Σύνδεση συνδρομητών

Xιτζάμπ

Τρίτη, 28 Απριλίου 2026 23:57
Wikipedia
Γυναίκες στην Καμπούλ του Αφγανιστάν με μπούργκα. Εκεί, η ενδυμασία αυτή είναι υποχρεωτική. Στον δυτικό κόσμο, οι πολιτικές της ταυτότητας διεκδικούν συχνά ενδυματολογικούς κώδικες στο όνομα της ιδιοπροσωπίας που, όμως, στο παρελθόν ήταν σύμβολα καταπίεση
Wikipedia

Πώς στο όνομα της ταυτότητας απειλούνται οι κοινωνικές κατακτήσεις των γυναικών

Όταν διαφωνώ με τις κόρες μου, και με τους νεότερους γενικά, δίνω πιθανότητες 80 προς 20 να έχουν δίκιο αυτές/οί και άδικο εγώ. Έχω σε μεγάλη εκτίμηση τα νιάτα. Αυτή τη φορά όμως, αισθάνομαι την αρχική αντίρρηση να επιμένει μέσα μου με ασυνήθιστα μεγάλη ένταση. Στην κριτική αλλά και στην ποίηση, είναι κρίσιμο αφενός να ρωτάμε τον εαυτό μας κάθε τόσο «γιατί;», αφετέρου να προσπαθούμε να περιγράψουμε με ακρίβεια την απάντησή του. Πρέπει να αναγνωρίζουμε πρώτα το συναίσθημα και να διαμορφώνουμε, κατόπιν, την έκφρασή του, ώστε να μεταδοθεί αποτελεσματικά. Θα κάνω χρήση αυτής της πρακτικής, γραπτά και δημόσια, για να απαντήσω στα, εν προκειμένω, ερωτήματά μου. Ποια είναι η χημική σύνθεση ή, πιο σωστά, η προέλευση αυτής της ασυνήθιστα ισχυρής αντίρρησης; Η αυθόρμητη απάντηση είναι: ο φόβος. Και, μαζί με αυτόν, το πείσμα που γεννά ο φόβος (σκεφθείτε εδώ έναν σκύλο που στυλώνει τα πόδια και αρνείται να πάει προς τα κει που υπάρχει αυτό που τον φοβίζει). Φόβος και πείσμα σταδιακά αλληλοενισχύονται σε αύξουσα πορεία. Ας βάλω μιαν άνω τελεία.

Όλα ξεκίνησαν ένα πρωί όταν, σε δημόσιο χώρο, στην Ελλάδα, χρειάστηκε, στο πλαίσιο μιας εμπορικής συναλλαγής, να εξυπηρετηθώ από μια νέα γυναίκα που μιλούσε άπταιστα ελληνικά και φορούσε, μαζί με τη στολή της εργασίας της, χιτζάμπ. Αυτήν, δηλαδή, τη σφιχτοδεμένη γύρω από το κεφάλι μαντήλα, που υποχρεώνονται σε συγκεκριμένες –όχι σε όλες– τις μουσουλμανικές κοινότητες να φορέσουν τα κορίτσια, όταν εγκαταλείψουν την παιδική ηλικία. Όταν γίνουν «γυναίκες». Στο πάρκο στο Γουδί βλέπω μουσουλμανικές οικογένειες με μικρά, ασκεπή κοριτσάκια. Τα μπουκλάκια τους ανεμίζουν. Τα λίγο μεγαλύτερα κορίτσια, όμως, κυκλοφορούν με σφιχτοδεμένο το κεφάλι. Τις σκέφτομαι, παιδιά ακόμη και αυτές, να υφίστανται ξαφνικά τον περιορισμό. Από πότε άραγε; Από όταν τους έρθει περίοδος;

Αυτή η σφιχτή, κακιά μαντήλα, αφήνει εκτεθειμένο, «γυμνό», μόνο το πρόσωπο. Όμως, οι γυναίκες που φορούν χιτζάμπ έχουν, επίσης, καλυμένο το σώμα στο σύνολό του, εκτός από τα χέρια, από τον καρπό και κάτω. Μακριά κουμπωμένα μανίκια, χειμώνα-καλοκαίρι. Παντελόνια ή μακριά φορέματα. Το μόνο δέρμα που αφήνουν γυμνό είναι στο πρόσωπο και στα χέρια. Τα μαλλιά με την ελευθερία τους, εξαφανίζονται. Ο λαιμός, πάει κι αυτός. Το δέρμα του προσώπου και των χεριών αποπνέει, έτσι σφιχτοδεμένο και περιορισμένο, μιαν αφύσικη, κέρινη αίσθηση. Σαν να το έχει κάποιος λιώσει σε καμίνι και ξαναπλάσει, σύμφωνα με διαφορετικό κανόνα. Για να χωράει στον περιορισμό. Για να συμφωνεί με αυτόν. Στερημένο τα μαλλιά και τον λαιμό του, πλαισιωμένο από μιαν υφασμάτινη μέγγενη, το πρόσωπο είναι πια σαν από καουτσούκ. Σαν να υπάρχει κάπου στη φυλακή του υφάσματος μια τρύπα, και από αυτήν πετάγεται ένα πηγούνι, μια μύτη, ένα μάτι, ένα μάγουλο. Αλλοιωμένα από μιαν ισχυρή, αόρατη εξουσία.  

 

Γιατί φοβάμαι

Εκείνο το πρωί έκανα μιαν οργισμένη ανάρτηση στο facebook, χωρίς φωτογραφία εννοείται. Ένιωσα απειλή, φόβο, προσβολή και ανημπόρια, και το δημοσιοποίησα αυθόρμητα. Κάτω από αυτή την ανάρτηση έγιναν, στον «τοίχο» μου, πολλά και διάφορα σχόλια, μερικά σε ιδιαίτερα έντονο ύφος, υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς.  Στο τέλος, έγινε και ένα σχόλιο που εν μέρει επέσειε τον κίνδυνο να πληγούν τα επαγγελματικά συμφέροντα της γυναίκας με το χιτζάμπ και εν μέρει με απειλούσε με ενδεχόμενη μήνυση. Το σχόλιο άφηνε να εννοηθεί ότι διατυπωνόταν από γυναίκα-συνάδελφο της φέρουσας το χιτζάμπ, πράγμα ωστόσο που δεν ταίριαζε με τις αναφερόμενες στο συγκεκριμένο προφίλ ιδιότητες. Αναρωτήθηκα ποιος ή ποια σχολίαζε στ’ αλήθεια, πίσω από αυτό το προφίλ. Ένιωσα άβολα. Κατέβασα την ανάρτηση. Δεν ήταν σκοπός μου να χάσει κανείς τη δουλειά του. Ούτε και ήθελα βέβαια να μπλέξω με μηνύσεις. Η μεγάλη μου κόρη είπε: «Το ξέρεις ότι δεν συμφωνώ μαζί σου». Μια στιγμή, σκέφτηκα: Με κατηγορούν ότι μια γυναίκα θα χάσει τη δουλειά της εξαιτίας μου. Με απειλούν με μήνυση. Και η κόρη μου, δεν είναι με το μέρος μου. Τότε ήταν που με κυρίευσε ο φόβος του Λαοκόωντα ή της Κασσάνδρας. Φτάνουμε λοιπόν στην υπεσχημένη αναμέτρηση με τα ερωτήματα. Γιατί φοβάμαι πολύ, και ταυτόχρονα στυλώνω με τρομερό πείσμα τα πόδια μου, σαν σκύλος; Νομίζω ότι η κύρια αιτία είναι οι δυο μου γιαγιάδες. Πρέπει, λοιπόν, να εξηγήσω από πού προέρχομαι.

Η γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ρούμελης και, πριν κλείσει τα είκοσι, έφερε στον κόσμο τον πατέρα μου, το 1927 και, κατόπιν, άλλα τρία παιδιά. Ο άντρας της την έσπαγε στο ξύλο, όπως άλλωστε και τον πατέρα μου, τον πρωτότοκο. Όταν ο πατέρας μου έγινε 9 ετών, ορφάνεψε από πατέρα, και η γιαγιά μου έμεινε χήρα με τέσσερα πολύ μικρά παιδιά. Από τότε, και μέχρι το θάνατό της, η γιαγιά δεν έτρωγε πλέον ξύλο αλλά ήταν μαντηλοδεμένη. Πολύ αργότερα, σε γιορτινές περιστάσεις, π.χ. γάμος εγγονιού, φορούσε ένα γκρίζο μαντήλι δεμένο στο λαιμό και είχε το στόμα της ελεύθερο. Αλλά στα παιδικά μου χρόνια ήταν μαυροντυμένη, μαντηλοδεμένη, με το κατάμαυρο μαντήλι να της σκεπάζει το μισό πρόσωπο και το στόμα! Ακόμα και μέσα στο σπίτι το κατέβαζε με το ζόρι, για να φάει. Γιατί ήταν ακόμα νέα και όμορφη, τότε, και δεν έπρεπε να φαίνεται. Ένιωθα φρίκη και απέχθεια για εκείνο το φραγμένο στόμα, πίσω από το μαύρο μαντήλι, που μιλούσε και τα λόγια ακούγονταν παράξενα, στριγγά, πνιγμένα από το μαύρο πανί. Η λέξη «τσεμπέρι» έκανε το στομάχι μου να συσπάται από ένα μείγμα σιχασιάς και φόβου. Πολύ συχνά, μια γυναίκα με μαύρο μαντήλι ζωντανεύει απειλητικά στους εφιάλτες μου. Όταν διάβασα το Περσέπολις της Σατραπί, ένιωσα να με αφορά προσωπικά.   

Η γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, γεννήθηκε την ίδια περίπου εποχή όπως και η άλλη μου γιαγιά, αλλά σε ένα χωριό του ορεινού Πόντου. Πέθανε πριν τη γέννησή μου. Ο παππούς μου δεν την έδερνε, αλλά την ειρωνευόταν και την πρόσβαλλε ενώπιον τρίτων για την έλλειψη μόρφωσής της. Εκεί, στον ορεινό Πόντο, υπήρχε επίσης κι ένα έθιμο, που έσβησε σιγά σιγά μετά την Καταστροφή και την εγκατάσταση στη νέα πατρίδα. Λεγόταν «στύμνωμα». Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, από τη στιγμή του αρραβώνα η μελλοντική νύφη έπρεπε να σωπαίνει και να κοιτά χαμηλά όταν ερχόταν αντιμέτωπη με τον άνδρα και τα πεθερικά της. Απαγορευόταν να τους απευθύνει το λόγο ακόμη και για πολλά χρόνια μετά τον γάμο. Μονάχα η πεθερά μιλούσε στη νύφη, για να της δίνει εντολές. Δυο μέρες μετά το γάμο, η νύφη έπλενε τα πόδια του πεθερού και τα φιλούσε. Στο εξής, ήταν υποχρεωμένη να στέκεται όρθια όσο έτρωγαν οι άλλοι, τους οποίους είχε προηγουμένως περιποιηθεί. Έκανε όλες τις δουλειές στο σπίτι, στο χωράφι, στα ζώα. Από τα ξημερώματα και μέχρι να φάνε και να κοιμηθούν οι άντρες το βράδυ ζούσε όρθια και σιωπηλή. Συχνά οι γυναίκες, από την κούραση της ολοήμερης δουλειάς και της ορθοστασίας, ζαλίζονταν και παραπατούσαν σαν μεθυσμένες στο τέλος της μέρας. Ακόμα και επισκέπτες του σπιτιού μπορεί να τις χτυπούσαν με μαγκούρες, αν τις έβλεπαν να λυγίζουν από την κούραση, με τον τρόπο που χτυπούσαν τότε οι άνθρωποι και τα ζώα τους. Οι νύφες ήταν πάνω-κάτω στην ίδια κατηγορία με τα ζώα.

Πολλές φορές άκουσα, σε διηγήσεις ή αναδιηγήσεις, αυτή τη σύγκριση των γυναικών με τα ζώα, όχι μονάχα από χωριάτες αλλά και από μορφωμένους αστούς παλαιότερων γενεών, από άλλες περιοχές της χώρας, από διαφορετικές ομάδες και προελεύσεις, από τις οποίες δεν εξαιρείται η ελληνο-εβραϊκή. Μεγάλωσα σε έναν ελληνικό κόσμο όπου η κακοποίηση των ζώων παρέμενε αυτονόητη, ενώ η σωματική κακοποίηση των γυναικών μόλις άρχιζε να αμφισβητείται. Η περιφρόνηση και η λεκτική κακοποίηση, ακόμη και δημόσια, ήταν απλά ο κανόνας, όταν ήμουν παιδί. Στο χωριό του πατέρα μου, στη Ρούμελη, θυμάμαι το σοκ που βίωσα ως μικρό κορίτσι του δημοτικού όταν, αρχές της δεκαετίας του 1970, συνειδητοποίησα ότι στο καφενείο της πλατείας οι γυναίκες, ακόμη και των «Αθηναίων», ήταν αδιανόητο να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τους άντρες. Θυμάμαι καλά ποια γυναίκα έσπασε αυτόν τον κανόνα. Και θυμάμαι και πόσο την κακολόγισαν γι’ αυτό. Από τότε, τα πράγματα άλλαξαν επί τα βελτίω, ενώ, όπως ξέρουμε, μένουν ακόμα πολλά να γίνουν. Ευτυχώς, ο κόσμος με τις μαντηλοδεμένες, ξυλοφορτωμένες, βαθιά περιφρονημένες γυναίκες στον οποίο εγώ γαλουχήθηκα απέχει έτη φωτός από τον κόσμο στον οποίο γέννησα τα παιδιά μου. Μη σας ξεγελά, επιμένω, η χωριάτικη καταγωγή. Μπορώ, όπως είπα, μια χαρά να αναφέρω παρόμοιες μαρτυρίες από το άστυ, και μάλιστα από την ανώτερη αστική τάξη, και να σας σηκωθεί η τρίχα. Αρκεί άλλωστε να πάμε λίγο πίσω στον χρόνο και να διαβάσουμε, στις Πρώτες Ενθυμήσεις της Π. Σ. Δέλτα, τα ανατριχιαστικά περιστατικά κακοποίησης των παιδιών του Μπενακαίικου από τους δυο γονείς. Και δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνη την αθηναία αστή, την ελάχιστα νεότερη από τις δυο γιαγιάδες μου, που πήγε στα καλύτερα παρθεναγωγεία της εποχής της, να μου λέει, σε εμένα την ίδια, ότι «αυτές που τρώνε ξύλο το παθαίνουν γιατί βγάζουν γλώσσα». Αυτά, τα άκουσα λίγο μετά το 2000.

 

Όταν ξυπνούν τα φαντάσματα

Ασφαλώς και θα ήθελα πολύ να μην ήταν μέρος της αληθινής ζωής μου αυτά, και άλλα ζοφερά, που δεν είμαι ακόμα έτοιμη να αφηγηθώ. Επίσης όμως, δεν είμαι και αφελής. Ξέρω καλά ότι δεν είμαι καμιά ξεχωριστή περίπτωση. Αυτή την ευκολία ενός νοητού αντίλογου, για να ξεμπερδέψετε με την περίπτωσή μου, πάρτε την πίσω παρακαλώ. Την αρνούμαι. Όχι αγαπητές και αγαπητοί. Δεν είμαι καμιά κακοπαθημένη εξαίρεση: Μια συνηθισμένη Ελληνίδα της γενιάς μου είμαι. Απλώς αντέχω να τα πω ή δεν αντέχω να μην τα πω. Ελάτε λοιπόν. Σας καλώ να διασχίσετε με μεγαλύτερη ειλικρίνεια τα μακρινά τοπία της μνήμης σας και να μαρτυρήσετε την αλήθεια. Κι εσείς την ξέρετε. Κι εσείς έχετε ζήσει πολλά τέτοια, αλλά τα μεταμφιέσατε, τα απωθήσατε, τα θάψατε. Εξιδανικεύσατε τους προγόνους; Ανθρώπινο...  Ακούστε: είναι κάτι εποχές στην Ιστορία, που τα φαντάσματα ξυπνούν και ο τροχός απειλεί να γυρίσει απότομα προς τα πίσω. Και, όπως πλέον γνωρίζουμε, καμιά φορά γυρίζει πράγματι προς τα πίσω και οι εφιάλτες γίνονται ρεαλισμός, ακόμη και επί ευρωπαϊκών ή αμερικανικών εδαφών. Μια γυναίκα μαντηλοδεμένη δεν είναι κανονική. Δεν πραγματώνει την ελεύθερη επιλογή της. Αν περπατούσε στα τέσσερα δεμένη με αλυσίδα, πώς θα μας φαινόταν; Όλα καλά; Κι αν δήλωνε ότι της αρέσει αυτό ακριβώς, το να περπατά στα τέσσερα με αλυσίδα; Το δίκαιό μας δεν το ανέχεται, αυτό το τελευταίο. Γιατί λοιπόν να ανεχθεί το χιτζάμπ; Οι γιαγιάδες μου, οι γιαγιάδες μας, ζούσαν σε μια εποχή που περιλάμβανε ταυτόχρονα και γυναίκες πιο ελεύθερες από τις ίδιες· δεν το επέλεξαν αλλά έτυχε να ανήκουν στα πιο συντηρητικά κομμάτια εντός των διαφοροποιημένων και διαφοροποιούμενων κοινωνιών της εποχής εκείνης. Θέλουμε άραγε να γυρίσουμε σε μια τέτοια εποχή, με πρόσχημα το σεβασμό του διαφορετικού; Να ανεχθούμε νησίδες διάδοσης ηθών που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις πρόσφατες κατακτήσεις μας; Να κανονικοποιήσουμε την πατριαρχία στην πιο ωμή εκδοχή της, τον εξευτελισμό και την επιβολή στο γυναικείο σώμα;

Θέλω να επισημάνω εδώ και μιαν άλλη, ιδιαίτερα σημαντική παράμετρο, που εντείνει το συναίσθημα του φόβου μέσα μου. Ζούμε σε μιαν εποχή απρόσμενων, φοβερών ανατροπών. Κατακτήσεις στο πεδίο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που, όταν γεννήθηκαν οι κόρες μου, τη δεκαετία 2000-2010, καίτοι πρόσφατες, έμοιαζαν αυτονόητες και ακλόνητες στον δυτικό κόσμο, απειλούνται σοβαρά και μάλιστα μέσα στα ίδια τα λίκνα που τις γέννησαν. Στις ΗΠΑ, από τον Τραμπ. Στη Γαλλία, από τη Λεπέν. Και στην Ελλάδα... Ας μην επεκταθώ – μπορεί η καθεμιά και ο καθένας να κάνει τις προσθήκες της/του εδώ. Σημασία έχει πως το αυτονόητο της χειραφέτησής μας τέλειωσε, πριν καλά καλά εδραιωθεί. Και πως η απειλή που δεχόμαστε, ιδίως εμείς οι γυναίκες, αλλά και άλλες κοινωνικές ομάδες, αγγίζει τα όρια της δυστοπίας. Κάθε τόσο ανατριχιάζουμε ακούγοντας το δελτίο ειδήσεων και αναρωτιόμαστε αν θα ζήσουμε στη Θεραπαινίδα της Άτγουντ ή στην Υποταγή του Ουελμπέκ. Αυτό είναι φυσικό να το παίρνει κάπως αψήφιστα κάποια που δεν γνώρισε παρά τον –με όλες τις ατέλειές του– κόσμο στην πιο προχωρημένη και φιλελεύθερη μέχρι τώρα στους ιστορικούς χρόνους εκδοχή του. Όταν γεννιόμαστε και είναι μέρα, φυσικό είναι να θεμελιώνεται μέσα μας ασυνείδητα η πεποίθηση ότι πάντοτε μέρα θα είναι. Έλα όμως που δεν είναι καθόλου έτσι.  

Εμείς που μεγαλώσαμε σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό, όπου ο 19ος αιώνας ήταν μόλις ένα κοντινό «χτες», ούτε καν «προχτές», δικαιούμαστε να μας λούζει κρύος ιδρώτας στη θέα της σφιχτής μαντήλας. Αν νομιμοποιήσουμε ως «επιλογή» το χιτζάμπ, θα βρεθεί λίγο αργότερα ένας ηγέτης να πείσει τις μάζες ότι είναι πολύ καλή ιδέα για όλους αυτή η «επιλογή». Αφού βρίσκονται ηγέτες να μας πουν ότι πρέπει η άμβλωση να απαγορευθεί ξανά, γιατί να μη γίνει το ίδιο και με τη γυναικεία ενδυμασία; Μπορεί μάλιστα κάποιες πλειοψηφίες να πειστούν ότι και τα χαστούκια, επίσης, είναι καλή ιδέα. Μπορεί ό,τι με αγώνες, δυσκολίες και εκατομμύρια κατεστραμμένες ζωές κατακτήθηκε, να γίνει γρήγορα σκόνη στο όνομα κάποιας «ελεύθερης επιλογής». Κάποιοι πιστεύουν ότι δικαιούνται ακόμα να βασανίζουν τα ζώα τους και σίγουρα κάποιοι πιστεύουν ότι δικαιούνται να ορίζουν τα ξεσκέπαστα μαλλιά μιας γυναίκας ως πορνεία, ως ντροπή. Μπορεί, και σήμερα ακόμη, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας εδώ, στην Ελλάδα, να πιστεύει ότι μια γυναίκα με μίνι φούστα προκαλεί τους βιαστές και φέρει ευθύνη για ό,τι θα της συμβεί στο σκοτεινό πάρκο το βράδυ. Για να μη μιλήσουμε για τις επιγνώσεις με τις οποίες καθημερινά μας φέρνει αντιμέτωπες το me too. Η αποδοχή του χιτζάμπ ανοίγει ύπουλα και ψευτο-αλληλέγγυα την πόρτα σε όλες αυτές τις ολισθηρές διαπραγματεύσεις, που υπονομεύουν κατακτήσεις πολύ πρόσφατες, όπως εμείς οι παλαιότερες είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από πρώτο χέρι. Φαντάζεστε τη γιαγιά μου με το φασκιωμένο στόμα να εμφανίζεται σε ένα καλό γραφείο της εποχής εκείνης αναζητώντας εργασία ως γραμματέας; Θα της έκλειναν χωρίς συζήτηση την πόρτα. Καλό θα της έκαναν, γιατί θα την έβαζαν να διαλέξει. Μαζί με αυτήν θα αναγκάζονταν να διαλέξουν και όσες/όσοι θα είχαν ανάγκη το μισθό της. Αλλιώς, ακόμα θα δούλευαν μαντηλοδεμένες οι χήρες, και θα μας φαινόταν συνηθισμένο κι αυτονόητο. Πώς γίναμε ξαφνικά τόσο ενδοτικοί; Γιατί αυτοπαγιδευόμαστε; Γιατί δεν επιβάλλουμε και στο σημείο αυτό τον εθνικό ή τον ευρωπαϊκό νόμο, όπως κάνουμε π.χ. για τον παιδικό γάμο ή για την υποχρεωτική εκπαίδευση; Υπάρχει μήπως κάποια «στάθμιση» που μου διαφεύγει;

Όταν η γυναίκα ή ο/η γκέυ, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, κάνουν το coming out, σηκώνουν συχνά στους ώμους τους τεράστια φορτία ενοχής, ντροπής, προδοσίας. Σπάνε το καλούπι με κόστος. Όποια/ος το πέρασε αυτό σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όποια το έζησε στο πετσί της, ανοίγοντας έτσι και το δρόμο για τις επόμενες, νιώθει μονάχα ματαίωση και απειλή και απομόνωση, στην ιδέα αυτής της μεταμοντέρνας, δήθεν φιλελεύθερης, σκληρά όμως καπιταλιστικής ευελιξίας, που με χαρά καταβροχθίζει αμάσητη τη μαντηλοδεμένη εργατική δύναμη. Φτάνει να γίνεται η δουλειά, θα λέει ο εργοδότης. Και όλα τα άλλα ας τα λύσουν οι γυναίκες μόνες τους, στο σπίτι τους, το βράδυ. Έτσι, με το χιτζάμπ στη δουλειά, η αποτρόπαιη συνθήκη του σπιτιού, το βράδυ, έρχεται στο προσκήνιο αθωωμένη, κανονικοποιημένη, φυσιολογική. Εδώ, συνειδητοποιώ («θυμάμαι») κάτι ακόμα. Εκτός από εγγονή αυτών των δυο γιαγιάδων, είμαι επίσης και κόρη εκείνου του παλιού φεμινιστικού κινήματος που διακήρυσσε ότι το προσωπικό είναι πολιτικό. Όταν βλέπω γυναίκα με χιτζάμπ, ο λαιμός μου στεγνώνει και τα χέρια μου ιδρώνουν. Το «προσωπικό» της, δηλαδή η βία που ασκείται επάνω της με τη συναίνεσή της, έγινε «πολιτικό»: έγινε θεσμός, μπήκε στη ζωή μου. Νομιμοποιήθηκε. Είναι σαφές ότι απειλούμαι. Γι’ αυτό φοβάμαι. Γι’ αυτό θυμώνω. Στο όνομα των πολύ βασανισμένων γυναικών, που στα χέρια τους μεγάλωσα, όπως χιλιάδες κορίτσια σαν κι εμένα τότε: προειδοποιώ.

 

Μαρία Τοπάλη

Συγγραφέας, μεταφράστρια και κριτικός. Κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές της Σερβίτσιο Τσαγιού (1999), Λονδίνο και άλλα ποιήματα (2007), Βερμίου Κατάβαση (2010), το θεατρικό μιούζικαλ Ο Χορός της Μεσαίας Τάξης (2012), το βιβλίο Για τέσσερα χέρια (2013) που εξέδωσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα, το Ρέκβιεμ για μια εφηβεία (2017) και την ποιητική συλλογή Μαζί τ' ακούγαμε (2018). Μεταξύ άλλων, έχει μεταφράσει τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρ.Μ. Ρίλκε (2011).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.