– Τι είναι ο συγγραφέας;
– 99% ταλέντο, 99% πειθαρχία, 99% δουλειά. Δεν πρέπει να ’ναι ποτέ ικανοποιημένος απ’ αυτό που κάνει.
– Η ηθική του;
– Ο συγγραφέας δεν είναι υπεύθυνος παρά μόνο για την τέχνη του. Θα ’ναι ολότελα αμείλικτος αν είναι καλός συγγραφέας. Έχει ένα και μόνο όνειρο. Τον βασανίζει τόσο που πρέπει ν’ απαλλαγεί απ’ αυτό. Δεν ησυχάζει. Όλα παραμερίζονται: ευτυχία, περηφάνια, κοσμιότητα, ασφάλεια, τιμή, όλα, για να γραφτεί το βιβλίο. Αν ένας συγγραφέας χρειαστεί ακόμα και να κλέψει τη μάννα του, δε θα διστάσει.
– Η προσωπικότητά του;
– Ο καλλιτέχνης δεν έχει καμιά σπουδαιότητα. Μόνο αυτό που δημιουργεί είναι σπουδαίο, αφού δεν έχει τίποτα το καινούργιο να πει. Ο Σαίξπηρ, ο Μπαλζάκ, ο Όμηρος, όλοι ασχολήθηκαν με τα ίδια πράματα κι αν είχαν ζήσει χίλια ή δυό χιλιάδες χρόνια παραπάνω, οι εκδότες δεν θα ’χαν ανάγκη τους άλλους συγγραφείς.
– Ο σκοπός του;
– Κανένας από μας δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει στην τελειότητα το όνειρό του. Έτσι θα κριθούμε ανάλογα με τη λαμπρότητα της αποτυχίας μας για την πραγματοποίηση του αδύνατου [...]. Είμαι ένας αποτυχημένος ποιητής. Ίσως ο κάθε μυθιστοριογράφος να επιθυμεί να γράψει πρώτα ποίηση κι όταν καταλάβει πως είναι ανίκανος δοκιμάζει το διήγημα που είναι, μετά την ποίηση, το πιο απαιτητικό είδος. Όταν αποτύχει και σ’ αυτό, τότε μόνο ρίχνεται στο μυθιστόρημα. [...]
– Το έργο του;
– Αφού τίποτε μέσα στο έργο μου δεν ικανοποίησε τις δικές μου απαιτήσεις, πρέπει να το κρίνω σύμφωνα με τις αγωνίες και τους πόνους που μου προξένησε περισσότερο ένα από τα δημιουργήματά μου, όπως η μάννα προτιμά το παιδί που της έγινε κλέφτης ή φονιάς απ’ αυτό που έγινε παπάς. Αυτό το έργο είναι «Ο θόρυβος και η οργή». Το ’γραψα πέντε φορὲς συνέχεια, προσπαθώντας να διηγηθώ την ιστορία για ν' απαλλαγώ απ᾿ τ’ όνειρο που με τυραννούσε, ώσπου να το πετύχω. Η Ντίλσεϋ είναι ένα από τα πιο αγαπητά μου πρόσωπα γιατ' είναι γενναία, θαρραλέα, γλυκειά και πιστή. Είναι πολύ πιο γενναία, πιστή και θαρραλέα από μένα.
– Η έμπνευσή του;
– Ο συγγραφέας έχει ανάγκη από τρία πράγματα: Πείρα, παρατηρητικότητα, φαντασία. Δυο απ᾿ αυτές τις ιδιότητες και καμιά φορὰ η μια, μπορούν ν᾿ αντικαταστήσουν την έλλειψη των άλλων. Για μένα μια ιστορία αρχίζει γενικὰ από μια ιδέα, μια ανάμνηση ή μια νοερὴ εικόνα [...]. Δεν ξέρω τίποτα για τὴν έμπνευση γιατὶ δεν ξέρω τι θα πει – άκουσα να μιλούν γι' αυτήν αλλά ποτέ μου δεν την είδα.
– Η αθανασία του;
– Ο σκοπὸς του κάθε καλλιτέχνη είναι να σταματήσει την κίνηση, που είναι η ζωή, με τεχνητά μέσα και να την εντοπίσει έτσι που, εκατό χρόνια μετά, όταν ένας ξένος θα ρίξει το βλέμμα του, η κίνηση να συνεχίσει το δρόμο της αφού είναι η ζωή. Εφ' όσον ο άνθρωπος είναι θνητός, η μοναδική δυνατή αθανασία γι’ αυτὸν είναι ν’ ἀφήσει κάτι πίσω του που να ’ναι αθάνατο, αφού πάντα θα βρίσκεται σε κίνηση.
– Το κοινό του;
– Όσοι δεν με κατάλαβαν έστω κι᾿ αν με διάβασαν δυο ή και τρεις φορές, τους προτρέπω να με διαβάσουν για τέταρτη φορά.
– Οι δάσκαλοί του;
– Οι δυο μεγάλοι άνθρωποι της εποχής μου ήταν ο Μαν και ο Τζόυς. Θα ’πρεπε να πλησιάζουμε τον «Οδυσσέα» τοῦ Τζόυς όπως ο αγράμματος ιεροκήρυκας πλησιάζει τὴν Παλαιά Διαθήκη, με πίστη (...) Αγαπώ να ξαναδιαβάζω τους παλιούς μου φίλους: Την Παλαιά Διαθήκη, τον Ντίκενς, τον Κόνραντ, τον Θερβάντες («Δον Κιχώτης»). Τους διαβάζω κάθε χρόνο όπως μερικοί διαβάζουν το Ευαγγέλιο. Ο Φλωμπέρ, ο Μπαλζάκ, ο Ντοστογιέφσκυ, ο Τολστόι, ο Σαίξπηρ – δημιούργησε έναν άφθαρτο δικό του κόσμο. Διαβάζω πότε πότε τον Μέλβιλ, και τους ποιητές: Μάρλοου, Κάμπιον, Τζόνσον, Χέρικ, Ντόουν, Κητς και Σέλεϋ. Διαβάζω ἐπίσης τὸν Χάουσμαν [...]. Τα πρόσωπα που προτιμώ είναι ο Φάλσταφ, ο Δον Κιχώτης, η Λαίδη Μάκβεθ, ο Μερκούτσιο.
– Οι πολιτικές του πεποιθήσεις;
(Τελευταία απέδωσαν στον Φώκνερ δηλώσεις υπερ-ρατσιστικές. Τις διάψευσε μ' ένα γράμμα μ᾿ αυτά τα λόγια):
– Διάφορα μέρη από την συνέντευξη που έδωσα στον απεσταλμένο του «London Sunday Times» δεν είναι σωστά και δεν θα μπορούσαν ποτὲ να προέλθουν από μένα. Κανένας σοβαρός και μυαλωμένος άνθρωπος δεν θα ’κανε τέτοιες δηλώσεις κι ούτε θα τις πίστευε κανένας σωστός, γερός, άνθρωπος.
Ίσως ο σκοπός αυτού του τραγικού κι αξιοθρήνητου λάθους που ’γινε στην πατρίδα μου, στον Μισσισσιπή, από δυο λευκούς έφηβους σε βάρος ενός μαύρου παιδιού, να έγινε για να αποδείξει αν αξίζει ή όχι να επιζήσουμε. Γιατί αν στην Αμερική φτάσαμε σ’ αυτό το βαθμὸ της απελπιστικής κουλτούρας μας που να πρέπει να σκοτώνουμε παιδιά, άσχετο για ποια αιτία και ποιανού χρώματος, τότε δεν μας αξίζει να επιζήσουμε, και πιθανώς να μην επιζήσουμε.
– Η πίστη του;
– Θα επιθυμούσα να γυρίσω ένα φιλμ με θέμα το «1984» του Τζωρτζ Όργουελ. Έχω μια ιδέα που θὰ πλούτιζε τη θέση που πάντα υπερασπίζω: πως ο άνθρωπος είναι ακατάλυτος μόνο και μόνο γιατί θέλει να ’ναι λεύτερος.