Σύνδεση συνδρομητών

Γνώμες

Universal Studios

Ας συμφωνήσουμε αρχικά σε κάτι στοιχειώδες. Μια σοβαρή κρίση σπανίως χωρά στο άσπρο και το μαύρο, στο καλό και το κακό. Η ερμηνεία που σέβεται το αντικείμενό της αποδέχεται την πολυπλοκότητά του, ακόμη και όταν καταλήγει σε αυστηρό συμπέρασμα. Διαφορετικά, η κριτική παύει να είναι κρίση και καταντά αποψάρα.

 

Δεν είδα την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν. Είδα, όμως, εκείνο που προηγήθηκε και ακολούθησε την προβολή της: τον μαύρο χαμό. Δεν υπήρξε λογαριασμός στο Facebook, στο X, στο Instagram ή σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά των κοινωνικών δικτύων που να αντιστάθηκε στον πειρασμό της δημόσιας αυτοέκθεσης: να μιλήσει με απόλυτη βεβαιότητα για όσα αγνοεί.

Γι’ αυτό ακριβώς το άρθρο αφορά τη «βουή και την αντάρα», όχι την ταινία. Για να κρίνει κανείς ένα κινηματογραφικό έργο, οφείλει ασφαλώς να το παρακολουθήσει. Για να παρατηρήσει όμως τον μηχανισμό που το μεταβάλλει σε παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός, αρκεί να κοιτάξει όσα συμβαίνουν γύρω του.

Πίσω από τις υψηλές λέξεις περί Ομήρου, πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπερίληψης και ιστορικής πιστότητας υπάρχει πρώτα μια πολύ πεζή πραγματικότητα. Μια παραγωγή της τάξης των 250 εκατομμυρίων δολαρίων πρέπει να επιστρέψει τα χρήματά της. Γύρω από μια τέτοια παραγωγή στήνεται πολύ πριν από την πρεμιέρα ένας τεράστιος μηχανισμός δημοσιότητας, που τρέφεται εξίσου από τη συζήτηση και τη διαμάχη. Το Χόλιγουντ γνωρίζει εδώ και καιρό ότι η διαμάχη είναι το φθηνότερο ειδικό εφέ μιας πανάκριβης ταινίας. Η μαύρη Ελένη, ο καταθλιπτικός Οδυσσέας, το μετατραυματικό στρες, οι δηλώσεις των ηθοποιών και η οργή των κοινωνικών δικτύων αποτελούν διαφορετικές πηγές του ίδιου πολύτιμου καυσίμου: της προσοχής.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο Νόλαν είναι ένας κυνικός έμπορος που έτυχε να πέσει πάνω στον Όμηρο. Ούτε άσχετος είναι ούτε ανόητος. Μελέτησε το κείμενο, διάβασε διαφορετικές μεταφράσεις και έπειτα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τις αγνόησε, ώστε  να φτιάξει μια ταινία με τη δική του κινηματογραφική γλώσσα. Ο Ντάνιελ Μέντελσον, κορυφαίος κλασικός φιλόλογος και βαθύς γνώστης της ομηρικής Οδύσσειας, αναγνωρίζει ότι η κυκλική σύνθεση, οι αναδρομές, οι ιστορίες μέσα στις ιστορίες και η συνεχής επιστροφή στο σημείο εκκίνησης συνδέουν ουσιαστικά τη μέθοδο του Νόλαν με την ομηρική αφήγηση.

Η σοβαρότητα της προετοιμασίας του δεν αγιοποιεί το αποτέλεσμα, ωστόσο, το καθιστά άξιο σοβαρής διαφωνίας.

Η Οδύσσεια προκάλεσε επί αιώνες συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, ζωγράφους και μουσικούς. Ο Βιργίλιος, ο Δάντης, ο Τζόυς και ο Καζαντζάκης συνάντησαν διαφορετικό Οδυσσέα, επειδή κάθε εποχή αναζητούσε στο ίδιο πρόσωπο τη δική της ανησυχία. Αυτή η αδιάκοπη επανεμφάνισή του αποδεικνύει ότι το έργο λειτουργεί ακόμη, ότι εξακολουθεί να γεννά μορφές και νοήματα. Δεν μας υποχρεώνει να αποδεχθούμε κάθε νέα εκδοχή του. Η επίδραση ενός κλασικού έργου και η αξία μιας συγκεκριμένης διασκευής του είναι δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Ο Όμηρος μας κληροδότησε την Οδύσσεια, όχι και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να την ερμηνεύουμε.

Εξακολουθώ, για παράδειγμα, να διαβάζω την Οδύσσεια στη μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά και θεωρώ την απόπειρα των Καζαντζάκη–Κακριδή επιεικώς άστοχη. Κάποιος άλλος μπορεί να πιστεύει ακριβώς το αντίθετο. Αυτή είναι μια θεμιτή αισθητική και φιλολογική διαφωνία. Τι απομένει; Να κηρύξουμε νέο Τρωικό Πόλεμο ανάμεσα σε ανθρώπους που, σε μεγάλο ποσοστό, γνωρίζουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια κυρίως από τα εξώφυλλά τους;

Η σημαντικότερη ένσταση απέναντι στην ταινία, τουλάχιστον όπως την περιγράφει ο Μέντελσον, αφορά τον ίδιο τον Οδυσσέα. Ο Νόλαν τον μετατρέπει σε έναν ήρωα ενοχής, ψυχικά διαλυμένο από τον Τρωικό Πόλεμο, σχεδόν σε μια αρχαία εκδοχή του Μπάτμαν. Του αποδίδει κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες, ώστε να γίνει αναγνωρίσιμος από το θεατή του 21ου αιώνα. Η επιλογή διαθέτει δραματουργική λογική. Είναι όμως πολύ περισσότερο Νόλαν από όσο είναι Όμηρος.

Ο ομηρικός άνθρωπος γνωρίζει το φόβο, το πένθος, την απώλεια και τη συντριβή. Ο Οδυσσέας κλαίει στην ακτή της Καλυψώς, δακρύζει ακούγοντας τον Δημόδοκο να τραγουδά τα γεγονότα της Τροίας, νοσταλγεί την πατρίδα και υποφέρει για τους συντρόφους που χάθηκαν. Η ψυχική οδύνη υπάρχει. Εκείνο που απουσιάζει είναι η σύγχρονη ηθική ανάγνωσή της. Ο ήρωας βασανίζεται από την απώλεια, τον νόστο που αναβάλλεται, τη μνήμη και την οργή των θεών αλλά δεν μετανοεί επειδή έλαβε μέρος σε έναν πόλεμο ο οποίος παραβιάζει τις σημερινές αντιλήψεις περί βίας. Η πολεμική πράξη τού προσφέρει τιμή και κλέος, ενώ το τέχνασμα αποτελεί απόδειξη της αρετής του, όχι πηγή ενοχής που απαιτεί ψυχοθεραπευτική εξιλέωση.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Στον ομηρικό κόσμο το άτομο ορίζεται μέσα από το βλέμμα των θεών, των συμπολεμιστών, της οικογένειας και της κοινότητας. Η τιμή, η αιδώς, η φήμη, η εκδίκηση, η φιλοξενία και η πίστη στον οίκο συνθέτουν έναν κόσμο πολύ μακρινό από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον άνθρωπο και τις πράξεις του. Ακόμη και η μνηστηροφονία παρουσιάζεται ως βίαιη αποκατάσταση της τάξης που παραβιάστηκε, όχι ως έγκλημα από το οποίο ο Οδυσσέας θα χρειαστεί να... θεραπευθεί.

Οι πιο παραπλανητικές γέφυρες με την αρχαιότητα είναι συχνά οι λέξεις που επέζησαν. Ακούμε «αρετή», «ανδρεία», «πόλη», «σώμα», «έρωτας» και νομίζουμε ότι αναγνωρίζουμε τις ίδιες έννοιες. Η ομηρική αρετή συνδέεται με την ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνεται στο ρόλο του, όχι με τη νεότερη έννοια της ηθικής καλοσύνης. Η ανδρεία προϋποθέτει μια εξοικείωση με τη βία που σήμερα μας ξενίζει. Η πόλη απέχει από το σύγχρονο κράτος, ο έρωτας από τη ρομαντική αυτοπραγμάτωση και η ομόφυλη επιθυμία από τη νεότερη ιδέα μιας σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας. Οι ίδιες λέξεις κρύβουν διαφορετικούς κόσμους. Ο Όμηρος γνωρίζει το κόστος της βίας, ιδίως στην Ιλιάδα, αλλά το αντιλαμβάνεται με άλλες κατηγορίες. Η διάγνωση του μετατραυματικού στρες δεν αποτελεί απλή μεταφορά ενός παλαιού αισθήματος σε μια σημερινή λέξη. Μεταφέρει μαζί της ολόκληρη ανθρωπολογία.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το αναπόφευκτο δράμα κάθε σύγχρονης διασκευής. Ο σκηνοθέτης χρειάζεται να κάνει τον αρχαίο κόσμο οικείο σε ένα κοινό που σκέφτεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Αν τον αφήσει ριζικά ξένο, κινδυνεύει να χάσει το θεατή. Αν τον μεταφράσει πλήρως στη γλώσσα του παρόντος, χάνει τον αρχαίο κόσμο. Η διασκευή κινείται αναγκαστικά ανάμεσα σε αυτές τις δύο απώλειες. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αναχρονισμός, αλλά αν ο δημιουργός γνωρίζει ότι «αναχρονίζει» και αν η μετάπλαση που επιχειρεί παράγει τέχνη ή απλώς εναρμονίζεται με τις βεβαιότητες της εποχής του.

Άλλωστε, ο Όμηρος είχε αρχίσει να γίνεται προβληματικός ήδη μέσα στην ίδια την αρχαιότητα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Πλάτων τον αντιμετώπιζε συγχρόνως ως τον μεγάλο παιδαγωγό των Ελλήνων και ως έναν ποιητή επικίνδυνο για την ιδανική πολιτεία. Οι θεοί που εξαπατούν, οι ήρωες που θρηνούν, η μίμηση των παθών και η ηθική του επικού κόσμου κρίνονταν ακατάλληλα για τους πολίτες που ήθελε να διαμορφώσει. Η απόσταση ανάμεσα στον ομηρικό ήρωα και την πλατωνική πόλη είχε ήδη ανοίξει. Εάν λίγους αιώνες αργότερα οι ίδιοι οι αρχαίοι αισθάνονταν την ανάγκη να διορθώσουν  ή να αποπέμψουν τον Όμηρο, θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι ο κινηματογράφος του 21ου αιώνα μπορεί να τον μεταφέρει ανέπαφο.

Γι’ αυτό κάθε σκηνοθετική παρέμβαση δολοφονεί και ταυτοχρόνως ανασταίνει το αρχαίο έργο. Το αποσπά από το δικό του σύστημα νοημάτων, αλλά του προσφέρει νέο κοινό. Ο δημιουργός βάζει με κάποια αυταρέσκεια το όνομά του δίπλα στο όνομα του Ομήρου, του Αισχύλου ή του Σοφοκλή, γνωρίζοντας ότι το παλαιό κύρος θα φωτίσει και τη δική του υπογραφή. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σπουδαίο, μέτριο ή καταστροφικό. Πιστή αναπαραγωγή, πάντως, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια καινούργια ανάγνωση που οφείλει να κριθεί για όσα επέλεξε, όσα κατανόησε και όσα θυσίασε.

Κάπου εδώ εμφανίζεται η μαύρη Ελένη (και μαζί η μαύρη Κλυταιμνήστρα) και η συζήτηση εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά την Οδύσσεια. Το χρώμα του δέρματος της Λουπίτα Νιόνγκο αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για το ίδιο το έπος. Η Ελένη έχει μικρή παρουσία στην Οδύσσεια, είναι μυθικό και όχι ιστορικό πρόσωπο, ενώ το θέατρο και ο κινηματογράφος έχουν προ πολλού εξοικειωθεί με διανομές που αγνοούν το φύλο ή την καταγωγή των χαρακτήρων. Κανένα αρχαίο κείμενο δεν ακυρώνεται επειδή ένας ρόλος ανατίθεται σε ηθοποιό διαφορετικής όψης από εκείνη που έχει παγιώσει η νεότερη εικονογραφική παράδοση.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφέλεια να προσποιηθούμε ότι η επιλογή έγινε μέσα σε αισθητικό κενό. Ο ίδιος ο Μέντελσον θεωρεί προφανές ότι ο Νόλαν επέλεξε συνειδητά να προκαλέσει. Η πρόκληση γεννά δημοσιότητα, η δημοσιότητα εισιτήρια και η διανομή αποκτά έναν πρόσθετο συμβολισμό, ανεξάρτητο από την ερμηνεία της ηθοποιού. Η επιλογή μπορεί να είναι καλλιτεχνικά νόμιμη και συγχρόνως διαφημιστικά υπολογισμένη. Οι δύο διαπιστώσεις συνυπάρχουν χωρίς δυσκολία.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια ελεύθερη σκηνοθετική απόφαση παρουσιάζεται ως ηθική διόρθωση του παρελθόντος και θωρακίζεται απέναντι σε κάθε κριτική. Η δήλωση της Νιόνγκο ότι θα ζητούσε περίπου το λόγο από τον Όμηρο επειδή αφιέρωσε λίγο χώρο στις γυναίκες ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος όπου η Αθηνά θέτει την πλοκή σε κίνηση, η Πηνελόπη αντιπαραθέτει τη δική της μήτιν στην πανουργία του Οδυσσέα, ενώ η Καλυψώ, η Κίρκη, η Ναυσικά, η Αντίκλεια, η Ευρύκλεια, η Ελένη και οι Σειρήνες καθορίζουν σχεδόν κάθε σταθμό του νόστου. Όλα αυτά φυσικά εκτυλίσσονται μέσα σε έναν πατριαρχικό κόσμο. Η θέση των γυναικών στον ομηρικό οίκο απέχει ριζικά από τη σύγχρονη ισότητα. Η γυναικεία παρουσία, ωστόσο, είναι τόσο δραστική ώστε η ανάγνωση του έπους ως ιστορίας που παραμερίζει απλώς τις γυναίκες αποκαλύπτει περισσότερο άγνοια παρά ευαισθησία.

Η απαίτηση να απολογηθεί ο Όμηρος επειδή δεν συμμορφώθηκε προς τις προδιαγραφές εκπροσώπησης του 2026 είναι εξίσου παράλογη με την επίπληξή του επειδή αγνοούσε την καθολική ψήφο, την ψυχανάλυση ή το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Η ιστορική κατανόηση αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που αναστέλλουμε προσωρινά το σημερινό ηθικό βαθμολόγιο και προσπαθούμε να αντιληφθούμε τις κατηγορίες μιας άλλης κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τη δική μας κρίση. Σημαίνει ότι πρώτα κατανοούμε και ύστερα κρίνουμε. Διαφορετικά συνομιλούμε μόνο με τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας τον αρχαίο συγγραφέα ως βουβό κομπάρσο στις σημερινές μας διαμάχες.

Ο όρος «γουόκ κουλτούρα» έχει πια χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ ώστε συχνά συσκοτίζει αντί να εξηγεί. Το φαινόμενο που επιχειρεί να περιγράψει, ωστόσο, είναι υπαρκτό: μια πολιτισμική «ορθοδοξία» που μετρά στα έργα παρουσίες και απουσίες, σαν η αξία τους να εξαρτάται από το πόσο σωστά μοιράζουν τους ρόλους, αντιμετωπίζει τη μνήμη ως υλικό προς ανακατανομή και μετρά την ηθική τους αξία με βάση τη συμμόρφωση προς τις ευαισθησίες του παρόντος. Η ανάμειξη εποχών, φύλων και πολιτισμών μπορεί να γεννήσει μεγάλη τέχνη· το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία της τέχνης. Μεταβάλλεται σε αντιπολιτισμικό χυλό όταν καταργεί τις διαφορές που υποτίθεται ότι θέλει να αναδείξει.

Θα ήταν υπερβολικό να βαφτίσουμε ολοκληρωτισμό κάθε ανορθόδοξη διανομή ρόλων. Υπάρχει όμως μια ολοκληρωτική φιλοδοξία στον μηχανισμό που απονέμει εκ των προτέρων την ηθική αρετή σε μία ερμηνεία και μεταβάλλει την αντίρρηση σε τεκμήριο ρατσισμού, μισογυνισμού ή πολιτισμικής καθυστέρησης. Εκεί η συζήτηση παύει. Η αισθητική κρίση αντικαθίσταται από πιστοποιητικά προθέσεων και το έργο αποκτά ένα συμβολικό κεφάλαιο που βρίσκεται έξω από τις εικόνες ή τις σελίδες του. Όπως στη λογοτεχνική ζωή ένα βιβλίο μπορεί να προστατεύεται από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα του, έτσι και στον κινηματογράφο μια διανομή μπορεί να αποκτά ηθική ασυλία πριν ακόμη αξιολογηθεί καλλιτεχνικά.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η αντίδραση της άλλης πλευράς. Από τη μια, κάποιοι δικάζουν τον Όμηρο με τον κώδικα συμπερίληψης του 2026. Από την άλλη, ορισμένοι υπερασπίζονται την Ελένη σαν να πρόκειται για ληξιαρχικώς καταγεγραμμένη Ελληνίδα, της οποίας παραποιήθηκε το διαβατήριο. Οι πρώτοι μετατρέπουν το έπος σε εγχειρίδιο ορθής εκπροσώπησης και οι δεύτεροι σε εθνικό κειμήλιο που τους ανήκει λόγω καταγωγής. Και οι δύο πλευρές προβάλλουν πάνω του κατηγορίες ξένες προς τον κόσμο του. Η σύγχρονη διάκριση «λευκού» και «μαύρου», φορτισμένη από τη δουλεία, την αποικιοκρατία και τον φυλετικό διαχωρισμό, δεν αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο ο αρχαίος ελληνικός κόσμος αντιλαμβανόταν τις ανθρώπινες διαφορές. Η διαμάχη για το χρώμα της Ελένης μιλά πολύ περισσότερο για εμάς παρά για τον Όμηρο.

Αυτό είναι ίσως το ουσιώδες σημείο των εγχώριων διαμαρτυριών. Αν συγκεντρώναμε εκατό από τους πιο οργισμένους υπερασπιστές ή κατηγόρους της ταινίας, πόσοι θα είχαν ανοίξει την «Οδύσσεια» ή την «Ιλιάδα» πέρα από το εξώφυλλο; Η σχολική οικειότητα με τα ονόματα δημιουργεί συχνά την ψευδαίσθηση της γνώσης. Θεωρούμε ότι γνωρίζουμε τον Όμηρο επειδή θυμόμαστε τον Κύκλωπα, τις Σειρήνες και την Πηνελόπη που υφαίνει. Η γνώση του έργου, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η περίληψη του μύθου: στη γλώσσα, στη δομή, στις επαναλήψεις, στις αντιφάσεις, στη θεολογία, στην ηθική του οίκου και στη σκοτεινή σχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και τη βία.

Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα έκανε τη γνώμη καθολικό δικαίωμα και τη γνώση προαιρετική προϋπόθεση. Έτσι το πιο εύκολο, άμεσο και ορατό στοιχείο, το χρώμα μιας ηθοποιού,  καταπίνει το έργο. Ελάχιστοι συζητούν για την απώλεια της ομηρικής μήτιος, για την αφαίρεση των Φαιάκων, για την εξαφάνιση του χιούμορ και του θαυμαστού, για τη μεταβολή του νόστου σε θεραπεία ενός τραυματισμένου αμερικανού ήρωα. Αυτές είναι αντιρρήσεις που απαιτούν ανάγνωση. Το χρώμα απαιτεί μόνο όραση και έναν λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα.

Ο Νόλαν, όπως κάθε σύγχρονος σκηνοθέτης που καταφεύγει στους κλασικούς, πιθανότατα δολοφονεί τον Όμηρο και ταυτοχρόνως τον ανασταίνει. Μπορεί να απομακρύνει τον Οδυσσέα από τον κόσμο του και συγχρόνως να φέρει εκατομμύρια ανθρώπους κοντά στο όνομά του. Ο Μέντελσον παρατηρεί ότι πολλοί Αμερικανοί αγοράζουν ήδη μεταφράσεις της Οδύσσειας, κάτι που μάλλον δεν συμβαίνει στη χώρα μας, για να προετοιμαστούν πριν δουν την ταινία. Αυτό από μόνο του είναι κέρδος. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Καμία κινηματογραφική εκδοχή, πάντως, δεν μπορεί να βλάψει την Οδύσσεια. Το έπος επέζησε από τον Πλάτωνα, τους αλληγοριστές, τους χριστιανούς ερμηνευτές, τους μεταφραστές, τα εθνικά σχολικά εγχειρίδια, τον Τζόυς, τον Καζαντζάκη και από αμέτρητους σκηνοθέτες που το έντυσαν με τα ρούχα της εποχής τους. Θα επιζήσει και από τον Νόλαν, από τη Λουπίτα Νιόνγκο, από τους ενθουσιώδεις υμνητές και από τους οργισμένους τιμητές του διαδικτύου.

Η Οδύσσεια δεν κινδυνεύει από τον Νόλαν. Κινδυνεύουμε εμείς να μείνουμε για άλλη μια φορά έξω από τις σελίδες της, απολύτως βέβαιοι ότι την υπερασπιστήκαμε.

 

21 Ιουλίου 2026
Ahamadreza Madah / Farsnews

Γιατί η Χαμάς αποκαλεί τις επιθέσεις της στο Ισραήλ «θρησκευτικό πόλεμο»; Και τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; [1]

 

Έχουν περάσει περισσότερες από χίλιες ημέρες από τα τρομερά γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου. Κι όμως, πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ένα εύλογο ερώτημα, π.χ., έχει να κάνει με τη σύνδεση της σφαγής και του Ισλάμ. Γιατί η Χαμάς περιγράφει τις επιθέσεις της στο Ισραήλ ως «θρησκευτικό πόλεμο»; Τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; Και πώς αντέδρασαν τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του Ισλάμ σε αυτή την επίδειξη ωμού και βίαιου αντισημιτισμού;

Τα ερωτήματα αυτά τίθενται σπανίως. Δεν υπάρχουν σοβαρές μελέτες που να τα απαντούν με ολοκληρωμένο τρόπο. Έχουν όμως ιδιαίτερη σημασία. Με δύο δισεκατομμύρια οπαδούς, το Ισλάμ είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη και επίσης η ταχύτερα αναπτυσσόμενη θρησκεία.

Ήταν άραγε λάθος η επίκληση της θρησκείας όταν, στη διάρκεια της σφαγής της 7ης Οκτωβρίου, οι σφαγείς επικαλούνταν την προστασία του Αλλάχ, σαν να ήταν η δολοφονία και ο βιασμός Ισραηλινών μια μορφή θρησκευτικής λατρείας; Και αν αυτό το ερώτημα απαντιέται καταφατικά, πού βρίσκεται λοιπόν η διαμαρτυρία που εξέφρασαν οι μουσουλμάνοι;

Η ομιλία μου καταρχάς θα επανεξετάσει τη θρησκευτική διάσταση της 7ης Οκτωβρίου. Στη συνέχεια, θα συζητήσω τις αντιδράσεις ορισμένων σουνιτικών κέντρων.

 

Η θρησκευτική πτυχή της 7ης Οκτωβρίου

Ο ιστορικός Γκίντεον Κρέσελ αφηγήθηκε μια συζήτηση που είχε στο Ισραήλ με μια ομάδα Αράβων. Κατά τη διάρκεια του πρωινού, του εξήγησαν «με ήρεμο και φιλικό τρόπο», όπως γράφει, ότι το Ισραήλ σύντομα θα πάψει να υπάρχει. Αυτό συνέβη επειδή «αυτό είναι το θέλημα του Θεού – τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει»[2]. Αυτή η βεβαιότητα της νίκης –ο Αλλάχ έχει ορίσει την καταστροφή του Ισραήλ, άρα το Ισραήλ θα καταστραφεί– είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ισλαμισμού. Εκδηλώθηκε επίσης κατά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου με τη μορφή κραυγών αγαλλίασης και ενέτεινε την τρομοκρατία εναντίον των Εβραίων.

«Εμπιστευτείτε τον Αλλάχ», προέτρεπε, π.χ., ένα φυλλάδιο που ένας ηγέτης της Χαμάς μοίραζε το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου. «Βασιστείτε σε Αυτόν και […] ας είναι οι κραυγές “Αλλάχ Ακμπάρ” η κορωνίδα της δόξας»[3].

«Προσφάτως κατασχεθέντα έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή πρακτόρων της Χαμάς […] έδειξαν ότι [η] ηγεσία […] έδωσε επιτόπου οδηγίες στους πράκτορες να ενεργούν σαν βάρβαροι απέναντι στους Εβραίους, τους στρατιώτες και τους πολίτες, δικαιολογώντας τις ενέργειές τους ως πραγματοποιούμενες στο όνομα του Ισλάμ», αναφέρει η έκθεση της Βρετανικής Πανκοινοβουλευτικής Ομάδας, στις 7 Οκτωβρίου. «Ένα χειρόγραφο σημείωμα βρέθηκε στην τσέπη ενός διοικητή της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς. […] Προέτρεπε τους πράκτορές του να σκοτώσουν όσο το δυνατόν περισσότερους Εβραίους, να τους αποκεφαλίσουν και να ξεριζώσουν τις καρδιές και τα συκώτια τους για το Ισλάμ»[4].

Για τον Γιαχία Σινουάρ, τον εγκέφαλο και ηγέτη της σφαγής, το θρησκευτικό κίνητρο ήταν επίσης κεντρικό. Πίστευε στις υποσχέσεις του παραδείσου που διατυπώνονται στο Κοράνι. Πίστευε ότι η δολοφονία των Εβραίων είναι προϋπόθεση για τη σωτηρία του κόσμου και ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τον εαυτό του και τις ζωές δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων γι’ αυτό το σκοπό.

Ακόμα και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Σινουάρ, που εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο Το αγκάθι και το γαρύφαλλο, εστίαζε στη δολοφονία όσο το δυνατόν περισσότερων Ισραηλινών με βάρβαρη σκληρότητα. Ο Σινουάρ έβαλε τον κεντρικό ήρωα αυτού του μυθιστορήματος να εκστομίζει τα ακόλουθα λόγια, αφού πριν είχε εκτοξεύσει ένα θανατηφόρο βλήμα κατά των Εβραίων: «Στο όνομα του Θεού, ο Θεός είναι ο Μεγαλύτερος, και δεν έριξες εσύ όταν έριξες, αλλά ο Θεός ήταν αυτός που έριξε»[5]. Εδώ, αυτοί οι τρελοί δηλώνουν ότι ο Θεός είναι ο πραγματικός δράστης ή μετατρέπουν τους εαυτούς τους σε Θεό. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούν τη σφαγή των Εβραίων ένα είδος θρησκευτικής τελετής, εξ ου και η ενθουσιώδης διάθεση στις 7 Οκτωβρίου και οι συνεχείς κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ».

Πώς όμως αντέδρασαν τα βασικά ισλαμικά ιδρύματα στον θρησκευτικά υποκινούμενο τρόμο εκείνης της ημέρας; Ας ξεκινήσουμε με μακράν το πιο σημαντικό σουνιτικό κέντρο μάθησης – το Πανεπιστήμιο Αλ-Αζχάρ στο Κάιρο.

 

Η αντίδραση του Αλ-Αζχάρ

Στις 7 Οκτωβρίου, λίγες ώρες μετά την έναρξη της επίθεσης της Χαμάς, το Αλ-Αζχάρ εξέδωσε μια δήλωση που ανέφερε: «Το Αλ-Αζχάρ με απόλυτη υπερηφάνεια χαιρετά τις προσπάθειες αντίστασης του υπερήφανου παλαιστινιακού λαού [...] που μας έχουν εμποτίσει με πνεύμα και πίστη»[6]. Στις 18 Οκτωβρίου 2023, το Αλ-Αζχάρ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και σε φετφά που εξέδωσε δηλώνει ότι «οι σιωνιστές πολίτες σε κατεχόμενα εδάφη δεν είναι άξιοι να περιγράφονται ως “άμαχοι”, με τον όρο “κατεχόμενη γη” να περιλαμβάνει και την καρδιά του Ισραήλ[7]. Με άλλα λόγια: όλοι οι Ισραηλινοί μπορούν να εξοντωθούν.

Με τον φετφά αυτόν, το πιο φημισμένο πανεπιστήμιο του σουνιτικού Ισλάμ νομιμοποίησε τις ομηρίες και τις δολοφονίες – επομένως και τα καψίματα, τους ακρωτηριασμούς, τους βιασμούς και τις πράξεις βασανιστηρίων που είχαν έρθει στο φως έως τότε. Αυτό σηματοδότησε μια σοβαρή μετατόπιση στην κατεύθυνση του ισλαμικού κόσμου, ειδικά επειδή το Αλ-Αζχάρ είχε, ώς τότε, την τάση να αποστασιοποιείται από τον θρησκευτικό εξτρεμισμό και είχε προσπαθήσει να καλλιεργήσει μια «μετριοπαθή» εικόνα. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι τα δυτικά ΜΜΕ έχουν σχεδόν αγνοήσει εντελώς αυτή την ανησυχητική εξέλιξη.

  

Η επίθεση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας

Ας δούμε τώρα τις ομάδες που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, στις οποίες περιλαμβάνεται η Χαμάς. Ενώ το Αλ-Αζχάρ μερικές φορές ισχυρίζεται ότι είναι πρόθυμο να αποδεχτεί την ύπαρξη του Ισραήλ –τουλάχιστον στο πλαίσιο μιας λύσης δύο κρατών–, οι ριζοσπαστικά αντισημίτες ισλαμιστές επιμένουν στην απόλυτη εξάλειψη του Ισραήλ.

Αυτές οι ομάδες είδαν τη σφαγή σαν αρχή μιας αποφασιστικής ισλαμικής μάχης για την Παλαιστίνη. Υιοθέτησαν μια διακήρυξη και ένα φετφά όπου υποστηρίζονταν όλα τα αιτήματα της Χαμάς[8].

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στις 27 Ιουνίου 2025, εκατοντάδες ισλαμιστές λόγιοι συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να υιοθετήσουν έναν καταστατικό χάρτη. Τίτλος του είναι: Χάρτης των Θρησκευτικών Λογίων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Ο όρος «Κατακλυσμός του Αλ-Άκσα» αναφέρεται στη σφαγή της Χαμάς[9]. Ο καταστατικός αυτός χάρτης είναι ένα ολοκληρωμένο θρησκευτικό μανιφέστο που εκδόθηκε από περισσότερους των 500 κληρικούς και από 39 ισλαμικές οργανώσεις. Σκοπός του είναι να παράσχει θρησκευτική δικαιολόγηση για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου.

Ειδικότερα, υπερασπίζεται τη Χαμάς από την κριτική που εκφράζεται συχνά, ότι με την επίθεσή της στις 7 Οκτωβρίου αποδέχτηκε εν γνώσει της τους θανάτους αμέτρητων μουσουλμάνων της Γάζας, που ακολούθησαν. Σε αυτό το σημείο, ο καταστατικός χάρτης αναφέρει:

Το βαρύ τίμημα που πλήρωσε ο λαός της Γάζας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης δεν αποτελεί αιτία λύπης ή απελπισίας. Είναι μια απόδειξη αληθινής πίστης και θυσίας. Η ανταμοιβή [όσων σκοτώθηκαν] είναι με τον Αλλάχ.

Αυτό το κυνικό απόσπασμα επιβεβαιώνει τη στάση του Σινουάρ, ο οποίος είχε προβλέψει και υπερασπιστεί δημοσίως τους θανάτους δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων στη Γάζα ως ζήτημα «αληθινής πίστης», χωρίς ωστόσο να ρωτάει αν οι κάτοικοι της Γάζας συναινούσαν να θυσιαστούν για τους υψηλότερους στόχους της Χαμάς[10].

Επίσης, αυτό μου θυμίζει τη δήλωση του πρώην ιρανού προέδρου Ραφσανζανί, ο οποίος είχε δηλώσει ότι «ακόμα και μια μόνο ατομική βόμβα στο Ισραήλ θα εξαφάνιζε τα πάντα», ενώ μια ισραηλινή αντεπίθεση «θα έβλαπτε μόνο τον ισλαμικό κόσμο». Αλλά τότε θα προέκυπταν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον μάρτυρες «αληθινής πίστης» – ακόμη και γι’ αυτόν, αυτό το τίμημα δεν ήταν πολύ υψηλό.

Είναι δύσκολο για εμάς να πάρουμε στα σοβαρά μια τέτοια τερατουργία. Όταν όμως περισσότεροι από 500 μουσουλμάνοι μελετητές και 39 μουσουλμανικές οργανώσεις τον Ιούνιο του 2025 δηλώνουν ότι το θρησκευτικό όφελος υπερτερεί τέτοιων ανθρωπιστικών καταστροφών, τότε υποθέτω ότι πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη.

 

Αντιισλαμιστές μουσουλμάνοι σε άμυνα

Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό: φυσικά υπήρξαν–και συνεχίζουν να υπάρχουν – αμέτρητοι μεμονωμένοι μουσουλμάνοι στο Ισραήλ, τη Γάζα, τη Σαουδική Αραβία, το Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού που έχουν επικρίνει έντονα τη σφαγή της Χαμάς. Αλλά οι μουσουλμάνοι αυτοί δεν έγιναν αντικείμενο ευρέος ενδιαφέροντος από τα δυτικά ΜΜΕ.

Γι’ αυτό και, σε μεγάλο βαθμό, παρέμειναν άγνωστες και οι δηλώσεις του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ιμάμηδων (GIC), το οποίο ισχυρίζεται ότι μιλάει εκ μέρους σχεδόν 1.500 ιμάμηδων. Ο οργανισμός αυτός έχει υιοθετήσει τον ορισμό του αντισημιτισμού από την IHRA[11]. Είχε ήδη εκδώσει φετφά κατά της Χαμάς τον Μάρτιο του 2023 και είχε επικρίνει έντονα την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. «Στεκόμαστε στο πλευρό του εβραϊκού λαού, στον αγώνα του ενάντια στην ισλαμιστική τρομοκρατία της Χαμάς», αναφέρει η δήλωσή του για το θέμα[12].

Το Μουσουλμανικό Κίνημα Αχμαντίγια, εξάλλου, το οποίο έχει περισσότερους από 15 εκατομμύρια οπαδούς παγκοσμίως, έχει επίσης επικρίνει τη σφαγή, αποκαλώντας την «εντελώς αντίθετη με τις διδασκαλίες του Ισλάμ και πρέπει να καταδικαστεί».

Από όσο γνωρίζω, αυτές οι δύο ομάδες –το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ιμάμηδων και το Κίνημα Αχμαντίγια– ήταν οι μόνες μουσουλμανικές οργανώσεις που αποστασιοποιήθηκαν ανεπιφύλακτα από την επίθεση της Χαμάς. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι ομάδες είχαν ελάχιστη ή καθόλου κάλυψη από τα μεγάλα δυτικά ΜΜΕ.

Ας συνοψίσουμε λοιπόν. Ξεκίνησα τις παρατηρήσεις μου με την προσδοκία ότι η εργαλειοποίηση μιας θρησκείας για τη δικαιολόγηση των φρικαλεοτήτων κατά των αμάχων θα προκαλούσε μαζικές διαμαρτυρίες από τους οπαδούς αυτής της θρησκείας, είτε Εβραίους, είτε χριστιανούς, είτε μουσουλμάνους. Όσον αφορά την 7η Οκτωβρίου, αυτή η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε.

Το κυρίαρχο Ισλάμ, όπως εκπροσωπείται από τη Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, αποστασιοποιήθηκε λιγότερο από τη Χαμάς παρά από το Ισραήλ, ενώ οι οσλαμιστές –υποστηριζόμενοι από την Τουρκία του Ερντογάν και από το Κατάρ– γιόρτασαν την τρομοκρατία της 7ης Οκτωβρίου ανακοινώνοντας τη συνέχισή της. Αυτή η εξέλιξη πρέπει να αποτελεί πηγή πολύ μεγαλύτερης ανησυχίας απ’ όση σήμερα εκδηλώνεται, όχι μόνο για τον μουσουλμανικό αλλά και για τον μη μουσουλμανικό κόσμο. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

μετάφραση: Νατάσσα Πασχάλη


[1] Κείμενο παρέμβασης στο διεθνές συνέδριο «Σύγχρονος Αντισημιτισμός - Χάιφα 2026», που πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 9 Ιουλίου 2026 στη Χάιφα του Ισραήλ. Δημοσιεύεται στα ελληνικά στο Books’ Journal, με την άδεια του συγγραφέα του.

[2] Martin Gilbert, In Ishmael’s House: A History Of Jews In Muslim Lands, Yale University Press, 2010, XVIII.

[3] Itay Ilnai και Filipp Piatov, Like sadistic Nazis: Secret Hamas papers reveal step-by-step action plan for Oct.7 (Σαν σαδιστές Ναζί: Μυστικά έγγραφα της Χαμάς αποκαλύπτουν βήμα προς βήμα σχέδιο δράσης για την 7η Οκτωβρίου), Israel Hayom, June 28, 2024.

[4] Όλη η Κοινοβουλευτική Ομάδα Ηνωμένου Βασιλείου-Ισραήλ, με πρόεδρο τον λόρδο Άντριου Ρόμπερτς, Η δεύτερη έκδοση, Έκθεση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την 7η Οκτωβρίου (Λονδίνο: Μάρτιος 2026), σ. 59 και στο: https://www.7octparliamentarycommission.co.uk/second-edition.

[5] Yahya Al-Sinwar, The Thorn and the Carnation, Dublin 2024, σ. 388.

[6] Αναφέρεται από τον Andrew G. Bostom, στην εισαγωγή του βιβλίου του: A Modern Qur’anic Kampf Against The Jews (Ένας Μοντέρνος Αγών του Κορανίου εναντίον των Εβραίων), 2026, σ. cxliv.

[7] Ofir Winter & Michael Barak, From Moderate Islam to Radical Islam? Al-Azhar Stands with Hamas, INSS Insight No. 1777, 2 Νοεμβρίου 2023.

[8] Pesach Wolicki, Αντίδραση στον αραβικό κόσμο έπειτα από νέα έκκληση για Παγκόσμια Τζιχάντ εναντίον του Ισραήλ, Jerusalem Post, 31 Μαρτίου 2025· Y. Yehoshua και N. Mozes, Χάρτης που υπογράφτηκε από εκατοντάδες μουσουλμάνους ακαδημαϊκούς υποστηρίζει την επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου, MEMRI, 10 Ιουλίου 2025.

[9] Χάρτης των Θρησκευτικών Λόγιων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον ιστορικό και ειδικό στον ισλαμισμό, Shaul Bartal, ο οποίος μου έθεσε υπόψη αυτό το κείμενο.

[10] «Είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε και δεκάδες χιλιάδες θα πεθάνουν μαζί μας», είχε [ο Γιαχία Σινουάρ] δηλώσει το 2018. Αναφέρεται στην Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου, δεύτερη έκδοση, Λονδίνο: Μάρτιος 2026, σ. 60.

[11] IHRA: Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος [σημείωση του μεταφραστή].

[12] Περίπου 1.500 μουσουλμάνοι ιμάμηδες εξέδωσαν φετφά έναντίον της Χαμάς, μετά την επίθεση κατά του Ισραήλ, The Yeshivaworld.com, 15 Οκτωβρίου 2023.

 

20 Ιουλίου 2026
Χ

Η ανάπτυξη αποτελεσματικής αυτοάμυνας της Ευρώπης ενάντια στον «ψυχολογικό πόλεμο» της Ρωσίας με τον οποίο επιχειρεί να την αποτρελάνει, απαιτεί καλύτερη κατανόηση του πώς η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουσή της με τη Δύση.

Η Ρωσία έχει αφιερώσει δεκαετίες στη διεξαγωγή γνωσιακού και πληροφοριακού πολέμου κατά της Δύσης. Πολύ πριν από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία, η Μόσχα επένδυσε στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τη ρωσική ισχύ, την κλιμάκωση, τη στρατιωτική ικανότητα, την ανθεκτικότητα και τα όρια της δράσης της Δύσης. Πολλές από αυτές τις αφηγήσεις έγιναν κοινή λογική, επηρεάζοντας την πολιτική πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα μπορούσαν ποτέ τα άρματα μάχης ή οι πύραυλοι. Σήμερα, όμως, η Ουκρανία καταρρίπτει συστηματικά αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα πριν οι ξεπερασμένες παραδοχές αρχίσουν και πάλι να διαμορφώνουν την πολιτική ασφαλείας της.

Οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς έχουν φτάσει στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, σε στρατηγικές βάσεις βομβαρδιστικών και σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Η Κριμαία, που κάποτε παρουσιάζονταν από το Κρεμλίνο ως απαραβίαστο ρωσικό έδαφος, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας. Για πρώτη φορά από την πλήρη εισβολή, η Ρωσία αρχίζει να βιώνει αυτό που επέβαλε στην Ουκρανία για χρόνια — έναν πόλεμο που συνεπάγεται πραγματικό κόστος.

Αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή. Είτε θα επιτρέψει στη Ρωσία να φτάσει τελικά στο ναδίρ και να βιώσει μια ήττα αρκετά βαριά ώστε να πυροδοτήσει εσωτερικές αλλαγές, είτε θα επαναλάβει τον γνωστό κύκλο πρόωρων διαπραγματεύσεων, χαλάρωσης των κυρώσεων και μιας ακόμη «επανεκκίνησης» πριν αντιμετωπιστούν οι ρίζες της ρωσικής επιθετικότητας. Η ήττα δεν απαιτεί την παρουσία ουκρανικών στρατευμάτων στην Κόκκινη Πλατεία. Απαιτεί την κατάρρευση του καθεστώτος και, μαζί με αυτό, των μύθων που τροφοδότησαν τη συνεχή αναγέννηση ιμπεριαλιστικών και απάνθρωπων καθεστώτων.

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το Κρεμλίνο έχει καλλιεργήσει συστηματικά μια σειρά αφηγήσεων που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως ανίκητη, την κλιμάκωση ως αναπόφευκτη, τον συμβιβασμό ως τη μόνη ορθολογική στρατηγική και την ειρήνη μέσω της προσαρμογής ως την ασφαλέστερη επιλογή για την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών αυτού που οι Ρώσοι στρατιωτικοί στοχαστές αποκαλούν όλο και περισσότερο «ψυχολογικό πόλεμο» (mental war), έναν πόλεμο που επιχειρεί να αποτρελάνει τον θεωρούμενο εχθρό. Ο ίδιος ο όρος αποτελεί μια προσπάθεια «υποκατάστασης εισαγωγών» για να διαφοροποιηθεί από τη δυτική έννοια του πληροφοριακού πολέμου.

Σύμφωνα με τον Αντρέι Ιλνίτσκι, έναν από τους αρχιτέκτονες της θεωρίας και πρώην σύμβουλο του Ρώσου υπουργού Άμυνας, αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος αφορά την ίδια τη μεταμόρφωση του πώς συγκροτείται ένα έθνος. Στοχεύει στην ταυτότητα, την ιστορική μνήμη, τις αξίες, τις παραδόσεις και τον ίδιο τον πολιτισμικό κώδικα μέσω του οποίου οι άνθρωποι ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Ο στρατιωτικός θεωρητικός Ιγκόρ Καραβάεφ προχωρά ακόμη πιο μακριά, περιγράφοντας τον ψυχολογικό πόλεμο ως μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της δημόσιας συνείδησης, αποδυνάμωσης των κρατικών θεσμών και, τελικά, αλλαγής ενός ολόκληρου πολιτισμού. Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να ανατραπούν· οι μετασχηματισμένες ταυτότητες είναι πολύ πιο δύσκολο να ανακτηθούν. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το Κρεμλίνο θεωρεί τον ψυχολογικό πόλεμο πιο αποφασιστικό από τον συμβατικό πόλεμο.

Στην πρόσφατη έκθεσή μου για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Τρελαίνοντας τον άλλο: Ο γνωσιακός και πληροφοριακός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ευρώπης», υποστηρίζω ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αναπτύξει μια αποτελεσματική μακροπρόθεσμη στρατηγική έναντι της Ρωσίας χωρίς πρώτα να κατανοήσει πώς η ίδια η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τους δικούς της στρατηγούς, δεν πρόκειται απλώς για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό —και, ως εκ τούτου, υπαρξιακό— πόλεμο. Οι Ρώσοι το εννοούν σοβαρά όταν ανακοινώνουν ένα παιχνίδι του τύπου «είτε αυτοί είτε εμείς».

Οι Ρώσοι αναλυτές στρατηγικής απεικονίζουν όλο και περισσότερο την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη μεγαλύτερη ήττα της Ρωσίας σε έναν «ψυχολογικό πόλεμο». Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, η Δύση κατέκτησε τη σοβιετική συνείδηση όταν οι σοβιετικοί πολίτες αντάλλαξαν την πολιτισμική τους ταυτότητα με «τζιν, τσίχλες και ελευθερία κίνησης». Τώρα βρισκόμαστε στη δεύτερη φάση αυτού του ανταγωνισμού.

Από τη σκοπιά του Κρεμλίνου, οι δημοκρατίες είναι επικίνδυνες επειδή αντιπροσωπεύουν ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας. Μια επιτυχημένη Ουκρανία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Αποδεικνύει ότι μια χώρα που μοιράζεται αιώνες ιστορίας και κάθε είδους διαπροσωπικούς δεσμούς με τη Ρωσία μπορεί να απορρίψει τον αυταρχισμό, να αποδομήσει τους αυτοκρατορικούς μύθους και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Ρώσος πολιτικός φιλόσοφος Αντρέι Οκάρα πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική πρόκληση για το σύστημα του Πούτιν· αποτελεί μια γνωσιακή και σημασιολογική πρόκληση. Η επιτυχία της Ουκρανίας υπονομεύει την ίδια την αφήγηση στην οποία στηρίζεται το σημερινό ρωσικό κράτος.

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία βλέπει τη σύγκρουση βοηθά επίσης να εξηγηθεί γιατί τόσες πολλές δυτικές παραδοχές έχουν αποτύχει επανειλημμένα. Η Ρωσία δεν έχει απλώς επενδύσει σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή παρέμβασης στις εκλογές. Έχει αφιερώσει δεκαετίες καλλιεργώντας στρατηγικά αφηγήματα που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σκέφτονται για την ίδια τη Ρωσία. Αυτά τα αφηγήματα — ή αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «διανοητικοί ιοί» — συνεχίζουν να επηρεάζουν τις συζητήσεις σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και μετά από περισσότερα από δώδεκα χρόνια πολέμου στην ήπειρο.

 

Μύθος 1. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία

Η Ουκρανία έμαθε με τον σκληρό τρόπο ότι, αν η Ρωσία ενεργεί επιθετικά εναντίον του κράτους σου, το να προσποιείσαι το αντίθετο δεν μειώνει την απειλή. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία διεξάγει εδώ και χρόνια σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές, ενεργειακό εκβιασμό, παρεμβολές GPS, δολοφονίες, επιχειρήσεις επηρεασμού και επιθέσεις σε υποδομές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το «Everywhere War – Sub-Threshold Warfare Tracker» έχει καταγράψει εκατοντάδες τέτοια περιστατικά σε ολόκληρη την ήπειρο. Η Ευρώπη μπορεί να μην θεωρεί πως βρίσκεται σε απευθείας πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά η Ρωσία έχει προ πολλού εγκαταλείψει αυτή τη διάκριση.

 

Μύθος 2. Η Ρωσία είναι είτε ανίκητη είτε το σημερινό καθεστώς είναι απλώς το «πιο οικείο κακό»

Και οι δύο υποθέσεις οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: να αποφευχθεί η άσκηση πραγματικής πίεσης στη Μόσχα. Ωστόσο, η ιστορία μας λέει κάτι πολύ διαφορετικό. Η Ρωσία έχει υποστεί επανειλημμένα στρατιωτικές ήττες — από τον Πόλεμο της Λιβονίας, τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την επέμβαση στο Αφγανιστάν και τον Πρώτο Πόλεμο της Τσετσενίας. Η ίδια η Μόσχα έχει καεί δύο φορές: πρώτα το 1571, όταν οι Τάταροι της Κριμαίας έβαλαν φωτιά στην πόλη, και ξανά το 1812 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα. Η ήττα δεν αποτελεί εξαίρεση στη ρωσική ιστορία· είναι μέρος της.

Η Ουκρανία καταρρίπτει τον μύθο της ρωσικής ανίκητης δύναμης σε πραγματικό χρόνο. Πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη μιας επιχείρησης που υποτίθεται ότι θα διαρκούσε τρεις ημέρες, το Κρεμλίνο δεν κατάφερε να επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους, ενώ υπέστη τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, όπως και αντίστοιχες κύρους και γοήτρου. Ο πραγματικός κίνδυνος, επομένως, δεν είναι η ήττα της Ρωσίας, αλλά ο φόβος της Ευρώπης απέναντί της. Χωρίς να βιώσει την αποτυχία του αυτοκρατορικού της σχεδίου —και χωρίς να αναγνωρίσει ότι η επιθετικότητα οδηγεί σε παρακμή και όχι σε μεγαλείο— η Ρωσία είναι απίθανο να υποστεί τον βαθύ πολιτικό και ψυχολογικό μετασχηματισμό που απαιτείται για να σπάσει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο της αυτοκρατορικής της επέκτασης. Μια άλλη πρόωρη «επανεκκίνηση» δεν θα εμπόδιζε τον επόμενο πόλεμο· απλώς θα τον χρηματοδοτούσε.

 

Μύθος 3. Η ειρήνη μπορεί να αποκατασταθεί μέσω του πραγματισμού και της οικονομικής συνεργασίας

Η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει αυτή την υπόθεση. Μέχρι το 2014, η Ρωσία είχε ενταχθεί σχεδόν σε κάθε σημαντικό ευρωατλαντικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, εκτός από την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Κατείχε θέση στο G8, προσχώρησε στον ΠΟΕ, διατηρούσε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη και απολάμβανε βαθιά οικονομική αλληλεξάρτηση με τη Δύση. Τίποτα από όλα αυτά δεν εμπόδισε την προσάρτηση της Κριμαίας ή, οκτώ χρόνια αργότερα, την πλήρη εισβολή. Η οικονομική ολοκλήρωση δεν άλλαξε ούτε τη στρατηγική κουλτούρα του Κρεμλίνου ούτε τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του.

Η εμπειρία της Ουκρανίας αποδεικνύει ότι η Ρωσία κατανοεί μόνο τη γλώσσα της βίας. Οι ουκρανικές επιθέσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών, της στρατηγικής αεροπορίας και της στρατιωτικής εφοδιαστικής έχουν, κατά πάσα πιθανότητα, επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου πολύ περισσότερο από ό,τι χρόνια διπλωματικής εμπλοκής. Η ίδια η ρητορική του Πούτιν απεικονίζει αυτή την εξέλιξη — από την απόρριψη της ηγεσίας της Ουκρανίας με ανοιχτά απάνθρωπη γλώσσα το 2022 έως την πολύ πιο προσεκτική αναφορά στον Πρόεδρο Ζελένσκι φέτος. Η στρατιωτική πίεση πέτυχε αυτό που οι διπλωματικές κινήσεις απέτυχαν επανειλημμένα να επιτύχουν.

 

Μύθος 4. Η Ουκρανία πρέπει να ανταλλάξει εδάφη για την ειρήνη

Οι ίδιες οι διαπραγματευτικές θέσεις της Ρωσίας αποδεικνύουν γιατί αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση. Οι απαιτήσεις της Μόσχας έχουν σταθερά ξεπεράσει κατά πολύ τα εδάφη που κατέχει επί του παρόντος, επεκτεινόμενες στην αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, την πολιτική υποταγή της και την εγκατάλειψη των ευρωατλαντικών της φιλοδοξιών. Οι εδαφικές παραχωρήσεις, επομένως, δεν θα έθεταν τέλος στον πόλεμο· θα βελτίωναν τη στρατιωτική θέση της Ρωσίας, θα αποδυνάμωναν την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης και θα δημιουργούσαν καλύτερες συνθήκες για την επόμενη φάση της επιθετικότητας.

Συνολικά, αυτές οι αφηγήσεις ενθαρρύνουν την επιφυλακτικότητα όταν απαιτείται αποτροπή και τον συμβιβασμό όταν απαιτείται αντίσταση. Ενώ η Ουκρανία καταρρίπτει αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης, η Ευρώπη πρέπει να τους απομακρύνει από τη δική της στρατηγική σκέψη.

*Το παρόν άρθρο βασίζεται στην πρόσφατη έκθεση της συγγραφέα του για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Going mental: Russia’s cognitive war against Europe» που βρίσκεται στη διεύθυνση https://epik.eu/publication/cognitive-war/.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

20 Ιουλίου 2026
Η εστία του Πίκφορντ έχει μόλις παραβιαστεί, τα αμυνητικά πλάνα της Εθνικής Αγγλίας έχουν μόλις αποτύχει και αρχίζει η εποχή της γκρίνιας για μια, άλλοτε, ποδοσφαιρική υπερδύναμη.

Την περασμένη Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2026, γίναμε μάρτυρες του τελευταίου επεισοδίου ενός κοινωνιολογικού φαινομένου που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 60 χρόνια και μπορεί να περιγραφτεί ως μαζική αυθυποβολή που καταλαμβάνει κάθε δύο χρόνια έναν από τους πλέον εξελιγμένους λαούς του κόσμου όσον αφορά τις πιθανότητες της εθνικής ομάδας τους ποδοσφαίρου να κατακτήσει τον τίτλο του τουρνουά στο οποίο συμμετέχουν.  Ο υπόλοιπος κόσμος έχει συνηθίσει πια και αντιμετωπίζει τους Άγγλους με συγκατάβαση και ανεκτικότητα που συνήθως επιφυλάσσει για ανθρώπους με νοητικά προβλήματα.

Κάθε δύο χρόνια, όταν πλησιάζει η ώρα για το εναρκτήριο λάκτισμα του Euro ή του Μουντιάλ, από την Κορνουάλη μέχρι το Γιορκ παίζει το ίδιο βιολί: «το κύπελλο θα έρθει στο σπίτι του», «είμαστε φαβορί», «πάμε να το πάρουμε», «φέτος είναι η χρονιά μας», και άλλα πολλά ηχηρά παρόμοια.  Φυσικά, κάθε φορά, εδώ και 60 χρόνια, η αυθυποβολή αυτή τελειώνει με δάκρυα, κατεβασμένα κεφάλια, απογοήτευση και υποσχέσεις των οπαδών ότι δεν θα ασχοληθούν ποτέ ξανά με την Εθνική Αγγλίας.  Μέχρι την επόμενη φορά.

Πού οφείλεται αυτή η επαναλαμβανόμενη, φαντασμαγορική επίδειξη απώλειας επαφής με την πραγματικότητα, που προκαλεί μειδιάματα στο φιλοθεάμον κοινό του υπόλοιπου κόσμου, πριν και μετά την εκάστοτε διοργάνωση;  Κατά τη γνώμη μου σε τρεις παράγοντες:

1.  Καταρχάς, στην ανάγκη των βρετανικών ταμπλόιντ να δημιουργήσουν «θέμα» για να πουλήσουν εφημερίδες – ή διαφημιστικό χώρο στις ιστοσελίδες τους.  Έτσι κι αλλιώς, τα ταμπλόιντ στο Νησί ειδικεύονται στην υπερβολή, στην τερατολογία και στην υποδαύλιση εθνικιστικής υστερίας στην αγγλική εργατική τάξη. Το Euro και το Μουντιάλ είναι ιδανικές αφορμές για να πουλήσουν αυτή την πραμάτεια και να αυξήσουν λίγο την κυκλοφορία τους εν μέσω καλοκαιριού.

2.  Η δεύτερη αιτία του φαινομένου είναι η έπαρση και η ανταγωνιστικότητα που καταλαμβάνει τους Άγγλους κάθε φορά που βρίσκονται στην ίδια γειτονιά ή αναπνέουν τον ίδιο αέρα με Γάλλους, Γερμανούς ή πολίτες από πρώην αποικίες τους. Η Αγγλία είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που περιβάλλει ανερυθρίαστα ποδοσφαιρικούς αγώνες με ιστορικές αναφορές:  κάθε ποδοσφαιρική αναμέτρηση με τη Γαλλία είναι σαν τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ και με τη Γερμανία σαν την εκκένωση της Δουνκέρκης.  Δεν πρέπει να υπάρχει άλλη κοινωνία στην Ευρώπη που να επιδιώκει με τόσο σθένος να ξαναζεί τις πολεμικές περιπέτειες του παρελθόντος πάνω στο χορτάρι ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου. 

3.  Ο τρίτος, και σημαντικότερος, λόγος είναι η παντελώς λανθασμένη αντίληψη που έχουν οι Άγγλοι για το ποδόσφαιρά τους, τις ομάδες τους και τους άγγλους ποδοσφαιριστές.

 

ChatGPT Image 17 Ιουλ 2026 09 07 19 π

Όπως καταγράφεται στον πίνακα, η Αγγλία, μαζί με την Ιταλία, έχουν τα πιο «διεθνοποιημένα» εθνικά πρωταθλήματα ανάμεσα στις ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.  Το 69% των ποδοσφαιριστών που αγωνίζονται στην Premiership είναι ξένοι – μερικοί από τους καλύτερους παίκτες του πλανήτη.  Επιπλέον, άλλο ένα ποσοστό, που δεν καταγράφεται εδώ, είναι Βρετανοί (Ουαλοί, Σκοτσέζοι, κ.λπ.) που δεν αγωνίζονται στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Αγγλίας.  Στις μεγάλες ομάδες, όπως οι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Σίτι, η Λίβερπουλ, η Τσέλσι και η Άρσεναλ, συχνά οι κύριες ενδεκάδες έχουν μόνο έναν, δύο ή τρεις άγγλους ποδοσφαιριστές.  Ως αποτέλεσμα, η Αγγλία απλώς δεν διαθέτει μεγάλη δεξαμενή παικτών παγκόσμιας κλάσης που να μπορούν να νικήσουν ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Αργεντινή, κ.λπ. Το ίδιο, ειρήσθω εν παρόδω, ισχύει και την Ιταλία, η οποία έχει να εμφανιστεί σε Μουντιάλ από το 2014.

Φέτος, η Εθνική Αγγλίας παρέταξε τον πιο φορμαρισμένο σέντερ φορ του κόσμου (τον Χάρι Κέιν, που παίζει στη Μπάγερν Μονάχου) και έναν πολύ καλό μεσοεπιθετικό (τον Τζουντ Μπέλινγχαμ, που παίζει στη Ρεάλ Μαδρίτης).  Ο Μπέλινγχαμ, όμως, εκτός από φωτογένεια και την ικανότητα να κρατάει την μπάλα στα πόδια του, ούτε στη Ρεάλ αλλά ούτε και στην Εθνική Αγγλίας είναι ο παίκτης που «θα πάρει την ομάδα στους ώμους του» και θα την οδηγήσει στη νίκη, όπως μπορεί να κάνει ο Αργεντινός Μέσι, ο Ισπανός Ρόντρι ή ο Γάλλος Εμπαπέ.

Ο λόγος που ο Μπέλινγχαμ είναι τόσο προβεβλημένος είναι γιατί είναι ένας πολύ καλός ΑΓΓΛΟΣ παίκτης. Όπως είναι προβεβλημένος και χρυσοπληρωμένος ο Φόντεν και ο Γκόρντον.  Όπως, στο παρελθόν, ήταν προβεβλημένοι και χρυσοπληρωμένοι, γιατί ήταν Άγγλοι, οι Ρούνι, Μπέκαμ, Τέρι, κ.ά.

Δείτε πάλι τον πίνακα.  Η Premiership είχε πέρυσι συνολικά έσοδα που ξεπέρασαν τα 8 δισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν 50% περισσότερα από το δεύτερο πιο πλούσιο πρωτάθλημα, το ισπανικό.  Αυτό σημαίνει ότι η διαφημιστική αγορά της Βρετανίας για το ποδόσφαιρο είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης και οι διαφημιζόμενοι ωφελούνται από το ενδιαφέρον των βρετανών φιλάθλων για το ποδόσφαιρο και τους βρετανούς (ή, συγκεκριμένα, Άγγλους) ποδοσφαιριστές.  Η παρουσία του Μπέλινγχαμ στη Ρεάλ μεταφράζεται σε εκατομμύρια σε πωλήσεις ειδών με το σήμα της Ρεάλ στη Βρετανία, διαφημιστικό χώρο στο Σαντιάγο Μπερναμπέου όταν ο αγώνας της Ρεάλ μεταδίδεται στη Βρετανία, κ.λπ.  Η La Liga διαθέτει σήμερα μια πλειάδα αριστεροπόδαρων μεσοεπιθετικών, που είναι το ίδιο καλοί ή και καλύτεροι από τον Μπέλινγχαμ.  Όμως, το ποδόσφαιρο είναι πλέον «λεφτόσφαιρο», για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του αμερικανού συγγραφέα Michael Lewis για το baseball.  Οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τον οικονομικό αντίκτυπο.

Η δυσανάλογη προβολή και ο εκθειασμός των σχετικά λίγων άγγλων ποδοσφαιριστών που ξεπερνούν τον μέσο όρο ποιότητας λόγω των εμπορικών σκοπιμοτήτων είναι μια βασική αιτία των παράλογων προσδοκιών των άγγλων οπαδών για την εθνική ομάδα τους κάθε δύο χρόνια.  Ένας ή δύο κούκοι δε φέρνουν την άνοιξη.  Στην περίπτωση του Μουντιάλ 2026, ο Χάρι Κέιν, όσο τεράστιος σέντερ φορ και εάν είναι, δεν μπορεί να αποκλείσει μόνος του την Αργεντινή του Μέσι.  Και δεν το έκανε, τελικά.

Τέλος, πάλι στον πίνακα, απεικονίζεται η επιτυχία των ομάδων των πέντε καλύτερων ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων της Ευρώπης στο Τσάμπιονς Λιγκ, την κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση ποδοσφαίρου της Ευρώπης – και του κόσμου.  Οι ισπανικές ομάδες έχουν κατακτήσει 20 τίτλους στα 70 χρόνια του θεσμού, εκ των οποίων οι 11 μετά το 2000-01.  Δηλαδή, οι ισπανικές ομάδες κυριαρχούν στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο τα τελευταία 25 χρόνια.  Οι αγγλικές, αντίθετα, παρ’ όλο τον πλούτο τους και την εισροή αμερικανικών και αραβικών κεφαλαίων, έχουν κατακτήσει μόνο 6 τίτλους Champions League τα τελευταία 25 χρόνια.  Αν και έχουν στο ρόστερ τους μερικούς από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές του κόσμου.

Με βάση τα παραπάνω, κάποιος, κάποια στιγμή, πρέπει να μου εξηγήσει κι εμένα από πού κι ώς πού η Αγγλία περιμένει, σχεδόν απαιτεί, κάθε δύο χρόνια από την εθνική της ομάδα να φέρει πίσω στο Νησί τον τίτλο του υπερεθνικού πρωταθλήματος στο οποίο συμμετέχει.  Αμφιβάλλω αν κάποιος μπορεί, τουλάχιστον κάνοντας χρήση επιχειρημάτων που έχουν σχέση με τη λογική και, το κυριότερο, την πραγματικότητα όπως απεικονίζεται στα καταγεγραμμένα μεγέθη.

17 Ιουλίου 2026
Φωτογραφία αρχείου

Στην Ελλάδα δεν λείπουν οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι ή οι πανεπιστημιακοί. Περισσεύουν οι παιδονόμοι της γνώμης. Άνθρωποι που πιστεύουν πως η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι οι λανθασμένες ιδέες αλλά οι ιδέες που διατυπώνονται χωρίς τη δική τους έγκριση.

Υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν κάθε πρωί με μια αποστολή. Να ελέγξουν ποιος σκέφτηκε λάθος. Είναι οι αυθόρμητοι χωροφύλακες της ορθής γνώμης, πάντα έτοιμοι να κόψουν το επόμενο ιδεολογικό πρόστιμο. Παρακολουθούν τη δημόσια ζωή όπως ο παλιός τροχονόμος παρακολουθούσε τη διασταύρωση. Σφυρίζουν μόλις κάποιος περάσει με κόκκινο. Μόνο που το κόκκινο δεν είναι πια ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Είναι ο δικός τους πολιτικός κώδικας.

Κάποτε υπήρχαν λογοκριτές. Σήμερα υπάρχουν επιμελητές συνειδήσεων. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε θεατρικές σκηνές, τηλεοπτικά πάνελ, εφημερίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μια αξιοθαύμαστη αίσθηση αποστολής. Έχουν αναλάβει να προστατεύσουν την κοινωνία από την πιο επικίνδυνη απειλή της εποχής: τις ανεξέλεγκτες γνώμες.

Η δουλειά τους, το δίχως άλλο, είναι κουραστική. Κάθε τόσο εμφανίζεται κάποιος που ξεχνά πως οι απόψεις, πριν βγουν δημόσια, οφείλουν να περάσουν από προληπτικό ιδεολογικό έλεγχο. Αυτή τη φορά ξέχασε ο Θοδωρής Αθερίδης.

Είπε, παρακολουθήστε θράσος τώρα,  ότι εμπιστεύεται μια αστυνομική έρευνα. Εξέφρασε θετική γνώμη για τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Δεν κάλεσε σε πραξικόπημα, δεν πρότεινε κατάργηση του Συντάγματος, δεν ζήτησε να κλείσουν εφημερίδες. Είπε κάτι πολύ πιο σοβαρό για τα ελληνικά δεδομένα. Είπε μια άποψη που δεν προβλεπόταν από το εγχειρίδιο της πολιτιστικής ορθοδοξίας.

Και τότε άρχισε η γνωστή τελετή.

Άλλος απογοητεύτηκε. Άλλος εξοργίστηκε. Άλλος ανακάλυψε ότι ο ηθοποιός διαθέτει ύποπτα πολιτικά χαρακτηριστικά. Άλλος ανέλαβε να εξηγήσει στο κοινό γιατί η συγκεκριμένη γνώμη είναι σχεδόν ανεπίτρεπτη. Όλοι μαζί σχημάτισαν εκείνη την οικεία χορωδία που εμφανίζεται κάθε φορά που κάποιος διανοείται να παρεκκλίνει από τη σωστή γραμμή.

Το αξιοθαύμαστο είναι ότι οι περισσότεροι αυτοπαρουσιάζονται ως ακούραστοι υπερασπιστές της ελευθερίας του λόγου.

Την αγαπούν βαθιά. Αρκεί να μην κάνει του κεφαλιού της.

Η ελληνική πολιτιστική ζωή έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφή λογοκρισίας. Δεν απαγορεύει. Δεν φυλακίζει. Δεν καίει βιβλία. Κάνει κάτι ευφυέστερο. Κατασκευάζει κοινωνικό κόστος. Σου υπενθυμίζει ότι μπορείς ασφαλώς να πεις ό,τι θέλεις, αρκεί να είσαι έτοιμος να περάσεις από δημόσια ανάκριση επειδή το είπες.

Έτσι λειτουργεί κάθε ιδεολογική ηγεμονία. Δεν χρειάζεται αστυνομία. Της αρκεί μια ομάδα πρόθυμων εθελοντών. Εκείνοι αναλαμβάνουν τις περιπολίες. Ελέγχουν δηλώσεις, μετρούν λέξεις, εξετάζουν προθέσεις, αποδίδουν πολιτικά φρονήματα με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που δεν διαψεύστηκαν ποτέ από την πραγματικότητα.

Και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχθούν ότι αυτό ακριβώς είναι μια μορφή εξουσίας. Θα σου πουν ότι απλώς «ασκούν κριτική». Βεβαίως. Με τον ίδιο τρόπο που ένας εισαγγελέας διαβάζει το κατηγορητήριο.

Το πιο κωμικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η επιλεκτική τους ευαισθησία. Όταν ένας ηθοποιός καταγγέλλει την κυβέρνηση, γίνεται συνείδηση της κοινωνίας. Όταν υπογράφει διακηρύξεις, γίνεται ενεργός πολίτης. Όταν συμμετέχει σε πολιτικές καμπάνιες, υπηρετεί τη δημοκρατία. Αν όμως εκφράσει μια γνώμη που δεν ταιριάζει στο ιδεολογικό τους αισθητήριο, μετατρέπεται ξαφνικά σε επικίνδυνο διασκεδαστή που καλό θα ήταν να περιοριστεί στον ρόλο του.

Η τέχνη, λένε, πρέπει να έχει φωνή. Υπό την προϋπόθεση ότι η φωνή θα μιλά με τη σωστή προφορά.

Βεβαίως και κανείς  δεν υποχρεούται να συμφωνήσει με τον Αθερίδη. Αυτό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Το ενδιαφέρον αρχίζει από τη στιγμή που κάποιοι αισθάνονται πως διαθέτουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιες πολιτικές απόψεις επιτρέπεται να διατυπώνει ένας ηθοποιός χωρίς να κληθεί σε δημόσια απολογία.

Η νοοτροπία αυτή έχει κουράσει. Επί σχεδόν μισό αιώνα το ίδιο ακροατήριο μοιράζει πιστοποιητικά προοδευτικότητας, απονέμει μετάλλια ηθικής καθαρότητας και ανακαλεί την εκτίμησή του μόλις κάποιος πάψει να επαναλαμβάνει τα προβλεπόμενα.

Έστω και αργά, ολοένα και περισσότεροι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στους αυτόκλητους παιδαγωγούς της κοινωνίας. Κουράστηκαν από όσους μιλούν σαν να τους έχει ανατεθεί η επιτήρηση της δημόσιας σκέψης. Κουράστηκαν από τους επαγγελματίες της ιδεολογικής καθοδήγησης. Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιθεωρητές συνειδήσεων. Έχει ανάγκη από πολίτες που αντέχουν να ζουν με την ελευθερία του άλλου, ακόμη κι όταν η γνώμη του τους ενοχλεί.

16 Ιουλίου 2026
Χ

Πώς οι ουκρανικές επιθέσεις στα μετόπισθεν αναδιαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές της Ρωσίας: αποκατάσταση ισορροπίας, μετριοπάθεια ή κλιμάκωση;

Από τις αρχές του 2026, η Ουκρανία έχει επεκτείνει ραγδαία την εκστρατεία επιθέσεων μεγάλου βεληνεκούς, με μη επανδρωμένα αεροσκάφη να χτυπούν στόχους που βρίσκονται όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό της Ρωσίας και να έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο τόσο στη ρωσική βιομηχανία όσο και στον στρατό. Η νέα στρατηγική του Κιέβου αλλάζει τον χαρακτήρα του ρωσο-ουκρανικού πολέμου: αντί να επιδιώκει σταθεροποίηση ή σημαντική πρόοδο στο μέτωπο, το Κίεβο στοχεύει στην αποδυνάμωση των οικονομικών, υλικοτεχνικών και κοινωνικών συστημάτων που στηρίζουν τα ρωσικά στρατεύματα που έχουν αναπτυχθεί εναντίον της Ουκρανίας.

Κατά κάποιον τρόπο, το Κίεβο εφαρμόζει τώρα στη Ρωσία αυτό που η Μόσχα προσπαθεί επανειλημμένα να επιτύχει στην Ουκρανία από την αρχή του πολέμου, με την προσάρτηση της Κριμαίας, τον Φεβρουάριο του 2014. Το Κίεβο επιδιώκει να επιτύχει πολιτικούς στόχους όχι στο μέτωπο, αλλά μέσω μιας συστημικής διάσπασης των μετόπισθεν. Η κύρια διαφορά μεταξύ των δύο εκστρατειών είναι ότι οι τρέχουσες μεσαίου και βαθιού βεληνεκούς επιθέσεις της Ουκρανίας, καθώς και άλλες ενέργειες στα μετόπισθεν, έχουν αμυντικούς σκοπούς. Αντίθετα, ο στόχος του πολέμου πλήρους κλίμακας της Μόσχας ήταν και παραμένει η υπονόμευση της ανθεκτικότητας της Ουκρανίας, προκειμένου να επιτευχθεί η εδαφική επέκταση της Ρωσίας και η πολιτική υποταγή της Ουκρανίας.

Μεγάλο μέρος των εντατικών ρωσο-ουκρανικών συγκρούσεων κατά την περίοδο 2022-2025 αφορούσε τον έλεγχο, την κατάκτηση και την υπεράσπιση εδαφών, κυρίως στην Ανατολική και Νότια Ουκρανία. Η τρέχουσα φάση του πολέμου, αντίθετα, επικεντρώνεται —ιδιαίτερα πλέον από την πλευρά της Ουκρανίας— στη συστημική αποδυνάμωση του εχθρού. Αντί να νικήσει τις ρωσικές δυνάμεις μονάδα προς μονάδα, η Ουκρανία επιδιώκει να μειώσει την ικανότητα του ρωσικού κράτους να διατηρήσει και συντηρήσει τη λεγόμενη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». Ο κύριος στρατιωτικός στόχος της Ουκρανίας έχει μετατοπιστεί από την εξάντληση των στρατευμάτων της πρώτης γραμμής στην υπονόμευση των γραμμών ανεφοδιασμού του ρωσικού στρατού, καθώς και της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της τρέχουσας ουκρανικής εκστρατείας συνίσταται στην πρόκληση σημαντικών ζημιών, με τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεγάλης εμβέλειας και πυραύλων Κρουζ, στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας, στα μέσα και τις διαδρομές μεταφοράς, καθώς και στα εργοστάσια που παράγουν βασικά εξαρτήματα όπλων. Επιπλέον, η ψυχολογική επίδραση των – συχνά οπτικά εντυπωσιακών – επιθέσεων, τόσο στους ίδιους τους πολίτες της Ρωσίας όσο και στους ξένους εταίρους της, είναι δύσκολο να υποεκτιμηθεί. Η εξουσία του Πούτιν και του καθεστώτος του έχει υποστεί πλήγμα τόσο εντός της Ρωσικής Ομοσπονδίας όσο και στο εξωτερικό.

Σε αυτό το πλαίσιο, το κεντρικό στρατηγικό ερώτημα δεν αφορά πλέον την ποσότητα και την ποιότητα των – με τη στενή έννοια – στρατιωτικών πόρων της Ρωσίας, δηλαδή τον αριθμό και τον τύπο των στρατευμάτων και των όπλων που έχουν αναπτυχθεί στο μέτωπο. Αντίθετα, το βασικό ζήτημα είναι πλέον αν και πώς η Μόσχα θα καταφέρει να αντισταθεί στη στοχευμένη επίθεση της Ουκρανίας στο εσωτερικό της Ρωσίας: πώς θα αντιδράσει και θα προσαρμοστεί η Μόσχα στην προσπάθεια του Κιέβου να υπονομεύσει τη βιομηχανική, υλικοτεχνική και τεχνική βάση του ρωσικού κράτους, και κατ’ επέκταση την ικανότητά του να διεξάγει πόλεμο;

Η αντίδραση της Ρωσίας στην τρέχουσα αποσταθεροποίησή της από την Ουκρανία ακολουθεί τρεις ιδεοτυπικές πορείες, τις οποίες η Μόσχα θα προσπαθήσει ή, στην πραγματικότητα, ήδη προσπαθεί να ακολουθήσει παράλληλα: (α) μια σταδιακή προσαρμογή και τελικά επίτευξη της εξισορρόπησης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, (β) μια βαθιά επανεξέταση και επακόλουθο αναπροσανατολισμό προς τη μετριοπάθεια των στόχων της στον πόλεμο και στις διαπραγματεύσεις, και, αντίθετα, (γ) αύξηση των διακυβευμάτων και ποντάρισμα σε περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου, με σκοπό την τελική συντριβή της Ουκρανίας. Ενώ η επίτευξη της εξισορρόπησης αποτελεί την πιο προφανή βραχυπρόθεσμη στρατηγική του Κρεμλίνου, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι η Μόσχα εξετάζει και δοκιμάζει τόσο στρατηγικές μετριοπάθειας όσο και κλιμάκωσης. Ποια από αυτές τις προσεγγίσεις θα επικρατήσει εξαρτάται από την περαιτέρω επιτυχία και τον ρυθμό με τον οποίο η Ουκρανία υποβαθμίζει την πολεμική ικανότητα της Ρωσίας, καθώς και από τις εσωτερικές πολιτικές δυναμικές ή περιορισμούς που ενδέχεται να προκύψουν από αυτό.

Από τον εδαφικό πόλεμο στη συστημική εξάντληση

Από τα τέλη του 2025, οι ουκρανικές δυνάμεις δεν έχουν καταφέρει μόνο να επιβραδύνουν την προέλαση του ρωσικού στρατού, με τη χρήση μεγάλου αριθμού drones FPV και τη διεύρυνση των «ζωνών θανάτου» στο μέτωπο. Τις τελευταίες εβδομάδες, καθημερινά νέα οπτικά, ηχητικά και προφορικά στοιχεία από ολόκληρη τη Ρωσική Ομοσπονδία υποδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις των αποκαλούμενων, χαριτολογώντας, «κυρώσεων μακράς εμβέλειας» της Ουκρανίας αυξάνονται ραγδαία. Οι βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας με drones και πυραύλους Κρουζ στα μετόπισθεν της Ρωσίας διαταράσσουν, προκαλούν ζημιές ή καταστρέφουν όλο και περισσότερες στρατιωτικο-βιομηχανικές, μεταφορικές και ενεργειακές υποδομές. Σύμφωνα με τον Robert «Magyar» Brovdi, διοικητή των Δυνάμεων Μη Επανδρωμένων Συστημάτων της Ουκρανίας, η καταστροφή που έχει προκληθεί στο επιχειρησιακό και στρατηγικό βάθος της Ρωσίας έχει αυξηθεί κατά 1.150% από τις αρχές του 2026. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας στο μέτωπο φτάνουν πλέον έως τα 150 χλμ., οι επιθέσεις μεσαίου βεληνεκούς περίπου στα 300 χλμ. και οι επιθέσεις βάθους έως τα 2.000 χλμ.

Μεταξύ των κύριων στόχων των ουκρανικών drones, καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, των βομβών ολίσθησης και των πυραύλων, συγκαταλέγονται σιδηροδρομικοί κόμβοι, αντλιοστάσια πετρελαίου, αποθήκες, λιμάνια, αεροδρόμια και κόμβοι μεταφορών. Μεταξύ άλλων εντυπωσιακών αποτελεσμάτων, η Μόσχα αναγκάστηκε να περιορίσει την πρόσβαση στη βενζίνη και το ντίζελ σε 60 από τις 83 ρωσικές περιφέρειες, ενώ οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται. Ειδικά στην προσαρτημένη Κριμαία, ο εφοδιασμός με καύσιμα, νερό, ηλεκτρικό ρεύμα και τρόφιμα έχει εξελιχθεί σε μείζον πρόβλημα, και η οικονομική δραστηριότητα έχει ουσιαστικά σταματήσει.

Δεν έχει επιβληθεί περιορισμός μόνο στη βενζίνη, αλλά και στις πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητά της. Για παράδειγμα, σε αρκετές ρωσικές περιφέρειες, η κρατικά υποστηριζόμενη εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων «Maks» αποκλείει τις δημόσιες συζητήσεις όπου οι οδηγοί ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την προμήθεια βενζίνης και τις ουρές στα βενζινάδικα. Η κυβερνητική παρέμβαση σε επικοινωνίες όπως αυτή αποτελεί μόνο ένα μέρος μιας πολύ ευρύτερης προσπάθειας να κατασταλεί η διάδοση πληροφοριών σχετικά με την αυξανόμενη κρίση καυσίμων που προκάλεσαν οι ουκρανικές επιθέσεις.

Αυτό οδηγεί τη Ρωσία σε μια ευρύτερη κοινωνικοοικονομική κρίση. Σύμφωνα με τον Νικολάι Μιτροκίν, ιστορικό της σύγχρονης Ρωσίας με έδρα τη Γερμανία, η «κατάκτηση της υπεροχής από την Ουκρανία στον πιο πλεονεκτικό τομέα — αυτή τη στιγμή, τον αέρα—και η επακόλουθη καταστροφή της [ρωσικής] στρατιωτικής και πολιτικής υποδομής σε επιχειρησιακό και στρατηγικό επίπεδο, η δημιουργία μιας εντελώς νέας πραγματικότητας για τα βαθιά μετόπισθεν της Ρωσίας, καθώς και ο περιορισμός του ρωσικού στρατού σε επιχειρησιακό βάθος χωρίς την ανάγκη να παραβιαστούν συγκεκριμένες θέσεις σε τακτικό επίπεδο—όλα αυτά μοιάζουν είτε με την ξαφνική έναρξη του πολέμου είτε με την ταχεία ολοκλήρωσή του.»

Η αυξανόμενη πρόκληση των επιθέσεων στο μεσαίο βάθος για τις ρωσικές δυνάμεις της πρώτης γραμμής

Ωστόσο, οι αυξανόμενες επιθέσεις σε βάθος προς το απομακρυσμένο εσωτερικό της Ρωσίας δεν αποτελούν το μοναδικό πρόβλημα της Μόσχας. Όλο και περισσότερες λεγόμενες «επιθέσεις μεσαίου βεληνεκούς» σε περιοχές πίσω από τις δυνάμεις της πρώτης γραμμής περιπλέκουν τον ανεφοδιασμό του ρωσικού στρατού, ακόμη και όταν υπάρχει επαρκές καύσιμο και άλλο υλικό. Η Ουκρανία προσπαθεί να διαταράξει, με τον αυξανόμενο στόλο της από μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) μεσαίου βεληνεκούς, τη λειτουργία των ρωσικών δικτύων εφοδιαστικής που συνδέουν τα ακόμη λειτουργικά εργοστάσια και αποθήκες καυσίμων με τις ρωσικές μαχόμενες δυνάμεις. Για τον σκοπό αυτό, η Ουκρανία έχει αναπτύξει και τώρα αναπτύσσει μια νέα γενιά drone FPV, βελτιστοποιημένων για επιθέσεις εφοδιαστικής κοντινής και μεσαίας εμβέλειας. Αυτά τα drones επιτυγχάνουν επί του παρόντος επιχειρησιακό βάθος 40-44 χλμ. και έχουν σχεδιαστεί ώστε να λειτουργούν, στο μέλλον, με εμβέλεια έως και 100 χλμ.

Όπως και σε άλλους τομείς, η Μόσχα προσπαθεί να αναπτύξει αντίμετρα. Ο ρωσικός ηλεκτρονικός πόλεμος (EW) κατά των drones είναι καλά ανεπτυγμένος, αλλά συχνά αποδεικνύεται αναποτελεσματικός έναντι των επιθέσεων μεσαίου βεληνεκούς. Τα ουκρανικά drones χτυπούν συστηματικά ρωσικά οχήματα, παρόλο που τα τελευταία φέρουν ενσωματωμένα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Επιπλέον, οι ουκρανοί κατασκευαστές βρίσκονται επί του παρόντος σε φάση μετάβασης προς νέα συστήματα επικοινωνίας και μοντέλα επόμενης γενιάς. Ο ρητός στόχος της Ουκρανίας είναι να προηγείται σε κάθε κύκλο καινοτομίας και, με αυτόν τον τρόπο, να διασφαλίζει ότι η Ρωσία προσαρμόζεται διαρκώς στην εκάστοτε προηγούμενη απειλή.

Τον Ιούνιο του 2026, βεβαίως, το Υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας ανέφερε με υπερηφάνεια ότι είχε αναχαιτίσει 8.849 ουκρανικά drones τον Μάιο του 2026. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει μεγάλη επιτυχία σε σύγκριση με τις 3.676 αναχαιτίσεις τον Ιανουάριο του 2026 και τις 2.504 τον Μάιο του προηγούμενου έτους. Πολλοί στρατιωτικοί αναλυτές, ωστόσο, αμφισβητούν την ακρίβεια των στοιχείων της ρωσικής κυβέρνησης και υποψιάζονται ότι τα αναφερόμενα ποσοστά αναχαίτισης είναι υπερβολικά. Είτε αυτό ισχύει είτε όχι, τα αυξανόμενα ρωσικά στοιχεία υποδηλώνουν επίσης ότι ο ρυθμός των ουκρανικών επιθέσεων έχει επιταχυνθεί. Τα drones που αναπτύσσει η Ουκρανία κατακλύζουν όλο και περισσότερο την ρωσική αεροάμυνα και προφανώς αυξάνονται ταχύτερα από τις δυνατότητές της.

Ως απάντηση, η Μόσχα έχει αποσύρει μονάδες αεροπορικής άμυνας από το μέτωπο προς τα μετόπισθεν, προκειμένου να προστατεύσει στρατηγικές υποδομές που αποτελούν στόχους. Ως αποτέλεσμα, το παλαιότερα δομημένο και πολυεπίπεδο σύστημα αεροπορικής προστασίας της Ρωσίας έχει καταστεί διάσπαρτο και πλέον περιλαμβάνει πολλά εκτεθειμένα σημεία. Κάθε σύστημα αεροπορικής άμυνας που προστατεύει ένα διυλιστήριο πετρελαίου και κονβόι ανεφοδιασμού είναι ένα λιγότερο που εξυπηρετεί τις δυνάμεις της πρώτης γραμμής. Η Ουκρανία δεν έχει αυξήσει μόνο τον αριθμό των καταστραφέντων μέσων, αλλά και το κόστος και τους κινδύνους για τις δυνάμεις που εμπλέκονται στην «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» της Ρωσίας.

Οι ανεπαρκείς ρωσικοί αναχαιτιστές drones

Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο καθώς ένας εντελώς νέος τύπος όπλου στο μέτωπο,  τα αναχαιτιστικά drones, αναδεικνύει τις συνεχιζόμενες θεμελιώδεις ανεπάρκειες του ρωσικού εξοπλισμού. Για παράδειγμα, το πιο διαδεδομένο ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα, το Pantsir-S1, έχει σχεδιαστεί για να χτυπά μεγάλους στόχους εντοπιζόμενους από ραντάρ, όπως οι πύραυλοι Κρουζ. Ωστόσο, αποτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό ενάντια σε drones χαμηλής ανιχνευσιμότητας, κατασκευασμένα από πλαστικό και κόντρα πλακέ.

Σε αντίθεση με την Ουκρανία, η ρωσική βιομηχανία έχει μόλις αρχίσει να αναπτύσσει την ικανότητα μαζικής παραγωγής αναχαιτιστικών drones. Τα νέα της αντι-drone UAV Yolka και Lys-2 υπάρχουν μέχρι στιγμής μόνο ως σχέδιο και δεν παράγεται ακόμη μαζικά. Η Ρωσία στερείται του ολοκληρωμένου οικοσυστήματος ραντάρ και λογισμικού που επιτρέπει στους Ουκρανούς χειριστές αναχαιτιστικών να ενεργούν βάσει δεδομένων στόχευσης σε πραγματικό χρόνο σε έναν καθορισμένο τομέα.

Ακόμη και στην περίπτωση που η Ρωσία αυξήσει ραγδαία την προστατευτική ικανότητα των αναχαιτιστικών drone και αντιπυραυλικών συστημάτων της, παραμένει μια σαφής γεωμετρική διαφορά. Η Ουκρανία υπερασπίζεται μόνο το εσωτερικό ενός τόξου. Αντίθετα, η Ρωσία πρέπει να εξασφαλίσει την εξωτερική της περίμετρο, καθώς και τη Μαύρη Θάλασσα, τη Θάλασσα του Αζόφ και τις προσβάσεις προς τον Καύκασο. Επομένως, πρέπει να καλύψει μια περίμετρο πρώτης γραμμής περίπου 2.000 χιλιομέτρων, ενώ η αμυντική γραμμή της Ουκρανίας είναι μόνο περίπου 1.100 χιλιόμετρα.

Η υπεράσπιση χιλιάδων χιλιομέτρων κρίσιμης υποδομής απαιτεί πολύ περισσότερους πόρους από ό,τι η επίθεση σε επιλεγμένους στόχους υψηλής αξίας. Κάθε βελτίωση της ουκρανικής επιθετικής ικανότητας αυξάνει επομένως δυσανάλογα το αμυντικό βάρος της Ρωσίας. Ως αποτέλεσμα, η επίτευξη από τη Ρωσία του τρέχοντος επιπέδου αποτελεσματικότητας της ουκρανικής αεροάμυνας εκτιμάται, από εμπειρογνώμονες του στρατιωτικο-βιομηχανικού τομέα, ως προς το παρόν ανέφικτη. Σε αντίθεση με τα προπαγανδιστικά αφηγήματα της Ρωσίας, τα ποσοστά αναχαίτισης των ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών βαθιάς και μεσαίας εμβέλειας θα παραμείνουν χαμηλά – τουλάχιστον, για το άμεσο μέλλον.

Ο παράγοντας του πολιτικού χρόνου: Οι επικείμενες εκλογές για τη Δούμα

Μέσα σε αυτό το περίπλοκο στρατιωτικό και οικονομικό πλαίσιο, η Μόσχα αντιμετωπίζει πλέον και έναν κρίσιμο πολιτικό περιορισμό. Τον Σεπτέμβριο του 2026, θα διεξαχθούν τακτικές εκλογές για την Κρατική Δούμα, την Κάτω Βουλή του ρωσικού ψευδο-κοινοβουλίου. Βεβαίως, αυτές οι εκλογές δεν (θα) είναι ούτε δίκαιες και ελεύθερες ούτε ανοιχτές και μυστικές.

Παρ’ όλα αυτά, διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στη λειτουργία του ρωσικού πολιτικού συστήματος. Καθώς στη Ρωσία υπάρχει τυπικά ένα πολυκομματικό σύστημα, η εξαιρετικά περιορισμένη διαδικασία ψηφοφορίας επιτρέπει ακόμα έναν ορισμένο βαθμό έκφρασης πολιτικών προτιμήσεων. Δεδομένων των συσσωρευόμενων κοινωνικών παραπόνων, οι εθνικές εκλογές του 2026 ενδέχεται να απαιτήσουν ακόμη περισσότερη από τη συνήθη χειραγώγηση και παραποίηση για να εξασφαλιστεί η νίκη του κυβερνώντος κόμματος «Ενωμένη Ρωσία».

Το εκλογικό ημερολόγιο δεν καθορίζει τη ρωσική στρατηγική, αλλά μπορεί να διαμορφώσει το χρονοδιάγραμμά της. Πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση του Πούτιν πιθανότατα θα επιχειρήσει να διαχειριστεί την κρίση των καυσίμων με πιο ήπια μέτρα, όπως προγράμματα διανομής που θα παρουσιάζονται ως προσωρινά. Μετά τον Σεπτέμβριο, μόλις ανανεωθεί η εκλογική νομιμότητα και η Μόσχα αποκτήσει νέα εσωτερική εξουσιοδότηση για την εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων, μπορεί κανείς να αναμένει πιο σκληρά μέτρα λιτότητας και μια νέα εκστρατεία στρατολόγησης.

Καμία από αυτές τις πιέσεις δεν καθορίζει μηχανιστικά έναν συγκεκριμένο τύπο ρωσικής συμπεριφοράς. Τα αυταρχικά καθεστώτα μπορούν, γενικά, να απορροφήσουν οικονομικές απώλειες που θα ήταν πολιτικά απαράδεκτες στις δημοκρατίες. Το ερώτημα δεν είναι τόσο αν υπάρχει πίεση ή όχι, αλλά πώς επιλέγει να ανταποκριθεί σε αυτή το Κρεμλίνο. Μπορούν να διακριθούν τρεις προφανείς στρατηγικές κατευθύνσεις, οι οποίες όμως δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά μάλλον εμφανίζονται συνδυαστικά.

Σενάριο Πρώτο: αποκατάσταση ισορροπίας

Είτε σιωπηλά είτε ρητά, πολλοί σχολιαστές των οικονομικών, κοινωνικών και υλικοτεχνικών προβλημάτων της Ρωσίας, τα οποία επί του παρόντος επιδεινώνονται, υποθέτουν ότι είναι προσωρινά, μέτρια και/ή δευτερεύοντα. Από αυτή την άποψη, ακόμη και αν τα ζητήματα αυτά μπορεί, προς το παρόν, να φαίνονται σοβαρά, το ρωσικό κράτος θα είναι σε θέση να προσαρμοστεί και να διατηρήσει την πολιτική του σταθερότητα, ακεραιότητα και πορεία. Το Κρεμλίνο θα εξουδετερώσει επιτυχώς την κοινωνική δυσαρέσκεια με καταστολή ή αποζημίωση ή – κατά πάσα πιθανότητα – με έναν συνδυασμό και των δύο.

Η προσωρινή επιβολή δελτίων για καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα, τρόφιμα, νερό κ.λπ. – όπως ήδη συμβαίνει εν μέρει στα κατεχόμενα από τη Ρωσία εδάφη της Ουκρανίας – μπορεί να εφαρμοστεί προσωρινά και να παρουσιαστεί ως πατριωτική θυσία. Η Μόσχα, σύμφωνα με αυτό το σενάριο, θα βρει τελικά τρόπους να αποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό τις γραμμές εφοδιασμού, μεταφοράς και διανομής μέσω της εισαγωγής, για παράδειγμα, βενζίνης από την Κεντρική Ασία. Έτσι, η έλλειψη καυσίμων και άλλων αγαθών θα παραμείνει μόνο προσωρινή και θα μπορεί να μετριαστεί μέσω στοχευμένων εισαγωγών και προγραμμάτων διανομής με δελτίο. Οι στρατιωτικές ανάγκες θα συνεχίσουν να καλύπτονται, καθώς θεωρούνται ότι υπερισχύουν της ευημερίας των πολιτών. Η παραγωγή drones, πυραύλων και άλλου βασικού οπλισμού συνεχίζεται, ίσως με την ενισχυμένη υποστήριξη της Κίνας προς τη ρωσική βιομηχανία.

Σύμφωνα με ένα τέτοιο σενάριο, οι καταστροφές που αυξάνονται επί του παρόντος θα αποτελέσουν είτε μια μόνο μερική, παροδική κρίση, είτε/και θα γίνουν αποδεκτές από την κοινωνία ως ακόμα ανεκτές. Η μείωση της ποιότητας ζωής δεν θα είναι επαρκής ώστε να οδηγήσει σε μεγάλες διαμαρτυρίες, περιορισμούς στον εξωτερικό τυχοδιωκτισμό και πολιτική αλλαγή. Ακόμη και αν το βιοτικό επίπεδο των απλών Ρώσων υποχωρήσει, μπορεί να επιτευχθεί και να διατηρηθεί μια νέα ισορροπία.

Σενάριο Δύο: Μετριοπάθεια

Το σενάριο της μετριοπάθειας προϋποθέτει ότι οι τρέχουσες κοινωνικές προκλήσεις της Μόσχας, ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων βαθιών επιθέσεων της Ουκρανίας κατά των ρωσικών υποδομών και των παράλληλων οικονομικών προκλήσεων, όπως οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου, είναι σοβαρές και θα συνεχίσουν να επιδεινώνονται. Μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα προκύψει από την περαιτέρω καταστροφή των συστημάτων αεροπορικής άμυνας, τις ζημιές στα διυλιστήρια, τα ελλείμματα εφοδιασμού, τα εμπόδια στην εφοδιαστική αλυσίδα κ.λπ. θα οδηγήσει σε μια θεμελιώδη διαρθρωτική μεταβολή στο κοινωνικό κλίμα και τις πολιτικές προοπτικές της Ρωσίας. Αναγνωρίζοντας αυτό, η ρωσική ηγεσία – είτε με τον Πούτιν είτε χωρίς αυτόν – μετριάζει προσωρινά τους ακραίους πολεμικούς στόχους και τη διαπραγματευτική της θέση.

Τουλάχιστον, το διεθνές διπλωματικό θέατρο που επικρατούσε μέχρι τώρα γύρω από τις ειρηνευτικές συνομιλίες ενδέχεται να δώσει τη θέση του σε μια πιο σοβαρή διαδικασία διαβουλεύσεων, η οποία θα καθοδηγείται από το γνήσιο ενδιαφέρον της Μόσχας να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Βεβαίως, οι κοινωνικές δυσκολίες από μόνες τους δεν θα επιβάλουν μια συμβιβαστική πορεία δράσης, όσο η ηγεσία είναι σε θέση να απορροφήσει το πολιτικό κόστος και να υποβαθμίσει την ευημερία των πολιτών. Ωστόσο, υπό την αυξανόμενη πίεση της κοινωνίας, το Κρεμλίνο θα επιδιώξει, σε αυτό το σενάριο, μια – τουλάχιστον προσωρινή – αποκλιμάκωση της σύγκρουσης και μετάβαση σε μάχες χαμηλής έντασης. Η μετριοπάθεια θα σήμαινε, σε μια τέτοια εξέλιξη των γεγονότων, όχι έναν ιδεολογικό αναπροσανατολισμό της Ρωσίας, αλλά έναν απλό στρατιωτικό και οικονομικό επαναπροσδιορισμό. Σοβαρή αναζήτηση συμβιβασμού και ενδιαφέρον για κατάπαυση του πυρός θα εμφανιστούν μόνο όταν η Μόσχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος, προς το παρόν, δεν μπορεί να κερδηθεί – ένα όριο που ακόμα δεν είναι ορατό.

Σενάριο Τρίτο: Κλιμάκωση

Όπως και στην περίπτωση του δεύτερου σεναρίου, το τρίτο ιδεοτυπικό σενάριο που εξετάζεται εδώ υποθέτει επίσης ότι η αυξανόμενη στρατιωτική και οικονομική πίεση θα ωθήσει το Κρεμλίνο να αλλάξει ριζικά πορεία, οδηγώντας όμως τη Μόσχα σε κλιμάκωση αντί για μετριοπάθεια. Η ρωσική κλιμάκωση μπορεί να έχει τόσο πολιτικο-ψυχολογικούς όσο και στρατιωτικο-υλικούς σκοπούς και να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει ή/και να βομβαρδίσει την Ουκρανία και τους δυτικούς εταίρους της, ώστε να υποκύψουν ή, τουλάχιστον, να αποδεχθούν τους ρωσικούς όρους για κατάπαυση του πυρός – μια στρατηγική προσέγγιση που μερικές φορές ονομάζεται «κλιμάκωση για αποκλιμάκωση». Μεταξύ άλλων, η κλιμάκωση θα μπορούσε να στοχεύει στην αποκατάσταση της πρωτοβουλίας της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης, στην εξουδετέρωση της ηγεσίας του ουκρανικού κράτους, στη διακοπή της ανάπτυξης και παραγωγής ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεγάλου βεληνεκούς, στην αποδιάρθρωση της εφοδιαστικής αλυσίδας των ουκρανικών στρατευμάτων στην πρώτη γραμμή κ.λπ. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτό το σενάριο έχει ήδη αρχίσει να υλοποιείται με τον έντονο βομβαρδισμό του Κιέβου από πολυάριθμα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, καθώς και βαλλιστικούς και πυραύλους Κρουζ, τις νύχτες της 1ης προς τη 2η, καθώς και της 5ης προς τη 6η Ιουλίου 2026.

Αν και αποτελεί προφανώς την προτιμώμενη γραμμή δράσης του Κρεμλίνου ως απάντηση στις επιτυχημένες επιθέσεις της Ουκρανίας κατά των ρωσικών υποδομών, οι επιλογές της Μόσχας για κλιμάκωση και τα οφέλη που θα αποκομίσει από αυτήν είναι σήμερα πιο περιορισμένα από ό,τι ήταν όταν ξεκίνησε η πλήρης εισβολή το 2022. Δεν είναι μόνο ότι η ικανότητα της Ουκρανίας να αμυνθεί και η υποστήριξη από το εξωτερικό έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σύγκριση με πριν από τέσσερα χρόνια. Η στρατηγική λογική για κλιμάκωση εξασθενεί με κάθε επιπλέον επιτυχημένο χτύπημα της Ουκρανίας στις ρωσικές υποδομές.

Οι αδίστακτες επιθέσεις αντιποίνων εναντίον ουκρανικών οικισμών μπορεί να προσφέρουν συναισθηματική ανακούφιση στην ρωσική πολιτική ηγεσία και σε ανησυχούντα ή και πανικόβλητα τμήματα της κοινωνίας. Ωστόσο, οι ενέργειες «εκδίκησης» δεν θα συμβάλλουν στην αποκατάσταση της υλικής ζημίας που προκάλεσαν οι βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας και ενδέχεται να έχουν μόνο περιορισμένα αντισταθμιστικά αποτελέσματα για το μεγαλύτερο μέρος του ρωσικού πληθυσμού. Η αποκατάσταση και η πρόληψη περαιτέρω επιθέσεων, για παράδειγμα, εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου θα απαιτούσε μια στρατηγική μετριοπάθειας και όχι κλιμάκωσης.

Όλο και περισσότερο, η Μόσχα χρειάζεται, τουλάχιστον, μια διακοπή του πολέμου, και συγκεκριμένα την παύση των ουκρανικών επιθέσεων βαθιά στο ρωσικό έδαφος, καθώς και, ιδανικά, την άρση των κυρώσεων. Η συνεχιζόμενη ανταπόδοση χτυπημάτων θα επιδεινώσει μόνο τις ήδη σημαντικές οικονομικές ζημιές και αναστατώσεις της Ρωσίας. Οι εντατικές επιθέσεις στα μετόπισθεν της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένου του Κιέβου, δύσκολα θα επιλύσουν το βασικό πρόβλημα της Ρωσίας, που είναι η τεχνολογική καθυστέρηση. Δεν μπορούν να σπάσουν εύκολα τον κύκλο καινοτομίας της Ουκρανίας, ο οποίος συνεχίζει να ξεπερνά τον ρωσικό, ο οποίος είναι κυρίως προσαρμοστικός και καθυστερημένος.

Ωστόσο, όσο η Μόσχα δεν καθοδηγείται αποκλειστικά και όχι τόσο από ορθολογικά κίνητρα, έχει στη διάθεσή της μια σειρά επιλογών για κλιμάκωση. Εσωτερικά, αυτό μπορεί να σημαίνει την έναρξη ευρείας κλίμακας στρατολόγησης και την επέκταση της καταστολής κατά της διαφωνίας στη Ρωσία. Εκτός από την ήδη εντεινόμενη τρομοκρατία εναντίον των Ουκρανών αμάχων, το Κρεμλίνο ενδέχεται να προσπαθήσει να εξαναγκάσει τη Λευκορωσία να εμπλακεί στον πόλεμο ως ενεργός συμπολεμιστής. Ακόμη και μια απλή, αλλά αξιόπιστη, απειλή από το βορρά μπορεί να αναγκάσει την Ουκρανία να αποσπάσει δυνάμεις αεροπορικής άμυνας και χερσαίες δυνάμεις από την πρώτη γραμμή. Η Μόσχα ενδέχεται επίσης να προσπαθήσει να επεκτείνει περαιτέρω τα υβριδικά της μέτρα, όπως κυβερνοεπιθέσεις, δραστηριότητες σαμποτάζ στην Ευρώπη και πυρηνικές απειλές προς τη Δύση, προκειμένου να την αποτρέψει από το να υποστηρίξει την Ουκρανία.

Συμπεράσματα

Αντί να επικεντρώνεται στην άμεση εδαφική άμυνα και στα εδαφικά κέρδη, το Κίεβο στοχεύει όλο και περισσότερο στις υλικές και κοινωνικές δομές στα μετόπισθεν της Ρωσίας, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη διεξαγωγή του πολέμου της στην Ουκρανία και τις υβριδικές ενέργειές της αλλού. Αυτή η στροφή δημιουργεί μια νέα στρατηγική συγκυρία, στην οποία κυριαρχεί η άμυνα και όχι η επίθεση. Βεβαίως, η Ρωσία μπορεί ακόμα να συγκεντρώσει στρατεύματα στο μέτωπο και να κινητοποιήσει βιομηχανικούς πόρους.

Ωστόσο, κάθε επιπλέον επίπεδο προστασίας που πρέπει να δημιουργήσει ως αντίδραση στις ταχέως αυξανόμενες ικανότητες της Ουκρανίας για βαθιές και μεσαίες επιθέσεις απαιτεί την περαιτέρω διάσπαση των περιορισμένων μέσων αεροπορικής άμυνας σε όλη την τεράστια επικράτειά της. Η υπεράσπιση κρίσιμων υποδομών κατά μήκος χιλιάδων χιλιομέτρων είναι πιο δύσκολη από την επίθεση σε επιλεγμένα αδύνατα σημεία της Ουκρανίας. Το κόστος της ρωσικής άμυνας αρχίζει να αυξάνεται ταχύτερα από το κόστος της επίθεσης.

Οι επιτυχίες της Ουκρανίας στις επιθέσεις κατά των ενεργειακών υποδομών της Ρωσίας και του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος δεν θα οδηγήσουν σε στρατιωτική κατάρρευση της Ρωσίας. Κατ’ αρχήν, αυταρχικά καθεστώτα όπως η Ρωσία μπορούν να αντέξουν, να αγνοήσουν ή να εξουδετερώσουν τη δυσαρέσκεια που προκύπτει από τις δυσκολίες του πληθυσμού, διατηρώντας παράλληλα τη στρατιωτική τους ικανότητα. Η αποφασιστική μεταβλητή δεν είναι, επομένως, η ίδια η οικονομική ζημιά που προκαλείται. Το βασικό ερώτημα είναι αν οι ουκρανικές επιθέσεις με νέα όπλα μεγάλου βεληνεκούς μπορούν να μειώσουν σταδιακά την ικανότητα της Ρωσίας να διατηρεί και να παράγει πολεμική ισχύ ταχύτερα από ό,τι η Μόσχα μπορεί να προσαρμοστεί στον νέο κύκλο καινοτομίας.

Για την Ευρώπη, η πρόκληση είναι μεγαλύτερη από το να βοηθήσει την Ουκρανία να επικρατήσει με κάποιον τρόπο. Είναι να αναγνωρίσει ότι ο μελλοντικός χαρακτήρας του πολέμου και η δομή της ευρωπαϊκής ασφάλειας διαμορφώνονται σήμερα στην Ουκρανία. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει ότι οι θεσμοί και οι πολιτικές που έχουν ως αποστολή τη διαφύλαξη της κυριαρχίας των κρατών μελών της και του ευρωπαϊκού εγχειρήματος στο σύνολό του εξελίσσονται τόσο γρήγορα όσο απαιτούν οι αλλαγές στο ουκρανικό πεδίο μάχης.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

15 Ιουλίου 2026
Eurostat

Αν πιστέψουμε όσα ισχυρίζεται η αντιπολίτευση (σύσσωμη) για την ακρίβεια στην Ελλάδα, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι: α) η ακρίβεια είναι αποτέλεσμα της πολιτικής Μητσοτάκη, β) η ακρίβεια είναι ένας επιπλέον φόρος αφού επιτρέπει στην κυβέρνηση να μαζεύει παραπάνω έμμεσους φόρους (το είπε στη Βουλή ο Νίκος Ανδρουλάκης), γ) ο Μητσοτάκης εξυπηρετεί τα καρτέλ που αισχροκερδούν εις βάρος μας, δ) η ακρίβεια στην  Ελλάδα είναι χειρότερη σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Από τις συζητήσεις που κάνουμε με φίλους έχουμε καταλήξει ότι, λέγε-λέγε, η αντιπολίτευση πείθει. Μάλλον η πλειονότητα των Ελλήνων πιστεύει ότι η χώρα μας έχει τη χειρότερη επίδοση ακρίβειας στην Ευρώπη. Πώς έχει όμως η πραγματικότητα; Αν κοιτάξουμε το γράφημα της Eurostat, που δημοσιεύεται στην κορυφή αυτού του σημειώματος, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ακολουθεί την ίδια ακριβώς πορεία με τον μέσο όρο της ΕΕ. Και μόνο αυτή η διαπίστωση αρκεί για να δείξει το ανυπόστατο των επιχειρημάτων της αντιπολίτευσης. Ας τα δούμε όμως πιο αναλυτικά. Ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει πάνω από τα «υγιή» επίπεδα (περίπου 2% κατ’ έτος) στο τέλος του 2021, όταν ο πλανήτης έβγαινε  από την καραντίνα για τον κορονοϊό και, ενώ αυξανόταν η ζήτηση, δεν είχαν ακόμη αποκατασταθεί οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η 2η και χειρότερη περίοδος ήρθε σύντομα, αρχές 2022, με την ενεργειακή κρίση που ξέσπασε μετά την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Και ενώ η κατάσταση άρχισε να εξομαλύνεται, ο πόλεμος στον Περσικό κόλπο έδωσε νέα πνοή στον πληθωρισμό. Με άλλα λόγια, ο πληθωρισμός έχει αναμφισβήτητα εξωγενείς αιτίες.

Παραμένει βέβαια το ερώτημα αν στην Ελλάδα ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στα ύψη, αντίθετα με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ που έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για να τον συγκρατήσουν. Τίποτα ανακριβέστερο! Η πραγματικότητα προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat. Η ετήσια μεταβολή των τιμών καταναλωτή, δηλαδή η μεταβολή των τιμών καταναλωτή σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε κάθε χώρα ξεχωριστά και βέβαια στη χώρα μας (βλέπε γράφημα). Χαρακτηριστικά, την περίοδο Αυγούστου/Νοεμβρίου 2022, περίοδο με τον υψηλότερο πληθωρισμό σε όλες τις χώρες της ΕΕ, η Ελλάδα φτάνει τον Σεπτέμβριο στον υψηλότερο δείκτη πληθωρισμού, 12,1%, ενώ η ΕΕ έφτασε στο 10,9 (διαφορά 1,2% λιγότερο στην ΕΕ). Όμως τον επόμενο μήνα (10/2022) καταγράφεται ο υψηλότερος πληθωρισμός στην ΕΕ, 11,5%, ενώ στην Ελλάδα αρχίζει η πτώση και ο πληθωρισμός καταγράφεται στο 9,5% (διαφορά 2% λιγότερο στην Ελλάδα). Την περίοδο αυτή όλες οι χώρες φτάνουν στον υψηλότερο πληθωρισμό τους, με τον δείκτη να κινείται μεταξύ 15 και 26% σε δέκα απ’ αυτές. Στις χώρες αυτές περιλαμβάνονται κυρίως οι πρώην σοσιαλιστικές αλλά και δυτικές χώρες, όπως η Ολλανδία, όπου ο πληθωρισμός καταγράφεται  στο 17% τον Σεπτέμβριο του 2022.

Η γενική εικόνα είναι ότι η Ελλάδα κάποιους μήνες καταγράφει πληθωρισμό κάτω του μέσου όρου της ΕΕ και κάποιους άλλους πάνω από τον μέσο όρο. Αυτό που παραμένει, όμως, σταθερό καθ΄ όλη την περίοδο είναι η στάση της αντιπολίτευσης. Δεν αναφέρονται καθόλου στον πληθωρισμό τους μήνες που η Ελλάδα έχει καλές επιδόσεις και κατακεραυνώνουν την κυβέρνηση (και βεβαίως οι ευθύνες προσωποποιούνται στον Μητσοτάκη) τους μήνες που η χώρα έχει κακές επιδόσεις.  

Το γράφημα εμπεριέχει πολλές επιπλέον πληροφορίες, βλέπουμε τη σύγκριση της Ελλάδας (καφετί) με τον μέσο όρο της ΕΕ (σκούρο μπλε), την Ολλανδία (ανοιχτό μπλε) και την Ισπανία (πράσινο). Για την τελευταία έχει γίνει πολύς λόγος για τις επιτυχείς πολιτικές που έχει εφαρμόσει και που, αν ακολουθούσε η ελληνική κυβέρνηση, θα είχε συγκρατηθεί ο πληθωρισμός. Όπως φαίνεται κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η σωρευτική ακρίβεια μεταξύ 2010 και 2025, που, όπως φαίνεται στο επόμενο γράφημα (στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας και του IMF), η Ελλάδα έχει τον μικρότερο αθροιστικά πληθωρισμό σε σύγκριση με όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Έτσι, αν για να αγοράσουμε το 2010 τα Χ προϊόντα χρειαζόμασταν 100€, το 2024 χρειαζόμασταν 118,78€, ήτοι πληθωρισμός 18,78%. Συγκριτικά, χώρες όπως για παράδειγμα η Αυστρία ή η Ισπανία καταγράφουν την ίδια περίοδο αθροιστικό πληθωρισμό 48% και 31,5% αντίστοιχα.

Στις διαδραστικές ιστοσελίδες της Εurostat, του IMF και  της Διεθνούς Τράπεζας είναι εύκολο να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ χωρών, αν κάποιος θέλει να έχει μια πλήρη εικόνα. Υπάρχουν επίσης και άλλες χρήσιμες πληροφορίες, για όσους θέλουν να σχηματίσουν ιδία γνώμη.

https://ec.europa.eu/eurostat/cache/dashboard/prices/

https://ec.europa.eu/eurostat/cache/website/economy/food-price-monitoring/

https://ourworldindata.org/grapher/consumer-price-index?time

 

 

14 Ιουλίου 2026
Φωτογραφία αρχείου

«Με πονάει η ευφυΐα μου στην ιδέα ότι κάποιος νομίζει πως μπορεί ν' αλλάξει κάτι προκαλώντας ταραχές. Η βιαιότητα, όποια κι αν είναι, υπήρξε ανέκαθεν για μένα προεξάρχουσα μορφή της ανθρώπινης ανοησίας».

Φ. Πεσσόα

Στα πρόσφατα γεγονότα εγκληματικής βίας στη Θεσσαλονίκη, αλλά και μετά τις συλλήψεις γι' αυτά και για την παλαιά υπόθεση της Μαρφίν, άρχισαν πάλι τα χολερικά σχόλια για τις «αντιφάσεις» της αστυνομίας, τις οποίες, αυτοί, βεβαίως βεβαίως, εύκολα εντοπίζουν, αφού τις υποθέσεις αυτές και τα σχετικά τεκμήρια που έχει συγκεντρώσει η αστυνομία αυτοί τα παίζουν στα δάκτυλα. Όμως, πίσω από όλα αυτά βρίσκεται πάντα η σχετικοποίηση της βίας, η απόπειρα να μετατεθεί αλλού η εστίαση στα συμβάντα αυτά, στους όποιους χειρισμούς της αστυνομίας.

 

Το κύριο γι' αυτούς, δηλαδή, είναι τι κάνει η αστυνομία, ποια στοιχεία έχει (αυτοί τα ξέρουν!), αν πήρε ή δεν πήρε ανώνυμο ημέιλ, και μάλιστα μετά από τόσα χρόνια κ.ά. Δεν θα ήταν καλύτερα να αφήσουν την υπόθεση εκεί όπου ήταν; Έτσι, και τα «παλικάρια» θα εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα και να συνεχίζουν την αντισυστημική τους γυμναστική και την αστυνομία θα βγάζαμε ανίκανη.

Η βία, αυτή η «μορφή βλακείας», ούτε σχετικοποιείται ούτε και «τυποποιείται» σε κατηγορίες ανεκτής ή μη βίας.

 

Τα «είδη» της βίας

Στην πολιτική ανάγνωση, η βία χωρίζει στα δύο το πολιτικό σκηνικό:

1. Από τη μια βρίσκονται όσοι θεωρούν εύλογη, νόμιμη, θεμιτή, επιθυμητή, ηθικά και ιστορικά νομιμοποιημένη τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.

2. Από την άλλη, όσοι απορρίπτουν, δεν χρησιμοποιούν και καταδικάζουν τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.

Τα μέσα, τα εργαλεία, οι μορφές της (πολιτικής) βίας απασχολούν όσους βρίσκονται στην απάντηση 1.

Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, αρκούνται στην άρνηση, στην καταδίκη της χρήσης βίας – και τα υπόλοιπα τα αφήνουν στη... δικαιοσύνη, η οποία θα «κατηγοριοποιήσει» τις συνέπειες της χρήσης της βίας και αναλόγως θα επιβάλει ή όχι «ποινές».

Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, δεν αναζητούν τη βία στις τυπολογίες της πολιτικής, αλλά στις τυπολογίες της... βλακείας (καλυπτόμενοι πίσω από τη γνωστή ρήση του Πωλ Βαλερύ: «Η βία είναι μια μορφή βλακείας»).

Όμως, για να μη θεωρηθεί υπεκφυγή αυτό το σχόλιο, θα δώσω κάποια συνέχεια από τη σκοπιά της απάντησης 2.

Αφενός, στην προσπάθεια νομιμοποίησης κάποιων μορφών βίας, υπάρχει μία απόπειρα κατηγοριοποίησής τους, από τις «ήπιες» μορφές βίας –τις οποίες δεχόμαστε, ανεχόμαστε ή και υιοθετούμε– έως τις «ακραίες» μορφές της βίας – τις οποίες δεν αποδεχόμαστε και δεν χρησιμοποιούμε, ενίοτε και καταδικάζουμε (αναφέρομαι σε όσους καταγράφονται στην απάντηση 1, ευθέως ή εμμέσως).

Από την άλλη, στην προσπάθεια δικαιολόγησης –και νομιμοποίησης– κάποιων μορφών βίας ως «απάντηση» στη βία του «συστήματος», βαφτίζονται ως βία περίπου τα πάντα που –τους/μας– ενοχλούν: «δεν είναι βία η ανεργία;», «δεν είναι βία οι συντάξεις πείνας, η αβεβαιότητα για το μέλλον;», «δεν είναι βία οι κατασχέσεις;» και άλλα ανάλογα. Άλλο πράγμα είναι το «κακό», το «άδικο» και άλλο η βία.

«Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν».

 

Μαρκούζε, Αντόρνο, Χατζιδάκις

Να μεταφέρω και ένα τμήμα από κάποιες αναφορές του Χέρμπερτ Μαρκούζε για τα «είδη» της βίας.

Ερωτών: …Όταν λέω εσωτερίκευση της εξω-οικονομικής βίας, εννοώ ότι οι δυνάμεις χειραγώγησης τείνουν να εσωτερικεύσουν τους γραφειοκρατικούς και κρατικούς μηχανισμούς κυριαρχίας.

Μαρκούζε: Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με μια εσωτερίκευση της βίας. Αν υπάρχει κάτι που βλέπουμε καθαρά στον καπιταλισμό, είναι ότι η καθαρά εξωτερική, η καθόλου εξιδανικευμένη βία είναι ισχυρότερη από ποτέ άλλοτε. Εγώ δεν βλέπω καμία εσωτερίκευση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι τάσεις χειραγώγησης δεν ασκούν καμιά βία. Κανείς δεν με αναγκάζει να βλέπω ώρες τηλεόραση, ούτε να διαβάζω ηλίθια περιοδικά.

Ερωτών: Δεν συμφωνώ, γιατί η εσωτερίκευση σημαίνει ακριβώς ότι είναι εφικτός ένας φαινομενικός φιλελευθερισμός – όπως η εσωτερίκευση της οικονομικής βίας στον κλασικό καπιταλισμό σήμαινε ότι το πολιτικό και ηθικό εποικοδόμημα έπρεπε να φιλελευθεροποιηθεί.

Μαρκούζε: Μου φαίνεται πως δίνεται στον όρο πολύ ευρεία έννοια. Η βία είναι βία. Η φαινομενική ελευθερία της τηλεόρασης, που μπορώ να την κλείσω όποτε θέλω…, αυτή κι άλλα παρόμοια πράγματα δεν ανήκουν στη διάσταση της βίας. Όταν λέτε κάτι τέτοιο, ξεχνάτε έναν από τους καίριους παράγοντες της σημερινής κοινωνίας, δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στην τρομοκρατία και στην ολοκληρωτική δημοκρατία. Η ολοκληρωτική δημοκρατία δεν καταφεύγει στην τρομοκρατία, αλλά χρησιμοποιεί την εσωτερίκευση, τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης. Αυτό δεν είναι βία. Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν. Δεν υπάρχει όταν μας προτείνουν τηλεοπτικά προγράμματα που, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποτελούν απολογία του κατεστημένου».

Μαρκούζε, Το τέλος της ουτοπίας, Ύψιλον, 1985

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Τέοντορ Αντόρνο:

Theodor Adorno: Έχω λάβει μέρος σε διαδηλώσεις εναντίον των εθνικών Νόμων Εκτάκτου Ανάγκης και έχω κάνει ό,τι μπορούσα στο πεδίο της μεταρρύθμισης της ποινικής νομοθεσίας. Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε τέτοιου είδους πράγματα και τη συμμετοχή σε μισοπάλαβες ιστορίες όπως το πετροβόλημα των παραθύρων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Ερώτηση: Ποιο είναι το κριτήριό σας για το αν είναι λογικό όχι;

Theodor Adorno: Ως προς το ένα σκέλος, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη κατάσταση. Ως προς το άλλο, έχω πάντα τις σοβαρότερες επιφυλάξεις απέναντι στη χρήση βίας. Αν δεν καταδίκαζα τον φαύλο κύκλο της απάντησης στη βία με βία θα έπρεπε να αρνηθώ ολόκληρο το παρελθόν μου -την εμπειρία του Χίτλερ και ότι παρατηρήσεις έχω κάνει για τον Σταλινισμό. Μπορώ να οραματιστώ μία έλλογη πρακτική ικανή να φέρει αλλαγές μόνο στο βαθμό που δεν εμπλέκεται στη χρήση βίας.

[...]

Η Ακροαριστερά ενδιαφέρεται απεριόριστα για δημοσιότητα. Φοβάται μήπως ξεχαστεί, έτσι γίνεται σκλάβος της ίδιας της δημόσιας εικόνας της. Διαλέξεις όπως οι δικές μου, που τις παρακολουθούν πάνω από χίλιοι άνθρωποι, προφανώς προσφέρονται ως λαμπρό forum για ακτιβιστική προπαγάνδα.

«Άλλο βία κι άλλο βιοπάλη», λέει ο Μάνος Χατζιδάκις:

[...]

Βγήκαμε παιδιά μιας μάνας χήρας

ήμασταν γεννήματα της μοίρας

γίναμε εκφραστές μιας βίας στείρας

μείναμε οι χορδές μισές μιας λύρας

[...]

Τώρα αλλάζουμε γινόμαστ' άλλοι

βάλαμε κεραία στο κεφάλι

γίναμε αστυνόμοι μες στην ζάλη

άλλο βία κι άλλο βιοπάλη

                                        Μάνος Χατζιδάκις, Η Μεταμόρφωση

12 Ιουλίου 2026
Τι λες, Όμηρε;

Τι λες, Όμηρε, για τον χρόνο που δίνεται σε αυτές τις γυναίκες μπροστά στην οθόνη, αν σκεφτεί κανείς πόσο λίγο τους έδωσες εσύ; (So, Homer, how do you feel about the screen time given to these women considering how little you spent with them?)

Αυτό θα ρώταγε τον Όμηρο, είπε πρόσφατα σε μια συνέντευξη η ηθοποιός Λουπίτα Νυόνγκο, η οποία ενσαρκώνει στην ταινία Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν την Ωραία Ελένη και την αδελφή της Κλυταιμνήστρα.

Δεν γνωρίζω πόσο χρόνο αφιερώνει ο Νόλαν στις γυναίκες στην ταινία του, ακόμα δεν έχουν αρχίσει οι προβολές, και φυσικά δεν μπορώ να κρίνω αν αυτός ο χρόνος είναι προσήκων, υπερβολικός ή ανεπαρκής. Όμως η απάντηση του Ομήρου θα ήταν ότι και στα δυο έπη του όλος ο χρόνος του δράματος είναι αφιερωμένος στις γυναίκες.

Όμως, θα αντέτεινε κάποιος, οι γυναίκες στα ομηρικά έπη βρίσκονται μόνο για λίγο στο προσκήνιο της δράσης, ο υπόλοιπος χρόνος είναι κυρίως δεσμευμένος για την περιγραφή φρικαλέων πράξεων που διαπράττουν οι άντρες μεταξύ τους και μόνο ένα μικρό μέρος για σκηνές μέθης, θρήνου, θυσιών και αγωνισμάτων – ένα μικρό χωρίο είναι αφιερωμένο στην περιγραφή μιας συνέλευσης του στρατού των Αχαιών που όμως και αυτή καταλήγει σε χάος.

Πράγματι, οι γυναίκες βρίσκονται μόνο για λίγο στο προσκήνιο της δράσης και αυτό όχι μόνο γιατί πρέπει να μοιραστούν τον πεπερασμένο αφηγηματικό χρόνο με όλα τα άλλα πρόσωπα των δραμάτων, αλλά γιατί πρέπει μέσα από την αφηγηματική παρουσίαση των πράξεων των ανδρών να εξηγηθεί γιατί όλος ο χρόνος των δραμάτων είναι αφιερωμένος στις γυναίκες.

Το παράδοξο αυτού του ισχυρισμού εξαϋλώνεται αν κατανοήσουμε ότι οι πράξεις των ανδρών στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια καθοδηγούνται με ελάχιστες εξαιρέσεις από τα πάθη. Οι ομηρικοί άνδρες όχι μόνο δεν είναι σε θέση να τιθασεύσουν τα πάθη τους, οι περισσότεροι δεν είναι καν σε θέση να κατανοήσουν ότι καταδυναστεύονται απ’ αυτά. Αντίθετα, οι ομηρικές γυναίκες, λόγω της θέσης τους στη δομή της ομηρικής κοινωνίας ως σύζυγοι, μητέρες, κόρες και αδελφές, είτε είναι τα θύματα των παθών των ανδρών, όπως η Ελένη, η Κλυταιμνήστρα, η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα, είτε πρέπει να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτών των παθών, όπως η Ανδρομάχη και η Πηνελόπη.

Εάν η κλαγγή των όπλων, οι ιαχές των πολεμιστών και οι προπηλακισμοί που ανταλλάσσουν οι «ήρωες» μεταξύ τους πριν αλληλοσφαχτούν στην Ιλιάδα, εάν οι βροντές και οι αστραπές των στοιχείων της φύσης, οι βρυχηθμοί της Σκύλλας και της Χάρυβδης, το τραγούδι των σειρήνων, οι κραυγές απόγνωσης των συντρόφων του Οδυσσέα, και αυτές του πανικού και της απόγνωσης των μνηστήρων στην Οδύσσεια αποτελούν τα πολυποίκιλα εναλλασσόμενα και μελωδικά θέματα των δυο επών που μεταλαμπαδεύουν τα πάθη των ομηρικών ανδρών στις ψυχές των ακροατών –και αργότερα των θεατών– , η φρίκη που νιώθει η Ελένη στη θέα των μαχών και των νεκρών που πεθαίνουν εξαιτίας της, ο θρήνος και ο φόβος της Εκάβης και της Ανδρομάχης μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, η απόγνωση της Χρυσηίδας κα της Βρισηίδας μπροστά στον ζόφο της δουλείας, το μίσος της Κλυταιμνήστρας για τον βίαιο και εγωκεντρικό Αγαμέμνονα και η υπομονή της Πηνελόπης που προσπαθεί να κρατήσει όρθιο το σπίτι και το κύρος του θρόνου του Οδυσσέα ώστε να μπορέσει να τον διαδεχτεί νόμιμα ο γιος του, είναι το σταθερό μπάσο κοντίνουο που συνοδεύει αυτές τις παθιασμένες μελωδίες από τον πρώτο δάκτυλο της πρώτης ραψωδίας μέχρι τον τελευταίο της τελευταίας.

Είναι αυτή η ήρεμη, θλιμμένη αλλά συνάμα και δυνατή συνοδεία που μεταφέρει το μήνυμα ότι τελικά τα πάθη θα δαμαστούν, ότι οι εχθροί θα συμφιλιωθούν έστω και πάνω από τα μνήματα των φίλων και των παιδιών τους, ότι ο οίκος θα καθαρίσει από τους κόλακες και τα παράσιτα και ότι η οικιακή τάξη θα αποκατασταθεί – αυτά είναι που θωρακίζουν την ψυχή των ακροατών του ομηρικού έπους και αργότερα των θεατών των ταινιών που ενέπνευσε απέναντι στα πάθη και τους οδηγούν σε αυτό που ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε κάθαρση.

Όλα τα μέτρα, όλες τις νότες, όλον τον χρόνο αυτού του μπάσου που οδηγεί στην κάθαρση τα έχει αφιερώσει ο Όμηρος στις γυναίκες. Το έχει καταφέρει άραγε και ο Κρίστοφερ Νόλαν;

 

09 Ιουλίου 2026
President.gov.ua

Καθώς η Ουκρανία συνεχίζει την πορεία της προς την Ευρώπη, αντιστεκόμενη παράλληλα στην επιθετικότητα της Ρωσίας, η υποψηφιότητά της αναδεικνύει τα όρια του παραδοσιακού μοντέλου διεύρυνσης.

Το 2026, το μέλλον της Ουκρανίας στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ζήτημα ενσωμάτωσής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει μετατραπεί σε στρατηγικό ζήτημα. Μια σειρά συζητήσεων σχετικά με την άμυνα, την ανεξαρτησία και την οικονομία της Ευρώπης —θέματα που κάποτε φαινόταν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους— καθίστανται πλέον όλο και πιο αλληλένδετα. Οι συζητήσεις για την επιτάχυνση της ένταξης της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, οι προτάσεις για τη σταδιακή ένταξή της στην Ενιαία Αγορά της ΕΕ, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη διευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας, καθώς και οι διαβουλεύσεις μεταξύ των βασικών ευρωπαϊκών χωρών σχετικά με το μέλλον της Ουκρανίας αντανακλούν μια σημαντική μετατόπιση όσον αφορά τις προοπτικές της ευρωπαϊκής διεύρυνσης και ολοκλήρωσης.

Για δεκαετίες, η διεύρυνση ξεχώριζε ως μία από τις πιο επιτυχημένες πολιτικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ξεκινώντας το 1951, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επεκτάθηκε σταδιακά, δημιουργώντας μια πιο ενωμένη κοινότητα δημοκρατίας, ευημερίας και σταθερότητας σε μια ήπειρο που αναδυόταν από τη διαίρεση και τις συγκρούσεις. Οι υποψήφιες χώρες πραγματοποίησαν μεταρρυθμίσεις, ενίσχυσαν τους θεσμούς και εντάχθηκαν σταδιακά στα εξελισσόμενα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συστήματα της Ένωσης.

Αυτό συνέβη σε ένα στρατηγικό πλαίσιο όπου τα βασικά ζητήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας φαινόταν να έχουν επιλυθεί σε μεγάλο βαθμό, χάρη στη δημιουργία και την επέκταση του ΝΑΤΟ. Σήμερα, ωστόσο, πολλές από αυτές τις παραδοχές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Πάνω απ’ όλα, η πλήρης εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει καταρρίψει τα θεμέλια του πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων έχει αναζωπυρώσει ερωτήματα που οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι είχαν επιλυθεί εδώ και καιρό. Ποιος φέρει την ευθύνη για την ασφάλεια της ηπείρου; Πώς πρέπει να διαμορφωθεί η αποτροπή; Τι ρόλο πρέπει να διαδραματίσει η Ευρώπη στην άμυνά της;

Από πολλές απόψεις, η Ευρώπη επανεξετάζει ζητήματα που είχαν αρχικά τεθεί κατά τη γέννηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η πρόταση του 1952 για μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα δεν υλοποιήθηκε ποτέ, καθώς το ΝΑΤΟ και η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας αποτέλεσαν τους κύριους πυλώνες της ευρωπαϊκής άμυνας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Για πολλά χρόνια μετά, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ασφάλεια εξελίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα. Ωστόσο, η διατήρηση αυτού του διαχωρισμού γίνεται όλο και πιο δύσκολη στο πλαίσιο της Ουκρανίας.

Η Ουκρανία δεν είναι η πρώτη μετασοβιετική χώρα που επιδιώκει την ένταξη στην ΕΕ. Ωστόσο, είναι η πρώτη υποψήφια χώρα που επιδιώκει την ένταξη ενώ βρίσκεται εν μέσω ενός μεγάλου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος, εφαρμόζει δύσκολες μεταρρυθμίσεις υπό εξαιρετικές συνθήκες και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις συζητήσεις για τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης.

Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των πρόσφατων προτάσεων που αποσκοπούν στο να καταστήσουν την ολοκλήρωση σταδιακή και πολιτικά συναφή. Σε αυτές περιλαμβάνονται έντονες συζητήσεις σχετικά με την ιδέα του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς για την πρόωρη συμμετοχή εκπροσώπων της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, καθώς και προτάσεις για τη σταδιακή πρόσβαση των υποψηφίων χωρών της ΕΕ σε τμήματα της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς πριν από την πλήρη ένταξή τους. Οι συζητήσεις αυτές υποδηλώνουν την αντίληψη ότι ο παραδοσιακός διαχωρισμός της ΕΕ μεταξύ του καθεστώτος υποψηφιότητας και αυτού της ένταξης ενδέχεται να μην είναι πλέον επαρκής.

Οι πρόσφατες προτάσεις για σύμπραξη, συμμετοχή και ενσωμάτωση αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Αναγνωρίζουν ότι οι χώρες που υλοποιούν απαιτητικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αποκομίζουν ορισμένα οφέλη από την ένταξη ακόμη και πριν από την πλήρη ένταξη.

Στην περίπτωση της Ουκρανίας, αντιμετωπίζουν μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το κύριο ζήτημα πλέον δεν είναι απλώς πώς να επιταχυνθεί η ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ. Είναι το αν η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρώπη μπορεί να συζητηθεί ξεχωριστά από τα ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Από την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, η σημασία αξιόπιστων εγγυήσεων ασφάλειας για την Ουκρανία αποτελεί κεντρικό θέμα στις ευρωπαϊκές συζητήσεις. Επί του παρόντος, αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι μόνο η αναγνώριση αυτής της ανάγκης, αλλά και η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η ασφάλεια της Ουκρανίας και η ευρωπαϊκή της ένταξη αποτελούν πλέον αλληλένδετες πτυχές του ίδιου στρατηγικού στόχου.

Ενώ η ένταξη στο ΝΑΤΟ παραμένει ο στρατηγικός στόχος της Ουκρανίας, προς το παρόν δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Αυτό έχει αυξήσει την επείγουσα ανάγκη να διερευνηθεί πώς η Ουκρανία μπορεί να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας.

Οποιαδήποτε μελλοντική διπλωματική πρωτοβουλία με στόχο τον τερματισμό του πολέμου θα απαιτήσει κάτι περισσότερο από συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός ή πολιτικές συμφωνίες. Η διαρκής ειρήνη θα εξαρτηθεί από την ενσωμάτωση της Ουκρανίας σε ένα πλαίσιο που θα συνδυάζει οικονομικές ευκαιρίες, πολιτική ένταξη και αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας. Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οποιαδήποτε διευθέτηση κινδυνεύει να καταστεί απλώς μια παύση πριν από την επανάληψη της σύγκρουσης.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Για παράδειγμα, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Άνδριους Κουμπίλιους έχει υποστηρίξει ότι η Ουκρανία πρέπει να ενταχθεί στην αναδυόμενη αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Ο Ιταλός Υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο έχει επίσης υποστηρίξει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό αμυντικό πλαίσιο που θα εκτείνεται πέρα από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανεξάρτητα από τη θεσμική μορφή που ενδέχεται τελικά να λάβουν τέτοιες ρυθμίσεις, αντανακλούν μια ευρύτερη πραγματικότητα: η ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Ο ρόλος της Ουκρανίας σε αυτή τη συζήτηση δεν πρέπει να εξεταστεί μόνο υπό το πρίσμα των εγγυήσεων και της βοήθειας. Μετά από πάνω από τέσσερα χρόνια πλήρους πολέμου, η Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης. Οι ένοπλες δυνάμεις της έχουν αποκτήσει απαράμιλλη εμπειρία στον συμβατικό πόλεμο μεγάλης κλίμακας, ενώ η αμυντική της βιομηχανία έχει αναδειχθεί σε καινοτόμο τομέα όσον αφορά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα αυτόνομα συστήματα και τον ηλεκτρονικό πόλεμο. Σε βασικούς τομείς, η επιχειρησιακή εμπειρογνωμοσύνη της Ουκρανίας ξεπερνά πλέον εκείνη πολλών χωρών της ΕΕ.

Αυτά τα επιτεύγματα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη συνεχιζόμενη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική υποστήριξη από την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους συμμάχους. Ωστόσο, η ικανότητα της Ουκρανίας να αξιοποιεί αυτή την υποστήριξη, να τη μετατρέπει σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και να αναπτύσσει τις δικές της καινοτομίες έχει δείξει μια ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα που λίγοι περίμεναν στην αρχή του πολέμου.

Η Ουκρανία δεν είναι πλέον απλώς αποδέκτης ασφάλειας: έχει πλέον καταστεί συνεισφέρουσα σε αυτή. Αυτή η μετατόπιση θα πρέπει επίσης να επηρεάσει τη συζήτηση για τη διεύρυνση. Ενώ οι συζητήσεις συχνά επικεντρώνονται στο τι μπορεί να προσφέρει η Ευρώπη στην Ουκρανία, είναι όλο και πιο σημαντικό να ληφθεί υπόψη τι προσφέρει η Ουκρανία στην Ευρώπη — όπως στρατιωτική δύναμη, τεχνολογικές εξελίξεις, στρατηγικά πλεονεκτήματα και μια σαφή δέσμευση για την τήρηση των βασικών αρχών του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Η επιτυχής ένταξη της Ουκρανίας θα αποτελούσε ένα σημαντικό ορόσημο στην ιστορία της ΕΕ, καθώς θα προστάτευε μια χώρα που επί του παρόντος δέχεται επίθεση και θα αναδείκνυε την ικανότητα της Ευρώπης να προσαρμόζει τους θεσμούς και τις πολιτικές της σε ένα δραματικά μεταβαλλόμενο στρατηγικό τοπίο.

Η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την απλή διεύρυνση στο πώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις ανανεωμένες προκλήσεις ασφάλειας και στο κατά πόσον μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο όπου οι πολιτικές, οικονομικές, δημοκρατικές προσπάθειες, καθώς και αυτές της ασφάλειας αλληλοενισχύονται.

Ένα βασικό δίδαγμα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ότι η διαρκής ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική δύναμη και την αποτροπή, αλλά και από ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και ανθεκτικές κοινωνίες. Οι επιλογές των ευρωπαίων ηγετών – συμπεριλαμβανομένων των Ουκρανών – σχετικά με τον ρόλο της Ουκρανίας στην Ευρώπη επηρεάζουν άμεσα όλους αυτούς τους τομείς. Λίγες αποφάσεις θα έχουν τόσο σημαντικές συνέπειες για το μέλλον της ηπείρου.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

06 Ιουλίου 2026
James Kavallines / Library of Congress Prints and Photographs Division

Η σχέση μου με την ποίηση ήταν πάντοτε κουτσή. Μια σχέση που δεν προχώρησε ποτέ σε κάτι πιο ουσιαστικό. Μερικά ποιήματα με άγγιξαν, αλλά μόνο για λίγο, μέχρι να τα ξαναβάλω στο ράφι και να μην ξαναασχοληθώ μαζί τους. Αναγνώριζα την αξία τους και την ομορφιά τους, αλλά δεν κατόρθωνα να τα εντάξω πραγματικά στη ζωή μου. Ήταν σαν ένα όμορφο πουκάμισο, που δεν μπορείς να το συνδυάσεις με κανένα από τα ρούχα που φοράς: το βλέπεις, το θαυμάζεις, αλλά το βάζεις στην ντουλάπα σου, οπότε στέκεται σε πλήρη αχρηστία και κάποια στιγμή το ξεχνάς. Για αυτή μου την αναπηρία κατηγορώ ανοιχτά, χωρίς περιστροφές, το σχολείο. Όταν σκέφτομαι πώς διδάχτηκα την ποίηση στα χρόνια του σχολείου, συνειδητοποιώ ότι έχει εντυπωθεί βαθιά μέσα μου η ερώτηση: τι θέλει να πει ο ποιητής; Η κλασική ερώτηση που θέτει ο δάσκαλος όταν ζητά από τους μαθητές να ανακαλύψουν και να ερμηνεύσουν το νόημα που κρύβεται πίσω από ένα στίχο. Με λίγα λόγια, μια πρακτική που δηλώνει ότι ένα ποίημα κρύβει ένα και μοναδικό νόημα και πως αυτό δεν μπορείς να το βρεις μόνος σου, αλλά χρειάζεσαι τη βοήθεια του πάνσοφου δασκάλου.

 

 

Δεν είναι τυχαίο ότι η ερώτηση αυτή έχει γίνει στερεότυπο, σχεδόν ανέκδοτο. Έχει ενσωματωθεί στη γλώσσα μας και χρησιμοποιείται με ειρωνεία όταν θέλει να περιγράψει κάποιον ο οποίος μιλάει ή γράφει με τρόπο τόσο μπερδεμένο και δυσνόητο σε σημείο που κανένας να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής, είτε πρόκειται για τον συνομιλητή μας είτε για έναν συγγραφέα.

Τελικά, ίσως αυτή η ανολοκλήρωτη σχέση μου με την ποίηση να μην οφείλεται στο ίδιο το ποίημα, αλλά στην αίσθηση ότι είναι κάτι ξένο από τη δική μου ζωή και ότι δεν είμαι επαρκής αναγνώστρια.

Δεν έχω καμία πρόθεση να υποτιμήσω την καλή διάθεση και την προσπάθεια που κατέβαλλαν οι δάσκαλοι της γλώσσας και της λογοτεχνίας να μεταδώσουν τις γνώσεις τους. Ας μην ξεχνάμε ότι και αυτοί κάποτε κάθισαν στα θρανία και προσπάθησαν να δώσουν μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Οπότε, μέσα από τη δική τους μαθητεία, σχημάτισαν ισχυρές αντιλήψεις για το πώς γίνεται η διδασκαλία. Έτσι, όταν πήραν πια στα χέρια τους, ως εκπαιδευτικοί, το τιμόνι της τάξης, μετέφεραν τις δικές τους σχολικές εμπειρίες στους δικούς τους μαθητές. Και όλα αυτά γίνονταν σε εποχές όπου η επιμόρφωση δασκάλων δεν υπήρχε καν ως όρος. Ευτυχώς όταν, ως φιλόλογος, πήρα το τιμόνι της τάξης στα χέρια μου για να διδάξω ελληνικά σε ξένους, η επιμόρφωση δασκάλων, που ήταν πιασμένη χέρι χέρι με την εφαρμοσμένη γλωσσολογία, είχε εδραιωθεί στην επαγγελματική ζωή των εκπαιδευτικών. Παρακολούθησα μια σειρά σεμιναρίων τα οποία επαναπροσδιόρισαν μέσα μου το ρόλο του δασκάλου και τη σχέση του με την τάξη. Σε κάποιο από αυτά έμαθα ποιος είναι ο δάσκαλος σύμφωνα με τον Μπρους Λι, ο οποίος, ως κορυφαίος δάσκαλος πολεμικών τεχνών, είχε συλλάβει από πολύ νωρίς τη σημασία του ρόλου του. Ένας ορισμός που, πραγματικά, μου άνοιξε τα μάτια:

Ο δάσκαλος δεν είναι αυτός που δίνει την αλήθεια. Είναι ένας οδηγός προς την αλήθεια, που κάθε μαθητής πρέπει να βρει μόνος του. Ο δάσκαλος δεν μπορεί να είναι κολλημένος σε μια ρουτίνα. Κάθε στιγμή απαιτεί ένα ευαίσθητο μυαλό, το οποίο αλλάζει συνεχώς και προσαρμόζεται συνεχώς.

Σε άλλο σεμινάριο έμαθα ότι η ανάγνωση του κόσμου προηγείται της ανάγνωσης της λέξης. Εκεί πια εμπέδωσα μέσα μου ότι, από τη στιγμή που το ποίημα φεύγει από τα χέρια του δημιουργού του, τυπώνεται και φτάνει στα χέρια του αναγνώστη, ο ποιητής αποσύρεται και το λόγο έχει αυτός που το διαβάζει. Κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να το «ξαναγράψει» μέσα από τις δικές του εικόνες και εμπειρίες. Κάθε ποίημα γίνεται ένας γρίφος, ένα αστυνομικό πρόβλημα, που δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς την προσωπική συμμετοχή τού κάθε αναγνώστη. Κάθε ποίημα ανοίγει μια πύλη στον κόσμο του αναγνώστη, αλλά η είσοδος σε αυτόν τον κόσμο είναι μοναδική και εξαρτάται από τις προσωπικές του εμπειρίες. Δεν είναι μόνο οι λέξεις που αραδιάζει ο ποιητής, αλλά και η ερμηνεία που εμείς κουβαλούμε μαζί μας.

 

 

Η ποίηση είναι ένα προσωπικό ταξίδι

Η κατανόηση της ποίησης δεν είναι ένα αντικειμενικό συμπέρασμα, ούτε αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας ομάδας ειδικών. Είναι ένα προσωπικό ταξίδι, το οποίο ο καθένας πραγματοποιεί με τη βοήθεια, με τα εφόδια που του έχουν δώσει η προσωπική του ιστορία, τα βιώματά του, οι αδυναμίες, οι δεξιότητές του, η σχέση που έχει αναπτύξει με τα άλλα είδη τέχνης. Αυτό που οφείλει να κάνει ο δάσκαλος είναι να πάρει από το χέρι τον κάθε μαθητή, την κάθε μαθήτριά του χωριστά και να τον/την βοηθήσει να βρει τη δική του / τη δική της μαντλέν που πυροδοτεί τη μνήμη, να ανακαλύψει εκείνο το προσωπικό ερέθισμα που θα τον/την φέρει κοντά στο ποίημα. Όταν ο μαθητής ή η μαθήτρια συνδέσει την ποίηση με κάτι δικό του/της, μια ανάμνηση, μια εικόνα, μια εμπειρία, παύει να βλέπει την ποίηση σαν κάτι απόμακρο και ξένο. Την πλησιάζει χωρίς το φόβο της μίας και μοναδικής ερμηνείας. Ο δάσκαλος δεν είναι ο κάτοχος της μίας και μοναδικής αλήθειας. Είναι ο σκηνοθέτης της συνάντησης ανάμεσα στο μαθητή και το ποίημα. Ίσως πρέπει να είναι ένας Ηλίας Καζάν (της τάξης), ο οποίος δεν έδινε στους ηθοποιούς του μια συνταγή για το πώς να ερμηνεύσουν ένα ρόλο. Τους κινητοποιούσε να σκάψουν μέσα τους, έτσι ώστε να ανακαλύψουν ένα προσωπικό τους βίωμα, εκείνο που θα έδινε φυσικότητα στον κινηματογραφικό χαρακτήρα και θα τον έκανε αληθινό. Ο Μάρλον Μπράντο, που υπήρξε μαθητής και στενός συνεργάτης τού Ελία Καζάν, γράφει στην αυτοβιογραφία του:

Ένας από τους λόγους που ο Γκατζ (ψευδώνυμο του Καζάν) ήταν πολύ καλός σκηνοθέτης για τους ηθοποιούς ήταν επειδή μπορούσε να χειρίζεται τα ανθρώπινα συναισθήματα. Προσπαθούσε να ανακαλύψει τα πάντα για τους ηθοποιούς του και συμμετείχε συναισθηματικά σε όλες τις σκηνές. Σε πλησίαζε πριν έρθει η σειρά σου και σου έλεγε κάτι για να ξυπνήσει μέσα σου τα κατάλληλα συναισθήματα για τη σκηνή που θα γύριζες.[1]

Έχοντας αποκτήσει από τα επιμορφωτικά σεμινάρια το θεωρητικό υπόβαθρο, αποφάσισα να βγάλω το ξεχασμένο πουκάμισο από την ντουλάπα μου και να το φορέσω με αυτοπεποίθηση. Οι συζητήσεις με τη φίλη ποιήτρια Μαρία Τοπάλη στάθηκαν για μένα η κινητήρια δύναμη. Αρχίσαμε να συζητάμε για ποιήματα χωρίς την αγωνία της σωστής ερμηνείας. Με την καθοδήγησή της δεν με ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο ποιητής, αλλά πώς ένιωσα, τι θυμήθηκα και σε ποια χαραμάδα μου εισχώρησε το ποίημα. Μέσα από αυτές τις συζητήσεις ανακάλυψα τη δική μου μαντλέν, τον κινηματογράφο. Την τέχνη η οποία μιλάει στην ψυχή μου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή τέχνης και την παρακολουθώ από πολύ μικρή. Οι λέξεις του ποιήματος σχημάτιζαν εικόνες που τις είχα ξαναδεί σε μια οθόνη. Μέσα στους «ήρωες» ενός ποιήματος αναγνώριζα κινηματογραφικούς ήρωες. Χωρίς να το καταλάβω, οι συζητήσεις διαπέρασαν τη θωράκιση που είχα αποκτήσει από τη σχολική τάξη. Οπότε, σταμάτησα να αναρωτιέμαι τι θέλει να πει ο ποιητής και άρχισα να ψάχνω πού βρίσκεται το σημείο συνάντησης ανάμεσα σε μένα και στο ποίημα. 

Έτσι, διαβάζοντας ένα αυτοτελές απόσπασμα από το ποίημα της σπουδαίας βρετανίδας ποιήτριας Άλις Όσβαλντ (Alice Oswald) «Μνημείο πεσόντων»[2], αναγνώρισα στον Έκτορα τον Αταίριαστο του Κόπολα. Περπατώντας στο βουνό με τον Σεφέρη ένα «Ωραίο φθινοπωρινό πρωινό», ποίημα από το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α’, τα φώτα έσβησαν και ξαναείδα μπροστά μου τη Μέρα της Μαρμότας.

Στις συζητήσεις μας για το ποίημα της Λουίζ Γκλυκ «Καθιστή Μορφή», από την ποιητική συλλογή Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα[3], συνάντησα ξανά τον καθισμένο σε αναπηρικό καροτσάκι ήρωα του Χίτσκοκ στην ταινία Ο σιωπηλός μάρτυρας.

Όταν διαβάσαμε παρέα το ποίημα «Εικασίες σχετικές με το θέμα του Βαραββά»[4], ξαναήρθαν στην επιφάνεια τα συναισθήματα που μου δημιούργησε η ταινία Jesus Christ Superstar.

Είναι πολύτιμες οι συζητήσεις με αγαπημένες φίλες και δεινές αναγνώστριες. Συναισθήματα και εντυπώσεις που δημιουργούσε ένα ποίημα, αλλά φώλιαζαν στο περιθώριο της συνείδησης, παίρνουν σάρκα και οστά και τις βλέπουμε μπροστά μας.

 

 

Ένα μάθημα

Η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πλησίασα την ποίηση δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο της ανάγνωσης, αλλά επηρέασε αποφασιστικά τη μέθοδο διδασκαλίας μου στην τάξη με τους ενήλικους αλλοδαπούς σπουδαστές μου. Στο μάθημα όπου δουλέψαμε την πρώτη στροφή από το  τραγούδι/ποίημα του Διονύση Σαββόπουλου Δημοσθένους λέξις απέφυγα συνειδητά την ερώτηση τι θέλει να πει ο ποιητής και δημιούργησα ένα χώρο όπου ο κάθε σπουδαστής και η κάθε σπουδάστρια μπορούσε να καταθέσει τη δική του/της εμπειρία, τις δικές του/της εικόνες και τα δικά του/της συναισθήματα. Παραθέτω την πρώτη στροφή:

Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κανείς δεν θα με περιμένει

Οι δρόμοι θα’ ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη.

Τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι

Αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή.

Η ερώτηση που έκανα ήταν απλή: Τι λειτούργησε σαν φυλακή για εσάς και γιατί;

Οι απαντήσεις ήρθαν αμέσως. Αυτές που επέστρεφαν ξανά και ξανά, διατυπωμένες διαφορετικά κάθε φορά, ήταν δύο: η οικογένεια και η γνώμη των άλλων.

Η οικογένεια: Η περίφημη φράση είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια κρύβει προσεκτικά μια νοσηρή κατάσταση. Κανένας από εμάς δεν είναι έτοιμος να αποχωριστεί κανέναν. Η υπερβολική προστασία δεν επιτρέπει σε κανένα μέλος της οικογένειας να βγει στον έξω κόσμο και να στραβοπατήσει. Να έρθει αντιμέτωπος με μοναξιά, απογοήτευση, με συγκρούσεις εσωτερικές και εξωτερικές. Η οικογένεια είναι πάντοτε εκεί για να βάλει τσιρότο σε κάθε πληγή, με αποτέλεσμα να μην κοπεί ποτέ ο ομφάλιος λώρος.

Τι θα πουν οι άλλοι: Όταν η ανάγκη για αποδοχή, που ώς ένα βαθμό είναι φυσιολογική, γίνεται εμμονή, σε κάθε κοινωνική επαφή βρισκόμαστε υπό κρίση, κάθε συναναστροφή γεννά άγχος. Είναι αυτό το αόρατο βλέμμα των άλλων που υψώνει κάγκελα γύρω σου και χωρίς να το καταλάβεις γίνεσαι έγκλειστος με τη θέλησή σου.

Ακούγοντάς τους αισθάνθηκα ότι το ποίημα είχε κάνει τη δουλειά του. Δεν υπήρχε η παραμικρή ανάγκη να εξηγήσουμε τίποτε άλλο. Αυτή η στροφή είχε ανοίξει χώρο για όλους και ο καθένας από εμάς μπορούσε να φέρει την αποσκευή του.

Κι αυτό επειδή ούτε εμένα, ως δασκάλα, με ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο Διονύσης Σαββόπουλος. Έτσι κατάλαβα τι εννοούσε ο Eλία Καζάν όταν έγραψε:

Δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει η αντίδραση του σκηνοθέτη με την πρόθεση του συγγραφέα. Το πρώτο ερώτημα του σκηνοθέτη όταν προσεγγίζει ένα σενάριο δεν είναι ποια ήταν η πρόθεση του συγγραφέα, αλλά ποια είναι η δική του αντίδραση ως ανεξάρτητου καλλιτέχνη σ’ αυτό.[5]



[1] Μάρλον Μπράντο, Τραγούδια που μου έμαθε η μητέρα μου, μτφρ. Σοφία Ανδρεοπούλου και Δάφνη Βούβαλη (Αθήνα: Νέα Σύνορα - Εκδοτικός  Οργανισμός Λιβάνη, 1994), σ. 238.

[2] Κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά από τις εκδόσεις Μελάνι (2018).

[3] Louise Gluck, Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Στερέωμα, Αθήνα 2022.

[4] Zbigniew Herbert, Τιμές στον μικρό θεό της ειρωνείας, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Πατάκη, Αθήνα 2017, σ. 95.

[5] Ελία Καζάν, Για τη σκηνοθεσία, μτφρ. Νίνα Μπούρη, Πατάκη, Αθήνα 2018, σ. 29.

06 Ιουλίου 2026
 Andy Morffew

Είναι η ηγέτις δύναμη της Δύσης μια μεγάλη βελανιδιά; Αν κοιτάξεις το βιβλίο του Χάουαρντ Ζιν, Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών (1980), αλλά και το βιβλίο του Paul Johnson, A History of the American People (1997 – για να το γράψει χρειάστηκαν 32 χρόνια!), θα πεις πως ναι, είναι ένα τρανό δέντρο. 

Ακόμη και η απαρχή του αμερικανικού κράτους φέρει μέσα του μια παράξενη μείξη πειθαρχίας και υπερβολής. Η Αμερική χτίστηκε, θα έλεγα, από λειτουργικούς αλκοολικούς (functional alcoholics). Ο πρόεδρος Τζορτζ Ουάσιγκτον επέλεξε, τότε, ένα λογαριασμό εξόδων αντί για ένα μισθό. Και έτσι, χρέωνε τη Madeira –ένα «ενισχυμένο» κρασί–, που του άρεσε τόσο πολύ να πίνει, στο έθνος. Έπιναν αρκετά, αλλά ταυτόχρονα φρόντισαν να ξεκινήσει η χώρα με δυναμική, γνώση και φιλοδοξία. Με τα χρόνια, οι ΗΠΑ αγόρασαν τη Λουιζιάνα από τη Γαλλία το 1803 –αγορά σταθμός– και την Αλάσκα από τη Ρωσία το 1867 – σε αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως το χειρότερο real estate deal στην ιστορία, για τους Ρώσους φυσικά.

Έτσι, ως Ευρωπαίος, τώρα Αμερικανός, που έχει κάνει το Μπρούκλιν γειτονιά του και το σπίτι του στο New Haven, νιώθω περήφανος και αισιόδοξος καθώς η Αμερική γιορτάζει τα 250ά της γενέθλια, αν και όχι χωρίς ανησυχία. Με τα χρόνια, έχω αρχίσει να βλέπω την Αμερική ως κάτι περισσότερο από μια χώρα. Είναι μία ιδέα που δεν σταματά να επανεφευρίσκει τον εαυτό της. Καλωσορίζει ανθρώπους –το έκανε περισσότερο στο παρελθόν– από παντού και τους ζητά να γίνουν αναπόσπαστο μέρος του κοινωνικού της ιστού. Αν η Αμερική δεν υπήρχε, θα έπρεπε κάπως να την εφεύρουμε. Η ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων και λαών κάτω από τους ίδιους νόμους είναι άκρως σημαντική.

Αρκεί, για να κατανοήσεις τη σύγχρονη Αμερική, να περπατήσεις στους δρόμους του Μανχάταν που κρύβουν το φως οι ουρανοξύστες; Όχι! Αρκεί να γνωρίζεις πως υπάρχει η Αμερική που είναι εναντίον της οπλοκατοχής και του ρατσισμού, όπως υπάρχει και αυτή που είναι υπέρ και των δύο; Πάλι όχι! Για να καταλάβεις την Αμερική πρέπει να δεις μερικά γουέστερν. Η Αμερική είναι ακόμη «a limited Far West» θα έλεγα λίγο εκκεντρικά, και πρέπει να μάθεις να πυροβολείς γρηγορότερα και από τη σκιά σου για να επιβιώσεις. Πώς όμως η Άγρια Δύση έγινε η Αμερική που εκλέγει πρόεδρο με το Κολέγιο των Εκλεκτόρων; Το Κολέγιο αυτό που είναι ένα «βαρύ κληροδότημα» της εποχής της δουλείας, και όχι μόνο. Η ιστορική διαδικασία ήταν αιματηρή. Μα οδήγησε στο να έχουμε δημοκρατική παράδοση που δεν έχει άλλο προηγούμενο στην παγκόσμια ιστορία, και διαρκεί 250 ολόκληρα χρόνια.

Η Αμερική σίγουρα έχει και μερικά προβλήματα, από την πολιτική πόλωση και τη φτώχεια μέχρι τις έντονες διαιρέσεις. Μα φτώχεια στην Αμερική; «Οι σιταποθήκες ήταν γεμάτες και τα παιδιά των φτωχών μεγάλωναν ραχιτικά» γράφει ο Τζον Στάινμπεκ στα Σταφύλια της Οργής (1939). Η φτώχεια είναι και ίδιον του καπιταλισμού. Αμερικανοί πρόεδροι, κυρίως τα τελευταία χρόνια, έχουν συμπεριφερθεί σαν «Demolition Boys». Ταυτόχρονα, ο θεσμός του προέδρου είναι φορτισμένος με δόξα και μπορεί κάποιος να εκλεγεί πρόεδρος επειδή «η τιμή των αβγών» ανέβηκε πολύ. (Ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου πρέπει να ευχαριστεί τα ταπεινά αυγά.) Αλλά δεν πιστεύω ότι ένα έθνος πρέπει να κρίνεται μόνο από τις κακές στιγμές του. Επίσης, Αμερική δεν είναι μόνο οι Αμερικανοί εν ζωή, αλλά και εκείνοι που έζησαν πριν από εμάς. Οι γενιές που έχτισαν τη χώρα και την υπερασπίστηκαν. Υπό κάποια έννοια, τα νεκροταφεία της είναι ιεροί τόποι.

Η Αμερική δεν γεννήθηκε μόνο από ισχυρές ιδέες, αλλά και από τη σύγκρουση με τους Ινδιάνους που ζούσαν σε αυτά τα χώματα για χιλιάδες χρόνια. Οι αρχηγοί των Ινδιάνων και τα μικρά παιδιά τους στολίζονταν με φτερά πουλιών... Και έτσι, από το 1782, το εθνικό σύμβολο των ΗΠΑ έγινε ο φαλακρός αετός (bald eagle). Ταυτόχρονα, με τα χρόνια, ο αετός αυτός και μερικές φράσεις όπως: «Life, Liberty, and the pursuit of Happiness», «We the People», «God Bless America», «The American Dream», «In God We Trust» έχουν γίνει μέρος του παγκόσμιου φαντασιακού.

Αυτή η επέτειος δείχνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ταυτόχρονα αναντικατάστατες και βαθιά αντιφατικές. Είναι ακόμη το κεντρικό πείραμα της σύγχρονης δημοκρατίας, διαμορφώνοντας τον κόσμο μέσω της δύναμής τους, του πολιτισμού και της καινοτομίας τους, και όμως είναι, όλο και συχνότερα πιο ανίκανες να καλύψουν τις εσωτερικές τους ρωγμές. Απ’ έξω δεν μοιάζει πλέον με μοντέλο προς αντιγραφή, αλλά με μια χώρα σε διαρκή τριβή με τον εαυτό της. Παρατηρώ ένα έθνος που εξακολουθεί να ηγείται του κόσμου, αλλά και να εκθέτει πιο ανοιχτά τα όρια και τις αντιφάσεις της δικής του επιτυχίας. Θα μπορούσα επίσης να πω ότι η ιδιοφυΐα των ΗΠΑ και η ιδρυτική τους αυτοπεποίθηση χρειάζονται τον υπόλοιπο κόσμο τώρα περισσότερο από ποτέ.

Το «σύνδρομο του Ντιτρόιτ» (κάποτε άκμαζε, με ουκ ολίγες αυτοκινητοβιομηχανίες και μεγάλες εργοστασιακές μονάδες, αλλά σήμερα, το διαδέχθηκε η παρακμή με φτώχεια, εγκληματικότητα και ανεργία) και να μετατραπεί ολόκληρη η Αμερική σε ένα απέραντο Ντιτρόιτ, ή ακόμη, και να πέσει εκ των έσω όπως άλλοτε η ΕΣΣΔ, είναι μία πιθανότητα. Αλλά αυτό μάλλον έχει να κάνει με έναν ευσεβή πόθο των εχθρών της Αμερικής, παρά με την πραγματικότητα. Παρά τις επιμέρους πληγές, παρά τις έντονες κοινωνικές ανισότητες, η Αμερική έχει γερά δόντια και δεν θα παραδώσει τα σκήπτρα στην Κίνα.

Πιστεύω ότι η ιστορία δεν είναι κάτι που κληρονομούμε μία φορά, είναι κάτι που κάθε γενιά καλείται να συνεχίσει. Η Αμερική είναι περισσότερο συνεχής διαδικασία παρά χώρα. Στα 250 χρόνια της, επιλέγω την ελπίδα. Μια χώρα που ζει συνεχώς σαν να βρίσκεται ακόμη στην αρχή της, μα εκ γενετής κοιτάει στα αστέρια. Σαν μια μεγάλη βελανιδιά, η Αμερική έχει αντέξει πολλές καταιγίδες, και πιστεύω ότι οι βαθιές της ρίζες είναι ακόμα παντοδύναμες ώστε να την οδηγήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον, όχι μόνο για τους πολίτες της, μα για όλους. Κάτω από τη σκιά της βελανιδιάς, που έχει γενέθλια, έχουν ξαποστάσει εκατομμύρια μετανάστες...

Εδώ, ξεκινάει και θα ξεκινάει το μέλλον που νυχθημερόν ετοιμάζει ο αμερικανικός λαός. 250 χρόνια μετά το 1776, αυτή είναι η μεγάλη βελανιδιά της Δύσης!

ΥΓ. Όπως σημείωσα σε ένα άλλο κείμενό μου για την Επέτειο της Ανεξαρτησίας και για την προσφορά των ΗΠΑ στον παγκόσμιο πολιτισμό, από εδώ εφευρέθηκαν ή αναπτύχθηκαν: το αεροπλάνο, το ίντερνετ, η λάμπα, το τηλέφωνο, η πιστωτική κάρτα, το smartphone, το GPS, η Coca-Cola, ο προσωπικός υπολογιστής, τα social media, το WiFi, η τεχνητή νοημοσύνη (AI), το air conditioning, οι ακτίνες Χ, το μπέργκερ, ο ανελκυστήρας, ο ουρανοξύστης με ατσάλινο σκελετό (steel frame skyscraper) και τόσα άλλα καλά. Μα όλα αυτά δεν έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο που οι άνθρωποι σήμερα ζουν και επικοινωνούν; 

06 Ιουλίου 2026
Σελίδα 7 από 172