Σύνδεση συνδρομητών

Μαρία Τοπάλη

Μαρία Τοπάλη

Συγγραφέας, μεταφράστρια και κριτικός. Κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές της Σερβίτσιο Τσαγιού (1999), Λονδίνο και άλλα ποιήματα (2007), Βερμίου Κατάβαση (2010), το θεατρικό μιούζικαλ Ο Χορός της Μεσαίας Τάξης (2012), το βιβλίο Για τέσσερα χέρια (2013) που εξέδωσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα, το Ρέκβιεμ για μια εφηβεία (2017) και την ποιητική συλλογή Μαζί τ' ακούγαμε (2018). Μεταξύ άλλων, έχει μεταφράσει τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρ.Μ. Ρίλκε (2011).

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η επαρκής γέφυρα προς μελλοντικές αναγνώσεις

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι ελεγείες του Ντουίνο (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά-Γερμανικά), μετάφραση από τα γερμανικά - σχόλια - επίμετρο:  Μαρία Τοπάλη, Αθήνα 2011, 152 σελ.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά-Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.

Το pas de deux ποιήματος/μεταφράστριας δεν είναι παρά μια εκδοχή του βασικού ντουέτου ποίημα/αναγνώστης. Τι είδους παρτενέρ είναι άραγε το ριλκεϊκό ποίημα; Με έκπληξη διαπιστώνω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό μού φαίνεται εύκολη, σε αντίθεση με την ίδια τη μεταφραστική εργασία που, με όλα τα ηδονικά μυρωδικά της, μόνο εύκολη δεν θα μπορούσε να την πει κανείς. Ο παρτενέρ, λοιπόν, ναι μεν είναι τρομερά απαιτητικός (είναι, στην πραγματικότητα, μια πολύ δύσκολη χορογραφία αυτή που σε καλεί να εκτελέσεις), αλλά είναι και πολύ σταθερά τα κρατήματά του. Σαν να τα καταφέρνει να χορέψει ανάλαφρα ένας βράχος – αλλιώς δεν θα ήταν μαγική η ποίηση.  Και, επίσης, είναι βοηθητικός: σου δείχνει, με χίλιους τρόπους, πώς να τον ακολουθήσεις.

Ό,τι έχει να πει η μεταφράστρια, το λέει στα εισαγωγικά σημειώματα, στα επίμετρα, στον υπομνηματισμό των βιβλίων που μεταφράζει. Και φυσικά το «λέει» στα ίδια τα μεταφρασμένα ποιήματα, με τον τρόπο που επιλέγει να τα κάνει να ηχήσουν στη γλώσσα μας. Όμως από το Books’ Journal, που δίνει χώρο και φροντίδα στα τρία σημαντικά κείμενα της Αριέλλας Ασέρ, της Δήμητρας Κωτούλα και του Γιώργου Μπιθυμήτρη, που δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 178 και θα αναδημοσιευτούν τις επόμενες ημέρες στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού (σημαντικά γιατί, εκτός από το υψηλό τους επίπεδο και τη γλωσσική και υφολογική τους ποιότητα, αποτελούν επιπλέον αυτοτελή μελετητικά πονήματα, γραμμένα στη γλώσσα μας, από «δική μας», λοιπόν, ελληνική πηγή λογιοσύνης, με αφορμή τη μετάφρασή μου των ριλκεϊκών Σονέτων), μου ζητήθηκε ένα εισαγωγικό σημείωμα με θέμα «μεταφράζοντας Ρίλκε». Ας πω μερικά «πραγματολογικά» που με αφορούν, σαν παραπανίσια μονάχα παρακίνηση για να διαβάσει κανείς τις μεταφράσεις που πρέπει, ωστόσο, να είναι από μόνες τους αρκετή παρακίνηση – και τα λόγια μου, εδώ, κατά βάση να περισσεύουν.

 

Ένα πάθος ακατεύναστο

Ο μικρός ιδιωτικός μεταφραστικός μου «μύθος», λέει ότι ο Ρίλκε είναι ένα νεανικό πάθος που, κατά ευτυχή εξαίρεση, δεν κατευνάστηκε. Είναι ένα χωράφι που το σκαλίζω εδώ και περίπου 35 χρόνια, και δεν κουράζεται το χώμα του. Ίσα-ίσα, γίνεται ολοένα και πιο αποδοτικό. Πού οφείλεται ο πλούτος της φλέβας του; Νομίζω ότι, όπως βέβαια συμβαίνει και με άλλους σημαντικούς μοντερνιστές, ο Ρίλκε ισορροπεί με μοναδικό τρόπο ανάμεσα σε εποχές, γλώσσες, πολιτισμούς. Καλλιεργεί τον στοχασμό, διαλέγει δύσκολα περιεχόμενα ενώ ταυτόχρονα εκτοξεύει την ομορφιά της φόρμας. Διαθέτει ιστορικότητα και λυρισμό, έτσι δοσμένα που να μην ξεχωρίζουν πάντοτε εύκολα. Όσο πιο επικίνδυνο το ρίσκο που αναλαμβάνει  ο καλλιτέχνης, σαν τον ακροβάτη στο σχοινί, τόσο μεγαλύτερη η απόλαυση που αποκομίζει αυτή/ός που διαβάζει/βλέπει/ακούει το έργο. Ο μεταφραστής της ποίησης είναι ένας πολύ εντατικός αναγνώστης – η μετάφραση είναι ένας τρόπος να φτάσει κανείς την αναγνωστική απόλαυση στα άκρα. Ο μεταφραστής επιχειρεί να πάει πιο κοντά από οποιονδήποτε άλλο θεατή στον ακροβάτη, την ώρα που αυτός εκτελεί το επικίνδυνό του νούμερο. Τόσο κοντά, που να κινδυνεύσει και ο ίδιος/η ίδια, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατόν.

Στην Πέμπτη Ελεγεία του Ντουίνο, ο Ρίλκε ακολουθεί κατά πόδας τους «Σαλτιμπάγκους» του Πικάσσο· στα Σονέτα, πάλι, ακολουθεί τον Ορφέα, την ώρα που αυτός μαγεύει τα ζώα και καταξεσκίζεται, αργότερα, από τις Μαινάδες. Προηγουμένως, του έχει γυρίσει την πλάτη (του Ορφέα) η Ευρυδίκη. «Ξαναδές το, όμως, μελλοντικέ Ορφέα, το θέμα της Ευρυδίκης», μοιάζει να λέει ο Ρίλκε, αναμειγνύοντας το μελαγχολικό σλαβικό ταμπεραμέντο του με το θάρρος και την αισιοδοξία της γαλλικής ζωγραφικής, δίχως να τον βαραίνει η τόσο οικεία σε εμάς, η ελληνική αίσθηση του τραγικού. Ο Ρίλκε αντλεί από τα έργα των άλλων και φτιάχνει τα δικά του, ιδιότυπα γερμανικά έργα. Η μετάφραση θέλει να το ζήσει και αυτή, όλο αυτό, από κοντά, όσο γίνεται από πιο κοντά.

Το pas de deux ποιήματος/μεταφράστριας δεν είναι παρά μια εκδοχή του βασικού ντουέτου ποίημα/αναγνώστης. Τι είδους παρτενέρ είναι άραγε το ριλκεϊκό ποίημα; Με έκπληξη διαπιστώνω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό μού φαίνεται εύκολη, σε αντίθεση με την ίδια τη μεταφραστική εργασία που, με όλα τα ηδονικά μυρωδικά της, μόνο εύκολη δεν θα μπορούσε να την πει κανείς. Ο παρτενέρ, λοιπόν, ναι μεν είναι τρομερά απαιτητικός (είναι, στην πραγματικότητα, μια πολύ δύσκολη χορογραφία αυτή που σε καλεί να εκτελέσεις), αλλά είναι και πολύ σταθερά τα κρατήματά του. Σαν να τα καταφέρνει να χορέψει ανάλαφρα ένας βράχος – αλλιώς δεν θα ήταν μαγική η ποίηση.  Και, επίσης, είναι βοηθητικός: σου δείχνει, με χίλιους τρόπους, πώς να τον ακολουθήσεις. Και, είπαμε, σε στηρίζει. Ενώ, όμως, στη σκηνοθεσία που περιγράφηκε μόλις, μοιάζει να κυριαρχούν οι οδηγίες του ποιητή, δίνεται, στην πραγματικότητα, ένα σημαντικό περιθώριο αυτονομίας και στον μεταφραστή/τη μεταφράστρια, να συμβάλει με τις επιλογές του/της στο τελικό αποτέλεσμα.

Σε ό,τι με αφορά, οι επιλογές αυτές περιλαμβάνουν, πρώτον, την αξιοποίηση του κριτικού υπομνηματισμού της γερμανικής έκδοσης καθώς και της βασικής σύγχρονης βιβλιογραφίας περί τον Ρίλκε.

Δεύτερον, επέλεξα να μεταφράσω σε απλά, καθημερινά ελληνικά, και να μην ακολουθήσω δεσμευτικά τη φόρμα (σονέτο). Αναζήτησα τρόπους να απηχείται η λυρική ομορφιά της γλώσσας, αποφεύγοντας το στόμφο και να απηχείται, εξίσου, η μουσικότητα της φόρμας, σαν κάτι παλιό, που πρέπει να το ξαναπούμε σήμερα με τον τρόπο μας χωρίς ούτε να το μιμηθούμε δουλικά, ούτε να το προδώσουμε.

 

Υπαρξιακό και αισθητικό σύμπαν

Το πλούσιο υλικό της κριτικής έκδοσης των Απάντων αξιοποιήθηκε και εδώ στο μέτρο του δυνατού, συνεχίζοντας την εργασία που ξεκίνησα ως μεταφράστρια των Ελεγειών του Ντουίνο. Είναι σημαντικό να προσεγγίσουμε τη μεγάλη ποίηση ως ένα συνεκτικό υπαρξιακό και αισθητικό σύμπαν, και να μην την κατακερματίζουμε, επειδή πλευρές της μας φέρνουν σε ερμηνευτική αμηχανία. Είναι κάτι από το οποίο υποφέρει η μεγάλη νεοελληνική ποίηση, ελλείψει χρηστικών, σύγχρονα και κριτικά υπομνηματισμένων συγκεντρωτικών εκδόσεων των έργων των μεγάλων ποιητών και ποιητριών μας. Όμως, ένα από τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τη μείζονα από την ελάσσονα ποίηση είναι, ακριβώς, ο συστηματικός και συνεκτικός χαρακτήρας ενός έργου. Ανάλογα με την προσέγγιση της έκδοσης, μορφώνεται και το αναγνωστικό κοινό, να διαβάζει, δηλαδή, τη μεγάλη ποίηση με τον τρόπο που ακούει μια σύνθεση κλασικής μουσικής, και όχι σαν απόσπασμα εντυπωσιασμού. Η συνομιλία Ρίλκε-Ελύτη, με την οποία ήρθα αντιμέτωπη και προσπάθησα, με τη σειρά μου, να την αντιμετωπίσω με το δοκίμιο του παραρτήματος στην έκδοση των Σονέτων στον Ορφέα, ας διαβαστεί και ως τεκμήριο μιας τέτοιας προσέγγισης.  

Μάλλον, λοιπόν, οι ιδιότητες αυτές, που μόλις είχα το θράσος να αραδιάσω, ως γνωρίσματα του ριλκεϊκού ποιήματος-παρτενέρ, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν τη μεγάλη ποίηση. Σε προκαλεί, σου βάζει δύσκολα, μα και σε σηκώνει στα φτερά της. Απόδειξη οι εργασίες των τριών που δημοσιεύονται εδώ, έχοντας αρχικά εκφωνηθεί σε εκδήλωση που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2026 στο βιβλιοπωλείο Πατάκη, με αφορμή την κυκλοφορία, στα ελληνικά, της μετάφρασής μου των Σονέτων στον Ορφέα. Θέλω να πω ότι η ποίηση αυτή εμπεριέχει, εκατό χρόνια (φέτος) από το θάνατο του ποιητή, ταυτόχρονα αρκετό ψαχνό αλλά και αρκετή γοητεία για να παρακινήσει μια ψυχαναλύτρια, έναν κοινωνικό επιστήμονα και μια λόγια ποιήτρια να συνθέσουν τις εργασίες που έχουμε τώρα τη χαρά να διαβάζουμε, στο ανά χείρας τεύχος του Books’ Journal.

Και, βέβαια, αν έχω δίκιο ως προς τα παραπάνω, τότε η μετάφραση αλλά και νέες κριτικές και επιστημονικές αναμετρήσεις θα λάβουν χώρα στο μέλλον, ξανά και ξανά. Τα δικά μας λόγια θα ξεπεραστούν, ενώ ο Ρίλκε δεν θα στερέψει. Υπ’ αυτή την έννοια, η μεγαλύτερη φιλοδοξία της μετάφρασης είναι να αποτελέσει ένα είδος επαρκούς γέφυρας προς μελλοντικές αναγνώσεις.

rilke topali 

O Ράινερ Μαρία Ρίλκε, πιθανότατα το 1905. Η φωτογραφία τυπώθηκε στο βιβλίο της Λου Αντρέας-Σαλομέ για τον ποιητή, που κυκλοφόρησε το 1928.

Ιδιωτική συλλογή

30 Σεπτεμβρίου 2026

Θανάσης Χατζόπουλος, Ονομαστική αξία. Δοκίμια για τη μετάφραση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2024, 184 σελ.

Η μετάφραση, η μεταφορά της λογοτεχνίας και της ποίησης (αλλά όχι μόνο) από τη μία γλώσσα στην άλλη, είναι μια υψηλή τέχνη: πρέπει να εξυπηρετείται εξίσου η σαφήνεια και το ύφος. Ο Θανάσης Χατζόπουλος, στη συλλογή δοκιμίων του για τη μετάφραση, καταγράφει την αγωνία του μεταφραστή, λόγω της διπλής δέσμευσής του: στη γλώσσα του πρωτότυπου κειμένου και στη γλώσσα της μετάφρασης έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται επί το έργον. [ΤΒJ]

04 Ιουνίου 2026

Πώς στο όνομα της ταυτότητας απειλούνται οι κοινωνικές κατακτήσεις των γυναικών

28 Απριλίου 2026

Νωρίς το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου, ημέρα Παρασκευή, δυο μέρες πριν από τις κρίσιμες πρόωρες γερμανικές εκλογές, ο θρυλικός Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, ο «Κόκκινος Ντάννυ» του Μάη του ’68, που γίνεται φέτος 80 ετών, έδωσε συνέντευξη στο δημόσιο ραδιόφωνο της Γερμανίας, στον δημοσιογράφο Jasper Barenberg του Deutschlandfunk, και μίλησε για όλα, κατά πώς το συνηθίζει: χωρίς να μασά τα λόγια του.

22 Φεβρουαρίου 2025

Για την πρώτη εκδήλωση της δεύτερης δεκαετίας του «Με τα λόγια (γίνεται)», που έγινε διαδικτυακά στις 20 Ιανουαρίου 2022, ο εμπνευστής και διοργανωτής των ομώνυμων εκδηλώσεων Παναγιώτης Ιωαννίδης μου ζήτησε να προτείνω και να αναλάβω να συντονίσω το σχετικό περιεχόμενο. Προσκάλεσα λοιπόν ποιήτριες και ποιητές που συμπεριλήφθηκαν στην ανθολογία καινούριας ελληνικής ποίησης Ποίηση με Πείσμα (Αντίποδες, 2020) και κατοικούν εκτός Αθηνών, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, να συνθέσουν ένα ποίημα με θέμα την πατρίδα και να προτείνουν ένα ομόθεμο ποίημα άλλης ποιήτριας ή άλλου ποιητή, είτε ελληνικό είτε μεταφρασμένο από τους ίδιους ή από κάποιον άλλον/η (οπότε και γίνεται ρητή αναφορά στην πηγή της μετάφρασης). Ανταποκρίθηκαν εννέα, αλλά εξ αυτών η Γεωργία Τριανταφυλλίδου δεν στάθηκε δυνατόν να συμμετάσχει με βιντεοσκοπημένη απαγγελία στη διαδικτυακή εκδήλωση (την οποία μπορείτε πάντα να ανακαλείτε εδώ: https://youtu.be/F5k0RDQp13o). Πιο κάτω, δημοσιεύονται όλες οι συμμετοχές σε γραπτή μορφή. Η σειρά είναι γενικά αλφαβητική και ακολουθεί, ανά ποιήτρια/ποιητή, τις δικές της/του επιλογές. Ευχαριστώ και από εδώ τον Παναγιώτη Ιωαννίδη για την πρόσκληση και τις ποιήτριες και τους ποιητές που συμμετείχαν.

21 Μαρτίου 2023

Την 1η Νοεμβρίου 2010, ο αμερικανός ποιητής Τσαρλς Σίμικ (1938-2023) μίλησε στους διψασμένους για κοσμοπολιτισμό Αθηναίους, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών – σε μια εκδήλωση που καπελώθηκε βάναυσα από τη σκηνοθεσία αλλά, παρ’ όλα αυτά, αποζημίωσε τους ακροατές που ήταν διατεθειμένοι να ακούσουν μια σύγχρονη φωνή, η ποίηση της οποίας «έχει το βλέμμα της στραμμένο προς το μέλλον μ’ αυτό τον παράξενο τρόπο που μπορεί να το πράξει η γλώσσα-τέχνη, ανακαλώντας δηλαδή το παρελθόν διαρκώς, ενδογενώς. Γεφυρώνοντας κόσμους, ανθρώπους και καιρούς». Με αφορμή το θάνατο του Τσαρλς Σίμικ, αναδημοσιεύουμε σήμερα από το δεύτερο τεύχος του Books’ Journal (Δεκέμβριος 2010) το ρεπορτάζ της Μαρίας Τοπάλη από την εκδήλωση – χρήσιμο, εκτός των άλλων, και αυτοκριτικά, για να κατανοήσουμε πώς πολύ συχνά οι Έλληνες αδυνατούμε να κατανοήσουμε ό,τι δεν ορίζεται από τα πεπερασμένα όριά μας. [TBJ]

11 Ιανουαρίου 2023

Ως συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, η Ζωρζ Σαρή υπερασπίστηκε, με την παρορμητικότητα, τον ενθουσιασμό, τη μαχητικότητα και το απίστευτο θάρρος που τη χαρακτήριζαν, την οπτική του παιδιού και του νέου. Τι σημαίνει αυτό για την ίδια αλλά, κυρίως, για τη λογοτεχνία που απευθύνεται σε παιδιά και νέους; Αναδημοσίευση από το τεύχος 22 του Books’ Journal, Αύγουστος 2012, με αφορμή την επέτειο θανάτου της συγγραφέα – πέθανε στις 9 Ιουνίου 2012 [TBJ]

12 Ιουνίου 2020

Λουκάς Κούσουλας, Ενθύμιον [Εκλογή από τα ποιήματα], Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 123


Λουκάς Κούσουλας, Και μόνος και μετά πολλών [Κύκλος Γ’], Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011, 197 σελ.

 

Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, ο Λουκάς Κούσουλας, που πέθανε στις 15 Μαΐου 2019 και κηδεύτηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σουβάλα (Πολύδροσο) του Παρνασσού, ήταν μια ξεχωριστή παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Τα δυο βιβλία του, που περιέχουν επιλογή από τα ποιήματά του και σημαντικά δοκίμια τον φανερώνουν σε όλη την πνευματική παρουσία του. Έγραψε μακροσκελή ποιήματα-σπουδές, αφηγηματικά, σχολιαστικά, επίμονα και εξόφθαλμα «διακειμενικά», που παλαντζάρουν πλάι πλάι με τα ολιγόλογα δοκίμια του Λουκά Κούσουλα που, από την πλευρά τους, σχεδόν τραγουδιστά, επιχειρηματολογούν. Την ιδιαιτερότητά του επισήμαινε η Μαρία Τοπάλη, σε ένα κείμενο γι’ αυτόν που δημοσίευσε το μακρινό 2011. «Δεν έπαψα στιγμή να αναρωτιέμαι πώς προκύπτει ένας άνθρωπος τόσο χαριτωμένος στη ζωή και στην ποίηση», λέει σήμερα η Μαρία Τοπάλη. «Χρυσός κάθε κουβέντα που μοιράστηκα μαζί του. Θα τον κρατήσουμε με τα βιβλία κοντά μας». Έχει άραγε προγόνους στην ελληνική ποίηση τούτη η προσπάθεια, που φτάνει τώρα στην ωριμότητα; Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4 του Books’ Journal, Φεβρουάριος 2011.

16 Μαϊος 2019

Ως συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, η Ζωρζ Σαρή υπερασπίστηκε, με την παρορμητικότητα, τον ενθουσιασμό, τη μαχητικότητα και το απίστευτο θάρρος που τη χαρακτήριζαν, την οπτική του παιδιού και του νέου. Τι σημαίνει αυτό για την ίδια αλλά, κυρίως, για τη λογοτεχνία που απευθύνεται σε παιδιά και νέους; Αναδημοσίευση από το τεύχος 22 του Books’ Journal, Αύγουστος 2012, με αφορμή την επέτειο θανάτου της συγγραφέα – πέθανε στις 9 Ιουνίου 2012 [TBJ]

13 Ιουνίου 2016