Από την αγορά στην πολιτική ένωση
Η βρετανική ένταξη στην ΕΟΚ το 1973 υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, ένα εγχείρημα οικονομικού ρεαλισμού: πρόσβαση σε αγορές, ελεύθερο εμπόριο, αντιστάθμισμα στη μεταπολεμική παρακμή. Η υπόσχεση ήταν μια «μεγάλη αγορά», όχι μια πολιτική ένωση. Το Μάαστριχτ αμφισβήτησε ευθέως αυτή την υπόσχεση, καθώς σήμαινε ένα ποιοτικό άλμα: δημιουργία της ΕΕ, θεσμοθέτηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, ανάδειξη κοινής εξωτερικής πολιτικής, ενίσχυση της ευρωπαϊκής δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας. Για τους ευρωσκεπτικιστές, αυτή ήταν η στιγμή που η Κοινότητα έπαψε να είναι λέσχη κρατών και έγινε προθάλαμος υπερεθνικού κράτους.
Ο Τζον Μέιτζορ, διάδοχος της Θάτσερ, προσπάθησε να βαδίσει σε τεντωμένο σχοινί: να κρατήσει τη Βρετανία «στην καρδιά της Ευρώπης», όπως έλεγε, χωρίς να παραδώσει τα σύμβολα της κυριαρχίας που ζητούσαν να διατηρηθούν το κόμμα και η κοινή γνώμη. Η διαπραγματευτική του στρατηγική κατέληξε στα περίφημα opt-outs: εξαίρεση από το ενιαίο νόμισμα και από το Κοινωνικό Πρωτόκολλο (Social Chapter), που συνδεόταν με δικαιώματα εργαζομένων και κοινωνική πολιτική. Στα χαρτιά, επρόκειτο για «βρετανική νίκη»· στην πολιτική πράξη, όμως, άνοιγε μια εποχή παρατεταμένης εσωκομματικής σύγκρουσης.
Οι «Maastricht rebels», μια μικρή αλλά ανυποχώρητη ομάδα Συντηρητικών βουλευτών, μετέτρεψαν την επικύρωση της Συνθήκης σε μακροχρόνια πολιορκία της κυβέρνησης. Με δεδομένη τη μικρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Μέιτζορ, οι περίπου είκοσι-τριάντα αντάρτες μπορούσαν να μπλοκάρουν κρίσιμες ψηφοφορίες, συμπράττοντας με την αντιπολίτευση. Η αντίστασή τους δεν ήταν απλώς τεχνική· εξέφραζε μια βαθιά ιδεολογική απόρριψη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που αντλούσε στήριξη από τη ρητορική της Θάτσερ και την παλαιότερη αντίθεση στην ίδια την ένταξη στην ΕΟΚ.
Η κορύφωση ήρθε το 1993, όταν η κυβέρνηση, έχοντας ηττηθεί σε ψηφοφορία για το πρωτόκολλο κοινωνικής πολιτικής, μετέτρεψε την έγκριση της συμφωνίας σε ψήφο εμπιστοσύνης. Ήταν μια στιγμή ωμής πολιτικής πίεσης: ο Μέιτζορ, ουσιαστικά, είπε στους αντάρτες ότι αν δεν υπαναχωρούσαν, θα οδηγούσε τη χώρα σε πρόωρες εκλογές, με κίνδυνο να χάσουν όχι μόνο το Μάαστριχτ αλλά και την εξουσία. Τυπικά, ο πρωθυπουργός κέρδισε — η Συνθήκη επικυρώθηκε, η κυβέρνηση επιβίωσε. Ουσιαστικά, όμως, είχε εισαχθεί μόνιμα στο DNA των Συντηρητικών μια κουλτούρα εσωκομματικής ανταρσίας πάνω στο ευρωπαϊκό ζήτημα.
Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πολιτικές διαδρομές που γέννησε η εποχή του Μάαστριχτ ήταν εκείνη ενός τότε ανώνυμου χρηματιστή, του Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος εγκατέλειψε το Συντηρητικό Κόμμα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη Συνθήκη και αργότερα θα γινόταν το πρόσωπο του UKIP και της καμπάνιας υπέρ του Brexit.]
Μακρά σκιά: από το Social Chapter μέχρι το Brexit
Η κληρονομιά του Μάαστριχτ στη βρετανική πολιτική δεν εξαντλήθηκε στην τρικυμία των χρόνων του Μέιτζορ. Η διαχείριση των opt-outs, ιδίως στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής, σημάδεψε και τις επόμενες κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση Μπλερ, με την αυτοπεποίθηση της μεγάλης εκλογικής νίκης του 1997, προχώρησε σε άρση της εξαίρεσης από το Social Chapter, ενσωματώνοντας μεγάλο μέρος της «ευρωπαϊκής» κοινωνικής ατζέντας. Την ίδια στιγμή, όμως, επέλεξε να μην υιοθετήσει το ευρώ, παρότι ρητορικά δήλωνε ανοιχτή στο ενδεχόμενο, υπό «οικονομικές προϋποθέσεις».
Το αποτέλεσμα ήταν μια ιδιότυπη ισορροπία: η Βρετανία συμμετείχε στην εσωτερική αγορά και στη θεσμική αρχιτεκτονική της ΕΕ, αλλά κρατούσε απόσταση από τον νομισματικό πυρήνα και διατηρούσε, σε επίπεδο πολιτικού λόγου, την ιδέα ότι μπορούσε πάντα να σταματήσει ένα βήμα πριν από την «ομοσπονδοποίηση». Η απόσταση αυτή, αντί να εκτονώσει τις εντάσεις, τροφοδότησε την αίσθηση ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι κάτι στο οποίο η χώρα βρίσκεται μόνιμα «με το ένα πόδι έξω».
Αν κοιτάξει κανείς τη διαδρομή μέχρι το 2016, θα δει ότι πολλά επεισόδια της βρετανικής πολιτικής κρίσης —από τις εσωκομματικές εξεγέρσεις επί Κάμερον για τη Συνθήκη της Λισαβόνας έως την εμμονή σε διαρκείς «επανεξισορροπήσεις» της σχέσης με την ΕΕ— πατούν πάνω στο προηγούμενο του Μάαστριχτ: η Ευρώπη ως πρόβλημα που «λύνεται» μέσω εξαιρέσεων, ιδιαιτεροτήτων και διαρκών διαπραγματεύσεων. Θα έλεγε κανείς πως η Βρετανία ποτέ δεν αποφάσισε αν ήθελε να είναι πραγματικά εντός ή πραγματικά εκτός αυτού του πολιτικού χώρου.
Η πολιτική ταυτότητα σε κρίση
Πίσω από τις θεσμικές λεπτομέρειες κρύβεται ένα βαθύτερο ζήτημα: η βρετανική πολιτική ταυτότητα. Για σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης, η ιδέα μιας «πολιτικής Ευρώπης» ερχόταν σε σύγκρουση με την αυτοεικόνα μιας χώρας που είχε οικοδομήσει τη δύναμή της ως παγκόσμια ναυτική και αυτοκρατορική δύναμη, με κοινοβουλευτική κυριαρχία και ισχυρή, σχεδόν μυθική, συνταγματική ιδιοτυπία. Η αφήγηση για «ανάκτηση του ελέγχου» (take back control), που κυριάρχησε το 2016, έχει το πρόπλασμά της στις συζητήσεις του 1992–93 για το κατά πόσον το Μάαστριχτ «δέσμευε» ανεπιστρεπτί τη Βρετανία σε ένα σχέδιο «όλο και στενότερης ένωσης».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του βρετανικού Τύπου υπήρξε καταλυτικός. Συντηρητικές εφημερίδες, από τη Sun έως την Daily Mail, καλλιέργησαν συστηματικά την εικόνα της «γραφειοκρατίας των Βρυξελλών» και της Συνθήκης του Μάαστριχτ ως σημείου καμπής προς έναν απρόσωπο υπερεθνικό μηχανισμό που ρυθμίζει τη ζωή των πολιτών χωρίς λογοδοσία. Η αντίληψη αυτή δεν περιορίστηκε στους σκληρούς ευρωσκεπτικιστές· διείσδυσε στον καθημερινό πολιτικό λόγο, με αποτέλεσμα κάθε επόμενη ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση να διαβάζεται υπό τον φακό της απώλειας κυριαρχίας.
Την ίδια στιγμή, μια νεότερη γενιά Βρετανών μεγάλωσε μέσα στην «ευρωπαϊκή κανονικότητα» των ανοιχτών συνόρων, των Erasmus, των φτηνών πτήσεων χωρίς διαβατήριο, της εργασίας και σπουδών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ως αυτονόητης δυνατότητας. Η αντίφαση ανάμεσα σε αυτή την κοινωνική εμπειρία και την πολιτική ρητορική της αποστασιοποίησης από την Ευρώπη αποτέλεσε ένα από τα παράδοξα της εποχής που προηγήθηκε του Brexit. Η αποχώρηση από την ΕΕ έκανε πολλούς να συνειδητοποιήσουν εκ των υστέρων πόσο βαθιά ενσωματωμένη ήταν η ευρωπαϊκή διάσταση στην καθημερινότητά τους.
Όταν το 2016 οι Βρετανοί ψήφισαν υπέρ της εξόδου, δεν επρόκειτο για ένα στιγμιαίο ξέσπασμα αλλά για την κορύφωση μιας μακράς συζήτησης που, κατά κάποιον τρόπο, είχε «στραβώσει» από την εποχή του Μάαστριχτ. Η μάχη που δόθηκε τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, είχε έναν θεμελιώδη περιορισμό: αντί να γίνει μια σαφής πολιτική συζήτηση για το αν η Βρετανία θέλει να είναι μέρος ενός εξελισσόμενου πολιτικού οικοδομήματος, αναδιπλώθηκε σε τεχνικά παζάρια για εξαιρέσεις και σε εσωκομματικούς ελιγμούς επιβίωσης.
Αυτή η «χαμένη συζήτηση» άφησε πίσω της ένα διπλό κενό: από τη μια, τους ευρωσκεπτικιστές, οι οποίοι θεωρούσαν ότι δικαιώθηκαν καθώς η ΕΕ προχωρούσε σε όλο και βαθύτερες ολοκληρώσεις· από την άλλη, τους ευρωπαϊστές, που ποτέ δεν κατάφεραν να αρθρώσουν μια πειστική, θετική αφήγηση προς την κοινωνία για το τι σημαίνει ευρωπαϊκή πολιτική ένωση για μια χώρα όπως η Βρετανία. Στο ενδιάμεσο, η καθημερινή πολιτική λειτουργούσε με μια «σχεδόν-ευρωπαϊκή» κανονικότητα: συμμετοχή στις δομές, αλλά διαρκής δισταγμός μπροστά στην προοπτική ενός πλήρους ανήκειν.
Σήμερα, το 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αλλάξει: η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συζητήσεις για στρατηγική αυτονομία και η πράσινη μετάβαση έχουν οδηγήσει σε βαθύτερες μορφές οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας. Η Βρετανία παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις απ’ έξω, σε μια ιδιότυπη θέση: αρκετά κοντά ώστε να επηρεάζεται, αρκετά μακριά ώστε να μην τις διαμορφώνει. Κάποιοι σχολιαστές βλέπουν εδώ μια χαμένη ευκαιρία, άλλοι μια επιβεβαίωση της «ανάκτησης ελέγχου». Όμως η σκιά του Μάαστριχτ εξακολουθεί να πλανάται: ήταν η στιγμή που η χώρα θα μπορούσε ίσως να είχε επιλέξει πιο καθαρά ποιον δρόμο ήθελε να ακολουθήσει.
Ίσως γι’ αυτό η τριαντατετράχρονη επέτειος του Μάαστριχτ μοιάζει, στο βρετανικό βλέμμα, λιγότερο με ημερομηνία για εορτασμό και περισσότερο με υπενθύμιση ενός ερωτήματος που ποτέ δεν απαντήθηκε ειλικρινά: θέλει η Βρετανία να μοιράζεται την πολιτική της μοίρα με την ήπειρο ή να κοιτά την Ευρώπη από απόσταση; Το ότι η απάντηση δόθηκε τελικά με έναν δραματικό χωρισμό, δεν αλλάζει το γεγονός ότι το πραγματικό δίλημμα τέθηκε, για πρώτη φορά με τόση καθαρότητα, εκείνον τον χειμώνα του 1991–1992. Και αυτό, περισσότερο από οποιοδήποτε άρθρο της Συνθήκης, είναι ίσως η πιο μόνιμη, και γι’ αυτό «δυστυχής», κληρονομιά της.
Το βρετανικό δίλημμα
Η επανεκλογή Τραμπ λειτουργεί σαν μια νέα, απρόσμενη δοκιμασία για την ήδη τραυματισμένη βρετανική σχέση με την Ευρώπη. Η «δυστυχής επέτειος» του Μάαστριχτ αποκτά έτσι ένα πρόσθετο, επικαιρικό βάρος: η ερώτηση δεν είναι πια μόνο αν η Βρετανία ήθελε να ανήκει σε μια πολιτική Ευρώπη, αλλά με ποιον θα σταθεί όταν ο παραδοσιακός αμερικανικός πυλώνας γίνεται ασταθής και, συχνά, εχθρικός προς την ίδια την ευρωπαϊκή ιδέα.
Η νέα εθνική στρατηγική ασφαλείας των ΗΠΑ, διαμορφωμένη υπό τον Τραμπ, επιτίθεται ευθέως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρουσιάζοντάς την όχι ως σύμμαχο αλλά ως πρόβλημα που πρέπει να «αναμορφωθεί» μέσω της ενίσχυσης εθνικιστικών, «πατριωτικών» κομμάτων σε ευρωπαϊκές χώρες. Η ρητορική περί «πολιτισμικής διάβρωσης» της Ευρώπης, της υποτιθέμενης εξαφάνισης της «ευρωπαϊκότητας» λόγω μετανάστευσης και φιλελεύθερων πολιτικών, δεν στοχοποιεί μόνο τις Βρυξέλλες, αλλά και το Λονδίνο, στο βαθμό που η Βρετανία εξακολουθεί να ταυτίζεται με την ευρωπαϊκή φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων.
Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση Στάρμερ, που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια προσεκτική «επανεκκίνηση» των σχέσεων με την ΕΕ και στην ανάγκη να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με την Ουάσινγκτον, βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα δίλημμα που θυμίζει, σε νέα κλίμακα, το μακρύ ίσκιο του Μάαστριχτ. Αν ο Τραμπ επιδιώκει μια Ευρώπη πιο διαιρεμένη, πιο εξαρτημένη από διμερείς «συμφωνίες» και λιγότερο ικανή να ενεργεί συλλογικά, η βρετανική επιλογή να σταθεί «κάπου στη μέση» γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι Βρετανοί αναλυτές μιλούν πλέον για ανάγκη «ανασυγκρότησης γεφυρών» με την Ευρώπη, ακριβώς επειδή οι ΗΠΑ δεν θεωρούνται πλέον αξιόπιστος, σταθερός εταίρος. Οι συζητήσεις για ένα «reset» των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης - Ηνωμένου Βασιλείου δείχνουν πως, δέκα χρόνια μετά το Brexit, η λογική των μονίμων εξαιρέσεων και της απόστασης που εγκαινίασε το Μάαστριχτ ίσως φτάνει στα όριά της. Αν ο αμερικανικός άξονας πάψει να μπορεί να εγγυηθεί την ευρωπαϊκή ασφάλεια και οικονομική σταθερότητα, η Βρετανία θα βρεθεί μπροστά σε μια νέα εκδοχή του παλιού ερωτήματος: μπορεί πραγματικά να σταθεί ως «τρίτος πόλος» ανάμεσα σε μια καχύποπτη Ουάσινγκτον και μια περισσότερο ενωμένη ήπειρο;
Παράλληλα, η κοινή γνώμη στο Ηνωμένο Βασίλειο φαίνεται ολοένα πιο διχασμένη: σημαντικό ποσοστό των πολιτών θεωρεί πλέον το Brexit λάθος, ενώ ταυτόχρονα ενισχύονται πολιτικές δυνάμεις που το υπερασπίζονται ως «μεγαλύτερο επίτευγμα» της πρόσφατης ιστορίας. Η αντίφαση αυτή δεν είναι άσχετη με την παρακαταθήκη του Μάαστριχτ: μια χώρα που επί δεκαετίες συνήθισε να αποφεύγει την καθαρή απάντηση στο αν θέλει να συμμετέχει σε μια πολιτική Ευρώπη, δυσκολεύεται σήμερα να χαράξει στρατηγική σε μια εποχή όπου η αμερικανική ομπρέλα γίνεται επιλεκτική, ιδιοτελής και συχνά απειλητική για την ίδια την ευρωπαϊκή συνοχή.
Ίσως έτσι η τριαντατετράχρονη επέτειος του Μάαστριχτ να αποκτά ένα επιπλέον, απροσδόκητο νόημα: να υπενθυμίζει στη Βρετανία ότι η πολυτέλεια της «αμφιθυμίας» απέναντι στην Ευρώπη συρρικνώνεται, καθώς ο κόσμος γύρω της γίνεται πιο σκληρός και πιο απρόβλεπτος. Σε μια συγκυρία όπου ο Τραμπ αντιμετωπίζει την ΕΕ –και δυνητικά και το Ηνωμένο Βασίλειο– περισσότερο ως αντίπαλο παρά ως σύμμαχο, το παλιό, αναπάντητο ερώτημα του Μάαστριχτ επιστρέφει με νέα ένταση: όχι μόνο «ανήκουμε στην Ευρώπη;», αλλά «πόσο μόνοι είμαστε, αν δεν ανήκουμε πουθενά;».