Γνώμες
Θα περιγράψω τα γεγονότα όπως τα έζησα. Το απόγευμα της 21ης Αυγούστου 2026, ασθενής 57 ετών αισθανόμενος αναφερόμενη αδιαθεσία προ τριημέρου, προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) μεγάλου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. Δυσανασχετώντας με την άνω της μιας ώρας αναμονή, εισέβαλε στο καρδιολογικό ιατρείο υβρίζοντας νοσηλευτές και γιατρούς, προπηλακίζοντας, ρίχνοντας στο δάπεδο τον εφημερεύοντα καρδιολόγο επιχειρώντας να τον γρονθοκοπήσει. Στο χώρο των ΤΕΠ επικράτησε πανδαιμόνιο, η εύρυθμη λειτουργία σταμάτησε. Δυο ψύχραιμοι και χειροδύναμοι συνάδελφοι υγειονομικοί παρενέβησαν και, γνωρίζοντας τον τρόπο, ακινητοποίησαν τον μαινόμενο δράστη. Οι αρχές προσήλθαν και με τη συνδρομή τους οι, προηγουμένως προπηλακισθέντες, θεράποντες ολοκλήρωσαν τις κλινικές, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις του δράστη. Μετά το πέρας αυτών, οι αστυνομικές αρχές έπραξαν τα νενομισμένα.
Αν δούμε το θέμα της βίας κατά των υγειονομικών από μια κάποια απόσταση θα καταλάβουμε ότι το κίνητρο σχεδόν ποτέ δεν είναι η αγανάκτηση για την πολύωρη αναμονή. Αυτή είναι πάντα η αφορμή. Η αιτία είναι ένα νοσηρό ταξικό μίσος, ένας πληγωμένος εγωισμός που πασχίζει να βρει διέξοδο. Ένα παράλογο σύνδρομο κατωτερότητας σε συνδυασμό με διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Πάνω στην οργή της βίας, ο δράστης θεωρεί εαυτόν επαναστάτη που στρέφεται κατά της κοινωνικής ιεραρχίας που αυτός έχει πλάσει στο μυαλό του και που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Αισθάνεται πανίσχυρος υπεράνω κοινωνικών συμβάσεων που μπορεί να προπηλακίσει μια νοσηλεύτρια και να ρίξει στο πάτωμα έναν γιατρό…
Αυτό που περιγράφω δεν είναι μια μεμονωμένη ψυχοπαθολογία. Είναι μια περιθωριακή νοοτροπία ενός, όλο και αυξανόμενου, μέρους της κοινωνίας μας. Οι δράστες τέτοιων περιστατικών βλέπουν την ασυδοσία ως δικαίωμα που τους εξασφαλίζει το δρόμο προς την –όποια αυτοί νομίζουν– καθιέρωση.
Μέσα στις εξαντλητικές βάρδιες μας, όσοι δουλεύουμε στο σύστημα υγείας έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι αυτούς. Και τα περιστατικά βίας κατά των υγειονομικών ανά την Ελλάδα όλο και πληθαίνουν.
Γι’ αυτό προτείνουμε και ζητάμε την καθιέρωση ειδικού «Panic Button», αντίστοιχου με αυτό που έχουν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα βρίσκεται σε χρήση από τον υπεύθυνο βάρδιας προς άμεση κλήτευση των αστυνομικών αρχών όταν παραστεί ανάγκη.
Όταν μια πολιτική άποψη διεκδικεί δικαιώματα κυριαρχίας
Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οικοδομήθηκε πάνω σε μια αρχή που η Ευρώπη χρειάστηκε αιώνες βίας, διωγμών και ποταμούς αίματος για να κατακτήσει: η ευθύνη είναι ατομική. Ο άνθρωπος κρίνεται για τις πράξεις του. Η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, το χρώμα του δέρματος, η κυβέρνηση της χώρας του και οι πράξεις του στρατού της χώρας του δεν συνιστούν τεκμήρια ενοχής. Η συλλογική ενοχή ανήκει στο σκοτεινότερο πολιτικό λεξιλόγιο της Ευρώπης. Κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί ενοχή. Το διαβατήριο δεν είναι ποινικό μητρώο. Κάθε παραβίαση αυτών των κατακτήσεων αποτελεί οπισθοδρόμηση προς ένα παρελθόν που η Ευρώπη γνώρισε στην πιο εφιαλτική του μορφή: εκεί όπου η καταγωγή ήταν κατηγορία, η ταυτότητα ενοχή και ο άνθρωπος έπαψε να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο. Πρόκειται για πολιτισμική άβυσσο.
Στη Σύρο αυτή ακριβώς η αρχή δοκιμάζεται εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Και το σοβαρότερο είναι ότι οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της δεν συναντούν την αποφασιστικότητα που απαιτεί ένα κράτος δικαίου. Συναντούν φλύαρες καταδίκες, καθυστερημένες αντιδράσεις και μια οκνηρή γραφειοκρατία που μεταφέρει την ευθύνη από υπηρεσία σε υπηρεσία και από αρμόδιο σε αρμόδιο ώσπου τελικά η ίδια η ευθύνη να εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις επαναλαμβάνονται, οι απαγορεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η αστυνομία κινητοποιείται εκ των υστέρων και το κράτος συμπεριφέρεται κάθε φορά σαν να αιφνιδιάζεται από ένα φαινόμενο που γνωρίζει εδώ και μήνες. Όταν μια τέτοια παρεμπόδιση επαναλαμβάνεται και η πολιτεία περιορίζεται να την παρακολουθεί, η αδράνεια παύει να είναι αδυναμία. Γίνεται πολιτική ευθύνη.
Στις 22 Ιουλίου 2025, το κρουαζιερόπλοιο Crown Iris, με περίπου 1.700 Ισραηλινούς επιβάτες, απέπλευσε από την Ερμούπολη χωρίς οι επιβάτες του να αποβιβαστούν. Διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι δηλώνοντας ότι θα παρέμεναν εκεί μέχρι την αναχώρηση του πλοίου. Η ΕΡΤ κατέγραψε ότι έγιναν προσπάθειες για την αποβίβαση, χωρίς αποτέλεσμα. Την επομένη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε το περιστατικό «εξοργιστικό» και καταδίκασε τον αντισημιτισμό και τον φασισμό. Την ίδια ημέρα ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τα γεγονότα «ντροπιαστικά για την Ελλάδα» και δήλωσε ότι «οφείλουμε συγγνώμη» στους επιβάτες.
Το θέμα θα μπορούσε να έχει τελειώσει εκεί, ως ένα ατυχές επεισόδιο. Δεν τελείωσε όμως. Τον Ιούνιο του 2026 το ίδιο πλοίο επέστρεψε και η Σύρος βρέθηκε ξανά σε κατάσταση έκτακτης αστυνόμευσης: ΜΑΤ, περιορισμοί κυκλοφορίας, απαγορεύσεις και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Αυτή τη φορά οι επιβάτες αποβιβάστηκαν και επισκέφθηκαν το νησί. Το ίδιο συνέβη και στις 7 Ιουλίου, με τους Ισραηλινούς τουρίστες να κατεβαίνουν κατά ομάδες υπό ισχυρή αστυνομική προστασία.
Άρα, ας είμαστε ακριβείς. Το ελληνικό κράτος δεν απουσίαζε. Είχε αστυνομικούς, ΜΑΤ, λιμενικούς, απαγορεύσεις, κιγκλιδώματα και επιχειρησιακά σχέδια. Απουσίαζε κάτι σημαντικότερο: η καθαρή πολιτική αρχή. Η δημόσια διαβεβαίωση, ειπωμένη εγκαίρως και χωρίς μισόλογα, ότι στην Ελληνική Δημοκρατία κανένα πλήθος, καμία συλλογικότητα, κανένα σωματείο και καμία τοπική συνέλευση δεν αποφασίζει ποια εθνικότητα επιτρέπεται να αποβιβαστεί σε ελληνικό λιμάνι.
Η διαμαρτυρία εναντίον της πολιτικής του Ισραήλ είναι απολύτως νόμιμη. Η καταγγελία του πολέμου στη Γάζα είναι απολύτως νόμιμη. Η υποστήριξη των Παλαιστινίων είναι απολύτως νόμιμη. Κάθε πολίτης μπορεί να θεωρεί την ισραηλινή κυβέρνηση εγκληματική, να ζητεί κυρώσεις, διακοπή διπλωματικών σχέσεων, εμπάργκο όπλων ή αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Μπορεί επίσης να υιοθετεί τις θέσεις του ΚΚΕ ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος πάνω στο ζήτημα. Όσο ανεύθυνες, επικίνδυνες, ανιστόρητες ή ακόμη και επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας κι αν θεωρεί κανείς αυτές τις θέσεις, παραμένουν πολιτικές θέσεις. Και η δημοκρατία κρίνεται ακριβώς εκεί: στην ελευθερία να εκφράζονται ακόμη και απόψεις που θεωρούμε βαθιά λανθασμένες.
Το δικαίωμα όμως στην πολιτική άποψη σταματά εκεί όπου αρχίζει η συλλογική τιμωρία ανθρώπων για την εθνικότητά τους.
Στις 4 Ιουνίου 2026, η λεγόμενη Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου ζήτησε δημόσια να ακυρωθούν οι προγραμματισμένες αφίξεις του Crown Iris και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του. Η ανακοίνωσή της καταλήγει με μια φράση που αξίζει να διαβαστεί λέξη προς λέξη:
Γενοκτόνοι και εγκληματίες πολέμου, καθώς και οι υποστηρικτές τους, είναι ανεπιθύμητοι στο νησί μας.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.
Ποια είναι η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου; Ποια θεσμική εξουσία διαθέτει; Από ποια εκλογή προέκυψε; Ποιος της παραχώρησε το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος μιας ολόκληρης κοινωνίας και, ακόμη περισσότερο, να αποφασίζει ποιοι άνθρωποι είναι επιθυμητοί και ποιοι ανεπιθύμητοι σε ένα ελληνικό νησί;
Η απάντηση είναι απλή: κανείς.
Μια ομάδα πολιτών έχει κάθε δικαίωμα να οργανώνεται, να διαδηλώνει, να καταγγέλλει, να συντάσσει ψηφίσματα, να χαρακτηρίζει την πολιτική μιας κυβέρνησης εγκληματική και να απαιτεί αλλαγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Εκεί εξαντλείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Από τη στιγμή που περνά από το «καταγγέλλω» στο «κηρύσσω ανθρώπους ανεπιθύμητους», αλλάζει κατηγορία. Αυτοαναγορεύεται ταυτόχρονα σε δικαστήριο, υπουργείο Εξωτερικών, συνοριακή αρχή και τοπική κυβέρνηση.
Και με ποια εξουσία αποφαίνεται ότι οι άνθρωποι πάνω στο Crown Iris είναι «γενοκτόνοι» και «εγκληματίες πολέμου»;
Η γενοκτονία αποτελεί συγκεκριμένο έγκλημα του διεθνούς δικαίου. Η νομική ευθύνη γι’ αυτήν αποδίδεται μέσα από συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες. Η υπόθεση Νότια Αφρική κατά Ισραήλ βρίσκεται ακόμη ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, χωρίς τελική απόφαση επί της ουσίας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, από την άλλη, όταν κρίνει ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως έχουν διαπραχθεί διεθνή εγκλήματα, εκδίδει εντάλματα εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Δεν εκδίδει ένταλμα εναντίον ενός λαού.
Αυτή η διάκριση χωρίζει το κράτος δικαίου από τη λογική της συλλογικής ενοχής.
Ο εγκληματίας πολέμου έχει όνομα. Έχει πράξεις. Έχει κατηγορία. Έχει στοιχεία εις βάρος του. Έχει δικαίωμα υπεράσπισης. Η εθνικότητα από μόνη της δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο.
Η ανακοίνωση όμως προσθέτει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: ανεπιθύμητοι είναι και «οι υποστηρικτές τους».
Εδώ πλέον καταρρέει και το τελευταίο πρόσχημα.
Ποιος είναι «υποστηρικτής»; Πώς αναγνωρίζεται; Ποιος εξετάζει τις πολιτικές του απόψεις; Πόση υποστήριξη απαιτείται για να κηρυχθεί κάποιος ανεπιθύμητος; Αρκεί να υποστηρίζει το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ; Αρκεί να θεωρεί τη Χαμάς τρομοκρατική οργάνωση; Αρκεί να πιστεύει ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα αυτοάμυνας; Αρκεί να διαφωνεί με την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου;
Το ερώτημα με αφορά προσωπικά.
Είμαι Έλληνας πολίτης. Έχω υπηρετήσει είκοσι τέσσερις μήνες τη στρατιωτική μου θητεία στη Σύρο. Έχω διατυπώσει δημόσια συγκεκριμένες θέσεις για το Ισραήλ και αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη γι’ αυτές. Με τη λογική λοιπόν της ανακοίνωσης ανήκω στους «υποστηρικτές». Είμαι κι εγώ ανεπιθύμητος στη Σύρο;
Ποιος ακριβώς θα μου το ανακοινώσει;
Η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία;
Με ποιο δικαίωμα;
Θα χρειαστώ άδεια για να αποβιβαστώ στην Ερμούπολη; Θα εξετάσει κάποια επιτροπή τις πολιτικές μου πεποιθήσεις; Θα υπάρχει στην είσοδο του λιμανιού κατάλογος επιτρεπόμενων απόψεων; Και ποιος θα τον συντάσσει; Η γελοιότητα αυτών των ερωτημάτων αποκαλύπτει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Γιατί κάθε αυταρχική λογική γίνεται γελοία όταν την ακολουθήσεις μέχρι το τέλος της.
Η Σύρος αποτελεί τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και διοικείται σύμφωνα με τους νόμους της. Η είσοδος και η παραμονή αλλοδαπών ρυθμίζονται από το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Οι Ισραηλινοί πολίτες περιλαμβάνονται μάλιστα στους υπηκόους τρίτων χωρών που απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία παραμονή στον χώρο Σένγκεν. Μια τοπική συλλογικότητα μπορεί να επιθυμεί την αλλαγή αυτού του καθεστώτος. Δεν μπορεί να το αντικαθιστά με δικό της.
Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί τη Σύρο. Όταν 172 πολίτες ζήτησαν επισήμως από το Δημοτικό Συμβούλιο να κηρυχθεί το Crown Iris ανεπιθύμητο και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του, το εκλεγμένο Δημοτικό Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα. Αυτή είναι η μόνη δημοκρατικά μετρήσιμη απάντηση που διαθέτουμε μέχρι σήμερα.
Οι 172 πολίτες δικαιούνται τη γνώμη τους. Οι υπόλοιποι Συριανοί δικαιούνται επίσης τη δική τους. Κανείς όμως δεν κληρονόμησε τη Σύρο ώστε να αποφασίζει ποιον θα δεχθεί και ποιον θα διώξει από αυτήν.
Κάπου εδώ λοιπόν η αντιπολεμική διαμαρτυρία εγκαταλείπει τον φυσικό της χώρο και εμφανίζεται μια πολύ πιο επικίνδυνη αξίωση: μια ομάδα πολιτών χωρίς θεσμική εντολή διεκδικεί το δικαίωμα να απονέμει διεθνή δικαιοσύνη, να αποδίδει συλλογική ενοχή, να ελέγχει πολιτικές πεποιθήσεις και να ασκεί εξωτερική πολιτική στο όνομα μιας κοινωνίας που ουδέποτε της έδωσε αυτή την εντολή.
Και επειδή οι αντιπολεμικές συλλογικότητες χρησιμοποιούν συχνά με αξιοθαύμαστη ευκολία τις λέξεις «φασισμός», «ναζισμός» και «ολοκληρωτισμός», αξίζει αυτή τη φορά να κοιτάξουν προσεκτικά το περιεχόμενο των ίδιων των λέξεων. Η συλλογική ενοχή, η καταδίκη ανθρώπων λόγω καταγωγής, η πολιτική πεποίθηση ως τεκμήριο ενοχής, η διάκριση των πολιτών σε αποδεκτούς και ανεπιθύμητους και η αξίωση μιας αυτοδιορισμένης πρωτοπορίας να αποφασίζει ποιος δικαιούται να βρίσκεται ανάμεσά μας αποτελούν αναγνωρίσιμα εργαλεία των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Ο ναζισμός τα εφάρμοσε πάνω στη φυλή και στην καταγωγή. Ο φασισμός πάνω στην απόλυτη υποταγή του προσώπου στην πολιτική κοινότητα και στο κράτος. Ο σταλινισμός πάνω στην κοινωνική προέλευση, στην ταξική ταυτότητα και στο πολιτικό φρόνημα. Διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικά εγκλήματα, ένας κοινός μηχανισμός: πρώτα κατασκευάζεις την κατηγορία, ύστερα τοποθετείς μέσα της τον άνθρωπο και στο τέλος τον κρίνεις χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε άλλο γι’ αυτόν.
Αυτό ακριβώς υποτίθεται ότι μάθαμε να φοβόμαστε.
Γι’ αυτό και το ζήτημα στη Σύρο ξεπερνά κατά πολύ μια διαδήλωση για τη Γάζα. Όταν ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε «ανεπιθύμητο» λόγω του διαβατηρίου του ή επειδή κάποιος τρίτος αποφάσισε ποιες πολιτικές απόψεις τού αποδίδει, έχουμε ήδη περάσει από την πολιτική διαφωνία σε μια λογική που η δημοκρατική Ευρώπη γνώρισε, πλήρωσε και ορκίστηκε ότι θα αφήσει πίσω της. Στο τέλος, λοιπόν, απομένει μία μόνο ερώτηση. Και είναι βαρύτερη από όλα τα συνθήματα, τις καταγγελίες και τις αυτοανακηρύξεις περί «ανεπιθύμητων»:
Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μετατρέψετε την πολιτική σας θέση σε τοπική κυριαρχία;
Εδώ η απάντηση είναι δυσκολότερη απ’ όσο φαίνεται. Γιατί οδηγεί σε ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: στην ιδεολογική εξουσία που η Αριστερά κατόρθωσε επί δεκαετίες να ασκεί στον δημόσιο χώρο και στην ανοχή ενός αστικού κόσμου που, φοβούμενος μήπως κατηγορηθεί για αυταρχισμό, έμαθε να υποχωρεί ακόμη και απέναντι στην αυθαιρεσία. Κάποτε η ανοχή είναι αρετή της δημοκρατίας. Από ένα σημείο και πέρα γίνεται παραίτηση.
Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Και ίσως η σημαντικότερη.
Όταν η Χάννα Άρεντ παρακολούθησε τη δίκη του Άιχμαν το 1961, η προσδοκία της ότι ο Άιχμαν θα εμφανιζόταν ως ένα ηθικό τέρας επικού, σχεδόν ποιητικού, μεγέθους διαψεύστηκαν. Ως απάντηση, η Άρεντ επινόησε την έκφραση «κοινοτοπία του κακού»: το βαθύ κακό προέρχεται συχνά από απλούς ανθρώπους που ακολουθούν γραφειοκρατικά τους κανονισμούς χωρίς καμία δαιμονική βούληση. Ακόμα κι αν η Άρεντ είχε τυφλωθεί εν μέρει από την υπολογισμένη αυτοπαρουσίαση του Άιχμαν, αυτό το προφίλ του απερίσκεπτου δολοφόνου χαρτογιακά υφίστατο στο ναζιστικό κράτος και θα μπορούσε να απαντηθεί και σε άλλα.
Η αποκάλυψη των λεγόμενων Αρχείων Έπστιν (Epstein files) τις τελευταίες εβδομάδες μάς φέρνει αντιμέτωπους με κάτι διαφορετικό. Κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι πρόκειται απλώς για πολιτικό σκάνδαλο, διαφθορά και έγκλημα. Αυτό το γνωρίζουμε και το έχουμε συνηθίσει. Όμως τα Αρχεία Έπστιν αποκαλύπτουν μια συγκεκριμένη μορφή κακού. Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει «απάθεια του κακού». Η απάθεια είναι μια αδιάφορη άνεση, μια ήρεμη αυτοπεποίθηση, μια ατάραχη κομψότητα. Με μια τέτοια αδιαφορία, μπορούμε να αναγνώσουμε μια βαθιά, ανατριχιαστική σκληρότητα στα Αρχεία Έπστιν. Πρόκειται για μια σπάνια ποιότητα του κακού.
Η παγκόσμια ελίτ ανέπτυξε ένα σύνθετο δίκτυο κωδικών λέξεων στα Αρχεία Έπστιν, το οποίο είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί από τρίτους. Επομένως, δεν είναι εύκολο να πούμε με ακρίβεια τι αφορούν τα Αρχεία Έπστιν. Τι είναι απλώς θεωρία συνωμοσίας, τι είναι λογική εικασία, τι είναι αναμφισβήτητο γεγονός δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί οριστικά, τουλάχιστον όχι με νομική βεβαιότητα.
Η απάθεια, με την οποία ο Έπστιν και οι φίλοι του αντιμετώπισαν τα εγκλήματά τους είναι εμφανής στη μορφή της επικοινωνίας τους. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαζαν είναι γεμάτα ορθογραφικά λάθη, πρόχειρη σύνταξη και αποσπασματικές σημειώσεις. Ο τόνος είναι κάπου ανάμεσα σε μια συνομιλία, ένα αστείο και μια οργανωτική άσκηση. Είναι σαν μια ομαδική συνομιλία στο WhatsApp μεταξύ παλιών φίλων που σχεδιάζουν έναν εορτασμό γενεθλίων. Ο Έπστιν και οι φίλοι του στόχευαν κυρίως ανήλικες και νεαρές γυναίκες. Αυτά τα μηνύματα για εμπορία ανθρώπων, βιασμό και βασανιστήρια πληκτρολογήθηκαν πρόχειρα, με το ένα χέρι, σε smartphones. Ένα από τα πιο ψυχρά μηνύματα του Έπστιν είναι: «πού είσαι; είσαι καλά; Μου άρεσε πολύ το βίντεο με τα βασανιστήρια» [sic]· στάλθηκε το 2009 σε έναν δράστη, το όνομα του οποίου έχει αποκρύψει το FBI.
Η ιστορία μάς μιλάει για «μεγαλόψυχες» (όπως θα έλεγε ο Νίτσε) επιδείξεις σκληρότητας: Σταυρώσεις, κάψιμο μαγισσών, το Κολοσσαίο, τα χωράφια με τα ανασκολοπισμένα πτώματα του Vlad Tepes, δίκες-παρωδίες ολοκληρωτικών καθεστώτων με εκτελέσεις. Αυτή η σκληρότητα είναι συμβολική, γεμάτη συναισθηματική υπερβολή, σχεδόν πομπώδης. Και εξυπηρετεί τουλάχιστον μια συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία: διασπείρει τον τρόμο – χρησιμοποιεί την τρομοκρατία για να ελέγξει την συμπεριφορά άλλων. Αντίθετα, οι φρικαλεότητες της παγκόσμιας ελίτ που καταγράφονται στα Αρχεία Έπστιν φαίνονται πρωτίστως ιδιωτικές, μη θεαματικές, άσκοπες, σχεδόν ακίνδυνα ηδονιστικές. Ο κόσμος βλέπει έναν κύκλο πάμπλουτων φίλων να γιορτάζουν τις πιο αποκρουστικές φρικαλεότητες. Τα Αρχεία Έπστιν αποκαλύπτουν έναν πλήρη εκτροχιασμό αυτής της κλίκας πάμπλουτων ατόμων, που εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό στην επιθυμία τους να κυριαρχήσουν στις γυναίκες. Είναι ένας υπερβολικός πλούτος, μια υπερβολή πολυτέλειας, μια ακόρεστη όρεξη. Τις υπερβολές της ευημερίας, που έχουν φτάσει σε μια υπερβολική μορφή η οποία μοιάζει με καρικατούρα του εαυτού της, τις βρίσκουμε σε αυτά τα εκατομμύρια ντοκουμέντα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος εδώ, κανένα βαθύτερο νόημα, καμία ιδεολογική ατζέντα. Πρόκειται αποκλειστικά για την αχαλίνωτη απόλαυση της δικής τους λαγνείας.
Μερικοί σχολιαστές παραλληλίζουν τις φρικαλεότητες του Έπστιν με την ταινία του Παζολίνι 120 μέρες στα Σόδομα, που είναι βασισμένη στο βιβλίο του Μαρκησίου ντε Σαντ. Αυτή η σύγκριση δεν είναι απολύτως ακριβής. Στις 120 μέρες στα Σόδομα, το κακό είναι τελετουργικό και ιδεολογικά φορτισμένο. Οι λιμπερτίνοι ενεργούν σύμφωνα με μια διαστρεβλωμένη, φαινομενικά νιτσεϊκή, φυσιοκρατική κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία όλα είναι εγγενώς αδιάφορα και μόνο η προσωπική ευχαρίστηση έχει σημασία. Αλλά το ζήτημα του καλού και του κακού, της ηθικής και της ανηθικότητας, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στην υπόθεση Έπστιν. Είναι απλά απόν. Το μόνο που απομένει είναι η απαθής, αυτονόητη στάση απέναντι στην ίδια τους την απανθρωπιά.
Περισσότερα στοιχεία για την κατανόηση των Αρχείων Έπστιν βρίσκουμε σε ένα άλλο έργο της Άρεντ, στις Απαρχές του Ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με την Άρεντ, τον 19ο αιώνα αντικαταστήσαμε την έννοια της αμαρτίας με αυτή της κακίας. Ίσως αυτό να οφείλεται σε ό,τι ο Νίτσε ονόμασε «Θάνατο του Θεού»: την εξαφάνιση του Θεού και της θρησκείας ως υπερβατικών εγγυητών της καλοσύνης. Η αρχική έννοια της «αμαρτίας» είναι ο χωρισμός – το να είσαι χωρισμένος από τον Θεό νοούμενο ως απόλυτη ηθική. Η κακία είναι απλώς μια κακή συνήθεια, ένα ελάττωμα του χαρακτήρα. H εκκοσμίκευση του κακού, η υποβάθμιση της παραβίασης της θεϊκής τάξης σε μια απλή ιδιορρυθμία, ήταν αυτό που επέτρεψε την άνοδό του στην εποχή των άκρων. Αυτό, σύμφωνα με την Άρεντ, κατέστησε δυνατές τις καταστροφές του 19ου και του 20ού αιώνα. Στα Αρχεία Έπστιν βλέπουμε πώς μια παγκόσμια ελίτ αντιμετωπίζει τις πιο σοβαρές αμαρτίες απλώς ως κακίες που μπορούν να αγνοηθούν με ένα πονηρό χαμόγελο.
Μπορούμε να μάθουμε κάτι από τα Αρχεία Έπστιν; Αν ναι, αυτό είναι μόνο κάτι κοινότοπο: το πραγματικό κακό είναι πραγματικότητα. Ούτε εδώ θα υπάρξει δικαιοσύνη. Τα γνωρίζαμε ήδη όλα αυτά. Απλώς μας τα υπενθύμισαν. Ίσως το μόνο που απομένει είναι να θυμόμαστε ότι το βαθύ κακό δεν είναι ούτε δαιμονικό ούτε κοινότοπο. Είναι απαθές.
Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε με τον τίτλο “Die Nonchalance des Bösen – Überlegungen zu den Epstein Files“, την 7η Απριλίου 2026, στο περιοδικό Philosophie Magazin (www.philomag.de/artikel/die-nonchalance-des-boesen-ueberlegungen-zu-den-epstein-files).
μετάφραση: Νίκος Ψαρρός
Ποιος αποφασίζει ποια έργα θα αποκτήσουν κύρος, αναγνώστες και μνήμη;
Η αιφνιδιαστική λογοτεχνική διαμάχη για τη χρήση της ντοπιολαλιάς από τους συγγραφείς στο έργο τους, κάνει επιτακτική την ανάγκη να συζητήσουμε, σοβαρά, πολλά πράγματα που αφορούν το βιβλίο, την αγορά του, τον κόσμο του, την πρόσβαση στους αναγνώστες, τα αναγνωστικά γούστα και τις μόδες. Για ό,τι φαίνεται και για ό,τι δεν φαίνεται [ΤΒJ]
1. Η κατάκτηση του αυτονόητου
Η λογοτεχνία θα όφειλε να είναι ο χώρος όπου κάθε βιβλίο δοκιμάζεται μόνο απέναντι στον αναγνώστη του. Ωστόσο, πολύ πριν ανοίξει η πρώτη σελίδα, έχει συχνά προηγηθεί μια άλλη αξιολόγηση: ποιος είναι ο συγγραφέας, σε ποιον χώρο ανήκει, ποιες ιδέες εκπροσωπεί, ποιες συγγένειες, διαδρομές και δημόσιες τοποθετήσεις τον συνοδεύουν. Μόνο τότε έρχεται η σειρά του ίδιου του βιβλίου.
Οι μεγάλες πολιτιστικές μεταβολές σπάνια γίνονται αντιληπτές την ώρα που συντελούνται. Διαμορφώνονται μέσα από μικρές επιλογές που επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες, ώσπου παύουν να εκλαμβάνονται ως επιλογές και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου.
Εκεί ακριβώς αρχίζει κάθε πολιτιστική ηγεμονία. Τα κριτήρια της αναγνώρισης μεταβάλλονται σχεδόν ανεπαίσθητα, ώσπου μια ολόκληρη κοινότητα αρχίζει να αντιμετωπίζει ως φυσικό εκείνο που αρχικά αποτελούσε μία μόνο εκδοχή του κόσμου. Η διαφορετική γνώμη εξακολουθεί να ακούγεται· σπανίως όμως αποκτά το ίδιο κύρος, την ίδια προβολή ή την ίδια επιρροή.
Στον ελληνικό χώρο του βιβλίου, η μεταπολιτευτική περίοδος υπήρξε το προνομιακό πεδίο αυτής της μεταβολής. Η διάκριση ανάμεσα στον «προοδευτικό» και τον «αντιδραστικό» ξεπέρασε βαθμιαία τα όρια της πολιτικής τοποθέτησης και άρχισε να επηρεάζει την απονομή του πολιτιστικού κύρους. Η ιδεολογική ταυτότητα βάρυνε πλέον τόσο στην πρόσληψη των ιδεών ενός συγγραφέα όσο και στη θέση που του επιφυλασσόταν μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο. Συχνά λειτουργούσε ως τεκμήριο ευαισθησίας και πνευματικής αξιοπιστίας, σχεδόν ως προκαταβολή αισθητικής αξίας.
Η μεταβολή αυτή έγινε ορατή και στις θεματικές προτεραιότητες της λογοτεχνίας. Ορισμένα ιστορικά και κοινωνικά βιώματα αντιμετωπίζονταν σχεδόν αυτονόητα ως προνομιακά πεδία λογοτεχνικής σοβαρότητας. Άλλα παρέμεναν συχνότερα στις παρυφές της προσοχής και δυσκολεύονταν να αποκτήσουν την ίδια πολιτιστική νομιμοποίηση. Έτσι, η επιλογή του θέματος άρχισε να λειτουργεί και ως επιλογή πολιτιστικής ταυτότητας.
2. Το οικοσύστημα της αναγνώρισης
Κάθε βιβλίο ακολουθεί δύο παράλληλες διαδρομές. Η πρώτη οδηγεί από τον συγγραφέα στον αναγνώστη. Η δεύτερη περνά από εκδότες, κριτικούς, πανεπιστημιακούς, επιτροπές βραβείων, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοθήκες, φεστιβάλ και κάθε θεσμό που συμμετέχει στη δημόσια ζωή του βιβλίου. Εκεί διαμορφώνεται η δημόσια παρουσία του έργου: ο τρόπος με τον οποίο διαβάζεται, συζητείται και τελικά καταλαμβάνει τη θέση του μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο.
Οι μεσολαβήσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη ζωή του βιβλίου. Όταν όμως οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες αναφορές και οι ίδιες ιδεολογικές ευαισθησίες επανεμφανίζονται στους περισσότερους από αυτούς τους χώρους, το οικοσύστημα αποκτά αξιοσημείωτη ομοιογένεια. Η αναγνώριση κυκλοφορεί μέσα στους ίδιους κύκλους, οι αισθητικές αντιλήψεις επιβεβαιώνονται αμοιβαία και οι πολιτιστικές προτεραιότητες αρχίζουν να εμφανίζονται ως αυτονόητα κριτήρια αξιολόγησης.
Σιγά σιγά δημιουργείται ένα δίκτυο αμοιβαίας νομιμοποίησης. Ο εκδότης επικαλείται την κρίση του κριτικού, ο κριτικός αντλεί κύρος από τον πανεπιστημιακό, ο πανεπιστημιακός συμμετέχει στις επιτροπές των βραβείων, οι επιτροπές απονέμουν την αναγνώριση στον συγγραφέα και ο συγγραφέας ενισχύει με τη σειρά του το πολιτιστικό περιβάλλον που τον ανέδειξε. Καμία συνεννόηση δεν είναι αναγκαία. Αρκεί η σταθερή αναπαραγωγή των ίδιων κριτηρίων.
Η κριτική βιβλίου αποκτά τότε και μια δεύτερη λειτουργία. Εξετάζει τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική δύναμη του έργου, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνει πρόσωπα, κοινές αναφορές και πολιτιστικές συγγένειες. Η αισθητική αξιολόγηση συνυπάρχει έτσι με ένα παράλληλο σύστημα αναγνώρισης, μέσα στο οποίο η ιδεολογική οικειότητα, οι προσωπικές διαδρομές και η θέση στο πολιτιστικό οικοσύστημα αποκτούν τη δική τους βαρύτητα.
Η άνιση κατανομή της προσοχής αφορά τόσο τους συγγραφείς όσο και τα ίδια τα θέματα. Η προδιάθεση αυτή σπάνια παίρνει τη μορφή ρητού αποκλεισμού· λειτουργεί πολύ συχνότερα ως πολιτιστική οικειότητα. Ορισμένες αφηγήσεις εισέρχονται στον δημόσιο διάλογο με τη σιωπηρή εύνοια ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού κλίματος. Άλλες κινούνται έξω από τις κυρίαρχες ευαισθησίες της εποχής, κουβαλούν εξαρχής το βάρος της επιφύλαξης και καλούνται να αποδείξουν τη σοβαρότητα και τη λογοτεχνική τους αξία.
Κάθε κυρίαρχο πολιτιστικό κλίμα διαμορφώνει και τον δικό του λογοτεχνικό κανόνα. Καθώς αναδεικνύονται ορισμένοι συγγραφείς, αποκτούν μαζί τους κύρος οι αφηγηματικοί κόσμοι, οι ήρωες και οι αναγνώσεις της ιστορίας που ενσαρκώνουν. Μερικές αφηγήσεις συναντούν από την πρώτη στιγμή ένα έτοιμο λεξιλόγιο αποδοχής, μια ήδη διαμορφωμένη ηθική και αισθητική γλώσσα που τις υποδέχεται ως αναμενόμενες και αναγκαίες. Άλλες, όσο απαιτητικές ή πρωτότυπες κι αν είναι, ξεκινούν τη διαδρομή τους χωρίς αυτό το πολιτιστικό απόθεμα εμπιστοσύνης.
Η διαδικασία σπανίως γίνεται αντιληπτή από όσους συμμετέχουν σε αυτήν. Κάθε επιμέρους επιλογή μοιάζει εύλογη και κάθε κρίση απολύτως δικαιολογημένη. Το φαινόμενο αποκαλύπτεται μόνο όταν παρατηρήσει κανείς το σύνολο. Τότε γίνεται ορατό ότι στην κατανομή της αναγνώρισης βαρύνουν, μαζί με τη λογοτεχνική ποιότητα των έργων, και οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τα θέματα που αξίζει να βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτιστικής ζωής.
3. Οι αντισυστημικοί του συστήματος
Κάθε πολιτιστική τάξη αποκτά κάποτε και τους δικούς της αντιρρησίες. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παράδοξα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι ότι, τουλάχιστον στο χώρο του βιβλίου, ανάμεσα στους επιδραστικότερους επικριτές του συστήματος βρέθηκαν συχνά άνθρωποι ήδη εγκατεστημένοι στις προνομιακότερες θέσεις του. Δεν βρίσκονταν στις παρυφές του· αποτελούσαν το κέντρο του.
Ο βραβευμένος συγγραφέας μιλούσε για αποκλεισμούς από το βήμα μιας ακόμη βράβευσης. Ο άνθρωπος που είχε ήδη αποκτήσει κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο της περιθωριοποίησης. Και το ακροατήριο, έχοντας συνηθίσει αυτή τη μικρή θεατρική σύμβαση, άκουγε τις διαμαρτυρίες χωρίς να προσέχει το σκηνικό μέσα στο οποίο εκφωνούνταν.
Το φαινόμενο υπερβαίνει την προσωπική υποκρισία και αποκαλύπτει έναν βαθύτερο μηχανισμό κάθε εδραιωμένης πολιτιστικής ηγεμονίας. Όταν μια πολιτιστική τάξη κυριαρχήσει, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως κατεστημένο. Συνεχίζει να αυτοπεριγράφεται με το λεξιλόγιο της αντίστασης, ακόμη και όταν βρίσκεται στο κέντρο των μηχανισμών της αναγνώρισης. Έτσι γεννιέται ένας ιδιότυπος αντισυστημισμός χωρίς πραγματικό αντίπαλο· ένας αντισυστημισμός που ασκείται από ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν, αξιολογούν, βραβεύουν, χρηματοδοτούν και νομιμοποιούν το ίδιο πολιτιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πρωταγωνιστούν.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε κυρίαρχου πολιτιστικού οικοσυστήματος. Κατορθώνει να εμφανίζεται συγχρόνως ως εξουσία και ως αδιάκοπος επικριτής της. Όσο διατηρεί αυτή τη διπλή ιδιότητα, το ηθικό του κύρος παραμένει σχεδόν ανέπαφο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε διαφωνία με το κυρίαρχο πολιτιστικό αφήγημα μπορεί να παρουσιάζεται όχι ως διαφορετική ερμηνεία, αλλά ως ηθική υστέρηση απέναντι σε μια ευαισθησία που έχει ήδη αποκτήσει το κύρος του αυτονόητου.
4. Η οικονομία της ηθικής υπεροχής
Η ηθική νομιμοποίηση ενός πολιτιστικού περιβάλλοντος μεταφέρεται αναπόφευκτα και στα πρόσωπα που το εκπροσωπούν. Στη διαμόρφωση της αναγνώρισης ενός συγγραφέα συνυπολογίζονται περισσότερα από τα βιβλία του. Στη δημόσια ζωή της λογοτεχνίας δρουν και άλλοι, λιγότερο ορατοί παράγοντες. Ανάμεσά τους έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα η ηθική φυσιογνωμία του δημιουργού.
Η λογοτεχνική ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί το θεμελιώδες κριτήριο. Παράλληλα, ο συγγραφέας καλείται, σιωπηλά αλλά διαρκώς, να εκπέμπει το κατάλληλο ηθικό σήμα. Οι παρεμβάσεις, οι ευαισθησίες, οι πρωτοβουλίες, ακόμη και οι αποσιωπήσεις του συνθέτουν μια δεύτερη αφήγηση, η οποία συνοδεύει το έργο και επηρεάζει την πρόσληψή του πριν ακόμη ανοίξει η πρώτη σελίδα.
Η εξέλιξη αυτή ούτε στηρίζεται σε κάποιον άγραφο κανονισμό ούτε προϋποθέτει οργανωμένη απαίτηση. Η δημόσια τοποθέτηση παραμένει προσωπική επιλογή. Όταν όμως συμπίπτει με τις κυρίαρχες ευαισθησίες της πολιτιστικής κοινότητας, προσφέρει στον δημιουργό ένα πρόσθετο απόθεμα αξιοπιστίας. Οι προθέσεις του θεωρούνται ευκολότερα αγαθές και το έργο του εντάσσεται με λιγότερες αντιστάσεις σε ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο αποδοχής.
Η ηθική στάση αποκτά έτσι και μια δεύτερη λειτουργία: μετατρέπεται σε πολιτιστικό κεφάλαιο. Συνοδεύει τη λογοτεχνική αξία και επηρεάζει τους όρους μέσα στους οποίους αυτή αναγνωρίζεται. Η ποιότητα του έργου παραμένει καθοριστική, όμως η δημόσια φυσιογνωμία του δημιουργού μπορεί να διευκολύνει την υποδοχή του και να ενισχύσει το κύρος του. Η δημόσια τοποθέτηση λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερο εξώφυλλο του βιβλίου. Προηγείται της ανάγνωσης, προδιαθέτει την υποδοχή του έργου και επηρεάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ερμηνευθεί.
Οι πολιτικές και κοινωνικές ευαισθησίες αποτελούν φυσικό μέρος της παρουσίας ενός δημιουργού στον δημόσιο χώρο. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν μετατρέπονται, έστω αθέατα, σε στοιχείο πολιτιστικής αξιολόγησης. Τότε οι παρεμβάσεις λειτουργούν και ως διαπιστευτήριο. Όποιος διαθέτει το κατάλληλο ηθικό λεξιλόγιο εκλαμβάνεται ευκολότερα ως άνθρωπος καλών προθέσεων, αξιόπιστος συνομιλητής και δημιουργός που θεωρείται ότι βρίσκεται αυτονόητα στη σωστή πλευρά των πραγμάτων.
Η αποδοχή αυτή αφήνει τυπικά ανέπαφη την αισθητική κρίση, την περιβάλλει όμως με μια ευνοϊκή προδιάθεση που προηγείται συχνά της ανάγνωσης. Το έργο φέρει πλέον ένα πρόσθετο συμβολικό φορτίο, αντλημένο από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα. Όσο ισχυρότερο γίνεται αυτό το φορτίο, τόσο δυσκολότερα διακρίνεται το σημείο όπου τελειώνει η αισθητική αξιολόγηση και αρχίζει η ηθική επιβεβαίωση.
Η ίδια ιεράρχηση επηρεάζει τελικά και την κατανομή της δημόσιας προσοχής. Καθορίζει ποια γεγονότα θεωρούνται αυτονόητα άξια παρέμβασης και ποια μπορούν να περάσουν σχεδόν αθόρυβα. Από την ηθική εικόνα του δημιουργού οδηγούμαστε έτσι στη σημασία όσων μια πολιτιστική κοινότητα επιλέγει να υπερασπιστεί και όσων αφήνει στη σιωπή.
5. Η δημόσια σιωπή
Η δημόσια σιωπή εκλαμβάνεται συνήθως ως ουδέτερη. Συχνά, ωστόσο, λειτουργεί ως μορφή ιεράρχησης. Ακολουθεί τις προτεραιότητες, τις ευαισθησίες και, τελικά, την ηθική γεωγραφία μιας πολιτιστικής κοινότητας.
Οι κοινωνίες αποκαλύπτουν τον εαυτό τους μέσα από όσα επιλέγουν να υπερασπιστούν. Τον αποκαλύπτουν όμως, ίσως ακόμη περισσότερο, μέσα από όσα αφήνουν να περάσουν χωρίς να αισθανθούν την ανάγκη δημόσιας τοποθέτησης. Ορισμένα γεγονότα κινητοποιούν σχεδόν αυτονόητα ανακοινώσεις, συλλογικά κείμενα, παρεμβάσεις και εκκλήσεις. Άλλα, όσο σοβαρά κι αν είναι, μοιάζουν ανίκανα να διαταράξουν την ηθική ηρεμία του ίδιου χώρου.
Κάθε άνθρωπος και κάθε κοινότητα ιεραρχούν αναπόφευκτα τα γεγονότα. Η επιμέρους επιλογή έχει περιορισμένη σημασία. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν η ίδια ιεράρχηση επαναλαμβάνεται με τέτοια κανονικότητα, ώστε να αποκαλύπτει έναν σταθερό τρόπο θέασης του κόσμου. Η σιωπή αποκτά τότε ερμηνευτική αξία: γίνεται ένας τρόπος με τον οποίο μια πολιτιστική κοινότητα περιγράφει, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί, τις πραγματικές της προτεραιότητες.
Η σιωπή διαθέτει ένα προνόμιο που σπανίως έχει ο δημόσιος λόγος. Κάθε ανακοίνωση συνοδεύεται από επιχειρήματα, κάθε καταγγελία από μια εξήγηση, κάθε συλλογική παρέμβαση από μια επίκληση αρχών. Η σιωπή μένει έξω από αυτή την υποχρέωση. Περνά εύκολα απαρατήρητη, ακριβώς επειδή αποφεύγει τις ρητές διατυπώσεις. Κι όμως, πολλές φορές αποκαλύπτει περισσότερα από έναν μακροσκελή δημόσιο λόγο.
Καμία πολιτιστική κοινότητα δεν μπορεί να αντιδρά με την ίδια ένταση σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω της. Η επιλογή είναι αναπόφευκτη· το κρίσιμο ζήτημα αφορά τα κριτήρια που την καθορίζουν. Πότε μια υπόθεση θεωρείται αυτονόητα άξια κινητοποίησης και πότε αντιμετωπίζεται ως γεγονός που μπορεί να περάσει χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό;
Όσο αυτές οι επιλογές παραμένουν περιστασιακές, η ερμηνευτική τους σημασία είναι περιορισμένη. Όταν όμως επαναλαμβάνονται με συνέπεια επί δεκαετίες παύουν να αποτελούν απλή συγκυρία και μετατρέπονται σε πολιτιστικό χαρακτηριστικό. Οι παρεμβάσεις σχηματίζουν τότε ένα σταθερό μοτίβο. Το ίδιο και οι σιωπές.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία τους. Φωτίζουν τα γεγονότα που κρίνονται ανεπαρκή για να διαταράξουν τις βεβαιότητες μιας πολιτιστικής κοινότητας. Γι’ αυτό αποτελούν συχνά ασφαλέστερο οδηγό για την κατανόησή της από τις πιο εύγλωττες διακηρύξεις της.
6. Η ομοφωνία ως κοινή λογική
Με την πάροδο του χρόνου, οι επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις, ευαισθησίες και σιωπές χάνουν το χαρακτήρα της επιλογής και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου. Εκείνο που κάποτε αποτελούσε μια από τις πολλές δυνατές οπτικές γωνίες αρχίζει να εμφανίζεται ως η μόνη εύλογη στάση απέναντι στα πράγματα.
Η μεγαλύτερη νίκη κάθε πολιτιστικής ηγεμονίας είναι ότι απαλλάσσεται από την ανάγκη να απολογείται για τον εαυτό της. Όταν μια επιμέρους εκδοχή του κόσμου ταυτιστεί με τον ίδιο τον κόσμο, η ομοφωνία παύει να γίνεται αντιληπτή ως επιλογή. Οι κοινές παραδοχές σταθεροποιούνται τόσο, ώστε λησμονείται η ιστορική και ιδεολογική τους καταγωγή. Απομένουν ως φυσική τάξη των πραγμάτων.
Οι αξίες του κυρίαρχου πολιτιστικού κλίματος εμφανίζονται τότε ως αυτονόητες, οι προτιμήσεις του ως φυσικές και οι αισθητικές ή ηθικές επιλογές του ως ουδέτερα κριτήρια. Κάθε διαφορετική προσέγγιση βρίσκεται σχεδόν υποχρεωμένη να δικαιολογήσει τη θέση της.
Οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν αυτή τη διαδικασία ως υπεράσπιση της λογικής, της ευαισθησίας, της δημοκρατίας ή του ανθρωπισμού. Οι έννοιες αυτές διαθέτουν ασφαλώς καθολική αξία. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μία μόνο ερμηνεία τους αποκτά το κύρος της μοναδικής εύλογης εκδοχής και οι υπόλοιπες αντιμετωπίζονται ως ηθικά ή πνευματικά ύποπτες.
Ο βασικός ορίζοντας της συναίνεσης προϋπάρχει πλέον κάθε επιμέρους αντιπαράθεσης. Ο νέος συγγραφέας, ο νέος κριτικός ή ο νέος πανεπιστημιακός εισέρχεται σε ένα χώρο όπου οι θεμελιώδεις βεβαιότητες έχουν παγιωθεί. Τις μαθαίνει όπως μαθαίνει κανείς μια γλώσσα: μέσα από τη συνεχή χρήση της. Πολύ πριν συγκροτήσει τη δική του κρίση, έχει αποκτήσει το λεξιλόγιο με το οποίο θα την εκφράσει.
Όταν εδραιωθεί, η ομοφωνία δεν εξαλείφει τη διαφωνία· οριοθετεί το πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να εκδηλωθεί. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται, αλλά εκτυλίσσονται συνήθως μέσα στο ίδιο σύστημα παραδοχών. Η αμφισβήτηση περιορίζεται σε επιμέρους κρίσεις, ενώ οι θεμελιώδεις βεβαιότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαφωνία συναντά συχνά όχι μόνο αντίρρηση αλλά και απορία. Αντιμετωπίζεται περισσότερο ως παρέκκλιση από έναν καθιερωμένο ηθικό και πολιτιστικό ορίζοντα παρά ως διαφορετική κρίση. Οι όροι του διαλόγου έχουν καθοριστεί πολύ πριν αρχίσει ο ίδιος.
Αυτό εξηγεί γιατί πολλές δημόσιες αντιπαραθέσεις μοιάζουν να έχουν ολοκληρωθεί πριν ακόμη εκδηλωθούν. Τα επιχειρήματα διατυπώνονται, όμως οι προϋποθέσεις της αξιολόγησής τους έχουν ήδη τεθεί. Ορισμένες θέσεις εισέρχονται με το πλεονέκτημα της αδιαμφισβήτητης σοβαρότητας. Άλλες καλούνται, πριν ακόμη ακουστούν, να δικαιολογήσουν το ίδιο το δικαίωμά τους να συμμετάσχουν.
Ίσως αυτή να είναι η λεπτότερη μορφή πολιτιστικής επιρροής. Αντί να υπαγορεύει τι πρέπει να σκεφτούν οι άνθρωποι, ορίζει το σημείο από το οποίο αρχίζουν να σκέφτονται. Όταν ακόμη και η αφετηρία θεωρηθεί φυσική, η ισχύς παύει να γίνεται αντιληπτή ως ισχύς. Βιώνεται απλώς ως κοινή λογική.
7. Η ηθική ως αισθητικό κριτήριο
Η κοινή αυτή λογική εισχωρεί τελικά και στην αισθητική κρίση. Όσα έχουν αποκτήσει το κύρος του ηθικά αυτονόητου επηρεάζουν σταδιακά και την αξιολόγηση του ίδιου του έργου. Η αισθητική κρίση θεωρείται η πλέον αυτόνομη μορφή κρίσης, προσηλωμένη στη γλώσσα, στη δομή, στο ύφος, στην πρωτοτυπία και στην αφηγηματική δύναμη. Η ιστορία της λογοτεχνίας δείχνει, ωστόσο, ότι διαμορφώνεται πάντοτε μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον. Κάθε κοινωνία διαμορφώνει, μαζί με τα λογοτεχνικά της πρότυπα, και μια αντίληψη για το έργο που θεωρεί πνευματικά γενναίο, κοινωνικά αναγκαίο ή ηθικά σημαντικό.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην αλληλεπίδραση ηθικής και αισθητικής. Η ηθική αποδοχή ενός έργου δημιουργεί ευνοϊκή προδιάθεση απέναντι στην αισθητική του αξία, ενώ η λογοτεχνική επιτυχία προσδίδει με τη σειρά της κύρος στις ιδέες και στις ευαισθησίες που το συνοδεύουν. Οι δύο μορφές αναγνώρισης αρχίζουν έτσι να ενισχύουν η μία την άλλη.
Ορισμένα βιβλία καλούνται συγχρόνως να αναγνωριστούν ως επιτυχημένα λογοτεχνικά έργα και να ανταποκριθούν στις κυρίαρχες πολιτιστικές ευαισθησίες της εποχής τους. Η ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση της αναγνώρισης, συνοδεύεται όμως από έναν ηθικό ορίζοντα που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το έργο διαβάζεται, συζητείται και τελικά αξιολογείται.
Αυτό εξηγεί γιατί δύο βιβλία αντίστοιχης λογοτεχνικής δύναμης μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετική δημόσια διαδρομή. Η υποδοχή τους εξαρτάται από τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική τους αρτιότητα. Βαρύνει όμως και η ευκολία με την οποία εντάσσονται στο κυρίαρχο πολιτιστικό λεξιλόγιο. Η αισθητική κρίση διαμορφώνεται πάντοτε μέσα στην Ιστορία.
Κάθε συγγραφέας αντιλαμβάνεται, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε διαισθητικά, ποιες αφηγήσεις συναντούν ευκολότερα την αποδοχή, ποια θέματα αναγνωρίζονται ως σημαντικά και ποιοι τρόποι γραφής θεωρούνται ώριμοι, υπεύθυνοι ή σύγχρονοι. Συνήθως δεν πρόκειται για υπολογισμό, αλλά για μια αργή εσωτερίκευση του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Οι προσδοκίες του ενσωματώνονται στον τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός βλέπει τον κόσμο και, τελικά, στον τρόπο με τον οποίο γράφει.
Η αισθητική αξιολόγηση αρχίζει έτσι να λειτουργεί και ως μέτρο πολιτιστικής οικειότητας. Ορισμένα έργα αναγνωρίζονται ευκολότερα επειδή συνομιλούν με ένα εδραιωμένο σύστημα αξιών και ευαισθησιών. Άλλα, ακόμη και όταν διαθέτουν ανάλογη λογοτεχνική δύναμη, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αποκτήσουν την ίδια αναγνώριση, επειδή κινούνται έξω από τον κυρίαρχο ορίζοντα προσδοκιών.
Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το ποια βιβλία θεωρούνται καλά στο τι σημαίνει, σε κάθε ιστορική περίοδο, ένα καλό βιβλίο. Αφηγηματικοί κόσμοι, τύποι ηρώων, αναγνώσεις της Ιστορίας και μορφές κοινωνικής ευαισθησίας συνδέονται σταδιακά με την ίδια την έννοια της λογοτεχνικής ποιότητας. Κάθε γενιά κληροδοτεί έτσι στην επόμενη τα βιβλία που ανέδειξε και τα κριτήρια με τα οποία τα αξιολόγησε.
Η αισθητική κρίση παραμένει αισθητική κρίση. Συγχρόνως, όμως, λειτουργεί ως επιβεβαίωση ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού ορίζοντα. Γι’ αυτό οι λογοτεχνικοί κανόνες μεταβάλλονται με την εμφάνιση σπουδαίων συγγραφέων και με τις αλλαγές στην εικόνα που μια κοινωνία σχηματίζει για τον εαυτό της. Τότε αλλάζουν αθόρυβα τα βιβλία που γράφονται και εκείνα που θεωρούνται αυτονόητα σημαντικά. Μαζί τους μετακινείται και η ίδια η λογοτεχνική μνήμη.
8. Η κριτική που δεν γράφτηκε ποτέ
Η ιστορία της λογοτεχνίας διατηρεί πάντοτε ένα αόρατο κεφάλαιο: εκείνο που δεν θα γραφτεί ποτέ.
Θα μείνει για πάντα άγνωστο ποια έργα θα είχαν ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή αν είχαν συναντήσει την κατάλληλη στιγμή την προσοχή που τους αναλογούσε. Κάθε λογοτεχνικός κανόνας διαμορφώνεται τόσο από τα βιβλία που αναγνωρίστηκαν όσο και από εκείνα τα οποία το ενδιαφέρον των συγχρόνων τους τα προσπέρασε.
Κάθε εποχή φωτίζει διαφορετικά τη βιβλιοθήκη που παραλαμβάνει. Ορισμένα βιβλία έρχονται στο προσκήνιο, άλλα υποχωρούν σχεδόν ανεπαίσθητα στη σκιά. Τα ίδια παραμένουν στη θέση τους· αλλάζουν τα ερωτήματα, οι εμπειρίες και οι ευαισθησίες με τις οποίες τα πλησιάζει κάθε γενιά. Έτσι μετακινούνται αθόρυβα το κέντρο και οι παρυφές της λογοτεχνικής μνήμης. Ο χρόνος θυμάται μόνο ένα μέρος από όσα του παραδόθηκαν. Ανάμεσα σε όσα χάθηκαν βρίσκονται και οι κρίσεις που δεν διατυπώθηκαν ποτέ.
Πολλά βιβλία επέζησαν μιας εχθρικής υποδοχής. Άλλα γνώρισαν τον ενθουσιασμό της εποχής τους και αργότερα ξεχάστηκαν. Για ορισμένα, όμως, η σιωπή υπήρξε η μοναδική κριτική.
Κάθε αναγνώστης κληρονομεί μια ήδη ταξινομημένη βιβλιοθήκη. Μαζί με τα βιβλία που του έχουν υποδειχθεί ως σημαντικά, παραλαμβάνει και μια πρώτη εικόνα της λογοτεχνίας, πολύ πριν διαμορφώσει τη δική του κρίση.
Η εικόνα αυτή μοιάζει τόσο αυτονόητη ώστε σπάνια γίνεται αντικείμενο σκέψης. Μαζί με τη λογοτεχνία, κάθε γενιά κληρονομεί και την ιεράρχηση που τη συνοδεύει. Οι μεγάλες λογοτεχνικές ανακαλύψεις αρχίζουν συχνά τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να κοιτάξει πέρα από αυτή την κληρονομημένη τάξη των πραγμάτων.
Ο λογοτεχνικός κανόνας αποτελεί ταυτόχρονα πράξη μνήμης και πράξη λήθης. Κάθε βιβλιοθήκη συγκροτείται από τα βιβλία που διασώθηκαν στα ράφια της και από εκείνα που έχασαν την ευκαιρία να δοκιμαστούν πραγματικά μέσα στο χρόνο. Αναζητούμε μόνο όσα έχουμε μάθει ότι υπάρχουν. Η λήθη καθιστά αόρατη την ίδια την απώλεια.
Ίσως γι’ αυτό κάθε μεγάλη ανάγνωση αρχίζει από μια μικρή πράξη δυσπιστίας απέναντι στον διαμορφωμένο κανόνα: από την περιέργεια να αναζητήσει όσα έμειναν έξω από το φως, να ξανανοίξει βιβλία που η εποχή τους προσπέρασε και να δοκιμάσει ξανά τη δύναμή τους. Η ιστορία της λογοτεχνίας γράφεται από όσα θυμόμαστε. Κάποτε όμως αλλάζει πορεία, επειδή κάποιος αποφασίζει να ανασύρει από τη λήθη όσα οι προηγούμενοι είχαν αφήσει να χαθούν.
Ως λάτρης της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και θαυμάστρια των έργων του Ομήρου, ανυπομονούσα για τη νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, The Odyssey. Είχα ακούσει διάφορες κριτικές από όσα είχαν διαρρεύσει από τα γυρίσματα, δεν με ενδιέφερε το κάστινγκ, πέρα από το αυτονόητο, να μπορέσουν οι ηθοποιοί να υποστηρίξουν τους χαρακτήρες. Η αλήθεια είναι ότι, παρά τις κριτικές, είχα εμπιστοσύνη στις σκηνοθετικές ικανότητες του Νόλαν, καθώς έχω δει τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες του. Και προσδοκούσα ένα έργο που θα πλησίαζε νοηματικά το μεγαλείο του ομηρικού έπους.
Αρχικά, ο Οδυσσέας της ταινίας (Ματ Ντέιμον) ξεκινάει να αφηγείται την ιστορία του από το νησί της Καλυψώς αντί να το κάνει από τη χώρα των Φαιάκων – και, για να είμαστε ακριβείς, αφαιρεί απολύτως τους Φαίακες. Με αυτό τον τρόπο χάνεται όλη η σκηνή του παρ’ ολίγον πνιγμού του Οδυσσέα, η τομή της αποκορύφωσης της αφήγησης.
Μετά έχουμε τον «Κανένα», ή μάλλον την παράλειψή του. Ο «Κανένας» ήταν ιδανική ευκαιρία να φανεί η προσωπικότητα του ήρωα και οι δυνατότητες του ηθοποιού που τον ενσαρκώνει, πράγμα που δεν συνέβη στη σκηνή του Κύκλωπα, όπως και σε καμία άλλη σκηνή... Γενικά όλος ο δυναμισμός, το κύρος, η ηγετική ικανότητα και η προσωπικότητα του Οδυσσέα δίνει την εντύπωση ότι αφαιρέθηκε προκειμένου να δοθεί στην Πηνελόπη. Με αυτόν τον τρόπο, ο Οδυσσέας έμοιαζε έρμαιο τον καταστάσεων. Και για μένα προσωπικά, η μεγαλύτερη αδικία προς τον χαρακτήρα του ήταν στο νησί της Καλυψώς.
Στην ταινία, η χώρα των Λωτοφάγων παραβλέπεται εντελώς. Αντ’ αυτού, η σκηνοθεσία τοποθετεί την Καλυψώ να του δίνει τον λωτό ώστε να παραμείνει στο νησί.
Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος έκανε τον Οδυσσέα απόλυτα συνειδητοποιημένο σχετικά με τον τόπο, το χρόνο και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Έτσι, όταν η Καλυψώ θέλησε να τον κάνει σύζυγό της, του έδωσε μια δοκιμασία, μια ακαταμάχητη πρόταση: την αθανασία. Ο Οδυσσέας ήταν ένας σπουδαίος ήρωας, γιατί έκανε κάτι το ασυναγώνιστο: έβαλε τις ευθύνες του και την ανθρώπινη φύση του πάνω από τη θεϊκή υπόσταση. Αφαιρώντας του αυτό το δίλημμα, ο Νόλαν αφαίρεσε ένα από τα βαθύτερα νοήματα της Οδύσσειας, όπως έκανε και με πολλά άλλα. Ο Οδυσσέας της Οδύσσειας ήταν ένας άνθρωπος που πλήρωσε το τίμημα επειδή πίστευε ότι μπορούσε να τα λύσει όλα με τη λογική και με την πανουργία του. Ο Οδυσσέας του Νόλαν είναι ένας άνδρας που αποφεύγει να αντιμετωπίσει τις πράξεις του και οδηγείται από τις τύψεις του. Είναι ένας άλλος ήρωας, μια άλλη ιστορία – και αλλά τα νοήματά της.
Προσωπικά, την ταινία τη χάρηκα αρκετά. Και υπήρξαν σημεία που συμπεριέλαβε πολλές πληροφορίες από το πρωτότυπο κείμενο. Κατά τη γνώμη μου, είναι μια καλή ταινία. Απλώς, εξυπηρετεί διαφορετικούς στόχους, γι’ αυτό και θεωρώ ότι έπρεπε να της έχει δοθεί ένας διαφορετικός τίτλος. Γιατί αυτό που είδα είναι ευχάριστο, αλλά όχι η Οδύσσεια.
Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.
Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.
Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.
Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.
Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.
Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.
Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.
Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.
Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.
Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.
Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.
Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.
Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.
Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.
Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.
Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Δύο μερόνυχτα πάλευε με τα κύματα, γραπωμένος πάνω σε ένα μαδέρι. Η τρικυμία δεν έλεγε να κοπάσει – σαν να την είχε στείλει ο αρχαίος θεός Ποσειδώνας, που τον είχε άχτι. Μετά, το ίδιο ξαφνικά όπως άρχισε, η θαλασσοταραχή έπεσε –πάλι σαν από θεϊκή παρέμβαση– και το πέλαγος έγινε λάδι. Μπόρεσε έτσι να προσεγγίσει την ακτή του νησιού, όπου οι φιλόξενοι κάτοικοι της Σχερίας τον περισυνέλεξαν, τον περιποιήθηκαν και τον φρόντισαν. Το μαδέρι το κράτησαν οι ντόπιοι, ως έκθεμα για το μελλοντικό τους λαογραφικό μουσείο.
Το βράδυ είχε πια συνέλθει. Μετά το δείπνο, όπως συνηθιζόταν τότε, έπρεπε να διηγηθεί την ιστορία του σε ανταπόδοση της φιλοξενίας. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμόζεται στην εποχή του», είπε, αφού σηκώθηκε από το τραπέζι, ενώ έβγαζε το λάπτοπ και τον φορτιστή από τη στεγανή τους θήκη. Ήταν το μόνο αντικείμενο που μπόρεσε να διασώσει από το ναυάγιο. «Κι εσείς 220 δεν έχετε;» ρώτησε καλού κακού, και έβαλε το φις του φορτιστή στην πρίζα.
«Αυτό το μηχάνημα με έχει σώσει», τους εξήγησε. «Πολλές φορές το συμβουλεύομαι, γιατί δεν θέλω να παρεκκλίνω (πλην σπανίων εξαιρέσεων) από όσα έχει προδιαγράψει ο Όμηρος». Άνοιξε το PowerPoint και ξεκίνησε να ξετυλίγει το κουβάρι της αφήγησης. Στο βασιλικό παλάτι δεν ακουγόταν κιχ. Ο Αλκίνοος, η γυναίκα του η Αρήτη και οι ευγενείς του τόπου (των οποίων οι απόγονοι, πολύ αργότερα, θα τρούπωναν στο Libro d'Oro και θα ανέβαιναν σε πολυτελή γιοτ, ως παρακολουθήματα και ντεκόρ πρέσβεων και δισεκατομμυριούχων) περίμεναν με ανυπομονησία τη διήγηση του Οδυσσέα. Αφού πρώτα τους εξήγησε ότι αυτά τα πράγματα οφείλουν να λέγονται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση –εκτός κι αν μιλάμε για το Χόλιγουντ, το οποίο, κακό του κεφαλιού του, παρέλειψε εντελώς τη νήσο των Φαιάκων– ξεκίνησε τη διήγηση in medias res, εφευρίσκοντας τον όρο πολύ πριν φτιαχτεί η γλώσσα που θα τον περιείχε.
Και ο Οδυσσέας τους αντάμειψε με το παραπάνω. Τους μίλησε για την Κίρκη και για το πόσο θελκτικές μπορεί να γίνουν οι μάγισσες, αποδεικνύοντας ότι το «τραβάτε με κι ας κλαίω» ευδοκιμεί και στα παραμύθια, κάτι που –σε παραλλαγή– του συνέβη και με τις Σειρήνες. Τους έδειξε φωτογραφίες με τους ροδαλούς και στρουμπουλούς συντρόφους του να χαμογελούν, πριν η μάγισσα τους μεταμορφώσει (ξανά) σε νεότερους και ομορφότερους από πριν. Τους έδειξε και πολλές άλλες. Μόνο από την κατάβαση στον Άδη δεν τους έδειξε τίποτα, εξηγώντας ότι εκεί, αφενός απαγορευόταν αυστηρά η φωτογράφηση και η βιντεοσκόπηση ένεκα GDPR-Hades version , αφετέρου οι ψυχές δεν αποτυπώνονται στη φωτογραφική πλάκα, καθότι σκιερές και αόρατες. Την τελευταία διαφάνεια, με τον λιτό τίτλο «Εκκρεμότητες», την προσπέρασε βιαστικά· εσωτερικό θέμα, είπε, που θα λυνόταν εντός των ημερών.
Σε όλη τη διάρκεια της παρουσίασης, ο Αλκίνοος σκεφτόταν πόσο δαιμόνιος μάνατζερ ήταν αυτός ο άνθρωπος και πόσο θα απογείωνε την τουριστική ανάπτυξη της νήσου. Του πρότεινε πάραυτα να νυμφευθεί την κόρη του τη Ναυσικά (μικρή σημασία είχε που η κοπέλα απουσίαζε από τη βασιλική αίθουσα) και να τον διαδεχθεί στο θρόνο. Όταν ο Οδυσσέας αντιπρότεινε ότι δεν μπορεί να τροποποιεί αυθαίρετα τους γραμμένους μύθους, ο γέρος βασιλιάς του γύρεψε να κάνει μια εξαίρεση και να «πειράξει» λίγο τα κείμενα, υποσχόμενος ακόμα πιο πλουσιοπάροχα ανταλλάγματα. Ο Οδυσσέας αποκρίθηκε ότι είχε ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια παραποιήσεων: όταν ζούσε ζωή χαρισάμενη με την Κίρκη δεν ήθελε να φύγει στο τρίμηνο, όπως προέβλεπε το αρχικό σενάριο. Έκανε λοιπόν μια μικρή λαθροχειρία στο κείμενο, παρατείνοντας τη διαμονή του στον ένα χρόνο, αφού πρώτα απέσπασε τη δέσμευση της Κίρκης να μην καταναλώνεται στο παλάτι της χοιρινό. Βέβαια, ο Οδυσσέας θα μπορούσε να αλλάξει την πλοκή έτσι κι αλλιώς (επειδή «μια φορά είναι σαν καμία»), αλλά η άρνησή του δεν ήταν παρά άλλο ένα ψέμα στο βιογραφικό τού πιο διάσημου ψεύτη της αρχαιότητας. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς πόσο ισχυρό πράγμα είναι τελικά αυτός ο νόστος.
Ο γερο-Αλκίνοος δεν επέμεινε άλλο. Όταν ο Οδυσσέας ολοκλήρωσε το presentation, του δήλωσε πως θα ήταν κρίμα κι άδικο κοτζάμ βασιλιάς να επιστρέψει στην Ιθάκη με το πλοίο της γραμμής. Έτσι, έθεσε στη διάθεσή του τη βασιλική θαλαμηγό, καύσιμα, προμήθειες και εικοσαμελές πλήρωμα. «Μην παραξενευτείς αν τους δεις μελαψούς», τον καθησύχασε· «στις μέρες μας κανένας Έλληνας δεν καταδέχεται να μπαρκάρει. Και μη νομίζεις πως είναι Κόλχοι: Πακιστανοί είναι όλοι τους».
Ο Οδυσσέας τους αποχαιρέτησε, σάλπαρε και σε χρόνο μηδέν έφτασε στην Ιθάκη. Εκεί, για να μη γίνει αντιληπτός , βγήκε στη στεριά με Zodiac. Στην ακτή τον περίμεναν ο Τηλέμαχος, με ένα μακρόστενο δέμα τυλιγμένο σε μουσαμά παραμάσχαλα, και ο γέρικος σκύλος του, ο Άργος (απλή συνωνυμία με το γνωστό πρακτορείο Τύπου), ο οποίος έπνεε τα λοίσθια. Ο αείποτε πολυμήχανος Οδυσσέας προσάρμοσε μια μικροσκοπική κάμερα –που του προμήθευσε ο Τηλέμαχος– στο περιλαίμιο του Άργου και τον έστειλε στο παλάτι για αναγνώριση και κατόπτευση. Αμέσως μετά, ο Άργος, υπακούοντας πιστά στις βουλές του δημιουργού του, απεδήμησε εις Κύριον.
Κατόπιν, ο Οδυσσέας κίνησε για το παλάτι προκειμένου να καθαρίσει τα του οίκου του. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμόζεται στην εποχή του και να μην ταλαιπωρείται ασκόπως με τόξα», επανέλαβε, φυσώντας την κάννη του Καλάσνικοφ που του είχε πασάρει ο Τηλέμαχος και το οποίο ακόμη κάπνιζε. Αφού το κρέμασε σε ένα καρφί πάνω από το τζάκι, χύθηκε στην αγκαλιά της ακλόνητα πιστής συζύγου του. «Πολυαγαπημένη μου σύζυγε Πηνελόπη! Δεν το πιστεύω· ίδια κι απαράλλαχτη είσαι, σαν να μην πέρασε μια μέρα από πάνω σου— κι ας πέρασαν είκοσι χρόνια!».
«Μπορεί εδώ να είμαστε επαρχία, πολυαγαπημένε μου σύζυγε», απάντησε εκείνη, «αλλά έχουν φτάσει και στα μέρη μας οι τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις της γυναικείας ομορφιάς: μπότοξ, λίφτινγκ, λιποαναρρόφηση. Αλλιώς πώς θα μπορούσα να σε κρατήσω κοντά μου, μετά από όσα έχω διαβάσει για σένα στα ομηρικά έπη;»
Ο Οδυσσέας δεν αποκρίθηκε στη θυμαρή του άλοχο· τον απασχολούσαν άλλα, πολύ πιο σοβαρά ζητήματα διακυβέρνησης. Ανησυχώντας για την οικονομική κατάσταση του βασιλείου μετά την επιδρομή των αδηφάγων μνηστήρων, προσέλαβε αμέσως τον διεθνούς φήμης οίκο McKinsey για διαχειριστικό έλεγχο, προκειμένου να μην αναγκαστεί να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και διασυρθεί — ή, ακόμη χειρότερα, στους Αθηναίους, οι οποίοι μπορεί να μην είχαν φτάσει ακόμη στην απόλυτη ακμή τους, αλλά είχαν αρχίσει να αποκτούν επικίνδυνα ιμπεριαλιστικά χούγια.
Αφού συμμάζεψε λοιπόν τα οικονομικά του βασιλείου, έπεμψε δύο κήρυκες. Τον έναν, τον Μέδοντα, τον έστειλε σε γνωστό και μη εξαιρετέο Έλληνα πολιτικό που είχε σφετεριστεί βέβηλα το brand name του βασιλείου του, προκειμένου να κάνει το δικό του rebranding. Τον άλλον, τον πιστό Ευρυβάτη, τον έστειλε στον Χριστόφορο Νόλαν, στη νεαρά τότε Αλβιώνα.
Όταν οι κήρυκες έφτασαν στους προορισμούς τους, ύψωσαν το κηρύκειο –τη διπλωματική ασυλία της εποχής– και διάβασαν με βροντερή φωνή το μήνυμα. Ο βασιλιάς της Ιθάκης Οδυσσέας τους προσκαλούσε στην επικράτειά του ASAP, καλύπτοντας πλήρως τα έξοδα μετακίνησης και παρέχοντάς τους πλουσιοπάροχη διαμονή στο παλάτι. Κατόπιν τους διαμήνυε ότι δεν ήταν αρμόζον να νέμονται μόνοι τους τα λάφυρα, ιδιοποιούμενοι ξένα περιουσιακά στοιχεία και ουδέποτε λήξαντα πνευματικά δικαιώματα. Παρόλο που το κηρύκειο δεν αποτελούσε τυπικό εξώδικο, τους καλούσε στο παλάτι για να τα βρουν σε μια δίκαιη μοιρασιά. Τους υπενθύμιζε, μάλιστα, ότι δεν τους συνέφερε να διαλέξουν τη δικαστική οδό, διότι η δικαιοσύνη ήταν πάντα με το μέρος των βασιλέων.
Μάλιστα, διέταξε τους δύο κήρυκες, μετά το τέλος του επίσημου ανακοινωθέντος, να διηγηθούν στους οιονεί καλεσμένους του με το νι και με το σίγμα τι είχε συμβεί με τους μνηστήρες — ο Μέδων, άλλωστε, θα μιλούσε ως αυτόπτης μάρτυρας, μια και η ζωή του του είχε χαριστεί μόλις πρόσφατα. Και κατέληξαν πως ο Οδυσσέας δεν θα τους άφηνε σε χλωρό κλαρί αν δεν αποδέχονταν την πρόσκληση.
Τη συνέχεια δυστυχώς δεν τη γνωρίζουμε, διότι η Οδύσσεια τελειώνει λίγες μέρες μετά τη μνηστηροφονία. Μετά τη ραψωδία ω΄ κανένα σίκουελ δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Ωστόσο, και οι δύο προσκεκλημένοι του Οδυσσέα –δημόσια πρόσωπα με εκσυγχρονισμένη άποψη για τα πράγματα– είναι ακόμη ζωντανοί και καλά στην υγεία τους, που σημαίνει ότι μάλλον πήγαν στο ραντεβού και επέζησαν. Αυτούς πρέπει να ρωτήσουμε για λεπτομέρειες.
Ο Ουμπέρτο Έκο είχε γράψει κάτι πολύ σωστό:
Ο όρος φασισμός προσαρμόζεται σε όλες τις περιστάσεις, επειδή είναι δυνατόν να αφαιρέσουμε από ένα φασιστικό καθεστώς ή μια ομάδα μια ή περισσότερες πλευρές και πάντα να μπορούμε να τα αναγνωρίζουμε ως φασιστικά. Αφαιρέστε από τον φασισμό τον ιμπεριαλισμό και θα έχετε τον Φράνκο και τον Σαλαζάρ. Βγάλτε τον αποικιοκρατισμό και θα έχετε τον φασισμό των Βαλκανίων. Προσθέστε στον ιταλικό φασισμό έναν ριζοσπαστικό αντικαπιταλισμό και θα έχετε τον Έζρα Πάουντ. Προσθέστε τη λατρεία της κέλτικης μυθολογίας και τον μυστικισμό του Γκράαλ και θα έχετε έναν από τους πιο σεβάσμιους φασίστες γκουρού, τον Τζούλιους Έβολα.
Δυστυχώς, ο σπουδαίος Ιταλός στοχαστής που πέθανε πριν από δέκα χρόνια, τον Φεβρουάριο του 2016, δεν έζησε αρκετά για να δει τη διάδοση μιας ιδεολογικής χίμαιρας που συνδυάζει φασιστικά ένστικτα, παράλογο δικαιωματσμό και λαγνεία προς τον ακραίο ισλαμισμό. Γιατί αν ο Έκο έβλεπε την σημερινή κατάντια σίγουρα θα κατέληγε στο παραπάνω απόφθεγμα: «Προσθέστε τον δικαιωματισμό, το μίσος κατά της Δύσης και την αμάθεια για την ιστορία, την ανθρωπογεωγραφία και τις θρησκείες της Μέσης Ανατολής και θα έχετε τον σύγχρονο Αριστερό Ισλαμοφασισμό».
Στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του δόγματος «διαμαρτύρομαι άρα υπάρχω», αυτός ο αριστερός ισλαμοφασιμός φαίνεται ότι εξελίσσεται σε μέσο ύπαρξης της σύγχρονης Αριστεράς. Φέτος, την έναρξη του πογκρόμ την κήρυξε ο Ρουβίκωνας, με τις παρελάσεις μελών του σε ναζιστικούς σχηματισμούς στη Θεσσαλονίκη, στις 27/6/2026. Τις προάλλες, μικροί όχλοι μελανοχιτώνων στα νησιά, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη βγήκαν προς άγραν Ισραηλιτών τουριστών. Οι «αγνές» τους προθέσεις έγιναν φανερές με τον προπηλακισμό του ζεύγους των τουριστών στην Αθήνα.
Είναι πλέον φανερό ότι, για πρώτη φορά μετά την εξάρθρωση της Χρυσής Αυγής, η χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με την έξαρση ενός ακόμα φασιστικού κινήματος για το οποίο δεν κάνει απολύτως ΤΙΠΟΤΑ για να το αντιμετωπίσει. Πού είναι οι εισαγγελείς με τον αντιρατσιστικό νόμο; Που είναι οι καταδικαστικές ανακοινώσεις κυβέρνησης και κομμάτων; Πουθενά, ΤΙΠΟΤΑ.
Οι αμνοί σιωπούν, περιμένοντας έναν νέο επίδοξο σφαγέα να μεγαλώσει...
Τα τελευταία σχεδόν τρία χρόνια, λίγες μόνο μέρες μετά το Μαύρο Σάββατο της 7ης Οκτωβρίου 2023, το κύμα μίσους εναντίον των Εβραίων και του Ισραήλ έχει αυξηθεί ραγδαία και έχει οδηγήσει σε δολοφονική βία εναντίον Εβραίων στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία.
Ταυτόχρονα όμως αναπτύσσεται ένα κύμα εβραϊκής εθνικιστικής βίας που εκδηλώνεται στα εδάφη της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, με αποκορύφωμα μια δήθεν βόλτα Ισραηλινών εποίκων την Πέμπτη 23 Ιουλίου που προκάλεσε τον θάνατο 2 Εβραίων και 4 Παλαιστινίων*.
Κι αν για το μίσος εναντίον των Εβραίων και του Ισραήλ, αρκούν πλεκτάνες, συνωμοσίες και ψευδείς ειδήσεις, η δράση Ισραηλινών Εβραίων εθνικιστών ρίχνει λάδι στη φωτιά του μίσους. Δεν χρειάζεται άλλωστε να είσαι «προοδευτικός» αριστερός για να απεχθάνεσαι τον Ισραηλινό εθνικιστή που κακοποιεί Παλαιστίνιους ή βανδαλίζει τζαμιά. Η μεγάλη πλειονότητα των Ισραηλινών πολιτών αποκηρύσσει αυτούς τους τύπους που δεν απέχουν πολύ από τους κοινούς τρομοκράτες.
Η βία Ισραηλινών εθνικιστών υπήρχε και στο παρελθόν. Το Ισραήλ άλλωστε είναι μια χώρα δυτικού τύπου και, όπως ακριβώς σε ολόκληρη τη Δύση, υπάρχουν και φασίστες. Η διαφορά όμως, από το παρελθόν είναι ότι όσοι ασκούσαν βία συλλαμβάνονταν και η Ισραηλινή Δικαιοσύνη επέβαλλε τις προβλεπόμενες ποινές. Η κυβέρνηση, ο στρατός, η αστυνομία λειτουργούσαν για να περιορίσουν την εθνικιστική βία. Σήμερα όμως, το πρόβλημα επιδεινώνεται, επειδή αυτή η μερίδα των Εθνικιστών Εποίκων (διότι υπάρχουν και πολλοί Εβραίοι έποικοι στη Ζώνη C όπως διαμορφώθηκε στις συμφωνίες του Όσλο, που συμβιώνουν αρμονικά με τους Παλαιστίνιους κατοίκους) εκμεταλλεύονται την ανοχή της κυβέρνησης και την υποστήριξη που λαμβάνουν από ορισμένους υπουργούς της, παρά τις συστάσεις της στρατιωτικής διοίκησης για την αυστηροποίηση των μέτρων εναντίον τους προκειμένου να αποφεύγονται εντάσεις με τον παλαιστινιακό πληθυσμό.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, αναδεικνύεται το πνεύμα της ισραηλινής Ακροδεξιάς που ουδεμία σχέση έχει με τη σιωνιστική ιδέα όπως διατυπώθηκε από τον Θεόδωρο Έρτσελ και τους σκαπανείς του εβραϊκού κράτους. Η ηγεσία του σιωνιστικού κινήματος αποδέχθηκε πλήρως την απόφαση του ΟΗΕ του 1947 για τη δημιουργία του εβραϊκού κράτους στα προκαθορισμένα σύνορα, δίπλα σε ένα αραβικό κράτος. Το σιωνιστικό κίνημα έκτιζε κάθε σπιθαμή γης του νεοσύστατου κράτους και καλλιεργούσε την έρημο για να τη μετατρέψει σε μια εύφορη κοιλάδα. Ούτε το 1948, ούτε το 1956, ούτε το 1967, ούτε το 1972 επιτέθηκαν οι Ισραηλινοί εναντίον των αραβικών κρατών, γιατί ακριβώς οι Ισραηλινοί δεν είχαν εδαφικές διεκδικήσεις έναντι κανενός. Το 1979, με την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με την Αίγυπτο, οι Ισραηλινοί –με πρωθυπουργό τον Μεναχέμ Μπέγκιν, ηγέτη και ιδρυτή του κόμματος Λικούντ του οποίου σήμερα ηγείται ο Μπενιαμίν Νετανιάχου– αποχώρησαν από την Έρημο του Σινά που είχαν καταλάβει το 1967, διαλύοντας ακόμα και τους οικισμούς που είχαν κτίσει. Το 2005 οι Ισραηλινοί –υπό την πρωθυπουργία του γνωστού «γερακιού» Αριέλ Σαρόν– αποχώρησαν από τη Λωρίδα της Γάζας και παρέδωσαν τα κλειδιά της πόλης στην Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία βέβαια το 2007 εξοστρακίστηκε από τη Χαμάς. Και το 2006 το Ισραήλ αποχώρησε από τον Λίβανο με βάση την απόφαση 1701 που προέβλεπε το τέλος του πολέμου. Το 2023 η Χαμάς προέβη στη μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα και η Χεζμπολάχ επιτέθηκε ξανά πλήττοντας στόχους στη καρδιά ισραηλινών πόλεων. Ουδέποτε λοιπόν οι Ισραηλινοί διεκήρυσσαν ότι επιδιώκουν τον εκτοπισμό η την εξόντωση γειτονικών λαών. Αντιθέτως, επέδειξαν ετοιμότητα και αποχώρησαν από εδάφη που είχαν κατακτήσει μετά από πολέμους που τους επιβλήθηκαν, προκειμένου να επιτευχθεί κάποιου είδους ηρεμία. Επέδειξαν όμως και αποφασιστικότητα για να προστατεύσουν τη ζωή και την ασφάλεια των Ισραηλινών πολιτών.
Εξαιρείται αυτής της πορείας η Ισραηλινή Εθνικιστική Δεξιά η οποία σήμερα επιχειρεί να προσδώσει στον σιωνισμό μορφή εδαφικού επεκτατισμού, εκτοπισμού πληθυσμών και κατάργηση του δημοκρατικού χαρακτήρα του κράτους του Ισραήλ για την εκπλήρωση μιας θεοκρατικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι δικαιούνται να εγκαθίστανται σε όλα εκείνα τα εδάφη όπου σύμφωνα με τις γραφές υπήρχε εβραϊκή παρουσία. Σε αγαστή συνεργασία με την Ακροδεξιά και τα θρησκευτικά κόμματα, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός δεν δίστασε να νομοθετήσει διά της κυβερνητικής πλειοψηφίας νόμο που εξαιρεί τους φοιτητές των θρησκευτικών σχολών από τη στρατιωτική θητεία και να παραβιάσει τη θεμελιώδη αρχή της ισονομίας σε ένα κράτος Δικαίου.
Αυτή όμως είναι η μορφή του σιωνισμού που η μεγάλη πλειονότητα των Ισραηλινών και των Εβραίων της Διασποράς** αποκηρύσσει διότι το επιθυμητό είναι η περιφρούρηση των αρχών της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του κράτους του Ισραήλ, που διατυπώνει την απόφαση του εβραϊκού λαού για ένα εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος στη γη του Ισραήλ, στη Σιών, στο οποίο θα απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα όλοι οι πολίτες του, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής η θρησκεύματος, και τον διακαή πόθο του να επιτευχθεί η ειρήνη με τους γειτονικούς λαούς.
Το περιεχόμενο που αποδίδει στον σιωνισμό η Ισραηλινή Ακροδεξιά ταυτίζεται με εκείνο που διατυπώνει η Ευρωπαϊκή Αντισιωνιστική Αριστερά προκειμένου να τεκμηριώσει την ιδεοληψία της εναντίον του κράτους του Ισραήλ, τη δαιμονοποίησή του στη παγκόσμια κοινή γνώμη και τελικά την απομόνωσή του από τη διεθνή κοινότητα. Είναι το σημείο συνάντησης της ισραηλινής Ακροδεξιάς με την Ευρωπαϊκή Αντισιωνιστική Αριστερά. Οι μεν ενθαρρύνουν τις ιδεοληψίες των δε. Ο αντιαραβικός φανατισμός του ακροδεξιού ηγέτη Μπεν Γκβιρ και των οπαδών του τροφοδοτεί τον αντισιωνιστικό φανατισμό της Ευρωπαϊκής Εβραιοφοβικής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δεν διστάζει να στοχοποιεί κάθε Ισραηλινό πολίτη ως «εγκληματία πολέμου», και να στρέφει το βλέμμα της αλλού όταν Χαμάς και Χεζμπολάχ σφάζουν και τρομοκρατούν Ισραηλινούς πολίτες, μόνο και μόνο επειδή ο φανατισμός τους αποσκοπεί στην καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Και όπως εύστοχα επεσήμανε η Fania Oz-Salzberger*** σε πρόσφατη ομιλία της στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης,
Το κράτος του Ισραήλ υπάρχει. Και αν η ίδια η ύπαρξή του δεν αμφισβητούνταν, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης του σιωνισμού ως ιδεολογίας. Κανένα άλλο εθνικό κράτος δεν διαθέτει σήμερα μια ενεργό ιδεολογία που να υπερασπίζεται την ίδια του την ύπαρξη. Για τον απλό λόγο ότι η ύπαρξή του δεν αμφισβητείται…
Το Ισραήλ σήμερα έχει να αντιμετωπίσει έναν αγώνα σε δύο μέτωπα… Αγώνα ενάντια στην εκστρατεία μίσους και στις συνωμοσίες εναντίον του Ισραήλ· και αγώνα ενάντια στην ισραηλινή Ακροδεξιά, η οποία είναι ο πιο σημαντικός σύμμαχος της αντισιωνιστικής Αριστεράς.
Και ένα επίκαιρο σχόλιο:
Στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, οι Ισραηλινοί πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για τη μορφή του κράτους του Ισραήλ ανάμεσα σε δύο συγκρουόμενες κοσμοθεωρίες: τη φιλελεύθερη που προασπίζει τον δημοκρατικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της ισραηλινής κοινωνίας η τη θεοκρατική που θα οδηγήσει την ισραηλινή κοινωνία στο σκοτάδι του διχασμού και του φανατισμού.
*** hthttps://fathomjournal.org/pro-israel-pro-palestine-pro-peace-some-thoughts-on-squaring-the-circle/
Ο πολιτικός λόγος στο Κοινοβούλιο δεν είναι απλώς ένα πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων· είναι ο καθρέφτης των κοινωνικών ιεραρχιών και των αθέατων σχέσεων εξουσίας. Στην Ελλάδα, οι λεκτικές επιθέσεις σε γυναίκες πολιτικούς αποδεικνύουν ότι ο σεξισμός παραμένει μια ενεργή, δομική πρακτική υπονόμευσης. Τα πρόσφατα κοινοβουλευτικά περιστατικά δεν συνιστούν τυχαία «ατοπήματα» ή στιγμιαίες εντάσεις, αλλά επαναλαμβανόμενες γλωσσικές επιθέσεις που λειτουργούν ως μηχανισμοί συμβολικής περιθωριοποίησης των γυναικών από τη δημόσια σφαίρα.
Έμφυλη πολιτική βία: Η μητρότητα ως μηχανισμός αποκλεισμού
Οι λεκτικές επιθέσεις και οι ψυχολογικές μορφές βίας στα κοινοβούλια συνιστούν μορφές «έμφυλης πολιτικής βίας». Όπως υποστηρίζει η Mona Lena Krook στο Violence against Women in Politics (2020), πρόκειται για πρακτικές που αμφισβητούν τη νομιμότητα της γυναικείας παρουσίας στην πολιτική, αναπαράγοντας έμφυλα στερεότυπα μέσω αυτού που η Krook ονομάζει «σημειωτική βία». Στον κοινοβουλευτικό λόγο, η αμφισβήτηση αυτή συντελείται συχνά μέσω της εργαλειοποίησης της βιολογικής αναπαραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φράση «πήγαινε κάνε κάνα παιδί» που απευθύνθηκε από βουλευτή προς γυναίκα πρόεδρο κόμματος (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΠΘ΄, 7/3/2025). Η φράση επανήλθε αργότερα με τον ισχυρισμό εκ μέρους του ομιλητή ότι αποτελούσε «ευχή», εξέλιξη που οδήγησε στην παρέμβαση του Προεδρείου και στην παραπομπή του στην Επιτροπή Δεοντολογίας (Συνεδρίαση ΡΟΑ΄ Α΄ Μέρος, 28/7/2026).
Η συγκεκριμένη φρασεολογία λειτουργεί ως βιοπολιτικός μηχανισμός ελέγχου: η γυναίκα πολιτικός απογυμνώνεται από τη θεσμική της ιδιότητα και επαναφέρεται στον παραδοσιακό ρόλο της μητρότητας. Η δε προσπάθεια εκλογίκευσης της επίθεσης ως «ευχής» επιτείνει το πρόβλημα, αποκαλύπτοντας την εμπεδωμένη πεποίθηση ότι η πρωταρχική αποστολή της γυναίκας παραμένει αναπαραγωγική και οφείλει να προηγείται της πολιτικής. Με τον τρόπο αυτό, ο σεξιστικός λόγος ασκεί μια μορφή ελέγχου της πρόσβασης στην εξουσία, υποδηλώνοντας ότι η γυναικεία παρουσία στον θεσμικό χώρο δεν είναι αυτονόητο δημοκρατικό δικαίωμα, αλλά τελεί υπό διαρκή αξιολόγηση με όρους βιολογικού ντετερμινισμού.
Υποτίμηση της φωνής και αστυνόμευση της παρουσίας
Καθώς ο δημόσιος λόγος αποτελούσε ιστορικά ανδρικό προνόμιο, η γυναικεία φωνή συχνά απονομιμοποιείται με βάση τα ίδια τα χαρακτηριστικά της φωνής της, με την κριτική να επικεντρώνεται στη χροιά ή τον τόνο της. Η Beard (2018) επισημαίνει ότι ήδη από την αρχαιότητα η οξεία φωνή (high-pitched voice) συνδέθηκε με την έλλειψη κύρους, σε αντίθεση με τη βαριά ανδρική φωνή που ταυτίστηκε με την πολιτική αυθεντία. Η πίεση προσαρμογής σε αυτό το ανδρικό πρότυπο ήταν τόσο ισχυρή, ώστε ακόμη και γυναίκες ηγέτιδες, όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ, κατέφυγαν σε ειδικά μαθήματα ορθοφωνίας για να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους, προκειμένου να αποκτήσουν το ανάλογο κύρος. Ο ιστορικός αυτός αποκλεισμός συνεχίζεται σήμερα, μετατοπίζοντας την προσοχή από το περιεχόμενο των πολιτικών επιχειρημάτων στον τρόπο έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φράση «Μην τσιρίζετε κυρία μου. Εδώ είναι Βουλή κυρία μου, δεν είναι η κουζίνα σας […] να μην τσιρίζετε» (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΝΘ΄, 15/1/2026). Η απόδοση του χαρακτηρισμού «τσιρίζω» στις γυναίκες πολιτικούς τις χρεώνει με αδικαιολόγητο συναισθηματισμό και έλλειψη ορθολογισμού, ενώ η αναφορά στην κουζίνα λειτουργεί ως συμβολική επαναφορά στην οικιακή σφαίρα.
Η τακτική αυτή επεκτείνεται στη μη λεκτική συμπεριφορά και τις εκδηλώσεις του σώματος, ακόμη και σε γυναίκες με μη βουλευτική ιδιότητα. Στην επίθεση βουλευτή προς γυναίκα νομική σύμβουλο υπουργείου «μη στρίβετε τη μούρη σας κυρία μου [...] έχετε ένα μόνιμο, όχι χαμόγελο, αλλά ένα στρίψιμο του στόματος εν είδει απαξίας. Είναι εκνευριστικό» (Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων, 25/7/2024), η προσοχή διολισθαίνει από τη θεσμική διαδικασία στην πειθαρχική αξιολόγηση των μορφασμών του προσώπου. Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει αυτό που η Nirmal Puwar (2004) ονομάζει «surveillance» και «bodily policing»: μια κατάσταση διαρκούς επιτήρησης, κατά την οποία μια γυναίκα –που συμμετέχει στη διαδικασία ακόμα και με καθαρά υπηρεσιακό ή επιστημονικό ρόλο– μετατρέπεται σε αντικείμενο ελέγχου και κριτικής για τη συμπεριφορά της.
Πατερναλιστικές προσφωνήσεις ως τακτική απαξίωσης
Στο πλαίσιο μιας ανδροκρατούμενης πολιτικής κουλτούρας, οι γυναίκες πολιτικοί υφίστανται συστηματικά υποτιμητικές πρακτικές. Όπως επισημαίνει η Joni Lovenduski (2005), οι πολιτικοί θεσμοί χαρακτηρίζονται από μια έμφυλη ανδρική μεροληψία που αναπαράγει άτυπα εμπόδια για τις γυναίκες. Η μεροληψία αυτή εκδηλώνεται συχνά και στο επίπεδο του λόγου· η χρήση υποκοριστικών και πατερναλιστικών προσφωνήσεων υποσκάπτει το κύρος τους, μετατρέποντας μια πολιτική αρχηγό από θεσμικό συνομιλητή σε αντικείμενο απαξίωσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσφώνηση κοινοβουλευτικού εκπροσώπου προς γυναίκα αρχηγό κόμματος με τη φράση «άσε μας καλέ κουκλίτσα μου» (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΝΕ΄, 8.1.2026). Τέτοιοι χειρισμοί υπερβαίνουν την απλή εκτροπή από την κοινοβουλευτική δεοντολογία· λειτουργούν ως τακτική ψευδούς οικειότητας και απομείωσης του κύρους των γυναικών (Laura Bates, 2014).
Η αναπαραγωγή της συμβολικής βίας
Οι σχέσεις εξουσίας στον πολιτικό λόγο δεν διαμορφώνονται πάντοτε μέσα από ένα απλοϊκό σχήμα ανδρικής επικυριαρχίας. Το σύνθετο περιστατικό στην Εξεταστική Επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ (11/12/2025), όταν η φράση «σιγά μη σκίσετε κανένα καλσόν» απευθύνθηκε από γυναίκα πρόεδρο κόμματος προς τη γυναίκα προεδρεύουσα της Επιτροπής, αποκαλύπτει μια βαθύτερη διάσταση του φαινομένου. Το περιστατικό ανατρέπει τη γραμμική αντίληψη ότι ο σεξιστικός λόγος εκφέρεται αποκλειστικά από άνδρες, καθώς τόσο η ομιλήτρια όσο και η αποδέκτρια ήταν γυναίκες πολιτικοί, με τη δεύτερη να κατέχει μάλιστα τη θεσμική ισχύ της προεδρίας. Η μετέπειτα επίκληση μιας «ταξικής» ερμηνείας για το «εργατικό καλσόν» δεν αναιρεί τον έμφυλο χαρακτήρα της επίθεσης.
Οι γλωσσικές πρακτικές αποτελούν φορείς συμβολικής βίας. Τα άτομα έχουν εσωτερικεύσει τις δομές εξουσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αναπαράγουν ασυνείδητα τις κυρίαρχες κατηγορίες σκέψης. Έτσι, ο σεξιστικός λόγος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και από γυναίκες ως εργαλείο απαξίωσης, αποδεικνύοντας ότι η έμφυλη υπονόμευση δεν είναι απλώς ζήτημα ατομικής πρόθεσης, αλλά αποτέλεσμα βαθιά εμπεδωμένων κοινωνικών και γλωσσικών στερεοτύπων (Bourdieu, 1999).
Η ανάγκη για θεσμική θωράκιση
Τα περιστατικά αυτά στην ελληνική Βουλή δεν αποτελούν εξαίρεση. Η ανάλυση της κοινοβουλευτικής ρητορικής επιβεβαιώνει τα πορίσματα της πανευρωπαϊκής έκθεσης της Διακοινοβουλευτικής Ένωσης (IPU, 2018), σύμφωνα με τα οποία το 85,2% των βουλευτριών έχει υποστεί ψυχολογική βία, ενώ το 67,9% έχει γίνει στόχος σεξιστικών σχολίων εντός του κοινοβουλίου.
Ο σεξιστικός λόγος στη Βουλή δεν είναι προσωπική αντιπαράθεση· είναι δομικό πρόβλημα. Η συστηματική στοχοποίηση των γυναικών πολιτικών λόγω του φύλου τους υπονομεύει την ισότιμη συμμετοχή τους στα κοινά και τραυματίζει την ίδια τη δημοκρατία. Η θεσμική θωράκιση και η μηδενική ανοχή σε τέτοιες συμπεριφορές είναι πλέον ζήτημα δημοκρατικής τάξης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
· Bates, L. (2014). Everyday Sexism. Simon & Schuster.
· Beard, M. (2018). Γυναίκες & εξουσία: Ένα μανιφέστο (Μτφρ. Κ. Σχινά). Εκδόσεις Μεταίχμιο.
· Bourdieu, P. (1999). Γλώσσα και συμβολική εξουσία (Μτφρ. Κ. Καψαμπέλη). Εκδόσεις Καρδαμίτσα.
· Inter-Parliamentary Union & Parliamentary Assembly of the Council of Europe (2018). Sexism, harassment and violence against women in parliaments in Europe.
· Krook, M. L. (2020). Violence against Women in Politics. Oxford University Press.
· Lovenduski, J. (2005). Feminizing Politics. Polity Press.
· Puwar, N. (2004). Space Invaders: Race, Gender and Bodies Out of Place. Berg.
· Βουλή των Ελλήνων. Οπτικοακουστικό Υλικό Συνεδριάσεων Ολομέλειας & Κοινοβουλευτικών Επιτροπών.
Η πολιτική μικρότητα φτάνει στην πιο αποκρουστική της μορφή όταν ένας άνθρωπος, ένα κόμμα ή μια εφημερίδα αντιλαμβάνεται πως ακόμη και ο θάνατος μπορεί να του φανεί χρήσιμος: να καλύψει μια ευθύνη, να στηρίξει έναν αδύναμο ισχυρισμό, να κερδίσει χρόνο ή να περιβάλει μια σκοπιμότητα με το κύρος του πένθους.
Η εφημερίδα Εστία δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ για υποτιθέμενο δείπνο του Γιώργου Γεραπετρίτη, της Άννας Διαμαντοπούλου και του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Οι τρεις το διέψευσαν κατηγορηματικά. Η εφημερίδα όφειλε εκείνη τη στιγμή να κάνει αυτό που επιβάλλει η στοιχειώδης δημοσιογραφική δεοντολογία: να παρουσιάσει τις αποδείξεις της ή να ανακαλέσει.
Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να ανακοινώσει ότι, «μετέχοντας στο εθνικό πένθος» για τους δύο πιλότους που σκοτώθηκαν κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους, δεν θα απαντούσε την ίδια ημέρα. Θα απαντούσε αργότερα, την επόμενη Κυριακή, «με σοβαρότητα, νηφαλιότητα και τεκμηρίωση».
Η διατύπωση θα μπορούσε να προκαλεί απλώς θυμηδία, αν δεν ήταν τόσο ηθικά αποκρουστική.
Τι ακριβώς εμπόδιζε το πένθος; Την παρουσίαση ενός στοιχείου; Τη δημοσίευση μιας αυθεντικής φωτογραφίας; Την κατονομασία μιας πηγής; Την παραδοχή ενός λάθους; Χρειαζόταν άραγε μια εβδομάδα εθνικής περισυλλογής για να αποδειχθεί ότι τρεις άνθρωποι κάθισαν στο ίδιο τραπέζι;
Η εφημερίδα δεν σιώπησε. Συνέχισε να υπαινίσσεται, να προαναγγέλλει, να μιλά για πολιτικές διεργασίες, μετεκλογικές εξελίξεις και θέσεις εξουσίας. Η μόνη απάντηση που ανέβαλε ήταν εκείνη που απαιτούσε αποδείξεις. Και ανάμεσα στον εαυτό της και στην απαίτηση της αλήθειας τοποθέτησε δύο νεκρούς. Παράξενος τρόπος να δείξεις σεβασμό.
Οι δύο πιλότοι έχασαν τη ζωή τους εκτελώντας το καθήκον τους. Δεν σκοτώθηκαν για να εξασφαλίσουν σε μια εφημερίδα χρόνο διαχείρισης μιας διάψευσης. Δεν μπορούν να επιστρατεύονται εκ των υστέρων ως ηθικοί φρουροί ενός πρωτοσέλιδου. Η μνήμη τους δεν αποτελεί αναστολή της δημοσιογραφικής λογοδοσίας. Ο θάνατός τους δεν προσφέρει άσυλο σε κανέναν ισχυρισμό.
Και όμως, αυτή ακριβώς η χρήση του θανάτου έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος στην ελληνική πολιτική ζωή. Κάθε τραγωδία μετατρέπεται με τρομακτική ταχύτητα σε πολιτικό κεφάλαιο. Οι νεκροί αποκτούν εκπροσώπους που δεν επέλεξαν, απόψεις που δεν διατύπωσαν, κομματικές ταυτότητες που δεν είχαν. Η σιωπή τους γεμίζει με τις φωνές των ζωντανών. Άλλοι μιλούν στο όνομά τους, άλλοι αποδίδουν στους νεκρούς τη δική τους οργή, άλλοι κρύβονται πίσω τους για να αποφύγουν μια δύσκολη ερώτηση.
Στα Τέμπη η διαδικασία αυτή πήρε τις πιο ακραίες διαστάσεις της. Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε μια τραγωδία που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, τιμωρία των υπευθύνων και απόλυτη θεσμική διαφάνεια. Η απαίτηση αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.
Αδιαπραγμάτευτη είναι και μια δεύτερη αρχή: κανένας θάνατος δεν μετατρέπει μια εικασία σε γεγονός. Κανένας πόνος δεν υποκαθιστά την απόδειξη. Καμία τραγωδία δεν δίνει σε κόμματα, δημοσιογράφους ή αυτόκλητους εισαγγελείς το δικαίωμα να παρουσιάζουν τη μισή αλήθεια ως ολόκληρη, να βαφτίζουν κάθε αμφιβολία συγκάλυψη και κάθε απαίτηση τεκμηρίωσης προσβολή προς τους νεκρούς.
Η δικαιοσύνη για τους νεκρούς απαιτεί αλήθεια. Η πολιτική εκμετάλλευση απαιτεί χρήσιμη μυθοπλασία. Εκεί βρίσκεται η διαφορά.
Όταν η συγκίνηση γίνεται μέσο για να παρακαμφθεί η απόδειξη, ο νεκρός παύει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος και μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο, γίνεται εικόνα σε πανό, φράση σε ομιλία, επιχείρημα σε τηλεοπτικό παράθυρο, ασπίδα απέναντι σε μια διάψευση. Αυτή είναι η πραγματική σκύλευση: να χρησιμοποιείς τη σιωπή ενός νεκρού για να δυναμώσεις τη δική σου φωνή.
Οι αρχαίοι ονόμαζαν ύβριν την υπέρβαση του ορίου που διατηρεί τον άνθρωπο μέσα στην ηθική τάξη. Η καπηλεία του θανάτου αποτελεί την πληρέστερη εκδοχή της. Ο ζωντανός ιδιοποιείται τον νεκρό, του αποδίδει σκοπούς, τον στρατεύει σε αντιπαραθέσεις που εκείνος δεν επέλεξε και απαιτεί από τους άλλους να σωπάσουν μπροστά στη μνήμη του.
Η ανακοίνωση της «Εστίας» είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή παρουσιάζει αυτή τη χρήση σχεδόν απροκάλυπτα. Πρώτα το δημοσίευμα. Έπειτα οι διαψεύσεις. Κατόπιν η επίκληση του εθνικού πένθους. Και στο τέλος η υπόσχεση ότι οι αποδείξεις θα εμφανιστούν αργότερα.
Οι αποδείξεις, όμως, δεν πενθούν. Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν.
Όταν δημοσιεύεις έναν τόσο συγκεκριμένο ισχυρισμό, τις διαθέτεις πριν από τη δημοσίευση. Δεν τις συγκεντρώνεις μία εβδομάδα μετά, επειδή οι άνθρωποι που ενέπλεξες σε διέψευσαν. Και ασφαλώς δεν χρησιμοποιείς δύο φέρετρα για να μεταθέσεις την ώρα κατά την οποία θα κριθεί η αξιοπιστία σου.
Η εφημερίδα οφείλει να παρουσιάσει όσα υποστηρίζει ότι διαθέτει. Αν τα στοιχεία της αποδεικνύουν το δημοσίευμα, θα κριθούν. Αν δεν το αποδεικνύουν, οφείλει να ανακαλέσει. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.
Το πένθος δεν είναι δημοσιογραφικό καταφύγιο, ούτε οι νεκροί συνήγοροι των ζωντανών. Πολύ δε περισσότερο τα φέρετρα δεν είναι παραβάν πίσω από τα οποία κρύβονται όσοι χρωστούν απαντήσεις.
Τον Μάιο του 2014, ένα ουκρανικό όχημα μάχης κατευθύνθηκε προς ένα οδόφραγμα στο Μαριούπολη. «Πάτα το γκάζι!» διέταξε ο διοικητής του τάγματος Μιχαΐλο Ντραπάτι τον οδηγό, και το όχημα έσπασε το οδόφραγμα. Αυτό το επεισόδιο αναφέρεται συχνά για να καταδείξει την αποφασιστικότητα του νέου διοικητή των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Ντραπάτι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα θεσμικά προβλήματα του στρατού σαν να ήταν απλώς ένα ακόμη οδόφραγμα.
Κύριο καθήκον του είναι να βελτιώσει την κουλτούρα ηγεσίας, ανάθεσης καθηκόντων και της λογοδοσίας εντός των ενόπλων δυνάμεων, ενώ οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν την επιστράτευση νεοσυλλέκτων, τις διαδικασίες προμηθειών και την ανάπτυξη μαχητικής ικανότητας πρέπει να υλοποιηθούν σε συνεργασία με το Υπουργείο Άμυνας και τον Πρόεδρο. Ο Μιχαΐλο Ντραπάτι μπορεί να μεταρρυθμίσει τη νοοτροπία του στρατού, αλλά όχι τις θεμελιώδεις κοινωνικές δομές που τον περιορίζουν. Ο διορισμός του μπορεί να ικανοποιήσει τους επικριτές στους τομείς όπου έχει εξουσία, αλλά αφήνει ανέγγιχτη την πολιτική οικονομία της εθνικής άμυνας, όπου εντοπίζονται τα περισσότερα προβλήματα.
Ο πόλεμος που κληρονομεί ο Ντραπάτι
Στην Ουκρανία και μεταξύ των εταίρων της, υπάρχει ο πειρασμός να θεωρηθεί ο διορισμός του Μιχαΐλο Ντραπάτι ως ρήξη με την εποχή του πλέον πρώην Αρχιστράτηγου των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων, Ολεξάντρ Σίρσκι, η οποία χαρακτηριζόταν από καταπνιγμένες πρωτοβουλίες και προαγωγές βασισμένες στην υπακοή και την αφοσίωση. Όμως, ένας αρχιστράτηγος δεν μπορεί να διαμορφώσει σύμφωνα με το δικό του όραμα τον πόλεμο που κληρονομεί. Ο Ντραπάτι θα αντιμετωπίσει την ίδια έλλειψη προσωπικού, την ίδια εξάρτηση από δυτικές προμήθειες και την ίδια ρωσική υπεροχή όσον αφορά τη δύναμη των στρατευμάτων και τη δύναμη πυρός. Κάθε Ουκρανός διοικητής πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να διατηρήσει τις πρώτες γραμμές, επιτιθέμενος ταυτόχρονα σε ρωσικούς στόχους πέρα από τη γραμμή επαφής.
Οι πρώτοι μήνες, επομένως, είναι πιθανό να χαρακτηριστούν από συνέχεια παρά από αλλαγή. Υπό τον πρώην υπουργό Άμυνας Μιχαήλ Φεντόροφ, οι επιθέσεις με drones μεσαίου βεληνεκούς εξελίχθηκαν σε κάτι που μοιάζει με αεροπορική παρεμπόδιση στο πεδίο της μάχης: επιθέσεις σε δρόμους, αποθήκες, θέσεις διοίκησης, θέσεις αεροπορικής άμυνας και εφεδρείες, με στόχο την απομόνωση των ρωσικών δυνάμεων μέσα στο επιχειρησιακό τους βάθος. Χωρίς αεροπορική υπεροχή και ανίκανη να επιτύχει σημαντική διάσπαση των εχθρικών γραμμών στο έδαφος υπό συνεχή παρακολούθηση από ρωσικούς δορυφόρους, η Ουκρανία έχει στραφεί στην ανάπτυξη μεγάλου αριθμού σχετικά χαμηλού κόστους drones. Αυτά εκτελούν πλέον πολεμικές αποστολές που οι δυτικές δυνάμεις θα διεξήγαγαν σε κανονικές συνθήκες χρησιμοποιώντας αεροσκάφη και πυραύλους ακριβείας.
Αυτή η προσέγγιση του Κιέβου εκμεταλλεύεται μια αδυναμία στην αρχιτεκτονική της ρωσικής αεροπορικής άμυνας. Τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα, τα οποία είναι από μόνα τους ισχυρά, σχεδιάστηκαν πρωτίστως για να αντιμετωπίζουν έναν περιορισμένο αριθμό ακριβών αεροσκαφών και πυραύλων, όχι για να σταματήσουν μια συνεχή ροή διάσπαρτων και φθηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών που κυνηγούν όλους τους κινούμενους στόχους κοντά στις γραμμές του μετώπου. Για τον Ντραπάτι, όπως και για τον προκάτοχό του, αυτή είναι η βασική στρατηγική για την άμυνα της Ουκρανίας και την επίτευξη σημαντικών επιχειρησιακών επιτυχιών χωρίς την ανάγκη διάσπασης των εχθρικών γραμμών στο έδαφος.
Μπορεί το Ουκρανικό Γενικό Επιτελείο να μάθει;
Στο βαθμό που αυτή η επιχειρησιακή στρατηγική παραμένει κυρίαρχη, οι πιο σημαντικές αλλαγές υπό τον Ντραπάτι πιθανότατα θα αφορούν τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Διοικητές ταξιαρχιών που υπηρέτησαν στο παρελθόν υπό τον Ντραπάτι δήλωσαν στον Ρομπ Λι του Ινστιτούτου Έρευνας Εξωτερικής Πολιτικής ότι ο νέος διοικητής των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων τους ρώτησε τι υποστήριξη χρειάζονταν και άκουσε την εκτίμησή τους για την κατάσταση στους τομείς ευθύνης τους. Αυτό ακούγεται σαν ικανή ηγεσία.
Ωστόσο, αυτός ο τρόπος διοίκησης απαιτεί, μεταξύ άλλων, να επιτρέπεται στους υφισταμένους —και να είναι σε θέση— να λένε όλη την αλήθεια. Εάν το αρχηγείο τιμωρεί τις κακές ειδήσεις, οι στρατοί λειτουργούν με βάση παραποιημένες πληροφορίες. Ο Ντραπάτι πρέπει να επιβραβεύει την ειλικρινή αναφορά και, έτσι, να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι διοικητές μπορούν να αναφέρουν με ασφάλεια τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μονάδες τους.
Ο Ντραπάτι αναμένεται επίσης να περιορίσει τη μικροδιαχείριση του Γενικού Επιτελείου και να παραχωρήσει μεγαλύτερη αυτονομία στους διοικητές σωμάτων και ταξιαρχιών. Θα μπορούσε επίσης να επανεξετάσει το σύστημα προαγωγών και να επιβραβεύει αξιωματικούς που διατηρούν τις μονάδες τους σε καλή κατάσταση και επιλύουν προβλήματα, αντί να προάγει εκείνους που αποφεύγουν να αντιταχθούν στους ανωτέρους τους. Τίποτα από αυτά δεν εγγυάται από μόνο του καλύτερη λήψη αποφάσεων, αλλά βελτιώνει τις πιθανότητες του στρατού να εντοπίσει λάθη και προκλήσεις πριν μετατραπούν σε επιχειρησιακές αποτυχίες.
Η τεχνολογία είναι ο δεύτερος τομέας η ανάπτυξη του οποίου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Ο Ντραπάτι υποστήριξε δημοσίως τις μεταρρυθμίσεις του Φεντόροφ και ανέδειξε το «Drone Line» —ένα πρόγραμμα που συγκεντρώνει εξειδικευμένες μονάδες και πόρους μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε τομείς προτεραιότητας του μετώπου— ως παράδειγμα του πώς μια κυβερνητική απόφαση μπορεί να αλλάξει ραγδαία την κατάσταση στις πρώτες γραμμές. Αναγνώρισε επίσης ότι πολλές αξιόλογες πρωτοβουλίες πετυχαίνουν «παρά το σύστημα» και όχι επειδή το παλιό σύστημα ήξερε πώς να τις ενσωματώσει.
Ο Φεντόροφ επιτάχυνε την καινοτομία στο πεδίο της μάχης, αντικαθιστώντας τα κλειστά δίκτυα προμηθειών με ανταγωνιστικές διαδικασίες υποβολής προσφορών. Το μοντέλο αυτό απέφερε αποτελέσματα, αλλά δημιούργησε επίσης ισχυρούς αντιπάλους εντός του στρατιωτικο-βιομηχανικού κατεστημένου. Η δημόσια υποστήριξη του Ντραπάτι σηματοδοτεί ότι θα υπερασπιστεί αυτή την προσέγγιση ενάντια στη θεσμική αντίσταση — όχι μόνο τις ίδιες τις τεχνολογικές καινοτομίες, αλλά και τη μεταρρύθμιση του συστήματος προμηθειών που τις κατέστησε δυνατές εξαρχής.
Ως αρχηγός του στρατού, θα βρίσκεται σε καλύτερη θέση να συνδέσει τις καινοτομίες που αναπτύσσονται σε μεμονωμένες μονάδες με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό σε ολόκληρο το μέτωπο. Τα χερσαία ρομπότ και τα βαρέα drones μπορούν να μεταφέρουν προμήθειες σε περιοχές όπου η αποστολή οχήματος ή ομάδας στρατιωτών έχει καταστεί αδικαιολόγητα επικίνδυνη.
Ο γενικός στόχος είναι σαφής: να θυσιάζονται drones και ρομπότ αντί για στρατιώτες. Αυτό επαναπροσδιορίζει την έννοια της «φθοράς». Η Ουκρανία δεν μπορεί να κερδίσει μια αναμέτρηση με τη Ρωσία με βάση τον καθαρό αριθμό στρατιωτών, αλλά μπορεί να απορροφήσει απώλειες όταν χρησιμοποιεί οικονομικά αποδοτικά, κατανεμημένα συστήματα.
Μεταρρυθμίσεις υπό το άγρυπνο βλέμμα του Προέδρου
Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις δεν θα πραγματοποιηθούν σε πολιτικό κενό. Από πολιτική άποψη, ο Ντραπάτι ενδέχεται να βρει πως το έργο του, από ορισμένες απόψεις, είναι πιο δύσκολο από ό, τι του Σίρσκι. Ανέβηκε στη θέση του Αρχηγού του Στρατού χάρη στις πρόσφατες «χαρτονένιες πινακίδες» των διαδηλωτών. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τμήματα του στρατιωτικού και πολιτικού κατεστημένου να τον θεωρήσουν ως μια προσωπικότητα που επιβλήθηκε από το πεζοδρόμιο. Στην πραγματικότητα, είναι ένας αξιωματικός καριέρας που υπηρετεί για πάνω από είκοσι χρόνια, όχι ένας ξένος.
Η δημοτικότητά του, ωστόσο, αποτελεί σημείο ευπάθειας. Η εμπειρία του Βαλέρι Ζαλούζνι έχει δείξει πόσο γρήγορα ένας θαυμαστός διοικητής μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό βάρος, αν η δημόσια εικόνα του ξεπεράσει ένα επίπεδο που είναι άνετο για τον Πρόεδρο. Ο λιγότερο δημοφιλής Σίρσκι απολάμβανε ισχυρότερη προστασία από τον Πρόεδρο, αλλά παρεμποδιζόταν από τον σκεπτικισμό του κοινού. Ο Ντραπάτι, από την άλλη πλευρά, ξεκινά με υψηλές προσδοκίες από το κοινό, αλλά αυτή η δημοτικότητα θα μπορούσε να αποτελέσει πρόβλημα αν συνεχίσει να αυξάνεται.
Οι συνθήκες του διορισμού του επιδεινώνουν αυτό το ευάλωτο σημείο. Ο Ντραπάτι δεν επιλέχθηκε μέσω της κανονικής διαδικασίας για να διαδεχθεί τον Σίρσκι, αλλά μάλλον για να κατευνάσει την αντίδραση που ακολούθησε την απομάκρυνση του Φεντόροφ. Όπως υποστηρίζει το Chatham House, ο διορισμός του ερμηνεύτηκε ευρέως ως μέσο διατήρησης του προσανατολισμού «πρώτα η τεχνολογία» που συνδέεται με τον πρώην υπουργό. Αυτό δίνει στον Ντραπάτι μια ασυνήθιστη αρχική εντολή, αλλά περιορίζει επίσης το περιθώριο λάθους του. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην ενσωμάτωση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στην αναμόρφωση των διαδικασιών προμηθειών ή στην αναδιοργάνωση της προστασίας των στρατευμάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απόδειξη ότι το παλιό σύστημα εξακολουθεί να υφίσταται.
Η πρώτη απόδειξη της επιτυχίας του Ντραπάτι πιθανότατα δεν θα είναι ορατή σε χάρτη. Θα καταστεί εμφανής και θα εξαρτηθεί από το αν θα παραχωρηθεί πραγματική εξουσία στα επιτελεία των σωμάτων, από το αν οι διοικητές θα μπορούν να αναφέρουν ότι μια αποστολή είναι ανέφικτη χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την καριέρα τους, και από το αν οι προαγωγές και οι απολύσεις θα αντανακλούν την υψηλή απόδοση και όχι την εγγύτητα με την ηγεσία του Στρατού. Ένας άλλος δείκτης θα είναι η ετοιμότητα για μάχη και η εσωτερική λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων: πιο προβλέψιμες εναλλαγές, καλύτερη προετοιμασία των διαδόχων και λιγότεροι στρατιώτες που θα αναλαμβάνουν καθήκοντα τα οποία θα μπορούσαν να εκτελέσουν drones ή επίγεια ρομπότ.
Η πρόοδος σε αυτούς τους τομείς εξαρτάται επίσης από την επιτυχία της εν εξελίξει μεταρρύθμισης της επιστράτευσης. Εάν αυτοί οι δείκτες εξελιχθούν θετικά, ο διορισμός του Ντραπάτι θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια πραγματική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πολεμά η Ουκρανία. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε να κληρονομήσει όχι μόνο τον στρατό του Σίρσκι, αλλά τελικά και την ευθύνη που απορρέει από το ίδιο αυτό σύστημα.
Τι θα ακολουθήσει;
Οι επιχειρησιακές βελτιώσεις του Ντραπάτι θα μπορούσαν να μειώσουν τις απώλειες μέσω καλύτερου συντονισμού. Οι πληροφορίες θα μπορούσαν να διαβιβάζονται με μεγαλύτερη ειλικρίνεια προς τα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας, ενώ οι νεαροί αξιωματικοί ενδέχεται να προάγονται με μεγαλύτερη αυστηρότητα με βάση την απόδοσή τους. Αυτό ασκεί επίσης πίεση στον Ζελένσκι να αντιμετωπίσει το υψηλό ποσοστό εναλλαγής προσωπικού στο Υπουργείο Άμυνας.
Ακόμη και αν ο Ντραπάτι βελτιώσει τις επιχειρήσεις, θα μπορούσε να προσκρούσει σε εμπόδια αν οι διαδικασίες επιστράτευσης και προμηθειών δεν αλλάξουν επαρκώς. Θα μπορούσε να δεχθεί κριτική ότι «δεν προχωρά αρκετά στις μεταρρυθμίσεις», ενόσω ο Ζελένσκι ενοποιεί τις εξουσίες του Υπουργείου Άμυνας υπό τον έλεγχο της Προεδρίας. Αν συμβεί αυτό, η αναδιάρθρωση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων θα έχει μεταβιβάσει την ευθύνη χωρίς να μεταβιβάσει την εξουσία. Η Ουκρανία θα έχει αλλάξει τον διοικητή της, αλλά όχι το σύστημα το οποίο εκείνος ορίστηκε να μεταρρυθμίσει.
*Το παρόν άρθρο βασίζεται σε πρόσφατο σχόλιο του EPIK (Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο).
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής