Σύνδεση συνδρομητών

Περί ευθυνών

Παρασκευή, 03 Απριλίου 2026 15:52
freepik / επεξεργασία: ατελιέ The Books' Journal
Ένα είναι το πολιτικό σκάνδαλο: η αντιεξουσιαστική δημαγωγική αδιαφορία. Που είναι στην ουσία της σκληρά ατομικιστική, δηλαδή ωμά νεοφιλελεύθερη, αλλά με δημοκρατικό προοδευτικό περιτύλιγμα. Γιατί ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι οικονομική πολιτική, δεν εί
freepik / επεξεργασία: ατελιέ The Books' Journal

Το editorial του νέου τεύχους που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες γράφει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος.

Ποιος φταίει για τα διάφορα σκάνδαλα, ή «σκάνδαλα», που ανά τακτή περιοδικότητα κυριαρχούν στον δημόσιο βίο της χώρας; Μα, ασφαλώς, οι εκάστοτε κυβερνώντες. Σκάνδαλα παντού, σε βαθμό που δεν θα ήταν υπερβολή να υποστήριζε κάποιος ότι στην νεωτερική Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα είναι απολύτως σύγχρονη, όπως διατείνεται μiα μεταπρατική ευρωπαϊστική διανόηση), η πολιτική ταυτίζεται με την τέχνη διαχείρισης των συνεπειών τους, δηλαδή του εκλογικού τους κόστους.

Το σκάνδαλο δεν είναι τόσο το εκάστοτε σκάνδαλο που μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κοινού, των κομμάτων, των κυβερνήσεων, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών: είναι η κανονικότητά του, η ασφυκτική του κυριαρχία, η αέναη επαναφορά του, δηλαδή οι αντικειμενοποιημένες κοινωνικές και πολιτισμικές σχέσεις πολιτικής αντιπροσώπευσης που αυτό ορίζει και επιβάλλει. Είναι μοντέλο διακυβέρνησης με μεγάλη κοινωνική νομιμοποίηση, είναι η ίδια η πολιτική δομή εξουσίας όπως την αντιλαμβάνεται ο «κόσμος», οι «πολλοί», στο όνομα του καλού (του). Είναι η κοινωνικά και ιδεολογικά οριζόντια αποδοχή της πολιτικής, στη βάση της ιερής υπόκλισης στο ακλόνητο απόφθεγμα τού «όλα στην υπηρεσία του λαού και του τόπου». Είναι όμως μία παραλλαγή της χώρας ως προοδευτικής μπανανίας, είναι το σε πρακτική κατάσταση «αλάνθαστο αισθητήριο του λαού», ο πυρήνας του προοδευτικού μας μεταπολιτευτικού εθνικολαϊκισμού, που τόσο συγκινεί τελευταία ορισμένους από τους προοδευτικούς μας διανοουμένους. Είναι η άρση της αυτονομίας της πολιτικής που νομιμοποίησε η φιλελεύθερη και δημοκρατική κατά τα λοιπά Μεταπολίτευση. Είναι «ο λαός που αποφασίζει» έτσι κατά το δοκούν, είναι η άναρχη ομηρία των αποκομμένων από τον λαό ελίτ, από τις ενδιάμεσες σπερματικές, γραφειοκρατικές βουλήσεις (τους κατά Αλ. Παπαδιαμάντη ενδιάμεσους «επιφανείς»), αυτοδιοικητικές, συνδικαλιστικές κ.λπ., την άτυπη λογοδοσία τους στις αποκεντρωμένες «εκπροσωπήσεις», κομμάτων και οργανώσεων που δομούν τον κοινωνικό δεσμό. Κατά πόδας ακολουθούμενες και θεμιτοποιούμενες από πολλούς ριζοσπάστες διανοούμενους αριστερούς, εσχάτως δε και δεξιούς, που όλοι ανακαλύπτουν έκπληκτοι τη «σήψη» της κεντρικής εξουσίας.   

Μα δεν έχει κάνει «προόδους» η χώρα; Δεν είναι τουλάχιστον άτοπο να θεωρούμε «υπανάπτυκτη», «μη ευρωπαϊκή» την ελληνική κοινωνία; Σωρός τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν το αντίθετο: από τις μεγάλες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες, την οικογένεια, μέχρι τη ρωμαλέα υποστήριξη στα «δικαιώματα», τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, δεν είναι το ίδιο με το χθες. Και ώς ένα βαθμό, οι υποστηρικτές τέτοιων θέσεων όντως έχουν δίκιο, έστω και αν πολλοί από αυτούς δεν ξέρουν να το διατυπώσουν σωστά. Όντως, λοιπόν, και εδώ σε εμάς, η εφαρμογή μετά το 1974 (και κυρίως μετά το 1981) συλλογικών κρατικών προνοιακών πολιτικών συνέβαλε, όπως και στις άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, στην ταχεία άνθηση του ατομικιστικού φαινομένου. Πλέον, ο χειραφετημένος νεομικροαστός αισθάνθηκε δυνατός, με άποψη, γούστο και αυτονομημένη βούληση, στοιχεία ικανά να υπερβαίνουν, δηλαδή να διασπούν, τους θεωρούμενους ξεπερασμένους τρόπους ύφανσης του κοινωνικού συμβολαίου, στους οποίους ωστόσο αυτός οφείλει την ανάδειξή του, προτάσσοντας στο εξής ό,τι θεωρεί ως το δικό του συμφέρον, αδιαφορώντας ακόμα και για τη μεσοπρόθεσμη (ούτε λόγος για τη μακροπρόθεσμη) πορεία της πολιτικής ενότητας και οντότητας «Ελλάδα». Οι Έλληνες πήραν τη ρεβάνς από την μουχλιασμένη καταπιεστική Ελλάδα (της ΕΡΕ, κατά προτίμηση). Αφού ο λαός και «ξέρει» και «θέλει», άρα «μπορεί», πάντα «αδιαμεσολάβητα». Να που συμπίπτει σήμερα ο ανεύθυνος αριστερός χειραφετητισμός της καλότητας με την ασυνάρτητη λαϊκή Δεξιά. Η τελευταία, μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, δείχνει να ξεπερνά στην αιτηματολογία της ακόμα και μια ορισμένη ακροαριστερά. Σε βαθμό που μια τέτοια Δεξιά να μην μπορεί να υπάρχει ατύπως παρά ως «προοδευτική δύναμη» (εξαιρουμένου του αντιμεταναστευτισμού της). 

Υπάρχει εδώ ένα μείζον σκάνδαλο, όχι βέβαια ποινικό, αλλά πολιτικό. Όχι τόσο γιατί διαλύει τη διαίρεση Αριστερά/Δεξιά, όσο γιατί, ακριβώς, δείχνει ότι την αποδέχεται, νοοτροπιακά και πρακτικά, προσλαμβάνοντας την με τρόπο διαστροφικό, ποντίζοντάς την στον πολιτικά αδιαφοροποίητο ρητορικό εξτρεμισμό ενός αχαλίνωτου κορπορατισμού. Άντε μετά να βρεις τη «νεωτερικότητα» και τα «συμβόλαιά της». Όλα πλέον διαλύονται στον ριζοσπαστικό απολιτομορφισμό της επίκλησης του συμπεριληπτικού νεολαού (που όλο και περισσότερο θυμίζει, σε κάποια σημεία, τους απομονωμένους μηχανικούς-διαδικτυακούς νεοανθρώπους του Ουελμπέκ).

Ναι, η πολιτική ευθύνη βρίσκεται κυρίως στο «από τα κάτω», ωστόσο οργανώθηκε και δομήθηκε «από τα πάνω» και, έκτοτε, επικαιροποιείται και αναπαράγεται ανεμπόδιστα και διασπορικά, κοινωνιακά, σε όλα τα σημεία του πολιτικού φάσματος. Είναι το έργο του μεταπολιτευτικού εθνικολαϊκισμού, που στο όνομα της δημοκρατικής προόδου, του δίκιου των «πολλών», όπως λένε ευφημιστικά πολλοί αριστεροί τώρα τελευταία, κατασκεύασε μια άναρχη συνθήκη ικανή να παίρνει τον χρωματισμό του τόπου υποδοχής της, αριστερό ή δεξιό. Ροζ χριστιανισμός παντού. Αλίμονο στους μισάνθρωπους συντηρητικούς οι οποίοι πλέον λαμβάνουν ταχύτατα χαρακτηριστικά γραφικών «ασκητών», όταν βέβαια δεν διολισθαίνουν στον αυταρχισμό.

Και όλα αυτά σήμερα, σε μια γεωπολιτική περίοδο πολεμογενών και πολεμικών ανακατατάξεων, προκλήσεων της Τεχνητής Νοημοσύνης, ενός παγκόσμιου χάους, των νέων αυτοκρατοριών, υλικών και άυλων, που έρχεται να εσωτερικευθεί σε κάθε εθνική κοινωνία, ενισχύοντας τις εσωτερικές τάσεις διαφορισμού και μοριοποίησης, προσβάλλοντας δηλαδή την ελάχιστη, τη στοιχειώδη πολιτική τους ενότητα και ισχύ. Πρόκειται, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, για τη θηριώδη και εγωιστική άνοδο της (εξυπακούεται) συμπεριληπτικής αποπολιτικής, του impolitique στοιχείου που λένε κάποιοι διανοούμενοι, το οποίο προκρίνεται ως προνομιακό μέσο αντίστασης. Ηθικολογικές και συγκινησιακές ρητορικές επιλεκτικού, εγωιστικού θυματισμού που ξορκίζουν το κακό μέσα από ψευδο-συγκρούσεις, στην περίπτωσή μας γύρω και από υπαρκτά σκάνδαλα. Αποκρύπτοντας μια βασική αιτία τους. Ανάλογα την περίπτωση: την ανοχή ή τη διευρυμένη, εκούσια ή ακούσια αδιάφορο, δημαγωγική αντιεξουσιαστική τους αναπαραγωγή. Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη των ελίτ, και των ιθυνουσών και των αντιπολιτευόμενων. Δεν πρόκειται περί συμψηφισμού, αλλά για την εν πολλοίς αντιπολιτευτική ομηρία των εκάστοτε ιθυνόντων, όταν έρχονται σε σύγκρουση με την ίδια την πραγματικότητα. Σε τέτοιο βαθμό, που οι ιθύνοντες, πολλές φορές, για να συνεχίζουν να είναι ιθύνοντες, να πρέπει, θέλοντας και μη, να ενσωματώνουν άναρχα στο ίδιο το εσωτερικό τους τις αντιπολιτεύσεις, κάνοντας αντιπολίτευση στον εαυτό τους. Ο ιδεότυπος του σωσία. Και έπειτα, ο σωσίας ως σωτήρας. Και αυτό που τώρα μοιάζει να παραιτείται, να καταρρέει, να ενδορρηγνύεται, όπως και πριν, με τις πλημμύρες, με τις πυρκαγιές, με τα αυθαίρετα σκάνδαλα (πού πήγαν και φύτρωσαν τόσα δάση μέσα στις βίλες, με τα μπαζωμένα ρέματα με τα φερτά υλικά που λένε και οι τηλεοράσεις και τις ιδιωτικές οδούς της ευμάρειας του 4Χ4,  της νεωτερικής μας χώρας;), είναι ένα κομμάτι της χαρισματικής Μεταπολίτευσης, διαπολιτικά, συναινετικά, προοδευτικά, αγωνιστικά, πολεμικά στηριγμένης, είπαμε: στην υπηρεσία του λαού και του τόπου, των «πολλών».

Ένα είναι το πολιτικό σκάνδαλο: η αντιεξουσιαστική δημαγωγική αδιαφορία. Που είναι στην ουσία της σκληρά ατομικιστική, δηλαδή ωμά νεοφιλελεύθερη, αλλά με δημοκρατικό προοδευτικό περιτύλιγμα. Γιατί ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι οικονομική πολιτική, δεν είναι η λιτότητα, οι ανισότητες, οι τράπεζες, αλλά η αποπολιτική αδιαφορία, γαρνιρισμένη με ριζοσπαστική, κοινωνικά απενοχοποιημένη, ηθικολογία. Γιατί είναι παγκοίνως γνωστό: η εξουσία φθείρει και διαφθείρει, είναι όχι μόνο κακιά, είναι το ίδιο το κακό εξ ορισμού και αυτοπροσώπως, η εξουσία είναι «σήψη». Πάντα και παντού και απροϋπόθετα και μηδενιστικά. Στην επικράτεια της αδιαφορίας, ο συμπεριληπτικός μηδενισμός, ιδού το νέο αποπολιτικό πρότζεκτ, ικανό να συσπειρώνει και να ομογενοποιεί στον συγκυριακό χρόνο, στον καιρό, τις ευαισθησίες, τα αντίθετα, κρύβοντας τα ουσιώδη. Καλή συνέχεια, όπως λέμε οι νεοάνθρωποι, στους συγκινητικούς, στους καλοπαθείς μας εμφυλίους.               

        

Ανδρέας Πανταζόπουλος

Πολιτικός επιστήμονας, πρώην αναπληρωτής καθηγητής πολιτικών επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πιο πρόσφατα βιβλία του: Λαϊκισμός και εκσυγχρονισμός, 1965-2004 (2011), Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013 (2013), Εθνικολαϊκισμός και νεωτερικότητα στην Ελλάδα (2021), Η ταυτότητα της πολιτικής στη μεταπολεμική Ελλάδα (2022), Η πολιτική της αντιπροσώπευσης (2024), Ο Ντοστογιέφσκι και ο λαϊκισμός (2024), ΠΑΣΟΚ: από τη δημοκρατική τάξη στο κινηματικό χάος; (2024). Σε λίγο κυκλοφορεί το βιβλίο του, Το κάλεσμα του Ντοστογιέφσκι.


Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.