Σύνδεση συνδρομητών

Μια κραυγαλέα εσωτερική αντίφαση του Συντάγματός μας

Πέμπτη, 05 Φεβρουαρίου 2026 00:23
2015, Θεσσαλονίκη. Οπαδοί του Όχι στο δημοψήφισμα του 2015 διαδηλώνουν μερικές ημέρες πριν από το Δημοψήφισμα. Το Σύνταγμα δεν επιτρέπει στον Πρόεδρο ούτε διάγγελμα, ακόμα κι όταν εκείνος υπέθετε ότι η χώρα βαδίζει στην καταστροφή.
Φωτογραφία αρχείου
2015, Θεσσαλονίκη. Οπαδοί του Όχι στο δημοψήφισμα του 2015 διαδηλώνουν μερικές ημέρες πριν από το Δημοψήφισμα. Το Σύνταγμα δεν επιτρέπει στον Πρόεδρο ούτε διάγγελμα, ακόμα κι όταν εκείνος υπέθετε ότι η χώρα βαδίζει στην καταστροφή.

Ο πρωθυπουργός δημοσιοποίησε, στις αρχές Φεβρουαρίου, την πρότασή του για τα συνταγματικά πεδία που, κατά την κρίση του, χρήζουν αναθεώρησης. Αυτά είναι το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, το αρ. 16 περί ανώτατης παιδείας , το αρ. 103 που αφορά το καθεστώς μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, το άρ.30 περί θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας και το άρθρο 90 το σχετικό με τον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Ετέθη επίσης το θέμα ενός συνταγματικού «φρένου χρέους», που  θα αποτρέπει δημοσιονομικούς εκτροχιασμούς.

Ήδη ασκείται κριτική όσον αφορά τη σκοπιμότητα και την ευστοχία της επιλογής των πεδίων τα οποία προτείνει ο πρωθυπουργός προς αναθεώρηση.

Κατά τη γνώμη μας, εφόσον οι συνταγματικοί όροι (πενταετία από την ολοκλήρωση της προηγούμενης αναθεώρησης) πληρούνται, δύσκολα μπορεί να σταθεί κριτική για τη σκοπιμότητα της αναθεώρησης.

Κριτήριο σχετικά με αυτήν όσο και σχετικά με την ουσία των αναθεώρησης δεν μπορεί παρά να είναι η πολιτική εμπειρία της ιστορικής περιόδου που διανύουμε.

Πράγματι, δεν μπορεί  να αμφισβητηθεί ότι για όλα (ή σχεδόν όλα) τα παραπάνω άρθρα αμφιβολίες περί του τι είναι συνταγματικά ασφαλές ή κοινωνικοπολιτικά επιθυμητό έχουν τεθεί στον δημόσιο διάλογο.

Αναφέροντας εν πρώτοις το αρ. 86, τόσο η υπόθεση Νοβάρτις όσο και εφαρμογή του στις υποθέσεις των Τεμπών, των υποκλοπών, της κακοδιαχείρισης των αγροτικών επιδοτήσεων συνιστούν ισχυρές ενδείξεις ότι είναι μεν προφανώς ατελές και αφήνει περιθώρια για κλονισμό της εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης σε ό,τι αφορά την ορθή απονομή δικαιοσύνης όταν πολιτικά πρόσωπα εμπλέκονται, αλλά και η πλήρης κατάργησή του δεν ενδείκνυται, αν θέλουμε να μην οδηγηθούμε σε καταστάσεις μετατροπής των πολιτικών αντιπαλοτήτων σε ατέρμονες ποινικές συγκρούσεις και εκκρεμότητες, στη λογική “κάνε εσύ δίωξη, και ας πάνε παρακάτω να απαλλαγούν”.

Παρομοίως, και σε ό,τι αφορά το αρ. 16, έχει γίνει σαφές ότι η αμφισβήτηση του αν είναι αρκετή ή όχι  η μέσω ερμηνείας του ευρωπαϊκού δικαίου λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, είναι απαραίτητο να παύσει.

Ομοίως, η σύνδεση αξιολόγησης και υπηρεσιακού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων έχει τεθεί στον δημόσιο διάλογο ιδίως μετά τη νέα νομοθεσία περί αξιολόγησης αυτών, τις αντιδράσεις και τις δυσχέρειες εφαρμογής. Επίσης δυνατές φωνές υπέρ ενός τρόπου ανάδειξης της ηγεσίας της δικαιοσύνης που να μην είναι αποκλειστική εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου, έχουν ακουστεί.

Τέλος είναι περιττή η οποιαδήποτε αναφορά στη χρησιμότητα ενός μελετημένου φρένου στη δημοσιονομική επέκταση, γνωστού όντος σε τι κινδύνους  μας έβαλε ο αλόγιστος δανεισμός για κατανάλωση στις αρχές του αιώνα μας. Τέτοιο φρένο όμως πρέπει να τεθεί και στην ανατροπή της γενικής (όχι ατομικών περιπτώσεων) δημοσιονομικής πολιτικής από τα δικαστήρια.

 

Ένα πολίτευμα αρρύθμιστο

Η παρούσα τοποθέτηση όμως, θα επικεντρωθεί όχι σε αυτά που έχουν περιληφθεί με μικρότερη ή μεγαλύτερη θεμελίωση στην εμπειρία στην πρωθυπουργική πρόταση, αλλά σε μία πολύ ορατή και ισχυρά θεμελιωμένη σε πρόσφατα μεγάλα γεγονότα του δημοσίου μας βίου απουσία από αυτήν.

Πρόκειται για την απουσία αναφοράς στις κατ΄ουσίαν δυνατότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, να λειτουργήσει ως ασφαλιστική δικλείδα αποτροπής επικίνδυνων καταστάσεων, όταν το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα, που έχει ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό τον πρωθυπουργοκεντρισμό, αδυνατεί  να παράγει λύσεις ή και οδηγεί σε δυνητικά καταστροφικές εξελίξεις. Η πρόσφατη περίοδος της πολιτικοοικονομικής κρίσης της χώρας, από το 2007-8 ως και το 2015 έδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η έλλειψη μιας τέτοιας δικλείδας είναι υπαρκτή. Η χώρα υπερχρεώθηκε και εκτροχιάστηκε δημοσιονομικά  με ελλείμματα της τάξης του 15% και κανείς δεν μπορούσε να αντιταχθεί θεσμικά στην πολιτική του «άσ’ το γι΄αργότερα». Το 2015, μια «διαπραγμάτευση» με ολοφάνερα χαρακτηριστικά πορείας προς τον γκρεμό με κομμένα φρένα, κατέληξε σε ένα παράνομο και αντισυνταγματικό αυτοκτονικής λογικής δημοψήφισμα, με κανένα θεσμό να έχει συνταγματική εξουσία για να αντιταχθεί στην συγκεντρωμένη στα χέρια του αρχηγού της πλειοψηφίας πρωθυπουργού δύναμη.

Όλα αυτά έγιναν γιατί η μεταρρύθμιση του 1986, που φέρει τη σφραγίδα του Ανδρέα Παπανδρέου, διαμόρφωσε ένα συνταγματικό καθεστώς  «εσωτερικής αντίφασης», ένα πρωθυπουργοκεντρικό πολίτευμα χωρίς αντίβαρα.

Εξηγούμαι: Η πρώτη,  ουσιαστικά εμπεριέχουσα όλες τις επόμενες ως επεξηγήσεις της, διάταξη του άρ. 30 του Σ., αναφέρει, λιτά και απόλυτα,  ότι «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος».  Όλα τα άρθρα που ακολουθούν (το ίδιο το 30 ώς και το 50), τα οποία αναφέρονται στον προεδρικό θεσμό, θα όφειλαν να εξειδικεύουν αυτόν τον βαρύνοντα κατηγορηματικό ορισμό, ή τουλάχιστον να μην τον καθιστούν κενό νοήματος. Και πράγματι, στο αρχικό σύνταγμα του 1975 αυτό γινόταν: ο πρόεδρος διέθετε αποτελεσματικά εργαλεία για να επέμβει στις πολιτικές εξελίξεις όταν αυτές, κατά την κρίση του, λάμβαναν χαρακτηριστικά κοινοβουλευτικού αδιεξόδου, εθνικής κρίσης ή ακόμη και «προφανούς δυσαρμονίας» της σύνθεσης της Βουλής με το λαϊκό αίσθημα. Μεταξύ αυτών η δυνατότητα παύσης της κυβέρνησης, η σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου υπό την προεδρία του Προέδρου, η διάλυση της Βουλής, το διάγγελμα χωρίς προσυπογραφή του πρωθυπουργού.

Οι εξουσίες αυτές, που πάντως, στην δεκαετία που ίσχυσαν, δεν χρησιμοποιήθηκαν, επικρίθηκαν ως «υπερεξουσίες».

Πλην όμως, με τη μεταρρύθμιση του 1985, φθάσαμε στο άλλο άκρο, μια κατάσταση που βάσιμα μπορεί να χαρακτηριστεί, όπως προείπαμε, «εσωτερική αντίφαση» του Συντάγματος. Ο πρόεδρος όχι μόνο δεν μπορεί να κάνει τίποτα από τα παραπάνω πλέον, αλλά ούτε καν να μιλήσει στο λαό, χωρίς προσυπογραφή του πρωθυπουργού.  Συνεχίζει όμως να φέρει, αν και βουβό πρόσωπο με μόνο επικυρωτικές εξουσίες, τον βαρύγδουπο τίτλο του «ρυθμιστή του πολιτεύματος». Στην πράξη δηλαδή, το πολίτευμα στερείται οποιουδήποτε θεσμικού αντίβαρου στην πανίσχυρη πρωθυπουργική εξουσία, παρότι το Σύνταγμα αναγνωρίζει και η ιστορία επιβεβαιώνει την πιθανότητα περιστάσεων που απαιτείται «ρυθμιστής». Τι ρυθμιστής όμως είναι αυτός με δεμένα τα χέρια και φιμωμένο το στόμα; Με την αδυναμία του μάλιστα να επιτείνεται μετά την τελευταία μεταρρύθμιση του 2019, που προβλέπει στην περίπτωση μη εκλογής προέδρου στις πρώτες δύο ψηφοφορίες να εκλέγεται αυτός με απλή πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Αυτό σημαίνει ότι και το έσχατης ανάγκης μη ρητά προβλεπόμενο αλλά ντε φάκτο υπαρκτό, όπλο του προέδρου για να αποτρέψει βαριά επικίνδυνες για τη λειτουργία του πολιτεύματος εξελίξεις, η παραίτηση, που συνεπαγόταν εμμέσως διάλυση της Βουλής, χάνεται.

«Δεν τα έβγαλε πάντα πέρα» το Σύνταγμά μας

Λένε πολλοί ότι το σύνταγμά  μας, όπως διαμορφώθηκε, «καλά τα έβγαλε πέρα» τα 51 χρόνια της εφαρμογής του. Διαφωνώ. Ούτε την αλόγιστη δημοσιονομική επέκταση απέτρεψε, ούτε το αυτοκτονικής λογικής και βαριά πληρωμένο δημοψήφισμα του 2015.

Αυτό διότι ο θεσμός - αντίβαρο στην πρωθυπουργική θεσμική και πραγματική υπερεξουσία, ο «ρυθμιστής», δεν είχε κανένα συνταγματικά προβλεπόμενο εργαλείο, ούτε καν ένα έκτακτης ανάγκης διάγγελμα, για να πατηθεί κάποιου είδους φρένο στην πορεία προς τον γκρεμό.

Επιπλέον, σήμερα, με τη χώρα να είναι κατά μια γνωστή διατύπωση «μη διακυβερνήσιμη» λόγω του κατακερματισμού των πολιτικών δυνάμεων αλλά και της ενίσχυσης στα όρια του 40 με 50% των εκλογέων (!) των αυτοκαλούμενων «αντισυστημικών», η ανάγκη αντίβαρων και θεσμών με πραγματική ρυθμιστική ισχύ είναι προφανής.

Δεχόμαστε ότι μια επιστροφή στις ρυθμίσεις του 1975 για τον προεδρικό θεσμό δεν είναι ούτε πολιτικά εφικτή και πιθανότατα μη επιθυμητή, οφείλουμε όμως να αναγνωρίσουμε ότι η «εσωτερική αντίφαση» του Συντάγματός μας ως προς την ρύθμιση του πολιτεύματος πρέπει, σε κάποιο βαθμό, να αντιμετωπιστεί.

Για το πώς θα γίνει αυτό μπορεί να γίνει ασφαλώς συζήτηση και οι ειδικότεροι συνταγματολόγοι να προτείνουν τεχνικά άρτιες προτάσεις. Οι σκέψεις όμως που άμεσα έρχονται στο μυαλό είναι η χορήγηση τουλάχιστον στον πρόεδρο εξουσίας διαγγέλματος χωρίς προσυπογραφή πρωθυπουργού, η ουσιαστική συμμετοχή του στην ανάδειξη της ηγεσίας της δικαιοσύνης, η αρμοδιότητα άρσης των αδιεξόδων στην ανάδειξη των ηγεσιών των Ανεξαρτήτων Αρχών και η πρόβλεψη σύμφωνης γνώμης του για την προκήρυξη δημοψηφίσματος.

Πρόκειται, ασφαλώς, για πολύ μικρότερης ισχύος αρμοδιότητες από αυτές που του χορηγούσε το Σ. του 1975 αλλά είναι εξουσίες υπαρκτές, ιδίως αυτή του διαγγέλματος.

Θα μπορεί, τουλάχιστον, ο Πρόεδρος να κτυπήσει την καμπάνα του κινδύνου όταν αυτός πλησιάζει, να μιλήσει ως υπεράνω των κομματικών ανταγωνισμών, είτε το θέλει είτε όχι ο πανίσχυρος πρωθυπουργός, που δεν παύει όμως να ενεργεί και ως κομματικός ηγέτης.

Είναι αναγκαίο η συζήτηση για την αναθεώρηση να περιλάβει και αυτήν την ουσιώδη διάσταση σε ό,τι αφορά το θεσμό του Προέδρου, πολύ περισσότερο πάντως ουσιώδη από το μήκος ή τον αριθμό των θητειών του. Τόσο το πρωτοφανώς ασταθές εξωτερικό περιβάλλον όσο και η απειλητική άνοδος του «αντισυστημισμού» κάνουν αυτή την ανάγκη ολοφάνερη.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.