Όπως δήλωσε ο Λαβρόφ σε συνέντευξή του σε τουρκικά μέσα, «το 1925 γιορτάσαμε την 105η επέτειο από την αναγνώριση της κυβέρνησης της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης από τη Σοβιετική Ρωσία. Δεν περιοριστήκαμε στην αναγνώριση, αλλά παρείχαμε και υλική βοήθεια, όπλα, πυρομαχικά, χρυσό». Επίσης δεν παρέλειψε να κάνει λόγο για μια «ένδοξη σελίδα στρατηγικής συνεργασίας» για τη Ρωσία και την Τουρκία.
Αυτή η παραδοχή, καίτοι ιστορικά καταγεγραμμένη από ειδικούς και ιστορικούς, ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε «επικυρωθεί» επισήμως από τη Μόσχα. Ο ίδιος ο Λαβρόφ την επαναφέρει σήμερα με έναν τρόπο που την συνδέει ευθέως με τις στρατηγικές σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας στο παρόν και το μέλλον.
Αν εξετάσει κανείς τη σκοπιμότητα αυτής της δημοσιοποίησης της ρωσικής βοήθειας προς τον Κεμάλ καταλαβαίνει ότι στοχεύει με ακρίβεια να επανεπιβεβαιώσει μια στρατηγική τονίζοντας ότι αυτή δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά εκτείνεται μέχρι το παρόν. Ρωσία και Τουρκία, παρά τις κατά καιρούς αντιφάσεις και συγκρούσεις συμφερόντων, έχουν οικοδομήσει έναν βαθύ γεωπολιτικό δεσμό, τον οποίο ο Λαβρόφ επιλέγει να παρουσιάσει όχι ως μια αμφιλεγόμενη σελίδα της ιστορίας, αλλά ως «ένδοξη παράδοση» στρατηγικής συνεργασίας, ως κάτι που αξίζει να τιμάται και να συνεχίζεται.
Από την άλλη πλευρά, αυτή η αναφορά φωτίζει, έστω και εμμέσως, τον τρόπο με τον οποίο ο διεθνής παράγων διαμορφώνει πολιτικό πλαίσιο και στέλνει μηνύματα ισχύος. Όταν μια υπερδύναμη όπως η Ρωσία επανέρχεται δημόσια σε μια τόσο τραυματική στιγμή για τον ελληνισμό, δεν το πράττει για λόγους ιστορικής ειλικρίνειας ή εξιλέωσης. Αυτό εξάλλου το έχει αναλάβει επιτυχώς το ΚΚΕ. Στην προκειμένη περίπτωση, το κάνει για να δηλώσει στρατηγική επιλογή. Ορισμένες αναγνώσεις βλέπουν σε αυτή την κίνηση μια έμμεση αλλά σαφή προτίμηση της Μόσχας προς την Άγκυρα, ιδίως υπό το βάρος της στάσης της Αθήνας στο ουκρανικό ζήτημα, ένα μήνυμα που υπερβαίνει κατά πολύ το πεδίο της ιστορίας και εγγράφεται ευθέως στη σφαίρα της τρέχουσας πολιτικής και της γεωστρατηγικής καθημερινότητας.
Ας είμαστε σαφείς: η κατάρρευση του ελληνικού στρατού το 1922 και ο ξεριζωμός της ελληνικής κοινότητας από την Ιωνία ήταν η πιο τραυματική στιγμή του ελληνισμού στον 20ό αιώνα. Η απώλεια ζωών, εδαφών και μνήμης ήταν στρατιωτική διπλωματική και εθνική συντριβή. Η εκ νέου δημόσια παραδοχή της ρωσικής υποστήριξης στον Κεμάλ λειτουργεί σαν υπενθύμιση της πολυπλοκότητας που περιβάλλει εκείνη την περίοδο.
Κι όμως, στην Ελλάδα δεν έχουμε μάθει να προσεγγίζουμε τέτοια ιστορικά ζητήματα με πραγματικά κριτικό βλέμμα. Προτιμούμε να τα εντάσσουμε σε έναν βολικό, σχεδόν καθησυχαστικό ναρκισσισμό του πένθους. Ο θρήνος, η απώλεια, η συναισθηματική κορύφωση αποκτούν έναν υπνωτικό ρόλο. Δημιουργούν μια λήθη μέσα από την υπερβολική ταύτιση με το τραύμα. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, το συναίσθημα υποκαθιστά τη σκέψη και η συγκίνηση παρουσιάζεται ως αυταξία.
Η κριτική σκέψη, όμως, δεν μπορεί να αντλεί τη δύναμή της από τη συγκίνηση. Απαιτεί τόλμη και, συχνά, μια μορφή αρετής: τη διάθεση να κοιτάξεις την ιστορία χωρίς παρηγορητικούς μύθους, χωρίς το άλλοθι της συλλογικής θλίψης. Κι αυτό ακριβώς είναι που δυσκολευόμαστε να κάνουμε. Γιατί ο θρήνος, όσο ειλικρινής κι αν είναι, παραμένει ένας ασφαλής τρόπος να μην αναμετρηθούμε με τις πιο άβολες αλήθειες. Αντίθετα, η κριτική ανάγνωση της ιστορίας αντί για παρηγοριά απαιτεί ευθύνη. Και αυτή είναι πάντα πιο δύσκολη να την αναλάβεις.
Το πρόσφατο άρθρο μου στο Books’ Journal (https://booksjournal.gr/gnomes/5733-ellada-rosia-ameriki-dyo-aiones-mythoi-kai-pragmatikotites) για το πώς η ελληνική πολιτική και κοινωνία κουβαλά μύθους για τη Ρωσία, ως «αδελφό λαό» ή «προστάτη», καταδεικνύει ακριβώς αυτή την πολιτισμική αυταπάτη: από τις εποχές της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα, πολλά ελληνικά αφηγήματα έχουν πλέξει μιαν ανιστόρητη ρομαντική προσδοκία ότι «κάποιος θα μας σώσει».
Ο Λαβρόφ υπενθύμισε κυνικά το παρελθόν για να μιλήσει από το παρόν προς το μέλλον. Υπέδειξε με διπλωματική μαεστρία και κυνισμό, έμμεσα αλλά απολύτως καθαρά, ότι η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη σχέση της με την Τουρκία ως διαρκή και πρωτίστως επωφελή για την ίδια, ακόμη και σε εποχές όπου οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί μεταβάλλονται ριζικά και οι ισορροπίες φαίνονται ασταθείς. Η επέτειος των 105 ετών ήταν μια ευκαιρία για τη Μόσχα να υπενθυμίσει έναν παλιό, σταθερό κανόνα της διεθνούς πολιτικής: οι συμμαχίες δεν θεμελιώνονται σε μύθους ούτε σε πολιτισμικές συγγένειες, αλλά σε συμφέροντα και σε συνειδητές επιλογές ισχύος.
Κι όμως, στην Ελλάδα περίσσεψαν για άλλη μια φορά οι προσπάθειες να απονευρωθεί το νόημα αυτής της αναφοράς. Άλλοι έσπευσαν να τη βαφτίσουν απλό «αντιαμερικανισμό», άλλοι να την αντιμετωπίσουν ως μια άκομψη ιστορική υπενθύμιση χωρίς σύγχρονες προεκτάσεις, και άλλοι να τη μετατρέψουν σε ευκαιρία εσωτερικής κατανάλωσης: σε ακόμη ένα εργαλείο κριτικής προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη, στο όνομα μιας δήθεν πολυπλοκότητας στην εξωτερική πολιτική, η οποία καταλήγει να στηρίζει απολύτως τις ρωσικές θέσεις. Έτσι, αντί η συζήτηση να στραφεί στην ουσία του μηνύματος και στις πραγματικές του στοχεύσεις, διολισθαίνει ξανά σε βολικές ερμηνείες, όπου η διεθνής πολιτική λειτουργεί περισσότερο ως αντανάκλαση εγχώριων ιδεοληψιών που μας απομακρύνει επικίνδυνα από το πεδίο μιας νηφάλιας ανάλυσης.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο σκληρή. Η Ρωσία διατηρεί συμμαχικές σχέσεις με την Τουρκία και επιδιώκει να τις ενισχύσει, να τις παγιώσει και να τις νομιμοποιήσει, ακόμη και αναδρομικά, μέσα από την ίδια την ιστορία. Δεν πρόκειται για λεκτικό ολίσθημα ή για αδέξια διατύπωση, αλλά για μια απολύτως συνειδητή πράξη στρατηγικής επικοινωνίας: ένα μήνυμα προς πολλαπλούς αποδέκτες, στο οποίο το παρελθόν λειτουργεί ως εργαλείο ισχύος και όχι ως αντικείμενο μνήμης.
Δυστυχώς σε αυτή τη συζήτηση, η ελληνική πολιτική και κοινωνική αντίδραση επιμένει να μην διακρίνεται για την ψύχραιμη, συνεκτική στρατηγική ανάγνωσης των γεγονότων. Αντίθετα, αναπαράγονται παλιά σχήματα, γνώριμα αντανακλαστικά, έτοιμες βεβαιότητες.
Μια μερίδα της Αριστεράς σπεύδει να υπερασπιστεί τον ρωσικό λόγο ως μια ευφάνταστη συνθετική ανάμνηση παλαιών σχέσεων και σοβιετοφιλίας. Πρόκειται για έναν μύθο που δεν επιβεβαιώθηκε ιστορικά ούτε επί τσαρικής Ρωσίας ούτε επί κομμουνισμού, αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να λειτουργεί ως ιδεολογικό αποκούμπι για να νιώθουν άνετα οι «συντρόφισσες και οι σύντροφοι». Έτσι, η Ελλάδα παραμένει δεμένη σε έναν κόσμο αυταπατών, όπου οι «αντικειμενικοί σύμμαχοι» εξακολουθούν να θεωρούνται σύμμαχοι ακόμη κι όταν η ίδια η ιστορία τούς έχει επανειλημμένα διαψεύσει.
Παράλληλα, ένα τμήμα της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ρητορικής, ιδίως στις πιο καθυστερημένες και φονταμενταλιστικές εκδοχές της, εξακολουθεί να συγχέει τη γεωπολιτική με τη μεταφυσική, υποκαθιστώντας τα εθνικά συμφέροντα με το θρησκευτικό συναίσθημα. Και την ίδια στιγμή, η Ακροδεξιά εργαλειοποιεί την ιστορία με τον πιο ωμό τρόπο μετατρέποντάς τη σε εργαλείο μισαλλοδοξίας και ακραίου φανατισμού που πολτοποιεί την μνήμη και συνθλιβεί τη σκέψη.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η ουσία της πολιτικής σκέψης για τα διεθνή, και ειδικά για το τρίγωνο Ρωσία-Τουρκία-Ελλάδα, χάνεται μέσα σε συναισθηματισμούς, σε ιδεοληψίες, σε παράγοντες που φοβούνται την πραγματικότητα. Κι έτσι, αντί η ιστορία να λειτουργήσει ως εργαλείο αυτογνωσίας και στρατηγικής ωριμότητας, καταλήγει ξανά να γίνεται άλλοθι για αυταπάτες, για βολικές αφηγήσεις, για μια πολιτική σκέψη που αρνείται να ενηλικιωθεί.
Η αναφορά του Λαβρόφ για το 1922 ερμηνεύεται αβίαστα ως σαφές μήνυμα για το πώς η Ρωσία αντιλαμβάνεται τις σχέσεις της με την Τουρκία και την Ελλάδα πέρα από τις μυθοπλασίες και τις συναισθηματικές φαντασιοπληξίες – αλλά μέσα από συμφέροντα. Η Ελλάδα, αντί να εγκλωβίζεται σε προγονικές τραγωδίες ή ιστορικές αυταπάτες, χρειάζεται μια εθνική στρατηγική που θα βλέπει την ιστορία με καθαρό βλέμμα όχι ως πεδίο ψυχαναγκαστικής αντιπαράθεσης αλλά ως μάθημα.
Όσο συνεχίζουμε να βλέπουμε τη Ρωσία σαν «φυσικό σύμμαχο» ή σαν «ορθόδοξο προστάτη», θα παραμένουμε αιχμάλωτοι των δικών μας μύθων – και όχι των δικών μας συμφερόντων.