν ακυρώνεται επειδή ένας ρόλος ανατίθεται σε ηθοποιό διαφορετικής όψης από εκείνη που έχει παγιώσει η νεότερη εικονογραφική παράδοση.
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφέλεια να προσποιηθούμε ότι η επιλογή έγινε μέσα σε αισθητικό κενό. Ο ίδιος ο Μέντελσον θεωρεί προφανές ότι ο Νόλαν επέλεξε συνειδητά να προκαλέσει. Η πρόκληση γεννά δημοσιότητα, η δημοσιότητα εισιτήρια και η διανομή αποκτά έναν πρόσθετο συμβολισμό, ανεξάρτητο από την ερμηνεία της ηθοποιού. Η επιλογή μπορεί να είναι καλλιτεχνικά νόμιμη και συγχρόνως διαφημιστικά υπολογισμένη. Οι δύο διαπιστώσεις συνυπάρχουν χωρίς δυσκολία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια ελεύθερη σκηνοθετική απόφαση παρουσιάζεται ως ηθική διόρθωση του παρελθόντος και θωρακίζεται απέναντι σε κάθε κριτική. Η δήλωση της Νιόνγκο ότι θα ζητούσε περίπου το λόγο από τον Όμηρο επειδή αφιέρωσε λίγο χώρο στις γυναίκες ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος όπου η Αθηνά θέτει την πλοκή σε κίνηση, η Πηνελόπη αντιπαραθέτει τη δική της μήτιν στην πανουργία του Οδυσσέα, ενώ η Καλυψώ, η Κίρκη, η Ναυσικά, η Αντίκλεια, η Ευρύκλεια, η Ελένη και οι Σειρήνες καθορίζουν σχεδόν κάθε σταθμό του νόστου. Όλα αυτά φυσικά εκτυλίσσονται μέσα σε έναν πατριαρχικό κόσμο. Η θέση των γυναικών στον ομηρικό οίκο απέχει ριζικά από τη σύγχρονη ισότητα. Η γυναικεία παρουσία, ωστόσο, είναι τόσο δραστική ώστε η ανάγνωση του έπους ως ιστορίας που παραμερίζει απλώς τις γυναίκες αποκαλύπτει περισσότερο άγνοια παρά ευαισθησία.
Η απαίτηση να απολογηθεί ο Όμηρος επειδή δεν συμμορφώθηκε προς τις προδιαγραφές εκπροσώπησης του 2026 είναι εξίσου παράλογη με την επίπληξή του επειδή αγνοούσε την καθολική ψήφο, την ψυχανάλυση ή το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Η ιστορική κατανόηση αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που αναστέλλουμε προσωρινά το σημερινό ηθικό βαθμολόγιο και προσπαθούμε να αντιληφθούμε τις κατηγορίες μιας άλλης κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τη δική μας κρίση. Σημαίνει ότι πρώτα κατανοούμε και ύστερα κρίνουμε. Διαφορετικά συνομιλούμε μόνο με τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας τον αρχαίο συγγραφέα ως βουβό κομπάρσο στις σημερινές μας διαμάχες.
Ο όρος «γουόκ κουλτούρα» έχει πια χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ ώστε συχνά συσκοτίζει αντί να εξηγεί. Το φαινόμενο που επιχειρεί να περιγράψει, ωστόσο, είναι υπαρκτό: μια πολιτισμική «ορθοδοξία» που μετρά στα έργα παρουσίες και απουσίες, σαν η αξία τους να εξαρτάται από το πόσο σωστά μοιράζουν τους ρόλους, αντιμετωπίζει τη μνήμη ως υλικό προς ανακατανομή και μετρά την ηθική τους αξία με βάση τη συμμόρφωση προς τις ευαισθησίες του παρόντος. Η ανάμειξη εποχών, φύλων και πολιτισμών μπορεί να γεννήσει μεγάλη τέχνη· το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία της τέχνης. Μεταβάλλεται σε αντιπολιτισμικό χυλό όταν καταργεί τις διαφορές που υποτίθεται ότι θέλει να αναδείξει.
Θα ήταν υπερβολικό να βαφτίσουμε ολοκληρωτισμό κάθε ανορθόδοξη διανομή ρόλων. Υπάρχει όμως μια ολοκληρωτική φιλοδοξία στον μηχανισμό που απονέμει εκ των προτέρων την ηθική αρετή σε μία ερμηνεία και μεταβάλλει την αντίρρηση σε τεκμήριο ρατσισμού, μισογυνισμού ή πολιτισμικής καθυστέρησης. Εκεί η συζήτηση παύει. Η αισθητική κρίση αντικαθίσταται από πιστοποιητικά προθέσεων και το έργο αποκτά ένα συμβολικό κεφάλαιο που βρίσκεται έξω από τις εικόνες ή τις σελίδες του. Όπως στη λογοτεχνική ζωή ένα βιβλίο μπορεί να προστατεύεται από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα του, έτσι και στον κινηματογράφο μια διανομή μπορεί να αποκτά ηθική ασυλία πριν ακόμη αξιολογηθεί καλλιτεχνικά.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η αντίδραση της άλλης πλευράς. Από τη μια, κάποιοι δικάζουν τον Όμηρο με τον κώδικα συμπερίληψης του 2026. Από την άλλη, ορισμένοι υπερασπίζονται την Ελένη σαν να πρόκειται για ληξιαρχικώς καταγεγραμμένη Ελληνίδα, της οποίας παραποιήθηκε το διαβατήριο. Οι πρώτοι μετατρέπουν το έπος σε εγχειρίδιο ορθής εκπροσώπησης και οι δεύτεροι σε εθνικό κειμήλιο που τους ανήκει λόγω καταγωγής. Και οι δύο πλευρές προβάλλουν πάνω του κατηγορίες ξένες προς τον κόσμο του. Η σύγχρονη διάκριση «λευκού» και «μαύρου», φορτισμένη από τη δουλεία, την αποικιοκρατία και τον φυλετικό διαχωρισμό, δεν αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο ο αρχαίος ελληνικός κόσμος αντιλαμβανόταν τις ανθρώπινες διαφορές. Η διαμάχη για το χρώμα της Ελένης μιλά πολύ περισσότερο για εμάς παρά για τον Όμηρο.
Αυτό είναι ίσως το ουσιώδες σημείο των εγχώριων διαμαρτυριών. Αν συγκεντρώναμε εκατό από τους πιο οργισμένους υπερασπιστές ή κατηγόρους της ταινίας, πόσοι θα είχαν ανοίξει την «Οδύσσεια» ή την «Ιλιάδα» πέρα από το εξώφυλλο; Η σχολική οικειότητα με τα ονόματα δημιουργεί συχνά την ψευδαίσθηση της γνώσης. Θεωρούμε ότι γνωρίζουμε τον Όμηρο επειδή θυμόμαστε τον Κύκλωπα, τις Σειρήνες και την Πηνελόπη που υφαίνει. Η γνώση του έργου, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η περίληψη του μύθου: στη γλώσσα, στη δομή, στις επαναλήψεις, στις αντιφάσεις, στη θεολογία, στην ηθική του οίκου και στη σκοτεινή σχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και τη βία.
Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα έκανε τη γνώμη καθολικό δικαίωμα και τη γνώση προαιρετική προϋπόθεση. Έτσι το πιο εύκολο, άμεσο και ορατό στοιχείο, το χρώμα μιας ηθοποιού, καταπίνει το έργο. Ελάχιστοι συζητούν για την απώλεια της ομηρικής μήτιος, για την αφαίρεση των Φαιάκων, για την εξαφάνιση του χιούμορ και του θαυμαστού, για τη μεταβολή του νόστου σε θεραπεία ενός τραυματισμένου αμερικανού ήρωα. Αυτές είναι αντιρρήσεις που απαιτούν ανάγνωση. Το χρώμα απαιτεί μόνο όραση και έναν λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα.
Ο Νόλαν, όπως κάθε σύγχρονος σκηνοθέτης που καταφεύγει στους κλασικούς, πιθανότατα δολοφονεί τον Όμηρο και ταυτοχρόνως τον ανασταίνει. Μπορεί να απομακρύνει τον Οδυσσέα από τον κόσμο του και συγχρόνως να φέρει εκατομμύρια ανθρώπους κοντά στο όνομά του. Ο Μέντελσον παρατηρεί ότι πολλοί Αμερικανοί αγοράζουν ήδη μεταφράσεις της Οδύσσειας, κάτι που μάλλον δεν συμβαίνει στη χώρα μας, για να προετοιμαστούν πριν δουν την ταινία. Αυτό από μόνο του είναι κέρδος. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.
Καμία κινηματογραφική εκδοχή, πάντως, δεν μπορεί να βλάψει την Οδύσσεια. Το έπος επέζησε από τον Πλάτωνα, τους αλληγοριστές, τους χριστιανούς ερμηνευτές, τους μεταφραστές, τα εθνικά σχολικά εγχειρίδια, τον Τζόυς, τον Καζαντζάκη και από αμέτρητους σκηνοθέτες που το έντυσαν με τα ρούχα της εποχής τους. Θα επιζήσει και από τον Νόλαν, από τη Λουπίτα Νιόνγκο, από τους ενθουσιώδεις υμνητές και από τους οργισμένους τιμητές του διαδικτύου.
Η Οδύσσεια δεν κινδυνεύει από τον Νόλαν. Κινδυνεύουμε εμείς να μείνουμε για άλλη μια φορά έξω από τις σελίδες της, απολύτως βέβαιοι ότι την υπερασπιστήκαμε.
Γιατί η Χαμάς αποκαλεί τις επιθέσεις της στο Ισραήλ «θρησκευτικό πόλεμο»; Και τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; [1]
Έχουν περάσει περισσότερες από χίλιες ημέρες από τα τρομερά γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου. Κι όμως, πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ένα εύλογο ερώτημα, π.χ., έχει να κάνει με τη σύνδεση της σφαγής και του Ισλάμ. Γιατί η Χαμάς περιγράφει τις επιθέσεις της στο Ισραήλ ως «θρησκευτικό πόλεμο»; Τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; Και πώς αντέδρασαν τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του Ισλάμ σε αυτή την επίδειξη ωμού και βίαιου αντισημιτισμού;
Τα ερωτήματα αυτά τίθενται σπανίως. Δεν υπάρχουν σοβαρές μελέτες που να τα απαντούν με ολοκληρωμένο τρόπο. Έχουν όμως ιδιαίτερη σημασία. Με δύο δισεκατομμύρια οπαδούς, το Ισλάμ είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη και επίσης η ταχύτερα αναπτυσσόμενη θρησκεία.
Ήταν άραγε λάθος η επίκληση της θρησκείας όταν, στη διάρκεια της σφαγής της 7ης Οκτωβρίου, οι σφαγείς επικαλούνταν την προστασία του Αλλάχ, σαν να ήταν η δολοφονία και ο βιασμός Ισραηλινών μια μορφή θρησκευτικής λατρείας; Και αν αυτό το ερώτημα απαντιέται καταφατικά, πού βρίσκεται λοιπόν η διαμαρτυρία που εξέφρασαν οι μουσουλμάνοι;
Η ομιλία μου καταρχάς θα επανεξετάσει τη θρησκευτική διάσταση της 7ης Οκτωβρίου. Στη συνέχεια, θα συζητήσω τις αντιδράσεις ορισμένων σουνιτικών κέντρων.
Η θρησκευτική πτυχή της 7ης Οκτωβρίου
Ο ιστορικός Γκίντεον Κρέσελ αφηγήθηκε μια συζήτηση που είχε στο Ισραήλ με μια ομάδα Αράβων. Κατά τη διάρκεια του πρωινού, του εξήγησαν «με ήρεμο και φιλικό τρόπο», όπως γράφει, ότι το Ισραήλ σύντομα θα πάψει να υπάρχει. Αυτό συνέβη επειδή «αυτό είναι το θέλημα του Θεού – τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει»[2]. Αυτή η βεβαιότητα της νίκης –ο Αλλάχ έχει ορίσει την καταστροφή του Ισραήλ, άρα το Ισραήλ θα καταστραφεί– είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ισλαμισμού. Εκδηλώθηκε επίσης κατά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου με τη μορφή κραυγών αγαλλίασης και ενέτεινε την τρομοκρατία εναντίον των Εβραίων.
«Εμπιστευτείτε τον Αλλάχ», προέτρεπε, π.χ., ένα φυλλάδιο που ένας ηγέτης της Χαμάς μοίραζε το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου. «Βασιστείτε σε Αυτόν και […] ας είναι οι κραυγές “Αλλάχ Ακμπάρ” η κορωνίδα της δόξας»[3].
«Προσφάτως κατασχεθέντα έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή πρακτόρων της Χαμάς […] έδειξαν ότι [η] ηγεσία […] έδωσε επιτόπου οδηγίες στους πράκτορες να ενεργούν σαν βάρβαροι απέναντι στους Εβραίους, τους στρατιώτες και τους πολίτες, δικαιολογώντας τις ενέργειές τους ως πραγματοποιούμενες στο όνομα του Ισλάμ», αναφέρει η έκθεση της Βρετανικής Πανκοινοβουλευτικής Ομάδας, στις 7 Οκτωβρίου. «Ένα χειρόγραφο σημείωμα βρέθηκε στην τσέπη ενός διοικητή της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς. […] Προέτρεπε τους πράκτορές του να σκοτώσουν όσο το δυνατόν περισσότερους Εβραίους, να τους αποκεφαλίσουν και να ξεριζώσουν τις καρδιές και τα συκώτια τους για το Ισλάμ»[4].
Για τον Γιαχία Σινουάρ, τον εγκέφαλο και ηγέτη της σφαγής, το θρησκευτικό κίνητρο ήταν επίσης κεντρικό. Πίστευε στις υποσχέσεις του παραδείσου που διατυπώνονται στο Κοράνι. Πίστευε ότι η δολοφονία των Εβραίων είναι προϋπόθεση για τη σωτηρία του κόσμου και ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τον εαυτό του και τις ζωές δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων γι’ αυτό το σκοπό.
Ακόμα και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Σινουάρ, που εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο Το αγκάθι και το γαρύφαλλο, εστίαζε στη δολοφονία όσο το δυνατόν περισσότερων Ισραηλινών με βάρβαρη σκληρότητα. Ο Σινουάρ έβαλε τον κεντρικό ήρωα αυτού του μυθιστορήματος να εκστομίζει τα ακόλουθα λόγια, αφού πριν είχε εκτοξεύσει ένα θανατηφόρο βλήμα κατά των Εβραίων: «Στο όνομα του Θεού, ο Θεός είναι ο Μεγαλύτερος, και δεν έριξες εσύ όταν έριξες, αλλά ο Θεός ήταν αυτός που έριξε»[5]. Εδώ, αυτοί οι τρελοί δηλώνουν ότι ο Θεός είναι ο πραγματικός δράστης ή μετατρέπουν τους εαυτούς τους σε Θεό. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούν τη σφαγή των Εβραίων ένα είδος θρησκευτικής τελετής, εξ ου και η ενθουσιώδης διάθεση στις 7 Οκτωβρίου και οι συνεχείς κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ».
Πώς όμως αντέδρασαν τα βασικά ισλαμικά ιδρύματα στον θρησκευτικά υποκινούμενο τρόμο εκείνης της ημέρας; Ας ξεκινήσουμε με μακράν το πιο σημαντικό σουνιτικό κέντρο μάθησης – το Πανεπιστήμιο Αλ-Αζχάρ στο Κάιρο.
Η αντίδραση του Αλ-Αζχάρ
Στις 7 Οκτωβρίου, λίγες ώρες μετά την έναρξη της επίθεσης της Χαμάς, το Αλ-Αζχάρ εξέδωσε μια δήλωση που ανέφερε: «Το Αλ-Αζχάρ με απόλυτη υπερηφάνεια χαιρετά τις προσπάθειες αντίστασης του υπερήφανου παλαιστινιακού λαού [...] που μας έχουν εμποτίσει με πνεύμα και πίστη»[6]. Στις 18 Οκτωβρίου 2023, το Αλ-Αζχάρ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και σε φετφά που εξέδωσε δηλώνει ότι «οι σιωνιστές πολίτες σε κατεχόμενα εδάφη δεν είναι άξιοι να περιγράφονται ως “άμαχοι”, με τον όρο “κατεχόμενη γη” να περιλαμβάνει και την καρδιά του Ισραήλ[7]. Με άλλα λόγια: όλοι οι Ισραηλινοί μπορούν να εξοντωθούν.
Με τον φετφά αυτόν, το πιο φημισμένο πανεπιστήμιο του σουνιτικού Ισλάμ νομιμοποίησε τις ομηρίες και τις δολοφονίες – επομένως και τα καψίματα, τους ακρωτηριασμούς, τους βιασμούς και τις πράξεις βασανιστηρίων που είχαν έρθει στο φως έως τότε. Αυτό σηματοδότησε μια σοβαρή μετατόπιση στην κατεύθυνση του ισλαμικού κόσμου, ειδικά επειδή το Αλ-Αζχάρ είχε, ώς τότε, την τάση να αποστασιοποιείται από τον θρησκευτικό εξτρεμισμό και είχε προσπαθήσει να καλλιεργήσει μια «μετριοπαθή» εικόνα. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι τα δυτικά ΜΜΕ έχουν σχεδόν αγνοήσει εντελώς αυτή την ανησυχητική εξέλιξη.
Η επίθεση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας
Ας δούμε τώρα τις ομάδες που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, στις οποίες περιλαμβάνεται η Χαμάς. Ενώ το Αλ-Αζχάρ μερικές φορές ισχυρίζεται ότι είναι πρόθυμο να αποδεχτεί την ύπαρξη του Ισραήλ –τουλάχιστον στο πλαίσιο μιας λύσης δύο κρατών–, οι ριζοσπαστικά αντισημίτες ισλαμιστές επιμένουν στην απόλυτη εξάλειψη του Ισραήλ.
Αυτές οι ομάδες είδαν τη σφαγή σαν αρχή μιας αποφασιστικής ισλαμικής μάχης για την Παλαιστίνη. Υιοθέτησαν μια διακήρυξη και ένα φετφά όπου υποστηρίζονταν όλα τα αιτήματα της Χαμάς[8].
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στις 27 Ιουνίου 2025, εκατοντάδες ισλαμιστές λόγιοι συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να υιοθετήσουν έναν καταστατικό χάρτη. Τίτλος του είναι: Χάρτης των Θρησκευτικών Λογίων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Ο όρος «Κατακλυσμός του Αλ-Άκσα» αναφέρεται στη σφαγή της Χαμάς[9]. Ο καταστατικός αυτός χάρτης είναι ένα ολοκληρωμένο θρησκευτικό μανιφέστο που εκδόθηκε από περισσότερους των 500 κληρικούς και από 39 ισλαμικές οργανώσεις. Σκοπός του είναι να παράσχει θρησκευτική δικαιολόγηση για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου.
Ειδικότερα, υπερασπίζεται τη Χαμάς από την κριτική που εκφράζεται συχνά, ότι με την επίθεσή της στις 7 Οκτωβρίου αποδέχτηκε εν γνώσει της τους θανάτους αμέτρητων μουσουλμάνων της Γάζας, που ακολούθησαν. Σε αυτό το σημείο, ο καταστατικός χάρτης αναφέρει:
Το βαρύ τίμημα που πλήρωσε ο λαός της Γάζας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης δεν αποτελεί αιτία λύπης ή απελπισίας. Είναι μια απόδειξη αληθινής πίστης και θυσίας. Η ανταμοιβή [όσων σκοτώθηκαν] είναι με τον Αλλάχ.
Αυτό το κυνικό απόσπασμα επιβεβαιώνει τη στάση του Σινουάρ, ο οποίος είχε προβλέψει και υπερασπιστεί δημοσίως τους θανάτους δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων στη Γάζα ως ζήτημα «αληθινής πίστης», χωρίς ωστόσο να ρωτάει αν οι κάτοικοι της Γάζας συναινούσαν να θυσιαστούν για τους υψηλότερους στόχους της Χαμάς[10].
Επίσης, αυτό μου θυμίζει τη δήλωση του πρώην ιρανού προέδρου Ραφσανζανί, ο οποίος είχε δηλώσει ότι «ακόμα και μια μόνο ατομική βόμβα στο Ισραήλ θα εξαφάνιζε τα πάντα», ενώ μια ισραηλινή αντεπίθεση «θα έβλαπτε μόνο τον ισλαμικό κόσμο». Αλλά τότε θα προέκυπταν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον μάρτυρες «αληθινής πίστης» – ακόμη και γι’ αυτόν, αυτό το τίμημα δεν ήταν πολύ υψηλό.
Είναι δύσκολο για εμάς να πάρουμε στα σοβαρά μια τέτοια τερατουργία. Όταν όμως περισσότεροι από 500 μουσουλμάνοι μελετητές και 39 μουσουλμανικές οργανώσεις τον Ιούνιο του 2025 δηλώνουν ότι το θρησκευτικό όφελος υπερτερεί τέτοιων ανθρωπιστικών καταστροφών, τότε υποθέτω ότι πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη.
Αντιισλαμιστές μουσουλμάνοι σε άμυνα
Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό: φυσικά υπήρξαν–και συνεχίζουν να υπάρχουν – αμέτρητοι μεμονωμένοι μουσουλμάνοι στο Ισραήλ, τη Γάζα, τη Σαουδική Αραβία, το Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού που έχουν επικρίνει έντονα τη σφαγή της Χαμάς. Αλλά οι μουσουλμάνοι αυτοί δεν έγιναν αντικείμενο ευρέος ενδιαφέροντος από τα δυτικά ΜΜΕ.
Γι’ αυτό και, σε μεγάλο βαθμό, παρέμειναν άγνωστες και οι δηλώσεις του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ιμάμηδων (GIC), το οποίο ισχυρίζεται ότι μιλάει εκ μέρους σχεδόν 1.500 ιμάμηδων. Ο οργανισμός αυτός έχει υιοθετήσει τον ορισμό του αντισημιτισμού από την IHRA[11]. Είχε ήδη εκδώσει φετφά κατά της Χαμάς τον Μάρτιο του 2023 και είχε επικρίνει έντονα την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. «Στεκόμαστε στο πλευρό του εβραϊκού λαού, στον αγώνα του ενάντια στην ισλαμιστική τρομοκρατία της Χαμάς», αναφέρει η δήλωσή του για το θέμα[12].
Το Μουσουλμανικό Κίνημα Αχμαντίγια, εξάλλου, το οποίο έχει περισσότερους από 15 εκατομμύρια οπαδούς παγκοσμίως, έχει επίσης επικρίνει τη σφαγή, αποκαλώντας την «εντελώς αντίθετη με τις διδασκαλίες του Ισλάμ και πρέπει να καταδικαστεί».
Από όσο γνωρίζω, αυτές οι δύο ομάδες –το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ιμάμηδων και το Κίνημα Αχμαντίγια– ήταν οι μόνες μουσουλμανικές οργανώσεις που αποστασιοποιήθηκαν ανεπιφύλακτα από την επίθεση της Χαμάς. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι ομάδες είχαν ελάχιστη ή καθόλου κάλυψη από τα μεγάλα δυτικά ΜΜΕ.
Ας συνοψίσουμε λοιπόν. Ξεκίνησα τις παρατηρήσεις μου με την προσδοκία ότι η εργαλειοποίηση μιας θρησκείας για τη δικαιολόγηση των φρικαλεοτήτων κατά των αμάχων θα προκαλούσε μαζικές διαμαρτυρίες από τους οπαδούς αυτής της θρησκείας, είτε Εβραίους, είτε χριστιανούς, είτε μουσουλμάνους. Όσον αφορά την 7η Οκτωβρίου, αυτή η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε.
Το κυρίαρχο Ισλάμ, όπως εκπροσωπείται από τη Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, αποστασιοποιήθηκε λιγότερο από τη Χαμάς παρά από το Ισραήλ, ενώ οι οσλαμιστές –υποστηριζόμενοι από την Τουρκία του Ερντογάν και από το Κατάρ– γιόρτασαν την τρομοκρατία της 7ης Οκτωβρίου ανακοινώνοντας τη συνέχισή της. Αυτή η εξέλιξη πρέπει να αποτελεί πηγή πολύ μεγαλύτερης ανησυχίας απ’ όση σήμερα εκδηλώνεται, όχι μόνο για τον μουσουλμανικό αλλά και για τον μη μουσουλμανικό κόσμο. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
μετάφραση: Νατάσσα Πασχάλη
[1] Κείμενο παρέμβασης στο διεθνές συνέδριο «Σύγχρονος Αντισημιτισμός - Χάιφα 2026», που πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 9 Ιουλίου 2026 στη Χάιφα του Ισραήλ. Δημοσιεύεται στα ελληνικά στο Books’ Journal, με την άδεια του συγγραφέα του.
[2] Martin Gilbert, In Ishmael’s House: A History Of Jews In Muslim Lands, Yale University Press, 2010, XVIII.
[3] Itay Ilnai και Filipp Piatov, Like sadistic Nazis: Secret Hamas papers reveal step-by-step action plan for Oct.7 (Σαν σαδιστές Ναζί: Μυστικά έγγραφα της Χαμάς αποκαλύπτουν βήμα προς βήμα σχέδιο δράσης για την 7η Οκτωβρίου), Israel Hayom, June 28, 2024.
[4] Όλη η Κοινοβουλευτική Ομάδα Ηνωμένου Βασιλείου-Ισραήλ, με πρόεδρο τον λόρδο Άντριου Ρόμπερτς, Η δεύτερη έκδοση, Έκθεση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την 7η Οκτωβρίου (Λονδίνο: Μάρτιος 2026), σ. 59 και στο: https://www.7octparliamentarycommission.co.uk/second-edition.
[5] Yahya Al-Sinwar, The Thorn and the Carnation, Dublin 2024, σ. 388.
[6] Αναφέρεται από τον Andrew G. Bostom, στην εισαγωγή του βιβλίου του: A Modern Qur’anic Kampf Against The Jews (Ένας Μοντέρνος Αγών του Κορανίου εναντίον των Εβραίων), 2026, σ. cxliv.
[7] Ofir Winter & Michael Barak, From Moderate Islam to Radical Islam? Al-Azhar Stands with Hamas, INSS Insight No. 1777, 2 Νοεμβρίου 2023.
[8] Pesach Wolicki, Αντίδραση στον αραβικό κόσμο έπειτα από νέα έκκληση για Παγκόσμια Τζιχάντ εναντίον του Ισραήλ, Jerusalem Post, 31 Μαρτίου 2025· Y. Yehoshua και N. Mozes, Χάρτης που υπογράφτηκε από εκατοντάδες μουσουλμάνους ακαδημαϊκούς υποστηρίζει την επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου, MEMRI, 10 Ιουλίου 2025.
[9] Χάρτης των Θρησκευτικών Λόγιων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον ιστορικό και ειδικό στον ισλαμισμό, Shaul Bartal, ο οποίος μου έθεσε υπόψη αυτό το κείμενο.
[10] «Είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε και δεκάδες χιλιάδες θα πεθάνουν μαζί μας», είχε [ο Γιαχία Σινουάρ] δηλώσει το 2018. Αναφέρεται στην Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου, δεύτερη έκδοση, Λονδίνο: Μάρτιος 2026, σ. 60.
[11] IHRA: Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος [σημείωση του μεταφραστή].
[12] Περίπου 1.500 μουσουλμάνοι ιμάμηδες εξέδωσαν φετφά έναντίον της Χαμάς, μετά την επίθεση κατά του Ισραήλ, The Yeshivaworld.com, 15 Οκτωβρίου 2023.
Η ανάπτυξη αποτελεσματικής αυτοάμυνας της Ευρώπης ενάντια στον «ψυχολογικό πόλεμο» της Ρωσίας με τον οποίο επιχειρεί να την αποτρελάνει, απαιτεί καλύτερη κατανόηση του πώς η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουσή της με τη Δύση.
Η Ρωσία έχει αφιερώσει δεκαετίες στη διεξαγωγή γνωσιακού και πληροφοριακού πολέμου κατά της Δύσης. Πολύ πριν από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία, η Μόσχα επένδυσε στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τη ρωσική ισχύ, την κλιμάκωση, τη στρατιωτική ικανότητα, την ανθεκτικότητα και τα όρια της δράσης της Δύσης. Πολλές από αυτές τις αφηγήσεις έγιναν κοινή λογική, επηρεάζοντας την πολιτική πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα μπορούσαν ποτέ τα άρματα μάχης ή οι πύραυλοι. Σήμερα, όμως, η Ουκρανία καταρρίπτει συστηματικά αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα πριν οι ξεπερασμένες παραδοχές αρχίσουν και πάλι να διαμορφώνουν την πολιτική ασφαλείας της.
Οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς έχουν φτάσει στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, σε στρατηγικές βάσεις βομβαρδιστικών και σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Η Κριμαία, που κάποτε παρουσιάζονταν από το Κρεμλίνο ως απαραβίαστο ρωσικό έδαφος, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας. Για πρώτη φορά από την πλήρη εισβολή, η Ρωσία αρχίζει να βιώνει αυτό που επέβαλε στην Ουκρανία για χρόνια — έναν πόλεμο που συνεπάγεται πραγματικό κόστος.
Αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή. Είτε θα επιτρέψει στη Ρωσία να φτάσει τελικά στο ναδίρ και να βιώσει μια ήττα αρκετά βαριά ώστε να πυροδοτήσει εσωτερικές αλλαγές, είτε θα επαναλάβει τον γνωστό κύκλο πρόωρων διαπραγματεύσεων, χαλάρωσης των κυρώσεων και μιας ακόμη «επανεκκίνησης» πριν αντιμετωπιστούν οι ρίζες της ρωσικής επιθετικότητας. Η ήττα δεν απαιτεί την παρουσία ουκρανικών στρατευμάτων στην Κόκκινη Πλατεία. Απαιτεί την κατάρρευση του καθεστώτος και, μαζί με αυτό, των μύθων που τροφοδότησαν τη συνεχή αναγέννηση ιμπεριαλιστικών και απάνθρωπων καθεστώτων.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το Κρεμλίνο έχει καλλιεργήσει συστηματικά μια σειρά αφηγήσεων που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως ανίκητη, την κλιμάκωση ως αναπόφευκτη, τον συμβιβασμό ως τη μόνη ορθολογική στρατηγική και την ειρήνη μέσω της προσαρμογής ως την ασφαλέστερη επιλογή για την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών αυτού που οι Ρώσοι στρατιωτικοί στοχαστές αποκαλούν όλο και περισσότερο «ψυχολογικό πόλεμο» (mental war), έναν πόλεμο που επιχειρεί να αποτρελάνει τον θεωρούμενο εχθρό. Ο ίδιος ο όρος αποτελεί μια προσπάθεια «υποκατάστασης εισαγωγών» για να διαφοροποιηθεί από τη δυτική έννοια του πληροφοριακού πολέμου.
Σύμφωνα με τον Αντρέι Ιλνίτσκι, έναν από τους αρχιτέκτονες της θεωρίας και πρώην σύμβουλο του Ρώσου υπουργού Άμυνας, αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος αφορά την ίδια τη μεταμόρφωση του πώς συγκροτείται ένα έθνος. Στοχεύει στην ταυτότητα, την ιστορική μνήμη, τις αξίες, τις παραδόσεις και τον ίδιο τον πολιτισμικό κώδικα μέσω του οποίου οι άνθρωποι ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Ο στρατιωτικός θεωρητικός Ιγκόρ Καραβάεφ προχωρά ακόμη πιο μακριά, περιγράφοντας τον ψυχολογικό πόλεμο ως μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της δημόσιας συνείδησης, αποδυνάμωσης των κρατικών θεσμών και, τελικά, αλλαγής ενός ολόκληρου πολιτισμού. Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να ανατραπούν· οι μετασχηματισμένες ταυτότητες είναι πολύ πιο δύσκολο να ανακτηθούν. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το Κρεμλίνο θεωρεί τον ψυχολογικό πόλεμο πιο αποφασιστικό από τον συμβατικό πόλεμο.
Στην πρόσφατη έκθεσή μου για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Τρελαίνοντας τον άλλο: Ο γνωσιακός και πληροφοριακός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ευρώπης», υποστηρίζω ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αναπτύξει μια αποτελεσματική μακροπρόθεσμη στρατηγική έναντι της Ρωσίας χωρίς πρώτα να κατανοήσει πώς η ίδια η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τους δικούς της στρατηγούς, δεν πρόκειται απλώς για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό —και, ως εκ τούτου, υπαρξιακό— πόλεμο. Οι Ρώσοι το εννοούν σοβαρά όταν ανακοινώνουν ένα παιχνίδι του τύπου «είτε αυτοί είτε εμείς».
Οι Ρώσοι αναλυτές στρατηγικής απεικονίζουν όλο και περισσότερο την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη μεγαλύτερη ήττα της Ρωσίας σε έναν «ψυχολογικό πόλεμο». Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, η Δύση κατέκτησε τη σοβιετική συνείδηση όταν οι σοβιετικοί πολίτες αντάλλαξαν την πολιτισμική τους ταυτότητα με «τζιν, τσίχλες και ελευθερία κίνησης». Τώρα βρισκόμαστε στη δεύτερη φάση αυτού του ανταγωνισμού.
Από τη σκοπιά του Κρεμλίνου, οι δημοκρατίες είναι επικίνδυνες επειδή αντιπροσωπεύουν ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας. Μια επιτυχημένη Ουκρανία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Αποδεικνύει ότι μια χώρα που μοιράζεται αιώνες ιστορίας και κάθε είδους διαπροσωπικούς δεσμούς με τη Ρωσία μπορεί να απορρίψει τον αυταρχισμό, να αποδομήσει τους αυτοκρατορικούς μύθους και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Ρώσος πολιτικός φιλόσοφος Αντρέι Οκάρα πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική πρόκληση για το σύστημα του Πούτιν· αποτελεί μια γνωσιακή και σημασιολογική πρόκληση. Η επιτυχία της Ουκρανίας υπονομεύει την ίδια την αφήγηση στην οποία στηρίζεται το σημερινό ρωσικό κράτος.
Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία βλέπει τη σύγκρουση βοηθά επίσης να εξηγηθεί γιατί τόσες πολλές δυτικές παραδοχές έχουν αποτύχει επανειλημμένα. Η Ρωσία δεν έχει απλώς επενδύσει σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή παρέμβασης στις εκλογές. Έχει αφιερώσει δεκαετίες καλλιεργώντας στρατηγικά αφηγήματα που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σκέφτονται για την ίδια τη Ρωσία. Αυτά τα αφηγήματα — ή αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «διανοητικοί ιοί» — συνεχίζουν να επηρεάζουν τις συζητήσεις σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και μετά από περισσότερα από δώδεκα χρόνια πολέμου στην ήπειρο.
Μύθος 1. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία
Η Ουκρανία έμαθε με τον σκληρό τρόπο ότι, αν η Ρωσία ενεργεί επιθετικά εναντίον του κράτους σου, το να προσποιείσαι το αντίθετο δεν μειώνει την απειλή. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία διεξάγει εδώ και χρόνια σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές, ενεργειακό εκβιασμό, παρεμβολές GPS, δολοφονίες, επιχειρήσεις επηρεασμού και επιθέσεις σε υποδομές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το «Everywhere War – Sub-Threshold Warfare Tracker» έχει καταγράψει εκατοντάδες τέτοια περιστατικά σε ολόκληρη την ήπειρο. Η Ευρώπη μπορεί να μην θεωρεί πως βρίσκεται σε απευθείας πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά η Ρωσία έχει προ πολλού εγκαταλείψει αυτή τη διάκριση.
Μύθος 2. Η Ρωσία είναι είτε ανίκητη είτε το σημερινό καθεστώς είναι απλώς το «πιο οικείο κακό»
Και οι δύο υποθέσεις οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: να αποφευχθεί η άσκηση πραγματικής πίεσης στη Μόσχα. Ωστόσο, η ιστορία μας λέει κάτι πολύ διαφορετικό. Η Ρωσία έχει υποστεί επανειλημμένα στρατιωτικές ήττες — από τον Πόλεμο της Λιβονίας, τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την επέμβαση στο Αφγανιστάν και τον Πρώτο Πόλεμο της Τσετσενίας. Η ίδια η Μόσχα έχει καεί δύο φορές: πρώτα το 1571, όταν οι Τάταροι της Κριμαίας έβαλαν φωτιά στην πόλη, και ξανά το 1812 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα. Η ήττα δεν αποτελεί εξαίρεση στη ρωσική ιστορία· είναι μέρος της.
Η Ουκρανία καταρρίπτει τον μύθο της ρωσικής ανίκητης δύναμης σε πραγματικό χρόνο. Πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη μιας επιχείρησης που υποτίθεται ότι θα διαρκούσε τρεις ημέρες, το Κρεμλίνο δεν κατάφερε να επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους, ενώ υπέστη τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, όπως και αντίστοιχες κύρους και γοήτρου. Ο πραγματικός κίνδυνος, επομένως, δεν είναι η ήττα της Ρωσίας, αλλά ο φόβος της Ευρώπης απέναντί της. Χωρίς να βιώσει την αποτυχία του αυτοκρατορικού της σχεδίου —και χωρίς να αναγνωρίσει ότι η επιθετικότητα οδηγεί σε παρακμή και όχι σε μεγαλείο— η Ρωσία είναι απίθανο να υποστεί τον βαθύ πολιτικό και ψυχολογικό μετασχηματισμό που απαιτείται για να σπάσει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο της αυτοκρατορικής της επέκτασης. Μια άλλη πρόωρη «επανεκκίνηση» δεν θα εμπόδιζε τον επόμενο πόλεμο· απλώς θα τον χρηματοδοτούσε.
Μύθος 3. Η ειρήνη μπορεί να αποκατασταθεί μέσω του πραγματισμού και της οικονομικής συνεργασίας
Η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει αυτή την υπόθεση. Μέχρι το 2014, η Ρωσία είχε ενταχθεί σχεδόν σε κάθε σημαντικό ευρωατλαντικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, εκτός από την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Κατείχε θέση στο G8, προσχώρησε στον ΠΟΕ, διατηρούσε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη και απολάμβανε βαθιά οικονομική αλληλεξάρτηση με τη Δύση. Τίποτα από όλα αυτά δεν εμπόδισε την προσάρτηση της Κριμαίας ή, οκτώ χρόνια αργότερα, την πλήρη εισβολή. Η οικονομική ολοκλήρωση δεν άλλαξε ούτε τη στρατηγική κουλτούρα του Κρεμλίνου ούτε τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του.
Η εμπειρία της Ουκρανίας αποδεικνύει ότι η Ρωσία κατανοεί μόνο τη γλώσσα της βίας. Οι ουκρανικές επιθέσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών, της στρατηγικής αεροπορίας και της στρατιωτικής εφοδιαστικής έχουν, κατά πάσα πιθανότητα, επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου πολύ περισσότερο από ό,τι χρόνια διπλωματικής εμπλοκής. Η ίδια η ρητορική του Πούτιν απεικονίζει αυτή την εξέλιξη — από την απόρριψη της ηγεσίας της Ουκρανίας με ανοιχτά απάνθρωπη γλώσσα το 2022 έως την πολύ πιο προσεκτική αναφορά στον Πρόεδρο Ζελένσκι φέτος. Η στρατιωτική πίεση πέτυχε αυτό που οι διπλωματικές κινήσεις απέτυχαν επανειλημμένα να επιτύχουν.
Μύθος 4. Η Ουκρανία πρέπει να ανταλλάξει εδάφη για την ειρήνη
Οι ίδιες οι διαπραγματευτικές θέσεις της Ρωσίας αποδεικνύουν γιατί αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση. Οι απαιτήσεις της Μόσχας έχουν σταθερά ξεπεράσει κατά πολύ τα εδάφη που κατέχει επί του παρόντος, επεκτεινόμενες στην αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, την πολιτική υποταγή της και την εγκατάλειψη των ευρωατλαντικών της φιλοδοξιών. Οι εδαφικές παραχωρήσεις, επομένως, δεν θα έθεταν τέλος στον πόλεμο· θα βελτίωναν τη στρατιωτική θέση της Ρωσίας, θα αποδυνάμωναν την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης και θα δημιουργούσαν καλύτερες συνθήκες για την επόμενη φάση της επιθετικότητας.
Συνολικά, αυτές οι αφηγήσεις ενθαρρύνουν την επιφυλακτικότητα όταν απαιτείται αποτροπή και τον συμβιβασμό όταν απαιτείται αντίσταση. Ενώ η Ουκρανία καταρρίπτει αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης, η Ευρώπη πρέπει να τους απομακρύνει από τη δική της στρατηγική σκέψη.
*Το παρόν άρθρο βασίζεται στην πρόσφατη έκθεση της συγγραφέα του για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Going mental: Russia’s cognitive war against Europe» που βρίσκεται στη διεύθυνση https://epik.eu/publication/cognitive-war/.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Την περασμένη Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2026, γίναμε μάρτυρες του τελευταίου επεισοδίου ενός κοινωνιολογικού φαινομένου που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 60 χρόνια και μπορεί να περιγραφτεί ως μαζική αυθυποβολή που καταλαμβάνει κάθε δύο χρόνια έναν από τους πλέον εξελιγμένους λαούς του κόσμου όσον αφορά τις πιθανότητες της εθνικής ομάδας τους ποδοσφαίρου να κατακτήσει τον τίτλο του τουρνουά στο οποίο συμμετέχουν. Ο υπόλοιπος κόσμος έχει συνηθίσει πια και αντιμετωπίζει τους Άγγλους με συγκατάβαση και ανεκτικότητα που συνήθως επιφυλάσσει για ανθρώπους με νοητικά προβλήματα.
Κάθε δύο χρόνια, όταν πλησιάζει η ώρα για το εναρκτήριο λάκτισμα του Euro ή του Μουντιάλ, από την Κορνουάλη μέχρι το Γιορκ παίζει το ίδιο βιολί: «το κύπελλο θα έρθει στο σπίτι του», «είμαστε φαβορί», «πάμε να το πάρουμε», «φέτος είναι η χρονιά μας», και άλλα πολλά ηχηρά παρόμοια. Φυσικά, κάθε φορά, εδώ και 60 χρόνια, η αυθυποβολή αυτή τελειώνει με δάκρυα, κατεβασμένα κεφάλια, απογοήτευση και υποσχέσεις των οπαδών ότι δεν θα ασχοληθούν ποτέ ξανά με την Εθνική Αγγλίας. Μέχρι την επόμενη φορά.
Πού οφείλεται αυτή η επαναλαμβανόμενη, φαντασμαγορική επίδειξη απώλειας επαφής με την πραγματικότητα, που προκαλεί μειδιάματα στο φιλοθεάμον κοινό του υπόλοιπου κόσμου, πριν και μετά την εκάστοτε διοργάνωση; Κατά τη γνώμη μου σε τρεις παράγοντες:
1. Καταρχάς, στην ανάγκη των βρετανικών ταμπλόιντ να δημιουργήσουν «θέμα» για να πουλήσουν εφημερίδες – ή διαφημιστικό χώρο στις ιστοσελίδες τους. Έτσι κι αλλιώς, τα ταμπλόιντ στο Νησί ειδικεύονται στην υπερβολή, στην τερατολογία και στην υποδαύλιση εθνικιστικής υστερίας στην αγγλική εργατική τάξη. Το Euro και το Μουντιάλ είναι ιδανικές αφορμές για να πουλήσουν αυτή την πραμάτεια και να αυξήσουν λίγο την κυκλοφορία τους εν μέσω καλοκαιριού.
2. Η δεύτερη αιτία του φαινομένου είναι η έπαρση και η ανταγωνιστικότητα που καταλαμβάνει τους Άγγλους κάθε φορά που βρίσκονται στην ίδια γειτονιά ή αναπνέουν τον ίδιο αέρα με Γάλλους, Γερμανούς ή πολίτες από πρώην αποικίες τους. Η Αγγλία είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που περιβάλλει ανερυθρίαστα ποδοσφαιρικούς αγώνες με ιστορικές αναφορές: κάθε ποδοσφαιρική αναμέτρηση με τη Γαλλία είναι σαν τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ και με τη Γερμανία σαν την εκκένωση της Δουνκέρκης. Δεν πρέπει να υπάρχει άλλη κοινωνία στην Ευρώπη που να επιδιώκει με τόσο σθένος να ξαναζεί τις πολεμικές περιπέτειες του παρελθόντος πάνω στο χορτάρι ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου.
3. Ο τρίτος, και σημαντικότερος, λόγος είναι η παντελώς λανθασμένη αντίληψη που έχουν οι Άγγλοι για το ποδόσφαιρά τους, τις ομάδες τους και τους άγγλους ποδοσφαιριστές.

Όπως καταγράφεται στον πίνακα, η Αγγλία, μαζί με την Ιταλία, έχουν τα πιο «διεθνοποιημένα» εθνικά πρωταθλήματα ανάμεσα στις ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Το 69% των ποδοσφαιριστών που αγωνίζονται στην Premiership είναι ξένοι – μερικοί από τους καλύτερους παίκτες του πλανήτη. Επιπλέον, άλλο ένα ποσοστό, που δεν καταγράφεται εδώ, είναι Βρετανοί (Ουαλοί, Σκοτσέζοι, κ.λπ.) που δεν αγωνίζονται στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Αγγλίας. Στις μεγάλες ομάδες, όπως οι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Σίτι, η Λίβερπουλ, η Τσέλσι και η Άρσεναλ, συχνά οι κύριες ενδεκάδες έχουν μόνο έναν, δύο ή τρεις άγγλους ποδοσφαιριστές. Ως αποτέλεσμα, η Αγγλία απλώς δεν διαθέτει μεγάλη δεξαμενή παικτών παγκόσμιας κλάσης που να μπορούν να νικήσουν ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Αργεντινή, κ.λπ. Το ίδιο, ειρήσθω εν παρόδω, ισχύει και την Ιταλία, η οποία έχει να εμφανιστεί σε Μουντιάλ από το 2014.
Φέτος, η Εθνική Αγγλίας παρέταξε τον πιο φορμαρισμένο σέντερ φορ του κόσμου (τον Χάρι Κέιν, που παίζει στη Μπάγερν Μονάχου) και έναν πολύ καλό μεσοεπιθετικό (τον Τζουντ Μπέλινγχαμ, που παίζει στη Ρεάλ Μαδρίτης). Ο Μπέλινγχαμ, όμως, εκτός από φωτογένεια και την ικανότητα να κρατάει την μπάλα στα πόδια του, ούτε στη Ρεάλ αλλά ούτε και στην Εθνική Αγγλίας είναι ο παίκτης που «θα πάρει την ομάδα στους ώμους του» και θα την οδηγήσει στη νίκη, όπως μπορεί να κάνει ο Αργεντινός Μέσι, ο Ισπανός Ρόντρι ή ο Γάλλος Εμπαπέ.
Ο λόγος που ο Μπέλινγχαμ είναι τόσο προβεβλημένος είναι γιατί είναι ένας πολύ καλός ΑΓΓΛΟΣ παίκτης. Όπως είναι προβεβλημένος και χρυσοπληρωμένος ο Φόντεν και ο Γκόρντον. Όπως, στο παρελθόν, ήταν προβεβλημένοι και χρυσοπληρωμένοι, γιατί ήταν Άγγλοι, οι Ρούνι, Μπέκαμ, Τέρι, κ.ά.
Δείτε πάλι τον πίνακα. Η Premiership είχε πέρυσι συνολικά έσοδα που ξεπέρασαν τα 8 δισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν 50% περισσότερα από το δεύτερο πιο πλούσιο πρωτάθλημα, το ισπανικό. Αυτό σημαίνει ότι η διαφημιστική αγορά της Βρετανίας για το ποδόσφαιρο είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης και οι διαφημιζόμενοι ωφελούνται από το ενδιαφέρον των βρετανών φιλάθλων για το ποδόσφαιρο και τους βρετανούς (ή, συγκεκριμένα, Άγγλους) ποδοσφαιριστές. Η παρουσία του Μπέλινγχαμ στη Ρεάλ μεταφράζεται σε εκατομμύρια σε πωλήσεις ειδών με το σήμα της Ρεάλ στη Βρετανία, διαφημιστικό χώρο στο Σαντιάγο Μπερναμπέου όταν ο αγώνας της Ρεάλ μεταδίδεται στη Βρετανία, κ.λπ. Η La Liga διαθέτει σήμερα μια πλειάδα αριστεροπόδαρων μεσοεπιθετικών, που είναι το ίδιο καλοί ή και καλύτεροι από τον Μπέλινγχαμ. Όμως, το ποδόσφαιρο είναι πλέον «λεφτόσφαιρο», για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του αμερικανού συγγραφέα Michael Lewis για το baseball. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τον οικονομικό αντίκτυπο.
Η δυσανάλογη προβολή και ο εκθειασμός των σχετικά λίγων άγγλων ποδοσφαιριστών που ξεπερνούν τον μέσο όρο ποιότητας λόγω των εμπορικών σκοπιμοτήτων είναι μια βασική αιτία των παράλογων προσδοκιών των άγγλων οπαδών για την εθνική ομάδα τους κάθε δύο χρόνια. Ένας ή δύο κούκοι δε φέρνουν την άνοιξη. Στην περίπτωση του Μουντιάλ 2026, ο Χάρι Κέιν, όσο τεράστιος σέντερ φορ και εάν είναι, δεν μπορεί να αποκλείσει μόνος του την Αργεντινή του Μέσι. Και δεν το έκανε, τελικά.
Τέλος, πάλι στον πίνακα, απεικονίζεται η επιτυχία των ομάδων των πέντε καλύτερων ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων της Ευρώπης στο Τσάμπιονς Λιγκ, την κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση ποδοσφαίρου της Ευρώπης – και του κόσμου. Οι ισπανικές ομάδες έχουν κατακτήσει 20 τίτλους στα 70 χρόνια του θεσμού, εκ των οποίων οι 11 μετά το 2000-01. Δηλαδή, οι ισπανικές ομάδες κυριαρχούν στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο τα τελευταία 25 χρόνια. Οι αγγλικές, αντίθετα, παρ’ όλο τον πλούτο τους και την εισροή αμερικανικών και αραβικών κεφαλαίων, έχουν κατακτήσει μόνο 6 τίτλους Champions League τα τελευταία 25 χρόνια. Αν και έχουν στο ρόστερ τους μερικούς από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές του κόσμου.
Με βάση τα παραπάνω, κάποιος, κάποια στιγμή, πρέπει να μου εξηγήσει κι εμένα από πού κι ώς πού η Αγγλία περιμένει, σχεδόν απαιτεί, κάθε δύο χρόνια από την εθνική της ομάδα να φέρει πίσω στο Νησί τον τίτλο του υπερεθνικού πρωταθλήματος στο οποίο συμμετέχει. Αμφιβάλλω αν κάποιος μπορεί, τουλάχιστον κάνοντας χρήση επιχειρημάτων που έχουν σχέση με τη λογική και, το κυριότερο, την πραγματικότητα όπως απεικονίζεται στα καταγεγραμμένα μεγέθη.
Στην Ελλάδα δεν λείπουν οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι ή οι πανεπιστημιακοί. Περισσεύουν οι παιδονόμοι της γνώμης. Άνθρωποι που πιστεύουν πως η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι οι λανθασμένες ιδέες αλλά οι ιδέες που διατυπώνονται χωρίς τη δική τους έγκριση.
Υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν κάθε πρωί με μια αποστολή. Να ελέγξουν ποιος σκέφτηκε λάθος. Είναι οι αυθόρμητοι χωροφύλακες της ορθής γνώμης, πάντα έτοιμοι να κόψουν το επόμενο ιδεολογικό πρόστιμο. Παρακολουθούν τη δημόσια ζωή όπως ο παλιός τροχονόμος παρακολουθούσε τη διασταύρωση. Σφυρίζουν μόλις κάποιος περάσει με κόκκινο. Μόνο που το κόκκινο δεν είναι πια ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Είναι ο δικός τους πολιτικός κώδικας.
Κάποτε υπήρχαν λογοκριτές. Σήμερα υπάρχουν επιμελητές συνειδήσεων. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε θεατρικές σκηνές, τηλεοπτικά πάνελ, εφημερίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μια αξιοθαύμαστη αίσθηση αποστολής. Έχουν αναλάβει να προστατεύσουν την κοινωνία από την πιο επικίνδυνη απειλή της εποχής: τις ανεξέλεγκτες γνώμες.
Η δουλειά τους, το δίχως άλλο, είναι κουραστική. Κάθε τόσο εμφανίζεται κάποιος που ξεχνά πως οι απόψεις, πριν βγουν δημόσια, οφείλουν να περάσουν από προληπτικό ιδεολογικό έλεγχο. Αυτή τη φορά ξέχασε ο Θοδωρής Αθερίδης.
Είπε, παρακολουθήστε θράσος τώρα, ότι εμπιστεύεται μια αστυνομική έρευνα. Εξέφρασε θετική γνώμη για τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Δεν κάλεσε σε πραξικόπημα, δεν πρότεινε κατάργηση του Συντάγματος, δεν ζήτησε να κλείσουν εφημερίδες. Είπε κάτι πολύ πιο σοβαρό για τα ελληνικά δεδομένα. Είπε μια άποψη που δεν προβλεπόταν από το εγχειρίδιο της πολιτιστικής ορθοδοξίας.
Και τότε άρχισε η γνωστή τελετή.
Άλλος απογοητεύτηκε. Άλλος εξοργίστηκε. Άλλος ανακάλυψε ότι ο ηθοποιός διαθέτει ύποπτα πολιτικά χαρακτηριστικά. Άλλος ανέλαβε να εξηγήσει στο κοινό γιατί η συγκεκριμένη γνώμη είναι σχεδόν ανεπίτρεπτη. Όλοι μαζί σχημάτισαν εκείνη την οικεία χορωδία που εμφανίζεται κάθε φορά που κάποιος διανοείται να παρεκκλίνει από τη σωστή γραμμή.
Το αξιοθαύμαστο είναι ότι οι περισσότεροι αυτοπαρουσιάζονται ως ακούραστοι υπερασπιστές της ελευθερίας του λόγου.
Την αγαπούν βαθιά. Αρκεί να μην κάνει του κεφαλιού της.
Η ελληνική πολιτιστική ζωή έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφή λογοκρισίας. Δεν απαγορεύει. Δεν φυλακίζει. Δεν καίει βιβλία. Κάνει κάτι ευφυέστερο. Κατασκευάζει κοινωνικό κόστος. Σου υπενθυμίζει ότι μπορείς ασφαλώς να πεις ό,τι θέλεις, αρκεί να είσαι έτοιμος να περάσεις από δημόσια ανάκριση επειδή το είπες.
Έτσι λειτουργεί κάθε ιδεολογική ηγεμονία. Δεν χρειάζεται αστυνομία. Της αρκεί μια ομάδα πρόθυμων εθελοντών. Εκείνοι αναλαμβάνουν τις περιπολίες. Ελέγχουν δηλώσεις, μετρούν λέξεις, εξετάζουν προθέσεις, αποδίδουν πολιτικά φρονήματα με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που δεν διαψεύστηκαν ποτέ από την πραγματικότητα.
Και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχθούν ότι αυτό ακριβώς είναι μια μορφή εξουσίας. Θα σου πουν ότι απλώς «ασκούν κριτική». Βεβαίως. Με τον ίδιο τρόπο που ένας εισαγγελέας διαβάζει το κατηγορητήριο.
Το πιο κωμικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η επιλεκτική τους ευαισθησία. Όταν ένας ηθοποιός καταγγέλλει την κυβέρνηση, γίνεται συνείδηση της κοινωνίας. Όταν υπογράφει διακηρύξεις, γίνεται ενεργός πολίτης. Όταν συμμετέχει σε πολιτικές καμπάνιες, υπηρετεί τη δημοκρατία. Αν όμως εκφράσει μια γνώμη που δεν ταιριάζει στο ιδεολογικό τους αισθητήριο, μετατρέπεται ξαφνικά σε επικίνδυνο διασκεδαστή που καλό θα ήταν να περιοριστεί στον ρόλο του.
Η τέχνη, λένε, πρέπει να έχει φωνή. Υπό την προϋπόθεση ότι η φωνή θα μιλά με τη σωστή προφορά.
Βεβαίως και κανείς δεν υποχρεούται να συμφωνήσει με τον Αθερίδη. Αυτό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Το ενδιαφέρον αρχίζει από τη στιγμή που κάποιοι αισθάνονται πως διαθέτουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιες πολιτικές απόψεις επιτρέπεται να διατυπώνει ένας ηθοποιός χωρίς να κληθεί σε δημόσια απολογία.
Η νοοτροπία αυτή έχει κουράσει. Επί σχεδόν μισό αιώνα το ίδιο ακροατήριο μοιράζει πιστοποιητικά προοδευτικότητας, απονέμει μετάλλια ηθικής καθαρότητας και ανακαλεί την εκτίμησή του μόλις κάποιος πάψει να επαναλαμβάνει τα προβλεπόμενα.
Έστω και αργά, ολοένα και περισσότεροι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στους αυτόκλητους παιδαγωγούς της κοινωνίας. Κουράστηκαν από όσους μιλούν σαν να τους έχει ανατεθεί η επιτήρηση της δημόσιας σκέψης. Κουράστηκαν από τους επαγγελματίες της ιδεολογικής καθοδήγησης. Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιθεωρητές συνειδήσεων. Έχει ανάγκη από πολίτες που αντέχουν να ζουν με την ελευθερία του άλλου, ακόμη κι όταν η γνώμη του τους ενοχλεί.
Πώς οι ουκρανικές επιθέσεις στα μετόπισθεν αναδιαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές της Ρωσίας: αποκατάσταση ισορροπίας, μετριοπάθεια ή κλιμάκωση;
Από τις αρχές του 2026, η Ουκρανία έχει επεκτείνει ραγδαία την εκστρατεία επιθέσεων μεγάλου βεληνεκούς, με μη επανδρωμένα αεροσκάφη να χτυπούν στόχους που βρίσκονται όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό της Ρωσίας και να έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο τόσο στη ρωσική βιομηχανία όσο και στον στρατό. Η νέα στρατηγική του Κιέβου αλλάζει τον χαρακτήρα του ρωσο-ουκρανικού πολέμου: αντί να επιδιώκει σταθεροποίηση ή σημαντική πρόοδο στο μέτωπο, το Κίεβο στοχεύει στην αποδυνάμωση των οικονομικών, υλικοτεχνικών και κοινωνικών συστημάτων που στηρίζουν τα ρωσικά στρατεύματα που έχουν αναπτυχθεί εναντίον της Ουκρανίας.
Κατά κάποιον τρόπο, το Κίεβο εφαρμόζει τώρα στη Ρωσία αυτό που η Μόσχα προσπαθεί επανειλημμένα να επιτύχει στην Ουκρανία από την αρχή του πολέμου, με την προσάρτηση της Κριμαίας, τον Φεβρουάριο του 2014. Το Κίεβο επιδιώκει να επιτύχει πολιτικούς στόχους όχι στο μέτωπο, αλλά μέσω μιας συστημικής διάσπασης των μετόπισθεν. Η κύρια διαφορά μεταξύ των δύο εκστρατειών είναι ότι οι τρέχουσες μεσαίου και βαθιού βεληνεκούς επιθέσεις της Ουκρανίας, καθώς και άλλες ενέργειες στα μετόπισθεν, έχουν αμυντικούς σκοπούς. Αντίθετα, ο στόχος του πολέμου πλήρους κλίμακας της Μόσχας ήταν και παραμένει η υπονόμευση της ανθεκτικότητας της Ουκρανίας, προκειμένου να επιτευχθεί η εδαφική επέκταση της Ρωσίας και η πολιτική υποταγή της Ουκρανίας.
Μεγάλο μέρος των εντατικών ρωσο-ουκρανικών συγκρούσεων κατά την περίοδο 2022-2025 αφορούσε τον έλεγχο, την κατάκτηση και την υπεράσπιση εδαφών, κυρίως στην Ανατολική και Νότια Ουκρανία. Η τρέχουσα φάση του πολέμου, αντίθετα, επικεντρώνεται —ιδιαίτερα πλέον από την πλευρά της Ουκρανίας— στη συστημική αποδυνάμωση του εχθρού. Αντί να νικήσει τις ρωσικές δυνάμεις μονάδα προς μονάδα, η Ουκρανία επιδιώκει να μειώσει την ικανότητα του ρωσικού κράτους να διατηρήσει και συντηρήσει τη λεγόμενη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». Ο κύριος στρατιωτικός στόχος της Ουκρανίας έχει μετατοπιστεί από την εξάντληση των στρατευμάτων της πρώτης γραμμής στην υπονόμευση των γραμμών ανεφοδιασμού του ρωσικού στρατού, καθώς και της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της τρέχουσας ουκρανικής εκστρατείας συνίσταται στην πρόκληση σημαντικών ζημιών, με τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεγάλης εμβέλειας και πυραύλων Κρουζ, στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας, στα μέσα και τις διαδρομές μεταφοράς, καθώς και στα εργοστάσια που παράγουν βασικά εξαρτήματα όπλων. Επιπλέον, η ψυχολογική επίδραση των – συχνά οπτικά εντυπωσιακών – επιθέσεων, τόσο στους ίδιους τους πολίτες της Ρωσίας όσο και στους ξένους εταίρους της, είναι δύσκολο να υποεκτιμηθεί. Η εξουσία του Πούτιν και του καθεστώτος του έχει υποστεί πλήγμα τόσο εντός της Ρωσικής Ομοσπονδίας όσο και στο εξωτερικό.
Σε αυτό το πλαίσιο, το κεντρικό στρατηγικό ερώτημα δεν αφορά πλέον την ποσότητα και την ποιότητα των – με τη στενή έννοια – στρατιωτικών πόρων της Ρωσίας, δηλαδή τον αριθμό και τον τύπο των στρατευμάτων και των όπλων που έχουν αναπτυχθεί στο μέτωπο. Αντίθετα, το βασικό ζήτημα είναι πλέον αν και πώς η Μόσχα θα καταφέρει να αντισταθεί στη στοχευμένη επίθεση της Ουκρανίας στο εσωτερικό της Ρωσίας: πώς θα αντιδράσει και θα προσαρμοστεί η Μόσχα στην προσπάθεια του Κιέβου να υπονομεύσει τη βιομηχανική, υλικοτεχνική και τεχνική βάση του ρωσικού κράτους, και κατ’ επέκταση την ικανότητά του να διεξάγει πόλεμο;
Η αντίδραση της Ρωσίας στην τρέχουσα αποσταθεροποίησή της από την Ουκρανία ακολουθεί τρεις ιδεοτυπικές πορείες, τις οποίες η Μόσχα θα προσπαθήσει ή, στην πραγματικότητα, ήδη προσπαθεί να ακολουθήσει παράλληλα: (α) μια σταδιακή προσαρμογή και τελικά επίτευξη της εξισορρόπησης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, (β) μια βαθιά επανεξέταση και επακόλουθο αναπροσανατολισμό προς τη μετριοπάθεια των στόχων της στον πόλεμο και στις διαπραγματεύσεις, και, αντίθετα, (γ) αύξηση των διακυβευμάτων και ποντάρισμα σε περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου, με σκοπό την τελική συντριβή της Ουκρανίας. Ενώ η επίτευξη της εξισορρόπησης αποτελεί την πιο προφανή βραχυπρόθεσμη στρατηγική του Κρεμλίνου, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι η Μόσχα εξετάζει και δοκιμάζει τόσο στρατηγικές μετριοπάθειας όσο και κλιμάκωσης. Ποια από αυτές τις προσεγγίσεις θα επικρατήσει εξαρτάται από την περαιτέρω επιτυχία και τον ρυθμό με τον οποίο η Ουκρανία υποβαθμίζει την πολεμική ικανότητα της Ρωσίας, καθώς και από τις εσωτερικές πολιτικές δυναμικές ή περιορισμούς που ενδέχεται να προκύψουν από αυτό.
Από τον εδαφικό πόλεμο στη συστημική εξάντληση
Από τα τέλη του 2025, οι ουκρανικές δυνάμεις δεν έχουν καταφέρει μόνο να επιβραδύνουν την προέλαση του ρωσικού στρατού, με τη χρήση μεγάλου αριθμού drones FPV και τη διεύρυνση των «ζωνών θανάτου» στο μέτωπο. Τις τελευταίες εβδομάδες, καθημερινά νέα οπτικά, ηχητικά και προφορικά στοιχεία από ολόκληρη τη Ρωσική Ομοσπονδία υποδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις των αποκαλούμενων, χαριτολογώντας, «κυρώσεων μακράς εμβέλειας» της Ουκρανίας αυξάνονται ραγδαία. Οι βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας με drones και πυραύλους Κρουζ στα μετόπισθεν της Ρωσίας διαταράσσουν, προκαλούν ζημιές ή καταστρέφουν όλο και περισσότερες στρατιωτικο-βιομηχανικές, μεταφορικές και ενεργειακές υποδομές. Σύμφωνα με τον Robert «Magyar» Brovdi, διοικητή των Δυνάμεων Μη Επανδρωμένων Συστημάτων της Ουκρανίας, η καταστροφή που έχει προκληθεί στο επιχειρησιακό και στρατηγικό βάθος της Ρωσίας έχει αυξηθεί κατά 1.150% από τις αρχές του 2026. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας στο μέτωπο φτάνουν πλέον έως τα 150 χλμ., οι επιθέσεις μεσαίου βεληνεκούς περίπου στα 300 χλμ. και οι επιθέσεις βάθους έως τα 2.000 χλμ.
Μεταξύ των κύριων στόχων των ουκρανικών drones, καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, των βομβών ολίσθησης και των πυραύλων, συγκαταλέγονται σιδηροδρομικοί κόμβοι, αντλιοστάσια πετρελαίου, αποθήκες, λιμάνια, αεροδρόμια και κόμβοι μεταφορών. Μεταξύ άλλων εντυπωσιακών αποτελεσμάτων, η Μόσχα αναγκάστηκε να περιορίσει την πρόσβαση στη βενζίνη και το ντίζελ σε 60 από τις 83 ρωσικές περιφέρειες, ενώ οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται. Ειδικά στην προσαρτημένη Κριμαία, ο εφοδιασμός με καύσιμα, νερό, ηλεκτρικό ρεύμα και τρόφιμα έχει εξελιχθεί σε μείζον πρόβλημα, και η οικονομική δραστηριότητα έχει ουσιαστικά σταματήσει.
Δεν έχει επιβληθεί περιορισμός μόνο στη βενζίνη, αλλά και στις πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητά της. Για παράδειγμα, σε αρκετές ρωσικές περιφέρειες, η κρατικά υποστηριζόμενη εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων «Maks» αποκλείει τις δημόσιες συζητήσεις όπου οι οδηγοί ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την προμήθεια βενζίνης και τις ουρές στα βενζινάδικα. Η κυβερνητική παρέμβαση σε επικοινωνίες όπως αυτή αποτελεί μόνο ένα μέρος μιας πολύ ευρύτερης προσπάθειας να κατασταλεί η διάδοση πληροφοριών σχετικά με την αυξανόμενη κρίση καυσίμων που προκάλεσαν οι ουκρανικές επιθέσεις.
Αυτό οδηγεί τη Ρωσία σε μια ευρύτερη κοινωνικοοικονομική κρίση. Σύμφωνα με τον Νικολάι Μιτροκίν, ιστορικό της σύγχρονης Ρωσίας με έδρα τη Γερμανία, η «κατάκτηση της υπεροχής από την Ουκρανία στον πιο πλεονεκτικό τομέα — αυτή τη στιγμή, τον αέρα—και η επακόλουθη καταστροφή της [ρωσικής] στρατιωτικής και πολιτικής υποδομής σε επιχειρησιακό και στρατηγικό επίπεδο, η δημιουργία μιας εντελώς νέας πραγματικότητας για τα βαθιά μετόπισθεν της Ρωσίας, καθώς και ο περιορισμός του ρωσικού στρατού σε επιχειρησιακό βάθος χωρίς την ανάγκη να παραβιαστούν συγκεκριμένες θέσεις σε τακτικό επίπεδο—όλα αυτά μοιάζουν είτε με την ξαφνική έναρξη του πολέμου είτε με την ταχεία ολοκλήρωσή του.»
Η αυξανόμενη πρόκληση των επιθέσεων στο μεσαίο βάθος για τις ρωσικές δυνάμεις της πρώτης γραμμής
Ωστόσο, οι αυξανόμενες επιθέσεις σε βάθος προς το απομακρυσμένο εσωτερικό της Ρωσίας δεν αποτελούν το μοναδικό πρόβλημα της Μόσχας. Όλο και περισσότερες λεγόμενες «επιθέσεις μεσαίου βεληνεκούς» σε περιοχές πίσω από τις δυνάμεις της πρώτης γραμμής περιπλέκουν τον ανεφοδιασμό του ρωσικού στρατού, ακόμη και όταν υπάρχει επαρκές καύσιμο και άλλο υλικό. Η Ουκρανία προσπαθεί να διαταράξει, με τον αυξανόμενο στόλο της από μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) μεσαίου βεληνεκούς, τη λειτουργία των ρωσικών δικτύων εφοδιαστικής που συνδέουν τα ακόμη λειτουργικά εργοστάσια και αποθήκες καυσίμων με τις ρωσικές μαχόμενες δυνάμεις. Για τον σκοπό αυτό, η Ουκρανία έχει αναπτύξει και τώρα αναπτύσσει μια νέα γενιά drone FPV, βελτιστοποιημένων για επιθέσεις εφοδιαστικής κοντινής και μεσαίας εμβέλειας. Αυτά τα drones επιτυγχάνουν επί του παρόντος επιχειρησιακό βάθος 40-44 χλμ. και έχουν σχεδιαστεί ώστε να λειτουργούν, στο μέλλον, με εμβέλεια έως και 100 χλμ.
Όπως και σε άλλους τομείς, η Μόσχα προσπαθεί να αναπτύξει αντίμετρα. Ο ρωσικός ηλεκτρονικός πόλεμος (EW) κατά των drones είναι καλά ανεπτυγμένος, αλλά συχνά αποδεικνύεται αναποτελεσματικός έναντι των επιθέσεων μεσαίου βεληνεκούς. Τα ουκρανικά drones χτυπούν συστηματικά ρωσικά οχήματα, παρόλο που τα τελευταία φέρουν ενσωματωμένα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Επιπλέον, οι ουκρανοί κατασκευαστές βρίσκονται επί του παρόντος σε φάση μετάβασης προς νέα συστήματα επικοινωνίας και μοντέλα επόμενης γενιάς. Ο ρητός στόχος της Ουκρανίας είναι να προηγείται σε κάθε κύκλο καινοτομίας και, με αυτόν τον τρόπο, να διασφαλίζει ότι η Ρωσία προσαρμόζεται διαρκώς στην εκάστοτε προηγούμενη απειλή.
Τον Ιούνιο του 2026, βεβαίως, το Υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας ανέφερε με υπερηφάνεια ότι είχε αναχαιτίσει 8.849 ουκρανικά drones τον Μάιο του 2026. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει μεγάλη επιτυχία σε σύγκριση με τις 3.676 αναχαιτίσεις τον Ιανουάριο του 2026 και τις 2.504 τον Μάιο του προηγούμενου έτους. Πολλοί στρατιωτικοί αναλυτές, ωστόσο, αμφισβητούν την ακρίβεια των στοιχείων της ρωσικής κυβέρνησης και υποψιάζονται ότι τα αναφερόμενα ποσοστά αναχαίτισης είναι υπερβολικά. Είτε αυτό ισχύει είτε όχι, τα αυξανόμενα ρωσικά στοιχεία υποδηλώνουν επίσης ότι ο ρυθμός των ουκρανικών επιθέσεων έχει επιταχυνθεί. Τα drones που αναπτύσσει η Ουκρανία κατακλύζουν όλο και περισσότερο την ρωσική αεροάμυνα και προφανώς αυξάνονται ταχύτερα από τις δυνατότητές της.
Ως απάντηση, η Μόσχα έχει αποσύρει μονάδες αεροπορικής άμυνας από το μέτωπο προς τα μετόπισθεν, προκειμένου να προστατεύσει στρατηγικές υποδομές που αποτελούν στόχους. Ως αποτέλεσμα, το παλαιότερα δομημένο και πολυεπίπεδο σύστημα αεροπορικής προστασίας της Ρωσίας έχει καταστεί διάσπαρτο και πλέον περιλαμβάνει πολλά εκτεθειμένα σημεία. Κάθε σύστημα αεροπορικής άμυνας που προστατεύει ένα διυλιστήριο πετρελαίου και κονβόι ανεφοδιασμού είναι ένα λιγότερο που εξυπηρετεί τις δυνάμεις της πρώτης γραμμής. Η Ουκρανία δεν έχει αυξήσει μόνο τον αριθμό των καταστραφέντων μέσων, αλλά και το κόστος και τους κινδύνους για τις δυνάμεις που εμπλέκονται στην «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» της Ρωσίας.
Οι ανεπαρκείς ρωσικοί αναχαιτιστές drones
Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο καθώς ένας εντελώς νέος τύπος όπλου στο μέτωπο, τα αναχαιτιστικά drones, αναδεικνύει τις συνεχιζόμενες θεμελιώδεις ανεπάρκειες του ρωσικού εξοπλισμού. Για παράδειγμα, το πιο διαδεδομένο ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα, το Pantsir-S1, έχει σχεδιαστεί για να χτυπά μεγάλους στόχους εντοπιζόμενους από ραντάρ, όπως οι πύραυλοι Κρουζ. Ωστόσο, αποτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό ενάντια σε drones χαμηλής ανιχνευσιμότητας, κατασκευασμένα από πλαστικό και κόντρα πλακέ.
Σε αντίθεση με την Ουκρανία, η ρωσική βιομηχανία έχει μόλις αρχίσει να αναπτύσσει την ικανότητα μαζικής παραγωγής αναχαιτιστικών drones. Τα νέα της αντι-drone UAV Yolka και Lys-2 υπάρχουν μέχρι στιγμής μόνο ως σχέδιο και δεν παράγεται ακόμη μαζικά. Η Ρωσία στερείται του ολοκληρωμένου οικοσυστήματος ραντάρ και λογισμικού που επιτρέπει στους Ουκρανούς χειριστές αναχαιτιστικών να ενεργούν βάσει δεδομένων στόχευσης σε πραγματικό χρόνο σε έναν καθορισμένο τομέα.
Ακόμη και στην περίπτωση που η Ρωσία αυξήσει ραγδαία την προστατευτική ικανότητα των αναχαιτιστικών drone και αντιπυραυλικών συστημάτων της, παραμένει μια σαφής γεωμετρική διαφορά. Η Ουκρανία υπερασπίζεται μόνο το εσωτερικό ενός τόξου. Αντίθετα, η Ρωσία πρέπει να εξασφαλίσει την εξωτερική της περίμετρο, καθώς και τη Μαύρη Θάλασσα, τη Θάλασσα του Αζόφ και τις προσβάσεις προς τον Καύκασο. Επομένως, πρέπει να καλύψει μια περίμετρο πρώτης γραμμής περίπου 2.000 χιλιομέτρων, ενώ η αμυντική γραμμή της Ουκρανίας είναι μόνο περίπου 1.100 χιλιόμετρα.
Η υπεράσπιση χιλιάδων χιλιομέτρων κρίσιμης υποδομής απαιτεί πολύ περισσότερους πόρους από ό,τι η επίθεση σε επιλεγμένους στόχους υψηλής αξίας. Κάθε βελτίωση της ουκρανικής επιθετικής ικανότητας αυξάνει επομένως δυσανάλογα το αμυντικό βάρος της Ρωσίας. Ως αποτέλεσμα, η επίτευξη από τη Ρωσία του τρέχοντος επιπέδου αποτελεσματικότητας της ουκρανικής αεροάμυνας εκτιμάται, από εμπειρογνώμονες του στρατιωτικο-βιομηχανικού τομέα, ως προς το παρόν ανέφικτη. Σε αντίθεση με τα προπαγανδιστικά αφηγήματα της Ρωσίας, τα ποσοστά αναχαίτισης των ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών βαθιάς και μεσαίας εμβέλειας θα παραμείνουν χαμηλά – τουλάχιστον, για το άμεσο μέλλον.
Ο παράγοντας του πολιτικού χρόνου: Οι επικείμενες εκλογές για τη Δούμα
Μέσα σε αυτό το περίπλοκο στρατιωτικό και οικονομικό πλαίσιο, η Μόσχα αντιμετωπίζει πλέον και έναν κρίσιμο πολιτικό περιορισμό. Τον Σεπτέμβριο του 2026, θα διεξαχθούν τακτικές εκλογές για την Κρατική Δούμα, την Κάτω Βουλή του ρωσικού ψευδο-κοινοβουλίου. Βεβαίως, αυτές οι εκλογές δεν (θα) είναι ούτε δίκαιες και ελεύθερες ούτε ανοιχτές και μυστικές.
Παρ’ όλα αυτά, διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στη λειτουργία του ρωσικού πολιτικού συστήματος. Καθώς στη Ρωσία υπάρχει τυπικά ένα πολυκομματικό σύστημα, η εξαιρετικά περιορισμένη διαδικασία ψηφοφορίας επιτρέπει ακόμα έναν ορισμένο βαθμό έκφρασης πολιτικών προτιμήσεων. Δεδομένων των συσσωρευόμενων κοινωνικών παραπόνων, οι εθνικές εκλογές του 2026 ενδέχεται να απαιτήσουν ακόμη περισσότερη από τη συνήθη χειραγώγηση και παραποίηση για να εξασφαλιστεί η νίκη του κυβερνώντος κόμματος «Ενωμένη Ρωσία».
Το εκλογικό ημερολόγιο δεν καθορίζει τη ρωσική στρατηγική, αλλά μπορεί να διαμορφώσει το χρονοδιάγραμμά της. Πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση του Πούτιν πιθανότατα θα επιχειρήσει να διαχειριστεί την κρίση των καυσίμων με πιο ήπια μέτρα, όπως προγράμματα διανομής που θα παρουσιάζονται ως προσωρινά. Μετά τον Σεπτέμβριο, μόλις ανανεωθεί η εκλογική νομιμότητα και η Μόσχα αποκτήσει νέα εσωτερική εξουσιοδότηση για την εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων, μπορεί κανείς να αναμένει πιο σκληρά μέτρα λιτότητας και μια νέα εκστρατεία στρατολόγησης.
Καμία από αυτές τις πιέσεις δεν καθορίζει μηχανιστικά έναν συγκεκριμένο τύπο ρωσικής συμπεριφοράς. Τα αυταρχικά καθεστώτα μπορούν, γενικά, να απορροφήσουν οικονομικές απώλειες που θα ήταν πολιτικά απαράδεκτες στις δημοκρατίες. Το ερώτημα δεν είναι τόσο αν υπάρχει πίεση ή όχι, αλλά πώς επιλέγει να ανταποκριθεί σε αυτή το Κρεμλίνο. Μπορούν να διακριθούν τρεις προφανείς στρατηγικές κατευθύνσεις, οι οποίες όμως δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά μάλλον εμφανίζονται συνδυαστικά.
Σενάριο Πρώτο: αποκατάσταση ισορροπίας
Είτε σιωπηλά είτε ρητά, πολλοί σχολιαστές των οικονομικών, κοινωνικών και υλικοτεχνικών προβλημάτων της Ρωσίας, τα οποία επί του παρόντος επιδεινώνονται, υποθέτουν ότι είναι προσωρινά, μέτρια και/ή δευτερεύοντα. Από αυτή την άποψη, ακόμη και αν τα ζητήματα αυτά μπορεί, προς το παρόν, να φαίνονται σοβαρά, το ρωσικό κράτος θα είναι σε θέση να προσαρμοστεί και να διατηρήσει την πολιτική του σταθερότητα, ακεραιότητα και πορεία. Το Κρεμλίνο θα εξουδετερώσει επιτυχώς την κοινωνική δυσαρέσκεια με καταστολή ή αποζημίωση ή – κατά πάσα πιθανότητα – με έναν συνδυασμό και των δύο.
Η προσωρινή επιβολή δελτίων για καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα, τρόφιμα, νερό κ.λπ. – όπως ήδη συμβαίνει εν μέρει στα κατεχόμενα από τη Ρωσία εδάφη της Ουκρανίας – μπορεί να εφαρμοστεί προσωρινά και να παρουσιαστεί ως πατριωτική θυσία. Η Μόσχα, σύμφωνα με αυτό το σενάριο, θα βρει τελικά τρόπους να αποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό τις γραμμές εφοδιασμού, μεταφοράς και διανομής μέσω της εισαγωγής, για παράδειγμα, βενζίνης από την Κεντρική Ασία. Έτσι, η έλλειψη καυσίμων και άλλων αγαθών θα παραμείνει μόνο προσωρινή και θα μπορεί να μετριαστεί μέσω στοχευμένων εισαγωγών και προγραμμάτων διανομής με δελτίο. Οι στρατιωτικές ανάγκες θα συνεχίσουν να καλύπτονται, καθώς θεωρούνται ότι υπερισχύουν της ευημερίας των πολιτών. Η παραγωγή drones, πυραύλων και άλλου βασικού οπλισμού συνεχίζεται, ίσως με την ενισχυμένη υποστήριξη της Κίνας προς τη ρωσική βιομηχανία.
Σύμφωνα με ένα τέτοιο σενάριο, οι καταστροφές που αυξάνονται επί του παρόντος θα αποτελέσουν είτε μια μόνο μερική, παροδική κρίση, είτε/και θα γίνουν αποδεκτές από την κοινωνία ως ακόμα ανεκτές. Η μείωση της ποιότητας ζωής δεν θα είναι επαρκής ώστε να οδηγήσει σε μεγάλες διαμαρτυρίες, περιορισμούς στον εξωτερικό τυχοδιωκτισμό και πολιτική αλλαγή. Ακόμη και αν το βιοτικό επίπεδο των απλών Ρώσων υποχωρήσει, μπορεί να επιτευχθεί και να διατηρηθεί μια νέα ισορροπία.
Σενάριο Δύο: Μετριοπάθεια
Το σενάριο της μετριοπάθειας προϋποθέτει ότι οι τρέχουσες κοινωνικές προκλήσεις της Μόσχας, ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων βαθιών επιθέσεων της Ουκρανίας κατά των ρωσικών υποδομών και των παράλληλων οικονομικών προκλήσεων, όπως οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου, είναι σοβαρές και θα συνεχίσουν να επιδεινώνονται. Μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα προκύψει από την περαιτέρω καταστροφή των συστημάτων αεροπορικής άμυνας, τις ζημιές στα διυλιστήρια, τα ελλείμματα εφοδιασμού, τα εμπόδια στην εφοδιαστική αλυσίδα κ.λπ. θα οδηγήσει σε μια θεμελιώδη διαρθρωτική μεταβολή στο κοινωνικό κλίμα και τις πολιτικές προοπτικές της Ρωσίας. Αναγνωρίζοντας αυτό, η ρωσική ηγεσία – είτε με τον Πούτιν είτε χωρίς αυτόν – μετριάζει προσωρινά τους ακραίους πολεμικούς στόχους και τη διαπραγματευτική της θέση.
Τουλάχιστον, το διεθνές διπλωματικό θέατρο που επικρατούσε μέχρι τώρα γύρω από τις ειρηνευτικές συνομιλίες ενδέχεται να δώσει τη θέση του σε μια πιο σοβαρή διαδικασία διαβουλεύσεων, η οποία θα καθοδηγείται από το γνήσιο ενδιαφέρον της Μόσχας να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Βεβαίως, οι κοινωνικές δυσκολίες από μόνες τους δεν θα επιβάλουν μια συμβιβαστική πορεία δράσης, όσο η ηγεσία είναι σε θέση να απορροφήσει το πολιτικό κόστος και να υποβαθμίσει την ευημερία των πολιτών. Ωστόσο, υπό την αυξανόμενη πίεση της κοινωνίας, το Κρεμλίνο θα επιδιώξει, σε αυτό το σενάριο, μια – τουλάχιστον προσωρινή – αποκλιμάκωση της σύγκρουσης και μετάβαση σε μάχες χαμηλής έντασης. Η μετριοπάθεια θα σήμαινε, σε μια τέτοια εξέλιξη των γεγονότων, όχι έναν ιδεολογικό αναπροσανατολισμό της Ρωσίας, αλλά έναν απλό στρατιωτικό και οικονομικό επαναπροσδιορισμό. Σοβαρή αναζήτηση συμβιβασμού και ενδιαφέρον για κατάπαυση του πυρός θα εμφανιστούν μόνο όταν η Μόσχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος, προς το παρόν, δεν μπορεί να κερδηθεί – ένα όριο που ακόμα δεν είναι ορατό.
Σενάριο Τρίτο: Κλιμάκωση
Όπως και στην περίπτωση του δεύτερου σεναρίου, το τρίτο ιδεοτυπικό σενάριο που εξετάζεται εδώ υποθέτει επίσης ότι η αυξανόμενη στρατιωτική και οικονομική πίεση θα ωθήσει το Κρεμλίνο να αλλάξει ριζικά πορεία, οδηγώντας όμως τη Μόσχα σε κλιμάκωση αντί για μετριοπάθεια. Η ρωσική κλιμάκωση μπορεί να έχει τόσο πολιτικο-ψυχολογικούς όσο και στρατιωτικο-υλικούς σκοπούς και να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει ή/και να βομβαρδίσει την Ουκρανία και τους δυτικούς εταίρους της, ώστε να υποκύψουν ή, τουλάχιστον, να αποδεχθούν τους ρωσικούς όρους για κατάπαυση του πυρός – μια στρατηγική προσέγγιση που μερικές φορές ονομάζεται «κλιμάκωση για αποκλιμάκωση». Μεταξύ άλλων, η κλιμάκωση θα μπορούσε να στοχεύει στην αποκατάσταση της πρωτοβουλίας της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης, στην εξουδετέρωση της ηγεσίας του ουκρανικού κράτους, στη διακοπή της ανάπτυξης και παραγωγής ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεγάλου βεληνεκούς, στην αποδιάρθρωση της εφοδιαστικής αλυσίδας των ουκρανικών στρατευμάτων στην πρώτη γραμμή κ.λπ. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτό το σενάριο έχει ήδη αρχίσει να υλοποιείται με τον έντονο βομβαρδισμό του Κιέβου από πολυάριθμα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, καθώς και βαλλιστικούς και πυραύλους Κρουζ, τις νύχτες της 1ης προς τη 2η, καθώς και της 5ης προς τη 6η Ιουλίου 2026.
Αν και αποτελεί προφανώς την προτιμώμενη γραμμή δράσης του Κρεμλίνου ως απάντηση στις επιτυχημένες επιθέσεις της Ουκρανίας κατά των ρωσικών υποδομών, οι επιλογές της Μόσχας για κλιμάκωση και τα οφέλη που θα αποκομίσει από αυτήν είναι σήμερα πιο περιορισμένα από ό,τι ήταν όταν ξεκίνησε η πλήρης εισβολή το 2022. Δεν είναι μόνο ότι η ικανότητα της Ουκρανίας να αμυνθεί και η υποστήριξη από το εξωτερικό έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σύγκριση με πριν από τέσσερα χρόνια. Η στρατηγική λογική για κλιμάκωση εξασθενεί με κάθε επιπλέον επιτυχημένο χτύπημα της Ουκρανίας στις ρωσικές υποδομές.
Οι αδίστακτες επιθέσεις αντιποίνων εναντίον ουκρανικών οικισμών μπορεί να προσφέρουν συναισθηματική ανακούφιση στην ρωσική πολιτική ηγεσία και σε ανησυχούντα ή και πανικόβλητα τμήματα της κοινωνίας. Ωστόσο, οι ενέργειες «εκδίκησης» δεν θα συμβάλλουν στην αποκατάσταση της υλικής ζημίας που προκάλεσαν οι βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας και ενδέχεται να έχουν μόνο περιορισμένα αντισταθμιστικά αποτελέσματα για το μεγαλύτερο μέρος του ρωσικού πληθυσμού. Η αποκατάσταση και η πρόληψη περαιτέρω επιθέσεων, για παράδειγμα, εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου θα απαιτούσε μια στρατηγική μετριοπάθειας και όχι κλιμάκωσης.
Όλο και περισσότερο, η Μόσχα χρειάζεται, τουλάχιστον, μια διακοπή του πολέμου, και συγκεκριμένα την παύση των ουκρανικών επιθέσεων βαθιά στο ρωσικό έδαφος, καθώς και, ιδανικά, την άρση των κυρώσεων. Η συνεχιζόμενη ανταπόδοση χτυπημάτων θα επιδεινώσει μόνο τις ήδη σημαντικές οικονομικές ζημιές και αναστατώσεις της Ρωσίας. Οι εντατικές επιθέσεις στα μετόπισθεν της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένου του Κιέβου, δύσκολα θα επιλύσουν το βασικό πρόβλημα της Ρωσίας, που είναι η τεχνολογική καθυστέρηση. Δεν μπορούν να σπάσουν εύκολα τον κύκλο καινοτομίας της Ουκρανίας, ο οποίος συνεχίζει να ξεπερνά τον ρωσικό, ο οποίος είναι κυρίως προσαρμοστικός και καθυστερημένος.
Ωστόσο, όσο η Μόσχα δεν καθοδηγείται αποκλειστικά και όχι τόσο από ορθολογικά κίνητρα, έχει στη διάθεσή της μια σειρά επιλογών για κλιμάκωση. Εσωτερικά, αυτό μπορεί να σημαίνει την έναρξη ευρείας κλίμακας στρατολόγησης και την επέκταση της καταστολής κατά της διαφωνίας στη Ρωσία. Εκτός από την ήδη εντεινόμενη τρομοκρατία εναντίον των Ουκρανών αμάχων, το Κρεμλίνο ενδέχεται να προσπαθήσει να εξαναγκάσει τη Λευκορωσία να εμπλακεί στον πόλεμο ως ενεργός συμπολεμιστής. Ακόμη και μια απλή, αλλά αξιόπιστη, απειλή από το βορρά μπορεί να αναγκάσει την Ουκρανία να αποσπάσει δυνάμεις αεροπορικής άμυνας και χερσαίες δυνάμεις από την πρώτη γραμμή. Η Μόσχα ενδέχεται επίσης να προσπαθήσει να επεκτείνει περαιτέρω τα υβριδικά της μέτρα, όπως κυβερνοεπιθέσεις, δραστηριότητες σαμποτάζ στην Ευρώπη και πυρηνικές απειλές προς τη Δύση, προκειμένου να την αποτρέψει από το να υποστηρίξει την Ουκρανία.
Συμπεράσματα
Αντί να επικεντρώνεται στην άμεση εδαφική άμυνα και στα εδαφικά κέρδη, το Κίεβο στοχεύει όλο και περισσότερο στις υλικές και κοινωνικές δομές στα μετόπισθεν της Ρωσίας, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη διεξαγωγή του πολέμου της στην Ουκρανία και τις υβριδικές ενέργειές της αλλού. Αυτή η στροφή δημιουργεί μια νέα στρατηγική συγκυρία, στην οποία κυριαρχεί η άμυνα και όχι η επίθεση. Βεβαίως, η Ρωσία μπορεί ακόμα να συγκεντρώσει στρατεύματα στο μέτωπο και να κινητοποιήσει βιομηχανικούς πόρους.
Ωστόσο, κάθε επιπλέον επίπεδο προστασίας που πρέπει να δημιουργήσει ως αντίδραση στις ταχέως αυξανόμενες ικανότητες της Ουκρανίας για βαθιές και μεσαίες επιθέσεις απαιτεί την περαιτέρω διάσπαση των περιορισμένων μέσων αεροπορικής άμυνας σε όλη την τεράστια επικράτειά της. Η υπεράσπιση κρίσιμων υποδομών κατά μήκος χιλιάδων χιλιομέτρων είναι πιο δύσκολη από την επίθεση σε επιλεγμένα αδύνατα σημεία της Ουκρανίας. Το κόστος της ρωσικής άμυνας αρχίζει να αυξάνεται ταχύτερα από το κόστος της επίθεσης.
Οι επιτυχίες της Ουκρανίας στις επιθέσεις κατά των ενεργειακών υποδομών της Ρωσίας και του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος δεν θα οδηγήσουν σε στρατιωτική κατάρρευση της Ρωσίας. Κατ’ αρχήν, αυταρχικά καθεστώτα όπως η Ρωσία μπορούν να αντέξουν, να αγνοήσουν ή να εξουδετερώσουν τη δυσαρέσκεια που προκύπτει από τις δυσκολίες του πληθυσμού, διατηρώντας παράλληλα τη στρατιωτική τους ικανότητα. Η αποφασιστική μεταβλητή δεν είναι, επομένως, η ίδια η οικονομική ζημιά που προκαλείται. Το βασικό ερώτημα είναι αν οι ουκρανικές επιθέσεις με νέα όπλα μεγάλου βεληνεκούς μπορούν να μειώσουν σταδιακά την ικανότητα της Ρωσίας να διατηρεί και να παράγει πολεμική ισχύ ταχύτερα από ό,τι η Μόσχα μπορεί να προσαρμοστεί στον νέο κύκλο καινοτομίας.
Για την Ευρώπη, η πρόκληση είναι μεγαλύτερη από το να βοηθήσει την Ουκρανία να επικρατήσει με κάποιον τρόπο. Είναι να αναγνωρίσει ότι ο μελλοντικός χαρακτήρας του πολέμου και η δομή της ευρωπαϊκής ασφάλειας διαμορφώνονται σήμερα στην Ουκρανία. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει ότι οι θεσμοί και οι πολιτικές που έχουν ως αποστολή τη διαφύλαξη της κυριαρχίας των κρατών μελών της και του ευρωπαϊκού εγχειρήματος στο σύνολό του εξελίσσονται τόσο γρήγορα όσο απαιτούν οι αλλαγές στο ουκρανικό πεδίο μάχης.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής