Γνώμες
Η Ελλάδα παρακολουθεί ακόμη μια φορά ένα γνώριμο έργο. Μια ομάδα ανθρώπων οργανώνει επιθέσεις, εκφοβίζει πολίτες, κυνηγά ανθρώπους στους δρόμους επειδή είναι εβραίοι και, λίγες ημέρες αργότερα, μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί τη ζωή μιας αθώας γυναίκας. Θα περίμενε κανείς ότι μια δημοκρατία με την εμπειρία της ελληνικής θα αντιδρούσε απέναντι στην πολιτική βία χωρίς δισταγμούς και χωρίς αστερίσκους. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες λέξεις για τις ίδιες πράξεις. Σαν να εξακολουθεί η ελληνική κοινωνία να κρίνει πρώτα τον δράστη και ύστερα την πράξη.
Αυτό δεν είναι σύμπτωση ούτε προϊόν της συγκυρίας. Είναι η κατάληξη μιας διαδρομής που ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν.
Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.
Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. Από ένα σημείο και μετά ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι υποχρεώνονταν να απολογούνται με τους δικούς της όρους, να χρησιμοποιούν το δικό της λεξιλόγιο και να αποδέχονται τις δικές της ιστορικές ιεραρχήσεις. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογικής ηγεμονίας: η στιγμή κατά την οποία ακόμη και οι αντίπαλοί σου αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το δικό σου αξιακό σύστημα.
Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης.
Η πράξη παρέμενε ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η ηθική της αξιολόγηση, η δημόσια ερμηνεία της. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.
Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Η πράξη δεν άλλαζε. Άλλαζε η διαδρομή που οδηγούσε στην ηθική της αξιολόγηση.
Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς αυτή τη διαφορά. Αρκεί να παρακολουθήσει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.
Δεν πρόκειται για μια θεωρητική παρατήρηση. Η ίδια η μεταπολιτευτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία.
Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης.
Δύο δολοφονίες σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της νεότερης Ελλάδας. Η πρώτη ήταν η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν το 1992 από ρουκέτα της 17 Νοέμβρη. Ένας εικοσάχρονος που περνούσε τυχαία από το σημείο έχασε τη ζωή του χωρίς να έχει καμία σχέση με το στόχο της επίθεσης. Δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ούτε διαρκής υπενθύμιση της φρίκης της τρομοκρατίας. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως μια τραγική εξαίρεση, ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου που κάποιοι εξακολουθούσαν να περιγράφουν με πολιτικούς όρους. Ακόμη και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη σημαδεύτηκε από εικόνες συμπάθειας προς τους κατηγορουμένους, από διακηρύξεις περί πολιτικών κρατουμένων, από μια διάχυτη απροθυμία να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αυτό που ήταν: δολοφόνοι.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό συγκλόνισε δικαιολογημένα ολόκληρη τη χώρα. Ο δράστης συνελήφθη αμέσως, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην περίπτωση αυτή όμως το γεγονός συμβολοποιήθηκε. Ο δεκαπεντάχρονος Γρηγορόπουλος, ένα αθώο θύμα μιας εγκληματικής πράξης κρατικής αυθαιρεσίας, μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές πολιτικό σύμβολο, σε σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και σε εμβληματική μορφή μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης.
Ας μην υπάρξει καμία παρανόηση. Δεν συγκρίνονται οι δύο άνθρωποι, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους. Συγκρίνεται αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε να θυμάται τις δύο υποθέσεις, να τις εντάξει στη συλλογική της μνήμη και να τις μετατρέψει —ή να μην τις μετατρέψει— σε πολιτικά σύμβολα. Αυτό ακριβώς είναι το αποτύπωμα της πολιτισμικής ηγεμονίας. Δεν επιβάλλει απλώς μια γνώμη. Επιλέγει ποια γεγονότα θα αποκτήσουν διαρκή ηθική ακτινοβολία και ποια θα ξεθωριάσουν μέσα στο χρόνο. Δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα· κατασκευάζει τη μνήμη της. Και όποιος διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας, διαμορφώνει τελικά και τα πολιτικά της αντανακλαστικά.
Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκαν οργανωμένες ομάδες που περιπολούσαν στους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους εξαιτίας της εθνικής και της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αναζητούσαν εβραίους. Μόνο αυτή η φράση θα έπρεπε να αρκεί για να σημάνει συναγερμό σε κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η εικόνα αυτή θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ένα ενιαίο, ακαριαίο και καθολικό δημοκρατικό αντανακλαστικό. Αντί γι’ αυτό, ακόμα μια φορά εμφανίστηκαν οι γνώριμες επιφυλάξεις, οι εξηγήσεις, οι συμψηφισμοί, η ανάγκη να προηγηθεί η πολιτική ανάλυση πριν από την ηθική καταδίκη.
Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ο αντισημιτισμός δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τον εκφράζει. Δεν γίνεται προοδευτικός επειδή κρατά παλαιστινιακή σημαία ούτε αποκτά ηθικό άλλοθι επειδή χρησιμοποιεί αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία. Το μίσος απέναντι σε έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής ή της θρησκείας του παραμένει μίσος, όποια ιδεολογία κι αν επικαλείται. Και τα τάγματα εφόδου παραμένουν τάγματα εφόδου, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα συνθήματα ή τα σύμβολά τους.
Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει κάτι που οι ιδεολογίες συχνά αρνούνται να δεχθούν. Εκείνος που συνηθίζει να χωρίζει τους ανθρώπους σε ηθικά άξιους και ηθικά ανάξιους, αργά ή γρήγορα, θα θεωρήσει ότι ορισμένοι δεν δικαιούνται ούτε την ασφάλεια ούτε την αξιοπρέπειά τους. Η απόσταση ανάμεσα στον λεκτικό εκφοβισμό και στη φυσική βία είναι πολύ μικρότερη από όσο συνήθως πιστεύουμε.
Ίσως γι’ αυτό η πολιτική βία ξαναχτύπησε λίγες ημέρες αργότερα χωρίς να προκαλέσει την έκπληξη που θα άρμοζε σε μια ώριμη δημοκρατία. Οι εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη άφησαν πίσω τους κάτι πολύ βαρύτερο από υλικές καταστροφές. Οδήγησαν στο θάνατο μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς καμία συμμετοχή στην πολιτική σύγκρουση που εξελισσόταν γύρω της. Η παρουσία της στο σπίτι αρκούσε για να μετατραπεί, χωρίς να το γνωρίζει, σε θύμα της τυφλής πολιτικής βίας. Σχεδόν ως αναμενόμενο επεισόδιο μιας διαρκούς επαναστατικής εφηβείας. Η βία, όμως, αδιαφορεί για τις ιδεολογίες που επικαλούνται όσοι την ασκούν. Η φωτιά καίει το στόχο και τον περαστικό. Η έκρηξη σκοτώνει τον πολιτικό αντίπαλο και τον άσχετο με την πολιτική. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε ιδεολογικό άλλοθι καταρρέει. Απομένει μόνο η ευθύνη για την εγκληματική πράξη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας βαθιά στο ρωσικό έδαφος, τα αυξανόμενα οικονομικά προβλήματα της Ρωσίας και το μέλλον του ρωσο-ουκρανικού πολέμου
Οι πρόσφατες ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς κατά των ενεργειακών υποδομών της Ρωσίας στην Αγία Πετρούπολη, τη Μόσχα και άλλες περιοχές της Ρωσίας έχουν αλλάξει την παγκόσμια αντίληψη για τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο – ιδίως εκτός Ευρώπης. Οι εικόνες των θεαματικών χτυπημάτων από ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) και πυραύλους σε ρωσικές ενεργειακές και άλλες υποδομές αποτελούν μεγάλη ντροπή για το Κρεμλίνο, τόσο εντός όσο και εκτός Ρωσίας. Όλο και περισσότερα βίντεο με μεγάλες εκρήξεις ή/και πυρκαγιές σε ολόκληρη τη χώρα καταρρίπτουν την έως τώρα κυρίαρχη διεθνή εικόνα και την εικόνα που έχει η ίδια η Ρωσία για τον εαυτό της ως μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου και της ιστορίας.
Ωστόσο, αυτό που ίσως είναι ακόμη πιο σημαντικό από την καταστροφή της δημόσιας (αυτο)εικόνας της Μόσχας είναι τα αυξανόμενα υλικά αποτελέσματα των πολυάριθμων δραματικών αλλά και λιγότερο δραματικών επιτυχιών των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων στα μετόπισθεν της Ρωσίας. Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, δεν ήταν απολύτως σαφές ποια θα ήταν η λογική, η ουσία και τα αποτελέσματα της νέας στρατηγικής μακράς εμβέλειας της Ουκρανίας κατά των ενεργειακών και άλλων οικονομικών υποδομών της Ρωσίας. Εδώ και αρκετούς μήνες ήδη, υπάρχει οπτική τεκμηρίωση για ολοένα και βαθύτερες και ακριβέστερες ουκρανικές επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών και βιομηχανικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ωστόσο, παρέμενε μέχρι και πρόσφατα ως κυρίαρχη αντίληψη ότι, ακόμη και αν είναι οπτικά εντυπωσιακές, τέτοιες ουκρανικές επιτυχίες αποτελούν απλώς τσιμπήματα για την πανίσχυρη Ρωσία. Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, την έκταση, τη στιβαρότητα, τη δυνατότητα επισκευής και τις εφεδρείες του τεράστιου ρωσικού τομέα διύλισης, μεταφοράς και αποθήκευσης καυσίμων, έτσι έλεγε η θεωρία, οι ουκρανικές «κυρώσεις μεγάλου βεληνεκούς» δύσκολα θα μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία του πολέμου.
Τις τελευταίες εβδομάδες, αποδείχθηκε ότι τόσο ο παραδοσιακός σεβασμός για τη ρωσική βιομηχανική ικανότητα, τη στρατιωτική ισχύ και το στρατηγικό βάθος, αφενός, όσο και ο ευρέως διαδεδομένος σκεπτικισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ανάπτυξης ουκρανικού οπλισμού μακράς εμβέλειας και των βαθιών επιθέσεων με drones και πυραύλους, αφετέρου, ήταν αβάσιμοι. Τον Ιούνιο του 2026, η παραγωγή βενζίνης της Ρωσίας μειώθηκε κατά 25% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2025, καθώς και με τον Μάρτιο του 2026, όταν οι επιθέσεις με drones από την Ουκρανία είχαν αρχίσει να εντείνονται. Μέχρι το τέλος Ιουνίου 2026, τουλάχιστον 17 περιφέρειες είχαν επιβάλει υποχρεωτικούς περιορισμούς στις πωλήσεις βενζίνης και ντίζελ, ενώ δεκάδες άλλες ανέφεραν ελλείψεις ή περιορισμούς.
Ο περιορισμός της διανομής καυσίμων δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα μείζον πρόβλημα για τα προσωρινά κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη της Ρωσίας, αλλά επεκτείνεται πλέον και στην ίδια τη Ρωσική Ομοσπονδία. Ακόμη και οι πρωτεύουσες της χώρας, η Μόσχα και η Αγία Πετρούπολη, που παραδοσιακά διαθέτουν επαρκή εφοδιασμό, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τη ζήτηση των κατοίκων τους για βενζίνη και πετρέλαιο. Ακόμη και απομακρυσμένες περιφέρειες στο τεράστιο ασιατικό τμήμα της Ρωσίας εμπλέκονται όλο και περισσότερο σε μια κρίση καυσίμων που έχει πλέον λάβει πλήρη κλίμακα και εκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα.
Η ταχεία εισαγωγή από το Κίεβο νέων συστημάτων, όπως ο πύραυλος Κρουζ «Flamingo» ή FP-5, καθώς και μιας νέας γενιάς μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) μεγάλου βεληνεκούς, έχει καταστήσει ευάλωτους τους ισχυρά οχυρωμένους στρατηγικούς στόχους εντός και γύρω από τη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη και άλλες τοποθεσίες στο ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας. Μέχρι πρόσφατα, το τεράστιο έδαφος της Ρωσίας θεωρούνταν ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα. Τώρα, όμως, αποδεικνύεται ότι η υπεράσπιση μιας αλληλοσυνδεόμενης ενεργειακής υποδομής που εκτείνεται σε μια τεράστια χώρα που καλύπτει έντεκα ζώνες ώρας αποτελεί πρόκληση και όχι πλεονέκτημα έναντι ενός εχθρού με αυξανόμενες δυνατότητες επίθεσης μεγάλου βεληνεκούς και σχετικά χαμηλού κόστους. Τουλάχιστον προς το παρόν, η Μόσχα δεν είναι σε θέση να προστατεύσει ταυτόχρονα τα πολυάριθμα τμήματα του εκτεταμένου ενεργειακού της συστήματος – διυλιστήρια πετρελαίου, σταθμούς άντλησης φυσικού αερίου και καυσίμων, σιδηροδρομικούς κόμβους και αποθήκες.
Ίσως το χειρότερο από όλα για το Κρεμλίνο είναι ότι αυτό το γενικό ζήτημα έχει αποκτήσει τις τελευταίες εβδομάδες μια απολύτως δραματική διάσταση για την παράνομα προσαρτημένη Κριμαία. Η χερσόνησος δεν είναι μόνο το «στολίδι» του επεκτατισμού του Πούτιν, αλλά, από το 2022, αποτελεί επίσης τον κύριο εφοδιαστικό κόμβο της Ρωσίας για στρατιωτικές επιχειρήσεις στο νότιο τμήμα της Ουκρανίας. Η σημαντική στρατηγική λειτουργία της Κριμαίας, που καθορίζεται γεωγραφικά ως το «οιονεί αεροπλανοφόρο» της Ρωσίας στη βόρεια Μαύρη Θάλασσα, αποτελεί επίσης το πρόβλημα της χερσονήσου. Η Κριμαία βρίσκεται σε σχετικά μεγάλη απόσταση από την ίδια τη Ρωσία, κοντά στην ουκρανική ηπειρωτική χώρα, και ως εκ τούτου είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στον νέο οπλισμό της Ουκρανίας και στη σύγχρονη προσέγγιση της στον πόλεμο.
Οι προμήθειες καυσίμων προς τη χερσόνησο έχουν διακοπεί όχι μόνο και όχι τόσο λόγω ζημιών στα διυλιστήρια, αλλά κυρίως επειδή οι οδοί μεταφοράς από τη Ρωσία προς την Κριμαία βρίσκονται πλέον υπό συνεχή ουκρανικά επιθετικά πλήγματα. Αυτό ισχύει τόσο για τη σιδηροδρομική και οδική σύνδεση από τη Ρωσία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της νότιας Ουκρανίας προς την Κριμαία, όσο και για τη θαλάσσια μεταφορά μέσω της νεοκατασκευασμένης γέφυρας του Κερτς και με μεγάλα πλοία της Μαύρης Θάλασσας. Η αυξανόμενη διακοπή των συνδέσεων μεταξύ Ρωσίας και Κριμαίας καθιστά, επιπλέον, όλο και πιο δύσκολο για τη Μόσχα να διατηρήσει την εναλλαγή στρατευμάτων, τα αποθέματα πυρομαχικών και εφοδίων, καθώς και τη συντήρηση του εξοπλισμού στην κατεχόμενη χερσόνησο.
Ο διακεκριμένος ιστορικός της Ρωσίας με έδρα τη Γερμανία, Νικολάι Μιτροχίν του Πανεπιστημίου της Βρέμης, σχολίασε στο Facebook: «Στρατιωτικές αποθήκες και αμυντικά εργοστάσια, πολεμικά πλοία και συστήματα αεροπορικής άμυνας, διυλιστήρια πετρελαίου και αποθήκες, υποσταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας και σταθμοί συμπίεσης φυσικού αερίου — ο αριθμός των σημαντικών στόχων που χτυπήθηκαν από τις Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις και τις μονάδες μη επανδρωμένων αεροσκαφών της SBU έχει φτάσει τουλάχιστον τους 40 την ημέρα. Επιπλέον, υπάρχουν δεκάδες μικρότεροι στόχοι, χάρη στους οποίους, για παράδειγμα, οι εμπορευματικές μεταφορές έχουν σχεδόν παραλύσει σε τουλάχιστον τρεις κατεχόμενες περιοχές (Ζαπορίζια, Χερσώνα και Ντονέτσκ), ενώ σε δύο άλλες κατεχόμενες περιοχές [Κριμαία και Λουχάνσκ] και σε μια ομάδα παραμεθόριων περιοχών, ενέχουν τεράστιους κινδύνους».
Η Μόσχα δεν μπορεί να αντισταθμίσει πλήρως και γρήγορα, να επισκευάσει ή να αντικαταστήσει τις εγκαταστάσεις και τα αποθέματα που τα ουκρανικά UAV και οι πύραυλοι Κρουζ έχουν αποκόψει ή καταστρέψει σε ολόκληρο το δυτικό τμήμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και στην περιοχή που έχει καταλάβει παράνομα από την Ουκρανία. Σύμφωνα με τον Μιτροχίν, πλέον «τα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιθέσεως ελέγχουν τον ρωσικό εναέριο χώρο τουλάχιστον μέχρι τα Ουράλια, το ρωσικό σύστημα αεροπορικής άμυνας έχει συρρικνωθεί σε λίγα σημεία που υπερασπίζονται απεγνωσμένα οι τελευταίοι εναπομείναντες πύραυλοι «Pantsir», και οι Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν πλέον τη δυνατότητα […] να εξουδετερώσουν σχεδόν οποιονδήποτε στόχο.»
Επιπλέον, οι συσσωρευόμενες διαταραχές στον τομέα των καυσίμων της Ρωσίας συμπίπτουν με τη μείωση των εσόδων από τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας. Η πτώση των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου έχει μειώσει τα έσοδα του προϋπολογισμού πολύ περισσότερο από ό,τι είχε προβλεφθεί προηγουμένως, αναγκάζοντας τη Μόσχα να αναθεωρήσει τις προβλέψεις του προϋπολογισμού. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί ή ακόμη και επιδεινωθεί για τη Ρωσία, το συνολικό πλαίσιο της ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης αλλάζει. Ο πόλεμος ενδέχεται επί του παρόντος να μετατρέπεται από βραχυπρόθεσμο και ήσσονος σημασίας εμπόδιο σε μεσοπρόθεσμο και σημαντικό εμπόδιο για τη λειτουργία της καθημερινής οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Ρωσίας. Σύμφωνα με τα λόγια του Μιτροχίν, «ίσως αυτή η άβυσσος να έχει πάτο. Αλλά δεν είναι ακόμη ορατός. Και η Ρωσία οδεύει προς αυτόν με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα».
Στην ιστοσελίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης δημοσιεύεται η περίληψη της υπ’ αριθ. 5716/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία παραθέτω.
Με την υπ’ αριθμ. 5716/2025 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος Γεωργίου Κατσάγγελου κατά των εναγομένων Μιχαήλ Μαδένη και του Ν.Π.Δ.Δ. ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και αναγνωρίστηκε ότι ο 1ος εναγόμενος διασκεύασε παράνομα σε ζωγραφικά έργα εξήντα εννέα (69) πρωτότυπα φωτογραφικά πορτρέτα δημιουργίας του ενάγοντος που απέδιδαν μορφές ασθενών του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, τα οποία στη συνέχεια οι εναγόμενοι εξέθεσαν δημόσια και παρουσίασαν στο κοινό χωρίς την άδεια του ενάγοντος και χωρίς αναφορά του ως δημιουργού των φωτογραφιών. Για τους λόγους αυτούς η ως άνω απόφαση επικυρώνει την υπ’ αριθμ. 2080/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώνει τους εναγόμενους να παύσουν την με κάθε τρόπο χρήση και εκμετάλλευση των ζωγραφικών έργων, αποσύροντας τον κατάλογο έκθεσης από το εμπόριο και αφαιρώντας τα ζωγραφικά έργα από το διαδίκτυο, απειλώντας με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ, σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης παράλειψης. Επίσης, υποχρεώνεται ο 1ος εναγόμενος Μιχαήλ Μαδένης να καταβάλει στον ενάγοντα για την παράνομη διασκευή αποζημίωση εξήντα εννέα χιλιάδων (69.000) ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έντεκα χιλιάδων (11.000) ευρώ, υποχρεώνονται εις ολόκληρον οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα για την παράνομη δημόσια έκθεση και παρουσίαση των έργων στο κοινό αποζημίωση ύψους εξήντα εννέα χιλιάδων (69.000) ευρώ και το ΝΠΔΔ ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ να καταβάλλει στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, όλα τα ως άνω κονδύλια νομιμοτόκως. Τέλος, διατάσσεται η δημοσίευση της απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας επιλογής του ενάγοντος και η ανάρτησή της στις ιστοσελίδες των εναγομένων στα κοινωνικά δίκτυα και την επίσημη ιστοσελίδα της δεύτερης εναγομένης.
Το κείμενο περιγράφει την εξοντωτική απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που αποφαίνεται για πολλά ζητήματα τα οποία έχουν σχέση με την έκφραση και την ελευθερία της.
Η απόφαση, δηλαδή, κρίνει ζητήματα τα οποία δύσκολα κρίνονται τελεσίδικα από τους ειδικούς: την έκταση που μπορεί να λάβει η διεκδίκηση της πνευματικής ιδιοκτησίας σε έργα τέχνης, την έννοια του προτύπου, την προστασία του περιεχομένου, τον ορισμό της αντιγραφής.
Ένας φωτογράφος στέλνει στο δικαστήριο έναν ζωγράφο, ο οποίος εξέθεσε δημοσίως έργα με δηλωμένη αναφορά στα φωτογραφικά πρότυπά του. Με βάση την ερμηνεία των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας, το δικαστήριο επιβάλλει οδυνηρά πρόστιμα αποζημιώσεων στον ζωγράφο (και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, που είχε φιλοξενήσει την έκθεσή του).
Η απόφαση δεν είναι δίκαιη και αντιβαίνει στην έννοια της κουλτούρας της ελευθερίας της έκφρασης, όπως προστατεύεται στον δυτικό κόσμο, κατατείνοντας στην ποινικοποίηση της τέχνης. Ο πυρήνας της πνευματικής ιδιοκτησίας, φυσικά, δεν θίγεται, ακόμα και εάν είναι αδήλωτη η αντιγραφή. Στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης είναι και αυτή ακόμα θεμιτή, ιδίως στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, όπου είναι συχνή και σιωπηλά αποδεκτή η αθρόα αναπαραγωγή –συχνά κρυπτόμενη– ξένων ιδιωμάτων. Τα οποία αναμηρυκάζονται από πλείστους ημεδαπούς «δημιουργούς».
Μουσεία, επιστημονικές εταιρείες ιστορικών τέχνης, εταιρείες εικαστικών και οι κάθε είδους δημιουργοί θα όφειλαν να έχουν εξεγερθεί με αυτού του τύπου τις διώξεις της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Δεν το είδαμε μέχρι στιγμής, ενώ ο ζωγράφος έχει εγκαταλειφθεί, δυστυχώς, σε οδυνηρή μοναξιά.
Αναφερόμενοι στην Τουρκία, οι εν Ελλάδι πολιτικοί αναλυτές και διεθνολόγοι επιλέγουν ως όρο για να τη χαρακτηρίσουν αυτόν του επιτήδειου ουδέτερου. Ο όρος αυτός ανήκει στον Φρανκ Βέμπερ (Frank Weber) ο οποίος, στο βιβλίο του με τίτλο Ο Επιτήδειος Ουδέτερος[1], προσπάθησε να περιγράψει συνοπτικά τις καιροσκοπικές πολιτικές του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Ποιες όμως ήταν οι πολιτικές που ακολούθησε το τουρκικό κράτος για να χαρακτηριστεί ο επιτήδειος ουδέτερος της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας και τι μπορεί να μας διδάξει η ιστορία του επιτήδειου ουδέτερου για το μέλλον; Μήπως βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή όπου οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, με την επικείμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», βρισκόμαστε στο «τέλος» της επιτήδειας ουδέτερης Τουρκίας και στην «αρχή» τής –και με τη βούλα– αναθεωρητικής Τουρκίας;
Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε τη σκιαγράφηση των πολιτικών επιλογών του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να αναδείξουμε ότι ο όρος «επιτήδειος ουδέτερος», που χρησιμοποιείται (από πολλούς) για την Τουρκία, ειδικά αν κάνει πράξει την απειλή της είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.
Στον Μεσοπόλεμο
Το τουρκικό κράτος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (αλλά και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου) επέλεξε να εφαρμόσει μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική (λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική του θέση και τη γεωπολιτική του σημασία στα γεωστρατηγικά σχέδια των πλανητικών και των περιφερειακών δυνάμεων)[2] και να μην επιτρέψει τη χειραγώγησή του από οποιαδήποτε ξένη δύναμη.[3] Έτσι, το τουρκικό κράτος ακολούθησε μια ενεργητική πολιτική ουδετερότητας[4] η οποία του επέτρεψε τη συνεχή και επί ίσοις όροις διαπραγμάτευση, έχοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των αντιμαχόμενων πλευρών.[5]
Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ο κόσμος αποτελούνταν από δύο διακριτές κατηγορίες χωρών. Στην πρώτη ανήκαν οι χώρες που επιθυμούσαν τη διατήρηση των εδαφικών συνόρων και των διεθνών συνθηκών ενώ στη δεύτερη ανήκαν οι χώρες που στόχευαν στην αναθεώρηση της καθεστηκυίας τάξεως.[6] Έχοντας να αντιμετωπίσει τις αναθεωρητικές επιδιώξεις τόσο της Ιταλίας όσο και της Βουλγαρίας, η Τουρκία επιθυμούσε τη διατήρηση του status quo της νοτιοανατολικής Ευρώπης.[7] Βασικός της στόχος ήταν η διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας και, εν συνεχεία, η αύξηση της αποτρεπτικής της ισχύος μέσω της αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, εντός της οποίας εντασσόταν το καθεστώς της αποστρατιωτικοποιήσεως των Στενών.[8]
Η συνθήκη του Μοντρέ (Montreux)
Η επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών μέσω της αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης ήταν ένα ζήτημα που οι τούρκοι αξιωματούχοι έφερναν συνεχώς στο προσκήνιο. Στον αντίποδα όμως, η Κοινωνία των Εθνών δεν φαινόταν πρόθυμη για κάτι ουσιαστικό. Η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία και, κυρίως, η συγκυρία της επαναστρατιωτικοποίησης της Ρηνανίας από τη Γερμανία άνοιξαν ουσιαστικά τη συζήτηση για το καθεστώς των Στενών.[9] Η Μεγάλη Βρετανία είχε επιβάλει την αποστρατιωτικοποίηση στα Στενά για να μπορέσει να εισέλθει κατά τη διάρκεια ενός πιθανού ρωσο-αγγλικού πολέμου στη Μαύρη Θάλασσα. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας όμως και η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία, ήταν δύο γεγονότα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις βρετανικές ανησυχίες για τον σοβιετικό στόλο. Έτσι, το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών προσέγγισε την τουρκική πλευρά με στόχο την υπογραφή μιας αγγλο-τουρκικής συμμαχίας που θα απέτρεπε τη μονομερή επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών από την Τουρκία.[10] Τελικώς, η υπογραφή της συνθήκης του Μοντρέ ήταν για το τουρκικό κράτος μια διπλωματική επιτυχία που αποτέλεσε την απαρχή των υπόλοιπων τουρκικών διεκδικήσεων και αιτημάτων. Χαρακτηριστικά, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών ακολούθησε η επαναστρατιωτικοποίηση της Θράκης και η προσάρτηση της Αλεξανδρέττας, η οποία βρισκόταν υπό γαλλική εντολή το 1939.[11]
Στις απαρχές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου
Καθ’ όλη τη διάρκεια των διερευνητικών επαφών με τη Μεγάλη Βρετανία, το τουρκικό κράτος είχε μέγιστη επιδίωξη την υπογραφή μιας συμφωνίας που θα συμπεριελάμβανε και τη Σοβιετική Ένωση.[12] Το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότοφ υπήρξε για την Τουρκία μεγάλο σοκ, τόσο για την κατάσταση ασφαλείας της όσο και για τη γεωστρατηγική της πολιτική, καθώς η Τουρκία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση και με οποιονδήποτε τρόπο να προκαλέσει μια ρωσική επίθεση εις βάρος της.
Η επιδίωξη αυτή δεν έπαυσε ούτε με την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ το 1939. Οι τουρκικοί φόβοι πιθανόν να ήταν αβάσιμοι αλλά ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Τις εν λόγω ανησυχίες γνώριζαν πολύ καλά τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Βρετανοί, οι οποίοι προσπάθησαν να τις εργαλειοποιήσουν στις διαπραγματεύσεις τους, έχοντας απώτερο σκοπό τη διατήρηση της τουρκικής ουδετερότητας. Όμως, η Σοβιετική Ένωση δεν χρησιμοποιήθηκε μονάχα ως φόβητρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Οι βρετανοί πολιτικοί, όπως και οι γερμανοί ομόλογοί τους, γνώριζαν πως η Τουρκία μπορούσε να προσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση και, ώς ένα σημείο, να την επηρεάσει.[13]
Η εγκατάλειψη της ουδετερότητας
Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία ώθησε το τουρκικό κράτος στην οριστική προσέγγιση των συμμαχικών δυνάμεων. Στις διαβουλεύσεις που ακολούθησαν, οι τούρκοι αξιωματούχοι έθιξαν το ζήτημα πιθανής τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο[14] καθώς και την περίπτωση κατάληψης των Δωδεκανήσων. Παρ’ όλα αυτά, η τελική συμφωνία προέβλεπε την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο μόνο σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής στη Μεσόγειο[15] και εφόσον αυτή δεν ήταν κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[16]
Μετά την υπογραφή της τριμερούς, άρχισαν να εξετάζονται πιθανές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σε αυτές τις επιχειρήσεις προβλεπόταν η χρήση του τουρκικού εδάφους ως προκεχωρημένη βάση για τους συμμάχους. Το κλίμα όμως δεν άργησε να ανατραπεί, καθώς η Τουρκία άρχισε να αναθεωρεί πολλές από τις έως τότε εκτιμήσεις της. Το θέμα της τουρκικής αμυντικής αδυναμίας στη Θράκη, που προέταξε η Τουρκία, ήταν η πρώτη ένδειξη της επικείμενης αναθεώρησης της στάσης της.[17] Η δεύτερη ένδειξη ήταν η αρνητική τουρκική στάση στη μελέτη των συμμάχων –ύστερα από γαλλική πρόταση– για πιθανό βομβαρδισμό των κοιτασμάτων πετρελαίου του Μπακού μέσω τουρκικού εδάφους, ούτως ώστε να επιτευχθεί η διεύρυνση του μετώπου μακριά από τα σύνορα της Γαλλίας.[18] Οι Βρετανοί διαφώνησαν με τη γαλλική πρόταση καθώς κατανοούσαν ότι ο βομβαρδισμός του Μπακού μέσω τουρκικών βάσεων θα πρόσφερε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στη Σοβιετική Ένωση για να εισβάλει στην Τουρκία.[19] Έτσι, υπό το φόβο της τουρκικής υποχώρησης, η Μεγάλη Βρετανία έβαλε φρένο στην πραγματοποίηση της εν λόγω επιχείρησης,[20] προτάσσοντας τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας στη βρετανική γεωστρατηγική της Μέσης Ανατολής.[21]
Η υπεκφυγή και η επιστροφή στην ουδετερότητα
Με τη διάσπαση της γαλλικής άμυνας και την ένταξη της Ιταλίας στον πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία έμεινε να πολεμά μόνη της απέναντι στον Άξονα.[22] Για τη Μεγάλη Βρετανία, η ιταλική κήρυξη πολέμου στην ίδια και στη Γαλλία[23] αποτελούσε πράξη που υποχρέωνε την Τουρκία να εμπλακεί στον πόλεμο. Αντίθετα όμως, το τουρκικό κράτος διακήρυξε την ουδετερότητά του.[24]
Για τη διατήρηση της ουδετερότητάς του, το τουρκικό κράτος στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι, μέσω της γερμανο-σοβιετικής συμφωνίας μη επίθεσης, η στάση της Τουρκίας υπέρ των συμμάχων και κατά του Άξονα θα διακινδύνευε τη σύγκρουσή της με τη Σοβιετική Ένωση, υπενθυμίζοντας την ύπαρξη του όρου της τριμερούς συμφωνίας[25] που περιέγραφε ότι μια τέτοια περίπτωση την αποδέσμευε από τις υποχρεώσεις της για σύμπραξη.[26] Επίσης, το τουρκικό κράτος ισχυρίστηκε ότι η συνθηκολόγηση της Γαλλίας στις 20 Ιουνίου καθιστούσε αυτομάτως άκυρη την τριμερή του Οκτωβρίου του 1939. Τέλος ένα ακόμη επιχείρημα που χρησιμοποίησαν οι τούρκοι αξιωματούχοι ήταν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της τριμερούς, η Τουρκία ανέμενε την παραχώρηση ολόκληρου του συμμαχικού στρατιωτικού εξοπλισμού προκειμένου να εμπλακεί στον πόλεμο, το οποίο όμως δεν είχε ακόμα παραδοθεί στην ολότητά του από τους Βρετανούς.[27] Το τουρκικό κράτος λοιπόν, με τον πλέον επίσημο τρόπο διακήρυξε στις 26 Ιουνίου του 1940 την ουδετερότητά του, ισχυριζόμενο πως η συνθηκολόγηση της Γαλλίας και ο κίνδυνος εμπλοκής της Τουρκίας σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν οι δύο κυριότεροι λόγοι οι οποίοι αποδέσμευαν την Τουρκία από τις υποχρεώσεις της έναντι των συμμάχων.[28]
Η ουδέτερη Τουρκία
Η Τουρκία δεν ήθελε να επαναλάβει τα λάθη του 1914 και να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο που δεν της ανήκε, παίρνοντας βιαστικές αποφάσεις. Η γαλλική ήττα μέσα σε μόλις 20 μέρες ήταν ένα μεγάλο τράνταγμα που θορύβησε την τουρκική πολιτική ελίτ, η οποία αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να εξαναγκάσει μια χώρα όπως η Γαλλία –η οποία συνθηκολόγησε με τη ναζιστική Γερμανία στις 22 Ιουνίου– την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο. Η ισορροπία δυνάμεων είχε διαταραχθεί και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο δεν επέτρεπε οποιαδήποτε επιπόλαια τουρκική απόφαση.[29]
Το τουρκικό κράτος κατήγγειλε την τριμερή συμφωνία, κρατώντας μια θέση ίσων αποστάσεων σε μια περίοδο που η ναζιστική Γερμανία φάνταζε ανίκητη. Έτσι, η Τουρκία άρχισε να απομακρύνεται από τη Μεγάλη Βρετανία και να προσεγγίζει τη Γερμανία.[30] Η απόφαση αυτή όμως ελήφθη παρά το γεγονός ότι οι τούρκοι αξιωματούχοι συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις με τη Μεγάλη Βρετανία για την είσοδο στον πόλεμο, αξιώνοντας μάλιστα ως ανταλλάγματα τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, τη βουλγαρική Θράκη και την εντολή στην Αλβανία.[31]
Ο πόλεμος φτάνει στα Βαλκάνια
Σύμφωνα με το άρθρο 3 της τριμερούς συμφωνίας, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940 ενεργοποιούσε την τουρκική υποχρέωση για την εμπλοκή της στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία επανέλαβε τα ίδια επιχειρήματα που είχε χρησιμοποιήσει και κατά τη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού.[32] Η Τουρκία αντιλαμβανόταν ότι η κατάρρευση του δυτικού μετώπου άφηνε τη Μεγάλη Βρετανία να πολεμά μόνη της τον Άξονα, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι δεν θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη στην Τουρκία.[33]
Η ελληνική αντίσταση και η ιταλική ήττα στα ελληνοαλβανικά σύνορα τροποποίησαν ριζικά τους υπολογισμούς των Γερμανών για τον πόλεμο. Στις 4 Νοεμβρίου 1940, η Γερμανία –παρά την αρχική της θέση για μη εμπλοκή στα Βαλκάνια– έλαβε την απόφαση για επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα,[34] καθώς οι ελληνικές νίκες στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου θα επέτρεπαν την οριστική εγκατάσταση των Βρετανών στον ελλαδικό χώρο.[35]
Η απόφαση της Γερμανίας για επίθεση στα Βαλκάνια λήφθηκε εννιά μέρες πριν από τη συνάντηση του Χίτλερ με τον Μολότοφ, στις 13 Νοεμβρίου 1940, στην οποία έγινε ξεκάθαρο ότι τα περιθώρια συνεργασίας μεταξύ των δύο συμμάχων είχαν πλέον εκλείψει. Έτσι, ο Χίτλερ, τρεις εβδομάδες μετά τις συνομιλίες του με τον Μολότοφ, αποφάσισε τη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[36] Όμως, για την πραγματοποίηση της επίθεσης, οι Γερμανοί όφειλαν να εξασφαλίσουν πως δεν θα αντιμετώπιζαν οποιονδήποτε κίνδυνο από το Νότο. Η Γερμανία λοιπόν, προχώρησε στην επιχείρηση εισβολής κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας με σκοπό να αποκλειστεί η πιθανότητα εγκατάστασης βρετανικών βάσεων στη Βαλκανική που θα μπορούσαν να πλήξουν τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας και να πλευροκοπήσουν τις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες θα επιχειρούσαν στην επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[37]
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η Γερμανία προσπάθησε να προσεγγίσει την Τουρκία, καθώς η ουδετερότητά της κρινόταν αναγκαία για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Η τουρκική ουδετερότητα εμπόδιζε τη συνένωση των βρετανικών και των σοβιετικών στρατευμάτων, δυσχέραινε το βομβαρδισμό των ρουμανικών πετρελαιοπηγών και, τέλος. προστάτευε τα πλευρά της Βέρμαχτ (Wehrmacht).[38]
Έτσι, οι ομολογουμένως ψυχρές τουρκο-γερμανικές σχέσεις της περιόδου 1939-41 άρχισαν σταδιακά να αναθερμαίνονται και να βρίσκουν κοινό πεδίο δράσης, λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της Τουρκίας στα γεωστρατηγικά σχέδια της Γερμανίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή.
Η συμφωνία μη επίθεσης με τη Γερμανία
Η κατάληψη της Ελλάδας από τη Γερμανία, σε συνδυασμό με το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο και τη βουλγαρική ένταξη στον Άξονα, είχε φέρει την Τουρκική Δημοκρατία σε μια πολύ ευάλωτη θέση, η οποία τελικά οδήγησε στην υπογραφή της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στην Άγκυρα στις 18 Ιουνίου 1941.[39]
Τέσσερις μέρες μετά την τουρκο-γερμανική συμφωνία ακολούθησε η γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[40] Η είδηση προκάλεσε στην Τουρκία ένα αίσθημα ενθουσιασμού, καθώς απομακρυνόταν με μαθηματική ακρίβεια η πιθανότητα γερμανικής ή σοβιετικής επίθεσης. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η Τουρκία γνώριζε, όταν υπέγραφε τη συμφωνία μη επίθεσης, για την επικείμενη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Όμως ο ενθουσιασμός του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Σουκρού Σαράτζογλου (Şükrü Saracoğlu) κατά τις πρώτες μέρες της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα ήταν τέτοιος ώστε να δηλώσει πως η γερμανική επίθεση υπήρξε αποτέλεσμα της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στις 18 Ιουνίου.[41]
Νέες πιέσεις από τις Συμμαχικές Δυνάμεις
Οι επιτυχίες των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Στάλινγκραντ και στη Βόρεια Αφρική, στα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943, έγειραν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ αυτών.[42] Αυτό όμως δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι, με πρωτεργάτη τoν Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), είχαν ακόμη βασική προτεραιότητα την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο,[43] την οποία χρειάζονταν κυρίως ως προκεχωρημένη βάση για τα στρατεύματά τους.[44] Στον αντίποδα, όμως, το τουρκικό κράτος επιθυμούσε τη διατήρηση της ουδετερότητας του καθώς θεωρούσε ότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τη Δυτική Τουρκία.[45]
Η μυστική συνάντηση στα Άδανα
Ο Τσώρτσιλ επιθυμούσε την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο όσο κανένας άλλος ηγέτης. Μάλιστα, στις 9 Νοεμβρίου 1942, παρουσίασε για πρώτη φορά στρατιωτικά σχέδια υπολογίζοντας ότι στις τάξεις των συμμάχων θα συμμετείχε ενεργά και η Τουρκία.[46] Τα βρετανικά σχέδια προέβλεπαν την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο για να δημιουργηθεί ένα τρίτο μέτωπο κατά της Γερμανίας. Η Τουρκία αποτελούσε τη χώρα κλειδί γι’ αυτά τα σχέδια, καθώς η εγγύτητά της με τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας θα επέτρεπε στις συμμαχικές δυνάμεις να επιτεθούν σε αυτές, ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε την παρουσία των συμμάχων στη Συρία.[47] Έτσι, το βρετανικό πρέσσινγκ οδήγησε τελικώς στη συμφωνία της μυστικής συνάντησης στα Άδανα.[48]
Στα Άδανα συζητήθηκαν η περίπτωση εκχώρησης της βόρειας Συρίας, ο εκσυγχρονισμός των αεροπορικών βάσεων και η παραλαβή αμυντικού στρατιωτικού εξοπλισμού για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο.[49] Τελικά, η μόνη σαφής και ξεκάθαρη συμφωνία με τους συμμάχους ήταν η υλικοτεχνική υποδομή και η στρατιωτική ενίσχυση για μια πιθανή μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στον πόλεμο.[50]
Τα συμφωνηθέντα απαιτούσαν χρόνο τόσο για να αποσταλούν (όταν μιλάμε για στρατιωτικό εξοπλισμό) όσο και για να υλοποιηθούν (όταν μιλάμε για θέματα υποδομών). Ενώ ταυτόχρονα χρειαζόταν η αποστολή προσωπικού, το οποίο θα αναλάμβανε την εκπαίδευση των Τούρκων.[51] Είναι φανερό λοιπόν ότι η τουρκική ηγεσία είχε κερδίσει, μέσω της συμφωνίας, τον απαιτούμενο χρόνο που χρειαζόταν για να μην εμπλακεί η Τουρκία άμεσα στον πόλεμο.[52]
Η βρετανική επιχείρηση επέμβασης στο Αιγαίο
Η τουρκική απροθυμία για συμμετοχή στον πόλεμο επιβεβαιώθηκε και κατά τη σχεδίαση της βρετανικής επιχείρησης κατάληψης των νήσων του Αιγαίου, τον Σεπτέμβριο του 1943, όπου οι Τούρκοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους.[53]
Η Τουρκία δεν επιδίωξε κάποια εμπλοκή στην εν λόγω επιχείρηση εξαιτίας των ανησυχιών της, διότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τα τουρκικά παράλια. Αλλά, στον αντίποδα αυτής της ερμηνείας, οι Βρετανοί πίστευαν ότι η Τουρκία δεν αποφάσιζε την ενεργό εμπλοκή της στην επιχείρηση επειδή φοβόταν ότι μέσω αυτής μπορούσε να απελευθερωθεί η Ελλάδα και ότι μια ελεύθερη Ελλάδα θα μπορούσε να ενσωματώσει τα Δωδεκάνησα, αν αυτά παραχωρούνταν με δημοψήφισμα.[54]

5 Δεκεμβρίου 1943. Ο αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ, ο τούρκος πρόεδρος Ινονού και ο βρετανός πρωθυπουργός Τσώρτσιλ στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου.
http://www.history.army.mil/books/wwii/sp1943-44/chapter16.htm
Στο Κάιρο και στην Τεχεράνη
Στη Διάσκεψη του Καΐρου, οι συμμαχικές δυνάμεις ζήτησαν εκ νέου την ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο και την παραχώρηση των τουρκικών βάσεων. Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν, η Μόσχα δεν έδειχνε το ίδιο θερμή με την προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στον πόλεμο.[55] Μετά το Κάιρο, η βρετανική αντιπροσωπεία μετέβη στην Τεχεράνη για συζητήσεις με τον Στάλιν. Εκεί, ο Τσώρτσιλ εξέφρασε ακόμα μια φορά την πεποίθησή του ότι η Τουρκία όφειλε να ενταχθεί στο πλευρό των συμμάχων, καθώς αυτό θα ανάγκαζε τη Γερμανία σε αναδίπλωση και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία σε πιθανή αποχώρηση από τον πόλεμο. Την ίδια άποψη εξέφρασε και η Σοβιετική Ένωση, που έλπιζε πως η ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο θα της προσέφερε καλύτερες δυνατότητες ανεφοδιασμού.[56] Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις στην Τεχεράνη απέβησαν άκαρπες ώστε, έκτοτε, η Σοβιετική Ένωση να παύσει οποιαδήποτε νέα προσπάθεια εξώθησης της Τουρκίας στον πόλεμο.[57]
Στον αντίποδα, η Μεγάλη Βρετανία προσπάθησε να πείσει για μια τελευταία φορά την Τουρκία στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου, που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 2 - 7 Δεκεμβρίου 1943. Για μια ακόμη φορά ακούστηκαν οι ίδιες τουρκικές αντιρρήσεις και ανησυχίες, γεγονός που εκνεύρισε τους Συμμάχους. Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ (Franklin Roosevelt) εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν σκόπευε να εμπλακεί στον πόλεμο αλλά επιθυμούσε το στρατιωτικό συμμαχικό υλικό, γιατί θα της χάριζε την επιθυμητή υπεροχή στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τον πόλεμο.[58] Έτσι, σταδιακά, οι συμμαχικές πιέσεις στην Τουρκία μειώθηκαν και τελικώς έπαυσαν ολοκληρωτικά μετά τον Φεβρουάριο του 1944.
Η επιθετικότητα της Σοβιετικής Ένωσης
Στις 19 Μαρτίου, η Σοβιετική Ένωση κατήγγειλε και επίσημα την τουρκο-σοβιετική συνθήκη του 1925 ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Στάλιν πραγματοποίησε μια ευθεία καταγγελία κατά της συνθήκης του Μοντρέ, χαρακτηρίζοντάς την ακατάλληλη.[59] Η σοβιετική επιθετικότητα προκάλεσε έντονες ανησυχίες, οι οποίες εντάθηκαν όταν οι σοβιετικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Βουλγαρία, τον Σεπτέμβριο του 1944. Τελικά, οι τουρκικές ανησυχίες καταλάγιασαν κάπως ύστερα από τις βρετανικές προσπάθειες εγκαθίδρυσης μια σταθερής κυβέρνησης στην Ελλάδα. Η Τουρκία, μπροστά στη σοβιετική αναθεωρητική απειλή, αναγνώρισε τα κοινά συμφέροντά της με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ελλάδα και, έτσι, από τον Νοέμβριο του 1944, εγκατέλειψε οποιαδήποτε αξίωση είχε για τα Δωδεκάνησα.[60]
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η Τουρκία κατάφερε να αποφύγει την είσοδο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ, όταν πλέον η νίκη των Συμμάχων ήταν προδιαγεγραμμένη, διέκοψε και επισήμως τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Γερμανία, στις 2 Αυγούστου 1944. Τέλος, η Τουρκία, ύστερα από την απόφαση των Συμμάχων στη Γιάλτα ότι η ένταξη στον ΟΗΕ θα περιοριζόταν στα κράτη που πολέμησαν στο πλευρό των Συμμάχων, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία στις 23 Φεβρουαρίου 1945.[61]
Συμπεράσματα
Η εξωτερική πολιτική του τουρκικού κράτους των τελευταίων χρόνων έμοιαζε αρκετά με αυτή της περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Τουρκία ακολούθησε μια πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να ικανοποιήσει και τον χωροφύλακα και τον αστυφύλακα (γεγονός που δικαιολογούσε σε μεγάλο βαθμό τη χρήση του όρου «επιτήδειος ουδέτερος» από πολιτικούς αναλυτές και διεθνολόγους της χώρας μας).
Αλλά οι τελευταίες εξελίξεις στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, και ιδιαίτερα ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, φαίνεται πως αλλάζουν άρδην την τουρκική γεωστρατηγική πολιτική. Σε αντίθεση με το παρελθόν, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολυπολικό κόσμο, στον οποίο η Τουρκία δεν απειλείται από κανέναν και, αντιθέτως, επιθυμεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο με αναθεωρητικές βλέψεις.
Έχοντας υπόψη μας τα προαναφερθέντα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι η χρήση του όρου επιτήδειος ουδέτερος για την Τουρκία είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.
[1] Frank Weber, Ο επιτήδειος ουδέτερος, μτφρ. Εύη Νάντσου, Θετίλη, Αθήνα 1985, 309 σ.
[2] Ahmet Davutoğlu, Το Στρατηγικό Βάθος. Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφρ Ν. Ραπτόπουλος,
Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2010, σ. 123 Την ίδια άποψη περί ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής εκφράζει και ο καθηγητής ιστορίας Erik Zürcher. βλ. Erik Ζürcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μτφρ. Β. Κεχριώτης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σ. 269.
[3] Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Erik Zürcher αναφέρει ότι στη μνήμη της τουρκικής πολιτικής ελίτ υπήρξε βαθιά χαραγμένος ο τρόπος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί ως γερμανικό εργαλείο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Erik Ζürcher, ό.π. σ. 274.
[4] Osman Yalcin, "İkinci Dunya Savaşında İsmet İnonu ve Churchill Arasında Yapılan Adana
Goruşmesi.", Ataturk Yolu Dergisi, 12.47 (2011) 701-731, σ. 705.
[5] Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και Εμείς. Α΄ τόμος, Καθημερινές Εκδόσεις, Αθήνα 2018, σ. 121
[6] Mevlut Celebi, "Ataturk Donemi ve Sonrasında Turkiye-İtalya İlişkilerini Etkileyen Faktorler." Ataturk Araştırma Merkezi Dergisi 31.91 (2015): 69-92.
[7] William Hale, Τουρκική Εξωτερική Πολιτική 1774-2000, μτφρ. Ρ. Βασιλάκη & Σ. Σφυρόερα, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2016, σ. 95
[8] Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πατάκη, Αθήνα 2014, σ. 83
[9] Frank Weber, ό.π., σ. 30.
[10] Στο ίδιο, σ. 30-31.
[11] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 83-85.
[12] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 272
[13] Selim Deringil, “The preservation of Turkey's neutrality during the second world war: 1940”, Middle Eastern Studies, 18:1, (1982) 30-52, DOI: 10.1080/00263208208700494. σ. 32-33
[14] Frank Weber, ό.π., σ. 69- 72.
[15] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 88.
[16] Frank Weber, ό.π., σ. 78.
[17] William Hale, ό.π., σ. 114.
[18] Selim Deringil, ό.π., σ. 30.
[19] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 126-127.
[20] William Hale, ό.π., σ. 114-115.
[21] Selim Deringil, ό.π., σ. 32.
[22] William Hale, ό.π., σ. 115.
[23] Frank Weber, ό.π., σ. 83.
[24] Ηλίας Ηλιοπούλου, Διεθνείς Σχέσεις της Τουρκίας 1935-1945: Η Ημισέληνος μεταξύ Βρεττανικού
Λέοντος, Γερμανικής Σβάστικας και Ρωσσικής Άρκτου, Λειμών, Αθήνα 2017, σ. 118
[25] Selim Deringil, ό.π., σ. 39
[26] Ataov Turkkaya, Turkish Foreign Policy: 1939-1945, Ankara Universitesi Siyasat, Ankara 1965, σ. 70
[27] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 121
[28] William Hale, ό.π., σ. 115-116.
[29] Selim Deringil, ό.π., σ. 34.
[30] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 119-124.
[31] Frank Weber, ό.π., σ. 96.
[32] William Hale, ό.π., σ. 115-116.
[33] Στο ίδιο, σ. 116.
[34] Γενικό Επιτελείο Στρατού, Η συμβολή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2009, σ. 10.
[35] Ιωάννης Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 385.
[36] Selim Deringil, ό.π., σ. 33.
[37] Ιωάννης Κολιόπουλος, ό.π., σ. 385.
[38] Frank Weber, ό.π., σ. 198-200.
[39] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 90.
[40] William Hale, ό.π., σ.123-124.
[41] Frank Weber, ό.π., σ. 151-152.
[42] Weisband Edward, Turkish Foreign Policy, 1943- 1935: Small State and Great Power Politics, Princeton University Press, 1973, σ. 119.
[43] Στο ίδιο, σ. 122.
[44] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 273.
[45] Osman Yalcin, ό.π., σ. 707.
[46] William Hale, ό.π., σ. 131-132.
[47] İzzet Öztoprak, "İkinci Dünya Savaşı Döneminde Adana Görüşmelerinin Askeri Yönü", Belleten 63.237 (2000): 597- 618, σ. 597.
[48] Στο ίδιο, σ. 598-599.
[49] Frank Weber, ό.π., σ. 221.
[50] William Hale, ό.π., σ. 133.
[51] İzzet Öztoprak, ό.π., σ. 612.
[52] Frank Weber, ό.π., σ. 228-229.
[53] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 141.
[54] Frank Weber, ό.π., σ. 229.
[55] Frank Weber, ό.π., σ. 249.
[56] Στο ίδιο, σ. 252.
[57] William Hale, ό.π., σ. 134.
[58] Frank Weber, ό.π., σ. 255.
[59] Στο ίδιο, σ. 138-140.
[60] William Hale, ό.π., σ. 139.
[61] Frank Weber, ό.π., σ. 138-140.
Η επιστροφή του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις του 21ου αιώνα. Οι εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η αναδιάταξη των διεθνών συμμαχιών έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια λογική γεωπολιτικής αντιπαράθεσης που πολλοί θεωρούσαν ότι είχε υποχωρήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η εξέλιξη αυτή εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: υπονομεύει η αναβίωση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων την ικανότητα και τη βούληση της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει συλλογικά παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, οι διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και οι κρίσεις δημόσιας υγείας;
Τα ζητήματα αυτά δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα. Η υπερθέρμανση του πλανήτη, οι πανδημίες, η επισιτιστική ασφάλεια και η σταθερότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού απαιτούν πρωτοφανή επίπεδα διεθνούς συνεργασίας. Ωστόσο, η αυξανόμενη δυσπιστία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η χρήση οικονομικών κυρώσεων, η τεχνολογική αντιπαράθεση και η αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας από πολλά κράτη δυσχεραίνουν τη δημιουργία κοινών πολιτικών και θεσμικών λύσεων.
Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η συνεργασία δεν έχει εξαφανιστεί αλλά μετασχηματίζεται. Νέες μορφές συντονισμού αναδύονται μέσα από περιφερειακές συμμαχίες, διεθνείς οργανισμούς, πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο κατακερματισμένος, η πρόκληση δεν είναι απλώς η διατήρηση της συνεργασίας, αλλά η προσαρμογή της σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης που διοργάνωσαν στο Λονδίνο (19-06-2026) το London School of Economics (LSE) και το Πανεπιστήμιο Tsinghua στην Κίνα, με τη συμμετοχή διακεκριμένων ειδικών στις διεθνείς σχέσεις, οι οποίοι εξέτασαν τις επιπτώσεις του νέου γεωπολιτικού ανταγωνισμού και τις προοπτικές διατήρησης της διεθνούς συνεργασίας σε μια εποχή αυξανόμενων παγκόσμιων προκλήσεων. Η συζήτηση συγκέντρωσε μια ιδιαίτερα αξιόλογη ομάδα ακαδημαϊκών από το LSE και το Πανεπιστήμιο Tsinghua , οι οποίοι διαθέτουν σημαντική διεθνή αναγνώριση στους τομείς των διεθνών σχέσεων, της πολιτικής οικονομίας, της ανάπτυξης και της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Από την πλευρά του LSE συμμετείχαν η καθηγήτρια Catherine Boone, ειδική σε θέματα πολιτικής οικονομίας και ανάπτυξης, ο καθηγητής Robert Falkner, ένας από τους πλέον γνωστούς ερευνητές της διεθνούς περιβαλλοντικής πολιτικής και της παγκόσμιας διακυβέρνησης, η καθηγήτρια Stephanie J. Rickard, η οποία μελετά τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις και τις οικονομικές πολιτικές των κρατών, καθώς και ο καθηγητής Peter Trubowitz, διευθυντής του Phelan US Centre του LSE και ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς στρατηγικές ισορροπίες.
Το Πανεπιστήμιο Tsinghua εκπροσωπήθηκε από τον καθηγητή Tang Xiaoyang, έναν από τους σημαντικότερους μελετητές των σχέσεων Κίνας–Αφρικής και της κινεζικής αναπτυξιακής στρατηγικής, καθώς και από τον καθηγητή Zhao Kejin, ειδικό στην παγκόσμια διακυβέρνηση, τη δημόσια διπλωματία και την κινεζική εξωτερική πολιτική.
Η σύνθεση του πάνελ προσέφερε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ κορυφαίων ακαδημαϊκών από τη Δύση και την Κίνα, επιτρέποντας την ανταλλαγή διαφορετικών προσεγγίσεων σχετικά με το μέλλον της διεθνούς συνεργασίας σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και παγκόσμιων προκλήσεων.
Η επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κυριάρχησε η αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μείωνε τις διεθνείς συγκρούσεις και θα ενίσχυε τη συνεργασία. Η παγκοσμιοποίηση θεωρήθηκε όχι μόνο μηχανισμός οικονομικής ανάπτυξης αλλά και εργαλείο ειρήνης.
Σήμερα όμως η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο το εμπόριο, τις επενδύσεις και την τεχνολογία ως ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Οι αλυσίδες εφοδιασμού επανασχεδιάζονται, οι κρατικές επιδοτήσεις πολλαπλασιάζονται και η λογική της «στρατηγικής αυτονομίας» αποκτά κεντρική θέση στη χάραξη πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε έναν αυξανόμενο κατακερματισμό του παγκόσμιου εμπορίου. Το πολυμερές σύστημα κανόνων που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι υπό πίεση, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO) δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις νέες πραγματικότητες της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης και των πράσινων τεχνολογιών.
Όπως επισημάνθηκε στη συζήτηση, η τάση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Συνδέεται επίσης με τις εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις στις δυτικές δημοκρατίες. Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε νικητές και ηττημένους, και σε πολλές χώρες η δυσαρέσκεια των κοινωνικών ομάδων που αισθάνονται αποκλεισμένες μετατράπηκε σε πολιτική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά την αποχώρηση συγκεκριμένων πολιτικών ηγετών, οι πιέσεις προς περισσότερο προστατευτισμό πιθανότατα θα παραμείνουν.
Ο αγώνας για τα κρίσιμα ορυκτά της Αφρικής
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας να είναι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για τα κρίσιμα ορυκτά που απαιτούνται για την πράσινη μετάβαση. Το κοβάλτιο, το λίθιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες αποτελούν πλέον στρατηγικούς πόρους ανάλογης σημασίας με το πετρέλαιο κατά τον 20ό αιώνα. Η Αφρική διαθέτει μεγάλο μέρος αυτών των αποθεμάτων και βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου «αγώνα δρόμου» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η ελπίδα ότι η αυξημένη ζήτηση για τα ορυκτά αυτά θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό οικονομικής ανάπτυξης για τις αφρικανικές χώρες. Πολλοί αναλυτές υποστήριζαν ότι η ήπειρος είχε μια ιστορική ευκαιρία να αποφύγει την «κατάρα των φυσικών πόρων» – το φαινόμενο όπου οι πλούσιοι σε πρώτες ύλες τόποι καταλήγουν εγκλωβισμένοι σε διαφθορά, ανισότητες και εξάρτηση.
Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν αλλάξει το πλαίσιο. Οι δυτικές χώρες, οι οποίες προηγουμένως διακήρυτταν ότι θα προσέφεραν ένα πιο διαφανές και δίκαιο μοντέλο συνεργασίας ως εναλλακτική λύση απέναντι στην κινεζική παρουσία, σήμερα επικεντρώνονται ολοένα περισσότερο στη δική τους ενεργειακή και βιομηχανική ασφάλεια.
Η περίφημη φράση του πρωθυπουργού του Καναδά , Μαρκ Κάρνεϊ, στο Νταβός – «If you're not at the table, you're on the menu» – χρησιμοποιήθηκε χαρακτηριστικά για να περιγράψει τη θέση πολλών αφρικανικών χωρών. Χωρίς επαρκή πολιτική ισχύ και θεσμική οργάνωση, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλά αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ ισχυρότερων κρατών. Η μόνη πραγματική απάντηση φαίνεται να είναι η συλλογική δράση. Μέσω οργανισμών όπως η Αφρικανική Ένωση (AU) , οι χώρες της ηπείρου θα μπορούσαν να διαπραγματεύονται από κοινού καλύτερους όρους εκμετάλλευσης των πόρων τους. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής προσκρούει στις εσωτερικές αντιπαλότητες, στις αδύναμες θεσμικές δομές και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των κρατών.
Η Κίνα και η πράσινη μετάβαση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συζήτησης αφορούσε τη διαφορετική προσέγγιση της Κίνας στο ζήτημα της πράσινης ανάπτυξης. Στον κυρίαρχο δυτικό πολιτικό και ακαδημαϊκό λόγο, η κλιματική αλλαγή προσεγγίζεται συχνά πρωτίστως ως ηθικό και περιβαλλοντικό ζήτημα. Στην Κίνα, αντίθετα, η πράσινη μετάβαση συνδέθηκε από νωρίς με την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική στρατηγική. Οι Κινέζοι σχεδιαστές αντιλήφθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000 ότι η ανεξέλεγκτη ρύπανση απειλούσε τη βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Έτσι, η επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ηλεκτροκίνηση ενσωματώθηκε σταδιακά στον μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Σήμερα, περισσότερο από το μισό των νέων αυτοκινήτων που πωλούνται στην Κίνα είναι ηλεκτρικά ή υβριδικά, ενώ η χώρα κυριαρχεί παγκοσμίως στην παραγωγή φωτοβολταϊκών, μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων. Σε αντίθεση με τη δυτική προσέγγιση, όπου η πράσινη μετάβαση παρουσιάζεται συχνά ως περιβαλλοντική αναγκαιότητα, η κινεζική ηγεσία την ενέταξε σε ένα ευρύτερο σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού, τεχνολογικής αναβάθμισης και ενίσχυσης της εθνικής ισχύος. Η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, η κυριαρχία στην παραγωγή φωτοβολταϊκών και μπαταριών, η εξασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά και οι μαζικές επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής.
Αυτό εξηγεί γιατί οι Κινέζοι ομιλητές στη συζήτηση υποστήριξαν ότι η πράσινη ανάπτυξη δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντική πολιτική, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής της χώρας. Η αντίθεση με πολλές δυτικές χώρες είναι χαρακτηριστική. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η συζήτηση για τη βιωσιμότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, όμως η πρακτική εφαρμογή των πολιτικών συχνά προχωρά με αργότερους ρυθμούς.
Petrostates και Electrostates
Η συζήτηση ανέδειξε επίσης ένα ενδιαφέρον θεωρητικό σχήμα: τη διάκριση ανάμεσα στα λεγόμενα «petrostates» και «electrostates». Ένας νέος διαχωρισμός ανάμεσα σε κράτη που εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική και γεωπολιτική τους ισχύ στα ορυκτά καύσιμα και σε κράτη που επενδύουν στρατηγικά στον εξηλεκτρισμό και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώρες που εξακολουθούν να στηρίζονται σημαντικά στα ορυκτά καύσιμα, ενώ η Κίνα φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο το πρότυπο του «electrostate».
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Κίνα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες άνθρακα, ενώ περιοχές όπως το Τέξας πρωτοστατούν στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η περίπτωση του Τέξας αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της ενεργειακής μετάβασης. Αν και αποτελεί ιστορικά το επίκεντρο της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, συγκαταλέγεται ταυτόχρονα μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών αιολικής και ηλιακής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η διάκριση ανάμεσα σε "πετρελαϊκά κράτη" και "κράτη του εξηλεκτρισμού" είναι συχνά περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική. Οι ενεργειακές στρατηγικές καθορίζονται όχι μόνο από τις διεθνείς εξελίξεις αλλά και από τις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες κάθε χώρας.
Παρά τις αντιφάσεις αυτές, ένα βασικό συμπέρασμα φαίνεται να αναδύεται: η ενεργειακή ασφάλεια και η πράσινη μετάβαση δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο αλληλοσυμπληρώνονται. Η ευρωπαϊκή εμπειρία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 το απέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο. Η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μετατράπηκε από οικονομικό πλεονέκτημα σε στρατηγικό μειονέκτημα, ωθώντας πολλές χώρες να επιταχύνουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Ο παγκόσμιος Νότος ως ρυθμιστής των εξελίξεων
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της συζήτησης αφορά τον ρόλο του παγκόσμιου Νότου. Συχνά οι διεθνείς αναλύσεις παρουσιάζουν τις χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας ως παθητικούς αποδέκτες των αποφάσεων που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον, το Πεκίνο ή τις Βρυξέλλες. Οι συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι αυτή η προσέγγιση είναι υπερβολικά απλουστευτική.
Οι ίδιες οι χώρες του παγκόσμιου Νότου διαθέτουν σημαντικά περιθώρια επιλογών. Η επιτυχία τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των θεσμών τους, τη διαχείριση των πόρων τους και την ικανότητά τους να μετατρέψουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό σε εσωτερική αναπτυξιακή δυναμική. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρήθηκε η δυνατότητα που προσφέρουν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για αποκεντρωμένη ανάπτυξη. Σε πολλές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια μπορούν να επιτρέψουν την ηλεκτροδότηση απομακρυσμένων περιοχών χωρίς την ανάγκη κατασκευής εκτεταμένων κεντρικών δικτύων. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες προοπτικές εκβιομηχάνισης και κοινωνικής ανάπτυξης.
Η κρίση του πολυμερισμού
Το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει ολόκληρη τη συζήτηση είναι κατά πόσο οι υπάρχοντες διεθνείς θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εξακολουθεί να ρυθμίζει περίπου τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά οι κανόνες του έχουν σχεδιαστεί για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πλέον. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ψηφιακές υπηρεσίες, οι πράσινες επιδοτήσεις και η επιστροφή του βιομηχανικού σχεδιασμού ως εργαλείου γεωοικονομικής ισχύος δημιουργούν νέες προκλήσεις που το σημερινό θεσμικό πλαίσιο δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει. Ταυτόχρονα, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας καθιστά δυσκολότερη την ανανέωση του διεθνούς συστήματος κανόνων.
Πίσω από τις τοποθετήσεις των ομιλητών στο LSE διαγραφόταν η αίσθηση ότι η εποχή κατά την οποία τα κράτη μπορούσαν μόνα τους να διαχειριστούν τα παγκόσμια προβλήματα πλησιάζει στο τέλος της. Οι προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιακής οικονομίας και της τεχνητής νοημοσύνης υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα και απαιτούν νέες μορφές συλλογικής δράσης. Έτσι, αντί της επιστροφής σε έναν ιδεατό πολυμερή κόσμο του παρελθόντος (multilateralism), αναδύεται η ανάγκη για ένα πιο σύνθετο σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο κράτη επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα συνδιαμορφώνουν λύσεις και κανόνες σε παγκόσμιο επίπεδο (multi-stakeholder cooperation). Πρόκειται για μια μετάβαση από τον κλασικό πολυμερισμό σε ένα πλέγμα πολυκεντρικής και πολυεπίπεδης συνεργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες ενός ολοένα πιο αλληλεξαρτώμενου αλλά και κατακερματισμένου κόσμου.
Συμπεράσματα
Οι παρεμβάσεις των ακαδημαϊκών του LSE και του Πανεπιστημίου Tsinghua ανέδειξαν με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η εποχή της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης έχει παρέλθει οριστικά. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, όπου η οικονομία, η τεχνολογία, η ενέργεια και η ασφάλεια αλληλοσυνδέονται περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, η επιστροφή της γεωπολιτικής δεν σημαίνει αναγκαστικά το τέλος της συνεργασίας. Αντιθέτως, η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση και η διαχείριση των παγκόσμιων κοινών αγαθών καθιστούν τη συνεργασία πιο αναγκαία από ποτέ.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα συνεχιστεί – αυτό θεωρείται σχεδόν βέβαιο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι δύο υπερδυνάμεις, μαζί με τις αναδυόμενες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, θα καταφέρουν να δημιουργήσουν νέους θεσμούς και νέες μορφές συνεννόησης που θα επιτρέψουν την αντιμετώπιση των κοινών παγκόσμιων προκλήσεων. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της διεθνούς τάξης αλλά και τις προοπτικές βιωσιμότητας του πλανήτη στον 21ο αιώνα.
Μέσα στον ορυμαγδό της επικαιρότητας, εκεί όπου οι ειδήσεις πέφτουν κατά ριπάς και η μία προλαβαίνει να ακυρώσει την προηγούμενη πριν καν τη διαβάσουμε, υπάρχουν μερικές φράσεις που χάνονται για λίγο μέσα στην ακατάπαυστη ροή των πληροφοριών, σαν ένα μικρό χαρτί που παρασύρεται από τον αέρα σε μια πολύβουη λεωφόρο. Μία από αυτές μου τράβηξε πρόσφατα την προσοχή καθώς ανασκάλευα, όπως συνηθίζω, το αχανές καλάθι του διαδικτύου με την περιέργεια εκείνου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα κείμενα αξίζει να διαβάζονται και όχι απλώς να καταναλώνονται. Με τη συνήθεια, ίσως παλιομοδίτικη πια, να σταματώ σε ορισμένες διατυπώσεις και να αναρωτιέμαι γιατί ειπώθηκαν, από ποιον ειπώθηκαν και κυρίως γιατί ειπώθηκαν τώρα.
Ο ισραηλινός υπουργός Διασποράς και Καταπολέμησης του Αντισημιτισμού, Αμιχάι Τσίκλι, δήλωσε ότι η Τουρκία και η νέα Συρία αποτελούν πλέον μεγαλύτερη πρόκληση για το Ισραήλ από το Ιράν και ότι «η εποχή της σιιτικής αυτοκρατορίας του Ιράν έχει τελειώσει». Πρόσθεσε μάλιστα πως ο νέος άξονας της περιοχής είναι η Τουρκία, η Συρία και το Κατάρ.
Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω όμως κάτι άλλο, έναν παλιό και αρκετά αξιόπιστο κανόνα της πολιτικής ανάγνωσης: ότι συχνά πίσω από τη φράση βρίσκεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται σε υπουργεία, επιτελεία, υπηρεσίες πληροφοριών και δεξαμενές σκέψης. Τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, σπάνια αλλάζουν πορεία από τη μια μέρα στην άλλη. Πρώτα αλλάζουν το λεξιλόγιό τους, ύστερα τις προτεραιότητές τους και μόνο στο τέλος τις πράξεις τους.
Και κάπου εκεί η συγκεκριμένη δήλωση παύει να αφορά τον Τσίκλι και αρχίζει να αφορά όλη τη Μέση Ανατολή. Γιατί ίσως περιγράφει μια αλλαγή που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια, αλλά ήδη γίνεται ορατή σε όσους έχουν την υπομονή να κοιτάζουν πίσω από τα πρωτοσέλιδα. Από τότε που άρχισα να διαβάζω περισσότερο Ιστορία παρά επικαιρότητα, απέκτησα μια μικρή καχυποψία απέναντι στις ειδήσεις. Όχι επειδή είναι κυρίως ψευδείς αλλά επειδή είναι βιαστικές.
Η επικαιρότητα μοιάζει με μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το τέλος του. Οι περισσότεροι αναγνώστες παρασύρονται από τις εκρήξεις, τις ανατροπές, τους θανάτους των ηρώων και τις μεγάλες σκηνές.
Η Ιστορία σπάνια αλλάζει κατεύθυνση με τυμπανοκρουσίες. Τις περισσότερες φορές προειδοποιεί διακριτικά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει ούτε η ίδια προς τα πού πηγαίνει. Αφήνει εδώ κι εκεί μικρές σημειώσεις στο περιθώριο, σαν εκείνα τα μολυβένια υπογραμμίσματα που βρίσκει κανείς στα μεταχειρισμένα βιβλία και αναρωτιέται ποιος αναγνώστης τα άφησε πίσω του και γιατί.
Σε αυτό το πνεύμα διάβασα και τη δήλωση του Τσίκλι. Δεν μου έκανε εντύπωση η κριτική προς το Ιράν. Αυτή την ακούμε χρόνια. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε η αναφορά στην Τουρκία. Οι εντάσεις ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ είναι γνωστές.
Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος του ισραηλινού κράτους, κάτι που πάντα λαμβάνω υπόψη μου πολύ σοβαρά, επιχειρούσε να μετακινήσει τον προβολέα. Σαν να έλεγε στους συνομιλητές του: «κοιτάζαμε επί είκοσι χρόνια προς μία κατεύθυνση· ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε προς μια άλλη». Και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως η συγκεκριμένη δήλωση δεν αφορά καθόλου το Ιράν. Ίσως αφορά το τέλος μιας εποχής.
Για δύο δεκαετίες σχεδόν κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή κατέληγε στην Τεχεράνη. Το Ιράν εμφανιζόταν ως ο μεγάλος αναθεωρητής της περιοχής, η δύναμη που οικοδομούσε δίκτυα, εξόπλιζε συμμάχους, χρηματοδοτούσε οργανώσεις και διεύρυνε διαρκώς την επιρροή της. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν για τα μέσα συμφωνούσαν για το βασικό γεγονός: η ιστορία της περιοχής γραφόταν σε μεγάλο βαθμό γύρω από το ιρανικό ζήτημα.
Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ισραηλινός υπουργός και λέει, περίπου, ότι το βιβλίο αυτό τελειώνει. Όχι ότι το Ιράν εξαφανίζεται. Τα κράτη δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ακόμη δυσκολότερα.
Εκείνο που υπονοεί είναι κάτι πιο ενδιαφέρον. Ότι η κεντρική σύγκρουση του επόμενου κεφαλαίου ίσως δεν έχει ακόμη γραφτεί πλήρως, αλλά τα πρώτα της πρόσωπα έχουν ήδη εμφανιστεί στη σκηνή. Και ανάμεσά τους βρίσκεται η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που κράτησα τη φράση. Την κράτησα επειδή μου θύμισε κάτι που συναντά κανείς συχνά στην Ιστορία. Τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι συνεχίζουν να συζητούν για τον κόσμο που φεύγει, ενώ οι πιο προσεκτικοί έχουν αρχίσει ήδη να παρατηρούν τον κόσμο που έρχεται.
Και καμιά φορά ο κόσμος που έρχεται εμφανίζεται πρώτα ως μια φράση που περνά σχεδόν απαρατήρητη ανάμεσα σε εκατό άλλες ειδήσεις που την επόμενη μέρα κανείς δεν θα θυμάται. Εκτός ίσως από εκείνους που εξακολουθούν να διαβάζουν την επικαιρότητα όπως διαβάζουν ένα καλό μυθιστόρημα: αργά, υπομονετικά και με το μολύβι στο χέρι. Ίσως βέβαια όλα αυτά να αποδειχθούν λανθασμένα. Η Μέση Ανατολή είναι ο τόπος όπου οι βεβαιότητες έχουν μικρό προσδόκιμο ζωής. Σχεδόν κάθε δεκαετία γεννά τον δικό της «αναπόφευκτο νικητή» και σχεδόν κάθε δεκαετία φροντίζει να τον διαψεύσει. Όμως οι δηλώσεις σαν αυτή δεν έχουν αξία επειδή προβλέπουν το μέλλον. Έχουν αξία επειδή αποκαλύπτουν πώς το φαντάζονται όσοι προσπαθούν να το διαμορφώσουν.
Για πολλά χρόνια η περιοχή έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από ένα μόνο ερώτημα: τι θα γίνει με το Ιράν; Σήμερα, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, εμφανίζονται άνθρωποι μέσα στο ίδιο το ισραηλινό κατεστημένο που μοιάζουν να αναζητούν αλλού τον επόμενο μεγάλο αντίπαλο. Ίσως έχουν δίκιο. Ίσως όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η συζήτηση μετακινείται. Και όταν μετακινείται η συζήτηση, συνήθως έχει προηγηθεί η μετακίνηση της πραγματικότητας.
Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις ιστορικές αλλαγές όταν έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Όταν έχουν αποκτήσει όνομα, χρονολογία και κεφάλαιο στα βιβλία. Τότε όλα φαίνονται λογικά και αναμενόμενα. Η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε καταδικασμένη αφού κατέρρευσε. Η αμερικανική μονοκρατορία έμοιαζε αυτονόητη αφού εγκαθιδρύθηκε. Η άνοδος της Κίνας φαίνεται σήμερα σχεδόν αναπόφευκτη, λες και δεν υπήρξαν δεκαετίες κατά τις οποίες ελάχιστοι την είχαν προβλέψει.
Η Ιστορία όμως δεν βιώνεται έτσι. Βιώνεται μέσα στην αβεβαιότητα. Μέσα σε μικρές ενδείξεις, μισοτελειωμένες εξελίξεις, υπαινιγμούς και φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι να αποκτήσουν εκ των υστέρων νόημα.
Γι’ αυτό στάθηκα σε αυτή τη δήλωση.
Όχι επειδή πιστεύω ότι ένας υπουργός του Ισραήλ γνωρίζει το μέλλον της Μέσης Ανατολής. Αλλά επειδή, διαβάζοντάς την, είχα για μια στιγμή εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που έχει κανείς όταν διαβάζει ένα καλό μυθιστόρημα και πέφτει πάνω σε μια φράση που μοιάζει δευτερεύουσα. Μια φράση που ο αναγνώστης υπογραμμίζει σχεδόν ενστικτωδώς, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί. Και ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση. Γιατί υποψιάζεται ότι κάπου παρακάτω θα καταλάβει πως εκεί, σε εκείνη ακριβώς τη γραμμή, ο συγγραφέας είχε αφήσει το πρώτο σημάδι ότι η ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση.
Η ΕΕ έχει ξεκινήσει σοβαρές ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία. Ενώ το βάρος της απόδειξης μετατίθεται πλέον στο Κίεβο, οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να παραμείνουν αδρανείς.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ουκρανία πραγματοποίησαν τη δεύτερη διακυβερνητική διάσκεψή τους και άνοιξαν την πρώτη ενότητα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, που είναι γνωστή ως «Βασικά Θέματα», στις 15 Ιουνίου 2026 στο Λουξεμβούργο. Το όνομα μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά η ουσία είναι κάθε άλλο παρά τέτοια. Αυτή η ενότητα αποτελεί τη ραχοκοκαλιά ολόκληρης της διαδικασίας. Καλύπτει το κράτος δικαίου, τους δημοκρατικούς θεσμούς, τη δημόσια διοίκηση και τα οικονομικά κριτήρια, και περιλαμβάνει πέντε κεφάλαια διαπραγματεύσεων: δικαστικό σύστημα και θεμελιώδη δικαιώματα· δικαιοσύνη, ελευθερία και ασφάλεια· δημόσιες συμβάσεις· στατιστικές· και δημοσιονομικό έλεγχο. Είναι η πρώτη ενότητα που ξεκίνησε και θα είναι η τελευταία που θα ολοκληρωθεί. Από αυτή τη στιγμή, η ένταξη της Ουκρανίας έπαψε να αποτελεί μια γεωπολιτική υπόσχεση. Έχει μετατραπεί σε μια δομημένη διαπραγμάτευση με κριτήρια αναφοράς, χάρτες πορείας, προθεσμίες και την αμηχανία του να κρίνεται και να αξιολογείται κανείς.
Η πρώτη τέτοια διάσκεψη, πριν από δύο χρόνια, εγκαινίασε τις συνομιλίες και καθόρισε το διαπραγματευτικό πλαίσιο της ΕΕ. Λίγα έχουν προχωρήσει από τότε, και η συνήθης εξήγηση –η παρεμπόδιση από την Ουγγαρία– είναι σε μεγάλο βαθμό σωστή. Ωστόσο, το αδιέξοδο δεν ξεπεράστηκε επειδή οι Βρυξέλλες βρήκαν νέα αποφασιστικότητα. Άλλαξε επειδή η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν έχασε τις εκλογές του Απριλίου. Ο κανόνας της ομοφωνίας που εκμεταλλεύτηκε ο Όρμπαν, καθώς και η ευκολία με την οποία μια πρωτεύουσα μπορεί να κρατήσει όμηρο τη διεύρυνση, δεν έχουν επιλυθεί. Απλώς, η κατάσταση έχει ηρεμήσει. Το δίδαγμα πρέπει να είναι να αναπληρωθεί ο χαμένος χρόνος, όσο το παράθυρο παραμένει ανοιχτό. Οι πέντε εναπομείναντες τομείς διαπραγμάτευσης πρέπει να ανοίξουν τον Ιούλιο. Αυτό δεν θα κατέβαζε τον πήχη, καθώς ένας κανονικός ρυθμός θα είχε διαρκέσει περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα. Θα αποδείκνυε απλώς ότι τα πολιτικά εμπόδια μπορούν να καθυστερήσουν την ένταξη, αλλά δεν μπορούν να την καθορίσουν ή/και να την ανασχέσουν, εφόσον και οι δύο πλευρές είναι έτοιμες να προχωρήσουν.
Το άνοιγμα αλλάζει επίσης το ποιος έχει το μεγαλύτερο βάρος. Μέχρι τώρα, η Ουκρανία μπορούσε να κατηγορήσει την Ουγγαρία ή την αργή διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ για τις καθυστερήσεις. Αυτή η δικαιολογία έχει πλέον εξαφανιστεί. Το Κίεβο πίεσε σκληρά για τον στόχο του 2027 και τώρα που οι τομείς έχουν ανοίξει, η ΕΕ μπορεί να επιστρέψει τη μπάλα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ουκρανία θέλει να ενταχθεί, αλλά αν είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στον συμφωνηθέντα ρυθμό.
Η κλίμακα του εγχειρήματος δεν είναι εύκολο να υποτιμηθεί. Η Συμφωνία Σύνδεσης περιελάμβανε λίγες πάνω από 600 νομικές πράξεις της ΕΕ και, έπειτα από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία έχει εφαρμόσει περίπου το 84% αυτών. Η ένταξη είναι μια διαφορετική τάξη μεγέθους. Απαιτεί την υιοθέτηση αρκετών χιλιάδων πράξεων, και όχι μόνο στα χαρτιά. Οι Βρυξέλλες δεν θα ρωτήσουν αν έχει ψηφιστεί ένας νόμος, αλλά αν λειτουργεί στην πράξη. Η Ουκρανία πρέπει να μεταβεί από τη λογική της προσέγγισης στη λογική της πλήρους ένταξης, κάτι που είναι πιο δύσκολο τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική άποψη. Η πρώτη πραγματική δοκιμασία θα έρθει στα τέλη Οκτωβρίου, όταν η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Διεύρυνση 2026 θα δείξει αν ο τομέας των «Βασικών Αρχών» εφαρμόζεται ή απλώς έχει ανοίξει. Το να γίνουν όλα αυτά ενώ διεξάγεται ένας πλήρης πόλεμος ρωσικής επιθετικότητας, με περιορισμένο προϋπολογισμό, αδύναμη δημόσια διοίκηση και κατεχόμενα εδάφη, είναι ακόμη πιο δύσκολο – μια δυσκολία που οι αισιόδοξοι τείνουν να αγνοούν.
Έχουν τεθεί ήδη ορισμένα θεμέλια. Τον Απρίλιο, η Ουκρανία υιοθέτησε ένα Εθνικό Πρόγραμμα για την ευθυγράμμιση της νομοθεσίας της με αυτή της ΕΕ. Έχει επίσης προετοιμάσει διαπραγματευτικές θέσεις και για τις έξι ενότητες – αλλά τα έγγραφα δεν εφαρμόζονται από μόνα τους. Οι θεσμοί της Ουκρανίας για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χρειάζεται πλέον να αποκτήσουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Ο Τάρας Κάτσκα, αναπληρωτής πρωθυπουργός για την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική ολοκλήρωση από τον Ιούλιο του 2025 και το όργανο συντονισμού της κυβέρνησης, πρέπει να κάνουν περισσότερα από το να παρακολουθούν απλώς και να συντονίζουν την πορεία και πρόοδο των διαπραγματεύσεων· πρέπει να εξουσιοδοτηθούν πολιτικά ώστε να επιβάλλουν κυρώσεις σε υπουργεία που καθυστερούν ή συντάσσουν αδύναμους νόμους. Το Κοινοβούλιο, εδώ και τέσσερα χρόνια, δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ταχεία διαδικασία για τα νομοσχέδια που σχετίζονται με την ΕΕ. Μια πρόσφατη απόφαση κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, απαιτώντας υποβολή περισσότερων εκθέσεων και μεγαλύτερο ρόλο του Κοινοβουλίου στις διαπραγματεύσεις. Η εποπτεία είναι θετική, αλλά μια υποψήφια χώρα δεν συζητά αν θα υιοθετήσει το δίκαιο της ΕΕ – αυτό το ζήτημα αφορά τα κράτη μέλη. Το καθήκον της είναι να εφαρμόζει τους κανόνες, και μάλιστα γρήγορα, όταν δεν υπάρχει μεταβατική περίοδος.
Το βάρος, ωστόσο, δεν επικεντρώνεται μόνο στο Κίεβο, και σε αυτό το σημείο οι Βρυξέλλες διαφεύγουν πολύ συχνά από τον έλεγχο. Τα κριτήρια αξιολόγησης χωρίς κίνητρα δεν είναι παρά απλές ευχές. Η ΕΕ θα πρέπει να συνδέσει τις πληρωμές από τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της – το δημοσιονομικό πλαίσιο 2028–34 – με το κλείσιμο των κεφαλαίων των διαπραγματεύσεων και να δώσει προτεραιότητα στα κριτήρια που θα εντάξουν την Ουκρανία στην Ενιαία Αγορά. Αυτό θα μετέτρεπε τα χρήματα σε κινητήρια δύναμη μεταρρυθμίσεων, θα έδινε στους Ουκρανούς ένα πραγματικό κίνητρο πολύ πριν από την πλήρη ένταξη και θα ανάγκαζε την ΕΕ να εφαρμόσει τις από καιρό αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πριν από τη διεύρυνση. Διότι μια διεύρυνση που η ΕΕ δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ή να απορροφήσει δεν είναι πιο αξιόπιστη από τις μεταρρυθμίσεις που η Ουκρανία δεν μπορεί να υλοποιήσει.
Η πόρτα έχει ανοίξει περισσότερο, και αυτό είναι καλό νέο. Μια πόρτα, ωστόσο, είναι χρήσιμη μόνο αν και οι δύο πλευρές συνεχίσουν να τη διασχίζουν με ρυθμό. Το Κίεβο πρέπει να οικοδομήσει ένα κράτος κατάλληλο για ένταξη, όχι απλώς μια εξωτερική πολιτική που την επιδιώκει. Αυτό σημαίνει ενίσχυση της εξουσίας του επικεφαλής διαπραγματευτή και των συντονιστικών φορέων, καθώς και παραμερισμό της πολιτικής όπου η Ουκρανία δεν έχει να κερδίσει μεταβατικές περιόδους. Οι Βρυξέλλες, από την πλευρά τους, πρέπει να αποδείξουν ότι είναι έτοιμες να δεχτούν την Ουκρανία και πρόθυμες να πληρώσουν για αυτή τη διαδρομή. Οι επόμενοι έξι μήνες δεν θα κρίνουν την ένταξη, αλλά αποτελούν την καλύτερη ευκαιρία για την Ουκρανία να αποδείξει με τις πράξεις της ότι το εννοεί σοβαρά.
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα πρόσφατο σχόλιο του EPIK.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Είναι δεδομένο ότι τις εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2019 και στις διπλές του 2023 τις έδωσε μια κρίσιμη εκλογική μάζα η οποία προερχόταν από την Κεντροαριστερά. Οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι διείδαν στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη (όχι και στο κόμμα της ΝΔ) έλλειψη λαϊκισμού, πολιτική σοβαρότητα και λειτουργική φερεγγυότητα.
Και όντως, την πρώτη τετραετία 2019-23 η κρίσιμη αυτή εκλογική μάζα δεν διαψεύστηκε. Κάτι που δεν συνέβη τη δεύτερη τετραετία, 2023 έως σήμερα, αφού η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα εσωτερικά παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, άνευρη και ανούσια, προφανώς λόγω της σφοδρής αντίδρασης των λαϊκιστικών στοιχείων της βαθιάς ΝΔ. Και όχι μόνο αυτό· με τη συνεχιζόμενη αποτυχία της κυβέρνησης να ελέγξει την ακρίβεια, έδωσε μια πρώτης τάξεως αιτία στην παραπάνω κρίσιμη κεντροαριστερή μάζα να αποστεί από την έως τότε δεδομένη εμπιστοσύνη της και να ψάξει αλλού, σε άλλες θάλασσες που έλεγε κι ο Τσίπρας, όταν είχε την «αυταπάτη» ότι αυτός, καπετάνιος της ελληνικής σκούνας, έκανε το κουμάντο στον ευρωπαϊκό στόλο.
Ο σοβαρός όμως ψηφοφόρος φεύγει από κάπου, από όπου δεν είναι ικανοποιημένος, για να πάει κάπου αλλού όπου θα είναι καλύτερα. Ιδίως κατά τη στιγμή που το κάνει «αφιλοκερδώς» και χωρίς να υπολογίζει σε ελληνικά αντίδωρα τύπου ρουσφέτι, μέσον, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμός κ.λπ.
Πού θα μπορούσε, όμως, να πάει σήμερα;
Το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του, ο Νίκος Ανδρουλάκης, είχε πολύ χρόνο, από τις εκλογές του 2023 έως και σήμερα, να κερδίσει από τη ΝΔ την παραπάνω κρίσιμη εκλογική μάζα (η οποία, συν τοις άλλοις, είναι και ιδεολογικά πιο συγγενής μαζί του, παρά με τη ΝΔ), ούτως ώστε όχι απλώς να καταστεί πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση αλλά να διεκδικήσει με αξιώσεις ακόμα και την πρωτιά.
Αφενός, οι κυβερνητικοί συμβιβασμοί του Κυριάκου Μητσοτάκη επέτρεπαν στο ΠΑΣΟΚ να δημιουργήσει την εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αφετέρου, οι δύο καταλυτικές ήττες του Αλέξη Τσίπρα το 2023 και η επακόλουθη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ στα εξ ων συνετέθη του έδωσε χώρο, επικοινωνιακές δυνατότητες και περιθώριο πολιτικών πρωτοβουλιών.
Αλλά το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όλο αυτό το διάστημα περί άλλα ετύρβαζε: στην αρχή, την πολιτική του μονοπώλησαν οι υποκλοπές και η θυματοποίηση του προέδρου· στη συνέχεια έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έπρεπε να κάνει: έσυρε το μεγαλύτερο συστημικό κόμμα εξουσίας της μεταπολίτευσης πίσω από τις ιδεοληψίες της Καρυστιανού, της Κωνσταντοπούλου και του Βελόπουλου. Έκαναν το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου ουρά ιδεοληπτικών γκρουπούσκουλων, αφήνοντας όλον τον συστημικό πολιτικό χώρο του Κέντρου και ένα τεράστιο ποσοστό της Κεντροαριστεράς στην διάθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Και προσοχή! Λέω του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι της Νέας Δημοκρατίας, διότι εάν το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν το έχουν καταλάβει ακόμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2019 και ώς σήμερα κυβερνά περισσότερο με την Κεντροαριστερά και λιγότερο με τη ΝΔ. Η βασική συνδρομή της ΝΔ είναι η εξασφάλιση κοινοβουλευτικών ψήφων (και τούτο, όπως ήδη έχουμε δει, όχι πάντα) στις συνεδριάσεις της Βουλής.
Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, στο ΠΑΣΟΚ ακολούθησαν τη λάθος διαδικασία, γενόμενοι δεκανίκι της υπόλοιπης τοξικής αντιπολίτευσης και προσπαθώντας, με τη σκανδαλολογία (υπαρκτή και φανταστική) και με τις από πριν καταδικασμένες προτάσεις μομφής και εξεταστικές-προανακριτικές επιτροπές, να «ρίξουν», με έμμεσο τρόπο (με απότιση ποινής πολιτικής ευθύνης και όχι με απώλεια λαϊκής νομιμοποίησης στις εκλογές) τον Κυριάκο Μητσοτάκης για να ξυλευτούν αυτοί το κουφάρι του.
Ο κόσμος όμως, οι άνθρωποι, από τη φυσιολογία τους, δεν αγαπούν τα πτωματοφάγα. Αντίθετα μάλιστα, τα αποστρέφονται. Το ίδιο και στα πολιτικά: ένα υγιές πολιτικό σύστημα δεν τρέφεται και δεν πρέπει να τρέφεται από πολιτικά πτώματα, αλλά από ενεργά, ζωντανά και δημοκρατικώς λειτουργούντα πολιτικά κόμματα.
Για τούτο και κανένας νουνεχής ψηφοφόρος δεν θέλει η ψήφος που έδωσε να αχρηστευτεί λόγω εξωεκλογικών παράπλευρων απωλειών και να καταλήξει σε ένα καλάθι δίχως πάτο. Προτιμάει να ξαναπάει στο εκλογικό κέντρο ώστε εκεί να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι, από την αρχή και επί ίσοις όροις. Και το κυριότερο, έχοντας στα υπόψη όσα στο, μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, χρονικό διάστημα έχουν μεσολαβήσει για όλα τα κόμματα και για όλους τους υποψηφίους.
Ιδιαίτερα αυτοί οι ψηφοφόροι που δεν έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους υστερόβουλες σκέψεις (μέσον, ρουσφέτι, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμό κ.λπ.), εκτιμούν την πολιτική ευθύτητα, την αξία, την προσπάθεια, τη σοβαρότητα, τα έργα και όχι τα λόγια και τα συνθήματα. Ιδίως αν αυτά ανήκουν στη δεκαετία του 1980 (και αν πρόκειται για τον Τσίπρα, πολύ πολύ παλαιότερα). Αντίθετα δηλαδή με όσα προφανώς πρεσβεύει και αναμένει αυτός που, αντί να πάει να ψηφίσει, προτιμάει να μην σηκωθεί από τον καναπέ του
Όραμα του συνειδητού πολίτη είναι οι τύχες της χώρας να εξαρτώνται καταρχήν από την πολιτική και να εξελίσσονται μέσα από τις προβλεπόμενες τακτικές πολιτικές διαδικασίες, δηλαδή από τις εκλογές, και όχι από έκτακτους εξωγενείς παράγοντες όπως σκάνδαλα, ατυχήματα κ.λπ. και τις ακολουθούμενες ενδεχομένως σε τέτοιες περιπτώσεις διαδικασίες παραίτησης πρωθυπουργού και κυβέρνησης. Οι οποίες διαδικασίες, ειδικά στη χώρα μας, μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου, εγκυμονώντας απρόβλεπτες συνέπειες και κινδύνους για όλους, για χώρα και για πολίτες. Κάτι που επιδιώκουν οι ακραίοι, οι μπαχαλάκηδες, οι Αγανακτισμένοι.
Εάν λοιπόν η αλεπού του ΠΑΣΟΚ ήταν ελάχιστα ξύπνια (ούτε καν πονηρή) θα έπρεπε να καταλάβει ότι η θέση της δεν είναι στην «εμποροπανήγυρι» της Αριστεράς, όπου εσχάτως ευδοκιμούν οι «αντισυστημικοί» σκανδαλοθήρες, οπαδοί της πολιτικής ανωμαλίας, αλλά στην «αγορά» του πραγματικά δημοκρατικού και φιλελεύθερου Κέντρου. Αντί λοιπόν να έχει αναλωθεί μετά μανίας ο Νίκος Ανδρουλάκης σε προσπάθειες να πιάσει κι αυτός αριστερό στασίδι σε ένα χώρο όπου και οι υποψήφιοι είναι πολλοί και τα προς τα αριστερά στασίδια ακόμα περισσότερα, το σοφό θα ήταν να είχε αποστασιοποιηθεί από όλους αυτούς και από όλα αυτά και να είχε απευθυνθεί προς το πολιτικό Κέντρο. Αυτό το πολιτικό Κέντρο το οποίο έδινε από το 1981 στο ΠΑΣΟΚ την εξουσία.
Αντ’ αυτού, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαγκωνίζονται ποιο θα πρωτοδιώξει τους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς (για να τους πάρει και πάλι –εύκολο να το μαντέψει κανείς– ποιος). Και καλά τα «αντισυστημικά» κόμματα. Τα «συστημικά» όμως, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, γιατί;
Πόση «αριστεροσύνη» (και πόση «ρωμιοσύνη», παρεμπιπτόντως) χρειάζεται τις σημερινές εποχές ένα υπερσαραντάχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που κυβέρνησε τη χώρα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και υπό τον Κώστα Σημίτη επί είκοσι χρόνια, όταν μάλιστα έχει δει και τα κατορθώματα της πρώτη φορά Αριστεράς, από το 2015 ώς σήμερα;
Ας το πούμε με τα λόγια του Νίκου Εγγονόπουλου: «Πρόεδρε Νίκο, τι ζητούσες στο μέτωπο της παράνοιας, εσύ ένας λογικός;». Ή μήπως δεν είχες ποτέ κατανοήσει τι είναι λογικό και ωφέλιμο για το ΠΑΣΟΚ και για τη χώρα;
Στις 18 Ιουνίου 2015, πριν από 11 χρόνια, στο Σύνταγμα, διοργανώθηκε «από τα κάτω», από «την κοινωνία των πολιτών», χωρίς δηλαδή να έχουν κουνήσει το χεράκι τους κόμματα ή οργανώσεις, η πρώτη συγκέντρωση πολιτών κατά της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και των διαφαινόμενων σχεδίων της (ή έστω, των διαφαινόμενων συνεπειών της πολιτικής τους) να φύγει η Ελλάδα από την Ευρώπη. Η συγκέντρωση είχε απροσδόκητη επιτυχία και δημιούργησε το ρεύμα πολιτών που στη συνέχεια αποκλήθηκε «κίνημα Μένουμε Ευρώπη». Έντεκα χρόνια μετά, μεταφέρουμε το κλίμα εκείνων των ημερών, αναδημοσιεύοντας ένα κείμενο στα κοινωνικά δίκτυα ενός προσώπου που δεν είχε καταφέρει να πάει στη συγκέντρωση, του καθηγητή Δημήτρη Δημητράκου. Είναι μια πολύτιμη μαρτυρία, σήμερα, που όσοι κινητοποίησαν τους πολίτες επανεμφανίζονται εκ νέου στο πολιτικό προσκήνιο ως σωτήρες. [TBJ]
Δημήτρης Δημητράκος:
ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
Δεν πήγα στη μεγάλη χθεσινή συγκέντρωση στο Σύνταγμα διότι, όπως δήλωσα, είχα μια ανειλημμένη επαγγελματική υποχρέωση που δεν σήκωνε ματαίωση ή αναβολή. Είχα, όμως, τη δυνατότητα να εκτιμήσω το μέγεθος και τη σημασία της, από αφηγήσεις κοντινών μου προσώπων που συμμετείχαν, από φωτογραφίες και ειδήσεις.
Όλοι ξαφνιαστήκαμε με την επιτυχία της. Πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή από ό,τι περιμέναμε από διαδήλωση μη «ενισχυμένη» από τα συνοδευτικά που θεωρούσαμε ότι απαιτούνται για μια μαζική διαδήλωση: ντουντούκες, συνθήματα, αγριεμένα πλήθη, πλακάτ με απειλές, ομάδες έτοιμες για σύγκρουση ώστε να εξασφαλιστεί ο απαραίτητος τζερτζελές για να σε πάρουν στα σοβαρά…
Εδώ, λοιπόν, έχουμε ένα ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΑΛΜΑ. Και αυτό είναι ότι δεν έγινε τίποτε από αυτά.
Είχε μεγάλη προσέλευση και παλμό. Χωρίς τζερτζελέ. Αυτό είναι το σημαντικό. Έδειξε ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα πολιτισμένων ανθρώπων στη χώρα μας που δεν απελπίζεται, που δεν έχει ανάγκη να παραφέρεται, να δέρνει ή να δέρνεται, και που απαιτεί κάτι που όλοι υποτίθεται ότι επιθυμούν και απαιτούν. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΑΝΟΙΧΤΑ ΝΑ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙ κανείς -πλην κάποιων ανεκδιήγητων– ότι βασική επιδίωξή μας είναι και πρέπει να είναι η έξοδος από την Ευρώπη: όχι απλώς έξω από το ευρώ - αλλά έξω από την Ευρώπη.
Τι σημαίνει «έξω από την Ευρώπη» για τον σημερινό Έλληνα;
Για τον παραδοσιακό παρασιτικό συμπατριώτη μας σημαίνει έξω από το σύνολο των θεσμών και μηχανισμών που ικανοποιούν την προσοδοθηρία του. Για τον μη παρασιτικό, και για εκείνον που συντάσσεται με τις καλύτερες παραδόσεις της ιστορίας μας, το «έξω από την Ευρώπη» σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό. Όχι μόνο κάτι καταστρεπτικό από πλευράς οικονομικής ή μια τεράστια απώλεια των πολιτικών κεκτημένων από την προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981. Σημαίνει έξωση από έναν πολιτιστικό περίγυρο με τον οποίο ταυτίζεται ως σύγχρονος δημοκρατικός πολίτης και που συνδέεται άμεσα με την πολιτιστική αγκαλιά της Δύσης και ειδικότερα της Ευρώπης, στην οποία εντασσόμαστε.
ΠΑΝΤΑ –από την εποχή των κοτζαμπάσηδων– υπήρχε το στοιχείο της οπισθοδρόμησης, των λούμπεν, του αντιδυτικισμού, της βούλησης να παραμένει η Ελλάδα η σκωληκοειδής απόφυση της Ευρώπης. Είναι αυτοί οι «πατριώτες» και εμείς οι «γερμανοτσολιάδες»; Αν ο τελευταίος όρος μάς διαφοροποιεί εντελώς από τέτοιου είδους «πατριώτες» της μπίχλας και της οπισθοδρόμησης, τον δεχόμαστε ως φιλοφρόνημα εκ μέρους τους. Όπως και από οποιονδήποτε άλλον εχθρό της ανοιχτής κοινωνίας.
Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη διοργάνωσαν στις 5 Ιουνίου 2026, στο Queens’ College, μονοήμερο επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και Ρωμιοσύνη: Γλώσσα και Ταυτότητα στον Ελληνόφωνο Κόσμο». Το συμπόσιο συγκέντρωσε ιστορικούς, γλωσσολόγους και ερευνητές συναφών πεδίων με στόχο τη διερεύνηση της σύνθετης σχέσης μεταξύ γλώσσας, πολιτισμικής συνέχειας και συλλογικής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα «Ρωμαίικα», την απειλούμενη ελληνική διάλεκτο που εξακολουθεί να ομιλείται σε περιοχές του Πόντου, ως ένα ζωντανό παράδειγμα της ιστορικής ανθεκτικότητας και της πολιτισμικής συνέχειας της Ρωμιοσύνης.
Αντλώντας από το πολυετές ερευνητικό έργο της καθηγήτριας Ιωάννας Σιταρίδου, το συμπόσιο επιχείρησε να φωτίσει ζητήματα γλωσσικής εξέλιξης, πολιτισμικής κληρονομιάς και ταυτότητας, εντάσσοντάς τα σε ευρύτερες συζητήσεις γύρω από τη συνέχεια, την υβριδικότητα και την πολυγλωσσία. Παράλληλα, εξετάστηκαν οι ιδεολογικές και ιστοριογραφικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τη Ρωμιοσύνη και την κληρονομιά της Ρώμης, διερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι πολίτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αντιλαμβάνονταν και διαμόρφωναν την ταυτότητά τους μέσα στους αιώνες. Τη διοργάνωση του συμποσίου ανέλαβαν ο Δρ. Γεώργιος Καλπαδάκης της Ακαδημίας Αθηνών και η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν τα ζητήματα της ιστορικής συνέχειας, της πολιτισμικής ανθεκτικότητας, της γλωσσικής εξέλιξης και της διαμόρφωσης συλλογικών ταυτοτήτων. Παράλληλα, οι εισηγήσεις ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο οι όροι «Ρωμαίος», «Ρωμιός», «Έλληνας», «Ρωμαίικα» και «Ελληνικά» απέκτησαν διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, αντανακλώντας μεταβαλλόμενες πολιτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές πραγματικότητες.
Οι συμμετέχοντες και οι εισηγήσεις
Ο Αντώνης Καλδέλλης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βυζαντινολόγους και συγγραφέας του πολυσυζητημένου βιβλίου Romanland: Ethnicity and Empire in Byzantium, ανέλυσε την ιστορική πορεία του όρου «Ρωμαίικα» από τη βυζαντινή περίοδο έως τη σύγχρονη εποχή. Η έρευνά του έχει συμβάλει καθοριστικά στην επαναξιολόγηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως ενός κράτους που οι ίδιοι οι κάτοικοί του αντιλαμβάνονταν ως «Ρωμαϊκό» και όχι ως «Βυζαντινό». Στην εισήγησή του υπογράμμισε ότι η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» σε περιοχές του Πόντου αποτελεί σημαντική μαρτυρία της μακράς διάρκειας της ρωμαϊκής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο.
Οι δύο ερευνητές του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών με έδρα την Κρήτη, Λεωνίδας Εμπειρίκος και Νίκος Σιγάλας, παρουσίασαν μια ιστορικο-γλωσσολογική προσέγγιση της ονομασίας της ελληνικής γλώσσας μέσα στους αιώνες. Η έρευνά τους εξετάζει πώς οι ονομασίες «Eλληνική», «Γραικική» και «Ρωμαίικα» συνυπήρξαν ή διαδέχθηκαν η μία την άλλη, αντανακλώντας βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές. Μέσα από πηγές από το Βυζάντιο, την Οθωμανική περίοδο και τον νεότερο ελληνισμό, ανέδειξαν τη δυναμική σχέση μεταξύ γλώσσας και συλλογικής ταυτότητας.
Η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου, γνωστή διεθνώς για την πρωτοποριακή της έρευνα στις ρωμαίικες διαλέκτους του Πόντου και ιδιαίτερα της περιοχής της Τραπεζούντας, παρουσίασε τα αποτελέσματα πολυετούς επιτόπιας έρευνας σε κοινότητες που εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα που οι ίδιες αποκαλούν «Ρωμαίικα». Η εργασία της εξετάζει τη διαδικασία εξισλαμισμού των πληθυσμών αυτών και τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα διατηρήθηκε παρά τις θρησκευτικές και πολιτικές μεταβολές. Το έργο της έχει συμβάλει αποφασιστικά στην ανάδειξη των «Ρωμαίικων» ως ενός πολύτιμου ζωντανού γλωσσικού μνημείου της μεσαιωνικής ελληνικής.
Ο Γιώργος Καλπαδάκης από την Ακαδημία Αθηνών προσέγγισε το ζήτημα της πολιτισμικής ανθεκτικότητας μέσα από τη συγκριτική μελέτη νησιωτικών και απομονωμένων κοινοτήτων. Η εισήγησή του εστίασε στους μηχανισμούς μέσω των οποίων μικρές κοινότητες κατορθώνουν να διατηρούν τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την ιστορική τους μνήμη παρά τις εξωτερικές πιέσεις. Η προσέγγισή του συνέδεσε τη μελέτη των ελληνικών κοινοτήτων με ευρύτερα διεθνή παραδείγματα πολιτισμικής επιβίωσης.
Ο Δημήτρης Σταματόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ορθόδοξης κοινότητας και της μετάβασης από τη Ρωμιοσύνη στον ελληνικό εθνικισμό, εξέτασε το έργο του λογίου του 18ου αιώνα Καισάριου Δαπόντε. Μέσα από την ανάλυση του Βιβλίου των Βασιλέων ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο Δαπόντες συνδύαζε βυζαντινά, ορθόδοξα, ελληνικά και ρωμαϊκά στοιχεία ταυτότητας σε μια εποχή πριν από τη διαμόρφωση του νεότερου ελληνικού έθνους. Η εισήγηση συνδέθηκε με το ευρύτερο ερευνητικό έργο του Σταματόπουλου γύρω από την έννοια της Ρωμιοσύνης και τις πολλαπλές μορφές συλλογικής ταυτότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ρωμιοσύνη, γλώσσα και ταυτότητα
Η σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, την ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της πολιτείας που επί αιώνες οι ίδιοι οι κάτοικοί της αποκαλούσαν Ρωμανία και τους εαυτούς τους Ρωμαίους. Παρά το γεγονός ότι στη σύγχρονη ιστοριογραφία έχει επικρατήσει ο όρος «Βυζάντιο», οι άνθρωποι που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο δεν θεωρούσαν ποτέ ότι ανήκαν σε ένα «βυζαντινό» κράτος. Αντιθέτως, αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κληρονόμους μιας πολιτικής και πολιτισμικής παράδοσης που είχε τις ρίζες της στην αρχαία Ρώμη αλλά εξελίχθηκε σε ένα πολύγλωσσο, πολυεθνικό και βαθιά ελληνόφωνο κόσμο.
Η διερεύνηση της έννοιας της Ρωμιοσύνης και της σχέσης της με τη γλώσσα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο νέων ιστορικών και γλωσσολογικών ερευνών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μελέτη της γλωσσολόγου Ιωάννας Σιταρίδου για τα «Ρωμαίικα» , μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της ελληνικής γλώσσας που εξακολουθεί να ομιλείται σε απομονωμένες κοινότητες της περιοχής της Τραπεζούντας στον Εύξεινο Πόντο. Η ύπαρξη αυτών των κοινοτήτων προσφέρει ένα μοναδικό παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα και η ταυτότητα διαμορφώθηκαν και επιβίωσαν μέσα από αιώνες πολιτικών και κοινωνικών μεταβολών.
Η συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης στην Ανατολή
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε προϊόν σύνθεσης. Η πολιτική της παράδοση προερχόταν από τη Ρώμη, η γλώσσα της διοίκησης και της παιδείας εξελίχθηκε σταδιακά προς τα ελληνικά, ενώ η θρησκευτική της φυσιογνωμία διαμορφώθηκε γύρω από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων δημιούργησε μια ταυτότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς με σύγχρονες εθνικές κατηγορίες. Οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας δεν αισθάνονταν ότι έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στο να είναι Έλληνες ή Ρωμαίοι. Για πολλούς αιώνες οι δύο έννοιες δεν ήταν ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές. Η πολιτική ταυτότητα ήταν ρωμαϊκή, η γλώσσα ελληνική και η θρησκεία χριστιανική. Το γεγονός ότι η αυτοκρατορία διοικούνταν από την Κωνσταντινούπολη και όχι από τη Ρώμη δεν μείωνε τη “ρωμαϊκότητά” της στα μάτια των κατοίκων της.
Αυτή η πραγματικότητα συχνά δυσκολεύει τους σύγχρονους ιστορικούς, οι οποίοι έχουν επηρεαστεί από τα πρότυπα του εθνικού κράτους του 19ου αιώνα. Οι μεσαιωνικές κοινωνίες, ωστόσο, λειτουργούσαν με διαφορετικές αντιλήψεις περί ταυτότητας. Ένας κάτοικος της Τραπεζούντας του 12ου ή του 14ου αιώνα μπορούσε ταυτόχρονα να είναι χριστιανός, ελληνόφωνος και Ρωμαίος χωρίς να θεωρεί ότι αυτές οι ιδιότητες συγκρούονταν μεταξύ τους.
Η γλώσσα ως θεματοφύλακας της συλλογικής μνήμης
Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε ίσως τον ισχυρότερο φορέα πολιτισμικής συνέχειας στον ανατολικό μεσογειακό κόσμο. Από την ελληνιστική εποχή έως σήμερα, η γλώσσα εξελίχθηκε, μεταμορφώθηκε και εμπλουτίστηκε, χωρίς όμως να διακοπεί ποτέ η αδιάσπαστη ιστορική της παρουσία. Η περίπτωση των «Ρωμαίικων» του Πόντου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Οι ομιλητές αυτής της γλώσσας δεν χρησιμοποιούν απαραίτητα τον όρο «ελληνικά» για να περιγράψουν το ιδίωμά τους. Αντίθετα, το αποκαλούν «ρωμαίικα». Ο όρος αυτός αποτελεί ζωντανό απομεινάρι μιας ιστορικής πραγματικότητας στην οποία η έννοια του Ρωμαίου παρέμενε κεντρική για τον αυτοπροσδιορισμό των ελληνόφωνων πληθυσμών της Ανατολής.
Για πολλούς σύγχρονους παρατηρητές, ο όρος μπορεί να προκαλεί σύγχυση. Ορισμένοι θεωρούν λανθασμένα ότι σχετίζεται με τις λατινογενείς γλώσσες ή με τη λατινική παράδοση. Ωστόσο, όπως έχει υποστηρίξει ο ιστορικός Αντώνης Καλδέλλης , η χρήση του όρου «Ρωμαίος» από ελληνόφωνους πληθυσμούς είναι απολύτως ιστορικά τεκμηριωμένη και αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι κατανοούσαν την ταυτότητά τους. Η επιβίωση του όρου στις κοινότητες της Τραπεζούντας αποδεικνύει ότι η μνήμη της Ρωμιοσύνης δεν εξαφανίσθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ούτε με την άνοδο των εθνικισμών του 19ου αιώνα. Αντίθετα, συνέχισε να επιβιώνει σε τοπικές κοινωνίες, πολλές φορές μακριά από τα κέντρα εξουσίας και τις επίσημες ιδεολογίες.
Ρήξη ή συνέχεια;
Ένα από τα βασικά ερωτήματα της σύγχρονης έρευνας αφορά τη σχέση μεταξύ αρχαίου ελληνικού, βυζαντινού και νεότερου ελληνικού κόσμου. Υπήρξε συνέχεια ή ρήξη; Η απάντηση που προκύπτει από τη γλωσσολογία είναι περισσότερο σύνθετη από τις απλουστευτικές αφηγήσεις του παρελθόντος. Οι γλώσσες δεν παραμένουν αμετάβλητες, ούτε όμως εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται ξαφνικά. Η εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία αλλαγής.
Τα «Ρωμαίικα» του Πόντου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Η έρευνα της Σιταρίδου έχει αναδείξει γλωσσικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας και τα οποία έχουν χαθεί ή μεταβληθεί στις περισσότερες νεοελληνικές διαλέκτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ομιλητές των «Ρωμαίικων» διατηρούν «καθαρή» ή «αυθεντική» ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, αποδεικνύει ότι η γλωσσική εξέλιξη ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Η αναζήτηση μιας μοναδικής και αδιαμφισβήτητης συνέχειας συχνά οδηγεί σε ιδεολογικές παγίδες. Η ιστορία δείχνει ότι οι πολιτισμοί επιβιώνουν ακριβώς επειδή μεταβάλλονται. Η γλωσσική και πολιτισμική συνέχεια δεν σημαίνει ακινησία αλλά διαρκή προσαρμογή.
Υβριδικότητα και πολυγλωσσία
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν ποτέ ένας μονόγλωσσος ή μονοπολιτισμικός χώρος. Στα εδάφη της συνυπήρχαν ελληνικά, αρμενικά, συριακά, σλαβικά, αραβικά και πολλές άλλες γλώσσες. Η πολυγλωσσία δεν θεωρούνταν εξαίρεση αλλά φυσιολογική κατάσταση.
Οι κοινότητες του Πόντου προσφέρουν επίσης πολύτιμες πληροφορίες για τη διαδικασία της γλωσσικής επαφής. Η συνύπαρξη με τουρκόφωνους πληθυσμούς επί αιώνες άφησε βαθιά ίχνη στο λεξιλόγιο, στην προφορά και σε άλλες πτυχές της γλώσσας. Ωστόσο, η επιρροή αυτή δεν οδήγησε στην εξαφάνιση της ελληνικής παράδοσης. Αντίθετα, δημιούργησε νέες μορφές πολιτισμικής έκφρασης. Η έννοια της υβριδικότητας βοηθά τους ιστορικούς να ξεπεράσουν τις παλαιότερες αντιλήψεις περί «καθαρών» εθνικών ή πολιτισμικών ταυτοτήτων. Οι ταυτότητες της Ανατολικής Μεσογείου ήταν πάντοτε αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων, ανταλλαγών και προσαρμογών.
Ποιος είναι ο κληρονόμος της Ρώμης;
Η συζήτηση για τη Ρωμιοσύνη δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή. Συνδέεται άμεσα με ευρύτερες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις γύρω από την κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, διάφορα κράτη και λαοί διεκδίκησαν τον τίτλο του κληρονόμου της Ρώμης. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Ρωσία της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης», ακόμη και νεότερα εθνικά κινήματα, προσπάθησαν να συνδέσουν τη νομιμοποίησή τους με το ρωμαϊκό παρελθόν.
Η περίπτωση των ελληνόφωνων Ρωμαίων της Ανατολής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή η ταυτότητά τους δεν βασιζόταν σε εδαφικές διεκδικήσεις ή σε μεταγενέστερες ιδεολογικές κατασκευές. Ήταν μια βιωμένη ιστορική πραγματικότητα που διατηρήθηκε επί περισσότερο από μία χιλιετία. Η σύγχρονη έρευνα επιδιώκει να απομακρυνθεί από ανταγωνιστικές αφηγήσεις περί «γνήσιων» και «μη γνήσιων» κληρονόμων της Ρώμης. Αντί να αναζητεί αποκλειστικούς δικαιούχους μιας ιστορικής κληρονομιάς, εξετάζει πώς διαφορετικές κοινότητες χρησιμοποίησαν και επαναδιαπραγματεύθηκαν τη ρωμαϊκή ταυτότητα ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες τους.
Τα «Ρωμαίικα» σήμερα
Η μελέτη των «Ρωμαίικων» δεν αφορά μόνο τη διάσωση μιας απειλούμενης γλώσσας. Αφορά επίσης την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι διατηρούν τη μνήμη και την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Οι κοινότητες στα απομακρυσμένα ορεινά χωριά της Τραπεζούντας υπενθυμίζουν ότι η ιστορία της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού δεν περιορίζεται στα σύνορα του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν ζωντανές παραδόσεις που αναπτύχθηκαν σε διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα και ακολούθησαν ξεχωριστές διαδρομές. Ταυτόχρονα, οι κοινότητες αυτές αποτελούν μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η Ρωμιοσύνη δεν ήταν απλώς μια πολιτική έννοια αλλά ένας τρόπος κατανόησης του κόσμου. Η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» αποκαλύπτει τη βαθιά ιστορική αντοχή μιας ταυτότητας που κατάφερε να επιβιώσει μέσα από αυτοκρατορίες, κατακτήσεις, θρησκευτικές μεταβολές και εθνικές ανακατατάξεις.
Σήμερα, καθώς η έρευνα στρέφεται ολοένα περισσότερο προς ζητήματα πολλαπλών ταυτοτήτων, διαπολιτισμικών επαφών και πολιτισμικής μνήμης, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποκτά νέα επικαιρότητα. Η ιστορία των Ρωμαίων της Ανατολής δείχνει ότι οι ταυτότητες δεν είναι σταθερές ούτε μονοδιάστατες. Είναι σύνθετες, δυναμικές και συχνά αντιφατικές. Η μελέτη της Ρωμιοσύνης και των «Ρωμαίικων» μας προσφέρει, τελικά, ένα πολύτιμο μάθημα: ότι η ιστορική συνέχεια δεν βρίσκεται στην αμετάβλητη διατήρηση του παρελθόντος, αλλά στην ικανότητα των κοινωνιών να μετασχηματίζουν δημιουργικά την κληρονομιά τους, διατηρώντας παράλληλα ζωντανή τη μνήμη της καταγωγής τους. Έτσι, η Ρωμιοσύνη παραμένει όχι μόνο αντικείμενο ιστορικής έρευνας αλλά και ζωντανό παράδειγμα της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ταυτότητας μέσα στον χρόνο.
Η σημασία του συμποσίου
Το συμπόσιο στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ανέδειξε ότι η Ρωμιοσύνη δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά μια δυναμική πολιτισμική και γλωσσική παράδοση που εξακολουθεί να επηρεάζει τις συζητήσεις για την ταυτότητα στον ελληνόφωνο κόσμο. Οι εισηγήσεις έδειξαν ότι οι έννοιες της ελληνικότητας και της ρωμαϊκότητας δεν υπήρξαν πάντοτε αντιθετικές, αλλά συχνά συνυπήρξαν και αλληλοσυμπληρώθηκαν μέσα σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια. Η συνάντηση στο Queen’s College επιβεβαίωσε το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για τη μελέτη της Ρωμιοσύνης ως ιστορικού, γλωσσικού και πολιτισμικού φαινομένου. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας για την κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι κοινωνίες διαμορφώνουν, διατηρούν και επαναπροσδιορίζουν την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Μέσα από την εξέταση τόσο των ιστορικών πηγών όσο και των ζωντανών γλωσσικών παραδόσεων, το συμπόσιο προσέφερε μια νέα οπτική πάνω στη διαχρονική σχέση μεταξύ γλώσσας, μνήμης και Ρωμιοσύνης.
Η χθεσινή βεβαιότητα έχει μια παράξενη συνήθεια. Τη διατυπώνουμε με αυτοπεποίθηση, τη μοιραζόμαστε με ενθουσιασμό, την υπερασπιζόμαστε σαν ηθική υποχρέωση. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε ότι υπήρξε. Δεν πρόκειται για αμνησία. Πρόκειται για έναν διακριτικό συμβιβασμό ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φιλοδοξία που έχουμε να διατηρούμε μια αξιοπρεπή εικόνα του εαυτού μας.
Δεν ξεχνάμε όσα είπαμε. Απλώς ξεχνάμε ότι τα είπαμε εμείς.
Η κοινωνία δεν πάσχει από έλλειψη πληροφοριών. Πάσχει από υπερπαραγωγή λήθης. Κάθε εβδομάδα ξεσπά ένα νέο σκάνδαλο. Κάθε εβδομάδα ανακαλύπτεται μια νέα εθνική καταστροφή. Κάθε εβδομάδα εμφανίζονται νέοι σωτήρες, νέοι προφήτες, νέοι αδιάφθοροι, νέοι τιμητές των πάντων. Οι τηλεοράσεις ουρλιάζουν, τα κοινωνικά δίκτυα αφρίζουν, οι πολιτικοί καταγγέλλουν, οι δημοσιογράφοι προφητεύουν το τέλος του κόσμου και οι πολίτες ορκίζονται ότι αυτή τη φορά δεν θα αφήσουν τίποτα να πέσει κάτω.
Ύστερα εμφανίζεται το επόμενο θέμα και το προηγούμενο αποσύρεται από τη σκηνή σαν ηθοποιός που ξέρει πως το κοινό περιμένει ήδη τον επόμενο πρωταγωνιστή.
Πριν από λίγες ημέρες η χώρα συζητούσε αποκλειστικά για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όποιος άνοιγε τηλεόραση νόμιζε ότι παρακολουθεί την αποκάλυψη του μεγαλύτερου σκανδάλου από την εποχή του Κολοκοτρώνη. Πολιτικοί, σχολιαστές και επαγγελματίες αγανακτισμένοι συναγωνίζονταν σε ηθική αγανάκτηση. Το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της παράστασης ήταν η συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ. Ίσως ο πιο έμπειρος παρατηρητής της ελληνικής επιδοματικής ψυχολογίας. Ένα κόμμα που συνάντησε τις επιδοτήσεις νωρίς στη ζωή του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται γι’ αυτές, με εμπειρία επί του αντικειμένου σχεδόν ιστορική, ξαφνικά εμφανίστηκε ως αδέκαστος ανακριτής του συστήματος.
Η ελληνική πολιτική διαθέτει μια μοναδική ικανότητα. Μπορεί να μετατρέψει τον εμπρηστή σε πυροσβέστη και τον πυροσβέστη σε ύποπτο εμπρησμού μέσα σε ένα δελτίο ειδήσεων.
Αλλά ούτε αυτό είναι το σημαντικότερο.
Το σημαντικότερο είναι ότι σε λίγες εβδομάδες κανείς δεν θα θυμάται τίποτα από όλα αυτά.
Όπως δεν θυμάται σχεδόν κανείς τη Νοβάρτις.
Θυμάται κανείς το μέγεθος εκείνης της υπόθεσης; Θυμάται τους τίτλους, τις βεβαιότητες, τις πολιτικές καταδίκες πριν ακόμη υπάρξουν δικαστικές αποφάσεις; Θυμάται το κλίμα μιας εποχής κατά την οποία παρουσιάστηκε ως δεδομένο ότι το μισό πολιτικό σύστημα αποτελούσε εγκληματική συμμορία;
Και όταν το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει, ποιος απολογήθηκε;
Ποιος ζήτησε συγγνώμη;
Ποιος παραδέχθηκε ότι παρασύρθηκε;
Η λήθη μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, έκλεισε τα φώτα και όλοι προσποιήθηκαν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μυστικό της ελληνικής πολιτικής. Δεν χρειάζεται να έχεις δίκιο. Αρκεί να επιβιώσεις μέχρι να ξεχαστεί το προηγούμενο λάθος.
Γι’ αυτό και οι πολιτικές καριέρες στην Ελλάδα δεν πεθαίνουν ποτέ.
Απλώς μπαίνουν σε αναμονή.
Πολιτικοί που χρεώθηκαν ιστορικές αποτυχίες επανέρχονται ως εθνικά κεφάλαια. Πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως καταστροφές επαναλανσάρονται ως λύσεις. Άνθρωποι που υποσχέθηκαν τα πάντα και απέτυχαν σχεδόν στα πάντα επιστρέφουν ως έμπειροι καθοδηγητές της χώρας.
Σαν ταξιδιώτες που κατεβαίνουν για λίγο από το τρένο και ανεβαίνουν ξανά στον επόμενο σταθμό φορώντας διαφορετικό παλτό.
Η πολιτική μνήμη του Έλληνα μοιάζει με κινητό τηλέφωνο γεμάτο φωτογραφίες που δεν ανοίγει ποτέ.
Όλα υπάρχουν κάπου μέσα. Οι δηλώσεις, οι υποσχέσεις, οι καταγγελίες, οι διαψεύσεις, οι θεαματικές κυβιστήσεις, οι προφητείες που διαψεύστηκαν πριν στεγνώσει το μελάνι τους.
Αλλά σχεδόν κανείς δεν επιστρέφει να τις κοιτάξει.
Και βέβαια υπάρχει το μεγάλο εθνικό μας σπορ: η αγανάκτηση.
Η Ελλάδα δεν παράγει πλέον αρκετά βιομηχανικά προϊόντα. Παράγει όμως άφθονη αγανάκτηση.
Αγανακτήσαμε με τα μνημόνια και αργότερα με όσους τα πολεμούσαν. Αγανακτήσαμε με τους πλούσιους, με τους φτωχούς, με τους πολιτικούς, με τους δημοσιογράφους, με τους δικαστές και κάποτε ακόμη και με όσους δεν έδειχναν αρκετά αγανακτισμένοι. Η αγανάκτηση εξελίχθηκε σε μορφή εθνικής ψυχαγωγίας. Τη βιώνουμε με πάθος, τη διαφημίζουμε στα κοινωνικά δίκτυα, την καταναλώνουμε τηλεοπτικά και ύστερα την αντικαθιστούμε με την επόμενη. Η παλιά οργή εγκαταλείπεται όπως τα καλοκαιρινά σπίτια τον Σεπτέμβριο. Παραμένουν τα έπιπλα στη θέση τους, λίγη σκόνη στα παράθυρα και η αίσθηση ότι κάποτε υπήρξε ζωή εκεί μέσα.
Έτσι συμβαίνει και με τις μεγάλες δημόσιες εξάρσεις. Για λίγο μοιάζουν ικανές να αλλάξουν τον κόσμο. Έπειτα παραδίδονται στη σιωπή, μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο γεγονός που θα διεκδικήσει το δικαίωμα στην απόλυτη προσοχή μας. Η τραγωδία γίνεται σύνθημα. Το σύνθημα γίνεται τηλεθέαση. Η τηλεθέαση γίνεται πολιτική. Και η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα. Το έχουμε δει πολλές φορές. Και πιθανότατα θα το ξαναδούμε. Δεν είναι λοιπόν η διαφθορά το μεγαλύτερο πρόβλημά μας. Ούτε η ανικανότητα. Ούτε καν η υποκρισία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η χθεσινή βεβαιότητα θάβεται πριν καν διαψευστεί.
Οι πολιτικοί δεν φοβούνται ιδιαίτερα την κρίση των πολιτών. Φοβούνται μόνο τον επόμενο κύκλο ειδήσεων. Γνωρίζουν ότι η χθεσινή βεβαιότητα θα αντικατασταθεί από τη σημερινή και η σημερινή από την αυριανή. Γνωρίζουν ότι η δημόσια συζήτηση κινείται με την ταχύτητα της επικαιρότητας και όχι με την υπομονή της μνήμης.
Και έτσι συνεχίζουν. Οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι. Οι παλιοί και οι νέοι. Οι καταγγέλλοντες και οι καταγγελλόμενοι. Οι αυτόκλητοι σωτήρες και οι μόνιμοι τιμητές.
Όλοι παίζουν στο ίδιο έργο.
Ένα έργο που αλλάζει σκηνικά κάθε εβδομάδα για να κρύψει ότι το σενάριο παραμένει σχεδόν το ίδιο. Και εμείς από κάτω παρακολουθούμε, ενθουσιαζόμαστε, εξοργιζόμαστε, χειροκροτούμε, αποδοκιμάζουμε και προχωράμε στο επόμενο επεισόδιο.
Γιατί η άτιμη η επικαιρότητα έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στην αλήθεια. Έρχεται κάθε πρωί φρέσκια. Αντίθετα η μνήμη απαιτεί κόπο. Και ο κόπος δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής στην ελληνική πολιτική αγορά.
Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.
Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.
Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.
Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.
Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.
Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.
Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.
Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...