Η Ευρώπη ξυπνά σε έναν κόσμο λιγότερο οικείο και σαφώς πιο κυνικό. Οι βεβαιότητες της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης πραγμάτων, η πίστη στη ισχύ του διεθνούς δικαίου και η σχεδόν αυτονόητη αμερικανική εγγύηση ασφάλειας κλονίζονται από μια νέα, απροκάλυπτα συναλλακτική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων. Σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας» –ένας όρος τεχνοκρατικός, αλλά πολιτικά φορτισμένος– μετατρέπεται από θεωρητική συζήτηση σε υπαρξιακό διακύβευμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η συνέντευξη του πρωθυπουργού Κυριάκο Μητσοτάκη στο Foreign Policy προσφέρει μια καθαρή οπτική σε αυτή τη μετάβαση. Όχι μόνο επειδή εκφράζει τη θέση μιας χώρας που βρίσκεται στην αιχμή των γεωπολιτικών εντάσεων, αλλά και επειδή αρθρώνει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή προβληματική: πώς μπορεί η Ευρώπη να παραμείνει πιστή στις αξίες της, χωρίς να είναι αφελής σε έναν κόσμο όπου «η ισχύς μετρά περισσότερο από τους κανόνες».
Η ξαφνική και «αγενής» αφύπνιση της Ευρώπης
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνωρίζει χωρίς περιστροφές ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, ήδη από την πρώτη του θητεία, είχε επισημάνει μια δυσάρεστη αλήθεια: η Ευρώπη είχε σε μεγάλο βαθμό εκχωρήσει την ασφάλειά της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για δεκαετίες, η άμυνα θεωρούνταν σχεδόν δεδομένη, ενώ οι κοινωνικές δαπάνες και το κράτος πρόνοιας των Ευρωπαίων διογκώνονταν.
Η επανεκλογή του Τραμπ λειτουργεί, κατά τον Έλληνα πρωθυπουργό, ως «αναγκαίο σοκ». Η Ευρώπη, που επί χρόνια συζητούσε θεωρητικά για την ανάγκη μεγαλύτερης αμυντικής αυτάρκειας, συνειδητοποιεί τώρα ότι δεν μπορεί να βασίζεται επ’ αόριστον σε μια υπερατλαντική σχέση που γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτη. Η σημασία αυτής της παρατήρησης είναι κομβική: δεν πρόκειται για αντι-αμερικανισμό, αλλά για ευρωπαϊκό ρεαλισμό.
Η Ελλάδα, όπως υπενθυμίζει, αποτελεί εξαίρεση. Με αμυντικές δαπάνες άνω του 3% του ΑΕΠ –ποσοστό σπάνιο για ευρωπαϊκή χώρα– δεν ξύπνησε τώρα. Ζει εδώ και δεκαετίες με την αίσθηση μιας υπαρκτής απειλής από την Τουρκία και έχει ενσωματώσει την άμυνα στον πυρήνα της εθνικής της πολιτικής. Αυτή η εμπειρία καθιστά τη φωνή της Ελλάδας βαρύνουσα στη σημερινή συζήτηση.
Διεθνές δίκαιο χωρίς αυταπάτες
Η αναφορά του συνομιλητή του, Ravi Agrawal, στη ρητορική Αμερικανών αξιωματούχων που υποβαθμίζουν το διεθνές δίκαιο ως «διεθνικές αβρότητες», αγγίζει ένα νεύρο ιδιαίτερα ευαίσθητο για την Αθήνα. Η Ελλάδα έχει οικοδομήσει τη διπλωματική της ταυτότητα ως σταθερός υπερασπιστής της νομιμότητας, ιδίως σε ζητήματα θαλάσσιων ζωνών και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει: η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο παραμένει στρατηγική επιλογή, όχι ρομαντική πολυτέλεια. Ωστόσο, η σημασία της παρέμβασής του βρίσκεται στην παραδοχή ότι αυτό δεν αρκεί. Σε έναν κόσμο πιο συναλλακτικό, η ισχύς –οικονομική, στρατιωτική, θεσμική– καθίσταται συμπληρωματική της νομιμότητας. Η Ελλάδα, ως μεσαία δύναμη, δεν μπορεί να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού· μπορεί όμως να ενισχύσει τη θέση της μέσα σε αυτούς.
Στρατηγική αυτονομία και διατλαντικοί δεσμοί
Παρά τη σκληρή διάγνωση, ο πρωθυπουργός απορρίπτει την ιδέα μιας ρήξης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το NATO παραμένει ακρογωνιαίος λίθος της ευρωπαϊκής ασφάλειας και η αμερικανική συνεισφορά αναντικατάστατη –τουλάχιστον στο ορατό μέλλον. Η στρατηγική αυτονομία, όπως την αντιλαμβάνεται, δεν είναι απομόνωση, αλλά εξισορρόπηση: μια Ευρώπη πιο ισχυρή, που γίνεται πιο αξιόπιστος εταίρος και όχι παθητικός αποδέκτης προστασίας.
Η τοποθέτησή του για τη Γροιλανδία είναι ενδεικτική. Υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» που δεν μπορούν να παραβιαστούν, αλλά η υπεράσπισή τους απαιτεί ψυχραιμία και διπλωματία, όχι δραματοποίηση. Η σημασία εδώ είναι διττή: αφενός, η Ευρώπη οφείλει να μιλά με μία φωνή· αφετέρου, να αποδεικνύει ότι μπορεί να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της χωρίς να οδηγείται σε κλιμάκωση.
Άμυνα και ανταγωνιστικότητα: δύο όψεις του ίδιου νομίσματος
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η σύνδεση που κάνει ο πρωθυπουργός ανάμεσα στην άμυνα και την οικονομική ανταγωνιστικότητα. Περισσότερη ασφάλεια απαιτεί περισσότερους πόρους· και αυτοί δεν προκύπτουν σε οικονομίες στάσιμες. Η αναφορά του στην έκθεση Ντράγκι και στην ανάγκη επιτάχυνσης των ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων αποκαλύπτει το πραγματικό διακύβευμα: χωρίς ανάπτυξη, η στρατηγική αυτονομία θα παραμείνει σύνθημα.
Το ελληνικό παράδειγμα λειτουργεί εδώ ως επιχείρημα. Υψηλές αμυντικές δαπάνες, δημοσιονομικά πλεονάσματα, μείωση χρέους και φορολογικές ελαφρύνσεις συνυπάρχουν χάρη στην ανάπτυξη. Το μήνυμα προς την Ευρώπη είναι σαφές: η επιλογή δεν είναι «κοινωνικό κράτος ή άμυνα», αλλά «ανάπτυξη ή αδυναμία».
Κοινή ευρωπαϊκή άμυνα και πολιτικό θάρρος
Η συζήτηση για τη χρηματοδότηση της άμυνας αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Ο Μητσοτάκης θυμίζει το προηγούμενο της πανδημίας, όταν η Ε.Ε. τόλμησε να δανειστεί συλλογικά για ένα κοινό σκοπό. Γιατί όχι και για την άμυνα; Έργα όπως η αντιπυραυλική προστασία δεν είναι εθνικές πολυτέλειες, αλλά ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά.
Εξίσου σημαντική είναι η αναφορά στο Άρθρο 42(7) της Συνθήκης της Ε.Ε., τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Η ύπαρξή της υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη διαθέτει ήδη τα θεσμικά εργαλεία· αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση να τα ενεργοποιήσει. Η σημασία αυτής της επισήμανσης δεν είναι θεωρητική: πρόκειται για κάλεσμα σε μια Ευρώπη που αναλαμβάνει τις ευθύνες της.
Ελλάδα – Τουρκία: διαχείριση χωρίς αυταπάτες
Η επικείμενη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν φωτίζει μια άλλη πτυχή του ελληνικού ρεαλισμού. Οι διαφορές παραμένουν. Όμως, η αποκλιμάκωση και η συνεργασία σε επιμέρους τομείς αποδεικνύουν ότι ακόμη και άλυτα προβλήματα δεν αποκλείουν λειτουργικές σχέσεις.
Η σημασία εδώ υπερβαίνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις: δείχνει πώς μια χώρα μπορεί να υπερασπίζεται σταθερά τις θέσεις της, χωρίς να εγκλωβίζεται στη λογική της μόνιμης σύγκρουσης.
Μετανάστευση: αυστηρότητα και νομιμότητα
Το μεταναστευτικό αποτελεί ίσως το πιο ηθικά φορτισμένο ζήτημα της συνέντευξης. Η τραγωδία στο Αιγαίο υπενθυμίζει το ανθρώπινο κόστος. Ο πρωθυπουργός δεσμεύεται, όπως δήλωσε, για διαφάνεια και έρευνα, αλλά υπερασπίζεται μια πολιτική αυστηρή απέναντι στην παράνομη και ταυτόχρονα ανοιχτή στη νόμιμη μετανάστευση.
Η σημασία αυτής της στάσης έγκειται στη σαφήνεια: προστασία συνόρων, σεβασμός στο άσυλο, επιστροφές για όσους δεν δικαιούνται προστασία. Σε μια Ευρώπη που συχνά παλινδρομεί μεταξύ ενοχής και φόβου, η ελληνική προσέγγιση επιχειρεί να αποκαταστήσει την έννοια της κυριαρχίας χωρίς να ακυρώνει την ανθρωπιστική διάσταση.
Ενέργεια και Μέση Ανατολή: ρεαλιστικές συμμαχίες
Η άρνηση συμμετοχής στο ασαφώς ορισμένο «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα δείχνει μια ακόμη πτυχή της ελληνικής διπλωματίας: συμμετοχή μόνο σε σχήματα με σαφή νομική βάση και συγκεκριμένη εντολή, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Παράλληλα, η έμφαση στη συνεργασία με τις ΗΠΑ στον τομέα της ενέργειας –ιδίως στο LNG– αναδεικνύει τον πραγματισμό μιας χώρας που επιλέγει συμμαχίες με βάση τα συμφέροντά της και τη σταθερότητα.
Ένας ευρωπαϊκός ρεαλισμός χωρίς κυνισμό
Η συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη σκιαγραφεί μια Ελλάδα που δεν τρέφει αυταπάτες, αλλά ούτε εγκαταλείπει τις αρχές της. Και, ταυτόχρονα, μια Ευρώπη που καλείται να ωριμάσει γεωπολιτικά. Η στρατηγική αυτονομία δεν είναι σύνθημα απομόνωσης και αποκοπής του ομφάλιου λώρου, αλλά διαδικασία ενδυνάμωσης. Σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δοκιμάζονται, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η υποχώρηση ούτε η σύγκρουση, αλλά η ψύχραιμη οικοδόμηση ισχύος: οικονομικής, αμυντικής και θεσμικής.
Ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική συμβολή της ελληνικής εμπειρίας στη σημερινή ευρωπαϊκή συζήτηση: ότι ο ρεαλισμός δεν συνεπάγεται κυνισμό, και ότι η αυτονομία δεν αναιρεί τη συνεργασία, αλλά την καθιστά πιο ισότιμη.