Σύνδεση συνδρομητών

Η υπόθεση Έπστιν ως καθρέφτης εξουσίας: φύλο, κύρος και η κανονικοποίηση της αδιαφορίας

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2026 08:37
Από ιστορική σκοπιά, το φαινόμενο εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση προστασίας κύρους. Οι αριστοκρατικές και οικονομικές ελίτ συχνά οικοδομούν αυτό που ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ (1930-2002) –ένας από τους πιο επιδραστικούς κοινωνιολόγους του 20ού αιώνα– θα αποκαλούσε «συμβολικό κεφάλαιο», δηλαδή το  κύρος, η αναγνώριση και η κοινωνική νομιμοποίηση που διαθέτει ένα πρόσωπο ή ένας θεσμός, και που μπορεί να λειτουργεί ως μορφή δύναμης. Πρόκειται για μια δεξαμενή ισχύος που λειτουργεί ως ασπίδα έναντι της κριτικής. Η διατήρηση αυτού του κεφαλαίου προϋποθέτει αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των κοινωνικά ισχυρών. Η υπόθεση αποκαλύπτει ακριβώς αυτό το πλέγμα: την ανταλλαγή συμβολικών χειρονομιών —συναντήσεων, συμβουλών, κοινωνικής εγγύτητας— που ενισχύουν τη αίσθηση αμοιβαίας προστασίας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη τέτοιων δεσμών, αλλά η ασυμβατότητά τους με την ηθική ευθύνη που αναμένει η κοινωνία από πρόσωπα κύρους.
Από ιστορική σκοπιά, το φαινόμενο εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση προστασίας κύρους. Οι αριστοκρατικές και οικονομικές ελίτ συχνά οικοδομούν αυτό που ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ (1930-2002) –ένας από τους πιο επιδραστικούς κοινωνιολόγους του 20ού αιώνα– θα αποκαλούσε «συμβολικό κεφάλαιο», δηλαδή το  κύρος, η αναγνώριση και η κοινωνική νομιμοποίηση που διαθέτει ένα πρόσωπο ή ένας θεσμός, και που μπορεί να λειτουργεί ως μορφή δύναμης. Πρόκειται για μια δεξαμενή ισχύος που λειτουργεί ως ασπίδα έναντι της κριτικής. Η διατήρηση αυτού του κεφαλαίου προϋποθέτει αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των κοινωνικά ισχυρών. Η υπόθεση αποκαλύπτει ακριβώς αυτό το πλέγμα: την ανταλλαγή συμβολικών χειρονομιών —συναντήσεων, συμβουλών, κοινωνικής εγγύτητας— που ενισχύουν τη αίσθηση αμοιβαίας προστασίας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη τέτοιων δεσμών, αλλά η ασυμβατότητά τους με την ηθική ευθύνη που αναμένει η κοινωνία από πρόσωπα κύρους.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τα αρχεία της υπόθεσης Τζέφρι Έπστιν επανήλθε με ένταση, συνοδευόμενη από τον γνώριμο θόρυβο της πολιτικής σκανδαλολογίας. Εφημερίδες και σχολιαστές επικεντρώνονται σε πρόσωπα, καριέρες και πιθανές «καταρρεύσεις» — ποιος πλήττεται, ποιος εκτίθεται, ποιος ενδέχεται να πληρώσει πολιτικό τίμημα. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν ορισμένες παρεμβάσεις στον βρετανικό δημόσιο λόγο, η πραγματική σημασία του φακέλου δεν έγκειται στη φθορά μεμονωμένων προσωπικοτήτων, αλλά στη δομική εικόνα που αποκαλύπτει: ένα δίκτυο ισχυρών ανδρών που προσέφεραν νομιμοποίηση, συμβουλές ή απλή κοινωνική αλληλεγγύη σε έναν καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα εις βάρος ανηλίκων. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό — και αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες κατανοούν την εξουσία, το φύλο και την ευθύνη.

Η περίπτωση Έπστιν, αν απογυμνωθεί από τη σκανδαλοθηρική της διάσταση, λειτουργεί ως εργαστήριο ανάλυσης των ελίτ. Οι επαφές του με επιχειρηματίες, ακαδημαϊκούς, πολιτικούς και μέλη βασιλικών κύκλων δεν συνιστούν απλώς μια λίστα κοινωνικών γνωριμιών. Αποκαλύπτουν ένα μοτίβο: την προθυμία ισχυρών ανθρώπων να διαχωρίζουν την κοινωνική συναναστροφή από το ηθικό πλαίσιο, να αποσυνδέουν την προσωπική τους εικόνα από τη φύση των εγκλημάτων ενός συνομιλητή τους. Η στάση αυτή δεν είναι πρωτοφανής στην ιστορία των ελίτ· από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, η κοινωνική τάξη και το κύρος λειτουργούν συχνά ως μηχανισμοί αμοιβαίας προστασίας. Εκείνο που σοκάρει εδώ είναι η ωμότητα με την οποία η πρακτική αυτή εκτίθεται — όχι μέσω φημών, αλλά μέσω γραπτών ανταλλαγών και καταγεγραμμένων επαφών.

Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα της αντίληψης περί φύλου. Στις ανταλλαγές που δημοσιοποιήθηκαν —σύμφωνα με δημοσιογραφικές αναγνώσεις— αναδύεται ένα λεξιλόγιο που μετατρέπει γυναίκες και κορίτσια σε αντικείμενα: είτε ως σώματα προς εκμετάλλευση είτε ως μέσα εξυπηρέτησης μιας κουλτούρας ανδρικής ηδονής. Η γλώσσα, άλλωστε, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Στην ιστορική έρευνα γνωρίζουμε καλά ότι η ρητορική της υποτίμησης αποτελεί θεμέλιο κανονικοποίησης της βίας. Όταν ο λόγος υποβαθμίζει, η πράξη βρίσκει έδαφος. Η σημασία των αρχείων, επομένως, δεν περιορίζεται σε νομικές λεπτομέρειες· αναδεικνύει την πολιτισμική υποδομή μέσα στην οποία τέτοιες πράξεις καθίστανται ανεκτές.

Ακόμη σημαντικότερο είναι το μήνυμα που εκπέμπεται προς το κοινωνικό σώμα — και ιδίως προς γυναίκες και ανήλικα κορίτσια. Η εικόνα μιας διεθνούς ελίτ που αντιμετωπίζει την εκμετάλλευση είτε με αδιαφορία είτε με κυνικό χιούμορ υπονομεύει τη συλλογική εμπιστοσύνη στην έννοια της δικαιοσύνης. Η κοινωνική θεωρία έχει επανειλημμένα δείξει ότι η νομιμοποίηση των θεσμών εξαρτάται από την αντίληψη περί ισονομίας. Όταν η εξουσία φαίνεται να αυτοπροστατεύεται, η εμπιστοσύνη διαρρηγνύεται. Η υπόθεση Έπστιν λειτουργεί έτσι ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ανισότητα στην πρόσβαση σε δίκτυα επιρροής μεταφράζεται σε άνιση κατανομή ευθύνης.

 

Ο φιλελεύθερος διανοούμενος, ο δισεκατομμυριούχος και το αστείο με το «χαρέμι»

Ορισμένα στιγμιότυπα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Ο Νόαμ Τσόμσκι, για δεκαετίες συνείδηση της αμερικανικής Αριστεράς και αγαπημένος φιλελεύθερος ακαδημαϊκός, εμφανίζεται στα αρχεία σε πολύ πιο στενή και χρονολογικά εκτεταμένη σχέση με τον Έπστιν από ό,τι είχε αφήσει να εννοηθεί. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, πέρα από οικονομικές και ταξιδιωτικές συνεννοήσεις, υπάρχει και αλληλογραφία όπου ο Τσόμσκι φέρεται να περιγράφει τις επαφές τους ως «πολύτιμες», ενώ σε άλλο σημείο χαρακτηρίζει τις ανησυχίες για τη βία κατά των γυναικών ως «υστερία» γύρω από την «κακοποίηση των γυναικών». Πρόκειται για μια φράση που, αν αναγνωστεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της υπόθεσης, δεν είναι απλώς ατυχής· λειτουργεί ως λεπτός, αλλά σαφής, διαχωρισμός ανάμεσα στη «σοβαρή» ανάλυση των ανδρών και στην υποτιθέμενα υπερβολική αντίδραση των γυναικών απέναντι στη βία.

Ο Ρίτσαρντ Μπράνσον, από την άλλη, ο «χαμογελαστός» δισεκατομμυριούχος με το προσεκτικά επιμελημένο δημόσιο προφίλ, φέρεται να στέλνει μήνυμα το 2013, λέγοντας στον Έπστιν ότι θα επιθυμούσε να τον συναντήσει («loved to see you»), «as long as you bring your harem!» – «αρκεί να φέρεις το χαρέμι σου». Το αστείο λειτουργεί ως μηχανισμός συνενοχής: ο δισεκατομμυριούχος και ο καταδικασμένος δράστης μοιράζονται μια κοινή, αυτονόητη παραδοχή ότι οι γυναίκες  αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα μέσα, προσβάσιμα, ανταλλάξιμα, κάτι που μπορείς να «φέρεις μαζί σου» για να διασκεδάσει την «αντροπαρέα». Η ισχύς αυτών των στιγμιότυπων βρίσκεται ακριβώς στην καθημερινότητά τους. Δεν έχουμε εδώ τις φαντασμαγορικές εικόνες του ιδιωτικού νησιού ή τις σκηνές της πιο ωμής βίας, αλλά μικρές, γραπτές χειρονομίες – μία ειρωνεία, μία πρόσκληση για δείπνο, ένα σχόλιο περί «υστερίας» – που δείχνουν πώς η υποτίμηση των γυναικών ενσωματώνεται στα πιο «κανονικά» επίπεδα της ανδρικής αλληλεπίδρασης. ​

 

Το σκοτεινό προσωπείο της ισχύος  

Από ιστορική σκοπιά, το φαινόμενο εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση προστασίας κύρους. Οι αριστοκρατικές και οικονομικές ελίτ συχνά οικοδομούν αυτό που ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ (1930-2002) –ένας από τους πιο επιδραστικούς κοινωνιολόγους του 20ού αιώνα– θα αποκαλούσε «συμβολικό κεφάλαιο», δηλαδή το  κύρος, η αναγνώριση και η κοινωνική νομιμοποίηση που διαθέτει ένα πρόσωπο ή ένας θεσμός, και που μπορεί να λειτουργεί ως μορφή δύναμης. Πρόκειται για μια δεξαμενή ισχύος που λειτουργεί ως ασπίδα έναντι της κριτικής. Η διατήρηση αυτού του κεφαλαίου προϋποθέτει αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των κοινωνικά ισχυρών. Η υπόθεση αποκαλύπτει ακριβώς αυτό το πλέγμα: την ανταλλαγή συμβολικών χειρονομιών —συναντήσεων, συμβουλών, κοινωνικής εγγύτητας— που ενισχύουν τη αίσθηση αμοιβαίας προστασίας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη τέτοιων δεσμών, αλλά η ασυμβατότητά τους με την ηθική ευθύνη που αναμένει η κοινωνία από πρόσωπα κύρους.

Παράλληλα, η δημοσιοποίηση μαρτυριών θυμάτων εισάγει μια αντίστιξη που δεν επιτρέπει την αφηρημένη ανάλυση. Οι λέξεις των καταθέσεων —σπασμωδικές, αποσπασματικές, φορτισμένες— επαναφέρουν την ανθρώπινη διάσταση. Εκεί όπου η ελίτ ανταλλάσσει ιδέες και χιούμορ, τα θύματα καταγράφουν πόνο και τραύμα. Αυτή η σύγκρουση δύο αφηγήσεων —της εξουσίας και της εμπειρίας— αποτελεί ίσως τον πυρήνα της υπόθεσης. Η ιστοριογραφία μάς υπενθυμίζει ότι η ανάδειξη της μαρτυρίας των «αδύναμων» είναι συχνά το πρώτο βήμα ανατροπής μιας εδραιωμένης τάξης λόγου. Στην προκειμένη περίπτωση, η δημοσιοποίηση των αρχείων λειτουργεί ως πράξη αποδόμησης των μηχανισμών κύρους και σιωπής.

 

Τι σημαίνει αυτό για τις γυναίκες και τα κορίτσια

Το πιο ανησυχητικό ερώτημα είναι τι σημαίνει για τις γυναίκες και τα κορίτσια να βλέπουν ότι τόσοι πολλοί από τους πλουσιότερους και ισχυρότερους άνδρες του πλανήτη είναι όχι απλώς αδιάφοροι, αλλά ενεργά χλευαστικοί απέναντι στον πόνο τους. Όταν ο φιλελεύθερος διανοούμενος προσπαθεί να υποβαθμίσει την έμφυλη βία ως «υστερία»· όταν ο δισεκατομμυριούχος κάνει αστεία για «χαρέμια» σε μηνύματα με έναν καταδικασμένο για σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων· όταν πολιτικοί και αυλικοί προσφέρουν «στρατηγικές συμβουλές» σε κάποιον που έχει καταστρέψει ζωές κοριτσιών, το μήνυμα που αποστέλλεται είναι ξεκάθαρο.

Το μήνυμα λέει ότι: η αξιοπρέπεια των γυναικών είναι διαπραγματεύσιμη, εφόσον υπάρχουν αρκετά χρήματα, επιρροή ή «χρήσιμες» διασυνδέσεις· ​ οι θεσμοί –πανεπιστήμια, κυβερνήσεις, φιλανθρωπικά ιδρύματα– μπορούν να συνυπάρχουν άνετα με την κακοποίηση, αρκεί να διατηρείται η δημόσια βιτρίνα τους· και ότι ο μόνος πραγματικός κίνδυνος για έναν τέτοιο άνδρα δεν είναι η βία που ασκεί, αλλά το ενδεχόμενο να «ανοίξει το κουτί της Πανδώρας» και να εκτεθεί. ​

Αυτή η επίγνωση δεν είναι αφηρημένη· έχει συνέπειες στην καθημερινότητα. Όταν κορίτσια βλέπουν στα πρωτοσέλιδα ότι, ακόμη και όταν οι πράξεις είναι γνωστές τα δίκτυα προστασίας συνεχίζουν να λειτουργούν, τότε δεν είναι καθόλου παράλογο που εσωτερικεύουν την ιδέα ότι ο πόνος τους αντιμετωπίζεται ως «πηγή ερωτικής διέγερσης» ή ότι είναι «ασήμαντος». Όταν γυναίκες διαβάζουν τα αποσπάσματα των μηνυμάτων, καταλαβαίνουν ότι ακόμη κι εκείνοι που εμφανίζονται ως σύμμαχοι, διανοητικοί οδηγοί ή «προοδευτικοί» ηγέτες μπορεί να συμμετέχουν στον ίδιο κώδικα περιφρόνησης. ​

 

Μια ιστορία κοινωνικής αυτογνωσίας

Δεν θα ήταν, ωστόσο, επαρκές να δούμε την υπόθεση μόνο ως σκάνδαλο ανδρικής ελίτ. Αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα: την πολιτισμική κανονικοποίηση της αδιαφορίας. Σε κοινωνίες όπου η επιτυχία και ο πλούτος αναγορεύονται σε υπέρτατα κριτήρια αξίας, η ηθική κρίση συχνά υποχωρεί. Η υπόθεση δείχνει πώς η επιθυμία διατήρησης πρόσβασης σε δίκτυα ισχύος μπορεί να υπερισχύσει της στοιχειώδους αποστασιοποίησης από το έγκλημα. Η κατανόηση αυτής της δυναμικής είναι κρίσιμη όχι μόνο για την πολιτική ανάλυση, αλλά και για την ευρύτερη συζήτηση περί πολιτισμικών προτύπων.

Εντέλει, η σημασία των αρχείων Έπστιν δεν βρίσκεται στις επιμέρους αποκαλύψεις, αλλά στην ευκαιρία που προσφέρουν για συλλογικό αναστοχασμό. Θέτουν ενώπιόν μας ένα ερώτημα: ποια κοινωνία επιθυμούμε — μια κοινωνία όπου το κύρος λειτουργεί ως άφεση αμαρτιών ή μια κοινωνία όπου η ηθική ευθύνη είναι αδιαπραγμάτευτη; Η απάντηση δεν ανήκει μόνο στους πολιτικούς ή στα δικαστήρια. Ανήκει στη δημόσια σφαίρα, στη δημοσιογραφία, στην ακαδημαϊκή έρευνα, και κυρίως στην κοινωνική συνείδηση.

Ίσως η βαθύτερη συμβολική διάσταση της υπόθεσης να βρίσκεται στην εικόνα του «κουτιού της Πανδώρας» που έχει ανοίξει. Όχι ως πράξη εκδίκησης ή τιμωρίας, αλλά ως διαδικασία αποκάλυψης. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες στιγμές διαφάνειας, όσο επώδυνες και αν είναι, αποτελούν προϋπόθεση προόδου. Το ερώτημα δεν είναι αν η εικόνα της εξουσίας θα τραυματιστεί — αυτό είναι ήδη γεγονός. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα αξιοποιήσει την αποκάλυψη ως αφετηρία επαναπροσδιορισμού των ορίων ευθύνης και αξιοπρέπειας.

Με αυτή την έννοια, η υπόθεση Έπστιν υπερβαίνει το επίπεδο του σκανδάλου και εγγράφεται σε μια ευρύτερη ιστορία κοινωνικής αυτογνωσίας. Δεν αφορά μόνο πρόσωπα ή θεσμούς, αλλά το ίδιο το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνουμε την αίσθηση του σωστού και του λάθους. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική της βαρύτητα.

Βύρων Καρύδης

Δημοσιογράφος, διετέλεσε αρχισυντάκτης της ελληνικής υπηρεσίας του BBC.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.