Γνώμες
Η «τραμπική κτηματομεσιτική λογική» (Τrumpian real estate logic) αναφέρεται στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ έχτισε την επιχειρηματική του αυτοκρατορία και την προσωπική του εικόνα. Δεν πρόκειται απλώς για μια στρατηγική αγοραπωλησιών, αλλά για μια ολόκληρη φιλοσοφία που συνδυάζει το real estate με την ψυχολογία, το μάρκετινγκ και την πολιτική ισχύ.
Αυτό σημαίνει πως η «κτηματομεσιτική λογική» του Τραμπ (Trumpian real estate mindset) δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική στρατηγική, αλλά τη θεμελιώδη κοσμοθεωρία που διαμόρφωσε τόσο την πολιτική του καριέρα όσο και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση, τις διεθνείς σχέσεις και την επικοινωνία.
Στο real estate της Νέας Υόρκης των δεκαετιών του 1970 και του 1980, η επιτυχία κρινόταν από το θράσος, τη διαπραγμάτευση και την ικανότητα να πουλάς ένα «όραμα» (ή μια ψευδαίσθηση) πριν καν πέσουν τα θεμέλια.
Ακολουθούν μερικές βασικές σκέψεις και άξονες για το πώς μεταφράζεται αυτή η λογική ή, αλλιώς ειπωμένο, οι βασικοί πυλώνες αυτής της λογικής, χωρισμένοι σε κεντρικές θεματικές:
1. Το Real Estate ως Branding (Brand-Centric Real Estate)
Για την παραδοσιακή αγορά, η αξία ενός ακινήτου καθορίζεται από την τοποθεσία, τα τετραγωνικά και τα υλικά. Στη λογική του Τραμπ, η μεγαλύτερη αξία κρύβεται στο όνομα.
Η χρυσή ταμπέλα: Η τοποθέτηση του ονόματος "Trump" με μεγάλα, επίχρυσα γράμματα σε κτίρια μετατρέπει το τσιμέντο σε προϊόν πολυτελείας.
Αδειοδότηση (Licensing): Σε μεταγενέστερα στάδια, η λογική αυτή εξελίχθηκε: ο Τραμπ δεν έχτιζε απαραίτητα τα κτίρια ούτε του ανήκαν. Αντίθετα, «νοίκιαζε» το όνομά του σε ξένους επενδυτές, αποδεικνύοντας ότι το brand έχει μεγαλύτερη ρευστότητα και μικρότερο ρίσκο από το ίδιο το τούβλο.
2. Η Ψυχολογία της Υπερβολής και του "Premium"
Η αισθητική και η ρητορική αυτής της προσέγγισης βασίζονται στην έννοια του "Hyper-Luxury".
Οπτική επιβολή: Χρυσός, μάρμαρο, τεράστια αίθρια και εντυπωσιακοί ουρανοξύστες. Ακόμα κι αν η αρχιτεκτονική κοινότητα την έκρινε συχνά «κιτς», η λογική αυτή στόχευε σε ένα συγκεκριμένο κοινό που ταύτιζε το φορτωμένο στυλ με την απόλυτη επιτυχία.
Δημιουργική αύξηση ορόφων: Είναι γνωστή η τακτική του να παραλείπει ορόφους στην αρίθμηση των ασανσέρ (π.χ. ένα κτίριο 58 ορόφων να εμφανίζεται ως 68 ορόφων). Η λογική; Οι πελάτες νιώθουν ότι αγοράζουν κάτι πιο ψηλό, πιο σπάνιο και πιο ακριβό.
3. Μόχλευση και Διαχείριση Ρίσκου (Debt as a Weapon)
Η παραδοσιακή συντηρητική λογική βλέπει το χρέος ως βάρος. Η τραμπική λογική βλέπει το χρέος ως εργαλείο.
OPM (Other People's Money): Η μέγιστη δυνατή χρήση ξένων κεφαλαίων (τραπεζών ή επενδυτών) για τη χρηματοδότηση έργων.
Το μέγεθος του χρέους ως ασπίδα: Όπως έχει αποτυπωθεί στην επιχειρηματική ιστορία, αν χρωστάς στην τράπεζα 100.000 δολάρια έχεις εσύ πρόβλημα. Αν της χρωστάς 100 εκατομμύρια, έχει η τράπεζα πρόβλημα. Αυτή η λογική χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα για την αναδιάρθρωση χρεών και την αποφυγή της προσωπικής οικονομικής καταστροφής μέσω των πτωχευτικών νόμων.
4. Η Υποκειμενικότητα της Αξίας (The Art of the Deal)
Στο σύμπαν αυτής της λογικής, η αξία ενός ακινήτου δεν είναι ποτέ σταθερή ή αντικειμενική· είναι διαπραγματεύσιμη και εξαρτάται από το αφήγημα.
Η τέχνη της υπερβολής (Truthful Hyperbole): Ο ίδιος ο Τραμπ έχει περιγράψει τον όρο στο βιβλίο του: μια αθώα, κατά τον ίδιο, υπερβολή που ενισχύει τη φαντασία των ανθρώπων. Στην πράξη, η λογική αυτή υπαγορεύει ότι ένα ακίνητο αξίζει όσο μπορείς να πείσεις τον άλλον ότι αξίζει, μια προσέγγιση που βρέθηκε συχνά στο μικροσκόπιο δικαστικών αρχών για τις αποκλίσεις στις αποτιμήσεις (διαφορετική αξία για την εφορία, διαφορετική για τις τράπεζες).
5. Το Real Estate ως Πολιτικό και Κοινωνικό Σκαλοπάτι
Για πολλούς developers, τα κτίρια είναι απλώς πηγή εισοδήματος. Στη συγκεκριμένη λογική, το real estate είναι το εισιτήριο για την κοινωνική και πολιτική ελίτ.
Κτίρια όπως το Trump Tower στη Νέα Υόρκη δεν σχεδιάστηκαν απλώς για να στεγάσουν γραφεία, αλλά για να αποτελέσουν σκηνικά (stages). Έγιναν το φόντο για τηλεοπτικά show (The Apprentice), για συνεντεύξεις Τύπου και, τελικά, για την πολιτική του ανάδειξη.
Συνοψίζοντας: Η τραμπική κτηματομεσιτική λογική μετατόπισε το real estate από τη σφαίρα των «υλικών υποδομών» στη σφαίρα του θεάματος, της αντίληψης (perception) και της πειθούς. Ανεξάρτητα από το πώς κρίνει κανείς την αποτελεσματικότητα ή την ηθική της, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται το real estate με τη μαζική κουλτούρα.
Πώς αυτή η λογική εφαρμόστηκε σε συγκεκριμένα project:
Για να κατανοήσουμε πώς η θεωρία έγινε πράξη, έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς οι παραπάνω πυλώνες εφαρμόστηκαν σε τρία εμβληματικά και εντελώς διαφορετικά projects της καριέρας του Ντόναλντ Τραμπ. Το καθένα αντιπροσωπεύει και μια διαφορετική πτυχή της κτηματομεσιτικής του λογικής:
1. The Grand Hyatt Hotel (Νέα Υόρκη, 1980)
Η εφαρμογή της πολιτικής επιρροής, της ακραίας μόχλευσης και του "OPM" (Other People's Money).
Αυτό ήταν το project που έβαλε τον Τραμπ στον χάρτη του Μανχάταν, μετατρέποντας το παλιό, παρακμασμένο ξενοδοχείο Commodore δίπλα στο Grand Central σε ένα υπερσύγχρονο Hyatt.
Πώς εφαρμόστηκε η λογική:
Κρατική διευκόλυνση: Ο Τραμπ χρησιμοποίησε τις πολιτικές διασυνδέσεις του πατέρα του (Φρεντ Τραμπ) για να πετύχει κάτι πρωτοφανές: μια 40ετή φοροαπαλλαγή από τον Δήμο της Νέας Υόρκης, η οποία εξοικονόμησε εκατομμύρια δολάρια στο project.
Μηδενικό προσωπικό ρίσκο: Έπεισε την αλυσίδα Hyatt να μπει συνεταίρος 50-50 και τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν το έργο, βασιζόμενος στη φοροαπαλλαγή που είχε εξασφαλίσει. Ουσιαστικά, έχτισε ένα τεράστιο project στο κέντρο του Μανχάταν βάζοντας ελάχιστα δικά του μετρητά.
2. Trump Tower (Νέα Υόρκη, 1983)
Η εφαρμογή της ψυχολογίας του premium, του hyper-luxury και του branding ως σκηνικού.
Ο ουρανοξύστης στην 5η Λεωφόρο αποτελεί το «ιερό δισκοπότηρο» της τραμπικής λογικής. Δεν χτίστηκε απλώς ως κτίριο, αλλά ως το μνημείο του brand του.
Πώς εφαρμόστηκε η λογική:
Η οφθαλμαπάτη των ορόφων: Το κτίριο έχει στην πραγματικότητα 58 ορόφους, αλλά αν μπείτε στο ασανσέρ, ο τελευταίος όροφος αναγράφεται ως 68ος. Ο Τραμπ παρέλειψε 10 ορόφους (δικαιολογώντας το λόγω του μεγάλου ύψους του εμπορικού αιθρίου στη βάση). Αυτό του επέτρεψε να πουλάει τα ρετιρέ σε πολύ υψηλότερες τιμές, καθώς οι αγοραστές πλήρωναν το premium του να μένουν «πιο ψηλά».
Το Real Estate ως Reality Show: Το κτίριο επενδύθηκε εσωτερικά με εντυπωσιακό ροζ μάρμαρο, έναν καταρράκτη 24 μέτρων και παντού χρυσές λεπτομέρειες. Αυτό το σκηνικό χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως το μόνιμο πλατό για το τηλεοπτικό show The Apprentice, ταυτίζοντας το κτίριο με την έννοια της επιχειρηματικής επιτυχίας στο μυαλό του παγκόσμιου κοινού.
3. Trump International Hotel & Tower (Σικάγο, 2009)
Η εφαρμογή της «διαχείρισης κρίσεων μέσω χρέους» και της σύγκρουσης με τις τράπεζες.
Αυτός ο εντυπωσιακός ουρανοξύστης στο Σικάγο ολοκληρώθηκε ακριβώς πάνω στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, αποτελώντας το τέλειο παράδειγμα του πώς το «μεγάλο χρέος» γίνεται όπλο του δανειζόμενου.
Πώς εφαρμόστηκε η λογική:
Η επίθεση ως άμυνα: Όταν η αγορά κατέρρευσε και ο Τραμπ έπρεπε να αποπληρώσει ένα δάνειο ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων στην Deutsche Bank, αντί να ζητήσει απλώς παράταση μήνυσε την τράπεζα.
Η ανωτέρα βία (Force Majeure): Υποστήριξε δικαστικά ότι η οικονομική κρίση του 2008 ήταν μια «πράξη του Θεού» (ανωτέρα βία) και επομένως δεν ευθυνόταν ο ίδιος για την αδυναμία πληρωμής. Η κίνηση αυτή ανάγκασε την τράπεζα να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και τελικά να αναδιαρθρώσει το δάνειο με ευνοϊκούς όρους, αποδεικνύοντας τη θεωρία ότι οι τράπεζες δεν θέλουν να χρεοκοπήσουν τους πολύ μεγάλους πελάτες τους γιατί θα χάσουν τα λεφτά τους.
Σύνοψη των τακτικών κινήσεων στην πράξη
Αν απομονώσουμε τις κινήσεις του σε αυτά τα projects, βλέπουμε ένα κοινό μοτίβο:
1. Αγοράζεις την τοποθεσία (πάντα κεντρικά σημεία).
2. Μεγιστοποιείς το αφήγημα (χρυσός, extra όροφοι, luxury branding).
3. Μεταφέρεις το ρίσκο στις τράπεζες ή στους αγοραστές (μέσω προπωλήσεων).
4. Χρησιμοποιείς το μέγεθος του έργου για να πιέσεις το σύστημα (δήμους ή πιστωτές) αν τα πράγματα πάνε στραβά.
Πώς αυτή η λογική μεταφέρθηκε αυτούσια στην πολιτική του ρητορική;
Η μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής στην πολιτική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας. Ουσιαστικά, ο Τραμπ δεν άλλαξε επάγγελμα, εφάρμοσε τους κανόνες του Real Estate και του μάρκετινγκ των ουρανοξυστών στη διακυβέρνηση μιας χώρας, αντιμετωπίζοντας τις διεθνείς σχέσεις, τους αντιπάλους και τους ψηφοφόρους με τους ίδιους όρους που αντιμετώπιζε τους αγοραστές, τους εργολάβους και τις τράπεζες.
Οι κεντρικοί πυλώνες αυτής της μεταφοράς περιλαμβάνουν
1. Το Brand ως Πολιτική Ιδεολογία (MAGA):
Στο real estate, η αξία κρυβόταν στο όνομα "Trump" και όχι στα υλικά. Στην πολιτική, η λογική αυτή γέννησε το κίνημα MAGA (Make America Great Again).
Το brand ως ταυτότητα: Όπως ακριβώς πουλούσε ένα διαμέρισμα επειδή είχε τη χρυσή ταμπέλα "Trump Tower", έτσι ακριβώς πουλάει και μια πολιτική ιδέα βασισμένη σε ένα ισχυρό, απλό και εύκολα αναγνωρίσιμο σλόγκαν.
Merchandising: Τα κόκκινα καπέλα, οι σημαίες και τα T-shirts αντιμετωπίζονται με όρους εμπορικού branding. Η πολιτική υποστηρίζεται μέσω της κατανάλωσης του brand, ακριβώς όπως η διαμονή σε ένα Trump Hotel αποτελούσε δήλωση status.
2. Η «Τέχνη της Υπερβολής» ως Πολιτικό Αφήγημα (Truthful Hyperbole)
Στο βιβλίο του The Art of the Deal, περιγράφει την «αθώα υπερβολή» ως ένα εξαιρετικό εργαλείο προώθησης. Στην πολιτική, αυτή η τακτική μεταφράστηκε σε μια ρητορική των ακραίων υπερθετικών βαθμών.
Το «μεγαλύτερο» και το «καλύτερο»: Στις ομιλίες του, οι συγκεντρώσεις του είναι πάντα «οι μεγαλύτερες στην ιστορία», η οικονομία επί των ημερών του «η καλύτερη που υπήρξε ποτέ» και οι αντίπαλοί του «οι χειρότεροι όλων των εποχών».
Η υποκειμενικότητα της πραγματικότητας: Όπως η αξία ενός ακινήτου καθορίζεται από το πόσο καλά μπορείς να το πλασάρεις, έτσι και τα πολιτικά γεγονότα αναδιαμορφώνονται μέσω του αφηγήματος, ανεξάρτητα από τα αντικειμενικά στατιστικά στοιχεία.
3. Η Πολιτική ως Συναλλαγή (Transactional Politics)
Για έναν developer, δεν υπάρχουν μόνιμοι φίλοι ή ιδεολογίες, υπάρχουν μόνο deals (συμφωνίες). Ο Τραμπ μετέφερε αυτή την ψυχρή, επιχειρηματική λογική στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική.
Διεθνείς σχέσεις ως real estate: Αντιμετώπισε παραδοσιακές συμμαχίες, όπως το ΝΑΤΟ, με όρους ενοικιαστή-ιδιοκτήτη, δηλώνοντας ανοιχτά ότι οι σύμμαχοι «πρέπει να πληρώσουν το μερίδιό τους» για την προστασία που τους παρέχεται.
Παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος (Zero-Sum Game): Στη λογική του, για να κερδίσει η Αμερική (ή ο ίδιος), πρέπει κάποιος άλλος να χάσει (π.χ. η Κίνα ή το Μεξικό στους δασμούς). Δεν υπάρχει αμοιβαίο όφελος, υπάρχει μόνο ο «νικητής» και ο «χαμένος» μιας διαπραγμάτευσης.
4. Το Τείχος στα Σύνορα ως το Απόλυτο "Mega-Project":
Η πιο ξεκάθαρη μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής στην πολιτική ήταν η υπόσχεση για την κατασκευή του Τείχους στα σύνορα με το Μεξικό.
Η λύση μέσω της υποδομής: Ένας developer λύνει τα προβλήματα χτίζοντας. Αντί για μια περίπλοκη γεωπολιτική ή κοινωνική προσέγγιση του μεταναστευτικού, ο Τραμπ πρότεινε ένα φυσικό κτίσμα.
Η μεταφορά του κόστους (OPM): Η περίφημη ατάκα «Θα χτίσουμε το τείχος και θα πληρώσει το Μεξικό γι’ αυτό» είναι η απόλυτη πολιτική μετάφραση της στρατηγικής "Other People's Money". Όπως έπειθε τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν τα κτίριά του, έτσι ισχυρίστηκε ότι θα έπειθε μια ξένη χώρα να χρηματοδοτήσει το πολιτικό του project.
5. Η Επίθεση ως η Μόνη Άμυνα
Όπως ακριβώς μήνυσε την Deutsche Bank εν μέσω κρίσης για να κερδίσει χρόνο και πλεονέκτημα, έτσι λειτουργεί και απέναντι στους πολιτικούς ή δικαστικούς του αντιπάλους.
Αντεπίθεση(Counter-punching): Η ρητορική του βασίζεται στην αρχή ότι αν σε κατηγορήσουν για κάτι, δεν απολογείσαι ποτέ. Αντίθετα, επιτίθεσαι με διπλάσια ένταση, αμφισβητείς την εγκυρότητα του θεσμού που σε κατηγορεί (π.χ. «Fake News», «διεφθαρμένο δικαστικό σύστημα») και μετατρέπεις τη δικαστική ή πολιτική μάχη σε ένα επικοινωνιακό σόου όπου εσύ κρατάς τα ηνία.
Συμπέρασμα: Ο Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε να εκλεγεί και να κυβερνήσει χρησιμοποιώντας το ίδιο ακριβώς «εγχειρίδιο» που τον έκανε διάσημο στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1980. Αντιμετώπισε τις ΗΠΑ ως ένα τεράστιο, premium ακίνητο που χρειαζόταν έναν σκληρό διαπραγματευτή για να το ανακαινίσει και να αυξήσει την αξία του στην παγκόσμια αγορά.
Η μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής του Ντόναλντ Τραμπ στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία δεν αποτελεί πλέον θεωρία, αλλά την επίσημη διπλωματική του στρατηγική. Σε αναλύσεις διεθνών μέσων (όπως το Foreign Affairs και η Wall Street Journal), η προσέγγισή του περιγράφεται κυριολεκτικά ως μια «κτηματομεσιτική συναλλαγή μεταμφιεσμένη σε γεωπολιτική στρατηγική».
Αυτή η επιχειρηματική νοοτροπία εφαρμόζεται στην Ουκρανία μέσα από συγκεκριμένες τακτικές:
1. Η επιλογή των «Μεσιτών» αντί για Διπλωμάτες:
Η πιο τρανταχτή απόδειξη αυτής της λογικής είναι τα πρόσωπα που επέλεξε ο Τραμπ για να ηγηθούν των ειρηνευτικών συνομιλιών. Αντί για έμπειρους διπλωμάτες καριέρας ή διεθνολόγους, έστειλε στο Κρεμλίνο και στις διαπραγματεύσεις τον Στιβ Γουίτκοφ, έναν δισεκατομμυριούχο developer ακινήτων από τη Νέα Υόρκη και προσωπικό του φίλο, ο οποίος συνέταξε το αρχικό προσχέδιο ειρήνης (το λεγόμενο σχέδιο 28 σημείων). Η λογική είναι απλή: «Αν θες να κλείσεις ένα deal, στέλνεις έναν άνθρωπο της αγοράς, όχι της γραφειοκρατίας».
2. Η πάτρια γη ως «Οικόπεδο προς Διαπραγμάτευση» (Territorial Cession)
Για έναν developer, η πάτρια γη δεν έχει εθνική κυριαρχία ή ιστορική μνήμη, είναι τετραγωνικά μέτρα, τοποθεσία και «assets».
«Καλύτερα να κλείσεις deal τώρα»: Σε δηλώσεις του, ο Τραμπ αντιμετωπίζει τα εδάφη της ανατολικής Ουκρανίας με όρους αγοράς, αναφέροντας ότι «κάποια από αυτά τα εδάφη έχουν ήδη χαθεί, κάποια είναι προς διεκδίκηση», οπότε «είναι προτιμότερο να κλείσεις μια συμφωνία τώρα».
Η λογική της απομείωσης: Στα προσχέδια που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Ουκρανία πιέζεται να παραχωρήσει εδάφη στη Ρωσία (Κριμαία, Ντονμπάς). Στην «τραμπική λογιστική», αυτό παρουσιάζεται ως το αναγκαίο τίμημα (reparations) που πρέπει να πληρώσει ο «ενοικιαστής» (Ουκρανία) για να σταματήσει η καταστροφή του υπόλοιπου «κτιρίου».
3. Η ειρήνη μέσω επιχειρηματικών deals ("Make Money, Not War"):
Η Ουάσιγκτον προωθεί τη λογική του «Ειρήνη μέσω επιχειρήσεων» («Peace through business»). Η στρατηγική του Τραμπ βασίζεται στην ιδέα ότι μπορεί να δελεάσει τη Μόσχα και να ικανοποιήσει την αμερικανική πλευρά συνδέοντας την κατάπαυση του πυρός με τεράστιες οικονομικές συμφωνίες.
Εκμετάλλευση πόρων: Το σχέδιο περιλαμβάνει προτάσεις για τη συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών και επενδυτών (στους οποίους περιλαμβάνονται πρόσωπα με στενούς δεσμούς με την οικογένεια Τραμπ) σε έργα ενέργειας, αγωγών, εξόρυξης ορυκτών στην Αρκτική, ακόμη και στη διαχείριση παγωμένων ρωσικών κεφαλαίων.
• Αντάλλαγμα για τη βοήθεια: Η τραμπική λογική απαιτεί από το Κίεβο να παραχωρήσει στις ΗΠΑ πρόσβαση σε ουκρανικά κοιτάσματα πετρελαίου και ορυκτών ως «ξεπλήρωμα» (payback) για την πολεμική βοήθεια που έλαβε.
4. Η Συναλλακτική Διαχείριση των Συμμάχων
Η στάση του Τραμπ απέναντι στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι θυμίζει τη σχέση ενός σκληρού ιδιοκτήτη με έναν πελάτη που «δεν φέρνει αποτελέσματα».
Πίεση για αλλαγή ηγεσίας: Ο Τραμπ έφτασε στο σημείο να δηλώσει δημόσια ότι «είναι καιρός η Ουκρανία να αποκτήσει νέο πρόεδρο», κατηγορώντας τον Ζελένσκι ότι «δεν ξέρει να κλείνει deals».
Η προτεραιότητα του αμερικανικού κόστους: Όταν οι ουκρανικές επιθέσεις με drones σε ρωσικά διυλιστήρια επηρέασαν τις παγκόσμιες τιμές των καυσίμων, ο Τραμπ απαίτησε να σταματήσουν, διότι αύξαναν τις τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών. Προχώρησε μάλιστα σε μια αιφνιδιαστική εμπορική συμφωνία με τον Πούτιν για την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ (αναστέλλοντας τις σχετικές κυρώσεις), με τον Ζελένσκι να διαμαρτύρεται έντονα ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες στο Μαϊάμι χρησιμοποιήθηκαν απλώς ως «προπέτασμα καπνού» για να κλειστεί ένα αμερικανορωσικό ενεργειακό deal.
Το Γεωπολιτικό Ρίσκο της Μεθόδου:
Οι επικριτές αυτής της προσέγγισης, τόσο στην Ευρώπη όσο και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, επισημαίνουν το θεμελιώδες λάθος της: Ένας πόλεμος φθοράς και εθνικής επιβίωσης δεν είναι μια εμπορική διαφωνία για ένα οικόπεδο.
Η προσπάθεια να επιλυθεί η ρωσική εισβολή με όρους «αγοραπωλησίας» και εκβιαστικών διαπραγματεύσεων κινδυνεύει να αφήσει την Ουκρανία γεωγραφικά εκτεθειμένη, τη Ρωσία γεωπολιτικά ενισχυμένη και την Ευρώπη βαθιά διχασμένη, καθώς οι παραδοσιακές εγγυήσεις ασφαλείας αντικαθίστανται από επιχειρηματικά συμβόλαια.
Καίρια τα ερωτήματα που εγείρονται και ζητούν την απάντησή τους:
Υπό αυτές τις συνθήκες, έχει τη δυνατότητα η Ουκρανία να διατηρήσει ζωντανή την εθνολογική διάσταση της σύγκρουσης με τη Ρωσία και να αποτρέψει τον εκχυδαϊσμό που απορρέει από τυχόν επιβολή και επικράτηση μιας κτηματομεσιτικής συναλλαγής;
Μπορεί να επιφυλάξει η Ουκρανία μία οδυνηρή έκπληξη τόσο στην ρωσική επιβουλή όσο και στην αμερικανική κτηματομεσιτική λογική ή είναι καταδικασμένη να ζήσει μέσα στη μοναξιά, εγκαταλειμμένη σταδιακά από κάθε δυτική συμπαράσταση;
Εάν οι εκλογές του Ιανουαρίου 1936 δεν είχαν γίνει με το εκλογικό σύστημα της «απλής και άδολης αναλογικής» και είχε σχηματιστεί κυβέρνηση, είτε του Λαϊκού Κόμματος ή των Φιλελευθέρων, ο Μεταξάς δεν θα είχε γίνει πρωθυπουργός τον Απρίλιο και δικτάτορας την 4η Αυγούστου. Εάν γινόταν αυτό, η Ελλάδα θα αναμειγνυόταν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με άλλους όρους και η μεταπολεμική εξέλιξη των πραγμάτων θα ήταν τελείως διαφορετική από αυτή που ζήσαμε.
Η Ελλάδα δέχτηκε ιταλική επίθεση την 28η Οκτωβρίου 1940 και ενεπλάκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γιατί κυβερνήτης της ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς και αρχηγός του κράτους ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Εάν δεν ίσχυε αυτό, η Ελλάδα, κατά πάσα πιθανότητα, είτε δε θα αναμειγνυόταν στον πόλεμο ή θα δεχόταν επίθεση από τη Βρετανία στα μέσα του 1942, κατά την προετοιμασία για τη μάχη του Ελ Αλαμέιν.
Όσο και εάν ακούγεται παράξενο, ο μόνος λόγος που η Ελλάδα δέχτηκε επίθεση και είπε ΟΧΙ στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι την 28η Οκτωβρίου 1940 ήταν γιατί τη χώρα δεν κυβερνούσε το Κόμμα των Φιλελευθέρων ή το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Εάν ήταν πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας, επικεφαλής βενιζελικής κυβέρνησης, κατά πάσα πιθανότητα η Ελλάδα θα είχε προσχωρήσει στον Άξονα στο πλευρό της Ιταλίας, το φασιστικό καθεστώς της οποίας θαύμαζε ο Πλαστήρας και επιθυμούσε να εφαρμόσει στην Ελλάδα. Εάν, δε, τη χώρα κυβερνούσε το ΚΚΕ, στις 24 Αυγούστου 1939, την επομένη της υπογραφής του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, η Ελλάδα θα προσχωρούσε επίσης στον Άξονα και θα δεχόταν γερμανική επίθεση στα μέσα καλοκαιριού 1941, ταυτόχρονα με την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση.
Σε ό,τι ακολουθεί επιχειρηματολογώ για το γιατί.
O Πλαστήρας
Ο Νικόλαος Πλαστήρας είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις πιο υπερτιμημένες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Απόφοιτος σχολής υπαξιωματικών του στρατού, το 1909 συμμετείχε στο Κίνημα στο Γουδί. Το 1922 ηγήθηκε στρατιωτικού πραξικοπήματος λίγες ημέρες μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία, και ενώ πρόσφυγες προσπαθούσαν ακόμη να ξεφύγουν από τη δολοφονική βία των στρατιών του Κεμάλ. Ανέτρεψε την κυβέρνηση Γούναρη και, λίγες εβδομάδες αργότερα, οργάνωσε δίκη-παρωδία σε έκτακτο στρατοδικείο, το οποίο «δίκασε» και καταδίκασε σε θάνατο τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη και άλλους δύο πρώην πρωθυπουργούς, τον υπουργό Εξωτερικών, τον υπουργό Στρατιωτικών και τον διοικητή του εκστρατευτικού σώματος της Μικράς Ασίας. Οι Έξι εκτελέστηκαν τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας από την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης. Τον Μάρτιο 1933, την ημέρα των εκλογών, ο Πλαστήρας οργάνωσε πραξικόπημα, με την έγκριση του Ελευθερίου Βενιζέλου, για να εμποδίσει το Λαϊκό Κόμμα, που κέρδισε τις εκλογές, να σχηματίσει κυβέρνηση. Το πραξικόπημα απέτυχε και ο Πλαστήρας κατέφυγε στη Γαλλία. Ακριβώς δύο χρόνια μετά, τον Μάρτιο του 1935, παρ’ όλο που η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος δεν είχε παλινορθώσει τη μοναρχία, όπως της ζητούσαν επίμονα ακραία στοιχεία του στρατού, ο Πλαστήρας οργανώνει πάλι, από τη Γαλλία, πραξικόπημα για την ανατροπή της κυβέρνησης και, δήθεν, την «προστασία της δημοκρατίας». Όταν το πραξικόπημα αποτυγχάνει, ο Πλαστήρας καταδικάζεται σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Τον επόμενο χρόνο, και ενώ η χώρα συγκλονίζεται από αιματηρές ταραχές που διοργανώνει το ΚΚΕ σχεδόν καθημερινά από τις αρχές του χρόνου, στις εφημερίδες της 29ης Ιουνίου 1936 δημοσιεύεται δημόσια προτροπή του Πλαστήρα να επιβληθεί αμέσως δικτατορία (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου):
Κατά τας ημέρας αυτάς διαδίδονται πολλά περί εγκαθιδρύσεως εις την Ελλάδα δικτατορίας εκ μέρους των κυβερνητών σήμερον. Θα ήταν αλήθεια ευχής έργον εάν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή η ιδέα αυτή το ταχύτερον [...]. Εάν το σημερινό καθεστώς έχει προσανατολισθή προς αυτήν την κατεύθυνσι και αισθάνεται ότι έχει στους κόλπους του τα απαραίτητα στοιχεία και τον άνδρα ο οποίος θα αποτελέση τον ιθύνοντα νουν και έχει την ικανότητα και την δύναμι για να άρει τις αιτίες που κρατούν τον λαό σε δύο συγκρουόμενες μερίδες, δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να διστάση, διότι οι καιροί ου μενετοί.
Όπερ και εγένετο, την 4η Αυγούστου 1936, χωρίς αντιδράσεις από τον ελληνικό λαό και χωρίς να «ανοίξει μύτη». Όμως, η δικτατορία του Μεταξά δεν ήταν ακριβώς η δικτατορία που είχε στο νου του ο Πλαστήρας, ο οποίος ήλπιζε ότι το κίνημα θα οργανωνόταν από κοινοβουλευτικές δυνάμεις και, δη, του κεντρώου χώρου, και θα είχε αποτέλεσμα την επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος στα πρότυπα του καθεστώτος Μουσολίνι. Ο Πλαστήρας, στα 3 χρόνια που ήταν στη Γαλλία, γνώρισε και θαύμασε το ιταλικό φασιστικό καθεστώς και πίστευε ότι αποτελούσε την απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδος.
Στα τέλη Νοεμβρίου 1940, και ενώ ο ελληνικός στρατός είχε αποκρούσει την αρχική ιταλική επίθεση και είχε ήδη απωθήσει τον ιταλικό στρατό πέρα από τα αλβανικά σύνορα, ο Πλαστήρας ανέλαβε πρωτοβουλία να πείσει την ελληνική κυβέρνηση να δεχτεί τη διαμεσολάβηση της ναζιστικής Γερμανίας για να τερματιστούν οι εχθροπραξίες και να επιτευχθεί ανακωχή.
Έτσι, όπως πολύ εύγλωττα σχολιάζει ο καθηγητής Γεώργιος Μαυρογορδάτος σε άρθρο του στην Καθημερινή (1 Νοεμβρίου 2023):
Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, αν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά είχε βρεθεί ως δικτάτορας ο Νικόλαος Πλαστήρας, αν δηλαδή είχε επικρατήσει το Κίνημα του 1935, η απάντησή του στον Ιταλό πρέσβη θα ήταν ασφαλώς διαφορετική. Δεν είναι μόνο ότι ο Πλαστήρας είχε γίνει από αρκετά χρόνια άκριτος θαυμαστής του Μουσολίνι, ούτε ότι φιλοδοξούσε να μιμηθεί αυτόν περισσότερο από κάθε άλλον δικτάτορα, όπως αρθρογραφούσε το 1934. Το 1941, από τη Γαλλία όπου παρέμενε εξόριστος, κατηγορούσε τον Μεταξά και τον Γεώργιο Β΄ ότι οδήγησαν την Ελλάδα σε άνισο πόλεμο με την Ιταλία και τη Γερμανία, που μπορούσε να είχε αποφευχθεί. […]. Άλλωστε, ήταν έτοιμος να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Άξονα. Βαυκαλιζόταν, όπως φαίνεται, με την ελπίδα ότι αυτές θα τον εγκαθιστούσαν δικτάτορα στην κατεχόμενη Ελλάδα.
To ΚΚΕ
Toν Αύγουστο 1935, μετά την επικράτηση των Ναζί στη Γερμανία, η Κομμουνιστική Διεθνής ή Κομιντέρν, η υπηρεσία του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος που επέβλεπε και ήλεγχε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου, αποφάσισε τη δημιουργία «λαϊκών μετώπων» και διέταξε τα ΚΚ όλου του κόσμου να δημιουργήσουν «αντι-φασιστικούς» συνασπισμούς με σοσιαλιστικά, φιλελεύθερα και αστικά κόμματα για να ελέγξουν την άνοδο του φασισμού. Έτσι, στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936, το ΚΚΕ κατέβηκε με την ονομασία «Λαϊκό Μέτωπο», πιστό, όπως πάντα, στις εντολές της Μόσχας.
Όμως, στις 7 Σεπτεμβρίου 1939, 14 ημέρες μετά την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ και 7 μέρες μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία, ο Στάλιν έδωσε εντολή να εγκαταλειφθεί αμέσως η πολιτική των «λαϊκών μετώπων» και να καταγγελθεί ο πόλεμος που μόλις είχε ξεσπάσει ως «σύγκρουση μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων»[1]. Στις 9 Σεπτεμβρίου συνεδρίασε η Κεντρική Γραμματεία της Κομιντέρν και εξέδωσε απόφαση που έλεγε αυτολεξεί:
Ο σημερινός πόλεμος είναι ένας ιμπεριαλιστικός και άδικος πόλεμος για τον οποίο ευθύνονται οι αστικές τάξεις όλων των εμπλεκόμενων χωρών. Τα κομμουνιστικά κόμματα […] που έχουν πάρει θέση διαφορετική από την παραπάνω πρέπει να αλλάξουν αμέσως την πολιτική τους γραμμή.
Μια εβδομάδα αργότερα, σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στην «αστική, φασιστική» Πολωνία από τα ανατολικά και έθεσαν τέρμα στην αντίσταση του πολωνικού στρατού. Επακολούθησε ο διαμελισμός της Πολωνίας ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση.
Η επίσημη θέση του ΚΚΕ από το φθινόπωρο του 1939 ώς τις αρχές Ιουλίου 1941 ήταν ότι υπεύθυνοι για τους πολέμους που είχαν κηρύξει η ναζιστική Γερμανία, η φασιστική Ιταλία και η κομμουνιστική Ρωσία στη δυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική ήταν η Αγγλία και η Γαλλία, οι οποίες, κατά το ΚΚΕ, «κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία». Την ίδια ακριβώς θέση είχαν όλα τα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου. Το ΚΚΕ εκτέλεσε τις εντολές του σοβιετικού κόμματος μέχρι κεραίας. Η Κεντρική Επιτροπή, σε μανιφέστο της 20ής Απριλίου 1940, δηλαδή τρεις εβδομάδες πριν από την γερμανική εισβολή στη Γαλλία, και αφού ο Μεταξάς είχε επιβεβαιώσει τη συμπαράταξη της Ελλάδος με τους Συμμάχους, διακήρυξε (Ριζοσπάστης, 2 Μαΐου 1940):
Το πέρασμα της βασιλομεταξικής δικτατορίας στην υπηρεσία των αγγλογάλλων, συντελούμενος μέσα στις συνθήκες της έντασης των σχέσεων τους με την Ιταλία, σημαίνει –ούτε λίγο ούτε πολύ– πρόσκληση προς τους ιμπεριαλιστές να βγάλουν τα μάτια τους πάνω στα ελληνικά εδάφη και εξουσιοδότησή τους να μην αφήσουν πέτρα πάνω στην άλλη, στην δυστυχισμένη πατρίδα μας.[2]
Στις 30 Απριλίου 1940 το ΚΚΕ επανέρχεται με «προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό», στην οποία αναφέρει ότι η εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ εναντίον της Πολωνίας προκλήθηκε από τις ενέργειες της πολωνικής κυβέρνησης. Μετά το ΟΧΙ, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εξέδωσε μανιφέστο (7 Δεκεμβρίου 1940) όπου υποστήριζε ότι για την ιταλική επίθεση ευθύνεται «η βασιλομεταξική σπείρα», δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση:
Ο πόλεμος αυτός που προκλήθηκε από τη βασιλομεταξική σπείρα, που διατάχτηκε από τους εγγλέζους ιμπεριαλιστές, δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδος μας. Ούτε είναι βέβαια «πόλεμος κατά του φασισμού», όπως δήλωσε κυνικά ο αρχιφασίστας Μεταξάς, ο δήμιος του λαού μας. [Ο] πόλεμος αυτός δεν μπορεί νάχει καμμιά σχέση με την ελευθερία.[3]
Όμως, στις 31 Οκτωβρίου 1940, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, έγκλειστος στις φυλακές Κέρκυρας, έστειλε επιστολή προς τον Ιωάννη Μεταξά, με την οποία καλεί τον ελληνικό λαό να συμπαραταχθεί με την κυβέρνηση για την απόκρουση της ιταλικής επίθεσης. Η επιστολή δόθηκε από την κυβέρνηση στις εφημερίδες και δημοσιεύθηκε την επόμενη μέρα. Στις 26 Νοεμβρίου 1940, ο Ζαχαριάδης, μετά τη σφοδρή αντίδραση του μηχανισμού και των στελεχών του ΚΚΕ που δρούσαν ελεύθεροι, κάνει πίσω και στέλνει δεύτερη επιστολή στον Μεταξά, η οποία, όμως, όπως και η τρίτη, που στάλθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1941, δε δημοσιεύθηκαν ποτέ στον Τύπο, γιατί η κυβέρνηση, βλακωδώς, θεώρησε ότι μπορούσαν να προκαλέσουν ρήγμα στο αρραγές εθνικό μέτωπο.
Η δεύτερη επιστολή του Ζαχαριάδη δημοσιεύθηκε τελικά στον Ριζοσπάστη, στις 9 Μαρτίου 1947. Ο Ζαχαριάδης ζητούσε η Ελλάδα να σταματήσει τις εχθροπραξίες και να εισέλθει στον Άξονα Χίτλερ-Μουσολίνι-Στάλιν, στο πλευρό της ΕΣΣΔ. Ιδού:
Με το αίμα του ο λαός εξασφάλισε τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του. Έξω απ’ αυτά η Ελλάδα δεν έχει καμμιά θέση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στην Αγγλία και Ιταλία-Γερμανία. Αφού ο λαός μας υπερασπίσει αποτελεσματικά την ανεξαρτησία και την εθνική λευτεριά του, σήμερα ένα μοναχά πράμα θέλει: Ειρήνη και ουδετερότητα με τούτους τους όρους: (1) Να ξανάρθουν τα πράγματα όπως ήταν στις 28 του Οχτώβρη 1940 δίχως καμιά εδαφική-οικονομική-πολιτική ζημία σε βάρος της Ελλάδας, και (2) Οι πολεμικές δυνάμεις της Αγγλίας να φύγουν όλες απ’ τα χώματα και τα νερά της Ελλάδας. Με βάση τους δύο αυτούς όρους να ζητήσουμε αμέσως από την κυβέρνηση της Ε.Σ.Σ.Δ. να μεσολαβήσει για να γίνει ελληνοϊταλική ειρήνη. Αυτό σήμερα είναι το μοναδικό εθνικολαϊκό συμφέρον. Και η πράξη έχει αποδείξει ότι μόνον η Ε.Σ.Σ.Δ. σήμερα έσωσε την ειρήνη και ουδετερότητα της Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας – Τουρκίας.
Στις 15 Ιανουαρίου 1941 ο Ζαχαριάδης στέλνει την τρίτη επιστολή του, αυτή τη φορά προς όλα τα μέλη του ΚΚΕ, και ζητάει τη διενέργεια πραξικοπήματος ή στάσης για την ανατροπή του Μεταξά, την ίδια ώρα που η χώρα πολεμούσε στα βουνά της Αλβανίας εναντίον των Ιταλών. Στην επιστολή αναφέρει:
Ο Μεταξάς από την πρώτη στιγμή [...] έκανε πόλεμο φασιστικό, κατακτητικό πόλεμο. Ενώ, αφού διώξαμε τους Ιταλούς από την Ελλάδα, βασική προσπάθεια μας έπρεπε να είναι να κάνουμε μια ξεχωριστή, έντιμη και δίχως παραχωρήσεις ελληνοϊταλική ειρήνη, πράγμα που μπορούσε να γίνει με τη μεσολάβηση της ΕΣΣΔ, η μοναρχοφασιστική δικτατορία συνέχισε τον πόλεμο για λογαριασμό, όχι του λαού της Ελλάδας, μα της πλουτοκρατίας και του αγγλικού ιμπεριαλισμού. [...] Αφού δε ο Μεταξάς αρνιέται να αποκαταστήσει τις ελευθερίες του λαού, να εξασφαλίσει την ειρήνη της Ελλάδας και κάνει πόλεμο κατακτητικό ιμπεριαλιστικό, που όλα του τα βάρη τα πληρώνει ο λαός, παραμένει [σσ. ο Μεταξάς] κύριος εχθρός του λαού και της χώρας. Η ανατροπή του είναι το πιο άμεσο και ζωτικό συμφέρον του λαού μας. Λαός και στρατός πρέπει να πάρουν στα χέρια τους τη διαχείριση της χώρας και του πολέμου με σκοπό ειρήνη, εθνική ανεξαρτησία, εσωτερικό αντιφασιστικό, αντιπλουτοκρατικό λαϊκό καθεστώς, ολόπλευρη προσέγγιση προς την ΕΣΣΔ και βαλκανική συνεργασία με βάση την ειρηνική λύση των εσωβαλκανικών διαφορών».
Αναλογισθείτε το αυτό. Ο Ζαχαριάδης ζητούσε από τους Έλληνες να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους, που διεξήγαγε έναν νικηφόρο αμυντικό πόλεμο υπεράσπισης των εδαφών της πατρίδας. Τι θα έκανε, αυτός και ο μηχανισμός του ΚΚΕ, εάν ήταν ελεύθεροι και δρούσαν χωρίς περιορισμούς; Αναλογισθείτε την, εκ των υστέρων φρικιαστική, εκδοχή της ιστορίας όπου το ΚΚΕ ήταν νόμιμο την 28η Οκτωβρίου 1940 και η ηγεσία του κυκλοφορούσε ελεύθερη και δρούσε ανενόχλητη.
Στις αρχές του Ιανουαρίου 1936 το ΚΚΕ είχε ζητήσει από τα μέλη του να περάσουν από μαθήματα δράσης στην παρανομία· στις αρχές Ιουνίου 1936 εξέδωσε οδηγίες προς όλες τις οργανώσεις του να οργανώσουν άμεσα ταχυδρομική επικοινωνία μεταξύ τους, να βρεθούν μυστικά μέρη συνεδριάσεων και να δημιουργηθεί ένα δίκτυο συνδέσμων· και στα μέσα Ιουνίου 1936 έδωσε εντολή για την «εντατικοποίηση της δουλειάς στις ένοπλες δυνάμεις» και ζήτησε από τα μέλη των κομμουνιστικών πυρήνων να συλλάβουν τους αξιωματικούς «φασιστικών πεποιθήσεων και να ενωθούν με τις μάζες για την ανατροπή του καθεστώτος»[4]. Και αυτά ήταν απλώς η κατάληξη ενός επαναστατικού προγράμματος που ξεκίνησε το 1927, όταν η νεολαία του ΚΚΕ αποφάσισε την ίδρυση «αντιπολεμικών πυρήνων» στο στράτευμα. Θυμίζω ότι μέχρι τον Μάρτιο του 1928 ο αριθμός τους είχε φτάσει τις 238.
Αυτή η δραστηριότητα, ασφαλώς, θα είχε συνεχιστεί εάν δεν έκανε δικτατορία ο Μεταξάς το 1936 και εάν δεν είχε φυλακιστεί ή/και εκτοπιστεί η ηγεσία του ΚΚΕ. Είναι ασφαλές να υποθέσει κανείς, επίσης, ότι θα είχε ενταθεί μετά τον Οκτώβριο 1939, όταν η Κομιντέρν διέταξε τα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου να καταγγείλουν τους «Αγγλογάλλους» και τους «Πολωνούς φασίστες» ως υπεύθυνους για την εισβολή στην Πολωνία και τον διαμελισμό της από τη Γερμανία και την ΕΣΣΔ. Φανταστείτε, λοιπόν, τις συνέπειες για την αντίδραση της Ελλάδος στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι, το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο και για την έκβαση της άμυνας της χώρας εναντίον της ιταλικής εισβολής, εάν το ΚΚΕ δρούσε ελεύθερο και εκτελούσε τις διαταγές της Κομιντέρν μετά την 28η Οκτωβρίου 1940.
Για να σας βοηθήσω, θυμηθείτε απλώς την ανταρσία που εκδηλώθηκε στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, με οργάνωση και υποκίνηση στελεχών του ΚΚΕ, στη Μέση Ανατολή. Τα κινήματα της Μέσης Ανατολής έγιναν σε τρεις φάσεις: τον Μάρτιο 1943, τον Ιούλιο 1943 και τον Απρίλιο 1944, με την ανταρσία του Ναυτικού, που ήταν η κορύφωση του δράματος. Καθόλου τυχαία, το πρώτο κίνημα σημειώθηκε τον Μάρτιο 1943, δηλαδή ταυτόχρονα με την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων στην Ελλάδα. Η επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων με στόχο την απορρόφηση ή την εξουδετέρωσή τους εξαπολύθηκε σχεδόν αμέσως μετά την παράδοση της 6ης Στρατιάς της Βέρμαχτ και τη, νικηφόρα για την ΕΣΣΔ, λύση της πολιορκίας του Στάλινγκραντ. Η ήττα της Γερμανίας στο Στάλινγκραντ συνέβη τρεις μήνες μετά την ήττα του Ρόμελ στο Ελ Αλαμέιν και είχε γίνει, πλέον, απολύτως σαφές ότι η ζυγαριά του πολέμου γέρνει εναντίον της Γερμανίας και η νίκη των Συμμάχων ήταν θέμα χρόνου. Αμέσως, το ΚΚΕ εξαπέλυσε εκστρατεία εξάλειψης οποιασδήποτε αμφισβήτησης της κυριαρχίας του στον ελλαδικό χώρο. Παράλληλα, αποπειράθηκε να εξουδετερώσει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που δρούσαν στη Μέση Ανατολή.
Η κομμουνιστική οργάνωση ΑΣΟ («Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση»), στην οποία συμμετείχαν κυρίως στρατιώτες και ελάχιστοι υπαξιωματικοί και αξιωματικοί, ζήτησε τον Μάρτιο του 1943 την αποπομπή των «φασιστών» αξιωματικών (δηλαδή των μη αποταχθέντων μετά τα κινήματα του 1933 και του 1935, καθώς και των αντικομμουνιστών βενιζελικών) από τις Ταξιαρχίες. «Φασίστες» κατά το ΚΚΕ ήταν οι αξιωματικοί που οδήγησαν τον ελληνικό στρατό στις νίκες εναντίον του Μουσολίνι, που συγκρούστηκαν με τη Βέρμαχτ στη Γραμμή Μεταξά, που ηγήθηκαν της 1ης Ελληνικής Ταξιαρχίας στη Μάχη του Ελ Αλαμέιν προ έξι μηνών και που οδήγησαν τα ελληνικά υποβρύχια στις περιπολίες στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο το 1941 και το 1942 βυθίζοντας γερμανικά μεταγωγικά που μετέφεραν εφόδια για το Afrika Korps. Σύμφωνα με το ΚΚΕ η ηγεσία αυτών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων ήταν «φασίστες».
Η ανταρσία του Μαρτίου 1943 είχε αποτέλεσμα την παραίτηση του υπουργού Αμύνης Παναγιώτη Κανελλόπουλου και την απομάκρυνση 40 αξιωματικών μοναρχικών πεποιθήσεων από τις Ταξιαρχίες. Τον Ιούλιο, οι ταραχές επαναλήφθηκαν με ανταρσίες στα πλοία Ιέραξ και Μιαούλης και στη 2η Ταξιαρχία. Η στάση καταπνίγηκε ύστερα από αγγλική επέμβαση και δύο στασιαστές δικάστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν.
Τον Μάρτιο 1944, το ΕΑΜ σχηματίζει στα βουνά της Ευρυτανίας την Προσωρινή Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ή «Κυβέρνηση του Βουνού». Στις αρχές Απριλίου στασιάζει το Ναυτικό, που ήταν ελλιμενισμένο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ναύτες πέταξαν στη θάλασσα τους αξιωματικούς τους, κατέλαβαν τα πλοία, ανέβασαν στα κατάρτια τους σημαίες που γράφουν «ΕΑΜ» και αξίωσαν τη συγχώνευση της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου με την ΠΕΕΑ. Ο αρχηγός του αγγλικού στόλου έδωσε στην ελληνική κυβέρνηση διορία 48 ώρες για να καταπνίξει την ανταρσία, αλλιώς θα διέτασσε τη βύθιση του ελληνικού στόλου. Η ανταρσία του Απριλίου 1944 και ο παροπλισμός του ελληνικού στόλου έγιναν δύο μήνες πριν από την απόβαση στη Νορμανδία.
Αναλογισθείτε τώρα «επιτροπές οπλιτών» στην Κακαβιά και στο Τεπελένι, το χειμώνα 1940-41, να συλλαμβάνουν τους αξιωματικούς τους, όπως έκαναν στον Λίβανο το 1943, και να ζητούν άμεση κατάπαυση του πυρός και συνεννόηση με την Ιταλία, με τη διαμεσολάβηση της Σοβιετικής Ένωσης – όπως ζητούσε ο παράνομα εκδιδόμενος Ριζοσπάστης όλη τη διάρκεια του 1940. Φανταστείτε «πυρήνες» του ΚΚΕ να εμφανίζονται στην έδρα της μεραρχίας τους, να συλλαμβάνουν το επιτελείο και να το κλειδαμπαρώνουν σε αυτοσχέδια κρατητήρια επειδή ήταν «φασίστες», όπως έκαναν στα πλοία του ελληνικού στόλου που ήταν ελλιμενισμένα στην Αλεξάνδρεια το 1944. Είναι απολύτως βέβαιο ότι θα έκαναν στο αλβανικό μέτωπο το 1940-41 ακριβώς ό,τι έκαναν στον Λίβανο και την Αίγυπτο, όταν οι δύο ελληνικές Ταξιαρχίες, που είχαν συμμετάσχει στη Μάχη του Ελ Αλαμέιν, εκπαιδεύονταν και προετοιμάζονταν για να συμμετάσχουν στην απόβαση στη Σικελία και, μετά, στην απελευθέρωση της Ελλάδος. Περί αυτού δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία.
Για το ΚΚΕ, πάντα, η υπέρτατη υποχρέωση, αυτή που υπερείχε όλων των άλλων, ήταν η πιστή εκτέλεση των εντολών της Μόσχας γιατί, κατά το συναξάρι τους, αυτό υπαγόρευε η αποστολή τους, που ήταν (και είναι) η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Τίποτε δε θα μπορούσε (και δεν μπορεί) να προηγείται αυτού του στόχου, και των εντολών της Μόσχας – ούτε καν η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας και της ελευθερίας του ελληνικού λαού. Εκ των υστέρων, λοιπόν, ο Μεταξάς ήταν όχι μόνο αυτός που πρόσδεσε τη χώρα στο άρμα της Βρετανίας και της νικήτριας συμμαχίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αλλά, διώκοντας το ΚΚΕ και αδρανοποιώντας την ηγεσία του τα χρόνια προ της έναρξης του πολέμου, γλίτωσε την Ελλάδα από την εθνική τραγωδία που θα αποτελούσε η υπονομευτική δράση του στη διάρκεια του αλβανικού έπους.
Ίσως γι’ αυτό μετά το 1974 και, ειδικά, μετά το 1981 το ΚΚΕ και η Αριστερά προσπάθησε, για μερικά χρόνια, να επιβάλλει το αφήγημα ότι τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου το ΟΧΙ δεν το είπε ο Μεταξάς στον Ιταλό πρέσβη αλλά ο «Λαός». Και ότι εάν ο Μεταξάς δεν είχε πει ΟΧΙ θα επακολουθούσε λαϊκή εξέγερση. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εάν ο Μεταξάς είχε υποκύψει στο ιταλικό τελεσίγραφο, το ΚΚΕ θα τον έκανε επίτιμο μέλος. Αλλά, όπως γνωρίζει πλέον και ο τελευταίος νοήμων Έλληνας, το μόνο πράγμα στο οποίο αριστεύουν οι κομμουνιστές είναι τα ψέματα και η διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Εάν η δικτατορία Μεταξά δεν είχε φυλακίσει και εκτοπίσει την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ) μετά την 4η Αυγούστου 1936, ο νικηφόρος αμυντικός πόλεμος που διεξήγαγε η Ελλάδα στα βουνά της Ηπείρου και στην Αλβανία το 1940-41 θα γινόταν με πολύ διαφορετικούς όρους και θα είχε πολύ διαφορετική έκβαση. Τα αποτελέσματα θα ήταν καταστροφικά, όπως ήταν το 1943 και 1944 στη Μέση Ανατολή, όταν το ΚΚΕ προκάλεσε τη διάλυση και τον παροπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που δρούσαν στη Μέση Ανατολή μετά το 1941. H θέση αυτή δεν αποτελεί αβάσιμη εικασία ή σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά βάσιμη υπόθεση που στηρίζεται σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα.
[1] Monty Jonhstone, The CPGB, the Comintern and the War, 1939-194: Filling in the Blank Spots, Science & Society, Vol. 61, No. 1, Communism in Britain and the British Empire (Άνοιξη 1997), σ. 27-45.
[2] «Το ΚΚΕ από το 1918 ώς το 1931», τόμος Α΄, «Το ΚΚΕ από το 1918 ώς το 1926», και στο παράρτημα κειμένων της περιόδου 1932-1941, σελ. 498, έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ.
[3] ό.π., σ. 509-510.
[4] Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης, «Θα υπήρχε Έπος του ’40 εάν δεν ήταν το ΚΚΕ στη φυλακή;», The Books’ Journal, Νο.180, Οκτώβριος 2026, σ. 28-32.
Αναμενόμενο το ότι πολλά θα δούμε μέχρι τις εκλογές. Μερικά όμως σε εκπλήττουν δυσάρεστα, ιδίως εάν αφορούν τα παιδιά και γίνονται χωρίς λόγο. Ή ακριβέστερα, εάν αφορούν τα παιδιά και γίνονται χωρίς λογική. Ένα από αυτά είναι και η πρόσφατη καταψήφιση του νομοσχεδίου για την απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων κάτω των 15 ετών στις πλατφόρμες των social media, από σύσσωμη την αντιπολίτευση, του ΠΑΣΟΚ δυστυχώς συμπεριλαμβανομένου. Για την ακρίβεια μάλιστα, το ΠΑΣΟΚ, μη έχοντας το θάρρος να το καταψηφίσει, αφού φυσικά δεν διέθετε καλύτερο, δήλωσε «παρών», ενώ οι λοιπές πολιτικές δυνάμεις το καταψήφισαν.
Γιατί δεν το ψήφισαν;
Όπως από την συζήτηση στη Βουλή προκύπτει, λόγω «αναποτελεσματικότητας και προβλημάτων εφαρμογής» και «διότι οι έφηβοι μπορούν εύκολα να παρακάμψουν τους τεχνικούς περιορισμούς», παρότι όλα τα κόμματα αναγνωρίζουν την ανάγκη προστασίας των παιδιών από τους ψηφιακούς κινδύνους.
Σκέφτηκαν δηλαδή ότι αφού δεν μπορούμε να έχουμε τον τέλειο τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος (διότι το πρόβλημα αναγνωρίζουμε όλοι ότι υπάρχει και είναι πιεστικό), ε, τότε είναι καλύτερα να το αφήσουμε στα σημερινά του χάλια.
Και τους έφηβους; Έ, αφήνοντάς τους κι’ αυτούς στα σημερινά τους χάλια.
Α, το καταψήφισαν επίσης και διότι καλό θα είναι να περιμένουμε να ρυθμίσει το θέμα συλλογικά η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι να πει κανείς. Πάντα ουραγοί, πάντα εξαρτημένοι από τους άλλους, χωρίς ποτέ να τολμούμε να πάρουμε την ευθύνη πάνω μας. Ούτεν καν για τα δικά μας παιδιά. Εκτός μόνον όταν πρόκειται για τα «δικά μας παιδιά». Εκεί σκιζόμαστε.
Είχαν να προτείνουν κάτι καλύτερο; Προφανώς όχι.
Είχαν να προτείνουν κάτι πιο εφαρμόσιμο; Προφανώς όχι!
Και τούτο αποδεικνύεται από την ΠΑΣΟΚειο λογική όπως αυτή προκύπτει από την όλη στάση του κόμματος σχετικά με το θέμα αυτό στη Βουλή:
Καταρχάς δηλώνει ότι δεν θα ψηφίσει το νομοσχέδιο διότι είναι ανεφάρμοστο, λόγω του ότι είναι δύσκολο να διαπιστωθεί η ηλικία των χρηστών.
Στη συνέχεια κάνει ρελάνς με μία πρόταση, η οποία λογικά είναι πολύ πιο πολύ ανεφάρμοστη από την πρόταση της κυβέρνησης, την οποία το ίδιο αρνείται να την ψηφίσει ως ανεφάρμοστη: καταθέτει δική του τροπολογία προτείνοντας μια διαβαθμισμένη πρόσβαση ανάλογα με την ηλικία, αντί για την πλήρη απαγόρευση.
Δηλαδή είναι ανεφάρμοστος ως αναποτελεσματικός ο τρόπος με τον οποίο θα ελέγχεται η ηλικία των χρηστών στις πλατφόρμες, όμως ταυτόχρονα είναι δυνατός, εφαρμόσιμος και αποτελεσματικός ο ίδιος έλεγχος, με τα ίδια μέσα, στις ίδιες πλατφόρμες, για διαβαθμισμενη μάλιστα και εξειδικευμένη αυτή τη φορά ηλικία των ίδιων χρηστών;
Δηλαδή για να καταλάβουμε την πρόταση σε όλο του το λογικό εύρος, κατά το ΠΑΣΟΚ οι πλατφόρμες δεν μπορούν να ελέγξουν μία συγκεκριμένη ηλικία των νέων χρηστών, μπορούν όμως, οι ίδιες πλατφόρμες, να ελέγξουν την διαβαθμισμένη και κατηγοριοποιημένη σε περισσότερες και μερικότερες κατηγορίες ηλικία των ίδιων χρηστών;
Και για να το κάνουμε ακόμα πιο απλό, τι είναι πρακτικά και τεχνικά πιο εύκολο: να αντιληφθεί η πλατφόρμα ότι ένας χρήστης είναι 15 χρονών και κάτω ή ότι ένας χρήστης όχι μόνον είναι κάτω των 15 ετών, αλλά επιπλέον ανήκει και σε κάποια συγκεκριμένη από τις παρακάτω (αυθαίρετα και χάριν της κατανόησης εκτιθέμενες) π.χ. κατηγορίες, ώστε να τον εντάξει στη συνέχεια στην ανάλογη απαγόρευση: είναι μεταξύ 8 – 10 ετών, είναι 10-12 ετών, είναι 12-14 ετών, είναι 15 ετών ή είναι άνω των 15 ετών;
Πάσα απάντηση δεκτή.
Δεν ξέρω εάν στη Βουλή οι ΠΑΣΟΚοι εξήγησαν και τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοστεί η πρότασή τους, εγώ ο ανίδεος πάντως θεωρώ ακόμα ότι το να κάνεις διαβαθμισμένο και κατηγοριοποιημένο έλεγχο είναι πολύ πιο δύσκολο από το να κάνεις έναν απλό έλεγχο. Και το αντίθετο, ότι είναι πιο εύκολο να κάνεις έναν γενικό απλό έλεγχο, από τα να κάνεις με τα ίδια μέσα έναν διαβαθμισμένο κατηγοριακά έλεγχο. Εκτός κι αν εκεί στο ΠΑΣΟΚ έχουν βρει ήδη δικούς τους τρόπους ελέγχου, αναβαθμισμένους και διαβαθμισμένους, αρνούνται όμως να τους γνωστοποιήσουν μην… τους κλέψουν την πατέντα.
Και τι βγαίνει απ’ όλα αυτά;
Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα!
Το μόνον που βγαίνει είναι ότι η αντιπολίτευση, για μια ακόμα φορά, δηλαδή για πολλοστή φορά, αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων.
Αντί να ψηφίσει ένα μέτρο το οποίο ελλείψει καλύτερου, κρίνεται απολύτως απαραίτητο (όχι μόνο στη χώρα μας αλλά πανευρωπαϊκά και διεθνώς), επιφυλασσόμενη για καλύτερες και αποτελεσματικότερες τροποποιήσεις και ρυθμίσεις στο μέλλον (που μετά βεβαιότητος θα είναι πιο εφικτές), έκανε το τελευταίο που θα περίμενε κανείς από ένα σοβαρό κόμμα αντιπολίτευσης. Αρνήθηκε να το ψηφίσει, όπως δυστυχώς και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, συμπλέοντας για ακόμα μια φορά με την τοξική αντιπολίτευση.
Γιατί το έκανε;
Στο μόνο που μπορεί να πάει το μυαλό μου είναι ότι το έκανε εκ του πονηρού και για τα ψηφαλάκια των νέων στις επικείμενες εκλογές. Διότι μπορεί μεν η απαγόρευση να αφορά νέους που δεν ψηφίζουν ακόμα, αλλά και εκείνοι που ψηφίζουν δύο χρόνια διαφορά έχουν με τους υποψήφιους προς απαγόρευση συνέφηβους. Η μεταξύ τους αλληλεγγύη, αλλά και ο φόβος ότι στη συνέχεια μπορεί να αποτελέσουν και οι ίδιοι υποκείμενα απαγορεύσεων, νομίζω ότι θα μετρήσει, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, όταν βρεθούν μπροστά στην κάλπη. Άσε που με την άρνηση αυτή βάζουμε και ψηφοθηρικές υποθήκες για το μέλλον: οι σημερινοί υποψήφιοι προς απαγόρευση δεκαπεντάχρονοι είναι οι μεθαυριανοί ψηφοφόροι και σε δύο χρόνια θα ψηφίζουν. Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε, που λέει ο λαός.
Το λυπηρό της υπόθεσης;
Ένα ΠΑΣΟΚ που τα τελευταία χρόνια συμπλέει στη Βουλή με κοκαλοδείχτες θεομπαίχτες και υβρίζοντες λαομπαίχτες.
Ένα ΠΑΣΟΚ που δείχνει να κάνει τα πάντα για μερικές ψήφους: θέσεις συριζαίικες και νυν τσιπραίικες, μεταγραφές συριζαίικες και νυν τσιπραίικες, ψήφους στη Βουλή συριζαίικες και νυν τσιπραίικες. Χωρίς να κατανοεί πόσο κακό κάνει αυτό στην ταυτότητά του και χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι πλησιάζει πολύ… πάρα πολύ το σήμερα προπορευόμενο κόμμα – αλλά, δυστυχώς, όχι μόνο δημοσκοπικά.
Ένα ΠΑΣΟΚ που ο ανταγωνισμός του με τον Τσίπρα, το κάνει χειρότερο, αντί καλύτερο.
Ένα ΠΑΣΟΚ που η ηγεσία του δεν έχει αντιληφθεί ότι, κι αν ακόμα, με τις τυχάρπαστες αυτές ψήφους, καταφέρει να υποσκελίσει τον Τσίπρα και να αναδειχθεί δεύτερο κόμμα (καθόλου βέβαιο, αλλά κι αν γίνει), η ανταπόκρισή του αυτή, ενώ θα είναι εντελώς περιορισμένη εκλογικά (κάτω από 15%, έχοντας ελάχιστο προβάδισμα σε σχέση με το τρίτο κόμμα και τη μισή εκλογική δύναμη από το πρώτο), θα το έχει όμως ήδη κατατάξει, και ίσως ανεπιστρεπτί, στα κόμματα της τοξικής διαμαρτυρίας (ή της διαμαρτυρόμενης τοξικότητας), με τα οποία εσχάτως, τουλάχιστον ψηφοθηρικά, στη Βουλή συμπαρίσταται.
Ένα ΠΑΣΟΚ που, χαμένο σε μια αριστεροσύνη παλιάς κοπής για να κερδίσει μερικές ουρανοκατέβατες ψήφους από τον Τσίπρα, χάνει το μεγαλύτερο μέρος της κρίσιμης μάζας του 10% της Κεντροαριστεράς (παλιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, η συντριπτική του πλειονότητα), το οποίο από το 2019 και μετά βγάζει τον Μητσοτάκη πρωθυπουργό. Και η οποία θα έδινε ένα σταθερό προβάδισμα στο ΠΑΣΟΚ αφενός έναντι όλων των άλλων στην διεκδίκηση και κυρίως στη σταθεροποίησή του στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφετέρου με ένα αξιόλογο ποσοστό μελλοντικής διεκδίκησης της διακυβέρνησης.
Ένα ΠΑΣΟΚ που αντί να διεκδικεί συμπαγείς ψήφους από το πρώτο κόμμα το οποίο φέρεται και φαίνεται ότι χάνει ψήφους, αναλώνεται και ανακατεύεται με τα πίτουρα, για μερικές τυχάρπαστες ψήφους από το δεύτερο κόμμα, το οποίο φέρεται και φαίνεται ότι κερδίζει ψήφους.
Ξεχνώντας σε κάθε περίπτωση τι λέει ο λαός για τα ανεμομαζώματα.
Αληθινά λυπηρό, για ένα παλιό συστημικό κόμμα εξουσίας, το οποίο τα τελευταία χρόνια βάλθηκε να μας αποδείξει ότι έγινε αντιστημικό!
Η χώρα χρειάζεται διακυβέρνηση και όχι διαμαρτυρία ή, πολύ περισσότερο, τοξικότητα. Όχι άλλη τοξικότητα.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον για το φυσικό αέριο παρερμηνεύει το Κρεμλίνο ακόμη μια φορά. Κι ενώ το Κίεβο θα ήταν ικανοποιημένο με την επανέναρξη της διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω ουκρανικών αγωγών ως μέρος μιας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, η Μόσχα δεν φαίνεται διατεθειμένη να ανταλλάξει τους πολεμικούς της στόχους γι’ αυτό.
Στις 17 Οκτωβρίου, οι New York Times ανέφεραν ότι οι απεσταλμένοι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρετ Κούσνερ, προέτρεψαν το Κίεβο και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να εξετάσουν το ενδεχόμενο επανέναρξης της ροής ρωσικού φυσικού αερίου μέσω του εκτεταμένου δικτύου αγωγών της Ουκρανίας, ως μέρος μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. Η λογική πίσω από την πρόταση είναι απλή: δεδομένου ότι τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο θα αποκομίσουν εμπορικά οφέλη, μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για κατάπαυση του πυρός. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, Αμερικανοί και Ρώσοι εκπρόσωποι συζήτησαν επίσης την επανέναρξη της λειτουργίας του τμήματος του αγωγού «Nord Stream 2» που έχει διασωθεί κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα —κάτι που αρνείται ο Λευκός Οίκος. Η ιδέα για το φυσικό αέριο ακολουθεί ένα άλλο κίνητρο που τέθηκε στο τραπέζι των συνομιλιών στο Μαϊάμι νωρίτερα αυτό το μήνα: μια πρόταση των ΗΠΑ να ξεπαγώσουν μέρος των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας και να τα θέσουν υπό τον έλεγχο της Ουάσιγκτον, την οποία απέρριψαν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.
Πρόκειται για μια λογική συμφωνία ή για ένα «δηλητηριασμένο ποτήρι»; Η απάντηση εξαρτάται πολύ λιγότερο από το Κίεβο παρά από τη Μόσχα.
Το Κίεβο δεν αποτελεί εμπόδιο
Εάν μια οικονομική ρύθμιση αυτού του είδους μπορούσε να οδηγήσει σε κατάπαυση του πυρός, το Κίεβο κατά πάσα πιθανότητα θα συμφωνούσε να επαναλάβει τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της επικράτειάς του — και ίσως να μην είχε αντίρρηση ούτε για την επανέναρξη της ροής φυσικού αερίου μέσω της Βαλτικής Θάλασσας. Από τις αρχές του 2025, ο Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει επανειλημμένα υποστηρίξει τόσο μια ολοκληρωτική κατάπαυση του πυρός όσο και μερική αναστολή των επιθέσεων κατά ενεργειακών υποδομών και των εχθροπραξιών στη Μαύρη Θάλασσα. Στις 11 Μαρτίου 2025, στη Τζέντα, η Ουκρανία αποδέχτηκε μια πρόταση των ΗΠΑ για άμεση εκεχειρία τριάντα ημερών. Η Ρωσία δεν την αποδέχτηκε. Τον Ιούνιο του 2026, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η παγίωση της τρέχουσας γραμμής του μετώπου στην ανατολική και νότια Ουκρανία ήταν «ο ταχύτερος τρόπος» για να σταματήσει ο πόλεμος.
Τα τελευταία δύο χρόνια, το ενδιαφέρον της Ουκρανίας για τον τερματισμό των εχθροπραξιών έχει ενισχυθεί τόσο πολύ, ώστε το Κίεβο να έχει εγκαταλείψει τους όρους του για πλήρη ή μερική εκεχειρία. Θα αποδεχόταν την τρέχουσα πορεία της γραμμής του μετώπου ως γραμμή επαφής της εκεχειρίας και πιθανότατα θα ανεχόταν μια νέα μορφή οικονομικής συνεργασίας με τη Ρωσία στον τομέα της μεταφοράς φυσικού αερίου. Τα ρωσικά τέλη διαμετακόμισης προς την Ουκρανία θα ήταν ευπρόσδεκτα, αλλά έχουν δευτερεύουσα σημασία. Στο πλαίσιο της σύμβασης διαμετακόμισης για την περίοδο 2019–2024, η Naftogaz κατέγραψε έσοδα άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων από τη ρήτρα «ship-or-pay» – ένα σημαντικό ποσό, αλλά μέτριο σε σύγκριση με το κόστος της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της Ουκρανίας και τη δημοσιονομική στήριξη από τη Δύση στην οποία βασίζεται επί του παρόντος.
Πράγματι, το Κίεβο επέτρεψε τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου ακόμη και σε καιρό πολέμου. Όχι μόνο μετά την πρώτη εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία το 2014, αλλά και μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής στις 24 Φεβρουαρίου 2022, το ρωσικό φυσικό αέριο συνέχισε να ρέει μέσω των ουκρανικών αγωγών προς την ΕΕ και τη Μολδαβία μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2025 – περίπου 15–16 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα μόνο το 2024. Η Ουκρανία, που είχε πληγεί οικονομικά, χρειαζόταν τα έσοδα, και η διακοπή της διαμετακόμισης δεν θα είχε κάνει τίποτα περισσότερο από το να εκτρέψει τις ρωσικές εξαγωγές προς άλλες διαδρομές, όπως το TurkStream μέσω της Μαύρης Θάλασσας και της Τουρκίας.
Δεν ήταν ο πόλεμος καθεαυτός που έθεσε τέλος στη διαμετακόμιση σχεδόν τρία χρόνια μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής, αλλά οι συνέπειες του πολέμου σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες. Αυτοί περιλάμβαναν τη λήξη της τελευταίας πενταετούς σύμβασης διαμετακόμισης, διαφωνίες σχετικά με τις υποχρεώσεις «ship-or-pay» της Gazprom, την επιμονή του Κιέβου ότι οποιοδήποτε φυσικό αέριο πρέπει να είναι ουσιαστικά μη ρωσικής προέλευσης και όχι απλώς μετονομασμένο, καθώς και την ίδια την πολιτική σταδιακής κατάργησης της ΕΕ, η οποία υιοθετήθηκε ως απάντηση στην κλιμακούμενη επιθετικότητα της Ρωσίας. Εάν η Ουκρανία επέτρεπε τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια ενός πλήρους πολέμου, είναι πιθανό να το πράξει και υπό συνθήκες εκεχειρίας.
Γιατί η Μόσχα δεν θα δεχτεί
Καταρχήν, η συμφωνία που πρότειναν οι Κούσνερ και Γουίτκοφ θα έπρεπε να είναι ακόμη πιο επικερδής για τη Μόσχα παρά για το Κίεβο. Οι γρήγορες, μεγάλης κλίμακας και σχετικά φθηνές εξαγωγές μέσω αγωγών προς τα δυτικά θα έφερναν φρέσκα χρήματα στον πιεσμένο προϋπολογισμό της Ρωσίας. Τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 23,8%ό το 2025, φτάνοντας τα 8,48 τρισεκατομμύρια ρούβλια =ένα ιστορικά χαμηλό ποσοστό, κάτω του 23% των ομοσπονδιακών εσόδων και το χαμηλότερο επίπεδο από το 2020– ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 5,6 τρισεκατομμύρια ρούβλια. Η πτώση συνεχίστηκε το 2026, με τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να σημειώνουν περαιτέρω μείωση κατά 17,2% σε ετήσια βάση κατά τους πρώτους εννέα μήνες. Μόνο η διακοπή της διαμετακόμισης μέσω της Ουκρανίας κόστισε στη Gazprom περίπου το 16% του προγραμματισμένου όγκου εξαγωγών της για το 2025, αξίας έως και 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.
Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική ιδέα είναι ως τέτοια μάταιη, διότι παρερμηνεύει τη στρατηγική, την ιδεολογία και την εσωτερική λογική του καθεστώτος του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η συμπεριφορά της Ρωσίας στην Ουκρανία καθοδηγείται από ιστορικούς μύθους, πολιτική δυσαρέσκεια, πανρωσικό υπερεθνικισμό και φαντασιώσεις περί καθεστώτος μεγάλης δύναμης και εδαφικής επέκτασης. Το οικονομικό συμφέρον αποτελεί μόνο ένα μέρος της εικόνας. Ο Πούτιν, επομένως, είναι πιθανό να απορρίψει την πρόταση ως βάση για ειρήνη. Για τον ίδιο, μια συμφωνία για το φυσικό αέριο θα ήταν, το πολύ, το κερασάκι στην τούρτα της μερικής –ή, ακόμα καλύτερα, της πλήρους– συνθηκολόγησης της Ουκρανίας.
Το πρόσφατο ιστορικό της Ρωσίας το αποδεικνύει αυτό. Οι ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω του Nord Stream δεν σταμάτησαν το 2022 λόγω επίθεσης της Ουκρανίας στους υποθαλάσσιους αγωγούς, όπως συχνά υποστηρίζεται. Η ίδια η Μόσχα είχε διακόψει τις προμήθειες εβδομάδες νωρίτερα, στα τέλη Αυγούστου του 2022, θυσιάζοντας τον μεγαλύτερο πελάτη της για να αποκτήσει πολιτικό πλεονέκτημα. Όταν οι αχρησιμοποίητοι αγωγοί ανατινάχθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2022 –μια πράξη που οι Γερμανοί εισαγγελείς αποδίδουν σε μια ουκρανική ομάδα ο φερόμενος ως ηγέτης της οποίας παραπέμφθηκε σε δίκη στο Αμβούργο στις 14 Οκτωβρίου 2026– ένας από τους τέσσερις αγωγούς παρέμεινε άθικτος.
Ο Πούτιν προσφέρθηκε να διοχετεύσει φυσικό αέριο μέσω αυτού· το Βερολίνο αρνήθηκε. Αυτό που πρόσφερε το Κρεμλίνο ήταν μια συμφωνία που θα βοηθούσε τη Ρωσία να χρηματοδοτήσει τον πόλεμό της, όχι μια αλλαγή πορείας. Η Μόσχα προτίμησε να παραιτηθεί από το μεγαλύτερο μέρος της πιο κερδοφόρας εξαγωγικής της αγοράς παρά να μετριάσει τους στόχους της στην Ουκρανία. Για το Κρεμλίνο, βεβαίως, περισσότερα έσοδα από το ευρωπαϊκό εμπόριο ενέργειας θα ήταν ευπρόσδεκτα. Όμως, συνολικά, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για τη ρεβανσιστική ρωσική ηγεσία.
Εν τω μεταξύ, έχει προκύψει ένα πολύ πρακτικό εμπόδιο για την επαναλειτουργία τόσο του αγωγού «Nord Stream 2» που επέζησε όσο και οποιασδήποτε άλλης διαδρομής για το ρωσικό φυσικό αέριο προς την ΕΕ. Στις 26 Ιανουαρίου 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε επίσημα έναν κανονισμό που καταργεί σταδιακά όλες τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου: το ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) θα απαγορευτεί πλήρως από τις αρχές του 2027, και το φυσικό αέριο μέσω αγωγών από το φθινόπωρο του 2027. Η επανέναρξη της διαμετακόμισης θα απαιτούσε, επομένως, μια θεμελιώδη αναθεώρηση της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ.
Ήττα, όχι συμφωνίες
Η ιδέα της ειρήνης στην Ανατολική Ευρώπη μέσω ανανεωμένης ενεργειακής συνεργασίας είναι αφελής και βασίζεται σε λανθασμένες υποθέσεις. Βεβαίως, η Ουκρανία δεν αποτελεί εμπόδιο.
Το Κίεβο θα δεχόταν πιθανότατα την επανέναρξη της διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της επικράτειάς του ως μέρος μιας πραγματικής εκεχειρίας, ακριβώς όπως επέτρεψε τη διαμετακόμιση κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του ρωσο-ουκρανικού πολέμου από το 2014 έως το 2021 και κατά τη διάρκεια των πρώτων τριών ετών της πλήρους εισβολής από το 2022 έως το τέλος του 2024.
Ωστόσο, για να δανειστούμε μια αγαπημένη φράση του Κρεμλίνου, η «βασική αιτία» της ανασφάλειας στην Ανατολική Ευρώπη δεν είναι οικονομική. Είναι ο εγγενής ιμπεριαλισμός της Ρωσίας, ο επεκτατικός ζήλος και η δηλητηριώδης ουκρανοφοβία. Ενάντια σε τέτοιες τάσεις, ακόμη και οι πιο κερδοφόρες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες είναι άχρηστες. Το δίδαγμα τόσο της τσαρικής όσο και της σοβιετικής ιστορίας είναι ότι αυτό που ψύχει τον εξωτερικό τυχοδιωκτισμό της Μόσχας και στρέφει την προσοχή της Ρωσίας προς τα ενδότερα είναι η ήττα στο πεδίο της μάχης και όχι η διπλωματική νίκη, καθώς και οι οικονομικές δυσκολίες και όχι η εμπορική επιτυχία.
Τα πιο διαρκή αποτελέσματα προκύπτουν όταν η στρατιωτική αποτυχία και η οικονομική κρίση συμπίπτουν. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Σοβιετική Ένωση αποσύρθηκε από το Αφγανιστάν, έχασε τον Ψυχρό Πόλεμο και βυθίστηκε σε μια βαθιά κοινωνικοοικονομική κρίση. Η σοβιετική αυτοκρατορία διαλύθηκε, και το ρωσικό κράτος που αναδύθηκε έγινε, για ένα διάστημα, μια πρωτο-δημοκρατία με σχετικά συγκρατημένες εξωτερικές φιλοδοξίες. Κάτι παρόμοιο θα έπρεπε να συμβεί σήμερα για να τερματιστεί η τρέχουσα εξωτερική περιπέτεια της Ρωσίας.
Στην καλύτερη περίπτωση, το ελάττωμα στην προσέγγιση των Κούσνερ και Γουίτκοφ αφορά τη σειρά των ενεργειών. Προτεινόμενο πριν από μια εκεχειρία, το ανανεωμένο εμπόριο φυσικού αερίου ισοδυναμεί με ελάφρυνση των κυρώσεων που επιβραβεύει την επιθετικότητα· δεν μπορεί να αγοράσει αυτό που η Μόσχα δεν θέλει να πουλήσει. Η Γερμανία έχει ήδη δοκιμάσει αυτή τη στρατηγική με την αποτυχημένη πολιτική της Wandel durch Handel, ή «αλλαγή μέσω του εμπορίου», και πάνω απ’ όλα με τα δύο έργα Nord Stream – τα οποία συνέβαλαν στην ενθάρρυνση του Κρεμλίνου πριν από τις κλιμακώσεις του 2014 και του 2022.
Αν η ενεργειακή συνεργασία πρόκειται να διαδραματίσει κάποιο ρόλο σε μια διευθέτηση, θα πρέπει να έρθει μετά, και όχι πριν, από μια επαληθευμένη και διαρκή εκεχειρία που θα υποστηρίζεται από αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία. Το ρωσικό φυσικό αέριο που ρέει μέσω της Ουκρανίας και κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα θα μπορούσε να συμβάλει στην εδραίωση της ειρήνης. Δεν μπορεί όμως να τη δημιουργήσει.
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα Σχόλιο του EPIK.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Τώρα που η υπόθεση Μαζωνάκη έχει πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης και άρχισε ο έλεγχος της λειτουργίας διαφόρων «ιατρείων» και παραϊατρικών υπηρεσιών, είναι καιρός να αρχίσει η συζήτηση και για θέματα σχετιζόμενα με τις επονομαζόμενες συμπληρωματικές και εναλλακτικές ιατρικές (complementary and alternative medicine). Γιατί κάποια στιγμή θα πέσουμε πάλι από τα σύννεφα όταν κάποιος διάσημος/η καταλήξει επειδή δεν διαγνώστηκε εγκαίρως ή δεν εφαρμόστηκαν οι κατάλληλες θεραπείες. Τι γίνεται αλήθεια με την ομοιοπαθητική, που είναι διαδεδομένη και σημαντικό μέρος των συμπολιτών μας προσφεύγει σε ομοιοπαθητικές θεραπείες; Είναι αποτελεσματικές; Έχουν επιστημονική βάση; Ποιο είναι το νομοθετικό πλαίσιο άσκησης αυτών των πρακτικών; Ποιοι έχουν δικαίωμα άσκησης; Τι γίνεται στις άλλες χώρες της Ευρώπης; Είναι ενημερωμένοι οι πολίτες για όλα αυτά τα θέματα;
Η ομοιοπαθητική βασίζεται σε δύο αξιώματα: το «νόμο των ομοίων» και το «νόμο των απειροελάχιστων ποσοτήτων» που διατυπώθηκαν το 1796 από τον Samuel Hahnemann. Σύμφωνα με τα αξιώματα του Hahnemann, μια ουσία που προκαλεί ορισμένα συμπτώματα σε έναν υγιή άνθρωπο, μπορεί να θεραπεύσει παρόμοια συμπτώματα σε έναν ασθενή όταν χορηγηθεί σε πολύ μεγάλη αραίωση. Έτσι, η ουσία υποβάλλεται σε πολλαπλές διαδοχικές αραιώσεις πριν χορηγηθεί στον ασθενή. Να σημειώσω ότι την εποχή εκείνη δεν ήταν γνωστό ότι σε ένα διάλυμα υπάρχει πεπερασμένος αριθμός μορίων. Σήμερα γνωρίζουμε ότι, λόγω των ακραίων αραιώσεων που εφαρμόζονται στα χορηγούμενα ομοιοπαθητικά παρασκευάσματα, στο τελικό προϊόν δεν περιέχεται ούτε ένα μόριο της «δραστικής» ουσίας. Επίσης, όταν ο Hahnemann διατύπωσε τα αξιώματά του, η σύγχρονη ιατρική βρισκόταν σε εμβρυακό στάδιο, η βιοϊατρική έρευνα δεν υφίστατο ούτε ως έννοια και ο όρος βιολογία χρησιμοποιήθηκε μερικά χρόνια αργότερα (από τον Λαμάρκ το 1802). Οι θεραπείες βασίζονταν ως επί το πλείστον στα συγγράμματα του Γαληνού. Πολλές απ’ αυτές ήταν εξαιρετικά τοξικές και συχνά προκαλούσαν το θάνατο του ασθενούς, αντί να τον θεραπεύσουν. Έτσι, ο Hahnemann, προτείνοντας την ομοιοπαθητική, πίστευε ότι με τη χρήση ήπιων θεραπευτικών αγωγών θα παρέκαμπτε τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι θεραπευτικές αγωγές της εποχής εκείνης. Όμως οι ιδέες του δεν είχαν καμία αιτιολογική βάση.
Στους σχεδόν 2,5 αιώνες που πέρασαν από τότε, η ιατρική έχει κάνει άλματα. Οι παθογενετικοί μηχανισμοί των περισσότερων νοσημάτων είναι γνωστοί. Παθογόνα μικρόβια έχουν ταυτοποιηθεί και η μολυσματικότητά τους έχει μελετηθεί. Οι περισσότερες λοιμώξεις θεραπεύονται ή προλαμβάνονται με εμβόλια. Τα αυτοάνοσα νοσήματα και ο καρκίνος αντιμετωπίζονται με διάφορους βαθμούς επιτυχίας. Η αιτιολογία των περισσότερων γενετικών νοσημάτων είναι γνωστή και τα πρώτα βήματα για την αντιμετώπιση ορισμένων απ’ αυτά έχουν γίνει. Και το κυριότερο, η σύγχρονη ιατρική βασίζεται στην αρχή της «τεκμηριωμένης ιατρικής» (evidence-based medicine). Δηλαδή της «ιατρικής που βασίζεται στη συνειδητή, ρητή και συνετή χρήση των καλύτερων διαθέσιμων επιστημονικών τεκμηρίων για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη φροντίδα κάθε ασθενούς» (Sackett DL et al., Evidence based medicine: what it is and what it isn’t).
Τι δεχόμαστε ως «καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά τεκμήρια»; Προκύπτουν από συνδυασμό αποτελεσμάτων κλινικών μελετών, συστηματικών ανασκοπήσεων και μετα-αναλύσεων, με διαρκή αξιολόγηση της ποιότητας και της αξιοπιστίας τους. Αντίθετα, η ομοιοπαθητική παραμένει αμετακίνητη στα δύο ιδρυτικά της αξιώματα.
Πώς εξηγούν οι οπαδοί της ομοιοπαθητικής τη δράση των ομοιοπαθητικών παρασκευασμάτων, σήμερα και ενώ είναι γνωστό ότι στις αραιώσεις που χρησιμοποιούνται δεν υπάρχει κανένα μόριο δραστικής ουσίας; Έχουν προταθεί διάφορες υποθέσεις μεταξύ των οποίων η μνήμη του νερού, η εντύπωση δηλαδή στο νερό των ιδιοτήτων της δραστικής ουσίας, η δημιουργία νανοδομών, η αλλαγή της δομής του νερού λόγω της έντονης ανάδευσης που ακολουθεί κάθε αραίωση. Όμως, καμία από τις υποθέσεις αυτές δεν έχει επιβεβαιωθεί πειραματικά. Ειδικά για τη μνήμη του νερού, τη δεκαετία του 1990, ερευνητές ανέφεραν ότι τα πειραματικά τους αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μνήμης στο νερό. Ποτέ όμως τα αποτελέσματα αυτά δεν επιβεβαιώθηκαν από άλλους ερευνητές, σε εκτεταμένες έρευνες που ακολούθησαν. Έτσι, σήμερα, δεν υφίσταται κανένας επιστημονικά αποδεκτός μηχανισμός που να υποστηρίζει τη δράση των ομοιοπαθητικών φαρμάκων. Μάλιστα, το EASAC (European Academies Science Advisory Council), ένα δίκτυο εθνικών επιστημονικών ακαδημιών της Ευρώπης, το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζονται σε αξιόπιστα και ισχυρά επιστημονικά τεκμήρια, σε ανακοίνωσή του το 2017 αναφέρει:
Οι επιστημονικοί ισχυρισμοί που διατυπώνονται υπέρ της ομοιοπαθητικής είναι επιστημονικά απίθανοι και ασύμβατοι με τις καθιερωμένες αρχές της χημείας και της φυσικής.
Ωστόσο, ένας καλόπιστος άνθρωπος θα μπορούσε να ρωτήσει: μήπως η ομοιοπαθητική λειτουργεί με φυσικούς νόμους που είναι άγνωστοι σήμερα; Το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί με αξιόπιστες κλινικές μελέτες. Πράγματι, μολονότι έχουν αναφερθεί κλινικές μελέτες που υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής, καμία μετα-ανάλυση δεν έχει επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα αυτά. Η μετα-ανάλυση αποτελεί βασικό επιστημονικό εργαλείο της τεκμηριωμένης ιατρικής αφού πρόκειται για επιδημιολογικές στατιστικές μελέτες που αναλύουν τα αποτελέσματα μεγάλου αριθμού μεμονωμένων κλινικών μελετών. Βασιζόμενος στα αποτελέσματα πολλών μετα-αναλύσεων, ο EASAC αποφαίνεται:
Δεν υπάρχει καμία νόσος για την οποία υπάρχουν ισχυρές και αναπαραγώγιμες ενδείξεις ότι η ομοιοπαθητική είναι αποτελεσματική πέρα από το placebo [δράση εικονικού φαρμάκου].
Ουσιαστικότερο ερώτημα είναι αν οι εφαρμοζόμενες ομοιοπαθητικές πρακτικές είναι επικίνδυνες. Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δεν είναι τοξικά, άρα η ομοιοπαθητική δεν είναι ευθέως επικίνδυνη. Η επικινδυνότητα έγκειται στον τρόπο εφαρμογή της. Σημαντικός είναι ο κίνδυνος καθυστέρησης της διάγνωσης ή εφαρμογής μη ενδεδειγμένων, βάσει πρωτοκόλλων, φαρμακευτικών αγωγών. Επίσης, υπάρχει ο κίνδυνος ο ασθενής να εγκαταλείψει αποτελεσματικές θεραπείες, επιλέγοντας πρακτικές χωρίς αποδεδειγμένη θεραπευτική αξία. Για όλους λοιπόν αυτούς τους λόγους η πολιτεία πρέπει να φροντίσει για την προστασία των ανθρώπων, που είτε εξαιτίας μιας επιπόλαιας νοοτροπίας life style ιατρικής, είτε εξαιτίας της απόγνωσής τους, πέφτουν ενίοτε θύματα επιτηδείων που τους υπόσχονται ανέφικτες και σε πολλές περιπτώσεις επικίνδυνες «θεραπείες».
Στην Ελλάδα η ομοιοπαθητική δεν αναγνωρίζεται ως ιατρική ειδικότητα ούτε υπάρχει κρατικό πρόγραμμα ειδίκευσης – και το ίδιο ισχύει σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Σύμφωνα με έγγραφο του υπουργείου Υγείας, «η εφαρμογή της γίνεται δεκτή στο πλαίσιο της ευθύνης και της κρίσης του ιατρού». Επίσης, γνωμοδοτική απόφαση του ΚΕΣΥ αναφέρει ότι: η ομοιοπαθητική δεν συνιστά επιστημονική θεραπευτική μεθοδολογία και πρακτική της ιατρικής ή της φαρμακευτικής. Επίσης ότι δεν θεωρείται ισότιμη ή συμπληρωματική της ιατρικής επιστήμης ούτε αναγνωρίζεται ως εναλλακτική ιατρική και ότι η εφαρμογή της, ως «ομοιοπαθητική πρακτική», αφορά μόνο ιατρούς και οδοντιάτρους, οι οποίοι εξακολουθούν να υπόκεινται στους γενικούς κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας. Δεδομένου ότι η γνωμοδότηση του ΚΕΣΥ δεν είναι νόμος, φαίνεται ότι υπάρχει ένα κανονιστικό κενό. Ποιες είναι οι αποδεκτές πρακτικές ενός ομοιοπαθητικού; Ποια αρχή ελέγχει τη λειτουργία του ομοιοπαθητικού ιατρείου; Μήπως πρέπει να δίνονται συγκεκριμένες ενημερωτικές πληροφορίες στον ασθενή για τη λειτουργία της ομοιοπαθητικής; Πώς όλα αυτά συνδυάζονται με την ελευθερία επιλογής του ασθενούς για τη θεραπεία που θα ακολουθήσει και το γιατρό που θα επιλέξει; Τα θέματα αυτά δεν είναι απλά, η οποιαδήποτε κανονιστική πράξη πρέπει να κατοχυρώνει το συμφέρον του ασθενούς, να εξασφαλίζει τη σωστή ενημέρωσή του και να προασπίζει τη δυνατότητα επιλογής του.
Μεταξύ των 31 ευρωπαϊκών χωρών-δωρητών, ο παράγοντας της γεωγραφικής απόστασης από τη Ρωσία μετράει περισσότερο για την υποστήριξη προς την Ουκρανία από ό,τι η πυρηνική απειλή ή το επίπεδο δημοκρατίας. Πώς άλλαξε ο τρόπος ανάγνωσης από την Ευρώπη των πυρηνικών απειλών.
Των Lesia Bidochko και Oleksandr Siedin, από το Κίεβο
ΚΙΕΒΟ. Η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 ξεκίνησε μέσα σε πυρηνική «ατμόσφαιρα». Αυτό δεν ήταν καινούργιο: από το 2014, η ρωσική πυρηνική ισχύς είχε διαμορφώσει τη δυτική σκέψη για το πόσο μακριά θα έπρεπε να φτάσει η στήριξη προς την Ουκρανία. Όμως στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έκανε το υπονοούμενο ρητό, προειδοποιώντας τις εξωτερικές δυνάμεις για πρωτοφανείς «συνέπειες» αν τολμούσαν να παρέμβουν. Το Κρεμλίνο έχει επαναλάβει το εκβιαστικό μήνυμα σε τακτική βάση, μέσω νέων πυρηνικών απειλών, ασκήσεων, αναθεωρήσεων του δόγματος και της ανακοινωθείσας ανάπτυξης μη στρατηγικών πυρηνικών όπλων στη Λευκορωσία.
Σκοπός αυτών των απειλητικών προειδοποιήσεων ήταν να αποτρέψουν την άμεση επέμβαση και να μεταβάλουν τον δυτικό πολιτικό υπολογισμό σχετικά με τη βοήθεια προς την Ουκρανία. Η Μόσχα δημιουργεί αβεβαιότητα· μετατρέπει κάθε δυτική απόφαση σε ζήτημα κλιμάκωσης και κάνει τον δισταγμό να φαίνεται σύνεση.
Η προσωρινή κατοχή του Τσερνόμπιλ από τη Ρωσία και ο συνεχιζόμενος έλεγχός της στον πυρηνικό σταθμό της Ζαπορίζια έδειξαν πώς ένας συμβατικός πόλεμος μπορεί να γεννήσει πυρηνικό κίνδυνο, μέσω της διατάραξης της ηλεκτροδότησης, των συστημάτων ψύξης, της στελέχωσης και των επικοινωνιών γύρω από τις πολιτικές πυρηνικές υποδομές. Αυτό δεν είναι το ίδιο με έναν πυρηνικό βομβαρδισμό. Ωστόσο, η πιθανότητα μιας καταστροφής εξακολουθεί να επηρεάζει τις πολιτικές επιλογές.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπάθησαν να στηρίξουν την Ουκρανία αποφεύγοντας ταυτόχρονα έναν άμεσο πόλεμο ΝΑΤΟ-Ρωσίας. Δεν διαφωνούσαν ως προς αυτόν τον στόχο. Διαφωνούσαν ως προς το αν αυτό απαιτούσε την αποδοχή των ορίων που η ίδια η Μόσχα είχε θέσει στην αυτοάμυνα της Ουκρανίας. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια της πλήρους κλίμακας εισβολής, η διαφωνία αυτή αναδυόταν σε κάθε σημαντική απόφαση για στρατιωτικές δυνατότητες: άρματα μάχης, μαχητικά αεροσκάφη, πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και άδεια για πλήγματα σε στρατιωτικούς στόχους εντός της Ρωσίας. Οι περισσότεροι περιορισμοί τελικά χαλάρωσαν, αλλά μόνο ύστερα από μήνες αντιπαράθεσης και επιδείνωσης της κατάστασης στο πεδίο της μάχης. Αυτό έδωσε στη Ρωσία πολύτιμο χρόνο για να προετοιμαστεί.
Η διαίρεση δεν ήταν μεταξύ εκείνων που στήριζαν την Ουκρανία και εκείνων που δεν τη στήριζαν (αυτό είναι άλλη συζήτηση). Ήταν μια διαίρεση ταχύτητας, κλίμακας και πολιτικής φαντασίας. Ορισμένα κράτη έγιναν πρωτοπόροι στη στρατιωτική βοήθεια και στην άρση αυτοεπιβαλλόμενων περιορισμών. Άλλα παρέμειναν επιφυλακτικά, πιο αργόσυρτα στον επανεξοπλισμό και απρόθυμα να επιτρέψουν στην Ουκρανία να χρησιμοποιήσει τα όπλα που της παραδόθηκαν πέρα από τα σύνορά της. Πολύ συχνά, όσοι είχαν τη μεγαλύτερη ικανότητα δεν είχαν την αίσθηση του επείγοντος, ενώ όσοι είχαν τη μεγαλύτερη αίσθηση του επείγοντος δεν είχαν την ικανότητα.
Γιατί, υπό το ίδιο γενικό μοτίβο ρωσικών πυρηνικών απειλών, ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη είναι πιο πρόθυμα από άλλα να διατηρούν τη στρατιωτική βοήθεια, να ενισχύουν τη δική τους άμυνα και να χαλαρώνουν τους περιορισμούς στη χρήση όπλων από την Ουκρανία;
Η κρισιμότερη παράμετρος είναι η γεωγραφική. Τα κράτη που είναι περισσότερο εκτεθειμένα στη συμβατική ρωσική πίεση έδωσαν γενικά περισσότερα, επανεξοπλίστηκαν ταχύτερα και κινήθηκαν νωρίτερα για να χαλαρώσουν τους περιορισμούς. Το πυρηνικό καθεστώς/απειλή και η ποιότητα της δημοκρατίας αντιστοιχούν λιγότερο σταθερά σε αυτές τις επιλογές. Η γεωγραφική εγγύτητα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις σταθμίζουν τον κίνδυνο της αυτοσυγκράτησης στη βοήθεια προς την Ουκρανία. Όσοι βρίσκονται εγγύτερα στη Ρωσία κι έχουν άμεση αίσθηση της ρωσικής επιθετικότητας έχουν γενικά εκτιμήσει αυτόν τον κίνδυνο ως υψηλότερο από όσους βρίσκονται μακρύτερα.
Η παρούσα έκθεση πολιτικής συγκρίνει 31 ευρωπαϊκά κράτη-δωρητές ως προς τρεις παρατηρήσιμες επιλογές:
- Στρατιωτική βοήθεια: σωρευτικές διμερείς διαθέσεις προς την Ουκρανία μεταξύ 24 Ιανουαρίου 2022 και 30 Απριλίου 2026, ως ποσοστό του ΑΕΠ του 2021 κάθε δωρητή.
- Άμυνα: η μεταβολή των στρατιωτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ 2021 και 2025.
- Πολιτική χρήσης όπλων: η δημόσια θέση που υιοθετήθηκε τον Μάιο του 2024 για πλήγματα με τα παραδοθέντα όπλα σε στρατιωτικούς στόχους εντός της Ρωσίας.
Οι επιλογές αυτές συγκρίνονται με τρεις πιθανές εξηγήσεις: την άμεση στρατηγική έκθεση μέσω χερσαίων συνόρων με τη Ρωσία ή μέσω της συμμετοχής στο Αρκτικό Συμβούλιο (μεταξύ των ευρωπαίων δωρητών, τα πέντε σκανδιναβικά κράτη)· το ανεξάρτητο πυρηνικό καθεστώς· και την ποιότητα της δημοκρατίας, όπως μετράται από τον Δείκτη Φιλελεύθερης Δημοκρατίας του V-Dem.
Αυτός ο έμμεσος σχεδιασμός αντανακλά ένα θεμελιώδες πρόβλημα της έρευνας για την αποτροπή. Η απουσία μιας συγκεκριμένης κλιμάκωσης δεν μπορεί να μας πει με βεβαιότητα αν μια συγκεκριμένη αποτροπή πέτυχε ή απέτυχε. Η απουσία κλιμάκωσης μπορεί να σημαίνει ότι η στήριξη προς την Ουκρανία λειτούργησε. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι λειτούργησε η δυτική «προσοχή». Είναι επίσης πιθανό η πολιτική της αυτοσυγκράτησης να έχει στην πραγματικότητα αυξήσει την πιθανότητα μελλοντικής κλιμάκωσης, απλώς χωρίς το κατώφλι αυτό να έχει ακόμη ξεπεραστεί. Ή ίσως η κλιμάκωση που φοβούνταν να μην ήταν ποτέ πιθανή. Σκοπός εδώ λοιπόν δεν είναι να υπολογιστεί ένας ενιαίος πυρηνικός συντελεστής στην ευρωπαϊκή πολιτική. Είναι να συγκριθούν τα πολιτικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία οι κυβερνήσεις αποφάσισαν αν θα εξοπλίσουν την Ουκρανία, αν θα επανεξοπλιστούν οι ίδιες ή αν θα χαλαρώσουν τις δικές τους επιφυλάξεις. Αυτό θα βοηθήσει να εντοπιστούν οι παράγοντες που δίχασαν την Ευρώπη στην πολιτική ασφάλειας στο παρελθόν, με στόχο τον μετριασμό τέτοιων διχασμών στο μέλλον.
Η ταινία Doctor Strangelove (SOS: Πεντάγωνο καλεί Μόσχα) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ προσφέρει μια χρήσιμη εικόνα του παλαιότερου πυρηνικού κόσμου. Η Σοβιετική Ένωση κρατά μυστική τη μηχανή της συντέλειας μέχρι τη στιγμή που ένα αμερικανικό βομβαρδιστικό πλησιάζει ήδη τον στόχο του. Μια αποτροπή που ανακοινώνεται πολύ αργά δεν μπορεί πια να αποτρέψει. Όμως η ταινία αποτυπώνει επίσης και μια γεωγραφία της απόστασης. Το βομβαρδιστικό πρέπει να διασχίσει την Αρκτική, αφήνοντας χρόνο για τηλεφωνήματα, καβγάδες και όλο και πιο απεγνωσμένες προσπάθειες να σταματήσει. Σήμερα το διάστημα ανάμεσα στην άσκηση πίεσης και στην ανάγκη για δράση είναι πολύ μικρότερο.
Η σημερινή πραγματική Μόσχα δεν έχει κάνει το λάθος των σοβιετικών πρωταγωνιστών της ταινίας του Κιούμπρικ. Οι πυρηνικές της προειδοποιήσεις και απειλές υπήρξαν δημόσιες, επαναλαμβανόμενες και δύσκολο να περάσουν απαρατήρητες. Το ερώτημα είναι: τι φοβούνται περισσότερο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις – έναν ευρύτερο πόλεμο που θα πυροδοτηθεί από τη δράση ή έναν που θα γίνει πιθανότερος εξαιτίας της αυτοσυγκράτησης;
Ο παρακάτω χάρτης αποτυπώνει αυτή τη διαχωριστική γραμμή. Ξεχωρίζουν πέντε μοτίβα.

1. Για τα κράτη του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία, η βοήθεια προς την Ουκρανία είναι προωθημένη άμυνα
Και τα έξι μέλη του ΝΑΤΟ που έχουν χερσαία σύνορα με τη Ρωσία – Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Νορβηγία, Φινλανδία και Πολωνία (μέσω Καλίνινγκραντ) – συγκαταλέγονται στους κορυφαίους στρατιωτικούς δωρητές της Ουκρανίας όταν οι διαθέσεις τους μετρώνται σε σχέση με το μέγεθος των οικονομιών τους. Η Λετονία, η Λιθουανία και η Πολωνία συνορεύουν επίσης με τη Λευκορωσία, την οποία η Ρωσία χρησιμοποίησε ως ορμητήριο για την εισβολή της το 2022.
Οι χώρες αυτές διαφέρουν ως προς το οικονομικό μέγεθος, τη στρατιωτική ικανότητα και την εσωτερική πολιτική. Μοιράζονται όμως ένα στρατηγικό δεδομένο: η δυναμική στο πεδίο της μάχης στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο και το προηγούμενο της συμμαχικής αυτοσυγκράτησης μεταμορφώνουν το δικό τους περιβάλλον ασφάλειας ταχύτερα και πιο άμεσα από εκείνο των πιο απομακρυσμένων ευρωπαϊκών κρατών.
Η διατήρηση της στρατιωτικής βοήθειας σε αυτό το επίπεδο για περισσότερα από τέσσερα χρόνια δεν αντανακλά μια προσωρινή πολιτική προτίμηση, αλλά μια διαρκή εθνική συναίνεση που διατρέχει κυβερνήσεις, κοινοβούλια, κόμματα της αντιπολίτευσης, μέσα ενημέρωσης και κοινή γνώμη. Για αυτές τις χώρες, η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία έχει αξία για την εθνική ασφάλεια, πέρα από την αξία της αλληλεγγύης. Η λογική πλησιάζει την «αποτροπή μέσω παράδοσης όπλων»: τα κράτη μπορούν να αποφύγουν την άμεση επέμβαση βοηθώντας παράλληλα την Ουκρανία να στερήσει από τη Ρωσία τη στρατιωτική επιτυχία.
2. Η Αρκτική κάνει τη Ρωσία κοντινό γείτονα
Η Δανία και η Σουηδία συγκαταλέγονται επίσης στους εννέα κορυφαίους στρατιωτικούς δωρητές της Ουκρανίας σε σχέση με το ΑΕΠ. Η Γροιλανδία δίνει στη Δανία ένα αρκτικό σύνορο ασφάλειας· η Σουηδία ανήκει στο ίδιο βόρειο περιβάλλον ασφάλειας λόγω της γεωγραφίας της και του στενά ενοποιημένου σκανδιναβικού (ευρωπαϊκού αρκτικού) αμυντικού σχεδιασμού. Μαζί με τα έξι κράτη του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία, αντιστοιχούν σε οκτώ από τους εννέα κορυφαίους δωρητές. Για τις χώρες αυτές, η Ρωσία βρίσκεται είτε στα σύνορα είτε απέναντι από την Αρκτική.
Η Ολλανδία δοκιμάζει τη διαφορά ανάμεσα στην απόσταση και την έκθεση. Κατατάσσεται όγδοη μεταξύ των κορυφαίων στρατιωτικών δωρητών της Ουκρανίας σε σχέση με το ΑΕΠ, ακόμη και πάνω από την Πολωνία, και είναι η μόνη χώρα χωρίς ούτε χερσαία σύνορα ούτε αρκτικό σύνορο. Ωστόσο, η κατάρριψη της πτήσης MH17 το 2014 σκότωσε 196 Ολλανδούς πολίτες – τον μεγαλύτερο απολογισμό ξένων αμάχων από ένα μεμονωμένο περιστατικό στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Ο πόλεμος της Ρωσίας δεν ήταν λοιπόν ένα μακρινό γεγονός στην ολλανδική πολιτική μνήμη. Αυτό δεν αποδεικνύει κατ’ ανάγκη αιτιώδη σχέση, μπορεί όμως να βοηθήσει να εξηγηθεί γιατί η φυσική απόσταση δεν παρήγαγε την ίδια πολιτική απόσταση. Κρίσιμο είναι ότι δεν πρόκειται για μια αφηρημένη ιστορική μνήμη ηθικής αλληλεγγύης, αλλά για μια μείωση της πολιτικής απόστασης ως απάντηση στην παρούσα απειλή. Για παράδειγμα, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία έχουν ιστορικούς λόγους να φοβούνται τη Μόσχα, δεδομένων των γεγονότων του 1956 στη Βουδαπέστη και του 1968 στην Πράγα. Ωστόσο, η απουσία κοινών συνόρων με τη Ρωσία και άμεσων θυμάτων από την τρέχουσα επιθετικότητά της σημαίνει ότι αυτή η ιστορική μνήμη δεν ενεργοποιείται με τον ίδιο τρόπο, ούτε τοποθετεί τις χώρες αυτές μεταξύ των κορυφαίων υποστηρικτών της Ουκρανίας.
Η Ισλανδία ανήκει στο Αρκτικό Συμβούλιο, αλλά δεν διαθέτει μόνιμες ένοπλες δυνάμεις ούτε στρατιωτικό εξοπλισμό προς μεταφορά. Το ερώτημα είναι αν η ρωσική στρατιωτική ισχύς υπεισέρχεται στους δικούς του υπολογισμούς ασφάλειας ενός κράτους και αν το κράτος αυτό έχει τα μέσα να ενεργήσει με βάση αυτούς.
3. Ο συμβατικός κίνδυνος αλλάζει τον πυρηνικό υπολογισμό
Η στρατιωτική βοήθεια από μόνη της είναι ένα ατελές τεστ αντίστασης στον πυρηνικό εκβιασμό. Για τα κράτη που είναι άμεσα εκτεθειμένα στη Ρωσία, η διατήρηση των ρωσικών δυνάμεων δεσμευμένων και φθαρμένων στην Ουκρανία εξυπηρετεί ένα άμεσο εθνικό συμφέρον: τους εξασφαλίζει χρόνο για τον δικό τους επανεξοπλισμό. Η συζήτηση του Μαΐου 2024 για πλήγματα εντός της Ρωσίας αποτέλεσε ένα σκληρότερο τεστ. Ήταν οι κυβερνήσεις έτοιμες να αποδεχθούν μεγαλύτερο κίνδυνο κλιμάκωσης ώστε η στήριξή τους να είναι στρατιωτικά αποτελεσματική;
Η ρωσική επίθεση στο Χάρκοβο έδειξε το πρακτικό κόστος των περιορισμών. Η Ουκρανία δεχόταν επίθεση από δυνάμεις που επιχειρούσαν ακριβώς πέρα από τα σύνορα, ενώ πολλά από τα όπλα που της είχαν παραδώσει οι εταίροι της δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον των βάσεων, των εκτοξευτών και των συγκεντρώσεων στρατευμάτων εντός της Ρωσίας που τροφοδοτούσαν αυτή την επίθεση. Το ερώτημα ήταν: έπρεπε ο φόβος της κλιμάκωσης να εξακολουθεί να εξασφαλίζει στις ρωσικές δυνάμεις προστατευμένα μετόπισθεν;
Τα συμβατικά πλήγματα ακριβείας πρόσφεραν διέξοδο από το ψευδές δίλημμα ανάμεσα στην παράλυση και την πυρηνική κλιμάκωση. Μπορούσαν να αποδυναμώσουν τα πυρά μεγάλου βεληνεκούς, τα αεροδρόμια και την πολεμική παραγωγή χωρίς να στοχεύουν πληθυσμιακά κέντρα ή στρατιωτικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Η διαμάχη του Μαΐου δεν αφορούσε απλώς το πόσο μακριά μπορούσε να πλήξει η Ουκρανία. Αφορούσε το αν τα ήδη παραδοθέντα όπλα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να πλήξουν τους εκτοξευτές, τις βάσεις και τις γραμμές ανεφοδιασμού εντός της Ρωσίας που κινούσαν την επίθεση κατά της Ουκρανίας. Στις 31 Μαΐου 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες χαλάρωσαν τους περιορισμούς τους, αρχικά μόνο για στόχους συνδεδεμένους με την επίθεση στο Χάρκοβο. Ως η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ και ο κύριος πάροχος εκτεταμένης πυρηνικής αποτροπής στην Ευρώπη, η Ουάσινγκτον έθεσε ένα σημαντικό μέτρο σύγκρισης. Οι εθνικές άδειες διέφεραν σε εύρος, και ορισμένες ήταν στενότερες από άλλες. Η δημόσια υποστήριξη για την άρση των περιορισμών ακόμη και πριν το πράξουν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί σημαντικό δείκτη της προθυμίας να διακινδυνευθεί η επιδείνωση των σχέσεων με τη Ρωσία χωρίς τη στήριξη του κύριου συμμάχου, ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ασφάλειας. Οι ίδιες χώρες προηγούνται και στα δύο μέτρα. Και οι εννέα κορυφαίοι στρατιωτικοί δωρητές σε σχέση με το ΑΕΠ υποστήριξαν κάποια χαλάρωση έως τις 31 Μαΐου: τα έξι κράτη του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία, η Δανία και η Σουηδία ως αρκτικά κράτη, και η Ολλανδία. Το ίδιο έπραξαν η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τσεχία. Με άλλα λόγια, ήταν πρόθυμες να παραιτηθούν από ορισμένους περιορισμούς πριν λάβουν πολιτικό σήμα από την Ουάσινγκτον. Όπου η ρωσική συμβατική ισχύς εκλαμβανόταν ως άμεση απειλή, οι κίνδυνοι της αυτοσυγκράτησης έμοιαζαν να υπερβαίνουν τους κινδύνους της κλιμάκωσης.
Οι αμυντικές δαπάνες δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Μεταξύ 2021 και 2025, τα έξι κράτη του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία αύξησαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες κατά μέσο όρο κατά 1,52 % του ΑΕΠ, έναντι 0,41 % στο υπόλοιπο δείγμα. Κάθε ευρωπαϊκό μέλος του ΝΑΤΟ που δαπανούσε περισσότερο από το 3 % του ΑΕΠ για την άμυνα το 2025 ήταν εκτεθειμένο στη Ρωσία μέσω χερσαίων συνόρων ή της Αρκτικής. Για αυτές τις κυβερνήσεις, η στήριξη προς την Ουκρανία δεν αποτελούσε εναλλακτική λύση στον εθνικό επανεξοπλισμό. Ήταν μέρος της ίδιας αμυντικής στρατηγικής: να αποδυναμωθεί τώρα η ικανότητα της Ρωσίας για επιθετικότητα και να περιοριστεί η δυνατότητά της να υπαγορεύσει τους όρους της επόμενης κρίσης.
Η Ουκρανία είναι, βεβαίως, η ακραία περίπτωση. Στην έρευνα στο τέλος του έτους 2023 της Gallup International σε 41 χώρες, οι Ουκρανοί ερωτηθέντες ήταν μεταξύ εκείνων που πιθανότατα δεν έβλεπαν κανέναν κίνδυνο χρήσης πυρηνικών όπλων, παρότι ζουν τόσο υπό τη ρωσική επίθεση όσο και υπό τις πυρηνικές απειλές της. Αυτό δεν είναι ένα απλό γεωγραφικό φαινόμενο· παραπέμπει μάλλον στην εμπειρία ενός εν εξελίξει συμβατικού πολέμου. Για μια κοινωνία που ήδη ζει με πυραυλικά πλήγματα, κατοχή και απώλειες στο μέτωπο, η πυρηνική κλιμάκωση μπορεί να φαίνεται λιγότερο άμεση από τη βία που ήδη συντελείται. Η έρευνα δεν μπορεί να διαχωρίσει αυτό από μια δεύτερη πιθανότητα: ότι οι Ουκρανοί, μη θέλοντας να φανεί ότι υποκύπτουν στον πυρηνικό εκβιασμό, απάντησαν με σκόπιμη πρόκληση. Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση αντανακλά έναν πληθυσμό του οποίου η ανάγνωση της πυρηνικής απειλής έχει αναδιαμορφωθεί από την άμεση εμπειρία του πολέμου – το αντίθετο της παράλυσης που οι πυρηνικές απειλές της Ρωσίας επιδιώκουν να προκαλέσουν.
4. Η δημοκρατία μπορεί να στηρίζει την αποφασιστικότητα, αλλά δεν την καθορίζει
Οι σκανδιναβικές περιπτώσεις προειδοποιούν επίσης ενάντια σε μια απλοϊκή εξήγηση του τύπου «όλα τα εξηγεί η δημοκρατία». Βρίσκονται κοντά στην κορυφή του Δείκτη Φιλελεύθερης Δημοκρατίας του V-Dem, και αρκετές από αυτές συγκαταλέγονται στους ισχυρότερους υποστηρικτές της Ουκρανίας. Ωστόσο, η περίπτωσή τους δεν εξηγείται αποκλειστικά από την ποιότητα της δημοκρατίας τους. Τα κράτη αυτά είναι επίσης ενταγμένα στο βαλτικο-αρκτικό περιβάλλον ασφάλειας· η Φινλανδία και η Νορβηγία έχουν χερσαία σύνορα με τη Ρωσία (αν και πολύ διαφορετικού μήκους). Στο ευρύτερο δείγμα, μια υψηλή βαθμολογία V-Dem δεν συμβαδίζει σταθερά με μεγαλύτερη στρατιωτική βοήθεια, ταχύτερο επανεξοπλισμό ή πρωιμότερη υποστήριξη για την άρση των περιορισμών στα όπλα.
Η δημοκρατία μπορεί, ωστόσο, να έχει σημασία σε μεταγενέστερο στάδιο. Μόλις μια κυβέρνηση δεσμευτεί, οι ισχυροί δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να διευκολύνουν τη διατήρηση της πορείας: εξασφαλίζουν συνέχεια, στηρίζουν τη δημόσια εμπιστοσύνη και δίνουν στα αντίπαλα κόμματα βάση για να διατηρήσουν κοινή γραμμή. Όπου οι απομονωτικές και λαϊκιστικές δυνάμεις κέρδισαν έδαφος, η στήριξη προς την Ουκρανία αποτέλεσε ευκολότερα ρήγμα στην εσωτερική πολιτική. Όμως η ποιότητα της δημοκρατίας δεν προβλέπει άμεσα πόσο οικονομικό κόστος ή κίνδυνο κλιμάκωσης θα αποδεχθεί μια κυβέρνηση.
Το συμπέρασμα είναι επομένως υπό όρους. Η εγγύτητα παρέχει το στρατηγικό κίνητρο· οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να βοηθήσουν στη διατήρηση της ανταπόκρισης. Κανένας από τους δύο παράγοντες, από μόνος του, δεν καθορίζει πόσο μακριά θα φτάσει μια κυβέρνηση.
5. Τα κράτη της πρώτης γραμμής της Ευρώπης σηκώνουν το μεγαλύτερο σχετικό βάρος
Για μεγάλο μέρος της ιστορίας του ΝΑΤΟ, ο καταμερισμός των ευθυνών φαινόταν σαφής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν την εκτεταμένη πυρηνική αποτροπή, ενώ οι αμέσως μεγαλύτεροι δυτικοί σύμμαχοι διέθεταν το μεγαλύτερο μέρος των προηγμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων της Συμμαχίας. Τα ανατολικά μέλη αντιμετωπίζονταν λιγότερο ως συντελεστές της συμμαχικής στρατηγικής και περισσότερο ως αποδέκτες της – οι προειδοποιήσεις τους για τη Ρωσία συχνά ακούγονταν ως περιφερειακό άγχος που ωθούσε τους πάντες προς την κλιμάκωση, αντί για κοινή εκτίμηση της απειλής. Ακολούθησε το γνωστό σχίσμα της Συμμαχίας: τα κράτη των συνόρων φοβούνταν την εγκατάλειψη, ενώ όσα βρίσκονταν μακρύτερα ανησυχούσαν ότι θα συρθούν σε μια σύγκρουση που δεν έλεγχαν.
Τα κράτη που συνορεύουν με τη Ρωσία αφιερώνουν πλέον τα μεγαλύτερα μερίδια των οικονομιών τους τόσο στον εξοπλισμό της Ουκρανίας όσο και στον δικό τους επανεξοπλισμό. Οι μεγαλύτερες δυνάμεις της Ευρώπης διατηρούν πολύ μεγαλύτερους πόρους σε απόλυτους αριθμούς, αλλά δεσμεύουν μικρότερο σχετικό μερίδιό τους. Η ικανότητα και η προσπάθεια δεν συγκεντρώνονται πλέον στα ίδια σημεία.
Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο δείχνουν τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και την υλική δέσμευση. Και τα δύο υποστήριξαν τη χαλάρωση των περιορισμών για πλήγματα εντός της Ρωσίας. Ωστόσο, οι αυξήσεις των αμυντικών τους δαπανών και η στρατιωτική τους βοήθεια σε σχέση με το ΑΕΠ παρέμειναν κάτω από εκείνες των κορυφαίων συνοριακών και αρκτικών κρατών. Μεταξύ 2022 και 2026, η βρετανική διμερής στρατιωτική βοήθεια ανήλθε στο 0,61 % του ΑΕΠ του 2021 και η γαλλική στο 0,25 %. Η Δανία δέσμευσε το 2,95 % και η Εσθονία το 2,82 % – περίπου πενταπλάσιο του βρετανικού μεριδίου και πάνω από δεκαπλάσιο του γαλλικού. Το πού βρίσκει μια κυβέρνηση τα χρήματα, και πού όχι, αντανακλά από μόνο του πόσο άμεσα αισθάνεται την απειλή.
Η ίδια διάταξη εμφανίστηκε τον Μάιο του 2026, όταν ο Μαρκ Ρούτε κάλεσε τους συμμάχους να διαθέτουν το 0,25 % του ΑΕΠ τους για τη στήριξη της Ουκρανίας, χωρίς όμως να εξασφαλίσει ομοφωνία. Σύμφωνα με δημοσίευμα της The Telegraph, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και ο Καναδάς αντιτάχθηκαν στον στόχο, ενώ τα κράτη που ήδη τον πληρούν – η Ολλανδία, η Πολωνία και οι σκανδιναβικές και βαλτικές χώρες – τον προώθησαν. Η διάταξη αυτή είναι σε μικρογραφία το επιχείρημα του παρόντος κειμένου: το βάρος είναι βαρύτερο για όσους βρίσκονται πλησιέστερα στη Ρωσία, και η απροθυμία μεγαλύτερη σε όσους βρίσκονται μακρύτερα. Η Ουκρανία δεν μπορεί να εξαρτάται από μια νέα πολιτική μάχη κάθε φορά που χρειάζεται πυρομαχικά ή πυραύλους αεράμυνας.
Αυτό δεν καθιστά τις μεγαλύτερες δυνάμεις της Ευρώπης απλούς καταναλωτές ασφάλειας. Οι πυρηνικές δυνάμεις, το βιομηχανικό βάθος και οι προηγμένες στρατιωτικές δυνατότητες παραμένουν συγκεντρωμένα σε αυτές. Όμως οι μεγαλύτερες σχετικές δαπάνες, και μεγάλο μέρος της πολιτικής έκθεσης, βρίσκονται πλέον στην πρώτη γραμμή. Το αναδυόμενο πρόβλημα της Ευρώπης είναι ένας διαχωρισμός ανάμεσα στο πού βρίσκεται η ικανότητα και στο πού η αίσθηση του επείγοντος είναι ισχυρότερη.
Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να παρατηρήσουμε διαφορετικές δυναμικές στην αξιολόγηση των κινδύνων. Τα γεωγραφικά ευάλωτα κράτη φοβούνται ότι θα εγκαταλειφθούν εξαιτίας του κινδύνου μελλοντικής πυρηνικής κλιμάκωσης όπως τον αντιλαμβάνονται η Δυτική Ευρώπη και οι ΗΠΑ – με άλλα λόγια, μπορεί να φοβούνται ότι αύριο θα βρεθούν εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η Ουκρανία. Γι’ αυτό είναι στρατηγικά σημαντικό για αυτά να περιοριστεί ο φόβος της κλιμάκωσης ως παράγοντας που διαμορφώνει τις αποφάσεις για τη στήριξη των συμμάχων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κράτη της πρώτης γραμμής και τα εκτεθειμένα στην Αρκτική ενεργούν απερίσκεπτα. Αντιθέτως, κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα κράτη της Βαλτικής και η Πολωνία αντέδρασαν με σύνεση σε στρατιωτικά επεισόδια που αφορούσαν τη Ρωσία, όπως οι παραβιάσεις από drones και πυραύλους. Στηρίζουν την Ουκρανία όχι επειδή υποτιμούν την κλιμάκωση, αλλά επειδή κρίνουν ότι αν επιτραπεί στον φόβο της κλιμάκωσης να διαμορφώνει κάθε απόφαση, αυτό θα προ(σ)καλέσει περαιτέρω εξαναγκασμό και εκβιασμό. Υπό αυτή την έννοια, στόχος τους είναι να αλλάξουν τον υπολογισμό της Μόσχας, δείχνοντας ότι οι πυρηνικές της απειλές δεν θα αποφέρουν ούτε μια πιο αδύναμη Ουκρανία ούτε μια διχασμένη Συμμαχία.
Συμπεράσματα
Η πιο πρόσφατη πυρηνική εκστρατεία της Ρωσίας έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η συμβατική της στρατηγική αποδίδει λιγότερα από όσα χρειάζεται το Κρεμλίνο. Η εξαντλητική της επίθεση δεν έχει επιφέρει αποφασιστική διάσπαση. Η Ουκρανία, εν τω μεταξύ, έχει μεταφέρει τον πόλεμο στα μετόπισθεν της Ρωσίας: σε διυλιστήρια, δίκτυα εφοδιαστικής και αεροπορικές βάσεις. Το μήνυμα πίσω από τη νέα πυρηνική ρητορική της Ρωσίας είναι πιο ωμό από πριν: εμποδίστε την Ουκρανία να φέρει τον πόλεμο στο σπίτι μας.
Η Ρωσία μπορεί να εντείνει τους βομβαρδισμούς της Ουκρανίας, και το κάνει. Όμως οι βομβαρδισμοί από μόνοι τους είναι κακός δρόμος προς το πολιτικό και εδαφικό αποτέλεσμα που επιδιώκει. Οι άλλες συμβατικές της επιλογές δεν είναι ελκυστικές. Μεταξύ άλλων, μια νέα επίθεση από τη Λευκορωσία θα μετέτρεπε μια χρήσιμη περιοχή μετόπισθεν σε ευάλωτο θέατρο επιχειρήσεων, εκθέτοντας τις ρωσικές δυνάμεις και τις οδούς ανεφοδιασμού σε ουκρανικά πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς. Μια νέα μαζική επιστράτευση θα μπορούσε να προσθέσει άνδρες, αλλά δεν θα έλυνε από μόνη της το κεντρικό στρατιωτικό πρόβλημα της Ρωσίας: όχι πόσα στρατεύματα μπορεί να τοποθετήσει κοντά στο μέτωπο, αλλά πώς μπορούν αυτά να εξοπλιστούν και να αναπτυχθούν αποτελεσματικά. Η Ρωσία έχει επεκτείνει τη δύναμή της εντός και γύρω από την Ουκρανία σε περισσότερους από 700.000 άνδρες. Ωστόσο, όσο μεγαλύτερη έγινε αυτή η δύναμη, τόσο δυσκολότερο έγινε να συγκεντρωθεί και να χρησιμοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα σε ένα πεδίο μάχης κορεσμένο από drones.
Αυτό αφήνει ανοικτούς πιο επικίνδυνους τρόπους για να αλλάξει η σύγκρουση. Η Ρωσία θα μπορούσε να εξαπολύσει μια πιο προσεκτικά βαθμονομημένη υβριδική επίθεση εναντίον ενός μέλους του ΝΑΤΟ – δολιοφθορά, κυβερνοεπίθεση ή ένα βίαιο επεισόδιο που μπορεί να διαψευστεί – σχεδιασμένη ώστε να επιβάλει διαμάχη για το αν σημειώθηκε ένοπλη επίθεση και ποια συλλογική απάντηση απαιτεί. Ή θα μπορούσε να ποντάρει σε περιορισμένη πυρηνική χρήση στην Ουκρανία: ένα πλήγμα αρκετά μικρό, κατά τον υπολογισμό της Μόσχας, ώστε να τρομοκρατήσει τη Δύση χωρίς να σύρει το ΝΑΤΟ απευθείας στον πόλεμο. Πρόσφατα δημοσιεύματα συνδεδεμένα με το Κρεμλίνο έχουν αφήσει να εννοηθεί μια τέτοια πιθανότητα, τονίζοντας παράλληλα ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη πραγματικών προετοιμασιών. Αυτή η αμφισημία είναι μέρος της πίεσης.
Ούτε η υβριδική επίθεση ούτε η περιορισμένη πυρηνική χρήση εγγυώνται στη Ρωσία στρατιωτική νίκη. Και οι δύο έχουν σχεδιαστεί για να διασπάσουν τη Συμμαχία τη στιγμή που πρέπει να δράσει. Μια υβριδική επίθεση δοκιμάζει αν τα μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για το τι μόλις είδαν· για τα κράτη της πρώτης γραμμής, ο δισταγμός θα αναζωπύρωνε τον αρχαιότερο φόβο της πολιτικής των συμμαχιών: την εγκατάλειψη. Ένα περιορισμένο πυρηνικό πλήγμα εντός της Ουκρανίας θα άφηνε ελάχιστη αμφιβολία για τα γεγονότα, αλλά θα δοκίμαζε αν η Δύση είναι έτοιμη να δράσει για να σταματήσει τη Ρωσία, και θα μπορούσε να διχάσει ξανά τις χώρες του ΝΑΤΟ ως προς το αν η άμεση στρατιωτική επέμβαση είναι αναγκαία ή πρέπει να αποφευχθεί.
Αυτή είναι η ρηξιγενής γραμμή που αποκαλύπτει η σύγκριση της παρούσας ανάλυσης. Τα κράτη που βρίσκονται πλησιέστερα στη Ρωσία έχουν ήδη αντιμετωπίσει την ουκρανική αντίσταση ως προωθημένη άμυνα· θα έβλεπαν μια αδύναμη απάντηση ως απόδειξη ότι η συμβατική επιθετικότητα εξακολουθεί να αποδίδει. Η Ρωσία δεν χρειάζεται να νικήσει το ΝΑΤΟ στο πεδίο της μάχης. Αρκεί τα μέλη του να διαφωνήσουν για το τίμημα μιας απάντησης.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να εμποδίσει τη Ρωσία να εκτοξεύει πυρηνικές απειλές. Μπορεί να εμποδίσει να λειτουργήσουν. Η Ευρώπη μπορεί να μη μάθει ποτέ αν η επόμενη προειδοποίηση της Μόσχας είναι μπλόφα, πραγματική προετοιμασία ή απόπειρα να επηρεαστεί μια συγκεκριμένη απόφαση. Δεν χρειάζεται να το ξέρει. Αν επιτρεπόταν στην πυρηνική μπλόφα να λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά όσο τα ίδια τα πυρηνικά όπλα, η επιρροή της Ρωσίας θα ήταν ουσιαστικά απεριόριστη.
Η Ουκρανία έχει ήδη δείξει πώς λειτουργεί αυτό. Αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο κίνδυνο να γίνει το πεδίο χρήσης ρωσικών πυρηνικών όπλων, κι όμως διατηρεί τη βούληση να αντιστέκεται απέναντι στις απειλές. Η Ευρώπη πρέπει επιτέλους να κάνει αυτή την ανθεκτικότητα συλλογική. Η γεωγραφία δεν μπορεί να σβηστεί από τον χάρτη ασφάλειας της Ευρώπης, αλλά το οικονομικό και πολιτικό βάρος που δημιουργεί μπορεί να κατανεμηθεί καλύτερα.
Οι πολιτικές που περιγράφονται στις συστάσεις θα μειώσουν την ευαλωτότητα της Ευρώπης στην πυρηνική ρητορική και θα υπονομεύσουν τους στόχους της Μόσχας: έναν πιο αδύναμο ουκρανικό στρατό, μια Συμμαχία που σταματά σε κάθε νέα απειλή και ευρωπαϊκές κοινωνίες τρομοκρατημένες ώστε να υποχωρήσουν. Αυτό σημαίνει επιμερισμό του βάρους πριν από μια κρίση, διατήρηση του ανεφοδιασμού της ουκρανικής αντίστασης και μετατροπή μιας νέας ρωσικής απειλής σε λόγο για συλλογική δράση αντί για μια ακόμη ευρωπαϊκή παύση.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η Εταιρεία Συγγραφέων ανακάλυψε ακόμη μία απειλή κατά της δημοκρατίας. Αυτή τη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η διακοπή της διανομής των βιβλίων της Ιρλανδής συγγραφέα Σάλι Ρούνεϊ στάθηκε αρκετή για να επιστρατευθεί ολόκληρο το βαρύ οπλοστάσιο της προοδευτικής αγανάκτησης. Λογοκρισία, κατάργηση θεμελιωδών ελευθεριών, δυστοπική πραγματικότητα και, φυσικά, «εκφασισμός». Η τελευταία λέξη έχει αποκτήσει τέτοια δημοτικότητα στον συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο ώστε τείνει να αντικαταστήσει κάθε σοβαρή προσπάθεια κατανόησης ενός γεγονότος. Όταν τα επιχειρήματα δυσκολεύουν, ο φασισμός προσφέρεται πάντοτε ως έτοιμη εξήγηση.
Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μια ενοχλητική λεπτομέρεια: τα γεγονότα δεν συμφωνούν με την καταγγελία.
Στη Βρετανία δεν εκδόθηκε καμία κρατική απόφαση απαγόρευσης των μυθιστορημάτων της Ρούνεϊ. Δεν απαγορεύτηκε η ανάγνωσή τους, δεν διατάχθηκε η κατάσχεσή τους από βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, δεν διώχθηκε η συγγραφέας για το λογοτεχνικό τους περιεχόμενο. Ο εκδοτικός οίκος Faber, σε πλήρη συμφωνία με την ίδια, αποφάσισε να σταματήσει την περαιτέρω διανομή τους στη βρετανική αγορά, επειδή η Ρούνεϊ είχε ανακοινώσει δημόσια την πρόθεσή της να διαθέσει έσοδα από τα συγγραφικά της δικαιώματα στην οργάνωση Palestine Action. Τα ήδη υπάρχοντα αντίτυπα μπορούσαν να συνεχίσουν να πωλούνται.
Και κάπου εδώ η Εταιρεία Συγγραφέων διέκρινε επαναστατικό φως και έσπευσε να βαδίσει προς το μέρος του, χωρίς να μπει στον κόπο να εξακριβώσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Η επαναστατική εγρήγορση, άλλωστε, έχει ένα σπουδαίο πλεονέκτημα: σε απαλλάσσει από την κουραστική υποχρέωση να γνωρίζεις για ποιο πράγμα αγανακτείς. Το ζητούμενο είναι η αγανάκτηση.
Η Palestine Action έχει χαρακτηριστεί απαγορευμένη τρομοκρατική οργάνωση από το βρετανικό κράτος, από τις 5 Ιουλίου 2025. Η απόφαση στηρίχθηκε σε σειρά οργανωμένων ενεργειών καταστροφής περιουσίας και επιθέσεων εναντίον εγκαταστάσεων επιχειρήσεων της αμυντικής βιομηχανίας. Τον Ιούνιο του 2026, το βρετανικό Εφετείο έκρινε νόμιμη την απαγόρευση, ανατρέποντας προηγούμενη αντίθετη απόφαση. Η υπόθεση εκκρεμεί πλέον ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με συζήτηση προγραμματισμένη για τον Νοέμβριο.
Σύμφωνα με τον βρετανικό Terrorism Act 2000, και ειδικότερα σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 17, η παροχή χρημάτων ή η συμμετοχή σε χρηματοδοτικές διευθετήσεις, με γνώση ή βάσιμη υποψία ότι οι πόροι μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τρομοκρατικούς σκοπούς, συνιστά ποινικό αδίκημα. Η συγκεκριμένη νομοθεσία εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την ιδεολογική ταυτότητα της οργάνωσης. Το δικαίωμα στην πολιτική διαφωνία παραμένει κατοχυρωμένο. Η χρηματοδότηση οργανώσεων που εμπίπτουν στις απαγορεύσεις του νόμου αποτελεί διαφορετικό ζήτημα.
Η Ρούνεϊ δικαιούται να καταγγέλλει την ισραηλινή κυβέρνηση, να υποστηρίζει τους Παλαιστινίους και να αμφισβητεί την απόφαση των βρετανικών αρχών. Δικαιούται ακόμη να προσφύγει στη Δικαιοσύνη και να ζητήσει την κατάργηση της απαγόρευσης. Πρόκειται, βεβαίως, για δικαιώματα που, ως γνωστόν, απολαμβάνουν απλόχερα και οι αντιφρονούντες στην Τεχεράνη, στη Δαμασκό και στη Γάζα. Εκείνο που δεν μπορεί να θεωρεί αυτονόητο είναι ότι οι πολιτικές της πεποιθήσεις εξασφαλίζουν εξαίρεση από την ισχύουσα νομοθεσία. Πολύ περισσότερο ότι ένας εκδοτικός οίκος οφείλει να αποδεχθεί τον κίνδυνο ποινικών συνεπειών προκειμένου να εξυπηρετήσει τις επιλογές της.
Μπορεί ασφαλώς να συζητηθεί η αναλογικότητα της βρετανικής απαγόρευσης και το ενδεχόμενο υπερβολικού περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης. Αυτό ακριβώς εξετάζουν και τα βρετανικά δικαστήρια. Η προστασία των ατομικών ελευθεριών απαιτεί πάντοτε αυστηρό έλεγχο της κρατικής εξουσίας. Αλλά η σοβαρότητα μιας τέτοιας συζήτησης προϋποθέτει την ακριβή περιγραφή των γεγονότων. Στη νομοθεσία των σοβαρών δυτικών δημοκρατιών, η ποιητική άδεια αποτελεί λογοτεχνικό προνόμιο, όχι νομική ασυλία. Ούτε η ιδιότητα του συγγραφέα ούτε η επαναστατική έξαρση εξασφαλίζουν εξαίρεση από τους νόμους. Διαφορετικά, καταλήγουμε να παρουσιάζουμε μια διαφορά σχετική με τη χρηματοδότηση απαγορευμένης οργάνωσης ως απαγόρευση λογοτεχνικού έργου.
Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει το δικαίωμα να υποστηρίζεις μια ιδέα. Δεν παρέχει αυτομάτως ασυλία για κάθε πράξη που αποφασίζεις να πραγματοποιήσεις στο όνομά της. Αυτός ο στοιχειώδης διαχωρισμός φαίνεται ότι δυσκολεύει την Εταιρεία Συγγραφέων, η οποία προτιμά την ηθική καταγγελία από τη νομική και πραγματολογική ακρίβεια. Υπάρχει, ωστόσο, και ένα δεύτερο ζήτημα, πολύ σοβαρότερο. Αφορά τη συνέπεια με την οποία η Εταιρεία αντιλαμβάνεται την ελευθερία του λόγου.
Στις 10 Μαΐου 2025, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, ματαιώθηκε ύστερα από δυναμική παρέμβαση διαδηλωτών μια εκδήλωση με θέμα «Μεταβαλλόμενα τοπία της εβραϊκής λογοτεχνίας». Ανάμεσα στους ομιλητές βρισκόταν ο Ισραηλινός συγγραφέας και κριτικός Οντέντ Βολκστάιν, άνθρωπος που είχε ασκήσει κριτική στην κυβέρνηση Νετανιάχου. Η συζήτηση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η λογοτεχνία υποχώρησε μπροστά στην πολιτική απαίτηση της ακύρωσης.
Το γεγονός είχε καταγγελθεί δημόσια, μεταξύ άλλων, από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος. Είχαν υπάρξει όμως και πανηγυρισμοί από όσους θεωρούσαν τη ματαίωση επιτυχία του αγώνα τους. Στο σημείο αυτό θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να πληροφορηθούμε πώς αντιλαμβάνεται η Εταιρεία Συγγραφέων αυτή την εκδοχή της ελευθερίας. Ποια αρχή επιτρέπει να ματαιώνεται μια λογοτεχνική εκδήλωση εξαιτίας της εθνικής ταυτότητας του προσκεκλημένου και της συμμετοχής της ισραηλινής πρεσβείας στη διοργάνωση; Από πότε η πολιτική διαφωνία με μια κυβέρνηση παρέχει δικαίωμα φίμωσης ενός συγγραφέα;
Και γιατί η ακύρωση μιας δημόσιας συζήτησης για την εβραϊκή λογοτεχνία δεν προκαλεί την ίδια ακαριαία ηθική κινητοποίηση με τη διακοπή της διανομής των βιβλίων μιας, για κάποιον περίεργο λόγο, διάσημης Ιρλανδής;
Αυτού του είδους η επιλεκτικότητα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Όταν ένας Ισραηλινός διανοούμενος αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητος εξαιτίας της καταγωγής του, η πολιτική διαμαρτυρία μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε όχημα αντισημιτικής μισαλλοδοξίας. Και όταν ο χώρος του βιβλίου ανέχεται τέτοιες πρακτικές, υπονομεύει τις ίδιες ελευθερίες που επικαλείται. Ταυτόχρονα, τέτοιες εκδηλώσεις, ιδίως στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που γνώρισε τον αφανισμό της εβραϊκής της κοινότητας, ξυπνούν ειδεχθείς ιστορικούς συνειρμούς. Γιατί η λογική του αποκλεισμού ενός ανθρώπου εξαιτίας της εθνικής του ταυτότητας έχει αφήσει στην ευρωπαϊκή ιστορία μνήμες που κανείς δεν δικαιούται να αγνοεί.
Και κάπου εδώ προκύπτει ένα ερώτημα που αφορά την ίδια τη φυσιογνωμία της Εταιρείας Συγγραφέων. Πρόκειται για ένα θεσμό που εκπροσωπεί την ελευθερία και την πολυφωνία της λογοτεχνικής κοινότητας ή για έναν μηχανισμό παραγωγής προβλέψιμων ιδεολογικών ανακοινώσεων; Ποιοι ακριβώς συντάσσουν αυτά τα κείμενα, ποιοι τα εγκρίνουν και με ποια διαδικασία αποκτούν το κύρος μιας συλλογικής πνευματικής παρέμβασης; Διότι η υπογραφή «Εταιρεία Συγγραφέων» προσδίδει θεσμική βαρύτητα σε κάθε ανακοίνωση, αλλά δεν απαλλάσσει τους συντάκτες και τους εγκρίνοντες από την ευθύνη της επιχειρηματολογίας τους. Η συλλογική υπογραφή δεν αποτελεί καταφύγιο της ατομικής πνευματικής ευθύνης. Θυμίζω επίσης ότι, στις 25 Μαΐου 2025, η Γενική Συνέλευση της Εταιρείας Συγγραφέων υιοθέτησε ψήφισμα για τον πόλεμο στη Γάζα, με ιδιαίτερα αυστηρή καταδίκη του Ισραήλ. Η προστασία των αμάχων αποτελεί απολύτως θεμιτό και επιτακτικό αίτημα. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι στο συγκεκριμένο κείμενο οι σφαγές της 7ης Οκτωβρίου και η ομηρία Ισραηλινών από τη Χαμάς απουσίαζαν από την ηθική εξίσωση.
Η Εταιρεία είχε, βεβαίως, καταδικάσει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Μάρτιο του 2022, με μια λιτή ανακοίνωση. Η καταδίκη της αυτοκρατορικής επιθετικότητας της Ρωσίας δεν χρειάστηκε τότε ολόκληρο το εντυπωσιακό λεξιλόγιο περί εκφασισμού και δυστοπίας που επιστρατεύεται σήμερα για τη Σάλι Ρούνεϊ.
Η επιλογή των γεγονότων που θεωρούνται άξια αναφοράς αποκαλύπτει συχνά περισσότερα από τις ίδιες τις διακηρύξεις. Ας μεταφερθούμε τώρα σε έναν τόπο όπου οι λέξεις λογοκρισία, καταπίεση και ανελευθερία έχουν πραγματικό, συχνά θανατηφόρο περιεχόμενο. Στο Ιράν.
Η PEN America, στην έκθεσή της Freedom to Write Index 2025, κατέγραψε 53 φυλακισμένους συγγραφείς στο Ιράν, μεταξύ των οποίων 17 γυναίκες. Πρόκειται για τη χώρα που κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως στη φυλάκιση γυναικών συγγραφέων. Άνθρωποι διώκονται για ποιήματα, άρθρα, λογοτεχνικά κείμενα και δημόσιες τοποθετήσεις. Εκεί η συγγραφική ιδιότητα μπορεί να σε οδηγήσει πραγματικά στη φυλακή.
Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Ιρανή συγγραφέας Γκολρόχ Εμπραχίμι Ιραΐ. Συνελήφθη και καταδικάστηκε για ένα ανέκδοτο διήγημά της που ασκούσε κριτική στον λιθοβολισμό γυναικών. Ένα κείμενο που δεν είχε καν δημοσιευθεί, στάθηκε αρκετό για να κινηθεί ο μηχανισμός της θεοκρατικής καταστολής. Ακολούθησαν νέες διώξεις, φυλακίσεις και καταδίκες. Το 2026, η PEN America την τίμησε για τον αγώνα της υπέρ της ελευθερίας της γραφής.
Εδώ έχουμε ακριβώς εκείνο που η ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων περιγράφει με τόση αγωνία: έναν άνθρωπο που διώκεται για τις ιδέες του και για το ίδιο το λογοτεχνικό του έργο. Μόνο που αυτή η συγγραφέας δεν βρίσκεται στο Λονδίνο. Βρίσκεται στις φυλακές του Ιράν.
Και πριν από λίγες ημέρες έγινε γνωστή ακόμη μία υπόθεση, την οποία ήδη παρουσίασα στην Athens Voice. Η 23χρονη Νατζμέ Αμινί καταδικάστηκε σε θάνατο για βλασφημία, εξαιτίας αναρτήσεων που φέρεται να έκανε στα κοινωνικά δίκτυα. Η θανατική ποινή της δεν έχει ακόμη επικυρωθεί σε τελευταίο βαθμό. Η νεαρή γυναίκα βρίσκεται στη φυλακή και ζητά διεθνή συμπαράσταση για να σωθεί.
Αυτή είναι μια πραγματική υπόθεση δίωξης για την έκφραση προσωπικών απόψεων. Με συγκεκριμένο θύμα, συγκεκριμένους δικαστές και μια αγχόνη που περιμένει την τελική δικαστική απόφαση.
Πόσες λέξεις θα χρειάζονταν άραγε για να καταδικαστεί αυτή η βαρβαρότητα με την ίδια ένταση που καταγγέλλεται η απόφαση ενός βρετανικού εκδοτικού οίκου; Πόσα λεπτά απαιτούνται για μια ανακοίνωση υπέρ μιας Ιρανής συγγραφέα που φυλακίζεται για ένα ανέκδοτο διήγημα; Πόση από τη γενναιότητα που περισσεύει στις δυτικές δημοκρατίες μπορεί να διατεθεί για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν πραγματικά ολοκληρωτικά καθεστώτα;
Εκεί, φαίνεται, η μελάνη στεγνώνει ευκολότερα και τα πληκτρολόγια παρουσιάζουν ανεξήγητες δυσλειτουργίες.
Υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία δυτικών διανοουμένων που αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα μέσα από το φίλτρο των γεωπολιτικών της συμπαθειών. Η καταπίεση από μια δυτική κυβέρνηση κινητοποιεί ακαριαία τα αντανακλαστικά της. Η καταπίεση από ένα θεοκρατικό καθεστώς, εφόσον αυτό εμφανίζεται ως αντίπαλος της Δύσης και του Ισραήλ, δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να αποκτήσει την ίδια θέση στην ιεραρχία της αγανάκτησης.
Έτσι, η πολιτική τοποθέτηση υποκαθιστά σταδιακά την ηθική κρίση. Ο χαρακτήρας της πράξης έχει μικρότερη σημασία από την ταυτότητα εκείνου που την πραγματοποιεί. Η βία μπορεί να βαφτίζεται αντίσταση, ο φανατισμός να αποκτά αντιιμπεριαλιστικά πιστοποιητικά και η καταπίεση να αντιμετωπίζεται ως δυσάρεστη λεπτομέρεια μιας κατά τα άλλα προοδευτικής γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί και την ευκολία με την οποία ορισμένοι καταφεύγουν στον χαρακτηρισμό «φασισμός», ενώ δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τον ολοκληρωτισμό όταν εμφανίζεται με θρησκευτικό μανδύα και αντιδυτικά συνθήματα.
Η Εταιρεία Συγγραφέων έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με τη βρετανική νομοθεσία. Θα μπορούσε μάλιστα να συντάξει μια σοβαρή ανακοίνωση για το κατά πόσον η απαγόρευση μιας οργάνωσης περιορίζει δυσανάλογα την ελευθερία της έκφρασης και δημιουργεί ανεπιθύμητες συνέπειες για τον εκδοτικό κόσμο. Θα ήταν μια απολύτως θεμιτή παρέμβαση.
Επέλεξε, όμως, να παρουσιάσει ως «εκφασισμό» μια υπόθεση που βρίσκεται υπό δικαστικό έλεγχο σε μια δημοκρατική χώρα, αποσιωπώντας σχεδόν ολοκληρωτικά την ουσία της: τη δηλωμένη πρόθεση οικονομικής ενίσχυσης μιας οργάνωσης που απαγορεύεται από την ισχύουσα αντιτρομοκρατική νομοθεσία.
Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η υπερβολή διατυπώνεται στο όνομα της ελευθερίας.
Η ελευθερία του συγγραφέα δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο που ενεργοποιείται ανάλογα με τη δημοτικότητά του ή την ιδεολογική του τοποθέτηση. Περιλαμβάνει τη Σάλι Ρούνεϊ, τον Οντέντ Βολκστάιν, τη Γκολρόχ Ιραΐ και κάθε άνθρωπο που διεκδικεί το δικαίωμα να σκέφτεται, να γράφει και να διαφωνεί. Η ίδια ελευθερία προϋποθέτει κράτος δικαίου, νόμους που εφαρμόζονται χωρίς πολιτικές εξαιρέσεις και δικαστήρια που ελέγχουν τις αποφάσεις της εξουσίας. Όποιος υπερασπίζεται μόνο τους ανθρώπους με τους οποίους συμφωνεί, στην πραγματικότητα υπερασπίζεται την ιδεολογική του παράταξη.
Και όταν μια συλλογική εκπροσώπηση των συγγραφέων μετατρέπει αυτή την επιλεκτικότητα σε δημόσια ηθική διακήρυξη, το πρόβλημα υπερβαίνει την ατυχή διατύπωση μιας ανακοίνωσης. Αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της πνευματικής της αποστολής.
Γιατί η ελευθερία του λόγου, όταν υπερασπίζεται μόνο τους ομοϊδεάτες μας, παύει να αποτελεί καθολική αρχή. Γίνεται μια ακόμη μορφή ιδεολογικού προνομίου. Και η υποκρισία, όσο επιμελημένη λογοτεχνικά κι αν εμφανίζεται –λέμε τώρα...–, παραμένει υποκρισία.
Από το 2022, μία από τις σημαντικότερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη Ρωσία στα παράνομα προσαρτημένα εδάφη –η μαζική φυλάκιση Ουκρανών μη μαχητώ – έχει συχνά περάσει απαρατήρητη από τη διεθνή δημοσιογραφία, την πολιτική, τη διπλωματία και τον ακαδημαϊκό κόσμο.
Ο πρωταρχικός στόχος του επεκτατικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας από το 2014 – καθώς και της χρήσης των ενόπλων δυνάμεών της στη Μολδαβία, τη Γεωργία, την Αρμενία, το Καζακστάν και τη Λευκορωσία – ήταν η ανάκτηση του ελέγχου ή της επιρροής επί των εδαφών και των πληθυσμών των τσαρικών και σοβιετικών αυτοκρατοριών, τα οποία η Μόσχα έχασε όταν αυτά τα κράτη διαλύθηκαν το 1917 και το 1991. Στο πλαίσιο αυτής της ευρύτερης στρατηγικής, ένας σημαντικός στόχος του Κρεμλίνου τα τελευταία 12 χρόνια ήταν η φυσική σύλληψη Ουκρανών πολιτών και η βίαιη ενσωμάτωσή τους, στο μέτρο του δυνατού, στη ρωσική κοινωνία και κουλτούρα, στην οικονομία, στο κράτος, στο εκπαιδευτικό σύστημα και στον στρατό της. Τουλάχιστον στην Ουκρανία από το 2022, ο ρωσικός επεκτατισμός αφορούσε εξίσου τη δημογραφία όσο και τη γεωγραφία.
Σύμφωνα με το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) το 2025: «Η πλήρης εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία συνοδεύτηκε από συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίον αμάχων στα κατεχόμενα εδάφη, συμπεριλαμβανομένων αυθαίρετων κρατήσεων, βασανιστηρίων, αναγκαστικών εξαφανίσεων και της άρνησης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Οι μηχανισμοί του ΟΗΕ έχουν καταγράψει πολυάριθμες μαρτυρίες από άμαχους θύματα, αποδεικνύοντας την κλίμακα και τον συστηματικό χαρακτήρα αυτών των παραβιάσεων». Το κύριο θέμα των ρεπορτάζ και των ερευνών σχετικά με αυτή την πτυχή του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας από το 2014 είναι η απαγωγή ασυνόδευτων ουκρανικών παιδιών από τα κατεχόμενα εδάφη στη νότια και ανατολική Ουκρανία. Η σύλληψη, η κράτηση, ο εκτοπισμός, η απέλαση, η επανεκπαίδευση και η ρωσοποίηση αυτών των μικρών παιδιών και εφήβων, καθώς και η περιστασιακή επιστροφή τους στην Ουκρανία, έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολυάριθμων δημοσιογραφικών ερευνών, εκθέσεων κέντρων μελετών, ερευνητικών εργασιών, επιστημονικών συνεδρίων, κοινοβουλευτικών ακροάσεων, κυβερνητικών δηλώσεων, διεθνών ψηφισμάτων και διπλωματικών διαβουλεύσεων. Ο επαναπατρισμός ουκρανικών παιδιών από τη Ρωσία στην Ουκρανία έχει πρόσφατα καταστεί προς υποστήριξη υπόθεση για την Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Μελάνια Τραμπ.
Ένα ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πιθανώς εξίσου σημαντικό αλλά λιγότερο διερευνημένο, αναφερόμενο και δημοσιοποιημένο, που αφορά τη μεταχείριση από τη Ρωσία των Ουκρανών που κρατούνται από το 2014, είναι η τύχη των ενήλικων αμάχων στα κατεχόμενα εδάφη. Χιλιάδες Ουκρανοί πολίτες βρίσκονται επί του παρόντος φυλακισμένοι σε διάφορες ρωσικές εγκαταστάσεις κράτησης, από μπουντρούμια και γκαράζ έως κέντρα προφυλάκισης και κανονικές φυλακές, τόσο στα κατεχόμενα εδάφη όσο και στην ίδια τη Ρωσία. Με βάση προηγούμενες αναφορές δημοσιογράφων και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και συνεντεύξεις, η παρούσα συνοπτική έκθεση πολιτικής εξηγεί και αξιολογεί αυτές τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ παράλληλα εξετάζει το πρόβλημα της απουσίας σαφούς μεθόδου και δράσης για την απελευθέρωση αυτών των πολιτικών κρατουμένων.
Πολιτικοί παράγοντες και ο ρόλος των μαζικών κρατήσεων
Μια μειοψηφία Ουκρανών πολιτών στα προσωρινά κατεχόμενα εδάφη –ιδίως μεταξύ του εθνοτικά ρωσικού πληθυσμού ή των έντονα ρωσοποιημένων Ουκρανών– δεν αντιτάχθηκε στην κατοχή και την προσάρτηση της περιοχής από τη Ρωσία, ούτε στην ενσωμάτωσή της ή την αφομοίωσή της στο ρωσικό έθνος. Ωστόσο, η πλειονότητα των Ουκρανών πολιτών που τέθηκαν υπό ρωσικό έλεγχο από το 2014, και ιδίως από το 2022, είτε δεν έδειξαν ενθουσιασμό είτε αντιτάχθηκαν στη μη ζητηθείσα συμμετοχή τους στην προσπάθεια της Μόσχας να αυξήσει το έδαφος και τον πληθυσμό της Ρωσίας εις βάρος της Ουκρανίας.
Ένα από τα κύρια μέσα του Κρεμλίνου για την εξασφάλιση της υποταγής και της συμμόρφωσης των Ουκρανών στα κατεχόμενα εδάφη ήταν η βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη φυλάκιση χιλιάδων απλών πολιτών, με σκοπό την καταστολή και την αποτροπή της διαφωνίας. Το ίδιο ισχύει και για τη περισσότερο ή λιγότερο βασανιστική μεταχείριση αυτών των Ουκρανών – βλ. παρακάτω – στα διάφορα κέντρα προφυλάκισης, σωφρονιστικά ιδρύματα, σωφρονιστικές αποικίες και στρατόπεδα διαλογής της Ρωσίας. Μόνο ένα μικρό μέρος των φυλακίσεων Ουκρανών από τη Ρωσία μπορεί να εξηγηθεί βάσει εγκληματικής συμπεριφοράς, αλλά ακόμη και αυτές οι κρατήσεις είναι παράνομες, καθώς τα απλά εγκλήματα που διαπράττονται από Ουκρανούς στο κρατικό έδαφος της Ουκρανίας θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται από τις ουκρανικές αρχές επιβολής του νόμου. Επίσης, οι ανταρτικές δραστηριότητες Ουκρανών κατά της ένοπλης κατοχής του νόμιμου κρατικού εδάφους της Ουκρανίας δεν συνιστούν εγκλήματα σύμφωνα με το ουκρανικό δίκαιο.
Οι περισσότεροι από τους Ουκρανούς πολίτες που κρατούνται στη Ρωσία και στα εδάφη που βρίσκονται υπό ρωσική κατοχή δεν είναι ούτε δράστες σοβαρών εγκλημάτων ούτε παράτυποι μαχητές στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο – τουλάχιστον, όχι σύμφωνα με την ουκρανική νομοθεσία. Πολλοί από τους κρατούμενους Ουκρανούς πολίτες ενδέχεται να έχουν εκφράσει πριν – και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και μετά – τη σύλληψή τους τη διαφωνία τους με τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και την κατοχή της. Έχουν συλληφθεί, φυλακιστεί και καταδικαστεί βάσει της ρωσικής «αντι-εξτρεμιστικής» νομοθεσίας, η οποία απαγορεύει την κριτική ή ακόμη και την αναφορά στον πόλεμο της Ρωσίας, την εδαφική επέκταση και τη γενοκτονία στην Ουκρανία. Ορισμένοι από τους Ουκρανούς πολίτες που αντιτίθενται στην κατάληψη των σπιτιών και των πόλεών τους από τη Ρωσία έχουν εμπλακεί σε διάφορες μορφές μη βίαιης άμεσης δράσης.
Ωστόσο, ένα ακαθόριστο ποσοστό των Ουκρανών πολιτών που βρίσκονται σε ρωσικές φυλακές και στρατόπεδα είναι προφανώς άτομα που συνελήφθησαν τυχαία, εναντίον των οποίων έχουν κατασκευαστεί κατηγορίες με βάση ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, αναξιόπιστες ή ανύπαρκτες μαρτυρίες και εξαναγκασμένες ομολογίες. Πολλοί από τους Ουκρανούς πολίτες που βρίσκονται υπό ρωσική κράτηση δεν έχουν εκδηλώσει καμία ενεργή αντίθεση στην προσάρτηση ουκρανικών εδαφών από τη Ρωσία, ούτε έχουν εκφράσει δημόσια κριτική κατά του ρωσικού καθεστώτος. Μερικοί από αυτούς τους κρατούμενους ήταν μάλιστα ρητά φιλορώσοι και υποστηρικτές του Πούτιν, αλλά για άγνωστους λόγους εξακολουθούν να κρατούνται υπό το ένα ή το άλλο πρόσχημα.
Με την πρώτη ματιά, η μαζική κράτηση Ουκρανών πολιτών στα κατεχόμενα εδάφη φαίνεται παράδοξη. Γιατί η ρωσική διοίκηση κατοχής να συλλαμβάνει, να φυλακίζει, να απελαύνει και να βασανίζει χιλιάδες πολίτες; Γιατί η ρωσική κατοχή – παρά τις τροποποιήσεις του ρωσικού Συντάγματος το 2014 και το 2022, οι οποίες καθιερώνουν τα κατεχόμενα από τη Ρωσία εδάφη της Ουκρανίας ως πλήρη και ισότιμα μέρη της Ρωσικής Ομοσπονδίας – δεν εφαρμόζει εκεί τη ρωσική νομοθεσία «κατά του εξτρεμισμού» σε μια πιο μετριοπαθή μορφή;
Η στρατηγική του Κρεμλίνου για προσωρινή ή μακροπρόθεσμη μαζική φυλάκιση Ουκρανών αμάχων, μεταξύ άλλων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα κατεχόμενα εδάφη, έρχεται σε αντίθεση με το αφήγημα της Μόσχας ότι η επέκταση της Ρωσίας στην Ουκρανία αποσκοπεί στην απελευθέρωση και την επανένωση των ρωσικών εδαφών και λαών που είχαν χαθεί άδικα ως αποτέλεσμα της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Η σκληρή μεταχείριση χιλιάδων Ουκρανών αμάχων κρατουμένων από τα κατεχόμενα εδάφη φαίνεται να υπονομεύει τις ρωσικές προσπάθειες να μετατρέψουν αυτές τις περιοχές σε αναπόσπαστα τμήματα του εθνικού εδάφους της Ρωσίας, καθώς ενέχει τον κίνδυνο να αποξενώσει τους μέχρι τώρα πιστούς ή ουδέτερους νέους Ρώσους πολίτες στα κατεχόμενα εδάφη.
Μια εξήγηση για την εκ πρώτης όψεως αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της Μόσχας απέναντι στους Ουκρανούς αμάχους βρίσκεται στα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων που διεξήχθησαν στα κατεχόμενα εδάφη της Ουκρανίας πριν καταληφθούν από τη Ρωσία. Από την Κριμαία το 2014 έως την περιοχή Ζαπορίζια το 2022, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων σε αυτές τις δημοσκοπήσεις δεν υποστήριζε την ενοποίηση της Ρωσίας με την Ουκρανία ούτε τη μεταβίβαση της περιοχής τους από την Ουκρανία στη Ρωσία. Σε αντίθεση με τους διαδεδομένους μύθους που κυκλοφορούν εντός και εκτός Ρωσίας, μόνο μια μειοψηφία του τοπικού πληθυσμού ενέκρινε εξ αρχής την κατάληψη αυτών των περιοχών από τη Ρωσία. Είναι επίσης πιθανό ορισμένοι που αρχικά καλωσόρισαν ή έδειξαν αδιαφορία για την παρουσία των ρωσικών στρατευμάτων στις περιοχές τους να έχουν αναθεωρήσει τη στάση τους, ειδικά αφού έγιναν μάρτυρες της σκληρότητας της ρωσικής επίθεσης στη νότια και ανατολική Ουκρανία, καθώς και των αμφίβολων ή ακόμη και αρνητικών κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων της κατοχής στις περιοχές τους.
Η κατάληψη των νότιων και ανατολικών περιοχών της Ουκρανίας από τη Ρωσία το 2014 και το 2022 αποδείχθηκε πιο περίπλοκη από ό,τι περίμεναν πολλοί παρατηρητές εντός και εκτός της Ρωσίας. Μόνο στην Κριμαία το 2014 η ρωσική κατοχή και προσάρτηση εξελίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό σύμφωνα με το σχέδιο, τουλάχιστον στην αρχική τους φάση. Ένας λόγος για αυτή τη σχετική επιτυχία ήταν ότι τόσο η τσαρική όσο και η σοβιετική πολιτική, κατά τη διάρκεια των περισσότερων από 200 ετών κυριαρχίας από την Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα, μετέβαλαν τη δημογραφία της χερσονήσου. Οι εθνοτικοί Ρώσοι μετατράπηκαν από μια μικροσκοπική μειονότητα σε απόλυτη πλειοψηφία μεταξύ των κατοίκων της Κριμαίας. Οι κάποτε κυρίαρχοι αυτόχθονες Τατάροι της Κριμαίας περιορίστηκαν σε μια μειονότητα περίπου 10% του πληθυσμού της χερσονήσου. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στην Κριμαία, η Ρωσία αντιμετωπίζει ένα τοπικό – κυρίως ταταρικό – αντάρτικο κίνημα που αγωνίζεται ενάντια στην κατοχή της. Από το 2014, άμαχοι της Κριμαίας – συχνά από τη μειονότητα των Τατάρων – συλλαμβάνονται τακτικά από τη ρωσική διοίκηση κατοχής.
Στις άλλες κατεχόμενες και αργότερα προσαρτημένες περιοχές της ηπειρωτικής Ουκρανίας, η στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας ήταν ακόμη λιγότερο δημοφιλής από ό,τι στην Κριμαία. Η κατάληψή τους έπρεπε να ακολουθηθεί από σκληρή κρατική καταστολή, προκειμένου να κατασταλούν οι ανοιχτές εκφράσεις αμφιθυμίας, κριτικής, διαφωνίας ή αντίστασης σχετικά με την ξένη κατάληψη. Η μεγάλης κλίμακας επιχείρηση καταστολής και εκκαθάρισης της Μόσχας στα κατεχόμενα τμήματα των περιφερειών Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Ζαπορίζια και Χερσόν συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Στο πλαίσιο αυτό, η μαζική κράτηση Ουκρανών αμάχων στα κατεχόμενα εδάφη εκπληρώνει τρεις λειτουργίες. Πρώτον, η φυλάκιση Ουκρανών αμάχων αποσκοπεί στην εκτόπιση, την απομόνωση, την εξουδετέρωση και, αν χρειαστεί, τη δολοφονία εκείνων των Ουκρανών στα κατεχόμενα εδάφη που είτε έχουν δείξει προθυμία να αντισταθούν στη ρωσική κατοχή είτε είναι ύποπτοι ότι έχουν την τάση να το πράξουν.
Δεύτερον, οι ενίοτε αυθαίρετες συλλήψεις Ουκρανών αμάχων, σε συνδυασμό με τεκμηριωμένες περιπτώσεις εκτεταμένων βασανιστηρίων και περιστασιακών δολοφονιών από Ρώσους στρατιώτες, αστυνομικούς και δεσμοφύλακες, αποσκοπούν στην άσκηση ψυχολογικής πίεσης στον πληθυσμό των κατεχόμενων εδαφών – είτε είναι εθνοτικά Ουκρανοί είτε όχι. Σε μικρότερο βαθμό, αποτελεί επίσης προειδοποίηση προς τους Ουκρανούς που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, διαμένουν στη Ρωσία.
Τρίτον, όχι μόνο το φυλακισμένο ουκρανικό στρατιωτικό προσωπικό, αλλά και οι ουκρανοί πολίτες που κρατούνται μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διάφορες μορφές ρωσικών διαπραγματεύσεων με την Ουκρανία και τη διεθνή κοινότητα. Προφανέστερα, αλλά όχι μόνο, αυτό αφορά τις τρέχουσες και μελλοντικές ανταλλαγές κρατουμένων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.
Οι ανταλλαγές Ουκρανών με Ρώσους πολίτες αρχικά αφορούσαν μόνο αιχμαλώτους πολέμου, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια έχουν συμπεριλάβει και μικρό αριθμό Ουκρανών πολιτών κρατουμένων. Για το Κρεμλίνο και τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου εναντίον της Ουκρανίας, η ικανότητα της Μόσχας να επαναπατρίζει αιχμαλώτους μαχητές και μη μαχητές που υπηρετούσαν το ρωσικό κράτος μέσω ανταλλαγών κρατουμένων – ειδικά εκείνους που έχουν διαπράξει εγκλήματα στην Ουκρανία και αλλού – έχει στρατηγική σημασία. Η αξιοπιστία της υπόσχεσης του Κρεμλίνου να απελευθερώσει οποιονδήποτε Ρώσο που έχει συλληφθεί από την Ουκρανία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διασφάλιση της συνεχιζόμενης κινητοποίησης, του κινήτρου και του ηθικού του ποικίλου ένοπλου και άοπλου στρατιωτικού προσωπικού της Ρωσίας που έχει αναπτυχθεί στο εξωτερικό. Οι Ουκρανοί πολίτες στα κατεχόμενα εδάφη αποτελούν μια μεγάλη δεξαμενή πιθανών αντικειμένων ανταλλαγής για την επιστροφή Ρώσων που ενεργούν ως βίαιοι ή μη βίαιοι κυβερνητικοί πράκτορες πέρα από τα σύνορα της Ρωσίας.
Ο αριθμός, τα είδη και οι περιστάσεις των κρατήσεων
Μια έκθεση παρακολούθησης μεγάλης κλίμακας που δημοσιεύθηκε από κοινού από την Austausch, το Κέντρο για τις Πολιτικές Ελευθερίες, την Ομάδα Εμπειρογνωμόνων Sova και συνεργάτες υποστηρίζει επίσης ότι η παράνομη στέρηση της ελευθερίας Ουκρανών πολιτών από τις ρωσικές δυνάμεις κατοχής δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί συστηματική κρατική πολιτική. Η Ρωσία έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο εγκαταστάσεων κράτησης —τόσο επίσημων όσο και ανεπίσημων— όπου οι πολίτες μπορούν να κρατούνται μακροπρόθεσμα χωρίς κατηγορία, συχνά σε απομόνωση, και να υποβάλλονται σε σωματική και ψυχολογική βασανιστήρια, αισθητηριακή στέρηση και σεξουαλική βία. Οι οικογένειες των κρατουμένων δεν λαμβάνουν καμία πληροφορία. Έρευνες δείχνουν ότι το 75% των οικογενειών δεν γνωρίζει επί του παρόντος πού βρίσκονται οι συγγενείς τους και το 60% δεν έχει λάβει καμία επίσημη ενημέρωση.
Επίσημα έγγραφα που διέρρευσαν από ρωσικούς φορείς υποδηλώνουν στενή συνεργασία μεταξύ της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας, της Ομοσπονδιακής Σωφρονιστικής Υπηρεσίας, της Ερευνητικής Επιτροπής και στρατιωτικών διοικητών όσον αφορά την εφαρμογή των παράνομων κρατήσεων. Σε μία από τις πολλές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου εκ μέρους της Ρωσίας έναντι της Ουκρανίας, η Ρωσία δεν κάνει διάκριση μεταξύ αμάχων και αιχμαλώτων πολέμου (POW), κατατάσσοντας όλους ως «αντιπάλους της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης».
(α) Διαφορετικές αριθμητικές εκτιμήσεις
Η Ρωσία αποκρύπτει τον πραγματικό αριθμό των Ουκρανών κρατουμένων της και τους τόπους κράτησης πολλών εξ αυτών. Η Μόσχα συχνά αρνείται την πρόσβαση σε δικηγόρους και δεν επιτρέπει στη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ICRC) να επισκεφθεί τους κρατούμενους, παραβιάζοντας το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις σχετικά με τον αριθμό των Ουκρανών αμάχων που έχουν κρατηθεί και εξακολουθούν να βρίσκονται σε ρωσικές φυλακές ή έχουν πεθάνει έκτοτε. Σύμφωνα με τον Άρτουρ Ντομπροσέρδοφ, Επίτροπο του Υπουργείου Εσωτερικών της Ουκρανίας για Άτομα που Αγνοούνται υπό Ειδικές Συνθήκες, την άνοιξη του 2025: «Μέχρι σήμερα, έχουμε πάνω από 70.000 άτομα στον κατάλογο των αγνοουμένων μας – μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται στρατιωτικό προσωπικό, πολίτες, πολίτες άλλων κρατών και απάτριδες».
Παράλληλα, ο Ουκρανός Διαμεσολαβητής, Ντμίτρο Λουμπίνετς, ανέφερε ότι οι ουκρανικές αρχές μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τη συνεχιζόμενη κράτηση περίπου 1.800 αμάχων για λόγους που σχετίζονται με την ένοπλη σύγκρουση, αν και ο Λουμπίνετς δήλωσε επίσης ότι: «Διαθέτουμε έναν ξεχωριστό κατάλογο ο οποίος, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία, δείχνει ότι υπάρχουν περισσότεροι από 16.000 Ουκρανοί άμαχοι σε ρωσικές φυλακές». Παράλληλα, η αναπληρώτρια επικεφαλής του Γραφείου του Προέδρου Ιρίνα Βερέστσουκ ανέφερε ότι είχαν επαληθευτεί περίπου 2.500 αιχμάλωτοι πολίτες, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας της Ουκρανίας ανέφερε αργότερα εκείνο το έτος, βάσει ανάλυσης ποινικών διαδικασιών, ότι είχε εντοπίσει 15.250 πολίτες οι οποίοι κρατούνταν υπό κράτηση από τις ρωσικές αρχές μεταξύ Φεβρουαρίου 2022 και Αυγούστου 2025.
Τον Μάρτιο του 2024, η μη κυβερνητική «Στρατηγική για την Απελευθέρωση Αμάχων», η οποία περιείχε προτάσεις του Κέντρου για τις Πολιτικές Ελευθερίες σχετικά με τρόπους άσκησης πίεσης στη Ρωσική Ομοσπονδία με σκοπό την εξασφάλιση της απελευθέρωσης Ουκρανών αμάχων που κρατούνται παράνομα από τη ρωσική πλευρά σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση, υπογράμμισε τη μεθοδολογική πρόκληση που αποτελεί η εξεύρεση ενός αξιόπιστου αριθμού:
«Ο ελάχιστος αριθμός πολιτών που κρατούνται από τη Ρωσική Ομοσπονδία ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανέρχεται σε τουλάχιστον 7.000. Συνολικά, ο αριθμός αυτός μπορεί να φτάνει τους 16.000. Οι εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων, βάσει συνεντεύξεων με άτομα που έχουν επιστρέψει από τη ρωσική αιχμαλωσία, επιτρέπουν μόνο μια κατά προσέγγιση εκτίμηση του αριθμού των Ουκρανών πολιτών και της κατανομής τους σε πολίτες και αιχμαλώτους πολέμου σε χώρους αναγκαστικής κράτησης στη Ρωσική Ομοσπονδία και στα κατεχόμενα εδάφη. Διάφορες πηγές έχουν επιβεβαιώσει ότι περίπου 1.900 άμαχοι κρατούνται σε χώρους αναγκαστικής κράτησης. Η ανακρίβεια της εκτίμησης του αριθμού των κρατουμένων αμάχων οφείλεται στην άρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας να παράσχει πληροφορίες για όλα αυτά τα άτομα ή να παραχωρήσει πρόσβαση σε αυτά σε εκπροσώπους της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού ή άλλων διεθνών οργανισμών.»
Επιπλέον, «Οι Ουκρανοί που βρίσκονται ήδη υπό κράτηση ενδέχεται να αφεθούν ελεύθεροι, να παραπεμφθούν σε ποινική δίκη, να ανταλλαγούν ή να πεθάνουν, ενώ Ουκρανοί άμαχοι συνεχίζουν να κρατούνται από τη Ρωσική Ομοσπονδία για λόγους που συνδέονται με την ένοπλη σύγκρουση. Ο αριθμός των αμάχων που κρατούνται από τη Ρωσική Ομοσπονδία, συνεπώς, μεταβάλλεται συνεχώς». Το μόνο που είναι σαφές είναι ότι, «ενώ ο αριθμός των Ουκρανών πολιτών που στερήθηκαν αυθαίρετα την ελευθερία τους από τη Ρωσία υπολογιζόταν επίσημα σε εκατοντάδες κατά την περίοδο μεταξύ 2014 και 2022, από την έναρξη της πλήρους εισβολής ο αριθμός αυτός υπολογίζεται σε χιλιάδες».
(β) Κατηγορίες κρατουμένων αμάχων
Μια έγκυρη μελέτη του 2025 από το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΑΣΕ (ODIHR), η οποία παραδόξως εκπονήθηκε σύμφωνα με τον λεγόμενο «Μηχανισμό της Μόσχας», αναφέρει ότι ο προσδιορισμός της κλίμακας και της φύσης των κρατήσεων Ουκρανών αμάχων από τη Ρωσία περιπλέκεται λόγω της ποικιλόμορφης σύνθεσης της ομάδας. Μεταξύ άλλων ζητημάτων ταξινόμησης, δεδομένης της πολύπλοκης φύσης της σύγκρουσης, δεν είναι πάντα σαφές εάν όλοι αυτοί είναι πράγματι μη μαχητές.
Από το 2022, σύμφωνα με την ίδια έκθεση του ODIHR, η Ρωσία ενδέχεται να έχει, κατά τη μία ή την άλλη περίοδο, κρατήσει δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες Ουκρανούς πολίτες στα κατεχόμενα εδάφη. Πολλοί από αυτούς τους πολίτες απομακρύνθηκαν από τα σπίτια τους σε περιοχές όπως το Κίεβο, το Σούμι, το Τσερνίχιβ, το Χάρκοβο και το Χερσόν κατά τους πρώτους μήνες της πλήρους εισβολής. Ορισμένοι εξακολουθούν να κρατούνται χωρίς κατηγορία, συχνά βάσει οδηγιών στρατιωτικών διοικητών ή περιφερειακών αξιωματούχων της FSB. Η κράτησή τους παρατείνεται συχνά περιοδικά, κυρίως χωρίς καμία νομική αιτιολόγηση.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται δημοσιογράφοι ή ηγέτες της τοπικής κοινωνίας που δεν έδειξαν επαρκή υποταγή, καθώς και πολίτες που είναι ύποπτοι ότι συμμετείχαν στις αμυντικές προσπάθειες της Ουκρανίας ή ότι συνδέονται με την ουκρανική αντιτρομοκρατική επιχείρηση στο Ντονμπάς μετά το 2014. Περιλαμβάνονται επίσης Ουκρανοί των οποίων οι παραβάσεις ήταν ήσσονος σημασίας ακόμη και σύμφωνα με τα ρωσικά πρότυπα, όπως εκείνοι που δεν διέθεταν όλα τα απαραίτητα ρωσικά έγγραφα στο προσαρτημένο έδαφος, ή εκείνοι που δεν ήταν πρόθυμοι να εργαστούν για τη ρωσική κατοχική δύναμη, όπως υπάλληλοι τοπικών διοικήσεων ή κρίσιμων υποδομών, προσωπικό φυλακών και εκπαιδευτικοί, ή άλλοι που είναι ύποπτοι για έλλειψη πίστης προς την κατοχική δύναμη.
Η έκθεση του ODIHR του 2025 επισημαίνει ότι μεταξύ των κρατουμένων Ουκρανών πολιτών περιλαμβάνονται ακόμη και:
«Επιπλέον, περίπου 2.000 καταδικασθέντες Ουκρανοί που βρίσκονταν σε ουκρανικές φυλακές μεταφέρθηκαν στη Ρωσία το 2022, ορισμένοι από τους οποίους τέθηκαν εκ νέου υπό κράτηση παρά το γεγονός ότι είχαν εκτίσει τις ποινές τους». Πολλοί από τους Ουκρανούς πολίτες που εξέτισαν τις ποινές τους σε ουκρανικές φυλακές που βρίσκονται στα εδάφη που έχουν καταληφθεί από τη Ρωσία κρατούνται, μαζί με άλλους Ουκρανούς κρατούμενους, συχνά στα λεγόμενα ρωσικά Κέντρα Προσωρινής Κράτησης Αλλοδαπών. Η κράτηση σε αυτά τα Κέντρα υποτίθεται ότι διαρκεί μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, αλλά ένας σημαντικός αριθμός ατόμων κρατείται χωρίς δίκη εδώ και αρκετά χρόνια.
(γ) Οι συνθήκες κράτησης
Αν και η Σύμβαση της Γενεύης για την Προστασία των Αμάχων σε καιρό πολέμου επιτρέπει την κράτηση αμάχων μόνο υπό αυστηρούς όρους, με δικαίωμα προσφυγής και δίκαιη δίκη, στις περισσότερες περιπτώσεις η Ρωσία δεν τηρεί σχεδόν καμία από αυτές τις υποχρεώσεις. Επιπλέον, το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ορίζει ότι οι άμαχοι πρέπει να αποφυλακίζονται μόλις παύσουν να υφίστανται οι λόγοι κράτησής τους, αλλά πολλοί Ουκρανοί άμαχοι που κρατούνται επί του παρόντος προέρχονται από περιοχές που έχουν απελευθερωθεί εδώ και καιρό από τη ρωσική κατοχή.
Οι Ουκρανοί μαχητές και μη μαχητές κρατούνται υπό σκληρές ή εξαιρετικά σκληρές συνθήκες. Τόσο οι αιχμάλωτοι πολέμου όσο και οι πολιτικοί κρατούμενοι περιορίζονται σε κλειδωμένα κελιά, τους επιτρέπεται ελάχιστη ή καθόλου άσκηση στον εξωτερικό χώρο, στερούνται επαρκούς τροφής και ιατρικής περίθαλψης, αποκόπτονται από την επαφή με τους συγγενείς τους και υποβάλλονται σε κακοποίηση, κακομεταχείριση και αισθητηριακή στέρηση. Έρευνες που διεξήχθησαν από το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αποκαλύπτουν ότι οι περισσότεροι κρατούμενοι υποβάλλονται σε βασανιστήρια.
Πάνω από το 92% των 216 απελευθερωμένων πολιτών που ερωτήθηκαν από το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OCHCR) μεταξύ του 2023 και του 2025 παρείχαν συνεπείς και λεπτομερείς περιγραφές κακομεταχείρισης κατά τη διάρκεια της κράτησής τους. Επηρεάστηκαν τόσο άνδρες όσο και γυναίκες (144 άνδρες, 1 αγόρι και 54 γυναίκες). Επιπλέον, 101 από τους ερωτηθέντες ανέφεραν ότι είχαν γίνει μάρτυρες βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης άλλων κρατουμένων. Ομοίως, όλοι οι κρατούμενοι πολίτες ή οι συγγενείς τους που ερωτήθηκαν από τη Διεθνή Αμνηστία σε έκθεση του 2025 ανέφεραν μεταχείριση και συνθήκες κράτησης που ισοδυναμούσαν με βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Η Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, την οποία έχει υπογράψει η Ρωσία, απαγορεύει την παρατεταμένη κράτηση επ’ αόριστον χωρίς απαγγελία κατηγοριών. Η μακροχρόνια κράτηση αποτελεί μορφή βασανιστηρίου λόγω της σοβαρής ψυχικής ταλαιπωρίας που προκαλεί. Επιπλέον, η Διεθνής Σύμβαση για την Προστασία Όλων των Προσώπων από την Εξαναγκαστική Εξαφάνιση παραβιάζεται από τη Ρωσία, η οποία αποκρύπτει τον τόπο διαμονής των κρατουμένων. Το Πρωτόκολλο Ι των Συμβάσεων της Γενεύης απαιτεί οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το καθεστώς ενός ατόμου να επιλύεται υπέρ της προστασίας των αμάχων. Ωστόσο, η Ρωσία συγχέει τους αμάχους με τους αιχμαλώτους πολέμου, επικαλούμενη το Άρθρο 5 της Τρίτης Σύμβασης της Γενεύης, χωρίς ποτέ να συγκαλεί αρμόδια δικαστήρια για τον προσδιορισμό του καθεστώτος των κρατουμένων.
Ένα ανεπίλυτο πρόβλημα
Υπό τις παραδοσιακές συνθήκες πολέμου, η φροντίδα και η απελευθέρωση των αιχμαλώτων πολιτών, καθώς και η επιστροφή τους στη δικαιοδοσία της πατρίδας τους, θα αποτελούσαν, από στρατιωτική άποψη, δευτερεύον ζήτημα και, ως εκ τούτου, θα ήταν εύκολα επιλύσιμο, αλλά και μια συνήθης διαδικασία για τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ). Ωστόσο, η Ρωσία αντιμετωπίζει τους Ουκρανούς που βρίσκονται στα κέντρα κράτησής της ως προδότες Ρώσους πολίτες, στο βαθμό που, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναγνωρίζει ούτε την ύπαρξη ενός αυτοδύναμου ουκρανικού έθνους ούτε την εξουσία του ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους. Αντίθετα, η Μόσχα χρησιμοποιεί τους Ουκρανούς αμάχους κρατούμενους ως όργανα πολέμου και της τρομοκρατικής της κυριαρχίας στα κατεχόμενα εδάφη, καθώς και ως ομήρους έναντι του Κιέβου και των εταίρων του. Ως αποτέλεσμα, το ουκρανικό κράτος και η ΔΕΕΣ αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στο πεδίο δράσης τους, ενώ οι αμάχοι κρατούμενοι απελευθερώνονται σπάνια και σε μικρούς αριθμούς.
Για παράδειγμα, έως τον Δεκέμβριο του 2025, η Ουκρανία είχε ταυτοποιήσει ονομαστικά 1.782 Ουκρανούς πολίτες ως κρατούμενους στη Ρωσική Ομοσπονδία και στα προσωρινά κατεχόμενα εδάφη, αλλά η κράτηση μόνο 867 από αυτούς μπόρεσε να επιβεβαιωθεί από τη ΔΕΕΣ. Κατά την περίοδο από τον Μάρτιο του 2022 έως τον Μάιο του 2025, μόνο 173 Ουκρανοί πολίτες επιστράφηκαν στο πλαίσιο διαφόρων ανταλλαγών κρατουμένων.
Μεταξύ των 120 αμάχων που παρέδωσε η Ρωσία στην Ουκρανία κατά τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα επιστροφή, στις 23 Μαΐου 2025, υπήρχε μόνο ένας πολιτικός κρατούμενος. Άλλοι 15 από τους αμάχους κρατούμενους που επιστράφηκαν ήταν πρώην κατάδικοι από την Ουκρανία που είχαν διαπράξει εγκλήματα και είχαν καταδικαστεί στην Ουκρανία πριν από το 2022. Όλοι οι άλλοι αμάχοι που ανταλλάχθηκαν ήταν Ουκρανοί που είχαν εκτίσει ποινές σε ρωσικές φυλακές για ποινικά αδικήματα που διέπραξαν στη Ρωσική Ομοσπονδία. Οι περισσότεροι από τους επαναπατριζόμενους δεν συγκαταλέγονταν μεταξύ των ατόμων που απασχολούσαν πρωτίστως το ουκρανικό κράτος.
Η ουκρανική κυβέρνηση έχει δοκιμάσει ορισμένες ασυνήθιστες μεθόδους για να διευκολύνει την ανταλλαγή πολιτών κρατουμένων. Στις 25 Ιουλίου 2024, το Κέντρο Συντονισμού της Ουκρανίας για τη Μεταχείριση των Αιχμαλώτων Πολέμου, από κοινού με την Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών του Υπουργείου Άμυνας της Ουκρανίας (HURMOU), την Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας (SBU) και τη Γραμματεία του Επιτρόπου του Ουκρανικού Κοινοβουλίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ξεκίνησε το πρόγραμμα «Θέλω να είμαι με τον λαό μου», ένα έργο που δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με καταδικασμένους Ρώσους πράκτορες και συνεργάτες που συνεργάστηκαν ή βοήθησαν τις ρωσικές δυνάμεις κατοχής στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας στον ιστότοπο https://hochuksvoim.com. Πρόκειται για Ουκρανούς πολίτες που έχουν κατηγορηθεί για προδοσία και έδωσαν τη συγκατάθεσή τους να ανταλλαχθούν με Ουκρανούς πολίτες που κρατούνται στη Ρωσία. Ωστόσο, αυτό το πρόγραμμα επαναπατρισμού Ουκρανών αμάχων έχει επικριθεί επειδή ενδέχεται να παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και τελικά να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εδάφη που κατέχουν οι ρωσικές δυνάμεις.
Μέλη του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου (Bundestag) και των γερμανικών περιφερειακών κοινοβουλίων, καθώς και Γερμανοί ευρωβουλευτές, διεξάγουν εκστρατεία για την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, συμπεριλαμβανομένων Ουκρανών αμάχων, μέσω πολιτικών χορηγιών. Για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα υποστήριξης της Διεθνούς Εταιρείας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (IGFM), με έδρα τη Γερμανία, προσπαθεί να προστατεύσει και να απελευθερώσει πολιτικούς κρατούμενους από διάφορες χώρες και στοχεύει να επιστήσει την προσοχή στη δεινή κατάσταση των πολιτικών κρατουμένων και να αυξήσει την πίεση προς τις κυβερνήσεις. Το πρόγραμμα ξεκίνησε από την IGFM το 2011 και αντιστοιχίζει κρατούμενους από διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, με Γερμανούς βουλευτές οι οποίοι, μέσω πολιτικής υποστήριξης, αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους.
Συμπεράσματα
Ένας αυξανόμενος αριθμός κυβερνητικών και μη κυβερνητικών ερευνών σκιαγραφεί μια ζοφερή εικόνα της παράνομης στέρησης της ελευθερίας των Ουκρανών ως όπλου πολέμου και ελέγχου στα εδάφη που βρίσκονται υπό ρωσική κατοχή. Όχι μόνο μαχητές, αλλά και άμαχοι κρατούνται σε κέντρα προδικαστικής κράτησης, σωφρονιστικές αποικίες και αυτοσχέδιους χώρους όπως υπόγεια και γκαράζ, συχνά για μήνες ή χρόνια χωρίς να τους έχουν απαγγελθεί κατηγορίες.
Η ψυχολογική πίεση, η απομόνωση από τα μέλη της οικογένειας και διάφορες μορφές βασανιστηρίων είναι ευρέως διαδεδομένες. Η τύχη, το νομικό καθεστώς, καθώς και η σωματική και ψυχολογική κατάσταση πολλών κρατουμένων παραμένουν άγνωστα. Μερικές φορές δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί ούτε το ερώτημα αν ο κρατούμενος είναι ακόμη εν ζωή. Η απουσία προστατευτικών εξουσιών εκ μέρους της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ) και η αδυναμία της να ξεπεράσει την παρεμπόδιση της πρόσβασης από τη Ρωσία, αφήνουν τους κρατούμενους χωρίς διεθνή προστασία. Η τεράστια κλίμακα των κρατήσεων – χιλιάδες άμαχοι σε εκατοντάδες τοποθεσίες – υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη για μια συστηματική αντίδραση.
Η αδεξιότητα των προαναφερθεισών ουκρανικών και διεθνών προσπαθειών για την απελευθέρωση Ουκρανών αμάχων από τη ρωσική κράτηση καταδεικνύει την τεράστια πολυπλοκότητα της πρόκλησης: δεν υπάρχει σαφής οδικός χάρτης για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με την τύχη και τις προοπτικές των Ουκρανών αιχμαλώτων πολέμου, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν επίσης υποστεί ή υποφέρουν από ρωσικά βασανιστήρια, και πολλοί από τους οποίους συχνά κρατούνται από τη Ρωσία μαζί με Ουκρανούς αμάχους. Σε αντίθεση με τους αμάχους κρατούμενους, οι αιχμάλωτοι πολέμου μπορούν να επιστραφούν – και έχουν, πράγματι, επιστραφεί – στην Ουκρανία σε μεγάλο αριθμό μέσω ανταλλαγών αιχμαλώτων, στις οποίες μέχρι στιγμής συμπεριλήφθηκαν ελάχιστοι άμαχοι.
Για μια άλλη σχετική ομάδα, τα χιλιάδες ασυνόδευτα ουκρανικά παιδιά που εκτοπίστηκαν ή απελάθηκαν από τις ρωσικές δυνάμεις κατοχής στην Ουκρανία και έχουν ήδη υιοθετηθεί από Ρώσους γονείς, δεν υπάρχει επίσης κανένας ρυθμισμένος μηχανισμός επιστροφής. Ωστόσο, η μαζική σύλληψη και μεταφορά ουκρανικών παιδιών από τη Ρωσία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολυάριθμων αναφορών στα μέσα ενημέρωσης, αρκετών ψηφισμάτων από εθνικά κοινοβούλια και διεθνείς συνελεύσεις, καθώς και αυξανόμενης δραστηριότητας της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών. Το υψηλό επίπεδο προσοχής και οι σημαντικές προσπάθειες σχετικά με τα «κλεμμένα παιδιά» της Ουκρανίας είχαν, βεβαίως, μόνο περιορισμένη πρακτική επιτυχία και οδήγησαν σε σχετικά λίγους επαναπατρισμούς. Παρ’ όλα αυτά, η αυξανόμενη παγκόσμια εστίαση σε αυτό το συγκινησιακά φορτισμένο ζήτημα καθιστά πιθανό να προκύψει τουλάχιστον μια μερική λύση.
Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την κατάσταση των περίπου 16.000 ενήλικων Ουκρανών αμάχων κρατουμένων, για τους οποίους υπάρχουν ελάχιστες προοπτικές επιστροφής στην πατρίδα τους ή αποφυγής περαιτέρω ρωσικής κράτησης, η οποία συχνά συνοδεύεται από βασανιστήρια. Παρότι πρόσφατα παρατηρήθηκε έξαρση στις εκθέσεις κέντρων μελετών και ΜΚΟ σχετικά με το θέμα, η πολιτική, δημοσιογραφική, διπλωματική, κοινωνική και γενική προσοχή του κοινού σε αυτό το συγκεκριμένο θέμα παραμένει σχετικά χαμηλή. Ακόμη και δυτικοί και μη δυτικοί πολιτικοί, ακτιβιστές, δημοσιογράφοι, ερευνητές και διπλωμάτες που ενδιαφέρονται για την τύχη της Ουκρανίας αγνοούν εν μέρει τις συγκεκριμένες προκλήσεις του ζητήματος και, ιδίως, την απουσία οποιουδήποτε καθιερωμένου μηχανισμού για την επίτευξη της απελευθέρωσης των Ουκρανών αμάχων κρατουμένων.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα πρόσφατο εκτενέστερο ενημερωτικό σημείωμα πολιτικής του EPIK και έχει επωφεληθεί από τη βοήθεια των Μιχαήλ Σάββα και Ναταλία Γιαστούκ από το Κέντρο για τις Πολιτικές Ελευθερίες, καθώς και δύο αξιωματικών της Αρχής Συντονισμού της Ουκρανίας για τη Μεταχείριση των Αιχμαλώτων Πολέμου, στο Κίεβο, και της Λιουσιένα Ζινοβκίνα από τη ΜΚΟ «Civilni Vilni», στο Βερολίνο. Κανένας από αυτούς τους εμπειρογνώμονες, ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τυχόν ανακρίβειες που ενδέχεται να περιέχει ακόμη η παρούσα σύντομη έκθεση.
Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου διαδηλώσεις υπέρ της ελευθερίας της Παλαιστίνης πραγματοποιήθηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, ανάμεσά τους το Λονδίνο και η Αθήνα. Με αφορμή αυτές ξαναγύρισα στις γνώριμες εικόνες: πανό με το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» ή, αλλού, «…ισλαμική», και μέσα στο πλήθος γυναικείες και ΛΟΑΤΚΙ ομάδες. Όλοι συμπάσχουμε με τους αμάχους της Γάζας, όπως κάθε άνθρωπος: για να πενθήσει κανείς τα παιδιά που πεθαίνουν δεν χρειάζεται να έχει ταχθεί με κάποιο πολιτικό στρατόπεδο.
Οι ακτιβιστές λένε ότι υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, επειδή τα θεμελιώδη δικαιώματα και η ισονομία είναι πανανθρώπινες αξίες και πανανθρώπινη υποχρέωση, όπως ορίζουν ο ΟΗΕ και οι διεθνείς συνθήκες. Η προσήλωση της Δύσης σε αυτές είναι τόσο βαθιά, ώστε ο Michael Ignatieff, στο Human Rights as Politics and Idolatry, να προειδοποιεί ότι τείνουν να γίνουν ειδωλολατρία, και ότι γι' αυτό δέχονται κριτική από την Ασία και τον ισλαμικό κόσμο, όπου, λόγω πολιτισμικής και θρησκευτικής σχετικότητας, τα αντιμετωπίζουν διαφορετικά.
Η παρουσία γυναικείων και ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων σε τέτοιες διαδηλώσεις, με σημαίες της Παλαιστίνης, απ’ όσο είδα χωρίς πανό υπέρ της ειρήνης, και με το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» στα χείλη, πλάι σε διαδηλωτές ανάμεσα στους οποίους πιθανότατα βρίσκονται και φανατικοί ισλαμιστές, φαίνεται ανεξήγητη. Οργανώσεις του ίδιου χώρου διαδηλώνουν με εξαιρετική θέρμη εναντίον του Ερντογάν και της κυβέρνησής του, με τις ρίζες στο πολιτικό Ισλάμ, όταν στρέφεται κατά της κοινότητάς τους: τον Σεπτέμβριο του 2026, μετά τις τουρκικές επιδρομές σε ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις, ομάδες ΛΟΑΤΚΙ κάλεσαν σε συγκέντρωση έξω από την τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα.
Η αντίφαση οξύνεται με την αφωνία τους απέναντι στο Ιράν, στη Σαουδική Αραβία και στο Κατάρ: οι ίδιοι ακτιβιστές δεν οργάνωσαν συγκεντρώσεις αντίστοιχης έκτασης έξω από τις πρεσβείες του Ιράν τον Ιανουάριο του 2026, όταν το καθεστώς σκότωνε χιλιάδες διαδηλωτές, πριν από τον πόλεμο. Οι ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων μιλούν για τουλάχιστον 6.126 νεκρούς, η Τεχεράνη παραδέχεται περίπου 3.000. Δεν έχουν λάβει χώρα πορείες αντίστοιχης έκτασης ούτε έξω από την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας, όπου το 2025 θανατώθηκαν 356 άνθρωποι, ούτε του Κατάρ. Οι πορείες οργανώνονται σχεδόν αποκλειστικά έξω από τις πρεσβείες του Ισραήλ και των ΗΠΑ.
Τι συμβαίνει σε όσους δεν χωράνε
Για τη Χαμάς, το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» σημαίνει κράτος χωρίς Ισραήλ, ενώ το «ισλαμική» διατυπώνει ανοιχτά το όραμά της: μια Παλαιστίνη με ισλαμική ταυτότητα από τον Ιορδάνη ώς τη Μεσόγειο. Στη Γάζα, που η Χαμάς κυβερνά εδώ και δύο δεκαετίες, ισχύει ακόμη νομοθεσία της βρετανικής εντολής που ποινικοποιεί την ομοφυλοφιλία· το 2019 η αστυνομία της Παλαιστινιακής Αρχής απαγόρευσε τις δραστηριότητες της queer οργάνωσης Al-Qaws. Τον Ιούλιο του 2023 ο Χασάν Νασράλα, τότε ηγέτης της Χεζμπολάχ, δήλωσε ότι οι ομοφυλόφιλοι πρέπει να θανατώνονται, και το Euro-Mediterranean Human Rights Monitor το κατέγραψε ως προτροπή σε βία.
Η 7η Οκτωβρίου
Στις 7 Οκτωβρίου 2023 μαχητές της Χαμάς σκότωσαν σχεδόν 1.200 Ισραηλινούς και απήγαγαν 251 ομήρους. Ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν και ΛΟΑΤΚΙ Ισραηλινοί: η Aguda, η κύρια ομπρέλα των ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων του Ισραήλ, ταυτοποίησε ονομαστικά τουλάχιστον τέσσερις, τον Αντιέλ Τβίτο και τον Ντανιέλ Κοέν στο φεστιβάλ κοντά στο Ρέιμ, τον Άλον Τολεδάνο από το Σντερότ, που πήγαινε στη συναγωγή για τις προσευχές της γιορτής, και τον λοχαγό Σάγκι Γκολάν, έφεδρο, που έσπευσε χωρίς διαταγή στο κιμπούτς Μπέρι και έπεσε στις μάχες, αφού, σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, είχε σώσει δεκάδες ανθρώπους.
Τα θύματα της Γάζας
Οι ακτιβιστές επικαλούνται τα χιλιάδες θύματα της ισραηλινής επέμβασης. Ο ΟΗΕ έχει όμως καταγράψει ότι και η Χαμάς, με άλλες παλαιστινιακές ένοπλες ομάδες, διεξήγαγε εχθροπραξίες μέσα από πυκνοκατοικημένες περιοχές, καθώς και 249 περιπτώσεις εξωδικαστικών εκτελέσεων έως τις αρχές του 2026, με τουλάχιστον 60 να αφορούν δυνάμεις συνδεδεμένες με τη Χαμάς. Τίποτε από αυτά δεν αναιρεί ότι μια στρατιωτική επέμβαση προκαλεί πόνο, καταστροφή και θύματα, δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι η επέμβαση ήρθε ως απάντηση στη μεγαλύτερη τρομοκρατική σφαγή Ισραηλινών.
Η άλλη όχθη
Στο Ισραήλ η εικόνα είναι διαφορετική, χωρίς να είναι άψογη. Το κράτος δίκασε και καταδίκασε τον υπερορθόδοξο δολοφόνο της 16χρονης Σίρα Μπάνκι στο Pride της Ιερουσαλήμ το 2015. Τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ, όπως και η ισονομία και η ισοπολιτεία τους, προστατεύονται από τον νόμο και τα δικαστήρια, με ένα κενό: ο γάμος και το διαζύγιο ανήκουν στα θρησκευτικά δικαστήρια, και πολιτικός γάμος δεν υπάρχει. Στη Γάζα τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ είναι ανύπαρκτα και των γυναικών βαριά περιορισμένα· στη Δυτική Όχθη η κατάσταση είναι καλύτερη, πολύ μακριά όμως από την ισονομία: οι νόμοι προσωπικού καθεστώτος εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ είναι κουτσουρεμένα, αν όχι ανύπαρκτα.
Και στην Ευρώπη;
Στη Δανία ο ιμάμης Μοχάμαντ Τζαμάλ καταδικάστηκε επειδή παρομοίασε τους ομοφυλόφιλους με παιδόφιλους. Στο Χάκνεϊ του Λονδίνου, κήρυγμα που μετέδωσε η Daily Mail φέρεται να λέει ότι o «Λαός του Λωτ» («οι κάτοικοι των Σοδόμων», «οι Σοδομίτες») «εκτελούνται βάσει του νόμου της σαρία». Η θανάτωση παρουσιάζεται ως θεία επιταγή μέσα στην Ευρώπη και οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε όπως κάθε ρητορική μίσους.
Μια προσωπική μαρτυρία
Δεν μιλάω από το κενό. Μιλώ βάσει προσωπικών εμπειριών. Το 1999, όταν έκανα το μεταπτυχιακό μου, γνώρισα, στις κοινωνικές εκδηλώσεις των πανεπιστημιακών ομάδων, μουσουλμάνους φοιτητές από την Παλαιστίνη, τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Ιράν και τη Νιγηρία, προφανώς από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, αφού σπούδαζαν στη Βρετανία. Όταν συζητούσαμε για την ισονομία των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ, προσπαθούσαν με ιδιαίτερη θέρμη και φανατισμό να με πείσουν ότι η Δύση είναι διεφθαρμένη επειδή ανέχεται τους ΛΟΑΤΚΙ, ενώ θα έπρεπε να τους διώκει και να τους θανατώνει, και ότι οι γυναίκες οφείλουν να παραμένουν αποκλειστικά στο σπίτι και να υπακούν στους συζύγους τους, χωρίς να εργάζονται. Το έλεγαν με ζέση. Δεν ήταν άνθρωποι του περιθωρίου, αλλά μορφωμένοι νέοι από εύπορες οικογένειες, και οι απόψεις τους δεν προέκυπταν από τη φτώχεια ούτε από τον πόλεμο.
Τι λένε τα κείμενα
Το άρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Η Διακήρυξη του Καΐρου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Ισλάμ (1990), που υιοθέτησε ο Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας, λέει κάτι εντελώς διαφορετικό: το άρθρο 6 μιλά για ισότητα της γυναίκας με τον άνδρα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στα καθήκοντά της, όχι σε ίσα δικαιώματα, ενώ τα άρθρα 24 και 25 υπάγουν όλα τα δικαιώματα στη Σαρία ως μοναδική πηγή ερμηνείας.
Ο Michael Freeman του Πανεπιστημίου του Έσσεξ μας λέει στο βιβλίο του Human Rights ότι η καθολική αποδοχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τα εννοούμε στη Δύση, δεν είναι αυτονόητη: οι πολιτισμικοί και θρησκευτικοί παράγοντες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά και αποδεκτά τα δικαιώματα, καθώς και η ισονομία και η ισοπολιτεία, σε πολλές κουλτούρες και περιοχές της γης. Παράλληλα, υπάρχουν φωνές, όπως επισημαίνει ο Freeman, που υποστηρίζουν ότι η καθολικότητά τους, όπως την ορίζει η Δύση, αποτελεί μορφή δυτικού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.
Αυτό φαίνεται ακόμη και στα πλέον εξελιγμένα κράτη του Κόλπου: στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα η σαρία παραμένει η κύρια πηγή του οικογενειακού δικαίου των μουσουλμάνων και η συναινετική σχέση μεταξύ ανδρών είναι παράνομη, ενώ στο Μπαχρέιν εκδικάζουν οικογενειακές υποθέσεις δικαστήρια βασισμένα στη σαρία. Οι ηγεσίες της περιοχής δεν δέχονται μαθήματα από τη Δύση: το 2018 το σαουδαραβικό υπουργείο Εξωτερικών απάντησε στον Καναδά, που ζήτησε την απελευθέρωση ακτιβιστριών για τα δικαιώματα των γυναικών, ότι δεν θα δεχθεί εντολές, και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Αντέλ αλ-Τζουμπέιρ χαρακτήρισε «εξοργιστικό» το ότι μια χώρα τούς κάνει κήρυγμα.
Οι ενστάσεις
Οι ακτιβιστές αντιτάσσουν ότι το «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα» είναι κυρίως αίτημα ισότητας και ότι είναι άδικο να αποδίδεται σε όλους η ερμηνεία της Χαμάς. Παλαιστινιακές queer και γυναικείες οργανώσεις υποστηρίζουν ότι ο αγώνας κατά της κατοχής και ο αγώνας για τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα και τα δικαιώματα της γυναίκας συνδέονται, καθώς και ότι η προβολή των ΛΟΑΤΚΙ δικαιωμάτων και της ισονομίας των γυναικών στο Ισραήλ λειτουργεί ως pinkwashing και purplewashing. Σημειώνουν δε ότι υπάρχουν μουσουλμάνοι κληρικοί, όπως η Σεϊράν Ατές, και γυναικείες οργανώσεις, όπως η Musawah και οι Sisters in Islam, που υποστηρίζουν την ισονομία· οι εξτρεμιστές ιμάμηδες αποτελούν μειοψηφία και η γενίκευση τροφοδοτεί την ισλαμοφοβία. Οι ακτιβιστές ισχυρίζονται ακόμη ότι το σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων στη Δύση και στο Ισραήλ δεν είναι επαρκές ούτε άψογο, και έχουν δίκιο: κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι το δυτικό σύστημα είναι άψογο και δεν επιδέχεται βελτίωση. Αυτό όμως που αποκρύπτουν επιμελώς, ή δεν αντιλαμβάνονται, είναι ότι, παρά τις ατέλειες, τις αβλεψίες και τις ελλείψεις του, παραμένει πολύ αρτιότερο από εκείνο που υποστηρίζουν τα κράτη της Διακήρυξης του Καΐρου, κατά των οποίων σχεδόν ποτέ δεν διαδηλώνουν.
Όλα αυτά έχουν την αξία τους, δεν αναιρούν όμως το κεντρικό επιχείρημα. Κατά τη γνώμη μου, κυρίαρχα η επικρατούσα θεολογική και πολιτική ερμηνεία του σουνιτικού και του σιιτικού Ισλάμ, όπως αυτή εφαρμόζεται στα κράτη και διδάσκεται από τους θρησκευτικούς θεσμούς και δασκάλους που την κρατούν στα χέρια τους, οδηγεί σε κατάφωρη παραβίαση της ισονομίας, των στοιχειωδών αρχών δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα.
Μια αντίφαση που δεν στέκει
Η ριζοσπαστικοποίηση μερίδας των μουσουλμάνων της Ευρώπης δείχνει ότι, όσο πιο θρησκευόμενοι είναι, τόσο συχνότερα επηρεάζονται από φονταμενταλιστικές ερμηνείες· έρευνες, όπως του Ρουντ Κούπμανς το 2015, καταγράφουν ότι μεγάλο μέρος τους τοποθετεί τους θρησκευτικούς κανόνες πάνω από τους νόμους της χώρας όπου ζει. Οι περισσότεροι δεν ριζοσπαστικοποιούνται, το ρεύμα όμως που συγκρούεται με τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ και των γυναικών δεν είναι αμελητέο. Και στις περισσότερες μουσουλμανικές χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης και Εγγύς Ανατολής η ομοφυλοφιλία τιμωρείται ποινικά, στο Ιράν και στη Σαουδική Αραβία με θάνατο. Μια Παλαιστίνη «ισλαμική» δεν θα αποτελούσε εξαίρεση.
Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Το ίδιο αναρωτιέμαι για τις γυναικείες και ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις που, γνωρίζοντας ποιος κυβερνά τη Γάζα, τραγουδούν το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» και αποφεύγουν να σταθούν δίπλα στις γυναίκες και στους αντιστασιακούς του Ιράν που σφαγιάστηκαν από ένα καθεστώς που εκτελεί ομοφυλόφιλους και επιβάλλει την υποχρεωτική μαντίλα.
Ο θάνατος της Μαχσά Αμινί στο Ιράν πυροδότησε μεν ένα πρωτόγνωρο κύμα εξέγερσης και αλληλεγγύης το 2022, ωστόσο, κατά την άποψή μου, αυτό δεν ανήχθη σε μόνιμο σημείο αναφοράς, με ευθύνη των γυναικείων ακτιβιστικών οργανώσεων.
Το βρίσκω ακατανόητο και οξύμωρο. Mε την τακτική που μετέρχονται οι γυναικείες και οι ΛΟΑΤΚΙ ακτιβιστικές οργανώσεις αναιρούν, υποσκάπτουν και διαβρώνουν επί της ουσίας την καθολικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς συντάσσονται στην πράξη με την εκπεφρασμένη άποψη και πρακτική των ισλαμικών κρατών και καθεστώτων, που υποστηρίζουν ότι τα δικαιώματα καθορίζονται εν πολλοίς από τις πολιτισμικές επιταγές και δεν πρέπει να συγκρούονται με τις πολιτισμικές αξίες ή την επικρατούσα θρησκεία.
Οι ακτιβιστικές οργανώσεις έρχονται έτσι σε αντίφαση με τις ίδιες τις καταστατικές αρχές τους της απόλυτης ουμανιστικής καθολικότητας, που στηρίζεται στην ιδεολογική και κρατική ουδετερότητα, αρχές τις οποίες υποτίθεται ότι υπερασπίζονται με τόσο σθένος και πάθος. Φέρονται ωσάν η δράση τους μάλλον να επηρεάζεται από παρωχημένες μαρξιστικές και νεομαρξιστικές ιδεοληψίες, που δαιμονοποιούν τη Δύση και το Ισραήλ, ενώ για έναν ανεξήγητο λόγο παρουσιάζουν σχεδόν πάντοτε ως θύματα τα ισλαμιστικά καθεστώτα όπως το Ιράν και οργανώσεις, όπως, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Πολιτεύονται έτσι παράδοξα και υποκριτικά: αγωνίζονται με πάθος και δικαίως προκειμένου μουσουλμάνες γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ άτομα από το Ιράν, το Αφγανιστάν, την Παλαιστίνη, το Πακιστάν και άλλα κράτη της Διακήρυξης του Καΐρου να λαμβάνουν άσυλο στη Δύση ή στο Ισραήλ, ενώ για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποφεύγουν τις όποιες διαδηλώσεις και την όποια έμπρακτη καταδίκη κατά των καθεστώτων που διώκουν ακριβώς αυτά τα άτομα.
Η εκδήλωση αλληλεγγύης προς τους αμάχους της Γάζας συνιστά μεν πράξη αναγκαία και αξιέπαινη, εντούτοις το συγκεκριμένο σύνθημα κρίνεται εντελώς αδόκιμο, καθώς στερείται οποιασδήποτε θέσης στο εν λόγω πλαίσιο και ουδόλως συμβάλλει στον σκοπό αυτόν: μπορεί κανείς να ζητά κατάπαυση του πυρός, ανθρωπιστική βοήθεια και δίκαιη λύση, χωρίς να στέκεται δίπλα σε οράματα που δεν θα του επέτρεπαν να διαδηλώνει με περηφάνια, όπως διαδηλώνει στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Λονδίνο ή όπου αλλού. Όπως έγραψε ο Michael Ignatieff στο δοκίμιό του «The Cost of Nostalgia» τον Ιούνιο του 2025, αν είχε υπάρξει ένα μη βίαιο παλαιστινιακό κίνημα ελευθερίας, εμπνευσμένο από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μαχάτμα Γκάντι και όχι από τον Γιασέρ Αραφάτ και τις ψευδομαρξιστικές φαντασιώσεις, θα μπορούσε να υπάρχει ήδη παλαιστινιακό κράτος. Κατά τη γνώμη μου, αν οι Παλαιστίνιοι είχαν επιλέξει από την αρχή αυτόν τον δρόμο, το πιθανότερο είναι ότι θα είχαμε σήμερα ειρήνη, δύο κράτη και πολύ λιγότερες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και δεν βλέπω πώς η σημαία του ουράνιου τόξου, ο αγώνας των γυναικών για ισότητα και αυτό το σύνθημα μπορούν να βαδίσουν στον ίδιο δρόμο.
Ήρθε η ώρα οι ακτιβιστές και οι ακτιβίστριες να βρεθούν αντιμέτωποι με τις ευθύνες τους και να αποφασίσουν: πιστεύουν πράγματι στην καθολικότητα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή, λόγω ιδεολογικής στρέβλωσης και μηχανιστικής αναπαραγωγής παγιωμένων ιδεοληψιών, αποδέχονται εντέλει ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξαρτάται από πολιτισμικούς παράγοντες;
«Τα Γαλλάκια έχουν δίκιο». Αυτό υποστηρίζει ο καθηγητής Νικόλας Σεβαστάκης με άρθρο του στη Lifo για τις μαθητικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία. (στη χάρτινη έκδοση της εφημερίδας, ο τίτλος του ίδιου κειμένου είναι: «Πώς κλίνεται ο μέλλοντας»). Ο Σεβαστάκης μιλάει για την ανάδυση ενός «νέο λαού» που «αναμειγνύει αστικούς και λαϊκούς κόσμους». Θεωρεί δηλαδή ότι στους δρόμους αγκαλιάζονται παιδιά διαφορετικών κοινωνικών τάξεων αλλά και διαδηλωτές με υποστηρικτές τους, που είτε δρουν είτε παρακολουθούν τα επεισόδια κι αυτό το θεωρεί «περιεχόμενο και λόγο, απέναντι σε όσους δεν έχουν τίποτα ουσιαστικό να πουν για το μέλλον όλων μας». Γράφει:
Αυτό το είδαμε και από τα πολλά επεισόδια αγαπητικής συναδέλφωσης και εγκαρδίωσης ανάμεσα σε νεαρά άτομα και ηλικιωμένους, στους πυροσβέστες και στους μαθητές, στις παλιές καραβάνες από τα συνδικάτα και σε φοιτητές που μπορεί να προέρχονταν και από τα προνομιούχα περιβάλλοντα των καθολικών σχολείων. Πέρα λοιπόν από τη φυλετική επιμειξία (Mixité), αυτός ο νέος λαός έδειξε να αναμειγνύει αστικούς και λαϊκούς κόσμους, παιδιά με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο και «πιο χύμα» νεολαία, φλωράκια και αλητάκια σε μια σύνθεση που διαθέτει, ωστόσο, περιεχόμενο και λόγο.
Πολύ ωραία και λυρική η διατύπωση του κειμένου του καθηγητή Σεβαστάκη, αλλά μήπως η ώσμωση ανάμεσα στα φλωράκια των προνομιούχων καθολικών σχολείων και τα χύμα αλητάκια κρατάει για λίγο, όσο μια πορεία, και μετά έκαστοι αποσύρονται στους πολύ διαφορετικούς κόσμους τους; Όπως έγραφε ο Αντρέ Μωρουά στην Ιστορία της Γαλλίας:
Πρώτη συνέπεια αυτού του συγκεντρωτισμού υπήρξε η δημιουργία μιας βαθιάς τάφρου μεταξύ της μάζας του λαού και μιας επίλεκτης απομονωμένης τάξης. Σ’ αυτό οφείλεται η βιαιότητα της Επανάστασης, οι αιματηρές αναμνήσεις και, από εκατόν πενήντα χρόνια, μια μεγάλη δυσχέρεια για να πραγματοποιηθεί η ομόνοια της χώρας, εκτός από τις περιπτώσεις εθνικού κινδύνου.
Και αλλού, επίσης ο Μωρουά, συμπληρώνει:
Ως τον πόλεμο του 1939, οι ριζοσπαστικές ή σοσιαλιστικές κυβερνήσεις στη Γαλλία θα προσκρούσουν πάνω στον «τοίχο του χρήματος».
Οπότε τα φλωράκια και τα αλητάκια τα χωρίζει το ιστορικό παρελθόν, το διαφορετικό μέλλον που θα έχουν, έστω και αν επί του παρόντος συμμετέχουν στις ίδιες σχολικές κινητοποιήσεις. Να μην οδηγούμαστε σε wishful thinking.
Κάθε χρόνο βλέπουμε τις βάσεις των φιλοσοφικών σχολών να βυθίζονται και τα τμήματα φιλολογίας να απαξιώνονται. Κάποτε οι φιλολογικές σχολές είχαν βάση υψηλότερη από τις νομικές ενώ τώρα υστερούν ακόμη και των παιδαγωγικών τμημάτων. Ζούμε άραγε τον αργό θάνατο της φιλολογίας, όπως την ξέραμε, ή μπορεί η παρακμή να αντιστραφεί; Με βάση την πολυετή ερευνητική και διδακτική μου εμπειρία σε ξένο πανεπιστήμιο και λαμβάνοντας υπόψη τον ψηφιακό εθισμό και τον νέο ρόλο των πανεπιστημίων παγκοσμίως, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις για το μέλλον των ανθρωπιστικών σπουδών, και ιδιαίτερα της φιλολογίας. Ήδη αρκετοί προβληματίζονται για τις τύχες της φιλολογίας και θέτουν το ερώτημα: τι καθιστά τη φιλολογία μη ελκυστική σήμερα; Το αντικείμενο σπουδών ή η έλλειψη προοπτικών; Πώς η φιλολογία θα συμβαδίσει με την εποχή της; Μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον της φιλολογίας σε μια κοινωνία στην οποία θα κυριαρχούν η κοινωνική δικτύωση και η τεχνητή νοημοσύνη;[1] Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αν παλαιότερα οι ανθρωπιστικές επιστήμες οδηγούσαν την κοινωνία, σήμερα η κοινωνία οδηγεί τις ανθρωπιστικές επιστήμες.
Θα ξεκινήσω με δύο παραδείγματα που αποτυπώνουν με διαφορετικό τρόπο το πρόβλημα. Σε πρόσφατο άρθρο σε ελληνική εφημερίδα διαβάζω τις διαπιστώσεις ελλήνων πανεπιστημιακών ότι οι φοιτητές αγοράζουν λιγότερα βιβλία από κάθε άλλη ομάδα, αποφεύγουν μεγάλα κείμενα και το βιβλίο είναι κάτι ξένο γι’ αυτούς καθώς έχουν συνηθίσει να διαβάζουν στον υπολογιστή ή στο κινητό (Βιρβιδάκη, 2024). Η κουλτούρα της σύντομης διάρκειας κυριαρχεί ενώ το ψηφιακό εκτοπίζει το έντυπο και όλα αυτά απειλούν την ενασχόληση με τα κείμενα, το κατεξοχήν αντικείμενο της φιλολογίας. Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από άρθρο καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας που ήταν καλεσμένη σε Πειραματικό Λύκειο να παρουσιάσει το Τμήμα της. Παρά την προσπάθειά της να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μαθητ(ρι)ών, περιγράφοντας τα νέα αντικείμενα που προσφέρουν οι διδάσκοντες, συνάντησε την παγερή τους αδιαφορία και συνειδητοποίησε, όπως γράφει, τη μεγάλη αλήθεια:
Κανείς δεν μας θέλει, η φιλολογία που ενέπνευσε κόσμο και κόσμο, με τους μεγάλους δασκάλους της, με τους παθιασμένους ερευνητές της, με τα τεράστια (κάποτε) ακροατήριά της, έχει τελειώσει! Το ξέρουμε από καιρό πως κάτι δεν πάει καλά. Οι φοιτητές μας ξαφνικά μειώθηκαν στο μισό, οι αίθουσές μας όχι μόνο επαρκούν, ενώ πριν από μερικά χρόνια ξεχείλιζαν, αλλά είναι και μεγάλες για τα φτενά μας ακροατήρια. Το προηγούμενο εξάμηνο είχα 12 φοιτητές σε μια αίθουσα των 80 – τι παγωμάρα! (Καστρινάκη, 2024 και Λακασάς, 2024).
Αυτές οι διαπιστώσεις, που δεν είναι δικές μου αλλά συναδέλφων, μας αναγκάζουν να αναστοχαστούμε το μέλλον της φιλολογίας στα ελληνικά πανεπιστήμια και να σκεφτούμε αν οι Νεοελληνικές Σπουδές σε πανεπιστήμια του εξωτερικού μπορούν να προσφέρουν την εμπειρία τους καθώς προηγούνται στην αντιμετώπιση σχετικών προβλημάτων. Οι Νεοελληνικές Σπουδές μπορεί να παρουσιάζουν ποικιλία από χώρα σε χώρα και να διαφέρουν από τον τρόπο που διδάσκεται το αντικείμενο στην Ελλάδα και την Κύπρο, προβληματίστηκαν ωστόσο για το μέλλον, την ταυτότητα και τη σχέση τους με άλλα αντικείμενα τις τελευταίες δεκαετίες. Αγωνίστηκαν να προσελκύσουν φοιτητές, να συνομιλήσουν με άλλες επιστήμες και να αποκτήσουν νέα ακροατήρια, ιδιαίτερα στον αγγλόφωνο χώρο.
Ακολούθησαν επίσης μια ανοδική πορεία η οποία τα τελευταία χρόνια μεταβλήθηκε σε καθοδική, όπως και της φιλολογίας. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Αυστραλίας όπου στις δεκαετίες του 1980 και 1990 δημιουργήθηκαν πολλές θέσεις Νεοελληνικών Σπουδών αλλά σήμερα έχουν μείνει ελάχιστες. Άξονας πια δεν είναι τόσο η γλώσσα ή ο σχολιασμός κειμένων όσο το αν, και κατά πόσο, τα πολιτισμικά παράγωγα του παρελθόντος εξακολουθούν να μας αφορούν σήμερα. Αλλά και το εύρος των Νεοελληνικών Σπουδών άλλαξε, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων χωρών. Όπως έλεγε ένας συνάδελφος εξ Αμερικής, οι φοιτητές του ενδιαφέρονται περισσότερο για το μεταναστευτικό πρόβλημα στην Ελλάδα παρά για τον Παρθενώνα. Και τούτο δείχνει πώς τα ενδιαφέροντα έχουν μετατοπιστεί. Ενώ παλαιότερα το αντικείμενο περιοριζόταν στη γλώσσα και στη λογοτεχνία, τη δεκαετία του 1990 διευρύνθηκε και έγινε Σπουδές. Έτσι από Modern Greek έγινε Modern Greek Studies (ή Hellenic Studies στην Αμερική), ακολουθώντας το παράδειγμα των Γαλλικών, Ισπανικών και άλλων Ευρωπαϊκών Σπουδών. Τι σήμαινε όμως αυτή η διεύρυνση του αντικειμένου; Ίσως τη μετάβαση από τον φιλόλογο στο νεοελληνιστή. Και τούτο μας φέρνει στο άλλο ερώτημα: ποιος διεκδικεί την ταυτότητα του νεοελληνιστή ή πώς ορίζεται αυτός σήμερα;
Αν ρωτήσετε κάποιον με αντικείμενο έρευνας την ελληνική γλώσσα ή την ιστορία της νεότερης Ελλάδας θα σας συστηθούν ως γλωσσολόγοι και ιστορικοί. Αμφιβάλλω αν θα αναφερθούν καν στην ιδιότητα του νεοελληνιστή. Ποιος λοιπόν αυτοπροσδιορίζεται ως νεοελληνιστής σήμερα; Αυτός που διδάσκει γλώσσα και λογοτεχνία και προσδιορίζεται κυρίως με την ιδιότητα του φιλολόγου ή μήπως η ιδιότητα του νεοελληνιστή καλύπτει κάτι ευρύτερο από αυτή του φιλολόγου, όπως συμβαίνει και με την έννοια του κλασικιστή (classicist) ή του βυζαντινολόγου (Byzantinist);
Οι νεοελληνικές σπουδές δεν προβάλλουν μόνο τον ελληνικό πολιτισμό εκτός Ελλάδας αλλά βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση για το μέλλον τους και το ρόλο τους στον ακαδημαϊκό χώρο. Δείτε πόσα άρθρα έχουν γραφτεί στα αγγλικά και στα ελληνικά για τις προοπτικές τους τα τελευταία χρόνια.[2] Από αυτή την άποψη θα μπορούσαν να αποτελέσουν μοντέλο για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, ώστε να επανεξετάζουν διαρκώς τη θέση τους στην ανώτατη εκπαίδευση. Επίσης τα Νεοελληνικά τμήματα της Αγγλίας τροφοδότησαν με διδάσκοντες/ουσες αρκετά ελλαδικά και κυπριακά πανεπιστήμια και έτσι υπήρχε ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των τμημάτων φιλολογίας και των Νεοελληνικών εδρών του εξωτερικού. Είναι αξιοσημείωτο ότι όλα τα τμήματα φιλολογίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο είχαν και έχουν κάποιον ή κάποια που εκπόνησε τη διατριβή του/της σε Νεοελληνικό Τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Τώρα δυστυχώς αυτός ο σύνδεσμος σταδιακά εκλείπει με την άνοδο των διδάκτρων, τη συρρίκνωση των νεοελληνικών εδρών και με τη μη αντικατάσταση των διδασκόντων.
Περνούμε πλέον σε μια νέα φάση καθώς η τάση στον αγγλοσαξονικό πανεπιστημιακό χώρο είναι προς ευρύτερα αντικείμενα και οι προκηρύξεις θέσεων ακολουθούν ανάλογες τάσεις. Η διαπίδυση μεταξύ αντικειμένων είναι επίσης όλο και πιο συχνή με πολιτικούς επιστήμονες και ανθρωπολόγους να διεκδικούν θέσεις σε τμήματα ιστορίας, ενώ τα όρια φιλολογίας και ιστορίας στις κλασικές και τις βυζαντινές σπουδές έχουν σχεδόν καταργηθεί. Οι Νεοελληνικές Σπουδές επίσης θεωρούνται ένα στενό αντικείμενο, που δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί και να συμπράξει με κάτι άλλο (όπως για παράδειγμα οι Βυζαντινές με τις Μεσαιωνικές Σπουδές), και έχει ανάγκη να διευρύνει τους ορίζοντές του πέραν της φιλολογίας. Αλλά ούτε οι ευρωπαϊκές σπουδές προσφέρουν ασφαλέστερο καταφύγιο, γιατί και εκεί ισχύει η ιεραρχία ισχυρών και μικρών γλωσσών, ενώ η δυναμική στροφή προς την Κίνα και την Ινδία καθιστούν και τις Ευρωπαϊκές σπουδές ευάλωτες στην ακαδημαϊκή παγκοσμιοποίηση.
Από την άλλη πλευρά βλέπουμε αξιόλογες μελέτες για τη σύγχρονη Ελλάδα από ανθρωπολόγους, αρχαιολόγους, θεατρολόγους, κλασικιστές, μουσικολόγους, ειδικούς στον κινηματογράφο ή τη μετάφραση που δεν ανήκουν σε τμήματα ή κέντρα Νεοελληνικών Σπουδών αλλά είναι ενταγμένοι σε άλλα τμήματα. Προβλέπω ότι στο μέλλον η μελέτη της νεότερης Ελλάδας στο εξωτερικό δεν θα είναι επικεντρωμένη σε τμήματα ή έδρες Νεοελληνικών Σπουδών αλλά θα είναι διασκορπισμένη και θα ασκείται κυρίως από μεμονωμένους επιστήμονες που θα ανήκουν σε διαφορετικά τμήματα και γνωστικά αντικείμενα. Αυτό σημαίνει το τέλος της φιλολογίας ή το άνοιγμά της σε άλλους χώρους;
Η εμπειρία των Νεοελληνικών Σπουδών ανά τον κόσμο θα πρέπει να μας προβληματίσει για το μέλλον της φιλολογίας στην Ελλάδα και να δείξει νέους δρόμους σε πολλούς τομείς. Για παράδειγμα, ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν Εταιρείες Νεοελληνικών Σπουδών, οι οποίες συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή που έχει ομοσπονδιακό χαρακτήρα, ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος διαθέτουν εθνικές εταιρείες. Αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα fora για να συζητηθούν οι μελλοντικές τύχες της φιλολογίας και να προσφέρουν μια οργανωτική βάση για συντονισμένες δράσεις ή επιστημονικά συνέδρια. Επίσης διεθνή peer-review περιοδικά δεν κυκλοφορούν για τη Νεοελληνική Φιλολογία ενώ στα αγγλικά κυκλοφορούν τρία έγκυρα με ευρύτατη γκάμα άρθρων: Journal of Modern Greek Studies, Byzantine and Modern Greek Studies, Journal of Greek Media & Culture.
Αυτά όμως δεν αρκούν για να προσελκύσουν μη ελληνικής καταγωγής νέους μελετητές στο αντικείμενο. Οι ξένοι νεοελληνιστές προσκόμιζαν μια άλλη παιδεία και διαφορετική ματιά πάνω στον ελληνικό κόσμο που βαθμιαία εκλείπει. Ας μην ξεχνούμε ότι σε ξένους μελετητές οφείλουμε δύο από τις τέσσερις ιστορίες της ελληνικής λογοτεχνίας, γραμματικές της νεοελληνικής γλώσσας, βιογραφίες του Σεφέρη, του Καζαντζάκη και του Καβάφη (ένα είδος μέχρι πρόσφατα παραμελημένο στην Ελλάδα). Από δύο αγγλόφωνες εκδόσεις τη δεκαετία του 1990 ξεκίνησε και στην Ελλάδα η συζήτηση περί μοντερνισμού με βάση τα αγγλοσαξονικά δεδομένα (Layoun 1990, Tziovas 1997). Ας σημειωθεί ακόμη ότι τα πρώτα συνέδρια για τη δεκαετία του 1940 έγιναν το 1978 στην Ουάσιγκτον και στο Λονδίνο και το πρώτο συνέδριο αποκλειστικά για τον εμφύλιο στη Δανία το 1984, ενώ έπρεπε να περάσει πάνω από μια δεκαετία για να γίνει κάτι αντίστοιχο στην Αθήνα το 1995.[3] Επίσης αρκετά νέα θεωρητικά ρεύματα δεξιώθηκαν στην Ελλάδα με τη συμβολή νεοελληνιστών του εξωτερικού. Τώρα με την αποδυνάμωση των Νεοελληνικών Σπουδών εκτός Ελλάδος, η εγχώρια φιλολογία στερείται ενός ανατροφοδοτικού διαύλου που έφερνε νέες προσεγγίσεις, προκαλούσε διαμάχες ή οργάνωνε διαφορετικού τύπου διεθνή συνέδρια. Η νεοελληνική φιλολογία στερείται σταδιακά ενός αρωγού και συνομιλητή.
Ενώ γράφτηκαν και γράφονται, όπως ανέφερα, πολλά άρθρα για τις τύχες και την πορεία των Νεοελληνικών Σπουδών ανά τον κόσμο, για το μέλλον της φιλολογίας εν Ελλάδι δεν γίνεται κάποια δημόσια συζήτηση. Απουσιάζει η αναστοχαστική διάθεση και η επανεξέταση των στόχων των Φιλοσοφικών Σχολών. Εκτός από μια ημερίδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα «Η Νεοελληνική Φιλολογία και οι προσκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος» (9 Δεκεμβρίου 2022), δεν γνωρίζω άλλες προσπάθειες που να θέτουν το ζήτημα ή να κάνουν κάποιες προτάσεις για να αντιστραφεί το αρνητικό κλίμα. Σχεδόν όλοι περιορίζονται στη θλιβερή διαπίστωση ότι κάποτε η Φιλοσοφική Σχολή ήταν η πρώτη στις προτιμήσεις των φοιτητών και τώρα είναι σχεδόν τελευταία. Για να προχωρήσουμε όμως θα πρέπει να εντάξουμε τη συζήτηση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σχετικά με την εξέλιξη του Πανεπιστημίου στον δυτικό κόσμο.
Συνηθίσαμε να θεωρούμε το Πανεπιστήμιο ως κάτι ενιαίο και να μην τονίζουμε τις διαφορετικές κατευθύνσεις του. Πέρα από την κλασική διάκριση θετικών και ανθρωπιστικών/κοινωνικών επιστημών, στο σύγχρονο πανεπιστήμιο θα διέκρινα τρεις τάσεις: την ανθρωπιστική, τη χρησιμοθηρική/ωφελιμιστική και τη ριζοσπαστική. Η πρώτη επιμένει στην αυτοτέλεια και την αναπαραγωγή της γνώσης και είναι στραμμένη στο παρελθόν, η δεύτερη στη διαχείριση και την κοινωνική απήχηση της γνώσης και η τρίτη στην αμφισβήτηση και στον ακτιβισμό της γνώσης. Οι λέξεις κλειδιά για τη χρησιμοθηρική είναι impact, δεξιότητες και διασύνδεση, ενώ η τρίτη τάση εκδηλώνεται κυρίως σε αμερικανικά πανεπιστήμια με άξονα το κίνημα black lives matter, τη woke ατζέντα και ζητήματα αποικιοκρατίας, φύλου και τάξης (Λαμπρόπουλος, 2024). Ο ακτιβισμός της τρίτης τάσης εξωθεί συχνά προέδρους αμερικανικών πανεπιστημίων σε παραίτηση και ευνοεί μεγάλα ερευνητικά προγράμματα με αντικείμενο τον φυλετισμό στις κλασικές σπουδές.[4] Πρόσφατα, σάλος προκλήθηκε στη Βρετανία όταν φοιτητές/τριες που παρακολουθούσαν το μάθημα για τις «Γυναίκες στον Όμηρο» ενημερώθηκαν ότι μπορεί να βρουν το περιεχόμενο του μαθήματος «άβολο και προκλητικό» λόγω των αναφορών στη βρεφική θνησιμότητα, το βιασμό και τη σεξουαλική βία.[5]
Η φιλολογία αντιμετωπίζει έναν διχασμό ανάλογο με αυτόν της ποίησης, που ανέδειξε η συζήτηση περί αριστερής μελαγχολίας, δηλαδή το δίλημμα μεταξύ αισθητικής φόρμας και εξεγερσιακής ή αμφισβητησιακής πράξης. Στην περίπτωση της φιλολογίας τι προέχει; Ο γραμματολογικός φορμαλισμός ή ο πολιτισμικός συγχρονισμός; Όπως η αισθητική απόλαυση της τέχνης και της λογοτεχνίας αφενός βάλλεται από τις χρησιμοθηρικές εφαρμογές και αφετέρου αναιρείται από τον ριζοσπαστικό ακτιβισμό, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την έρευνα και τη γνώση.[6] Είναι γνωστό ότι όλα τα ερευνητικά προγράμματα πρέπει να αποδεικνύουν τον κοινωνικό τους αντίκτυπο και με βάση αυτό αξιολογούνται. Όλα είναι impact! Αφετηρία πια δεν είναι το παρελθόν αλλά το κοινωνικό παρόν. Διατυμπανίζουμε την αποσύνδεση των ανθρωπιστικών σπουδών από τον ωφελιμισμό αλλά μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε αυτή την αποσύνδεση; Να συμφιλιώσουμε δηλαδή την επιστήμη με την κατάρτιση; Να κάνουμε τους φοιτητές να πιστέψουν ότι το πανεπιστήμιο θα βελτιώσει δραστικά τη ζωή τους;
Ανήκοντας στην πρώτη τάση η φιλολογία τονίζει την αυτοτέλεια της γνώσης και την αισθητική αυτοαναφορικότητα αλλά καλείται να κάνει το άλμα προς τις δύο άλλες τάσεις. Δηλαδή να αναδείξει την κοινωνική της χρησιμότητα και τη στροφή της στο παρόν. Και αυτό μπορεί να το κάνει με διάφορους τρόπους: με την ψηφιακή τεχνολογία, με την κριτική θεωρία ή με τον νέο κλάδο της κλασικής πρόσληψης (classical reception), που αναζωογόνησε τις Κλασικές Σπουδές. Η πρόσληψη του αρχαίου κόσμου στον σύγχρονο προσφέρει κάποια δυνατότητα επανασύνδεσης Νεοελληνικών, Βυζαντινών και Κλασικών Σπουδών, αλλά μπορεί και να δείξει τη σημασία του αρχαίου κόσμου στη σύγχρονη εποχή. Το ζητούμενο είναι πώς η φιλολογία από ανθρωπιστική θα γίνει και κοινωνική επιστήμη και από κειμενοκεντρική θα γίνει πολιτισμοκεντρική. Πώς δηλαδή θα κάνει ένα βήμα ανάλογο με αυτό που έγινε από τη στενότητα και την προσκόλληση στο παρελθόν του Modern Greek στην ευρύτητα και την παροντικότητα του Modern Greek Studies.
Πέρα από αυτό το γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο, πρέπει να δούμε το ζήτημα και πιο πρακτικά. Έως τώρα η προσοχή στρεφόταν στο πώς διοικείται το ελληνικό πανεπιστήμιο ή στις βάσεις εισαγωγής και όχι τόσο στο αν και πώς αλλάζει το αντικείμενο της φιλολογίας ή άλλα προγράμματα σπουδών. Η προσέγγιση ήταν από πάνω προς τα κάτω και όχι το αντίστροφο. Να δούμε δηλαδή τι και πώς διδάσκεται. Από την εμπειρία μου με έλληνες μεταπτυχιακούς από διάφορα τμήματα φιλολογίας, αυτοί δεν υστερούν σε γνώσεις όσο στην ανάπτυξη κριτικού και δομημένου λόγου. Η από καθέδρας διδασκαλία και τα τρίωρα μαθήματα σε αχανή ακροατήρια είναι απαραίτητο να παραχωρήσουν τη θέση τους σε μικρότερης διάρκειας σεμιναριακά μαθήματα με μικρές ομάδες φοιτητών. Αυτές θα ερευνούν και θα παρουσιάζουν συγκεκριμένα θέματα, έχοντας προηγουμένως κάνει επισταμένη βιβλιογραφική έρευνα και συνεργατική συζήτηση.
Το μέλλον της φιλολογίας και των συναφών πανεπιστημιακών τμημάτων βρίσκεται αφενός στην ανάπτυξη μεταβιβάσιμων δεξιοτήτων (transferable skills), μαθαίνοντας τους φοιτητές να σκέφτονται και να γράφουν τεκμηριωμένα και επιχειρηματολογημένα, αφετέρου στο συνδυασμό της με άλλα αντικείμενα (γλώσσες, τέχνη, δημιουργική γραφή, μουσική, τεχνολογία και –φυσικά– ιστορία, αρχαιολογία και φιλοσοφία).[7] Σε αυτό βέβαια μειονεκτούν τα περιφερειακά πανεπιστήμια καθώς δεν διαθέτουν τμήματα ξένων γλωσσών, ενώ η χώρα δυστυχώς έχει μόνο δύο τμήματα αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας και όχι αγγλικών ή αμερικανικών σπουδών (κενό που μάλλον θα καλύψουν τα μη κρατικά πανεπιστήμια).[8]
Δεδομένου ότι σήμερα δεν ευσταθεί πλέον ο ισχυρισμός «ολοκλήρωσε τις σπουδές της/του», πιθανόν πρέπει να σκεφτούμε ένα τριετές προπτυχιακό και ένα διετές μεταπτυχιακό, κάτι βέβαια που προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση. Έξι χρόνια είναι πολλά σε μια εποχή που απαιτεί συνεχή εκπαίδευση, ενώ σε άλλες χώρες τα προγράμματά τους διαρκούν συνολικά τέσσερα (Κιντή, 2025). Σκέφτομαι ότι το προπτυχιακό θα μπορούσε να μην είναι αμιγώς φιλολογικό αλλά θα επέτρεπε την επιλογή και τον συνδυασμό διαφόρων μαθημάτων και θα ήταν περισσότερο ένα ευέλικτο πρόγραμμα πολιτισμού, ιστορίας και επικοινωνίας.[9] Οι απόφοιτοί του θα μπορούσαν να απασχοληθούν σε ποικίλες θέσεις εργασίας και θα ήταν βασισμένο στην ελευθερία της δημιουργικότητας και στην κριτική σκέψη παρά στη γνώση. Αντίθετα, το διετές μεταπτυχιακό, βασισμένο στην εξειδικευμένη φιλολογική, ιστορική ή γλωσσολογική γνώση ανάλογα με την κατεύθυνση, θα προετοίμαζε εκπαιδευτικούς και θα οδηγούσε σε διορισμό χωρίς εξετάσεις αλλά με βάση την επίδοση. Κάτι τέτοιο θα αντιμετώπιζε την πληθώρα και την ανεργία των αποφοίτων των τμημάτων φιλολογίας, δίνοντας τη δυνατότητα στους αποφοίτους του προπτυχιακού να αναζητούν ποικίλου τύπου απασχόληση και στους αποφοίτους του μεταπτυχιακού ευκολότερη και πιο αξιοκρατική πρόσβαση στην εκπαίδευση. Αυτό το σύστημα θα βελτίωνε την ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού, προσελκύοντας καλύτερους μεταπτυχιακούς φοιτητές με υψηλότερη βαθμολογία εισαγωγής. Κάπως έτσι η φιλολογία θα μπορέσει να ανταγωνιστεί την ψυχολογία ή άλλα αντικείμενα στις προτιμήσεις των υποψηφίων φοιτητών. Ας μην ξεχνούμε ότι λόγω του δημογραφικού ο αριθμός των διοριζόμενων καθηγητών θα βαίνει στο μέλλον μειούμενος.
Αλλά κάτι τέτοιο δεν αρκεί. Πρέπει να αλλάξουν νοοτροπία και οι εργοδότες και να εκπαιδεύουν τους αποφοίτους. Στην Αγγλία πολλοί απόφοιτοι Νεοελληνικών Σπουδών εύρισκαν εργασία σε θέσεις άσχετες με τα ελληνικά. Απλώς οι εργοδότες θεωρούσαν ότι έχουν τις δεξιότητες και με ολιγόμηνη κατάρτιση θα μπορούσαν να απασχοληθούν σε διάφορες εργασίες. Έτσι αρκετοί απόφοιτοι ανθρωπιστικών σπουδών, ακόμη και Έλληνες, βρήκαν εργασία σε διάφορους τομείς από τράπεζες μέχρι κοινωνικές υπηρεσίες. Τέτοια εργοδοτική νοοτροπία δεν υπάρχει στην Ελλάδα και επομένως τα Πανεπιστήμια και τα τμήματα φιλολογίας θα χρειαστεί να την απαιτήσουν από την αγορά και να την προωθήσουν.
Οφείλω δύο λόγια και για την έρευνα και τη διεθνοποίηση των πανεπιστημίων. Στον τομέα της φιλολογίας και των ανθρωπιστικών σπουδών, το ασφαλέστερο κριτήριο αξιολόγησης είναι οι βιβλιοθήκες. Μπορεί στις θετικές επιστήμες να προέχουν τα εργαστήρια, τα ηλεκτρονικά περιοδικά και τα citation indexes, αλλά για τις ανθρωπιστικές απαιτούνται ενημερωμένες βιβλιοθήκες. Δυστυχώς, οι βιβλιοθήκες πολλών ελληνικών πανεπιστημίων δεν επαρκούν για σοβαρή έρευνα, ενώ κάποιες του εξωτερικού είναι πιο ενημερωμένες ακόμη και σε ελληνικά βιβλία. Χωρίς βιβλιοθήκη, πλούσια ακόμη και σε ελληνικά βιβλία, δεν θα μπορούσαν να εκπονηθούν τόσες διατριβές στο Πανεπιστήμιό μου.
Αν, για παράδειγμα, συμβουλευτεί κανείς το Worldcat catalogue, που δείχνει σε ποιες βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο υπάρχει κάποιο βιβλίο, θα διαπιστώσει ότι βιβλία που αφορούν την Ελλάδα και έχουν δημοσιευτεί από ξένους εκδοτικούς οίκους υπάρχουν σε βιβλιοθήκες από τη Σουηδία μέχρι την Τουρκία αλλά όχι σε ελληνικές. Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, κατά ομολογία του Προέδρου του Εφορευτικού της Συμβουλίου, έχει να παραγγείλει νέα βιβλία εδώ και πολλά χρόνια ενώ ο προϋπολογισμός των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών είναι απαράδεκτα περιορισμένος (Ζουμπουλάκης, 2024). Πώς με αυτές τις βιβλιοθήκες μπορεί να γίνει έρευνα διεθνούς επιπέδου; Πώς η φιλολογία θα είναι σε θέση να πληροί τα διεθνή κριτήρια αξιολόγησης όπως η ακαδημαϊκή φήμη, η έρευνα, οι δημοσιεύσεις, οι αναφορές, η ποιότητα διδασκαλίας και η απασχολησιμότητα των αποφοίτων;
Τέλος, οι νεοελληνικές σπουδές στο εξωτερικό συχνά στηρίχτηκαν σε χορηγίες για να δημιουργηθούν νέες έδρες, να προσφερθούν υποτροφίες και να προωθηθεί η έρευνα. Έτσι έχουμε έδρες Κοραή, Καβάφη, Σεφέρη, που ιδρύθηκαν από χορηγίες· καλό θα ήταν και οι φιλοσοφικές σχολές στην Ελλάδα να επιδιώξουν τη στήριξη του έργου τους με μεταπτυχιακές και μεταδιδακτορικές υποτροφίες από χορηγούς και Ιδρύματα, ενισχύοντας έτσι την απήχησή τους και την προσέλκυση λαμπρών ερευνητών. Για παράδειγμα, στο Πανεπιστήμιό μου είχαμε ιδρύσει πανεπιστημιακή θέση για Κυπριακές Σπουδές για τρία χρόνια με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Λεβέντη, το οποίο μας χορήγησε για αρκετά χρόνια και υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε πολλούς Έλληνες/ίδες και Κύπριους/ες φοιτητές/τριες να συνεχίσουν τις σπουδές τους και να εκπονήσουν διδακτορικές διατριβές. Γιατί να μην υπάρχουν υποτροφίες ή έδρες που να φέρουν το όνομα ελλήνων λογίων και λογοτεχνών με fundraising από Ιδρύματα και αποφοίτους, οι οποίες μπορούν να προσελκύσουν αξιόλογους νέους επιστήμονες και φοιτητές;
Φυσικά υπάρχουν διαφορές μεταξύ των Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού και των φιλολογικών τμημάτων στην Ελλάδα, ο διάλογός τους όμως μπορεί να συμβάλει να επιβιώσουν σε ένα απαιτητικό και ανταγωνιστικό ακαδημαϊκό περιβάλλον. Οι Νεοελληνικές Σπουδές μπορούν να δείξουν το δρόμο για τη διεθνοποίηση της ελληνικής φιλολογίας (ιδιαίτερα της νεότερης) καθώς το μέλλον της θα εξαρτηθεί και από το αν τα καταφέρει να ξεφύγει από τα στενά της όρια και να κάνει και άλλες επιστήμες να ενδιαφερθούν για τα πορίσματά της. Να γίνει όσο το δυνατόν διεπιστημονική, να αξιοποιήσει τις διεθνείς θεωρητικές εξελίξεις και να εκφράσει σύγχρονους προβληματισμούς, διεκδικώντας το χώρο του πολιτισμού και της πολιτισμικής ανάλυσης και μη περιοριζόμενη στην επικράτεια των κειμένων.[10] Για να αναζωογονηθεί η φιλολογία πρέπει να προέχει η μέθοδος και όχι η γνώση, η θεωρία και όχι η γραμματολογία, η πολιτισμική ανάλυση και όχι η κειμενική λεπτομέρεια. Έχω επίγνωση ότι μια τέτοια πρόταση μπορεί να ενοχλεί αλλά πρέπει να σκεφτούμε εκτός πλαισίου, αν θέλουμε να αποφύγουμε τον αργό θάνατο της φιλολογίας ως διδακτικού αντικειμένου. Αντί δηλαδή να θρηνούμε το τέλος των ανθρωπιστικών σπουδών ας αναζητήσουμε νέους δρόμους και ας δούμε τις Νεοελληνικές Σπουδές ως οδοδείκτη για το πώς η φιλολογία θα περάσει από τη γραμματολογία στην πολιτισμολογία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνόγλωσση
Ιφιγένεια Βιρβιδάκη (2024), «650 σελίδες; Αποκλείεται…», Το Βήμα, 20 Οκτωβρίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4n2AtUM
Αρίστος Δοξιάδης (2024), «Έχουν μέλλον οι φιλόλογοι;», Η Καθημερινή, 14 Ιουλίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: bit.ly/3JDou1z
Σταύρος Ζουμπουλάκης (2024), «Τριάντα χρόνια η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν είχε αγοράσει ένα βιβλίο», συνέντευξη στη Μαριλένα Αστραπέλλου, ΒΗΜΑgazino, 8 Φεβρουαρίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4i1zdiQ
Αγγέλα Καστρινάκη (2024), «Αιχμάλωτα ακροατήρια και ιδιωτικά πανεπιστήμια», Τα Νέα, 9 Μαρτίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/3JDQXEw
Βάσω Κιντή (2025), «Βαρέα προγράμματα, ακίνητα ΑΕΙ», Η Καθημερινή, 8 Ιουνίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/41IpR5j
Απόστολος Λακασάς (2023), «Ο νεοελληνικός μύθος ξεθωριάζει διεθνώς» , Η Καθημερινή, 13 Οκτωβρίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4ndz5il
Απόστολος Λακασάς (2024), «Μήπως είναι τραγουδιστής ο Ευριπίδης;» Η Καθημερινή, 31 Μαΐου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4lYGRvt
Απόστολος Λακασάς (2025), «Πληθωρισμός και υποτίμηση για φιλολόγους», Η Καθημερινή, 3 Αυγούστου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4mA3NlG
Βασίλης Λαμπρόπουλος (2024), «Στόχος το ριζοσπαστικό πανεπιστήμιο», Το Βήμα, 5 Μαΐου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/3I0pQmu
Μαρία Α. Στασινοπούλου (2024), «Οι Νεοελληνικές Σπουδές σε σταυροδρόμι», Το Βήμα, 10 Νοεμβρίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/41uatJH
Βασιλική Χρυσοστομίδου (2025), «Η παρακμή των σχολών Φιλολογίας: Οι νέοι γυρνούν την πλάτη στις θεωρητικές σχολές», Πρώτο Θέμα, 25 Αυγούστου διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/47gR6HL
Ξενόγλωσση
Lars Baerentzen, John O. Iatrides, Ole L. Smith (επιμ.) (1987), Studies in the history of the Greek Civil War 1945-1949, Museum Tusculanum Press, Κοπεγχάγη
Maria Boletsi & Dimitris Papanikolaou (2020), ‘Why Rethink Modern Greek Studies Today: Notes from the Front of Cultural Analysis’, 5 June, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/3JyNzLc
Yannis Hamilakis (2015), ‘Response: Politicizing Modern Greek Studies’, Journal of Modern Greek Studies, 33 (1) 67-72
John Ο. Iatrides (επιμ.) (1981), Greece in the 1940s: a nation in crisis, University Press of New England, Hanover
Mary N. Layoun (επιμ.) (1990), Modernism in Greece?: essays on the critical and literary margins of a movement, Pella, Νέα Υόρκη
Marion Sarafis (επιμ.) (1980), Greece: From Resistance to Civil War, Spokesman, Nottingham
Dimitris Tziovas (επιμ.), (1997), Greek Modernism and Beyond, Rowman & Littlefield, Lanham, MD, Οξφόρδη
Tziovas Dimitris (2016), ‘The study of modern Greece in a changing world: fading allure or potential for reinvention?’, Byzantine and Modern Greek Studies, 40 (1) 114-125
Εκδοχές αυτού του κειμένου εκφωνήθηκαν κατά την αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (5 Μαρτίου 2025) και στο συνέδριο «Ανθρωπιστικές σπουδές και εκπαίδευση στον 21ο αιώνα», 26-27 Σεπτεμβρίου 2025, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
[1] Βλ. Δοξιάδης (2024), Λακασάς (2025), Χρυσοστομίδου (2025) και το αφιέρωμα των Νέων Εποχών με θέμα «Η κρίση των φιλολογικών σπουδών» με κείμενα Αναστασίας Νάτσινα, Κατερίνας Κωστίου και Ιωάννας Καραμάνου (Το Βήμα, 14 Σεπτεμβρίου 2025).
[2] Tziovas (2016), Boletsi & Papanikolaou (2020), Λακασάς (2023), Στασινοπούλου (2024), και «Οι ελληνικές σπουδές σήμερα στον κόσμο», Τα Νέα-Σαββατοκύριακο, 24-25 Μαΐου 2025.
[3] Βλ. Sarafis (1980), Iatrides (1981), Baerentzen et. al. (1987).
[4] Το Mellon Foundation χορήγησε ένα εκατομμύριο δολάρια σε δύο πανεπιστημιακούς από το Princeton και το Brown για ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα «Racing the Classics». Βλ. σχετικά https://bit.ly/3V8kwAE.
[5] Βλ. “Homer’s Iliad and Odyssey hit with trigger warnings by university for ‘distressing’ content”, The Telegraph, 29 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στο: https://bit.ly/4gfZGsx.
[6] Μια εκδήλωση ριζοσπαστικού ακτιβισμού στο χώρο των Νεοελληνικών Σπουδών αποτελεί το σύντομο άρθρο του Γ. Χαμηλάκη: Hamilakis (2015).
[7] Σύμφωνα με έρευνες, ένας στους πέντε πρόσφατους αποφοίτους ελληνικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα θεωρούνται λειτουργικά αναλφάβητοι.
[8] Μόνο το Πανεπιστήμιο Κύπρου διαθέτει Τμήμα Αγγλικών Σπουδών.
[9] Τα Λατινικά, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να περιοριστούν σε μεταπτυχιακό επίπεδο και σε προπτυχιακό να αντικατασταθούν από μία ή δύο σύγχρονες γλώσσες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο καθηγητής κλασικής φιλολογίας και ακαδημαϊκός Αντώνης Ρεγκάκος σε συνέντευξή του επισημαίνει: «Πρέπει να σταματήσουν να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στα σχολεία ως γλώσσα και πλέον να διδάσκονται στον κύριο όγκο των μαθητών ως πολιτισμός, λογοτεχνία, φιλοσοφία, ρητορική, ιστοριογραφία. Όλα τα σημαντικά αρχαία κείμενα, αλλά όχι στην πρωτότυπη γλώσσα, την οποία, ας μην κρυβόμαστε, λίγοι μπορούν και θέλουν να καταλάβουν», Η Καθημερινή, 9 Νοεμβρίου 2025, 41, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4u6M1Kf.
[10] Υπάρχει βέβαια και ο κίνδυνος η διεπιστημονική εξάπλωση σε διάφορα πεδία να οδηγήσει στην απώλεια διακριτής ταυτότητας. Να είναι δηλαδή λίγο από όλα αλλά και τίποτε ξεχωριστό, καθιστώντας το αντικείμενο μη εύκολα υπερασπίσιμο και ανανεώσιμο όσον αφορά νέες θέσεις εργασίας, γιατί έχει διαχυθεί προς πολλές κατευθύνσεις.
Είμαι βέβαιος ότι ως λαός αλλά και πολύ περισσότερο ως πολιτικό σύστημα, έχουμε ακόμα πολλές «αναπηρίες». Μία από αυτές, από τις πιο σημαντικές μάλιστα, είναι να αποφεύγουμε με κάθε τρόπο να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια. Δεν είμαι βέβαιος τι από τα δύο συμβαίνει: αποφεύγουμε να κοιτάζουμε κατάματα την αλήθεια για να μη βλέπουμε και τις ευθύνες μας ώστε να μην τις αναλαμβάνουμε, ή αντίθετα επειδή δεν θέλουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας αποφεύγουμε να κοιτάζουμε την αλήθεια, επιχειρώντας πάντα να τις ρίχνουμε στους άλλους; Το αποτέλεσμα όμως και στις δυο περιπτώσεις είναι το ίδιο.
Αναμενόμενο λοιπόν είναι να επαναληφθεί αυτό επ’ ευκαιρία και των δηλώσεων της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στα Σκόπια, στο πλαίσιο επίσκεψής της στο γειτονικό κράτος, όπου στη συνέχεια διάφοροι πολιτικοί μας, όπως οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, Γιάννης Μανιάτης και Σάκης Αρναούτογλου, και της ΝΔ Μανώλης Κεφαλογιάννης, η Ευρωομάδα του ΚΚΕ και φυσικά ο Αντώνης Σαμαράς, έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για την αναφορά της σε «μακεδονική γλώσσα», «μακεδονική ταυτότητα» και «μακεδονικό πολιτισμό», ως προκλητικές, ανιστόρητες χωρίς να συνοδεύονται από γεωγραφικό προσδιορισμό κ.λπ.
Είναι όμως έτσι; Κατηγορηματικά όχι βέβαια και να γιατί:
Είπε λοιπόν η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τα Σκόπια:
Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι η μακεδονική κουλτούρα και γλώσσα μπορούν μόνο να κάνουν την Eνωσή μας πλουσιότερη.
Πιο προσεκτική και πιο ακριβής δήλωση από πολιτικό δεν μπορούσε να γίνει. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, η πρόεδρος της Κομισιόν Φον Ντερ Λάιεν, με τα παραπάνω λόγια της, απέδωσε τη Συμφωνία των Πρεσπών όπως ακριβώς είναι και όπως ακριβώς διαλαμβάνονται σ’ αυτή τα σχετικά ζητήματα και οι σχετικοί όροι. Και για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ιδού οι επίμαχες διατάξεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως αυτές διαπραγματεύτηκαν και συνδιατυπώθηκαν από τους αρχιδιαπραγματευτές της ελληνικής πλευράς, τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, υπογράφτηκαν από τον τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά υπό τα πλατιά χαμόγελα των Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάε και υπερψηφίστηκαν από την Ελληνική Βουλή ως Νόμος 4588/2019 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 9/25.1.2019 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με προβλεπόμενη ισχύ ως Συμφωνία των Πρεσπών από 12/2/2019 (με πρώτο μέρος την Ελλάδα και δεύτερο μέρος την πρώην ΠΓΔΜ):

Άρθρο 1. α) Το επίσημο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» […] Το σύντομο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Βόρεια Μακεδονία». β) Η ιθαγένεια του Δεύτερου Μέρους θα είναι Μακεδονική / πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, και θα εγγράφεται έτσι σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα. γ) Η επίσημη γλώσσα του Δεύτερου Μέρους θα είναι η «Μεκεδονική γλώσσα», όπως αναγνωρίστηκε από την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων, που διεξήχθη στην Αθήνα το 1977*, και περιγράφεται στο Άρθρο 7 (3) και (4) της παρούσας Συμφωνίας. δ) Οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» έχουν την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 7 της παρούσας Συμφωνίας.
Και το
Άρθρο 7. 1. Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά. 2. Όταν γίνεται αναφορά στο Πρώτο Μέρος με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνον η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους, αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά της περιοχής αυτής από την αρχαιότητα έως σήμερα. 3. Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 7(2). 4. Το Δεύτερο Μέρος σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα του, η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην ομάδα των νότιων Σλαβικών γλωσσών. Τα Μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου μέρους.
Τι είπε λοιπόν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν; Αποκάλεσε το γειτονικό κράτος Βόρεια Μακεδονία. Σωστά, σωστότατα, αφού, όπως βλέπουμε παραπάνω, αυτό ακριβώς συμφωνήθηκε και από την ελληνική πλευρά. Αντίθετα, θα υπήρχε πρόβλημα εάν η κ. Φον ντερ Λάιεν το αποκαλούσε σκέτο Μακεδονία, πράγμα το οποίο όμως δεν έκανε.
Ανέφερε στη συνέχεια τη «μακεδονική κουλτούρα και γλώσσα». Και πάλι πολύ σωστά, αφού όπως βλέπουμε παραπάνω αυτό συμφωνήθηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών από τους κ. Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Κοτζιά, και επικυρώθηκε στη συνέχεια, με τον τρόπο που επικυρώθηκε, από το Ελληνικό Κοινοβούλιο: σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. α) η ιθαγένεια των πολιτών του γειτονικού κράτους θα είναι σκέτο «Μακεδονική» και την παρ. β) Η επίσημη γλώσσα του γειτονικού κράτους θα είναι η «Μακεδονική γλώσσα» και
γ) Αναφέρθηκε επίσης η κ. Φον ντερ Λάιεν σε «ταυτότητα», αν και δεν την ονομάζει ρητά ως μακεδονική. Την ονομάζει ρητά ως Μακεδονική όμως το παραπάνω άρθρο 7 παρ. 3 της Συμφωνίας, αφού όπως λέει:
Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» […]. Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά.
Τι είναι όλα τα παραπάνω αν δεν είναι η «ταυτότητα» των κατοίκων του Δεύτερου Μέρους, δηλαδή της Βόρειας Μακεδονίας;
Το επόμενο στάδιο τού να αποφεύγεις να κοιτάζεις την αλήθεια είναι το να προσπαθείς να ξεγελάσεις εαυτόν (ίσως) και τους άλλους (σίγουρα), παίζοντας με τις λέξεις.
Για ποιο λόγο λοιπόν οι παραπάνω πολιτικοί τα έβαλαν με την κ. Φον ντερ Λάιεν;
Τι δεν έχουν καταλάβει δηλαδή; Ότι οι Τσίπρας και Κοτζιάς και οι εκατόν πενήντα τρεις βουλευτές (εκατόν σαράντα πέντε του τότε ΣΥΡΙΖΑ συν οκτώ βουλευτές άλλων κομμάτων), που υπερψήφισαν την εν λόγω Συμφωνία, ρύθμισαν (εγκληματικά «ελαφρά τη καρδία»), το εθνικό αυτό θέμα «μια και κακή» και εις τον αιώνα τον άπαντα, με μία πλήρως αποτυχημένη διεθνή συμφωνία;
Αποκαλώ πλήρως αποτυχημένη τη Συμφωνία των Πρεσπών, διότι είναι παντελώς ατυχής τόσον «εξαρχής», όσον και «εκ του αποτελέσματος»: εξαρχής
διότι τα νομικά κείμενα, όπως η εν λόγω συμφωνία, πρέπει, sine qua non, να είναι νομικοτυπικά σαφέστατα και να προβλέπουν κυρώσεις και ασφαλιστικές δικλίδες, και εκ του αποτελέσματος πρέπει να τέμνουν τη διαφορά, να δίνουν δηλαδή λύσεις στα ζητήματα που ρυθμίζουν.
Η εν λόγω όμως Συμφωνία των Πρεσπών δεν έκανε τίποτα από τα δύο.
Απόδειξη το ότι, αφενός και αφεαυτής, εμπεριέχει πλείστες όσες εθελούσιες και συμφωνημένες «ασάφειες» με: πρώτο και καλύτερο τον πρωτοφανή δυϊσμό άλλος προσδιορισμός να χρησιμοποιείται για το επίσημο κράτος και τα επίσημα έγγραφά του (Βόρεια Μακεδονία) και άλλος προσδιορισμός για τα από το κράτος αυτό προερχόμενα και εξαγόμενα, όπως η ιθαγένεια, η γλώσσα, η ιστορία, ο πολιτισμός κ.λπ., αλλά και για όλα τα υπόλοιπα του ιδιωτικού τομέα (σκέτο Μακεδονικός, -ή, -ό). Και με δεύτερο την αναγνώριση με το άρθρο 7 της Συμφωνίας των εννοιών «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Δηλαδή από το 2019 και δώθε έχουμε διεθνώς και επισώμως: αφενός δύο ειδών Μακεδονίες, τη Μακεδονία – βόρεια επαρχία της Ελλάδας και την άλλη Μακεδονία που αναφέρεται στον βόρειο γείτονά μας και η οποία δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με το ανεξάρτητο κράτος που αναγνωρίζεται διεθνώς με το όνομα Βόρεια Μακεδονία. Αφετέρου, δύο ειδών Μακεδόνες: τους Μακεδόνες της Ελλάδας και τους Μακεδόνες της Βόρειας Μακεδονίας.
Τόσο καλά λοιπόν διαπραγματεύτηκαν και συμφωνήθηκαν εκ μέρους της Ελλάδας οι διατάξεις της Συνθήκης των Πρεσπών, ώστε το άρθρο 7 παρ. 1 να ακυρώνει στην ουσία, εμμέσως πλην σαφέστατα, το θεμελιώδες άρθρο 1 παρ. 3 που ορίζει ως όνομα του βόρειου γειτονα το Βόρεια Μακεδονία. Άρα εκ των πραγμάτων ακυρώνει και το ίδιο το συμφωνημένο όνομα.
Πέραν τούτων όμως το παραπάνω αρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3 ακυρώνουν, εμμέσως πλην σαφέστατα επίσης, και την κατά το άρθρο 1 παρ. 3 εδάφ. β οριζόμενη ως «Macedonian nationality» ή «Μακεδονική ιθαγένεια», η οποία, σε συνδυασμό με τη σχετική ρηματική διακοίνωση, ορίζει ότι ο όρος «Macedonian nationality αναφέρεται αποκλειστικά στην ιθαγένεια και δεν καθορίζει ή δεν προκαθορίζει την εθνοτική καταγωγή/εθνότητα». Διότι απλούστατα όλα όσα αναφέρονται παραπάνω και συμφωνήθηκαν στο άρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3, αποδίδουν στους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» σαφέστατα και αναμφισβήτητα, εκτός από ιθαγένεια, και εθνοτική ταυτότητα, εθνοτική καταγωγή και εθνότητα. Τούτο επιβεβαιώνεται περίτρανα και από τις επίσημες δημογραφικές καταστάσεις του γειτονικού κράτους όλων των προηγούμενων ετών, όπου οι κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας, δίπλα στις εθνοτικές ομάδες/κατηγορίες που απογράφονται ως Αλβανοί, Σέρβοι Ρομά, Βλάχοι, Τούρκοι κ.λπ., πρώτοι πρώτοι φιγουράρουν οι Μακεδόνες με ποσοστό 58%, όπως προκύπτει από το παρακάτω:
North Macedonia Ethnic Map & Population – 15 Facts. Total Population. North Macedonia has about 1.83 million people after the 2021 census.
Ethnic Composition (Official Census)
• Macedonians: 58.4%
• Albanians: 24.3%
• Turks: 3.9%
• Roma: 2.5%
• Serbs: 1.3%
• Bosniaks: 0.9%
• Vlachs/Aromanians: 0.5%.
Άρα και εδώ, χάρη στους Τσίπρα και Κοτζιά, οι βόρειοι γείτονες μάς δουλεύουν ασύστολα, εδώ και οκτώ ολόκληρα χρόνια. Κάτι που προσπάθησαν να κάνουν και με τους εξ Ανατολών τους γείτονες, τους Βούλγαρους, αλλά τα βρήκαν μπαστούνια: από ό,τι φαίνεται στην παραπάνω δημογραφική κατάσταση του 2021, κατά μαγικό τρόπο (διότι είναι των αδυνάτων αδύνατον να μην υπάρχουν βουλγαρικής καταγωγής πολίτες στη Βόρεια Μακεδονία), απουσιάζει εντελώς εθνοτική ομάδα με το όνομα «Βούλγαροι», ενώ αναγράφονται Βοσνιακή και Τουρκική κ.λπ. Οι Βούλγαροι όμως που με τα εθνικά τους θέματα δεν είναι τόσο «λαρτζ» όσο εμείς, ασκούν βέτο στην είσοδο της γειτονικής χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εωσότου αυτή αναγνωρίσει βουλγαρική μειονότητα και καταχωριστεί αυτή στις απογραφικές καταστάσεις.
Και βέβαια οι παραπάνω εκτιθέμενες είναι λίγες, πλην οι σπουδαιότερες, από τις νομικοτυπικές και ουσιαστικές πλημμέλειες της εν λόγω συμφωνίας, διότι υπάρχουν και άλλες πολλές.
Κατά δεύτερον και ως εκ του αποτελέσματος, η Συμφωνία των Πρεσπών σε όλες τις διαφορές που υποτίθεται ότι ρυθμίζει μέχρι σήμερα, ήτοι οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά, έχει αποτύχει να δώσει οποιαδήποτε λύση. Και όταν λέμε σε όλες, εννοούμε σε όλες, ουδεμιάς εξαιρουμένης. Ακόμα και όσον αφορά το όνομα, το οποίο υποτίθεται ότι έλυσε με τη σύνθετη ονομασία Βόρεια Μακεδονία, αφού οι βόρειοι γείτονες, ακόμα και στο ανώτατο πολιτειακό τους επίπεδο, δηλαδή της Προέδρου της Δημοκρατίας τους (Γιορντάνα Σιλιάνοφσκα) και του πρωθυπουργού (Χριστιάν Μίτσκοσκι), και σήμερα ακόμα χρησιμοποιούν δημοσίως και επισήμως ως όνομα της χώρας τους το σκέτο Μακεδονία. Πέραν τούτου, επίσης ακόμα και σήμερα και ενώ οι βόρειοι γείτονες από την παραπάνω συμφωνία υποχρεούνται (και αμέσως μετά την υπογραφή της είχαν συμφωνήσει) να αφαιρέσουν τα αρχαία ελληνομακεδονικά αγάλματα των Αλεξάνδρου, Φιλίππου, Αριστοτέλη κ.ά., να αλλάξουν τα αρχαιοελληνομακεδονικά ονόματα των πλατειών και των οδών τους και να αφαιρέσουν τις σχετικές πινακίδες, να αφαιρέσουν από τα μαθητικά βιβλία τους εθνικές και αλυτρωτικές αναφορές, και τόσα άλλα, μέχρι σήμερα, δηλαδή ύστερα από οκτώ ολόκληρα χρόνια, ουδέν έπραξαν. Όλα τα παραπάνω στέκουν περήφανα ακόμα εκεί, παραβιάζοντας μονίμως και ξεδιάντροπα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Όσον αφορά δε τις εμπορικές ονομασίες, τα σήματα, τις επωνυμίες, τις γεωγραφικές ενδείξεις κ.λπ., που με το άρθρο 1, παρ. 3, εδάφ. θ της Συμφωνίας παραπέμφθηκαν στο μέλλον με τη δημιουργία σχετικής επιτροπής κ.λπ. η οποία θα ολοκλήρωνε τις εργασίες της μέσα σε τρία χρόνια (2019-2021) το ίδιο χείριστα: η προθεσμία παρήλθε προ ετών χωρίς κανένα μέχρι σήμερα αποτέλεσμα, με συνέπεια οι γείτονες να χρησιμοποιούν κατά βούληση την ένδειξη «Μακεδονία».
Και απ’ ό,τι φαίνεται και στο μέλλον δεν πρόκειται να υπάρξει λύση για όλα τα παραπάνω και οποιοδήποτε ευνοϊκό για τη χώρα μας αποτέλεσμα, διότι δεν έχει συμφωνηθεί οποιαδήποτε κύρωση ή ασφαλιστική δικλίδα για το μέρος που θα παραβιάζει τη Συμφωνία. Έτσι οι γείτονες, έχοντας πάρει εξαρχής αυτό που ζητούσαν, δηλαδή το όνομα με το οποίο μπήκαν ήδη στο ΝΑΤΟ και μπορούν να μπουν στους διεθνείς οργανισμούς, στην Ε.Ε. κ.λπ., αδιαφορούν πλήρως και προκλητικά για όλα τα υπόλοιπα, με τη χώρα μας στο ρόλο του θεατή.
Εάν συνεπώς οι παραπάνω πολιτικοί και οποιασδήποτε άλλος, πολιτικός ή πολίτης, έχουν οποιαδήποτε αντίρρηση για τα παραπάνω, ας μην τα βάζουν με την κ. Φον Ντερ Λάιεν αλλά μ’ αυτούς που συμφώνησαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν μια συμφωνία με την οποία ένα κράτος με επίσημο όνομα Βόρεια Μακεδονία έχει ιθαγένεια, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό που φέρουν επιθετικό προσδιορισμό σκέτα το μακεδονικός, μακεδονική, μακεδονικό, κάνοντας το βόρειος, βόρεια, βόρειο «γαργάρα».
Ενώ το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν ένα κράτος που ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία να έχει ιθαγένεια τη βορειο-μακεδονική, γλώσσα τη βορειο-μακεδονική και πολιτισμό τον βορει-Μακεδονικό, ούτως ώστε και η Φον Ντερ Λάιεν και οποιοσδήποτε άλλος επίσημος, πολιτικός ή μη, και σε αντιδιαστολή προς τα ελληνικά δεδομένα, να αποκαλεί τα παραπάνω με πρώτο συνθετικό το «Βόρειο». Ή καλύτερα, να μην μπορεί να τα αποκαλεί διαφορετικά και πολύ περισσότερο σκέτα «μακεδονικός, -ή, -ό»; Γιατί δηλαδή η Ελλάδα το 2018-2019 θα έπρεπε, συμπεριφερόμενη με πανικό και ως το «ασθενέστερο μέρος» της Συμφωνίας των Πρεσπών, να συμφωνήσει ώστε ένας λαός που προσδιορίζεται με ένα άλφα όνομα θα έπρεπε να έχει ιθαγένεια, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό που προσδιορίζονται διαφορετικά, δηλαδή με ένα βήτα όνομα;
Το ίδιο και χειρότερα συμβαίνει και με την ταυτότητα, δηλαδή την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά, τον πολιτισμό, τη γλώσσα, την κουλτούρα κ.λπ. που καθορίζονται στο παραπάνω άρθρο 7 της συμφωνίας: εκεί ακολουθείται κατά περίεργο τρόπο ένας, πρωτοφανής για νομικό κείμενο διεθνούς συμφωνίας, ερμαφροδιτισμός, ο οποίος αμφιβάλλω εάν έχει υπάρξει σε άλλη διεθνή συμφωνία ή συνθήκη μέχρι σήμερα. Αφού κατά παγκόσμια διαπραγματευτική πρωτοτυπία, με τους ίδιους λεκτικούς όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα εννοούνται του λοιπού δύο διαφορετικά πράγματα: άλλα δηλαδή για τους Έλληνες και την Ελλάδα και άλλα για τους Βορειομακεδόνες και τη Βόρεια Μακεδονία: δηλαδή για μεν το από τα αρχαία χρόνια και μέχρι την ισχύ της Συμφωνίας χρονικό διάστημα (12/2/2019), οι παραπάνω όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα χρησιμοποιούνται για να δηλώνουν την αρχαία μακεδονική (ελληνική δηλαδή) ιστορία και τον αρχαίο μακεδονικό (ελληνικό δηλαδή) πολιτισμό, ενώ για το από την ισχύ της συμφωνίας (12/2/2019 και δώθε, αλλά και εις το διηνεκές) χρονικό διάστημα, με τους ίδιους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα εννοούνται η πρόσφατη, σύγχρονη αλλά και μελλοντική ιστορία και ο πρόσφατος, σύγχρονος, αλλά και μελλοντικός πολιτισμός των βορείων γειτόνων μας.
Τώρα το πώς θα γίνεται πρακτικά αυτό, οι μόνοι που μπορούν να μας απαντήσουν είναι οι τότε εθνικοί μας διαπραγματευτές Τσίπρας και Κοτζιάς. Στην πραγματικότητα είναι αδύνατον, και το μόνο που μας απομένει να κάνουμε ως «Πρώτο Μέρος», είναι κάθε φορά που οι γείτονες παραβιάζουν στο θέμα αυτό τη Συμφωνία, εμείς να διαμαρτυρόμαστε, εκ των υστέρων φυσικά, προς το «Δεύτερο Μέρος», και τίποτα παραπάνω, αφού δεν έχει συμφωνηθεί καμιά σχετική κύρωση. Δηλαδή στην πραγματικότητα οι βόρειοι γείτονες μπορούν να μας το κάνουν, να παραβιάζουν δηλαδή τη Συμφωνία των Πρεσπών, και μόνο για πλάκα. Και γράφοντας αυτό, εγώ δεν κάνω καθόλου πλάκα, αλλά το γράφω πολύ σοβαρά, διότι κάτι τέτοια θα βλέπουμε, όταν με το καλό η βόρεια γείτων λύσει τα προβλήματά της με τη Βουλγαρία (και αρθεί το βέτο της) και γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και από την έως σήμερα πορεία (και ιδίως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία), φαίνεται ότι εκείνος που επείγεται περισσότερο για την ένταξη της γείτονος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι η Βόρεια Μακεδονία. Οι γείτονες, όπως άλλωστε και οι Τούρκοι, δεν βιάζονται, αλλά έχουν μάθει να ροκανίζουν το χρόνο επωφελώς για τα συμφέροντα της χώρας τους.
Και από πού εξάγω τα παραπάνω συμπεράσματα; Από το ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους απέναντί μας σε όλα τα ζητήματα τα οποία υποτίθεται ότι ρυθμίζει η Συμφωνία των Πρεσπών αυτό ακριβώς δείχνει. Ακόμα και όσον αφορά το όνομα, αφού όπως προείπαμε, οι ίδιοι, όχι μόνον οι πολίτες αλλά και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους Γιορντάνα Σιλιάνοφσκα και ο πρωθυπουργός τους Χρίστιαν Μίτσκοσκι, αποκαλούν τη χώρα τους και δημόσια και επίσημα σκέτη Μακεδονία. Και μάλιστα χωρίς να διαμαρτύρεται κανένας από όλους αυτούς που διαπραγματεύτηκαν, συμφώνησαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν στη Βουλή την παραπάνω αποτυχημένη Συμφωνία των Πρεσπών. Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Οι κ. Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Κοτζιάς, οι 145 βουλευτές του τότε ΣΥΡΙΖΑ και οκτώ βουλευτές των άλλων κομμάτων ήτοι: οι κ. Σταύρος Θεοδωράκης, Σπύρος Δανέλλης, Γιώργος Μαυρωτάs, Σπύρος Λυκούδης από το Ποτάμι, Θανάσης Θεοχαρόπουλος από τη ΔΗΜΑΡ / ΚΙΝΑΛ, Έλενα Κουντουρά και Θανάσης Παπαχριστόπουλος από τους ΑΝΕΛ και Κατερίνα Παπακώστα (πρώην ΝΔ/Ανεξάρτητη/ΣΥΡΙΖΑ). Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω οκτώ (εκτός της κ. Κουντουρά που εξελέγη ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ): κανένας τους δεν επανεξελέγη βουλευτής. Πρόλαβαν όμως και, κόντρα στα κόμματά τους, έδωσαν ζωή και ισχύ στην παντελώς αποτυχημένη Συμφωνία των Πρεσπών. Έκτοτε όμως όλοι τους, και φυσικά οι Τσίπρας και Κοτζιάς, τηρούν σιγήν ιχθύος, και για την τύχη της εν λόγω Συμφωνίας και για την εντελώς αντισυμβατική συμπεριφορά της βόρειας γείτονος, στην οποία με την ψήφο τους παραχώρησαν όλα τα παραπάνω: όνομα, εθνικότητα, ταυτότητα, ιστορία, γλώσσα, πολιτισμό, κουλτούρα, όχι όμως και λύση στα διμερή μας θέματα.
Πολύ φοβούμαι λοιπόν (και μακάρι να βγώ ψεύτης) ότι δεν απέχουμε πολύ από την στιγμή που οι βόρειοι γείτονές μας θα θέσουν (βάσει του παραπάνω άρθρου 7 της Συμφωνίας), θέμα συνέχισης χρήσης εκ μέρους της Ελλάδας των προσδιοριστικών όρων «μακεδονικός, -ή, ό» για θέματα που αφορούν την ιστορία, τον πολιτισμό, την κουλτούρα και τη γλώσσα του βόρειου διαμερίσματός της που ονομάζεται Μακεδονία, από τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας των Πρεσπών (12/2/2019) και εφεξής. Προσδιορισμούς που, αντίθετα, θα επιφυλάσσουν για το μέλλον και εις το διηνεκές για τον εαυτό τους αποκλειστικά, ενώ για εμάς θα απαιτήσουν την υποχρέωση να χρησιμοποιούμε του λοιπού, για όλα τα παραπάνω. τους προσδιορισμούς «ελληνικός, -ή, -ό» και μόνον.
Και ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον δεν θα αποκτήσει κανένας άλλος γείτονας την όρεξη να μας το στερήσει κι αυτό, βλέποντας το πόσο «λάρτζ» είμαστε οι Νεοέλληνες –μια άλλη λυπητερή ελληνική ιστορία– με ό,τι έχει σχέση με τα εθνικά και τα δημόσια πράγματα, αντιμετωπίζοντάς τα λες και είναι του πατέρα μας ή του παππού μας. Δεν μπορεί να το αποκλείσει κανείς, λαμβάνοντας υπόψη του το πώς ξεκίνησε το Μακεδονικό το 1991 και πώς κατέληξε ύστερα από 28 χρόνια, το 2019, έχοντας ένα διακυβερνητικό ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών που ως μοναδική και μόνιμη επωδό της διαχρονικής διπλωματικής μας ανικανότητας είχε εκείνο το καταπληκτικό «Μα τι να κάνουμε, οι ξένοι δεν μας καταλαβαίνουν!». Μας καταλάβαν όμως οι, ικανότατοι αποδειχθέντες, γείτονές μας και ιδού τα αποτελέσματα.
Όλα τούτα με την σημείωση ότι το μόνο επισήμως και διεθνώς διμερές διαπραγματεύσιμο στοιχείο και σημείο από όλα τα παραπάνω, μεταξύ των δύο χωρών Ελλάδας και ΠΓΔΜ μέχρι το έτος 2018, ήταν το όνομα της γειτονικής χώρας και μόνο. Τα υπόλοιπα τρία, δηλαδή η ιθαγένεια, η γλώσσα και η ταυτότητα, δηλαδή ιστορία και πολιτισμός, έως τότε δεν υφίσταντο ως επίσημες διμερείς διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Και όλες οι διαπραγματεύσεις που έως τότε είχαν λάβει χώρα μεταξύ των δύο κρατών από όλες τις μέχρι τότε ελληνικές κυβερνήσεις (και αυτές υπό τον Μάθιου Νίμιτς) ως μόνο διαπραγματεύσιμο ζήτημα αναγνώριζαν το όνομα. Τίποτα άλλο.
Συνεπώς, το 2018, η τότε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα και υπουργό Εξωτερικών και αρχιδιαπραγματευτή της Συμφωνίας τον Νίκο Κοτζιά διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε, και το 2019 το Ελληνικό Κοινοβούλιο επεκύρωσε, τρεις διμερείς διακρατικές διαφορές, που έως τότε, εκ μέρους της Ελλάδας τουλάχιστον σίγουρα, δεν υπήρχαν στο διαπραγματευτικό τραπέζι, ούτε και είχαν έως τότε αναγνωριστεί επισήμως ως τέτοιες από οποιοδήποτε μέρος: μακεδονική ιθαγένεια, μακεδονική γλώσσα και μακεδονική ταυτότητα (ιστορία-πολιτισμός).
Ως γνωστόν, είθισται στις διεθνείς διαπραγματεύσεις τα ενδιαφερμόμενα μέρη να πηγαίνουν οργανωμένα εκ των προτέρων για τα θέματα που πρόκειται να διαπραγματευτούν, και σίγουρα όσον αφορά την διαφορά ή τις διαφορές που πρόκειται να διαπραγματευτούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι έγινε έτσι όσον αφορά το «Πρώτο Μέρος».
Στην πραγματικότητα δηλαδή, με τη Συμφωνία των Πρεσπών σπεύσαμε, κυριολεκτικά τρομοκρατημένοι (λες και εμείς ήμασταν ο αδύναμος κρίκος του παιχνιδιού, τη στιγμή που η άλλη πλευρά επειγόταν να αποκτήσει διεθνώς αναγνωρισμένο όνομα, για να μπει στους διεθνείς οργανισμούς και να αποσοβήσει τις διαλυτικές τάσεις της κρατικής της υπόστασης) να κατοχυρώσουμε την από χιλιετίες υπάρχουσα μακεδονο-ελληνική ιστορία μας και τον από χιλιετίες υπάρχοντα μακεδονο-ελληνικό πολιτισμό μας, πράγματα τα οποία φυσικά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς στον κόσμο. Και μας το παρουσίασαν σαν μεγάλη επιτυχία! Και ως αντάλλαγμα παραχωρήσαμε στην άλλη πλευρά τον πολιτισμό, ο οποίος υπό τους όρους «μακεδονικός – μακεδονική – μακεδονικό» θα αναπτυχθεί από εδώ και στο διηνεκές, erga omnes και σε διεθνές επίπεδο.
Δηλαδή, με την εν λόγω συμφωνία, εξασφαλίσαμε το έως το 2019 εξασφαλισμένο ούτως ή άλλως μακεδονικό παρελθόν μας και τίποτα παραπάνω. Και σε αντάλλαγμα παραδώσαμε εθελουσίως το από το 2019 και στην εφεξής αιωνιότητα μακεδονικό μέλλον μας.
Δεν το λες και εθνική επιτυχία, όπως Τσίπρας και Κοτζιάς επιδίωξαν να το περάσουν.
Τώρα όμως, ύστερα από οκτώ χρόνια, οι πολίτες ξέρουν. Ας μην επιτρέψουν στους παραπάνω επίδοξους πολιτικούς θαυματοποιούς να ξαναεπιχειρήσουν τέτοιες επικίνδυνες και καταστροφικές εθνικές αποτυχίες.
Η οποιαδήποτε ρύθμιση ή οι οποιεσδήποτε ρυθμίσεις με την Τουρκία (όποτε κι αν γίνουν), βρίσκονται μπροστά μας και θα είναι οι δυσκολότερες, επικινδυνότερες και καταστροφικότερες, αν δεν τύχουν σοβαρών χειρισμών και της σωστής αντιμετώπισης εκ μέρους μας. Μια επανάληψη της, αυταπόδεικτα πλέον, πλήρως αποτυχημένης Συμφωνίας των Πρεσπών θα είναι καταστροφική για τα συμφέροντα της χώρας.
Και δεν νομίζω ότι εμπνέει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη ο πρώην επί πενταετία πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας: του πρώτου εξαμήνου του 2015, του κλεισίματος των τραπεζών σε καιρό ειρήνης, των κάπιταλ κοντρόλ, του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου με το γελοίο ερώτημα, του τρίτου μνημονίου, των βοσκοτοπίων Καλογρίτσα, του πρωτοφανούς σκανδάλου Νοβάρτις, των ποινικών κωδίκων κ.λπ., όταν όλως πρόσφατα, δημοσίως και στα πλαίσια επισήμου forum, και έπειτα από όσα έγιναν το φθινόπωρο του 2024 με τα τουρκικά πλοία έξω από την Κάσο, έχει σήμερα εδραία την αντίληψη ότι το καλώδιο GSI της διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ είναι καλώδιο τηλεπικοινωνιών!
Μόνο ανατριχίλα μπορεί να νιώσει κανείς μπροστά στο μεγαλείο της άγνοιας του πολιτικού ανδρός!