Καθένα από αυτά αλλά και όλα μαζί συμφωνούν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η χειρότερη που έχει υπάρξει ποτέ και πως αυτονόητη υποχρέωση και σκοπός τους είναι να την ανατρέψουν, αδυνατούν όμως να εμφανιστούν ως αξιόπιστη εναλλακτική λύση.
Θέλουν απλώς να την ανατρέψουν. Τι θα γίνει μετά, δεν το λένε. Δεν το ξέρουν και δεν τους ενδιαφέρει να το σχεδιάσουν και να το οργανώσουν, διότι είναι αδύνατον.
Είναι τόσο ζοφερή η εικόνα ενός αύριο χωρίς πλειοψηφούσα ΝΔ και Μητσοτάκη πρωθυπουργό, που αρκεί αυτή και μόνο για να της δώσει την τρίτη θητεία.
Και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη, ό,τι δηλαδή απέμεινε από το μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα είκοσι χρόνια, αφού οι αριστεροί λαϊκιστές πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ, οι αυριανιστές στον Βελόπουλο και στην Κωνσταντοπούλου και οι σημιτικοί στη Νέα Δημοκρατία;
Τι θα κάνει το ΠΑΣΟΚ; Θα πάει στις εκλογές με κύριο εχθρό τη ΝΔ και με την αστεία γραμμή «πρώτο κόμμα, έστω και με μία ψήφο»;
Αν είναι έτσι, φαίνεται πώς θέλει να γίνει ένας καλύτερος ΣΥΡΙΖΑ, να τον υποκαταστήσει και να ηγεμονεύσει στο χώρο του λαϊκισμού, την γενικής άρνησης, του όλα λάθος. Εκεί κατευθύνονται ο κόσμος και τα στελέχη του.
Πρόκειται για αδιέξοδο. Η γραμμή Κουτσόγιωργα είναι νεκρή. Απέναντι στο ΠΑΣΟΚ είναι η ΝΔ του Μητσοτάκη, με τους μισούς υπουργούς της πρώην στελέχη του, δεν είναι η ΕΡΕ.
Υπάρχει όμως χώρος για μια άλλη πολιτική; Υπάρχει χώρος για ένα κόμμα καλύτερο από τη ΝΔ; Υπάρχει κενό που αναγκαία θα καλυφθεί;
Έχει όλα αυτά τα χρόνια ασκηθεί ογκωδέστατη κριτική στην κυβέρνηση. Δεν ήταν αυτή η κριτική σε όλα λάθος, δεν ήσαν όλα αβάσιμα. Και μόνο αυτό το υλικό είναι επαρκές για να δημιουργήσει ένα πολιτικό πνεύμα ικανό να τροφοδοτήσει ένα τέτοιο κόμμα. Αυτό που ακύρωνε και εξουδετέρωνε τη βάσιμη κριτική ήταν η γενική απόρριψη, το «όλα λάθος», η ανυπαρξία του κατά περίπτωση «ναι».
Υπάρχουν επίσης ψηφοφόροι που μένουν στη ΝΔ κατ’ ανάγκην. Υπάρχουν οι νεότεροι που δεν πείθονται από την Κωνσταντοπούλου και την Καρυστιανού.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η έλλειψη ενός τέτοιου κόμματος. Όχι της κυβέρνησης, όχι της αντιπολίτευσης. Είναι πρόβλημα της χώρας.
Λείπει ένα δεύτερο κόμμα διαχείρισης, ένα κόμμα κανονικότητας, ένα κόμμα που δεν θα υποκύπτει στους πειρασμούς να ρίξει τον Μητσοτάκη με κάθε μέσον, που δεν θα υιοθετεί τα ξυλόλια και την «τραγική μάνα» και τον Ρούτσι. Ένα κόμμα που θα βρίσκεται σε ανοιχτό πόλεμο όχι με τη ΝΔ αλλά με τον Βελόπουλο και την Κωνσταντοπούλου.
Αυτό λείπει από τη χώρα.
Το κόμμα που, ούτως εχόντων σήμερα των πολιτικών δεδομένων, δεν θα κοροϊδεύει επιδιώκοντας να γίνει πρώτο κόμμα αλλά θα αποδεχθεί την θέση του, ως δεύτερου, αλλά και την πιθανή συμμετοχή του σε κυβερνητικά σχήματα με το πρώτο κόμμα. Πρόκειται για σταθερή ευρωπαϊκή συνθήκη. Το FDP π.χ. συγκυβέρνησε δεκαετίες τη Γερμανία σχηματίζοντας πλειοψηφίες άλλοτε με τους Χριστιανοδημοκράτες, άλλοτε με τους Σοσιαλδημοκράτες, κατέχοντας πάντα το υπουργείο Εξωτερικών με τον πρόεδρό του, τον Γκένσερ.
Η θετική πολιτική επιρροή ενός τέτοιου συγκυβερνώντος κόμματος στα πράγματα της χώρας θα είναι πολύ ισχυρότερη από την όποια αρνητική επίδραση θα έχει η θέση του, ως κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θέση την οποία σήμερα έχει στόχο –στην πραγματικότητα– το ΠΑΣΟΚ.
Συγχρόνως θα κάνει και την κυβερνητική πολιτική σαφέστερη και σταθερότερη. Σήμερα ο Μητσοτάκης τους έχει όλους απέναντι και καταλήγει να κατηγορείται για όλα. Και στα όποια μέτρα παίρνει συναντά λυσσώδη αντίδραση, τόσο στη λήψη όσο και στην εφαρμογή.
Στην Βουλή είναι ένας εναντίον έξι. Ο παραλογισμός της κατάστασης και η κενή οξύτητα και τοξικότητα οδήγησε την όλη Αντιπολίτευση –και το ΠΑΣΟΚ– να είναι με τα «δίκαια αιτήματα των αγροτών» και, παρότι σε άλλες περιπτώσεις παριστάνει τον ένθερμο υποστηρικτή του Συντάγματος, εδώ δεν θεώρησε πως η επί δίμηνο ατιμώρητη κατάληψη των εθνικών οδών και η βίαιη παρεμπόδιση των κρατικών οργάνων να ασκούν και εκεί την εξουσία τους ήταν αντισυνταγματικό πραξικόπημα.
Για τη σημασία ενός τέτοιου κόμματος, ωραίο παράδειγμα είναι η απήχηση των σημιτικών υπουργών της σημερινής κυβέρνησης. Δεν θα ισχυρισθεί κανείς πως είναι ενεργούμενα του Μητσοτάκη ή της δεξιάς πτέρυγας της ΝΔ, κάθε άλλο. Αντιθέτως, μπορούμε να φανταστούμε πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η επιρροή τους αν στην κυβέρνηση δεν συμμετείχαν ως άτομα αλλά ως στελέχη ενός άλλου, δεύτερου κόμματος, συγκυβερνώντος με τη ΝΔ.
Πάντως, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει πολιτικό κενό και ότι ένα τέτοιο κόμμα λείπει, είναι λίαν αμφισβητούμενο το εάν αυτό μπορεί να εκκολαφθεί μέσα από τη σημερινό ΠΑΣΟΚ, με τα στελέχη, τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους που τώρα διαθέτει.
Τέλος: την στροφή από την πολιτική Ανδρέα στην πολιτική Σημίτη και την εκλογή Σημίτη ως πρωθυπουργού και προέδρου την επέβαλε το ίδιο το κόμμα έσωθεν, όχι η κοινωνία. Την επέβαλαν ο Αυγερινός, η Παπανδρέου, ο Πάγκαλος. Και ύστερα προσήλθαν οι Λαλιώτης και Γιώργος.
Όσοι σήμερα στο ΠΑΣΟΚ τυχόν (τυχόν…) βλέπουν ως αναγκαία τη διαδοχή στην ηγεσία του, που συνεπάγεται και αλλαγή της γραμμής του, αυτή πρέπει να την επιβάλουν, ως ηγετική ομάδα, από μέσα.
Αν ξανακάνουν εκλογές, πάλι ο Ανδρουλάκης θα εκλεγεί.