Γνώμες
Το πιο παράξενο στην υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη δεν είναι ότι ένας εξαιρετικά δημοφιλής καλλιτέχνης βρέθηκε σε ιδιωτικό ιατρείο του Κολωνακίου για πλασμαφαίρεση. Το πραγματικά παράξενο είναι ότι εξακολουθούμε να εκπλησσόμαστε.
Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του διερευνώνται και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν δικαιούται να προκαταλάβει ούτε την ιατροδικαστική κρίση ούτε τη Δικαιοσύνη. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ο χώρος διαφήμιζε θεραπείες αναγεννητικής ιατρικής, βλαστοκυττάρων και «ολιστικές» προσεγγίσεις, ενώ κατά την αυτοψία, εκτός από πλήθος εικόνων λατρείας, βρέθηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, τα οποία, σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, δεν επιτρεπόταν να είναι εγκατεστημένα σε απλό ιατρείο. Αυτά είναι όσα μπορούμε σήμερα να πούμε ως γεγονότα. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνουν οι αρμόδιοι.
Αλλά εμένα εδώ με ενδιαφέρει η εντυπωσιακή ευκολία με την οποία μια κοινωνία που επί μισό αιώνα εκπαιδεύεται συστηματικά να πιστεύει το απίθανο εξακολουθεί –ή παριστάνει πως εξακολουθεί– να εκπλήσσεται όταν ένας από τους ανθρώπους της εμπιστεύεται την υγεία του σε μια υπόσχεση περιβεβλημένη με επιστημονικοφανές λεξιλόγιο, ακριβή διεύθυνση και την αλαζονική βεβαιότητα εκείνων που γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αγοράζουν μόνο θεραπεία αλλά και την ελπίδα πως υπάρχει ένας σύντομος δρόμος έξω από την πραγματικότητα.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιδιωτική παραδοξότητα ούτε με μια μεμονωμένη πλάνη. Έχουμε να κάνουμε με μια εδραιωμένη νοοτροπία, βαθιά ριζωμένη στον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να κρίνουμε, να εμπιστευόμαστε και τελικά να αποφασίζουμε. Μια κοινωνία που επί δεκαετίες έμαθε να εμπιστεύεται τον κομματάρχη ή το κόμμα περισσότερο από τον θεσμό, τον τηλεοπτικό αστέρα περισσότερο από τον ειδικό, τον αυτόκλητο προφήτη περισσότερο από τη γνώση, την καταγγελία περισσότερο από την απόδειξη και κάθε εύκολη υπόσχεση περισσότερο από τη δύσκολη πραγματικότητα.
Γιατί, λοιπόν, μας φαίνεται τόσο απίστευτο όταν αυτή η νοοτροπία επιστρέφει κάποτε ως προσωπική τραγωδία;
Επί δεκαετίες έχουμε καταργήσει σχεδόν κάθε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη γνώση και στη γνώμη, στην αυθεντία και στην αυθαιρεσία, στην πληροφορία και στην επιθυμία. Έχουμε μετατρέψει την καχυποψία απέναντι στους ειδικούς σε απόδειξη ανεξαρτησίας, τη θρασύτητα σε αυθεντικότητα και την άγνοια σε κάτι σαν λαϊκό παράσημο. Η βλακεία απέκτησε δημοκρατική νομιμοποίηση και, λίγο αργότερα, άρχισε να παρουσιάζεται περίπου ως αξιοκρατία: αφού μπορώ να μιλήσω, άρα γνωρίζω· αφού έχω άποψη, άρα η άποψή μου αξίζει όσο και η γνώση εκείνου που αφιέρωσε τριάντα χρόνια για να μάθει το αντικείμενό του.
Αυτό είναι ένα από τα πιο σκοτεινά παράγωγα της Μεταπολίτευσης.
Όχι της δημοκρατίας. Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η Μεταπολίτευση έδωσε στην Ελλάδα όσα της είχαν στερηθεί επί δεκαετίες: πολιτική ελευθερία, κοινωνική κινητικότητα, δικαιώματα, ισονομία, φωνή σε ανθρώπους που προηγουμένως ζούσαν στο περιθώριο. Αυτή είναι η μεγάλη και αδιαμφισβήτητη κατάκτησή της. Κάπου όμως στην πορεία ταυτίσαμε την κατάργηση της αυταρχικής ιεραρχίας με την κατάργηση κάθε ιεράρχησης. Η ισότητα των πολιτών μεταφράστηκε σιγά σιγά σε ισοτιμία όλων των απόψεων. Η αμφισβήτηση της αυθεντίας έγινε περιφρόνηση της γνώσης. Το δικαίωμα απέκτησε αυτονομία από την υποχρέωση. Και η δημοκρατία, από πολίτευμα ευθύνης, άρχισε να βιώνεται ως γενική άδεια.
Η πελατειακή λογική ως κοινωνικό σύστημα δεν γεννήθηκε το 1974. Υπήρχε πολύ πριν. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα όμως την εκδημοκράτισε σε πρωτοφανή κλίμακα. Ο διορισμός έπαψε να θεωρείται εύνοια και μετατράπηκε σε κοινωνική προσδοκία. Η επιδότηση από βοήθημα έγινε αναπτυξιακή στρατηγική. Το κράτος όφειλε να σε διορίσει, να σε αποζημιώσει, να σε επιδοτήσει, να σε προστατεύσει από τον ανταγωνισμό, να κλείσει τα μάτια στην αυθαιρεσία σου και, όταν ερχόταν ο λογαριασμός, να τον στείλει σε κάποιον άλλο. Πολιτικές δυνάμεις από ολόκληρο το φάσμα συμμετείχαν σε αυτή τη μεγάλη συναλλαγή. Ο πολίτης πρόσφερε ψήφο και το κράτος ανταπέδιδε με εξαίρεση.
Έτσι κατασκευάστηκε, σχεδόν μεθοδικά, η αυθάδης καρικατούρα του μεταπολιτευτικού ανθρώπου. Ένας διαταξικός ανθρωπότυπος που κατέληξε να γίνει το πιο αναγνωρίσιμο προϊόν μιας ολόκληρης εποχής. Μπορούσε να είναι δημόσιος υπάλληλος, επιχειρηματίας, πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος, συνδικαλιστής, καλλιτέχνης, γιατρός. Κοινό του γνώρισμα ήταν η βεβαιότητα ότι δικαιούται περισσότερα από όσα ο ίδιος οφείλει να παράγει και ότι, όταν η πραγματικότητα διαφωνεί μαζί του, φταίει η πραγματικότητα.
Στη δεκαετία του 1990 προστέθηκε η μεγάλη σχολή του lifestyle. Δεν ευθύνεται ασφαλώς ο Πέτρος Κωστόπουλος ή η Ελένη Μενεγάκη για την οικονομική και αξιακή χρεοκοπία της χώρας· αυτό θα ήταν ανόητο. Συμβόλισαν όμως, μαζί με δεκάδες περιοδικά, τηλεοπτικές εκπομπές και νεόκοπους αστέρες, μια βαθύτερη αλλοίωση των κοινωνικών κριτηρίων. Και γύρω τους το σοβαρό αντίβαρο έλειπε: μια υπνώττουσα διανόηση, η πανεπιστημιακή κοινότητα που επί δεκαετίες καλλιέργησε την αυτάρεσκη εικόνα μιας αντικομφορμιστικής, εναλλακτικής προοδευτικότητας ενώ είχε από καιρό μετατραπεί σε κλειστό σύστημα ισχύος, προνομίων και αλληλοαναγνώρισης, και ένα καλλιτεχνικό κατεστημένο βαθιά εγκλωβισμένο σε κομματικές ταυτίσεις, ιδεολογικές ορθοδοξίες και δίκτυα αμοιβαίας προβολής. Η αντίσταση στο «σύστημα» γινόταν όλο και συχνότερα ο ασφαλέστερος τρόπος να εδραιωθείς μέσα του και η ιδεολογία, για πολλούς, έπαψε να είναι πεποίθηση και έγινε επάγγελμα. Αυτοκίνητο, μάρκα, νυχτερινό κέντρο, πισίνα, διακοπές, γνωριμίες, προβολή. Ήταν η εποχή που η επίδειξη αναβαπτίστηκε σε επιτυχία, η κατανάλωση σε κοινωνική άνοδο και ο ναρκισσισμός σε προσωπικότητα.
Και ύστερα ήρθαν τα «Παρατράγουδα». Η τηλεόραση έβγαλε στον αέρα ανθρώπους ευάλωτους, συχνά εμφανώς διαταραγμένους ή κοινωνικά απροστάτευτους, και τους μετέτρεψε σε ψυχαγωγία. Το αλλόκοτο έγινε προϊόν, η αμηχανία θέαμα, η γραφικότητα διασημότητα. Η τηλεόραση ανακάλυψε κάτι που αργότερα τα κοινωνικά δίκτυα θα τελειοποιούσαν: δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε για να αποκτήσεις δημόσιο λόγο. Αρκεί να είσαι αρκετά γελοίος, αρκετά θρασύς και αρκετά βέβαιος για την ανοησία σου ώστε η τηλεόραση να σε ανακηρύξει προσωπικότητα. Η σοβαρότητα έχανε σταδιακά κάθε εμπορική αξία· αρκούσε πια κάτι να μοιάζει «αυθεντικό». Και «αυθεντικό» σήμαινε συνήθως αγενές, ακατέργαστο, ανεπεξέργαστο. Κάθε σαχλαμάρα μπορούσε να βαφτιστεί «εθνική μαγκιά».
Το 1999 η ίδια ψυχολογία πέρασε από την τηλεόραση στη Σοφοκλέους. Περίπου ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες είχαν εμπλακεί στο Χρηματιστήριο και σχεδόν τα μισά νοικοκυριά διέθεταν κάποια στιγμή χρηματιστηριακό κωδικό. Άνθρωποι, σε μια χώρα εγκληματικά αναλφάβητη οικονομικά, χωρίς καμία προηγούμενη σχέση με τις αγορές αντάλλασσαν πληροφορίες για «χαρτιά», αυξήσεις κεφαλαίου και επόμενα limit up σε καφενεία, ταξί και παραλίες. Η Ελλάδα είχε ανακαλύψει ακόμη έναν τρόπο πλουτισμού χωρίς γνώση, χρόνο και κόπο.
Και φυσικά δεν θα ήταν ο τελευταίος.
Η δεκαετία του 2000 πρόσθεσε φθηνό δανεισμό, πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά, καταναλωτικά, SUV, εξοχικά και μια αίσθηση ότι η ευημερία είχε πάψει να αποτελεί αποτέλεσμα παραγωγής και είχε γίνει περίπου φυσικό δικαίωμα. Αγοράζαμε μέλλον με δανεικά και το ονομάζαμε ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Γι’ αυτό, προσωπικά, δεν πίστεψα ποτέ ότι η ελληνική χρεοκοπία υπήρξε απλώς οικονομική. Η οικονομική κατάρρευση ήταν η λογιστική μορφή μιας βαθύτερης χρεοκοπίας. Ήταν η στιγμή που η αριθμητική παρουσίασε τον λογαριασμό μιας κοινωνίας η οποία είχε μάθει επί δεκαετίες να θεωρεί την επιθυμία επιχείρημα. Και ακόμη και τότε, αντί να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, προτιμήσαμε και πάλι τον μύθο.
Ο κορυφαίος πολιτικός του εκφραστής υπήρξε ο Αλέξης Τσίπρας, κυρίως επειδή διέθετε το σπάνιο χάρισμα να προσφέρει σε μια κοινωνία ακριβώς εκείνο που περισσότερο επιθυμούσε να ακούσει: ότι μπορούσε να διατηρήσει τα δικαιώματα χωρίς τις υποχρεώσεις, την κατανάλωση χωρίς την παραγωγή, την αξιοπρέπεια χωρίς το κόστος και τελικά την πραγματικότητα χωρίς τις συνέπειές της. Δεν της ζήτησε να αλλάξει· της υποσχέθηκε ότι είχε δίκιο όπως ακριβώς ήταν. Και για μια κοινωνία που από καιρό είχε μάθει να μεταθέτει αλλού τον λογαριασμό, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο γοητευτική πολιτική πρόταση.
Έφταιγαν οι ξένοι, οι τραπεζίτες, οι Γερμανοί, οι τοκογλύφοι, οι αγορές, οι προδότες, οι «γερμανοτσολιάδες» — όλοι εκτός από εμάς. Οι πλατείες γέμισαν αγανάκτηση, κρεμάλες και βεβαιότητες. Ο Αρτέμης Σώρρας μπορούσε να εμφανίζεται με μυθώδη τρισεκατομμύρια (!) που θα έσωζαν τη χώρα. Οι οικονομικοί νόμοι αντιμετωπίστηκαν σαν κακόβουλες γνώμες νεοφιλελεύθερων. Και το 2015, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας πίστεψε ότι αρκούσαν ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάνης Βαρουφάκης, μερικές συνεντεύξεις, λίγη «δημιουργική ασάφεια» και ένα δημοψήφισμα για να βάλουν την Ευρώπη στη θέση της.
Η πολιτική αφέλεια και οι αυταπάτες εξηγούν ελάχιστα. Ο τσιπρισμός υπήρξε η πολιτική έκφραση μιας βαθύτερης πολιτισμικής συνέχειας. Από το «δικαιούμαι διορισμό» περάσαμε στο «δικαιούμαι να μη χρωστάω όσα δανείστηκα» και ύστερα στο «δικαιούμαι να ισχύει εκείνη η πραγματικότητα που με βολεύει».
Στα Τέμπη ο μηχανισμός λειτούργησε σχεδόν υποδειγματικά. Πριν προλάβουν οι πραγματογνώμονες να φτάσουν στον τόπο του δυστυχήματος, η χώρα είχε ήδη γεμίσει πραγματογνώμονες. Άλλος ανακάλυπτε εξαφανισμένα βαγόνια, άλλος παράνομο φορτίο, άλλος πολεμοφόδια και μυστικές μεταφορές του ΝΑΤΟ, ενώ στο τέλος το ξυλόλιο αναγορεύτηκε περίπου σε εθνικό μυστικό, ικανό να ερμηνεύσει από την πυρόσφαιρα έως την υποτιθέμενη συγκάλυψη. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι διατυπώθηκαν υποψίες· οι υποψίες είναι θεμιτές και συχνά αναγκαίες. Το πρόβλημα ήταν η αστραπιαία αναβάθμισή τους σε βεβαιότητες. Η εικασία γινόταν βεβαιότητα, η βεβαιότητα καταγγελία και η καταγγελία λαϊκή οργή, χωρίς να μεσολαβήσει εκείνη η κουραστική διαδικασία που παλαιότερα ονομαζόταν έρευνα. Το ξυλόλιο υπήρξε απλώς η κορυφαία στιγμή αυτής της δημόσιας παντογνωσίας: μια ολόκληρη χώρα συζητούσε χημεία, καύσιμα, εκρήξεις και μεταφορές επικίνδυνων υλικών με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που είχαν αποκτήσει ειδικότητα μεταξύ δύο τηλεοπτικών παραθύρων. Και κάπως έτσι μια τραγωδία μετατράπηκε σε νοσηρή κωμωδία στα όρια της ηθικής ύβρεως.
Τα κοινωνικά δίκτυα είχαν στο μεταξύ ολοκληρώσει τη διαδικασία. Ο καθένας απέκτησε το δικό του κανάλι, τη δική του εφημερίδα, τη δική του επιστημονική επιθεώρηση. Μέσα σε λίγες εβδομάδες άνθρωποι που αγνοούσαν τη διαφορά ιού και βακτηρίου έγιναν επιδημιολόγοι. Μετά έγιναν γεωστρατηγικοί αναλυτές, ειδικοί στα οπλικά συστήματα, σεισμολόγοι, πραγματογνώμονες αεροπορικών δυστυχημάτων και, τελικά, χημικοί μηχανικοί των Τεμπών.
Ο λαός, όταν μετατρέπεται σε πολτό, δεν έχει ταξική ταυτότητα. Μπορεί να κατοικεί στη Νίκαια ή στο Κολωνάκι, να έχει τελειώσει το δημοτικό ή να διαθέτει τρία πτυχία, να είναι τηλεθεατής, υπουργός, επιχειρηματίας, καλλιτέχνης ή πανεπιστημιακός. Ωστόσο, εκείνο που τον ορίζει, είναι η πολιτισμική παραίτηση από το δύσκολο δικαίωμα της κρίσης και η πρόθυμη παράδοση σε όποιον του γνέφει από τον παράδρομο πως υπάρχει τρόπος να «κόψει δρόμο».
Κάποτε ήταν η χαρτορίχτρα, η καφετζού, ο αστρολόγος και ο θαυματουργός γέροντας. Σήμερα μπορεί να είναι ο influencer ευεξίας, ο τηλεοπτικός γιατρός, ο αυτοδιορισμένος γεωπολιτικός αναλυτής, ο λογαριασμός στο TikTok ή ο φορέας μιας «ολιστικής» θεραπείας με επιστημονικοφανή ορολογία. Η μορφή αλλάζει. Η ανάγκη παραμένει ίδια: κάποιος να μας υποσχεθεί ότι υπάρχει σύντομος δρόμος προς την υγεία, τον πλούτο, τη δικαιοσύνη, την εθνική σωτηρία ή ακόμη και τη νεότητα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο πρόβλημα. Επί μισό αιώνα μάθαμε να θεωρούμε την αυτοπεποίθηση γνώση, την οργή απόδειξη, τη δημοτικότητα κύρος, την επιθυμία δικαίωμα και το δικαίωμα απαλλαγή από κάθε προσωπική ευθύνη. Φτιάξαμε μια κοινωνία όπου η αριστεία συχνά απολογείται επειδή θεωρείται ελιτισμός, ενώ η αμάθεια απαιτεί σεβασμό επειδή δηλώνει «αυθεντική».
Ο εθισμός στη βλακεία κατέληξε στην επιβράβευσή της. Και μια κοινωνία δεν παρακμάζει επειδή έχει ανόητους ανθρώπους· όλες έχουν. Παρακμάζει όταν αρχίζει να τους αναγνωρίζει κύρος, όταν τους προσφέρει δημόσιο βήμα, τηλεοπτική προβολή, αξιώματα και εκατομμύρια ακολούθους, όταν η επιφύλαξη θεωρείται δειλία, η γνώση αλαζονεία και η βεβαιότητα προσόν.
Εκεί ακριβώς ολοκληρώνεται ο μηχανισμός που προσπάθησα να περιγράψω. Η κοινωνία χάνει πρώτα τα κριτήριά της και ύστερα εκπλήσσεται από τις συνέπειες αυτής της απώλειας. Έχει ήδη μάθει να θαυμάζει την ευκολία, να υποτιμά τη γνώση, να ανταμείβει τη θρασύτητα και να εμπιστεύεται όποιον υπόσχεται έναν σύντομο δρόμο έξω από τη δύσκολη πραγματικότητα.
Και όταν ένας τέτοιος μηχανισμός δουλεύει επί δεκαετίες, το παράξενο παύει να είναι εξαίρεση· έχει χάσει πια το ίδιο του το νόημα.
Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 ήταν τρομοκρατική επίθεση. Μόνο μια αρκετά προχωρημένη ιδεολογική ευαισθησία θα μπορούσε να ανακαλύψει εδώ κάποια «ερμηνεία», πολιτική τοποθέτηση ή επιλογή στρατοπέδου. Δεκαεννέα μέλη της Αλ Κάιντα κατέλαβαν τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη, τα χρησιμοποίησαν ως όπλα και δολοφόνησαν σχεδόν τρεις χιλιάδες ανθρώπους επιδιώκοντας ένα συγκεκριμένο πολιτικό και θρησκευτικό αποτέλεσμα. Αν η λέξη «τρομοκρατία» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι’ αυτό, τότε πρέπει μάλλον να καταργηθεί από τα λεξικά.
Λίγο πριν από την εικοστή πέμπτη επέτειο, το CBC/Radio-Canada υπενθύμισε στους δημοσιογράφους του την πάγια οδηγία να μην αποκαλούν αυτοτελώς την 11η Σεπτεμβρίου «τρομοκρατική επίθεση». Η περίεργη αυτή ευαισθησία ως προς τον ορισμό της τρομοκρατίας —για να μην ενοχληθεί ποιος, άραγε;— προκαλεί από μόνη της αρκετές σκέψεις. Ακόμη περισσότερες προκαλεί το γεγονός ότι μια τόσο αυτονόητη περιγραφή θεωρήθηκε προβληματική, ώστε να χρειάζεται ειδική σύσταση προς τους δημοσιογράφους.
Η προτεινόμενη γλώσσα μιλούσε για αεροπειρατίες που οδήγησαν σε συντριβές επιβατικών αεροσκαφών στην Ουάσιγκτον, στην Πενσιλβάνια και στο Μανχάταν. Μετά την κατακραυγή, το CBC υποχώρησε και αποφάσισε ότι ειδικά για την 11η Σεπτεμβρίου οι δημοσιογράφοι του μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιούν ευθέως τον όρο «τρομοκρατική επίθεση», χωρίς να χρειάζεται να επικαλούνται κάποιον τρίτο για τον χαρακτηρισμό. Πήραν, με άλλα λόγια, το ελεύθερο. Τα μέτρα προστασίας απέναντι σε μια τόσο επικίνδυνη λέξη μπορούσαν επιτέλους να αρθούν. Ο Καναδός υπουργός Πολιτισμού χαρακτήρισε την προηγούμενη οδηγία «σχολαστικίστικη και ανόητη».
Η υπόθεση θα μπορούσε να περάσει ως ακόμη μία γελοία λεπτομέρεια δημοσιογραφικού εγχειριδίου. Πίσω της, όμως, διακρίνεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης, η πεποίθηση ότι ελέγχοντας τις λέξεις μπορεί κανείς βαθμιαία να εξημερώσει και την πραγματικότητα. Το πρόβλημα μετατοπίζεται έτσι από αυτό που συνέβη στον τρόπο με τον οποίο επιτρέπεται να το περιγράψουμε.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της λεγόμενης woke ιδεολογίας όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό γλωσσικής επιτήρησης. Οι λέξεις χωρίζονται σε ασφαλείς και επικίνδυνες, επιτρεπτές και ύποπτες. Ο δημόσιος λόγος αποκτά το δικό του τελωνείο και πριν από κάθε πρόταση πρέπει σχεδόν να δηλωθεί το ιδεολογικό της φορτίο.
Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου η γελοιότητα φτάνει σχεδόν στην τελειότητά της. Η ίδια η καναδική κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει επισήμως τον όρο «τρομοκρατική επίθεση» για την 11η Σεπτεμβρίου, ενώ η καναδική νομοθεσία διαθέτει συγκεκριμένο ορισμό της τρομοκρατικής δραστηριότητας. Το πρόβλημα, επομένως, δεν ήταν κάποια πραγματική αβεβαιότητα ως προς το τι συνέβη. Ήταν η αμηχανία απέναντι στη λέξη.
Και εδώ αρχίζουν οι σοβαρότερες πολιτικές συνέπειες. Επί χρόνια, ένα τμήμα της δυτικής Αριστεράς και της προοδευτικής διανόησης συμπεριφέρθηκε σαν τα δικαιώματα να ανήκουν αποκλειστικά στις μειοψηφίες, ενώ στην πλειοψηφία αναλογούσαν κυρίως υποχρεώσεις, ενοχές και σιωπή. Σαν ο πολίτης που ανήκει στην πλειονότητα να οφείλει διαρκώς να απολογείται για όσα είναι, για όσα πιστεύει, ακόμη και για τις λέξεις που χρησιμοποιεί, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν αποτελεί απειλή για κάποιον άλλον.
Μόνο που η δημοκρατία δεν είναι σύστημα προστασίας μειονοτήτων απέναντι σε μια εκ προοιμίου ύποπτη πλειοψηφία. Είναι πολίτευμα ελεύθερων και ίσων πολιτών. Προστατεύει τη μειοψηφία ακριβώς επειδή αναγνωρίζει δικαιώματα σε όλους, όχι επειδή αφαιρεί δικαιώματα από τους πολλούς για να τα απονείμει στους λίγους. Και η πλειοψηφία έχει δικαίωμα στην πολιτισμική της μνήμη, στη γλώσσα της, στην ιστορική της εμπειρία, στην κοινή λογική και, κυρίως, στο να περιγράφει την πραγματικότητα χωρίς να περνά κάθε λέξη από ιδεολογικό έλεγχο.
Όταν αυτό το αυτονόητο λησμονείται, η δημοκρατική ευαισθησία εκφυλίζεται σε καθεστώς επιτήρησης. Και τότε ο πολίτης που επί χρόνια ακούει ότι πρέπει να προσέχει πώς μιλά, τι θυμάται και ποιο γεγονός δικαιούται να ονομάζει με το όνομά του δεν γίνεται κατ’ ανάγκην πιο ανεκτικός. Συχνά γίνεται απλώς οργισμένος. Και κάποια στιγμή αναζητεί εκείνον που θα του υποσχεθεί ότι θα του επιστρέψει τις λέξεις που του απαγόρευσαν.
Η woke κουλτούρα φέρει βαρύ μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή την πολιτική μετατόπιση. Δεν γέννησε την Ακροδεξιά. Της παρέδωσε όμως ένα από τα πολυτιμότερα πολιτικά της όπλα, την πεποίθηση ότι αυτή είναι πλέον η μόνη που τολμά να μιλήσει για μια πραγματικότητα την οποία οι άλλοι φοβούνται ακόμη και να ονομάσουν. Όσο το δημοκρατικό κέντρο αρνείται να μιλήσει καθαρά για μετανάστευση, ισλαμισμό, εγκληματικότητα, κοινωνική συνοχή, σύνορα ή τρομοκρατία από φόβο μήπως χρησιμοποιήσει τη «λάθος» λέξη, τόσο παραδίδει αυτά τα θέματα σε εκείνους που υπόσχονται να μιλήσουν χωρίς κανέναν φραγμό.
Και τότε ο πολίτης που έχει κουραστεί να ακούει ότι η δυσφορία του είναι προκατάληψη και η παρατήρησή του «φοβία» αρχίζει να κοιτάζει προς δυνάμεις που του λένε απλώς: «Εμείς θα πούμε αυτό που βλέπεις». Μαζί με αυτή την ανακούφιση, όμως, αυτές οι δυνάμεις τού σερβίρουν συχνά και το δηλητήριο: τον ακραίο εθνικισμό, τη συλλογική ενοχοποίηση, την περιφρόνηση των θεσμών, τον αυταρχισμό.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ιστορική ανοησία της πολιτικής ορθότητας. Μπέρδεψε τον έλεγχο του λεξιλογίου με τον έλεγχο της πραγματικότητας.
Η 11η Σεπτεμβρίου προσφέρει γι’ αυτό μια χρήσιμη επέτειο, για να τιμήσουμε τους νεκρούς της και να θυμηθούμε ότι μια ελεύθερη κοινωνία περιγράφει την πραγματικότητα με βάση τα γεγονότα και όχι με βάση τις ιδεολογικές της ευαισθησίες.
Ο θάνατος του τραγουδιστή Γιώργου Μαζωνάκη εγείρει ένα ζήτημα: το ρόλο και τα όρια της λεγόμενης ολιστικής θεραπείας. Καταφεύγουμε στη γνώμη του Θάνου Χ. Καψάλη. [TBJ]
Διαβάζοντας σε διάφορες αναρτήσεις και άρθρα τον χαρακτηρισμό «ολιστικός/η/ο» που χρησιμοποιούν διάφοροι επιτήδειοι (από τον τομέα υγείας, της πολιτικής, της τεχνολογίας κ.ά.) προκειμένου να προσδώσουν εγκυρότητα και πρωτοτυπία στα προϊόντα ή στις υπηρεσίες τις οποίες πωλούν, αισθάνομαι υποχρεωμένος να υπερασπιστώ τον συκοφαντημένο χαρακτηρισμό, αλλά και να υποδείξω τα όρια χρήσης του, αντλώντας παραδείγματα από τη δική μου επαγγελματική εμπειρία.
Η δόξα λοιπόν της σύγχρονης βιολογίας είναι μεγάλη. Όμως δεν έχει επιτευχθεί με τη χρήση μιας προσέγγισης, αλλά συχνά μέσω δυο – αντιδιαμετρικών· ή και συνδυασμού τους. Τη μισή από τη δόξα αυτή –αλλά και των συνεπειών της στον τομέα υγείας– την οφείλουμε στον αναγωγισμό. Στην προσπάθεια δηλαδή να ανακαλύψεις πώς λειτουργούν τα πράγματα –είτε στη φυσιολογική, είτε στην τροποποιημένη ή νοσηρή μορφή τους–, αναλύοντάς τα στα συστατικά που περιέχουν. Εξετάζοντας, π.χ., τα μεμονωμένα εξαρτήματα ενός ρολογιού, μπορείς να ανακαλύψεις ποιο έχει χαλάσει και δεν λειτουργεί σωστά, ώστε να το αντικαταστήσεις. Χωρίς, ας πούμε, την αναγωγιστική προσέγγιση δεν θα είχαμε μάθει ποτέ πώς δομείται το DNA και πώς μπορούμε να εντοπίσουμε ή και να τροποποιήσουμε –κατά το δοκούν– τα γονίδια ή την έκφρασή τους.
Την άλλη μισή από τη δόξα της βιολογίας την οφείλουμε στη συνθετική μέθοδο. Στην περίπτωση αυτή δεν αποσυναρμολογείς το ρολόι. Απλώς δένεις τα χέρια σου κόμπο και προσπαθείς να κατανοήσεις βλέποντας πώς λειτουργεί, και ειδικά πώς κάθε μέρος τους συλλειτουργεί και αλληλοεπηρεάζεται από τα άλλα. Η προσέγγιση λέγεται και συνθετική και σε αυτήν οφείλουμε τις υπόλοιπες μισές δόξες της βιολογίας. Ο Μέντελ, επί παραδείγματι, δεν είχε ακούσει τη λέξη γονίδιο, DNA, RNA κ.ά. Ουδόλως όμως εμποδίστηκε να διαβλέψει την ύπαρξη των γονιδίων, παρά την άγνοια των στοιχείων που τα αποτελούν.
Η καθεμία από τις μεθόδους αυτές, όμως, μπορεί να είναι ιδιαιτέρως γόνιμη και αποτελεσματική στον ένα τομέα, αλλά παντελώς άσκοπη ή και επικίνδυνη σε κάποιον άλλο. Επί παραδείγματι, είναι πολύ γοητευτικές οι εναλλακτικές προτάσεις ιατρικής ή ψευδοϊατρικής, όπως π.χ. η ομοιοπαθητική, που χαρακτηρίζονται εν όλω: ολιστικές. Φτάνει να μη διανοηθείς να αντιμετωπίσεις μια λοίμωξη ή μια επιδημία που οφείλεται σε ένα μικρόβιο, γυρνώντας την πλάτη στον κολοφώνα των αντιβιοτικών, των εμβολίων και των άλλων προϊόντων της αναγωγικής μεθόδου, που κυριολεκτικά σώζουν ζωές. Ενεδρεύει ο κίνδυνος να μην έχεις την ευκαιρία να καταλάβεις ποτέ το ολέθριο λάθος το οποίο διέπραξες... Γι’ αυτό μη «τσιμπάτε» στους αποστόλους των ολιστικών, κβαντικών κ.ά. μεθόδων. Σχεδόν πάντα είναι απατεώνες και συχνά αποκαλύπτεται ότι παρομοίως συμπεριφέρονται και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ή πολιτικής δράσης τους...
Μία από τις παραδόσεις που οικοδομήθηκαν στη Μεταπολίτευση είναι οι εξαγγελίες της εκάστοτε κυβέρνησης στη ΔΕΘ. Μια παράδοση που σίγουρα δεν είναι από τις πιο λαμπρές της Δημοκρατίας μας, μιας και κυρίως εκλαμβάνεται ως φεστιβάλ πλειοδοσίας σε παροχές, τις οποίες στο παρελθόν πληρώσαμε πολλαπλάσια. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν είχα αυταπάτες ότι η φετινή ΔΕΘ θα αποτελούσε φωτεινή εξαίρεση, όπου κάθε πολιτικός φορέας θα εξέθετε το όραμά του για τους στόχους του έθνους τις επόμενες δεκαετίες.
Επειδή, όμως, η ηττοπάθεια δεν είναι λύση, κάθε χρόνο περιμένω ένα βήμα προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Σίγουρα, η χρονική συγκυρία της εγγύτητας της προεκλογικής περιόδου δεν βοήθησε, αλλά θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε κάποια πράγματα που ακούστηκαν, και κυρίως αυτά που δεν ακούστηκαν.
Συγκεκριμένα, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στη φετινή ΔΕΘ είναι ασφαλώς καλοδεχούμενες. Το ίδιο και τα μέτρα για τις οικογένειες και το δημογραφικό. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεωρώ και την ιδέα του «κουμπαρά» για κάθε παιδί, όπου το κράτος θα συνεισφέρει ισόποσα με τους γονείς έως ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε χρόνο. Είναι μια παρέμβαση με πιο μακροπρόθεσμη λογική: αντί για ένα ακόμη επίδομα που καταναλώνεται σήμερα, δημιουργεί ένα αρχικό κεφάλαιο για τη νέα γενιά.
Το γεγονός ότι ο «κουμπαράς» της νέας γενιάς δέχεται ασύγκριτα περισσότερη κριτική από το επίδομα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους λέει πολλά, όχι μόνο για την ποιότητα της αντιπολίτευσης αλλά και για τα περιθώρια που έχει μια κυβέρνηση να λάβει μεταρρυθμιστικά και μακροπρόθεσμα μέτρα μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον.
Όμως, παρακολουθώντας τη ΔΕΘ, υπήρχε κάτι που περίμενα να ακούσω περισσότερο.
Πώς θα γίνουμε πιο παραγωγικοί;
Γιατί, όσο πλησιάζουμε προς τις επόμενες εκλογές, η οικονομική συζήτηση κινδυνεύει να περιοριστεί ξανά στο γνώριμο παιχνίδι: ποιος θα δώσει περισσότερα. Περισσότερα επιδόματα. Μια μεγαλύτερη αύξηση. Ένας 13ος μισθός στο Δημόσιο. Μια 13η σύνταξη. Μια ακόμη κρατική παρέμβαση που θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα για έναν χρόνο.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Δεν μπορούμε να περιμένουμε κάθε χρόνο τη ΔΕΘ για να μάθουμε ποιο θα είναι το εισόδημά μας τον επόμενο χρόνο.
Οι μειώσεις φόρων είναι καλοδεχούμενες και, σε πολλές περιπτώσεις, απαραίτητες. Θα ήθελα επίσης να δω περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών, ώστε να γίνει ευκολότερη η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και να υπάρξει μεγαλύτερος χώρος για αυξήσεις όχι μόνο στον κατώτατο αλλά και στον μέσο μισθό.
Εδώ έχουν γίνει σημαντικά βήματα, καθώς το ποσοστό ανεργίας αγγίζει ιστορικά χαμηλά, ενώ τόσο ο κατώτατος όσο και ο μέσος μισθός έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να αυξάνεις ένα εισόδημα με μια απόφαση του κράτους και στο να δημιουργείς τις συνθήκες ώστε η οικονομία να μπορεί να πληρώνει υψηλότερους μισθούς από μόνη της.
Το πρώτο είναι σχετικά εύκολο. Το δεύτερο λέγεται παραγωγικότητα. Και εδώ τα στοιχεία είναι αρκετά αποκαλυπτικά. Το 2025 ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δούλεψε περίπου 1.874 ώρες, έναντι 1.736 ωρών στον ΟΟΣΑ, 1.498 στη Γαλλία και μόλις 1.332 στη Γερμανία. Άρα, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι ότι δουλεύουμε λίγο. Είναι ότι κάθε ώρα εργασίας παράγει πολύ λιγότερη αξία.
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ είναι αρκετά σαφής ως προς τις αιτίες: χαμηλές επενδύσεις, περιορισμένη καινοτομία, μικρό μέγεθος επιχειρήσεων και αργή υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Στην Ελλάδα σχεδόν το μισό της επιχειρηματικής απασχόλησης βρίσκεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ πολλές μικρές εταιρείες δυσκολεύονται να επενδύσουν, να μεγαλώσουν και να αξιοποιήσουν ψηφιακά εργαλεία.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θα ήθελα να δω την οικονομική συζήτηση να εστιάζει. Για παράδειγμα, ένα πραγματικό πρόγραμμα ταχείας υιοθέτησης τεχνητής νοημοσύνης από τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα συνδεόταν με στόχους αύξησης της παραγωγικότητας και συγκεκριμένα case studies για κάθε τύπο επιχείρησης. Όχι vouchers επιμόρφωσης από αγνώστου ταυτότητας κέντρα εκπαίδευσης, που θα ανατεθούν σε γνωστούς και φίλους.
Στη Σιγκαπούρη, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν ήδη να χρηματοδοτούν την υιοθέτηση προεγκεκριμένων ψηφιακών και AI-enabled λύσεων μέσω του Productivity Solutions Grant. Η χρήση AI από αυτές αυξήθηκε από 4,2% το 2023 σε 14,5% το 2024, ενώ οι επιχειρήσεις που χρησιμοποίησαν σχετικές λύσεις μέσω του προγράμματος κατέγραψαν κατά μέσο όρο εξοικονόμηση κόστους 52%. Η κυβέρνηση επεκτείνει πλέον την πολιτική, με στόχο να βοηθήσει 10.000 επιχειρήσεις να υιοθετήσουν AI και να εκπαιδεύσει 100.000 εργαζομένους μέσα σε τρία χρόνια.
Το ίδιο θα ήθελα να δω και στην αγορά εργασίας. Η εξ αποστάσεως εργασία μάς επιτρέπει πλέον να διαχωρίσουμε, σε σημαντικό βαθμό, το πού βρίσκεται η επιχείρηση από το πού βρίσκεται ο εργαζόμενος. Κι όμως, συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε ως σχεδόν αυτονόητο ότι ένας νέος με καλές δεξιότητες πρέπει να μετακομίσει στην Αθήνα —ή στη Θεσσαλονίκη— για να βρει μια καλή δουλειά. Οι συνέπειες αυτού είναι ορατές στο δημογραφικό, στο στεγαστικό, στην υποβάθμιση της ζωής στο κέντρο και στην επαρχία.
Εδώ, λοιπόν, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε κίνητρα για νέες εξ αποστάσεως θέσεις εργασίας εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ειδικά σε κλάδους τεχνολογίας όπου δεν είναι απαραίτητη η καθημερινή φυσική παρουσία. Η μείωση του διοικητικού κόστους της υβριδικής εργασίας και οι φορολογικές υπερεκπτώσεις για επενδύσεις σε cybersecurity, cloud και ψηφιακές υποδομές θα ήταν ένα βήμα. Ένα άλλο, πιο τολμηρό βήμα θα αποτελούσε η στοχευμένη μείωση των εργοδοτικών εισφορών για εταιρείες που δημιουργούν πραγματικές, καλά αμειβόμενες θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης.
Γιατί ίσως ένας καλύτερος τρόπος να βοηθήσεις έναν 30χρονο δεν είναι να του δώσεις άλλα 100 ευρώ για να πληρώνει ένα ενοίκιο 900 ευρώ στην Αθήνα. Είναι να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε να μπορεί να έχει έναν καλό μισθό χωρίς να χρειάζεται να ζει εκεί.
Μπορούμε να δώσουμε περισσότερα χρήματα στους πολίτες. Μπορούμε να αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό. Μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν 13ο μισθό. Μπορούμε να μοιράσουμε ένα ακόμη δημοσιονομικό πλεόνασμα. Αλλά, αν η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, στο τέλος θα έχουμε περισσότερα ευρώ στα χέρια μας χωρίς να μας φτάνουν. Και τότε, πολύ σύντομα, θα επιστρέψουμε στο ίδιο σημείο. Να ζητάμε ένα ακόμη επίδομα, επειδή τα προηγούμενα χρήματα δεν μας φτάνουν. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος μιας οικονομίας που προσπαθεί να μοιράσει περισσότερα χωρίς να παράγει περισσότερα.
Σίγουρα, έχουμε κάνει βήματα. Το γεγονός ότι προσπαθούμε να μοιράσουμε αυστηρά από αυτά που έχουμε στο ταμείο είναι κάτι που δεν ήταν αυτονόητο πριν από κάποια χρόνια και πάση θυσία πρέπει να το διατηρήσουμε. Όμως πρέπει να μπούμε σε ένα άλλο πλαίσιο συζήτησης και να ξεφύγουμε από τις παλιές αντιλήψεις. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ένα ώριμο πολιτικό σύστημα — όχι μόνο ένα κόμμα, αλλά οριζόντια όλα τα δημοκρατικά κόμματα. Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να πιέσουμε όσοι δεν θέλουμε να ακούσουμε πάλι τα ίδια στις επόμενες ΔΕΘ.
Πώς έχει εξελιχθεί σήμερα η δομή που δημιουργήθηκε το 2025 και γιατί το Κίεβο ζητά πλέον συχνότερες συναντήσεις αντί για την αποστολή δυτικών χερσαίων δυνάμεων στην Ουκρανία.
Στις 24 Αυγούστου 2026, η Συμμαχία των Προθύμων, η οποία αποτελείται από 34 χώρες που υποστηρίζουν την Ουκρανία, συνήλθε στο Κίεβο για να τιμήσει την 35η επέτειο της αποκατάστασης της ουκρανικής ανεξαρτησίας. Ο Άντι Μπέρναμ, ένας από τους συμπροέδρους της συνάντησης, στο πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ως πρωθυπουργός της Βρετανίας, ήταν παρών μαζί με τον Αντόνιο Κόστα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Αλεξάντερ Σταμπ της Φινλανδίας, τον Γκιτάνας Ναουσέντα της Λιθουανίας, τη Μάια Σάντου της Μολδαβίας, τους πρωθυπουργούς της Λετονίας και του Λουξεμβούργου, καθώς και τον υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας· οι περισσότεροι συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων των δύο άλλων συμπροέδρων, του Εμμανουέλ Μακρόν και του Φρίντριχ Μερτς, συμμετείχαν μέσω βιντεοδιάσκεψης. Στο άρθρο του για το διακεκριμένο ουκρανικό διαδικτυακό περιοδικό European Pravda, ο Μπέρναμ επανέλαβε τον σκοπό αυτής της πρωτοβουλίας: τη διαμόρφωση ενός σχεδίου για την επίτευξη και διατήρηση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας υπό την ηγεσία της Ουκρανίας. Η ουσιαστική συζήτηση, ωστόσο, κινήθηκε σε άλλη κατεύθυνση.
Ενώ πρωταρχικός στόχος της Συμμαχίας είναι η οργάνωση μιας πολυεθνικής δύναμης που θα στηρίξει τις εγγυήσεις ασφάλειας μόλις επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός, οι πρόσφατες συναντήσεις της απέδωσαν αποτελέσματα και σε άλλες διαστάσεις: υποστήριξη της αμυντικής βιομηχανίας της Ουκρανίας μέσω μεταφοράς τεχνολογίας και χορήγησης αδειών, ένα φόρουμ για τα πιο επείγοντα ζητήματα της ανθεκτικότητας και της άμυνας της Ουκρανίας, καθώς και μια ευκαιρία για την προώθηση διμερών αμυντικών πρωτοβουλιών με μεμονωμένα μέλη.
Πρώτον, ο Μπέρναμ ενέκρινε τη μεταφορά της τεχνολογίας «Storm Shadow», ώστε οι πύραυλοι να μπορούν να κατασκευαστούν στο ουκρανικό έδαφος, και ζήτησε από τη βρετανική βιομηχανία να υποστηρίξει το «Freyja», το ουκρανο-ευρωπαϊκό πρόγραμμα αντιβαλλιστικών αναχαιτιστικών πυραύλων που προορίζεται ως φθηνότερη εναλλακτική λύση έναντι του «Patriot». Ο Μακρόν ανέλαβε να επιταχύνει τις παραδόσεις και τη χορήγηση αδειών που είχαν συμφωνηθεί στην προηγούμενη συνάντηση της Συμμαχίας τον Ιούλιο, όταν η Γαλλία αδειοδότησε την ουκρανική κατασκευή βομβών AASM και πυραύλων SCALP, καθώς και, από κοινού με την Ιταλία, των αναχαιτιστικών Aster 30, και δεσμεύθηκε να υποστηρίξει το Freyja. Η δήλωση της Συμμαχίας τον Ιούλιο χαιρέτισε τη Συμμαχία Αντιβαλλιστικών Πυραύλων και τις άδειες που χορηγήθηκαν για την παραγωγή αναχαιτιστικών, καθώς και τις νέες δεσμεύσεις σχετικά με επιχειρήσεις κατά του «σκιώδους στόλου», την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συντονισμένη υποστήριξη των εθνικών επιχειρήσεων.
Δεύτερον, ο Ζελένσκι άσκησε πίεση για τις πιο επείγουσες ανάγκες της ουκρανικής άμυνας: ένα πακέτο χειμερινής βοήθειας κατά των βαλλιστικών επιθέσεων, με τουλάχιστον 300 αναχαιτιστικά Patriot, οικονομική στήριξη προς το Υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας, το οποίο παρουσιάζει έλλειμμα 27 δισεκατομμυρίων ευρώ, μεταξύ άλλων με την επανεξέταση του ζητήματος των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων· καθώς και το ξεμπλοκάρισμα της Μαύρης Θάλασσας και τη χρήση των «Διαδρομών Αλληλεγγύης» για τις εξαγωγές. Εκείνη την ημέρα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε επιπλέον στρατιωτική βοήθεια ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την ΕΕ για την αεροπορική και πυραυλική άμυνα, πυραύλους, πυρομαχικά και ραντάρ. Ο Ζελένσκι υποσχέθηκε να ενημερώσει τους συμμετέχοντες στη συνάντηση για τις διαπραγματεύσεις σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά προφανώς το αντιμετώπισε ως δευτερεύον ζήτημα.
Τρίτον, η Συμμαχία λειτουργεί ως φόρουμ υψηλού επιπέδου που προσελκύει πολλούς εταίρους και επιλύει διμερή ζητήματα. Για παράδειγμα, μια ημέρα πριν από τη συνεδρίαση της Συμμαχίας πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο σύνοδος κορυφής των Σκανδιναβικών και Βαλτικών χωρών με την Ουκρανία, και υπογράφηκαν ορισμένα διμερή έγγραφα σχετικά με την άμυνα, μεταξύ των οποίων μια δήλωση για στρατηγική εταιρική σχέση και μια συμφωνία για μη επανδρωμένα αεροσκάφη με τη Νορβηγία, καθώς και περαιτέρω συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Φινλανδία. Καθώς η αμερικανική ηγεσία αποσύρεται από την Ομάδα Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας —η οποία συνεδρίασε οκτώ φορές το 2025 και τρεις φορές φέτος, ενώ η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά—, η Συμμαχία αρχίζει να αναλαμβάνει τα ίδια ζητήματα με το Ράμσταϊν.
Το τρέχον έργο της Συμμαχίας ανταποκρίνεται στην ερμηνεία του καγκελαρίου Mερτς σχετικά με τα καθήκοντά της, όπως αυτά καθορίστηκαν τον Ιούλιο: πρώτον, να πιέσει τη Ρωσία να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, στη συνέχεια να στηρίξει την Ουκρανία για όσο διάστημα χρειάζεται να αμυνθεί, και μόνο τότε, από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, να είναι έτοιμη να επιβλέπει μια εκεχειρία και να παρέχει εγγυήσεις. Αυτές οι πρωτοβουλίες των τελευταίων δύο μηνών, τόσο εντός όσο και εκτός της Συμμαχίας, έρχονται εν μέσω μιας σαφούς κλιμάκωσης της υποστήριξης της Βόρειας Κορέας και της Κίνας προς τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την περαιτέρω απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και την ανοιχτή προτίμησή τους να κατευνάσουν τον Πούτιν αντί να τον εξαναγκάσουν.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή Αναθεώρησης Οικονομικών και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας ανέφερε τον Αύγουστο ότι η Κίνα αντιπροσώπευε το 90% του συνόλου της τεχνολογίας που υπόκειται σε κυρώσεις και εισήλθε στη Ρωσία το 2026, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες έχει προμηθεύσει δορυφορικές εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν για την καθοδήγηση ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων. Μετά από ένα χρόνο παύσης, η Πιονγιάνγκ επανέλαβε την προμήθεια βαλλιστικών πυραύλων στα τέλη Ιουλίου του 2026 και έχει αναπτύξει στη Ρωσία τα δικά της πληρώματα και έξι εκτοξευτές για μια μονάδα ικανή να εκτοξεύσει έως και 120 πυραύλους.
Οι παραδόσεις δυτικών αναχαιτιστικών στην Ουκρανία έχουν εν τω μεταξύ μειωθεί στο ένα τρίτο του επιπέδου του 2025. Η Ουάσιγκτον δεν πωλεί στο Κίεβο τα αντιαεροπορικά συστήματα PAC-3 που ζητά, ούτε χορηγεί την άδεια παραγωγής που ο Τραμπ είχε μισοϋποσχεθεί στην Άγκυρα και αναθεώρησε τρεις εβδομάδες αργότερα. Ο Ζελένσκι δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 23 Αυγούστου ότι η Ρωσία μπορεί να παράγει έως και εκατό βαλλιστικούς πυραύλους τον μήνα και ότι η χειρότερη εκτίμηση για το ερχόμενο φθινόπωρο και χειμώνα είναι 1.300 πύραυλοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Βόρειας Κορέας. Αυτή η ασυμμετρία στη συμμαχική βοήθεια απαιτεί σίγουρα πιο αποφασιστικές ενέργειες από τους εταίρους της Ουκρανίας που αποτελούν τη Συμμαχία.
Η αποστασιοποίηση της Ουάσιγκτον από τη Συμμαχία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Η παρουσία της στην Ευρώπη μειώνεται σταδιακά: το Πεντάγωνο έχει επίσημα ξεκινήσει μια αναθεώρηση της στάσης και της στάθμευσης των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, ενώ ο Έλμπριτζ Κόλμπι εργάζεται ενεργά στις πρωτεύουσες των συμμάχων για την εκεί απόδοση της κύριας ευθύνης για τη συμβατική άμυνα στην Ευρώπη. Τα 5.000 στρατεύματα που υποσχέθηκε ο Τραμπ στην Πολωνία ως αντιστάθμισμα για τον ίδιο αριθμό αμερικανικών στρατευμάτων που αποσύρθηκαν από την Ευρώπη την άνοιξη δεν έχουν ούτε ημερομηνία ούτε τόπο ανάπτυξης. Παρά τις πολυάριθμες υβριδικές εκστρατείες και τις εκστρατείες σαμποτάζ της Ρωσίας, ο Τραμπ συνεχίζει να αρνείται ότι η Ρωσία αποτελεί οποιαδήποτε απειλή για το ΝΑΤΟ.
Στις 16 Αυγούστου, την ημέρα πριν από την προγραμματισμένη έναρξη των ετήσιων στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα, ο Τραμπ διέταξε το Πεντάγωνο να τις περιορίσει, επικαλούμενος τις καλές του σχέσεις με τον Κιμ Γιονγκ Ουν και χαρακτηρίζοντας τις ασκήσεις ως ένα μήνυμα ακατάλληλο και εχθρικό προς τη Βόρεια Κορέα, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, δεν αποτελούσε απειλή και έδειχνε σεβασμό — τον ίδιο μήνα που η Ρωσία επανέλαβε τις εκτοξεύσεις πυραύλων της Βόρειας Κορέας εναντίον ουκρανικών πόλεων. Στον Καναδά, σύμμαχο βάσει συνθήκης, δεν προσφέρονται τέτοιες ευγένειες: ο Τραμπ έχει επιβάλει επιπλέον ασφυκτικούς δασμούς στα καναδικά προϊόντα, αμφισβητεί τα σύνορα — τα οποία, όπως λέει, έχουν χαραχθεί αυθαίρετα «με χάρακα» — και μετονομάζει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική». Τίποτα από όλα αυτά δεν ενισχύει την διατλαντική εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, υπονομεύοντας τις τρέχουσες στρατηγικές κρατών που είναι σταθερά φιλοαμερικανικά, όπως η Πολωνία και η Ιταλία.
Η αμερικανική αδιαφορία και αποστασιοποίηση παρεμποδίζουν τον αρχικό στόχο της Συμμαχίας και υποβαθμίζουν το περιβάλλον ασφάλειας στο οποίο λειτουργεί. Η αεροπορική της συνιστώσα σχεδιάστηκε ώστε να εξαρτάται από τις υποστηρικτικές δυνατότητες των ΗΠΑ. Η Διακήρυξη του Παρισιού της Συμμαχίας, του Ιανουαρίου 2026, έθεσε στο επίκεντρο των εγγυήσεων έναν μηχανισμό παρακολούθησης και επαλήθευσης της εκεχειρίας υπό αμερικανική ηγεσία· αξιωματούχοι που επικαλείται το Reuters ανέφεραν ότι αυτό θα σήμαινε τη χρήση αμερικανικών drones, αισθητήρων και δορυφόρων. Η διακήρυξη δεν φέρει καμία αμερικανική υπογραφή, ενώ η αναφορά στη χρήση αμερικανικών δυνατοτήτων για τη στήριξη της δύναμης είχε αφαιρεθεί από ένα προηγούμενο σχέδιο. Το εύρος και οι φιλοδοξίες της δύναμης που θα έπρεπε να υποστηρίξει μια τέτοια ρύθμιση είχαν περιοριστεί εδώ και καιρό. Ο αρχικός στόχος του Ζελένσκι τον Ιανουάριο του 2025 για 200.000 Ευρωπαίους στρατιώτες είχε συρρικνωθεί, μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, σε μια συνδυασμένη γαλλο-βρετανική προσφορά έως 15.000. Μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών, ούτε η Γερμανία ούτε η Ιταλία ούτε η Πολωνία προσφέρουν χερσαίες δυνάμεις: το Βερολίνο έχει προτείνει τη στάθμευση δυνάμεων σε έδαφος του ΝΑΤΟ που γειτονεύει με την Ουκρανία, η Βαρσοβία περιορίζεται στην υλικοτεχνική υποστήριξη και τη φιλοξενία, ενώ η Ιταλία, την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι ασκήσεις, επιβεβαίωσε ότι δεν θα συμμετάσχει. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώντας ζωντανό τον αρχικό στόχο, ο Μακρόν όρισε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο για τις πρώτες ασκήσεις πλήρους κλίμακας της Συμμαχίας, οι οποίες θα φιλοξενηθούν από την Πολωνία με γαλλικά και βρετανικά στρατεύματα, προκειμένου να δοκιμαστούν η διοίκηση και ο έλεγχος, η υλικοτεχνική υποστήριξη και η ανάπτυξη. Η αποστολή, το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα και οι κανόνες εμπλοκής της δύναμης παραμένουν ακαθόριστοι, ενώ η προετοιμασία είναι αργή και αμφισβητείται πολιτικά. Η Συμμαχία, η οποία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025, έχει από τότε αποκτήσει μόνιμο αρχηγείο τριών αστέρων στο Παρίσι, μια μονάδα συντονισμού στο Κίεβο και περίπου διακόσιους σχεδιαστές από περισσότερες από τριάντα χώρες. Μετά από δεκαεπτά μήνες, ο μηχανισμός αυτός δοκιμάζεται για πρώτη φορά.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ η Πολυεθνική Δύναμη για την Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί την οργανωτική ιδέα ολόκληρης της Συμμαχίας, αυτό που επρόκειτο να εγγυηθεί δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Στην ίδια κλειστή ενημέρωση της 23ης Αυγούστου, ο Ζελένσκι σύμφωνα με πληροφορίες δήλωσε στους παρευρισκόμενους ότι κανένας σημαντικός σύμμαχος δεν έχει δώσει ακόμη καμία εγγύηση ότι κάποιος θα έρθει να σώσει την Ουκρανία αν ο Πούτιν προχωρήσει περαιτέρω. Οι προσπάθειες για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών ακολουθούν το συνηθισμένο σχήμα με τα συνηθισμένα αποτελέσματα: άλλη μια πρόταση μιας σελίδας για την κατάπαυση του πυρός, άλλη μια καινοτόμος «εδαφική ρύθμιση» για το Ντονμπάς, άλλος ένας υψηλού προφίλ απεσταλμένος που στάλθηκε στη Μόσχα για να πείσει τον Πούτιν να αποδεχτεί μια συμφωνία, άλλη μια επίπληξη από τη Ρωσία και μια νέα ανακοίνωση ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες θα ξαναρχίσουν το φθινόπωρο.
Ποιο θα πρέπει να είναι το σημείο συνάντησης μεταξύ αυτού για το οποίο σχεδιάστηκε η Συμμαχία και αυτού που πράγματι κάνει στο τρέχον στάδιο του πολέμου; Δεν υπάρχει μόνιμη ιδιότητα μέλους, ούτε θεσμική δομή, ούτε διαδικασία λήψης αποφάσεων, και συχνά ούτε κοινό όραμα. Αυτό διατηρεί τη Συμμαχία ευρεία, αλλά την αποδυναμώνει όποτε απαιτούνται κοινές αποφάσεις. Είναι ενδεικτικό ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης της 24ης Αυγούστου ήταν και πάλι μια δήλωση των τριών συμπροέδρων, και όχι της Συμμαχίας στο σύνολό της, γεγονός που προδίδει την απουσία ενότητας. Από πολιτική άποψη, η κατάσταση δεν είναι πιο σταθερή. Ο Μακρόν αποχωρεί από το αξίωμα την επόμενη άνοιξη και οι πιθανοί δεξιοί διάδοχοί του αντιτίθενται τόσο στην αποστολή γαλλικών στρατευμάτων όσο και στην παροχή περισσότερων όπλων στην Ουκρανία, η θέση του Μερτς στην πατρίδα του αποδυναμώνεται, ενώ η Πολωνία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν τις δικές τους εκλογές· η μορφή αυτή δεν έχει καμία εγγύηση συνέχισης πέρα από την προσωπική δέσμευση ενός ηγέτη που βρίσκεται ακόμη στο υψηλότερο αξίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η άφιξη του Μπέρναμ στο Κίεβο αποτελεί μια σπάνια επίδειξη συνέχειας. Προς το παρόν, το σημείο συνάντησης έγκειται λιγότερο στη δύναμη που επρόκειτο να αναπτύξει η Συμμαχία και περισσότερο στη λειτουργία που έχει πράγματι αποκτήσει: τη σύνδεση της άμυνας της Ουκρανίας με εκείνη της Ευρώπης — μέσω της βοήθειας, των συμφωνιών για τα drones και άλλων συμφωνιών που λειτουργούν αμφίδρομα, μέσω της κοινής παραγωγής και των στρατηγικών αντιβαλλιστικών προγραμμάτων όπως το «Freyja» — όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά κανένα δεν είναι ακόμη μη αναστρέψιμο ή διαρθρωτικό.
Ο Ζελένσκι αποχώρησε από τη συνάντηση του Αυγούστου ζητώντας όχι την ανάπτυξη δυνάμεων, αλλά τη συχνότητα των συναντήσεων — χωρίς μεγάλες παύσεις, μια ακόμη σύνοδο τον Σεπτέμβριο, όπως δήλωσε. Πρόκειται για μια ορθολογική χρήση ενός μηχανισμού, η αξία του οποίου έγκειται πλέον στο να συγκεντρώνει τους εταίρους αρκετά συχνά, ώστε η αμυντική ατζέντα της Ουκρανίας να παραμένει ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων τους και η Ουκρανία να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα — κάτι που όσοι τάσσονται υπέρ ενός συμβιβασμού με τη Ρωσία εις βάρος της κυριαρχίας της Ουκρανίας δηλώνουν ανοιχτά ότι φοβούνται. Το καθήκον για το Κίεβο είναι να καταστήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμη πριν οι εκλογικοί κύκλοι απομακρύνουν τους ηγέτες που τη στηρίζουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Συμμαχία δεν είναι η διάλυση — τέτοιες χαλαρές μορφές σπάνια διαλύονται — αλλά η εδραιωμένη ρουτίνα, στην οποία η Ευρώπη αναλαμβάνει την ευθύνη για έναν πόλεμο που εξακολουθεί να αναμένει ότι θα τερματίσουν άλλοι, ελπίζοντας παράλληλα ότι αυτός ο τερματισμός δεν θα είναι επιζήμιος για τα συμφέροντά της.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως σχόλιο του EPIK στις 28 Αυγούστου 2026.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η νίκη του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternativ für Deutschland, AfD) στις εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ χθες δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη ή ανησυχία. Το αποτέλεσμα είναι απολύτως συμβατό με τις σταθερές παραμέτρους της γερμανικής ιστορίας, εδώ και πάνω από χίλια χρόνια. Η δυτική Γερμανία είναι Ευρώπη ενώ η ανατολική είναι κάτι διαφορετικό, περίεργο και, συνήθως αποκρουστικό. Την πρώτη και τελευταία φορά που η ανατολική Γερμανία κυριάρχησε της δυτικής, από το 1870 έως το 1945, η Ευρώπη πνίγηκε στο αίμα δύο παγκόσμιων πολέμων. Να τι εννοώ.
Η πρώτη εικόνα παρακάτω είναι ο εκλογικός χάρτης της Γερμανίας μετά τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2025. Στα κρατίδια της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το νεοναζιστικό AfD κέρδισε πάνω από το 30% των ψήφων. Στα κρατίδια της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το AfD δεν ξεπέρασε το 20%: στη Βάδη-Βυτεμβέργη πήρε 19,4%, στη Βαυαρία 17,4%, στο Αμβούργο 11%, στην Έσση 17,7%, στο Σλέσβιγκ-Χόλστεϊν 16,1%, στο Βερολίνο 15%, κ.λπ.
Η δεύτερη εικόνα είναι ο εκλογικός χάρτης της Γερμανίας μετά τις εκλογές του 1933, που κέρδισε το Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Κόμμα των Εργατών (NSDAP) του Αδόλφου Χίτλερ. Όσο πιο βαθύ κόκκινο ή καφέ είναι το χρώμα στις εκλογικές περιφέρειες τόσο μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων κέρδισε ο Χίτλερ στις περιοχές εκείνες. Όπως γίνεται ορατό διά γυμνού οφθαλμού, ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος της Γερμανίας με τις ψήφους των Γερμανών που κατοικούσαν στα ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας, ενώ τα δυτικά κρατίδια και η Βαυαρία καταψήφισαν το κόμμα του.
Το Ναζιστικό κόμμα ήταν κόμμα της ανατολικής Γερμανίας και δη των προτεσταντών και της Πρωσίας. Όπως, σήμερα, το AfD είναι κόμμα της ανατολικής Γερμανίας. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, ο τόπος γέννησης και γιγάντωσης των Ναζί δεν ήταν η καθολική Βαυαρία ή η κοσμική Ρηνανία. Ήταν η σκοταδιστική ανατολική Γερμανία. Και αυτό το γεγονός δεν αποτελεί ιστορική παραδοξότητα. Η αλήθεια είναι ότι, στην πραγματικότητα, ιστορικά, υπάρχουν δύο Γερμανίες: από τη μια το δυτικό και νότιο μέρος (Ρηνανία και Βαυαρία) και από την άλλη το ανατολικό (Πρωσία και Σαξονία).
Οι δύο Γερμανίες έχουν λίγα κοινά στοιχεία, πολιτισμικά, πολιτικά και ιστορικά. Το δυτικό μέρος δημιουργήθηκε ουσιαστικά από τον Ιούλιο Καίσαρα και τους Ρωμαίους γύρω στο 58 π.Χ. και περιλάμβανε την περιοχή ανάμεσα στον Ρήνο και τον Έλβα. Μετά την κατάρρευση της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αναδύθηκε η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, που ιδρύθηκε επίσημα στο Άαχεν το 800 μ.Χ. με την ενθρόνιση του Καρλομάγνου, που ήταν Γερμανός πολέμαρχος και ενοποίησε στο κράτος του το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Ευρώπης.
Αντίθετα, το ανατολικό κομμάτι της Γερμανίας αναδύθηκε μέσα από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα στον 16ο αιώνα μ.Χ. Το 1525, ο Πρίγκιπας των Τευτόνων Ιπποτών, που κατοικούσαν σε μια περιοχή μεταξύ της Πολωνίας και των Βαλτικών κρατιδίων και ήταν ειδωλολάτρες μέχρι τον 14ο αιώνα, ανακήρυξε τον εαυτό του Προτεστάντη Δούκα της Πρωσίας. Ήταν η πρώτη φορά που γερμανόφωνος ηγεμόνας αποσχίσθηκε από το Βατικανό και τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τον απόγονο του Καρλομάγνου. Το 1525 είναι η χρονιά που δημιουργείται η Πρωσία και η έναρξη της διελκυστίνδας Ανατολής - Δύσης που ταλάνισε τη Γερμανία και την ευρωπαϊκή ιστορία μέχρι το 1945.
Οι Χανσεατικές πόλεις του Αμβούργου, της Βρέμης και του Ροστόκ, και τα κρατίδια της Έσσης, της Ρηνανίας, της Βάδης-Βιτεμβέργης και της Βαυαρίας ήταν πάντα οι οικονομικές ατμομηχανές της Γερμανίας και της Ευρώπης και ποτέ δεν σταμάτησαν να οφείλουν τις πολιτιστικές τους επιρροές και τις πολιτικές βλέψεις τους στα δυτικά. Για την ακρίβεια, ήταν κρατίδια απολύτως οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά ενοποιημένα με την δυτική Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, η Πρωσία και η Σαξονία οργανώθηκαν με πρότυπο την Αγγλία, δηλαδή κυριαρχούσε μια τάξη γαιοκτημόνων αριστοκρατών, που λεγόντουσαν Γιούνκερς (Junkers), οι οποίοι παραδοσιακά αποτελούσαν την τάξη των αξιωματικών του πρωσικού στρατού και προσέβλεπαν πάντα σε συμμαχία με τον Τσάρο στον κοινό τους προαιώνιο αγώνα να εξαφανίσουν την Πολωνία από τον χάρτη. Ο διαμελισμός της Πολωνίας το φθινόπωρο του 1939 ήταν η λογική κατάληξη 500 ετών πολέμου της Ρωσίας και της Πρωσίας εναντίον της Πολωνίας.
Κάτι άλλο που εξηγεί την πολιτική διχοτόμηση της σύγχρονης Γερμανίας σε Ανατολή και Δύση είναι η Γερμανική «Ενοποίηση». Το 1866, ο Μπίσμαρκ δεν «ενοποίησε» τη Γερμανία. Η Πρωσία εισέβαλε στα δυτικά γερμανικά κρατίδια, με την ανοχή της Βρετανίας και την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας, και τα προσάρτησε με τη βία. Επρόκειτο για στρατιωτική κατάκτηση, όχι για πολιτική ενοποίηση.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Μπίσμαρκ μετά την εδραίωση του ελέγχου των δυτικών γερμανικών κρατιδίων ήταν να εξαπολύσει εκστρατεία κατάπνιξης κάθε φιλελεύθερης και δημοκρατικής φωνής. Η εκστρατεία αυτή ονομάστηκε Kulturkampf, «πολιτιστικός πόλεμος». Ο πολιτιστικός πόλεμος εξαπολύθηκε από τους Λουθηρανούς Προτεστάντες της Πρωσίας και της Σαξονίας και είχε στόχο τους Εβραίους, τους Καθολικούς και τους δυτικόφιλους κατοίκους της υπόλοιπης Γερμανίας. Μέσω της εκστρατείας αυτής αναδύθηκε το ψευδεπίγραφο εθνικό αφήγημα της «Γερμανικότητας», ή Deutschtum, που είναι πρόδρομος των εθνικοσοσιαλιστικών ανοησιών του Χίτλερ περί ανωτερότητας της «Αρίας φυλής». Ο αντισημιτισμός της νεότερης Γερμανίας είχε τις ρίζες του σε αυτή την περίοδο και δεν γεννήθηκε στη Βαυαρία του 1923. Γεννήθηκε στην Πρωσία το 1870.
Και κάτι τελευταίο. Η μόνη αντίσταση που αντιμετώπισαν οι Ναζί στο εσωτερικό της χώρας τους προήλθε από τις δυτικές επαρχίες. Στις αρχές του πολέμου, οι Ναζί εξόντωσαν περίπου 70 χιλιάδες πνευματικά καθυστερημένους και ανάπηρους Γερμανούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, όπως το Νταχάου, έξω από το Μόναχο. Όταν ο αρχιεπίσκοπος της ιστορικής πόλης του Μύνστερ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, άρχισε να γράφει και να κάνει κηρύγματα εναντίον αυτών των βαρβαροτήτων, οι Ναζί τον έθεσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, αντί να τον εκτελέσουν, όπως ήθελαν, γιατί φοβούνταν ότι θα επακολουθήσει λαϊκή εξέγερση εναντίον τους. Ο φόβος της αντίδρασης των Γερμανών των δυτικών επαρχιών ήταν ο λόγος που, το 1941, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν τα στρατόπεδα εξόντωσης στην Πολωνία και άρχισαν να εφαρμόζουν τα σχέδιά τους για την Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος μακριά από τη Δύση.
Αυτή είναι η εξήγηση για τους δύο εκλογικούς χάρτες. Αυτή είναι η εξήγηση για τη νίκη του AfD στις εκλογές της Κυριακής 6 Σεπτεμβρίου 2026. Ούτε η μετανάστευση, ούτε η «δυσαρέσκεια» στα ανατολικά κρατίδια για την οικονομική υστέρηση τους. Οι αιτίες κρύβονται στα βάθη της γερμανικής ιστορίας. Όπως πολύ εύστοχα έγραψε ο Γουίλλιαμ Φώκνερ κάποτε, «το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν παρελθόν».
Σύμφωνα με ένα παλιό γερμανικό ανέκδοτο, δυο χωρικοί, ο Φριτς κι ο Καρλ, μια μέρα, εκεί που στεκόντουσαν στην αυλή του Φριτς, νιώθουν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους! Το σπίτι του Φριτς είχε όπως όλα τα παλιά χωριατόσπιτα έναν βόθρο και η πλάκα που τον σκέπαζε έσπασε. Οι δυο τους πέφτουν μέσα στα λύματα και με τη βία μπορούν να σταθούν. Ο βόθρος είναι γεμάτος γιατί έχει βρέξει και η στάθμη φτάνει μέχρι τον λαιμό του Καρλ. Ο Φριτς όμως είναι λίγο πιο κοντός και τα λύματα φτάνουν σχεδόν μέχρι το στόμα του.
– Ωχ Φριτς, τι κάνουμε τώρα; ρωτάει σαστισμένος, ο Καρλ.
– Όχι κύματα! λέει ο Φριτς μέσα από τα δόντια του.
Η έκβαση των τοπικών βουλευτικών εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου 2026 στο ομοσπονδιακό κράτος της Σαξoνίας-Άνχαλτ θυμίζει λίγο αυτό το ανέκδοτο. Τα μέχρι τώρα παραδοσιακά κόμματα –CDU, SPD, FDP, Πράσινοι, Linke – που κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή βρίσκονται στην θέση του δύσμοιρου Φριτς, λίγο πριν βουλιάξουν στο βούρκο της AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), που όχι μόνο ήρθε πρώτο κόμμα, αλλά με 44% ξεπέρασε το ποσοστό που του έδιναν οι δημοσκόποι, καθώς κατάφερε να σηκώσει από τους καναπέδες τους 170.000 ψηφοφόρους που μέχρι σήμερα απείχαν από κάθε εκλογική διαδικασία.
Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: η AfD θα έχει στο επόμενο Κοινοβούλιο 39 βουλευτές ενώ όλα τα άλλα κόμματα θα μοιραστούν τους υπόλοιπους 44. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έτσι είναι δυνατό να εμποδιστεί μια κυβέρνηση AfD και να σχηματιστεί μια κυβέρνηση «ηττημένων», όμως υπάρχει ένας ακόμα αστάθμητος παράγοντας: η λεγόμενη «Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ» (BSW), ένα προσωποπαγές λαϊκιστικό αριστερό κόμμα, που σύμφωνα με την ιδρύτριά του θεωρεί ότι AfD και BSW έχουν αρκετά κοινά σημεία μεταξύ τους, όπως μια πιο αυστηρή στάση απέναντι στους πρόσφυγες, η άρνηση του ΝΑΤΟ, η ουδετερότητα σε ό,τι αφορά τη στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας και η εχθρική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που να κάνουν δυνατή τουλάχιστον μια συνεργασία.
Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα, το BSW θα καταφέρει να εκπροσωπηθεί στο επόμενο Κοινοβούλιο με πέντε βουλευτές και να παίξει το ρόλο του πολιτικού ρυθμιστή. Ένα νεύμα της Σάρας φαίνεται πως αρκεί για να δημιουργηθούν τα κύματα που φοβούνται οι Φριτς της εκλογικής πραγματικότητας.
Όμως τα πράγματα δεν φαίνεται να είναι τόσο απλά. Καταρχήν στο BSW έχουν αρχίσει οι εσωτερικές τριβές σε σχέση με τη στήριξη της AfD. Στη γειτονική Θουριγγία ήδη αποσχίστηκε μια ομάδα γύρω από τη μέχρι τώρα πρόεδρο του τοπικού BSW που αρνείται να βάλει πλάτες για να ανεβεί η εκεί AfD στην εξουσία. Και η πρόεδρος του BSW της Σαξoνίας-Άνχαλτ δήλωσε ήδη ότι δεν πρόκειται να στηρίξει, ενεργά τουλάχιστον, την εκλογή του προέδρου της τοπικής AfD Ούλριχ Ζίγκμουντ στο αξίωμα του πρωθυπουργού, ζητώντας τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης υπό έναν πρωθυπουργό κοινής αποδοχής (τι μας θυμίζει αυτό;).
Ήδη η στάση του BSW οδήγησε τον συμπρόεδρο της ομοσπονδιακής AfD, Τίνο Χρουπάλα, να ανακοινώσει την ετοιμότητα του κόμματός του να συζητήσει και να συμβιβαστεί με άλλα κόμματα, ελπίζοντας να πείσει σε συνεργασία τουλάχιστον τους Χριστιανοδημοκράτες που, σύμφωνα με τις δημοσκοπικές έρευνες, έχασαν 82.000 ψηφοφόρους προς την AfD και το ποσοστό τους καταρρακώθηκε από το 37,1 στο 17,5%.
Βέβαια είναι ακόμα πολύ νωρίς για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Για την υφιστάμενη κυβέρνηση συνασπισμού από CDU, SPD και FDP (το οποίο δεν εκπροσωπείται πλέον στην τοπική Βουλή καθώς δεν κατάφερε να υπερβεί το πλαφόν του 5%) υπό τον χριστιανοδημοκράτη Σβεν Σούλτσε δεν υπάρχει προς το παρόν κώλυμα κυβερνησιμότητας, καθώς παραμένει μέχρι να εκλεγεί ο επόμενος πρωθυπουργός, κάτι που μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο, γιατί το σύνταγμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν θέτει προθεσμίες για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Ο κ. Σούλτσε έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να διατηρήσει το αξίωμά του εφόσον το BSW δεν ταχθεί ενεργά υπέρ του υποψηφίου της AfD και όλα τα άλλα κόμματα κρατήσουν όρθιο το «τείχος πυροπροστασίας», δηλαδή την κατηγορηματική άρνησή τους να συνεργαστούν με την AfD. Σύμφωνα με τον τρέχοντα καταμερισμό δυνάμεων, που όμως μπορεί να αλλάξει τις επόμενες μέρες, εάν το BSW δηλώσει «παρών» κατά τους τρεις γύρους της ψηφοφορίας τότε θα επικρατήσει ισοψηφία ανάμεσα στους δυο υποψήφιους και ο κ. Σούλτσε θα παραμείνει πρωθυπουργός – όμως τίποτα δεν είναι σίγουρο γιατί οι ψηφοφορίες είναι μυστικές και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξουν διαρροές.
Στην περίπτωση που ο κ. Σούλτσε παραμείνει πρωθυπουργός, θα μπορεί να κυβερνά με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και, σε περίπτωση ψήφισης νόμων και του προϋπολογισμού, με εναλλασσόμενες πλειοψηφίες, ένα μοντέλο που λειτουργεί ήδη ικανοποιητικά και σε άλλα ανατολικογερμανικά ομοσπονδιακά κράτη.
Η πιθανότητες να γίνει πρωθυπουργός ο κ. Ζίγκμουντ είναι και αυτές ρεαλιστικές. Όμως υπό τις τρέχουσες συνθήκες θα καταστεί εξαρτημένος από τις ιδιοτροπίες του BSW, εκτός και αν καταφέρει να εξασφαλίσει την υποστήριξη του CDU – το τίμημα όμως θα είναι βαρύ.
Αλλά ακόμα και αν κατάφερνε να κυβερνήσει αυτοδύναμα, το κυβερνητικό του πρόγραμμα βρίθει από παραλογισμούς και από μέτρα που δεν μπορεί να εφαρμόσει.
Ένα από τα παράλογα σημεία του προγράμματος είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής φοίτησης στο σχολείο και η αντικατάστασή της από μια «υποχρέωση για μόρφωση» που θα επιτρέπει την κατ’ οίκον σχολική διδασκαλία. Το μέτρο αυτό είναι παράλογο γιατί ακόμα και μια κατ’ οίκον διδασκαλία απαιτεί την κρατική εποπτεία, καθώς οι μαθησιακές προϋποθέσεις για την πιστοποίηση της προόδου και για την απόκτηση του απολυτηρίου θα παραμείνουν σε ισχύ. Επιπλέον, στη Γερμανία ούτως ή άλλως επιτρέπεται η ίδρυση ιδιωτικών σχολείων με εναλλακτικά προγράμματα μαθημάτων, τα οποία μπορούν μάλιστα να χρηματοδοτηθούν από κρατικούς πόρους. Οπότε όποιος δεν θέλει να στείλει το παιδί του στο κρατικό σχολείο μπορεί να ιδρύσει ένα σχολείο κομμένο και ραμμένο στα παιδαγωγικά του μέτρα καθιστώντας έτσι τη δυνατότητα μιας αποκλειστικά απομονωμένης σχολικής διδασκαλίας στο σπίτι περιττή.
Ένα άλλο παράλογο μέτρο είναι η εισαγωγή τελετής έπαρσης της σημαίας στα σχολεία. Κανείς δεν μπορεί όμως να υποχρεώσει τις μαθήτριες και τους μαθητές να παρίστανται σε αυτές τις τελετές, γιατί αυτό αντιτίθεται στην ελευθερία της συνείδησης. Οπότε κάθε προσπάθεια επιβολής ποινών για μη παρουσία θα καταρρεύσει στο πρώτο διοικητικό δικαστήριο.
Ένα μέτρο που δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφορά την αντιμετώπιση των προσφύγων και των παράτυπων μεταναστών και εν γένει των αλλοδαπών από τρίτες χώρες, όπως η Ουκρανία ή η Συρία. Τα ομοσπονδιακά κράτη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα ελέγχου των συνόρων και των ροών των ανθρώπων και επιπλέον η Σαξωνία-Άνχαλτ δεν έχει εξωτερικά σύνορα. Τα μόνα διοικητικά μέτρα που μπορεί να πάρει η κυβέρνησή της είναι να αρνηθεί τη χορήγηση ασύλου ή να αναιρέσει το στάτους του αναγνωρισμένου πρόσφυγα ή ίσως την άδεια παραμονής. Όμως αυτό θα οδηγήσει σε μια χιονοστιβάδα προσφυγών στα δικαστήρια, ενώ η κυβέρνηση ενός ομοσπονδιακού κράτους δεν έχει επίσης καμία αρμοδιότητα να συνάψει διεθνείς συμβάσεις επιστροφής με άλλες χώρες.
Κάτι που έχει διακηρύξει η AfD και που μπορεί να εφαρμόσει είναι η διακοπή χρηματοδότησης όσων ΜΚΟ δεν της ταιριάζουν. Όμως και εδώ θα υπάρξουν αντιδράσεις και προσφυγές στα δικαστήρια.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον κ. Ζίγκμουντ ελλοχεύει από το ίδιο του το κόμμα: το ομοσπονδιακό προεδρείο θα προσπαθήσει να ελέγξει την πολιτική του και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα κόμματα, ενώ η τοπική AfD της Σαξονίας-Άνχαλτ έχει χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος ως εν μέρει ακραίο δεξιό κόμμα και εχθρικό προς τη συνταγματική τάξη. Αν λάβουμε δε υπόψη ότι μια τοπική του οργάνωση διατύπωσε το αίτημα να καταργηθεί ο εορτασμός των Χριστουγέννων και άλλων χριστιανικών εορτών και να αντικατασταθεί από την αναβίωση εορτασμών αρχαίων υποτίθεται γερμανικών εορτών, όπως το χειμερινό ηλιοστάσιο, δεν είναι απίθανο να βρεθεί ο κ. Ζίγκμουντ αργά ή γρήγορα στη θέση του μαθητευόμενου μάγου, να μην μπορεί να διαφεντέψει τα στοιχειά που φώναξε…
Σχεδόν συγκινητική μοιάζει η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη με ένα ακόμη οικονομικό πρόγραμμα. Σαν να ξαναβρίσκεις ύστερα από χρόνια ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ. Οι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει, ορισμένοι άλλαξαν κόμμα, άλλοι άλλαξαν μαλλιά, κάποιοι απέκτησαν περισσότερη εμπειρία, αλλά κάπου μέσα στις φωτογραφίες αναγνωρίζεις αμέσως το σπινθηροβόλο γνώριμο βλέμμα εκείνης της ακατανίκητης ιδεολογικής αισιοδοξίας ότι, αν οι αριθμοί δεν συμφωνούν μαζί μας, ίσως χρειάζονται λίγη πολιτική καθοδήγηση.
Το νέο οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ παρουσιάστηκε με τη μορφή που έχουν συνήθως οι μεγάλες εποχικές εκπτώσεις: όλα κάτω. Φόροι κάτω, ΦΠΑ κάτω, λογαριασμοί ρεύματος κάτω. Αλλά μισθοί πάνω, επιδόματα πάνω, ενισχύσεις πάνω. Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ, αυξήσεις σε εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές, φοιτητικό επίδομα, φθηνότερη ενέργεια. Έλειπε σχεδόν μόνο το «δύο στην τιμή του ενός» και η ένδειξη «η προσφορά ισχύει μέχρι εξαντλήσεως του δημοσιονομικού χώρου».
Ανάμεσα στις προσφορές εμφανίστηκε και μια από τις ωραιότερες φράσεις της νέας εποχής: η «πατριωτική εισφορά». Ο πλούτος καλείται πλέον να συνεισφέρει όχι απλώς επειδή φορολογείται, αλλά επειδή αγαπά την πατρίδα. Εξαιρετική ιδέα. Μένει μόνο να διευκρινιστεί αν ο νέος αυτός οικονομικός πατριωτισμός θα επεκταθεί κάποτε και στη χρηματοδότηση των πανάκριβων κομματικών μηχανισμών εξουσίας: ποιος πληρώνει τι, ποιοι ενισχύουν ποιον και με πόση διαφάνεια. Γιατί το μεγάλο κεφάλαιο έχει αποδείξει διαχρονικά ότι ο πατριωτισμός του παρουσιάζει αξιοθαύμαστη ευελιξία, ιδίως όταν πρόκειται για την καλλιέργεια καλών σχέσεων με εκείνους που ενδέχεται αύριο να κυβερνούν. Θα είχε λοιπόν ενδιαφέρον να μάθουμε αν η «πατριωτική εισφορά» αποτελεί φόρο επί του μεγάλου πλούτου ή ένα είδος παράλληλου οικονομικού προγράμματος εξόφλησης της παλιάς του σχέσης με την πολιτική εξουσία.
Το ωραιότερο, πάντως, είναι ότι ακόμη και οι ίδιες οι προσφορές φαίνεται να έχουν διαφορετική τιμή ανάλογα με το φυλλάδιο που κρατά κανείς. Στην ομιλία της Θεσσαλονίκης ο Τσίπρας ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, προσλήψεις 30.000 εκπαιδευτικών, μηδενική συμμετοχή των συνταξιούχων στα φάρμακα, αυξήσεις 500 ευρώ σε γιατρούς και νοσηλευτές, 300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς και επίδομα 500 ευρώ στους φοιτητές. Στο «Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2027–2030» που διανεμήθηκε κατόπιν στους δημοσιογράφους, η κυβέρνηση εντόπισε διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και ποσά. Η ΕΛΑΣ απάντησε ότι τίποτε δεν άλλαξε και ότι απλώς τα μέτρα εφαρμόζονται σταδιακά σε τέσσερα χρόνια.
Με άλλα λόγια, έχουμε πλέον και πρόγραμμα βιτρίνας και πρόγραμμα ταμείου. Στη βιτρίνα βλέπεις «500 ευρώ». Στο ταμείο πληροφορείσαι ότι αρχίζεις από 125 και, αν όλα πάνε καλά, φτάνεις στα 500 το 2030. Στη βιτρίνα γράφει «300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς». Στην κοστολόγηση η διαδρομή αρχίζει από 75. Δεν πρόκειται, μας εξηγούν, για διαφορετική προσφορά. Είναι η ίδια προσφορά σε τέσσερις ετήσιες δόσεις.
Και κάπου εδώ αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν επέστρεψε απλώς με νέο οικονομικό πρόγραμμα. Επέστρεψε με ολόκληρη νέα εμπορική πολιτική: άλλο βλέπεις στην προθήκη, άλλο διαβάζεις στα ψιλά γράμματα και στο τέλος χρειάζεσαι το οικονομικό επιτελείο για να σου εξηγήσει πόσο ακριβώς κοστίζει αυτό που μόλις σου χάρισαν. Στο μεταξύ η πλευρά Τσίπρα κοστολογεί το πρόγραμμα στα 7,39 δισ. ευρώ στην τετραετία, ενώ η κυβέρνηση ανεβάζει πολύ ψηλότερα τον λογαριασμό, μιλώντας για περίπου 13 δισ. στο έτος πλήρους εφαρμογής.
Και τότε εμφανίστηκε ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών Γιώργος Παππάς για να βάλει τάξη στους αριθμούς. Μόνο που οι αριθμοί, όπως αποδείχθηκε, είχαν διαφορετική γνώμη. Το φοιτητικό επίδομα των 500 ευρώ τον μήνα για δέκα μήνες δίνει 5.000 ευρώ τον χρόνο. Επί 80.000 φοιτητές, 400 εκατομμύρια. Ως εδώ όλα πήγαιναν θαυμάσια και μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι η αριθμητική είχε επιτέλους συμφιλιωθεί με την Αριστερά.
Το πρόβλημα παρουσιάστηκε όταν μπήκε στη συζήτηση η τετραετία. Τα 400 εκατομμύρια τον χρόνο, αντί να πολλαπλασιαστούν επί τέσσερα, διαιρέθηκαν διά τέσσερα και έγιναν 100 εκατομμύρια. Έτσι γεννήθηκε, έστω για λίγα λεπτά, μια νέα σχολή οικονομικής σκέψης: όσο περισσότερο διαρκεί μια κρατική δαπάνη τόσο φθηνότερη γίνεται.
Η ανακάλυψη έχει τεράστιες δυνατότητες. Με αυτή τη μέθοδο μπορεί κανείς να λύσει σχεδόν όλα τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας. Ένα μέτρο κοστίζει ένα δισεκατομμύριο το χρόνο για τέσσερα χρόνια; Διαίρεσέ το διά τέσσερα και έπεσε στα 250 εκατομμύρια. Το πρόγραμμα εξακολουθεί να εφαρμόζεται κανονικά, οι δικαιούχοι εξακολουθούν να πληρώνονται κανονικά και τα χρήματα απλώς εξαφανίζονται κάπου μεταξύ πολλαπλασιασμού και διαίρεσης. Πρόκειται για οικονομική πολιτική που θα ενθουσίαζε κάθε υπουργό Οικονομικών, αρκεί να μην είχε περάσει ποτέ από το δημοτικό.
Κάπου εδώ αρχίζει να αποκτά νόημα και η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα. Γιατί η σχέση του πολιτικού του χώρου με τους αριθμούς υπήρξε ανέκαθεν δημιουργική. Το 2015 είχαμε ένα ολόκληρο καλοκαίρι κατά το οποίο η χώρα ανακάλυπτε καθημερινά νέες δυνατότητες της οικονομικής επιστήμης: παράλληλα συστήματα πληρωμών, IOU, σχέδια για εναλλακτικά νομίσματα, δραχμές που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν από τη δημόσια συζήτηση, τράπεζες κλειστές και πολίτες που μάθαιναν ότι εξήντα ευρώ την ημέρα είναι αρκετά για να συνεχίσει κανείς να αισθάνεται Ευρωπαίος.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι οι θεωρίες του απαιτούσαν μια κάποια εξοικείωση με τα οικονομικά για να τις παρακολουθήσεις. Χρειαζόσουν παράλληλα συστήματα, ηλεκτρονικές πλατφόρμες, φορολογικούς λογαριασμούς, IOU και αρκετές ώρες συζήτησης για να καταλάβεις τι ακριβώς επρόκειτο να συμβεί. Η νέα γενιά απλοποίησε αποφασιστικά τη μέθοδο. Δεν χρειάζονται πια πολύπλοκα νομισματικά σχέδια. Χρειάζεται μόνο να ξεχάσεις ποια πράξη κάνουμε όταν κάτι επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές.
Από αυτή την άποψη, η εξέλιξη είναι εντυπωσιακή. Το 2015 συζητούσαμε για παράλληλο νόμισμα. Το 2026 φτάσαμε στην παράλληλη προπαίδεια.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σταθερό στοιχείο της οικονομικής σκέψης γύρω από τον Τσίπρα: οι λογαριασμοί έχουν μιαν ενοχλητική συνήθεια να βγαίνουν διαφορετικοί όταν περνούν από το χαρτί στην πραγματικότητα. Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης κόστιζε κάποτε πολύ λιγότερο πριν δοκιμαστεί στην εξουσία. Η «σκληρή διαπραγμάτευση» θα έφερνε καλύτερη συμφωνία μέχρι που κατέληξε σε τρίτο μνημόνιο. Και τώρα μια τετραετής δαπάνη των 400 εκατομμυρίων το χρόνο κατάφερε για λίγο να κοστίζει συνολικά 100 εκατομμύρια!
Το καλό με την πολιτική είναι ότι διαθέτει πάντοτε μια λέξη για να διορθώσει έναν αριθμό. Αν ο λογαριασμός δεν βγαίνει, μπορείς να τον ονομάσεις «δημοσιονομικό χώρο». Αν το μέτρο κοστίζει περισσότερο, μπορείς να μιλήσεις για «σταδιακή εφαρμογή». Αν ο φόρος είναι φόρος, τον λες «πατριωτική εισφορά». Και αν 400 επί τέσσερα κάνουν 1,6 δισεκατομμύρια, μπορείς πάντοτε να ελπίζεις ότι μέχρι να φτάσει ο λογαριασμός στο ταμείο ο ψηφοφόρος θα θυμάται μόνο τα 500 ευρώ της βιτρίνας.
Αλλά εκεί όπου νόμιζες ότι το νέο οικονομικό επιτελείο είχε εξαντλήσει τις δημιουργικές του δυνατότητες, ήρθαν οι θυρίδες. Ο Γιώργος Παππάς εξήγησε ότι στο πλαίσιο του περιουσιολογίου για την περίφημη «πατριωτική εισφορά» θα μπορούσαν να καταγράφονται ακόμη και κοσμήματα και τιμαλφή που φυλάσσονται στις τραπεζικές θυρίδες. Η οικονομική πολιτική απέκτησε ξαφνικά κάτι από ενεχυροδανειστήριο με εθνικό πρόσημο.
Η «πατριωτική εισφορά» είναι, ομολογουμένως, μία από εκείνες τις φράσεις που μόνο η Αριστερά μπορεί να εφεύρει. Ο φόρος αποκτά ηθικό πλεονέκτημα.
Πάντως, για μια παράταξη που θέλει να πείσει τη μεσαία τάξη, η οποία δεν διατηρεί και τις καλύτερες αναμνήσεις, ότι έχει διδαχθεί από την προηγούμενη κυβερνητική της θητεία, η εικόνα στελέχους του οικονομικού της επιτελείου να συζητά δημόσια για καταγραφή κοσμημάτων σε θυρίδες είναι ένας κάπως πρωτότυπος τρόπος επαναπροσέγγισης. Και όλα αυτά μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες από την παρουσίαση ενός προγράμματος το οποίο φιλοδοξεί να αποδείξει ότι ο Τσίπρας επέστρεψε ωριμότερος, σοβαρότερος και κυρίως οικονομικά πειστικότερος.
Εδώ βρίσκεται ο τραγέλαφος αυτής της ιστορίας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα στέλεχος έκανε μια λάθος πράξη στην τηλεόραση. Λάθη κάνουν όλοι. Ούτε ότι ένας φόρος περιουσίας μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία. Ας δεχτούμε ότι αυτό αποτελεί πολιτική επιλογή και συζητείται. Το κωμικό γεννιέται από τη συνάντηση αυτών των δύο περιστατικών με μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική βιογραφία.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ζωή προτείνοντας ένα φιλόδοξο οικονομικό πρόγραμμα. Έχει ήδη κυβερνήσει. Έχει ήδη διαπραγματευθεί. Έχει ήδη παρουσιάσει ένα άλλο πρόγραμμα στη Θεσσαλονίκη. Έχει ήδη ζήσει το καλοκαίρι του 2015, τις τράπεζες, τα capital controls, το δημοψήφισμα, τον Βαρουφάκη και τελικά το τρίτο μνημόνιο. Επομένως κάθε νέα οικονομική εξαγγελία του κουβαλάει αναγκαστικά μαζί της έναν παλιό λογαριασμό.
Και ο λογαριασμός αυτός δεν παραγράφεται με διαίρεση.
Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο μάθημα της νέας ΕΛΑΣ. Μπορείς να αλλάξεις όνομα κόμματος, συνθήματα, συνεργάτες και πολιτική συσκευασία. Μπορείς να αντικαταστήσεις το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» με «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης», το 2015 με το 2026 και τον Βαρουφάκη με ένα καινούργιο οικονομικό επιτελείο.
Υπάρχει όμως ένα πεισματάρικο πράγμα που δεν εκσυγχρονίζεται εύκολα. Το τέσσερα επί τετρακόσια εξακολουθεί να κάνει χίλια εξακόσια. Και προς μεγάλη απογοήτευση της πολιτικής, αυτό ίσχυε και το 2015. Κάπου, βέβαια, αυτά τα χρήματα πρέπει να βρεθούν. Και όταν μια τετραετία αρνείται πεισματικά να κοστίσει όσο θα θέλαμε, αρχίζει η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης. Έτσι φτάσαμε στις θυρίδες.
Σε κάθε περίπτωση, η ακολουθία των γεγονότων είναι υποδειγματική. Πρώτα ανακοινώνεις τις προσφορές. Ύστερα το οικονομικό επιτελείο μπερδεύει τον πολλαπλασιασμό με τη διαίρεση. Μετά, όταν ο λογαριασμός αρχίζει να αποκτά το πραγματικό του μέγεθος, κοιτάζεις προς τις θυρίδες.
Το 2015 ψάχναμε παράλληλο νόμισμα. Το 2026 ψάχνουμε το βραχιόλι της γιαγιάς.
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε πράγματι ανανεωμένος. Η οικονομική φαντασία του πολιτικού του χώρου παραμένει, ευτυχώς, απολύτως αναγνωρίσιμη.
Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και οι θεσμοί της, η σύνθεση του προεδρείου της Βουλής, η υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα και η απόρριψή της ως απόρριψη της ελαφρότητας.
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Σύνθεση - ασυμβίβαστα
Άρθρo 6
1. Το Προεδρείο της Βουλής εκλέγεται από τα μέλη της και απαρτίζεται από τον
Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους, τρεις Κοσμήτορες και έξι Γραμματείς, όπως ειδικότερα ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.
2. […] Ο τέταρτος Αντιπρόεδρος, ένας Κοσμήτορας και ένας Γραμματέας προέρχονται από τη δεύτερη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ο πέμπτος Αντιπρόεδρος και ένας Γραμματέας προέρχονται από την τρίτη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Αν οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες είναι περισσότερες από τρεις, εκλέγεται ένας Αντιπρόεδρος για κάθε επιπλέον Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Άρθρo 8
1. H Βουλή, υπό την προεδρία του νέου Προέδρου της, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση, εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες, σε τέσσερις διαδοχικές, χωριστές, ψηφοφορίες, τους Αντιπροέδρους, τους Κοσμήτορες και τους Γραμματείς.
2. Υποβολή υποψηφιότητας δεν είναι παραδεκτή. Της εκλογής των μελών του προεδρείου του παρόντος άρθρου δεν προηγείται συζήτηση».
Από την επισκόπηση των παραπάνω άρθρων του ισχύοντος Κανονισμού της Βουλής προκύπτει αβίαστα ότι:
1) Ο Πρόεδρος, οι επτά αντιπρόεδροι, οι κοσμήτορες και οι γραμματείς της Βουλής εκλέγονται από τα μέλη της διά ψηφοφρίας. Δεν προβλέπεται δηλαδή πουθενά στον Κανονισμό άλλος τρόπος ανάδειξής τους, όπως π.χ. διακομματική συμφωνία, διαπραγμάτευση κ.λπ.
2) Ο 4ος έως και ο 7ος Αντιπρόεδρος, αυτά τα μέλη του προεδρείου προέρχονται μεν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όμως καταλαμβάνουν τη θέση κατόπιν εκλoγής διά ψηφοφορίας. Εάν δεν απαιτούνταν σχετική εκλογική ψηφοφορία τότε ο Κανονισμός θα έγραφε απλώς «ορίζονται από τα κόμματα» και όχι «προέρχονται από τα κόμματα».
3) Στη σχετική διαδικασία ανάδειξης των Αντιπροέδρων η Βουλή «εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες».
4) Οι υποψήφιοι δεν μπορούν να αυτοπροταθούν αλλά προτείνονται από τα κόμματα και κατά τις διαδικασίες αυτές δεν προηγείται σχετική συζήτηση.
Συνεπώς, αυτό που ζητούσαν, όπως το ζητούσαν (κωνσταντοπουλικώ τω τρόπω), οι εκπρόσωποι των κομμάτων με επικεφαλής την Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Χρήστο Γιαννούλη, δηλαδή «να τοποθετηθούν τα κόμματα», όχι μόνο δεν επιτρέπεται αλλά απαγορεύεται ρητά από τον Κανονισμό. Ήταν συνεπώς παντελώς παράνομο και ορθότατα απορρίφτηκε από τον Προεδρεύοντα Πάρη Κουκουλόπουλο.
Πηγαίνοντας τώρα στην ουσία της υπόθεσης:
Κάθε ψηφοφορία, ιδιαίτερα στη Βουλή, εξυπακούεται ότι γίνεται και πρέπει να γίνεται στα σοβαρά. Μη σοβαρές ψηφοφορίες ή ψηφοφορίες σικέ, δηλαδή προσυμφωνημένες, ειδικά στη Βουλή, δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές.
Με δεδομένο ότι η θέση του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι ένα νευραλγικό για τη λειτουργία της δημοκρατίας αξίωμα, φυσικό είναι να απαιτεί κάποια προσόντα εκ μέρους του υποψηφίου. Διότι τίποτα δεν αποκλείει, αντίθετα είναι σφόδρα πιθανόν, να υπάρχει προτεινόμενος από κόμμα υποψήφιος που να μην πληροί τα προσόντα για την κάλυψή της.
Εάν δεχτούμε αξιωματικά ότι όλοι όσοι έχουν αναδειχτεί βουλευτές μπορούν να καλύψουν το σπουδαίο αυτό λειτούργημα, τότε απλώς παίζουμε με τη δημοκρατία, και τέτοιο δικαίωμα δεν μας έχει παραχωρήσει κανείς.
Πιστεύω μάλιστα ότι πολλοί από τους τριακόσιους και της σημερινής Βουλής είναι ακατάλληλοι για αντιπρόεδροι της Βουλής. Χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, με την έννοια ότι βουλευτής που δεν διαθέτει τα προσόντα για μια θέση στο Προεδρείο της Βουλής μπορεί να ασκεί άριστα τα βουλευτικά του καθήκοντα και να στελεχώσει κάλλιστα τη Βουλή ή την πολιτεία γενικότερα από άλλη θέση ευθύνης.
Κλασικό παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης της ΝΔ, ο οποίος προφανώς δεν είναι κατάλληλος για τη θέση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Βουλής λόγω του συγκρουσιακού του χαρακτήρα, όπως ο ίδιος άλλωστε δημοσίως παραδέχεται. Πολύ θα ήθελα να δω τους βουλευτές, ειδικά αυτής της αντιπολίτευσης, να τον ψηφίζουν για μια τέτοια θέση, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να το δω στον αιώνα τον άπαντα.
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο προτεινόμενος από το κόμμα υποψήφιος δεν συγκεντρώνει τα απαραίτητα προσόντα, τότε δεν φταίει ο υποψήφιος, αλλά το κόμμα που τον προτείνει.
Με δεδομένο επίσης ότι η Βουλή, οι Βουλευτές, ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της Βουλής κ.λπ., είναι κρίσιμα για τη λειτουργία της δημοκρατίας όργανα (ο Πρόεδρος της Βουλής αντικαθιστά υπό προϋποθέσεις τον πρώτο πολίτη της χώρας Πρόεδρο της Δημοκρατίας), το ερώτημα είναι πώς, με ποιον τρόπο δηλαδή, εξυπηρετείται καλύτερα η δημοκρατία: με την απλή πρόταση του υποψηφίου εκ μέρους του κόμματος και την ανέλεγκτη αποδοχή της από τα υπόλοιπα κόμματα, ακόμα κι αν ο κομματικός υποψήφιος είναι εμφανώς ακατάλληλος για τη θέση αυτή, ή με την ουσιαστικού ελέγχου των προσόντων του αποδοχή του;
Η ανάδειξη της Ζωής Κωνσταντοπούλου στη θέση της Προέδρου της Βουλής το πρώτο εξάμηνο του 2015 προφανώς και συνηγορεί σφόδρα και αντικειμενικά υπέρ της άποψης του ουσιαστικού ελέγχου. Θα ξαναψήφιζε κανένα κόμμα από τα σημερινά, ακόμα κι αυτό που την πρότεινε το 2015, ως Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο της Βουλής την κυρία Κωνσταντοπούλου; Προφανώς όχι.
Πρέπει συνεπώς και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κατανοήσουν ότι το αξίωμα του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από οποιοδήποτε εσωκομματικό αξίωμα, αφού στη δεύτερη περίπτωση το αξίωμα έχει να κάνει με το κόμμα και τα μέλη του κόμματος, ενώ στην πρώτη με πολιτειακό θεσμό, και μάλιστα τον κυριότερω σε μία δημοκρατία.
Εξάλλου, η ουσιαστική ψηφοφορία για την ανάδειξη αντιπροέδρου δεν αποτελεί και το τέλος της πολιτικής: ο νυν Πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης (όπως και όλοι οι προηγούμενοι Πρόεδροι της Βουλής κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης) δεν υπερψηφίστηκε από όλα τα κόμματα, αλλά στη σχετική ψηφοφορία καταψηφίστηκε από το ΚΚΕ, την Πλεύση Ελευθερίας (Ζωή Κωνστανοπούλου), τη Νέα Αριστερά, τη Νίκη και άλλους τέσσερις βουλευτές προερχόμενους από τους Σπαρτιάτες.
Έχω την εντύπωση ότι κανείς από τους μέχρι σήμερα Προέδρους της Βουλής δεν έχει αναδειχτεί παμψηφεί. Υπάρχουν μάλιστα και κάποιοι, όπως π.χ. ο Αθανάσιος Τσαλδάρης της ΝΔ, ο οποίος είχε αναδειχτεί με σχετική πλειοψηφία, δηλαδή με ψήφους αρκετά λιγότερες από 150.
Τέλος, είναι δεδομένο ότι το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής, αλλεπαλλήλως μέχρι σήμερα τροποποιηθέντα, τείνουν προς μια όλο και περισότερο αναλογική εκπροσώπηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ιδίως των μικρών, στο Προεδρείο της Βουλής, επιδιώκοντας να ενισχύσουν και να εξασφαλίσουν τα «δικαιώματα της μειοψηφίας», δηλαδή της Αντιπολίτευσης. Και πράττουν άριστα.
Αυτό όμως δεν είναι ούτε απροϋπόθετο, ούτε μονοσήμαντο, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογη σοβαρότητα πρότασης υποψηφίων εκ μέρους των κομμάτων, πράγμα το οποίο δεν ισχύει πάντα.
Το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής δεν κάνουν χάρη σε κανέναν.
Δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν χάρη σε κανέναν, ούτε και στα μικρά κόμματα. Τα μικρά κόμματα την οποιαδήποτε συνταγματική τους «εύνοια» πρέπει να την κερδίσουν και να την ανταποδώσουν με την λειτουργική τους σοβαρότητα.
Διότι μόνο με λειτουργική αμοιβαιότητα, μπορεί να εξασφαλιστεί ο σκοπός των συνταγματικών και κανονιστικών της Βουλής προβλέψεων για χάρη της ορθής λειτουργίας της δημοκρατίας.
Η Βουλή δεν έχει το δικαίωμα να θέτει υπό αμφισβήτηση ή κίνδυνο ούτε τη δική της λειτουργία ούτε τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση η (υποκειμενική) βούληση ενός πολιτικού κόμματος, μικρού ή μεγάλου αδιάφορο, δεν μπορεί να ανάγεται σε μείζονα, της (κατά τεκμήριον αντικειμενικής) δημοκρατικής λειτουργίας της Βουλής, παράγοντα ή συντελεστή.
Εξάλλου, Βουλή σημαίνει υπεύθυνη, ουσιαστική και στην πράξη εφαρμογή συναινετικών διαδικασιών (κράτα με να σε κρατώ, ν’ ανεβούμε το βουνό) και όχι ανεύθυνη και χαριστική εξεύρεση τεχνητών ισορροπιών (κάνε μου τα στραβά μάτια, για να σου τα κάνω κι εγώ με τη σειρά μου κ.ο.κ.), οι οποίες όχι μόνο δεν μακροημερεύουν, αλλά και τα αποτελέσματά τους, ακόμα κι όταν δεν είναι αρνητικά, είναι προσωρινά και ατελέσφορα.
Συνεπώς, ας μην ανησυχούν εκεί στην Αντιπολίτευση για τα, συνταγματικά μάλιστα κατοχυρωμένα, «δικαιώματα της μειοψηφίας». Αυτά δεν κινδυνεύουν από τις προβλεπόμενες συνταγματικά νόμιμες διαδικασίες, αλλά από την αφερεγγυότητα των κομμάτων που τα ασκούν.
Ούτε «θεσμικό ολίσθημα» λοιπόν υπήρξε στην περίπτωση της Έλενας Ακρίτα, ούτε μεταβολή της Βουλής σε «κομματικό φέουδο» υπήρξε, ούτε «παραβίαση των κοινοβουλευτικών ηθών» έλαβε χώρα: οι ίδιοι βουλευτές που καταψήφισαν τώρα την κυρία Ακρίτα, οι ίδιοι πριν λίγο καιρό υπερψήφισαν, και μάλιστα ασμένως, την Όλγα Γεροβασίλη, του ιδίου κόμματος βεβαίως βεβαίως. Τον λόγο δεν χρειάζεται νομίζω να τον αναλύσω. Προκύπτει αναμφισβήτητα από τα συμφραζόμενα: η καταλληλότητα για την κάλυψη της θέσης.
Θεμιτή, θεμιτότατη λοιπόν η ιδιαιτερότητα εκλογής των 4ου έως 7ου Αντιπροέδρων της Βουλής από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, αλλά όχι απροϋπόθετα και όχι ελαφρά τη καρδία.
Ή ελαφρά γενικότερα.
2010–2014: Από την αγανάκτηση στην πόρτα της εξουσίας
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε. Για την ακρίβεια, επέστρεψε ξανά. Αυτή τη φορά με νέο κόμμα, νέα διακήρυξη, νέα πρόσωπα, νέα εθνική πυξίδα και την υπόσχεση για ένα «σοκ εντιμότητας και δημοκρατίας». Ζήτησε ακόμη και μια «νέα Μεταπολίτευση». Η νέα Μεταπολίτευση έχει προς το παρόν ένα μικρό πρόβλημα: επικεφαλής της βρίσκεται ένας από τους κεντρικούς αρνητικούς πρωταγωνιστές της προηγούμενης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρώην πρωθυπουργό. Άλλωστε, αν υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό χάρισμα που διαθέτει ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η ικανότητά του να εμφανίζεται κάθε φορά σαν να συστήνεται για πρώτη φορά στο εκλογικό σώμα...
Θα είχε ίσως νόημα, πριν υποστούμε το νέο σοκ εντιμότητας, να θυμηθούμε το προηγούμενο. Και ας δεχτούμε εξαρχής ότι οι πολιτικοί δικαιούνται να αλλάζουν – και συχνά οφείλουν να το κάνουν. Ας λησμονήσουμε ακόμη ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε πάντοτε εξίσου γενναιόδωρος με αυτό το δικαίωμα όταν επρόκειτο για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή γνώμης και στη συστηματική αντικατάσταση της χθεσινής «αλήθειας» από μια καινούργια, χωρίς την ενοχλητική μεσολάβηση της παραδοχής ότι η προηγούμενη αποδείχθηκε ψευδής.
Θα του κάνουμε και μία ακόμη παραχώρηση. Δεν θα επιχειρήσουμε να χωρέσουμε εδώ ολόκληρη τη δημόσια πολιτική του διαδρομή, έναν μαραθώνιο υποσχέσεων που ξεχάστηκαν, βεβαιοτήτων που διαψεύστηκαν, ανθρώπων που στοχοποιήθηκαν και ευθυνών που, όταν έφθασε η ώρα του λογαριασμού, είχαν μια παράξενη τάση να μετακομίζουν στους συνεργάτες του. Θα περιοριστούμε σε ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές της πορείας του προς τον λαό και, κυρίως, προς την εξουσία. Η επιλογή είναι αναγκαστικά αποσπασματική. Το υλικό, δυστυχώς, είναι άφθονο.
Η αφετηρία βρίσκεται στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία, το πρώτο Μνημόνιο και μια κοινωνία που έβλεπε εισοδήματα, δουλειές και βεβαιότητες μιας ολόκληρης εποχής να καταρρέουν. Η οργή ήταν πραγματική. Πραγματικές ήταν και οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος που είχε οδηγήσει τη χώρα μέχρι εκεί. Μέσα σε αυτή την οργή, όμως, γεννήθηκε και μια καινούργια πολιτική γλώσσα. Το Μνημόνιο δεν παρουσιαζόταν απλώς ως λανθασμένη ή επώδυνη πολιτική. Ήταν «πειρατεία», κατά τον ίδιο τον Τσίπρα. Οι αντίπαλοι δεν έκαναν απλώς λάθος, αλλά υπηρετούσαν ένα καθεστώς υποταγής. Η πολιτική διαφωνία άρχισε να αποκτά ηθικούς ενόχους και, πολύ γρήγορα, προδότες.
Στις 5 Μαΐου 2010, μέσα σε μια τεράστια αντιμνημονιακή διαδήλωση, τρεις εργαζόμενοι της Marfin –ανάμεσά τους μία έγκυος γυναίκα– δολοφονήθηκαν όταν κουκουλοφόροι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Σταδίου. Το έγκλημα αυτό άφησε στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας ένα βαθύ τραύμα και συνδέθηκε έκτοτε με ένα κλίμα πολιτικής βίας, στοχοποίησης και ανεξέλεγκτης οργής. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στον Τσίπρα ή στον ΣΥΡΙΖΑ ευθύνη για το ίδιο το έγκλημα για να αναρωτηθούμε ποιο πολιτικό κλίμα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω του. Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε λειτουργήσει ως όριο. Ως υπενθύμιση ότι, όταν η πολιτική οργή απελευθερώνεται από κάθε μέτρο και ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος και μετατρέπεται σε εχθρό του λαού, κάποια στιγμή εμφανίζονται άνθρωποι που παίρνουν τα συνθήματα στην κυριολεξία.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 2011, εμφανίστηκαν οι Αγανακτισμένοι. Αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ η δημιουργία του κινήματος, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι η πολιτική εγγύτητα του κόμματος με τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και διαφόρων κινηματικών συλλογικοτήτων τού επέτρεψε να αντιληφθεί πολύ γρήγορα τη δυναμική του και να επενδύσει πολιτικά σε αυτήν περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα.
Στην πλατεία Συντάγματος συνυπήρξαν άνθρωποι σχεδόν όλων των πολιτικών πεποιθήσεων: αριστεροί, δεξιοί, εθνικιστές, πολίτες συντετριμμένοι από την κρίση, συνωμοσιολόγοι και κάθε πιθανή απόχρωση της αντισυστημικής οργής. Ο Τσίπρας όμως κατάλαβε νωρίς ότι εκεί διαμορφωνόταν ένα νέο πολιτικό ακροατήριο. Χαρακτήρισε το Σύνταγμα «μια ιδιότυπη Εκκλησία του Δήμου» και είδε στους Αγανακτισμένους τη γέννηση μιας κοινωνικής δύναμης που πολύ σύντομα θα άλλαζε και τους εκλογικούς συσχετισμούς. Ο θυμός της πλατείας είχε αρχίσει να αποκτά πολιτικό εκφραστή.
Το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν στη γλώσσα με την οποία νομιμοποιήθηκε ένα κλίμα όπου οι κοινοβουλευτικοί αντίπαλοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως φορείς μιας πολιτικής που έπρεπε να ηττηθεί και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εχθροί του λαού. Όταν άρχισαν οι προπηλακισμοί βουλευτών, ο Τσίπρας συμβούλευε τους πολίτες να προσέχουν μήπως, με τις αποδοκιμασίες τους, επιτρέψουν σε όσους είχαν ψηφίσει το Μνημόνιο να μετατραπούν «από θύτες του ελληνικού λαού σε θύματα». Η προτροπή κατέληγε βεβαίως στη δημοκρατική λύση της κάλπης. Η λέξη «θύτες» όμως είχε ήδη κάνει τη δουλειά της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ο πιο επιτυχημένος κοινοβουλευτικός εκφραστής αυτής της οργής, χωρίς να είναι ο μόνος. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή εκτινάχθηκαν επίσης σε ποσοστά αδιανόητα λίγα χρόνια νωρίτερα, αντλώντας από την ίδια δεξαμενή θυμού, απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και αντιμνημονιακής αγανάκτησης. Η διαφορά ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να μετατρέψει αυτήν την κοινωνική έκρηξη όχι απλώς σε εκλογική ενίσχυση, αλλά σε πραγματική προοπτική εξουσίας.
Μέσα σε αυτή την ακραία τοξικότητα, την εμφυλιοπολεμική ρητορική και τις προσωπικές στοχοποιήσεις, τις περίφημες «δολοφονίες χαρακτήρων», υπήρχε πάντως και μια αξιοπρόσεκτη εξαίρεση. Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός την περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας πήρε καταστροφικές διαστάσεις και με βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για όσα ακολούθησαν, βρέθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό έξω από το πεδίο πυρός του ΣΥΡΙΖΑ. Η οργή που περίσσευε για τους περισσότερους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης, εμφάνιζε εδώ μια παράξενη εγκράτεια.
Η στάση αυτή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δει κανείς υπό το φως όσων ακολούθησαν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στην εξουσία, ο Προκόπης Παυλόπουλος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος ανέλαβε κεντρικό ρόλο στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Πάνος Καμμένος έγινε κυβερνητικός εταίρος. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει κάποια υπόγεια συμφωνία. Δείχνει όμως ότι η καταγγελία του «παλιού συστήματος» δεν κατευθυνόταν με την ίδια ένταση προς όλες τις πλευρές του. Η πολιτική οργή, όπως αποδείχθηκε, είχε και τις προτιμήσεις της.
Τα αποτελέσματα φάνηκαν γρήγορα. Το κόμμα που το 2009 είχε πάρει 4,60% εκτοξεύθηκε στο 16,78% τον Μάιο του 2012 και στο 26,89% έναν μήνα αργότερα. Σε δυόμισι χρόνια ο Τσίπρας είχε μετακινηθεί από την ηγεσία ενός μικρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη θέση του βασικού διεκδικητή της εξουσίας. Δεν ήταν βεβαίως ο μόνος που εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος. Ήταν όμως εκείνος που κατάλαβε καλύτερα ότι μια οικονομική κρίση μπορούσε να μετατραπεί σε ηθικό εμφύλιο. Από τη μία ο λαός και από την άλλη το «μνημονιακό σύστημα», οι «μερκελιστές», η διαπλοκή, οι πρόθυμοι, οι υποταγμένοι.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η γεωπολιτική εναλλακτική. Το 2012, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες ήταν για τον Τσίπρα «ένα μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε», ώστε η Ευρώπη να αφήσει πίσω της το καπιταλιστικό μοντέλο. Δεν επρόκειτο για μια φευγαλέα νεανική κουβέντα σε κάποια κομματική ταβέρνα. Ήταν πολιτική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είχε ήδη γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και διεκδικούσε την πρωθυπουργία.
Έναν χρόνο αργότερα, ο στενότερος συνεργάτης του, Νίκος Παππάς, ταξίδευε στη Βενεζουέλα μαζί με τον Κύπριο δικηγόρο Αρτέμη Αρτεμίου, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε αργότερα στα Panama Papers. Όταν το ταξίδι αποκαλύφθηκε, ο Παππάς εξήγησε ότι διερευνούσε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αγοράς προϊόντων από τα κρατικά σουπερμάρκετ της χώρας και προετοίμαζε πιθανή επίσκεψη Τσίπρα. Δεν χρειάζεται κανείς να προσθέσει μαρούλια, ντομάτες ή άλλες λεπτομέρειες που γέννησε αργότερα η λαϊκή φαντασία. Η επίσημη εκδοχή είναι από μόνη της αρκετά ευφάνταστη.
Το 2014, ο Τσίπρας είχε πλέον μετατρέψει αυτή την πολιτική σε ένα απολύτως καθαρό δίλημμα. «ΣΥΡΙΖΑ ή μνημόνια;» ρωτούσε πριν από τις ευρωεκλογές. Η λαϊκή θέληση, διαβεβαίωνε, θα «σαρώσει τα μνημόνια». Οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν πέσει, κατά τη δική του ανάγνωση, από τους αγώνες του λαού και ερχόταν η σειρά της κυβέρνησης Σαμαρά.
Όταν τον ρώτησαν ευθέως αν πράγματι θα «σκίσει τα μνημόνια», η απάντηση που καταγράφηκε ήταν αντάξια της εποχής: «Και θα είναι μέρα μεσημέρι». Το Μνημόνιο, εξηγούσε, θα τελείωνε την πρώτη ημέρα της κυβέρνησης της Αριστεράς. Αργότερα, όταν τα γεγονότα απέκτησαν τη γνωστή δυσάρεστη επιμονή τους, θα δήλωνε ότι ποτέ δεν είχε πει πως τα μνημόνια θα σκίζονταν «με έναν νόμο». Κυριολεκτικά μπορεί κανείς να συζητήσει επί ώρες για τη διαφορά ανάμεσα στο «θα τα σκίσουμε μέρα μεσημέρι» και στο «θα τα σκίσουμε με έναν νόμο». Η ελληνική πολιτική ζωή έχει γνωρίσει σοβαρότερες φιλολογικές διαμάχες, αλλά τόσο διασκεδαστικές.
Έτσι οικοδομήθηκε η μεγάλη υπόσχεση. Οι προηγούμενοι είχαν αποτύχει όχι επειδή η χώρα ήταν χρεοκοπημένη, οι επιλογές περιορισμένες και οι διεθνείς συσχετισμοί δυσμενείς, αλλά επειδή δεν είχαν το θάρρος να συγκρουστούν. Η Ευρώπη μπορούσε να υποχωρήσει. Το Μνημόνιο μπορούσε να τελειώσει. Οι εφαρμοστικοί νόμοι μπορούσαν να καταργηθούν. Οι απώλειες μπορούσαν να αποκατασταθούν. Η αξιοπρέπεια θα επέστρεφε. Και όλα αυτά χωρίς εκείνο το δυσάρεστο τίμημα που οι προηγούμενοι επέμεναν να παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο.
Εκατομμύρια άνθρωποι είχαν κάθε λόγο να θέλουν να το πιστέψουν. Είχαν κουραστεί, είχαν φορολογηθεί, είχαν χάσει εισοδήματα, δουλειές και εμπιστοσύνη σε ένα πολιτικό σύστημα που έφερε τεράστιες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας. Μαζί του, όμως, ευθύνες είχε και η ίδια η κοινωνία που για χρόνια αποδεχόταν, ανεχόταν ή και απαιτούσε ένα κράτος δανεικών, διορισμών, πρόωρων συντάξεων, φοροδιαφυγής και παροχών χωρίς αντίκρισμα. Το περιβόητο «μαζί τα φάγαμε» του Θόδωρου Πάγκαλου, που τότε ακούστηκε σχεδόν ως ύβρις, με την απόσταση των χρόνων ακούγεται λιγότερο προκλητικό και περισσότερο σαν μια ενοχλητική αλήθεια που η κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να ακούσει.
Αντίθετα, ο Τσίπρας είχε καταλάβει με ακρίβεια τι ήθελε να ακούσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ήταν σχεδόν απολύτως συμβατός με εκείνον τον γνώριμο Έλληνα του καφενείου που, αν γινόταν πρωθυπουργός για μία ημέρα, θα σου εξηγούσε με απόλυτη βεβαιότητα πώς λύνεται το χρέος, πώς μπαίνουν στη θέση τους οι Ευρωπαίοι, πώς φορολογούνται οι πλούσιοι, πώς αυξάνονται οι μισθοί και, αν περίσσευε λίγος χρόνος, πώς φτιάχνεται και ο κόσμος ολόκληρος.
Ο Τσίπρας αποδείχθηκε ο ικανότερος εκφραστής αυτής της αυταπάτης. Την κατάλαβε, μίλησε τη γλώσσα της και τελικά την έκανε πολιτικό πρόγραμμα – για να ονομάσει αργότερα «αυταπάτες» όσα ο ίδιος είχε προηγουμένως παρουσιάσει ως βεβαιότητες και πάνω στα οποία οικοδόμησε την πορεία του προς την εξουσία.
Σε λίγο θα είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν αν ήταν πράγματι έτσι.
Ύστερα ήρθε η εξουσία.
*Το πρώτο από μια σειρά άρθρων υπό τον γενικό τίτλο «Ο άνθρωπος που επιστρέφει πάντα αθώος»
Η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η Ρωσία, ως κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα, δεν γίνεται να χάσει τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία βασίζεται και σε λανθασμένες στρατηγικές υποθέσεις και σε ιστορική άγνοια.
Λίγοι Δυτικοί πολιτικοί υποστηρίζουν ρητά μια «νίκη» του Κιέβου στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αντίθετα, οι περισσότεροι διατυπώνουν γενικόλογες υποσχέσεις, όπως η σχετική με την υποστήριξη της Ουκρανίας «για όσο διάστημα χρειαστεί». Αυτή η αμφιθυμία, όσον αφορά την εισβολή της Ρωσίας, βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ουκρανία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να νικήσει τη Ρωσία. Πράγματι, υποστηρίζεται ότι η Ουκρανία δεν μπορεί καν να εκδιώξει πλήρως τα ρωσικά στρατεύματα από το έδαφός της – και, στην πραγματικότητα, ότι δεν θα έπρεπε να το κάνει.
Δεδομένου ότι η Μόσχα διαθέτει πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μια ρωσική ήττα στον πόλεμο δεν είναι μόνο αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη. Για να αποφύγει την ταπείνωση, η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε τα πυρηνικά της όπλα. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, απαραίτητο να θυσιαστεί η ακεραιότητα και η κυριαρχία της Ουκρανίας. Δεδομένου ότι η Ουκρανία παραιτήθηκε οικειοθελώς από τα πυρηνικά της όπλα το 1994, συνεχίζει η εσωτερική λογική αυτού του επιχειρήματος, είναι καταδικασμένη να αποδεχτεί τουλάχιστον ορισμένες από τις απαιτήσεις της Ρωσίας.
Ευρύ φάσμα εκπροσώπων της πανεπιστημιακής διανόησης έχει καλέσει, ρητά ή σιωπηλά, την Ουκρανία να σταματήσει την αυτοάμυνά της, προκειμένου να αποτραπεί το ξέσπασμα ενός πυρηνικού πολέμου. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, ο καθηγητής του MIT Μπάρι Πόζεν (Barry Posen) –ο οποίος είχε δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως προληπτικό πόλεμο– προέβλεπε τον Μάρτιο του 2022 ότι «αν η ρωσική εκστρατεία αρχίσει να μοιάζει με στρατιωτική καταστροφή, τότε εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η κλιμάκωση προς τα πυρηνικά όπλα». Ο διαβόητος, πλέον, καθηγητής του Σικάγου, Τζον Μερσχάιμερ, είχε προβλέψει πριν από τον Φεβρουάριο του 2022 ότι η Ρωσία δεν θα επιτεθεί στην Ουκρανία, και αργότερα προφήτευσε ότι η Ρωσία θα βγει νικήτρια. Προειδοποίησε τη Δύση στα τέλη του 2022 να μην ωθήσει «μια μεγάλη δύναμη στα όρια. Ο κ. Πούτιν μπορεί τότε να στραφεί στα πυρηνικά όπλα». Στις αρχές του 2023, ο Στίβεν Γουόλτ (Stephen Walt) του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ προειδοποίησε: «αν η Ρωσία πιστεύει ότι χάνει και θεωρεί ότι αυτό θα αποτελούσε καταστροφική ήττα […], αυτό πρέπει να μας ανησυχεί όλους».
Ωστόσο, ούτε το Κίεβο ούτε η Δύση είχαν ποτέ την πρόθεση να επιφέρουν καταστροφική ήττα στη Ρωσία – όπως μια προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων μέχρι τη Μόσχα. Η Ουκρανία επιδιώκει απλώς να απελευθερώσει εκείνα τα τμήματα του εδάφους της τα οποία η Ρωσία είχε επανειλημμένως αναγνωρίσει ως ουκρανικά πριν από το 2014, αλλά τα οποία έχει καταλάβει παράνομα και προσαρτήσει τα τελευταία 12 χρόνια. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι πλέον διατεθειμένος να μην επιδιώξει τη νίκη, με οποιαδήποτε έννοια, στον πόλεμο.
Από το 2025, το Κίεβο έχει δηλώσει ρητά ότι θα αποδεχόταν την τρέχουσα γραμμή του μετώπου ως τη μελλοντική γραμμή επαφής για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Η Ουκρανία μπορεί επίσης να συμφωνήσει σε μερική κατάπαυση του πυρός, όπως μια από κοινού παύση όλων των επιθέσεων μακράς εμβέλειας και/ή αμοιβαίων επιθέσεων κατά της ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο, το Κίεβο έχει παραδεχτεί την πιθανότητα προσωρινής απώλειας ουκρανικού εδάφους και κυριαρχίας προς όφελος της Ρωσίας. Το Κίεβο θα αποδεχόταν, επομένως, μια μερική ρωσική νίκη επί της Ουκρανίας, εφόσον αυτό θα οδηγούσε στην ειρήνη.
Επιπλέον, η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων δείχνει ότι οι αποκαλυπτικές αντιλήψεις για πυρηνική κλιμάκωση από μια μεγάλη δύναμη που έχει στριμωχτεί στα σχοινιά είναι αβάσιμες. Στην Αλγερία, τη δεκαετία του 1960, η πυρηνικά εξοπλισμένη Γαλλία έχασε έναν βίαιο αποικιακό πόλεμο. Η Αλγερία, όπως συχνά ξεχνάμε, δεν ήταν μια κλασική υπερπόντια αποικία, αλλά ένα πλήρως προσαρτημένο τμήμα της μητρικής Γαλλίας και έδρα 1,6 εκατομμυρίων Ευρωπαίων εποίκων.
Οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες – που οι υπερδυνάμεις αυτές δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν μέσω πυρηνικής κλιμάκωσης. Και η Κίνα έχασε έναν πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ, τον οποίο δεν άφησε να κλιμακωθεί – ακριβώς όπως δεν το έκαναν οι ΗΠΑ, όπως και οι Σοβιετικοί πριν από αυτές, όταν και ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μια πυρηνική δύναμη υπέστη μια συγκλονιστική ήττα από έναν πολύ μικρότερο, μη πυρηνικό εχθρό – και δεν πάτησε το κόκκινο κουμπί.
Σήμερα, εννέα χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα, και η πλειονότητα αυτών διεξάγει ή έχει διεξαγάγει πολέμους εναντίον μη πυρηνικών κρατών. Γιατί αυτά τα πυρηνικά κράτη, από τότε που οι ΗΠΑ έριξαν πυρηνικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945, δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ όπλα μαζικής καταστροφής για να επιτύχουν τους πολεμικούς τους στόχους; Γιατί δεν έχουν καν απειλήσει πειστικά να τα χρησιμοποιήσουν – αν εξαιρέσουμε τις προπαγανδιστικές απειλές της Ρωσίας ήδη από το 2014;
Παράλληλα με την ανάπτυξη και τη διάδοση των ατομικών όπλων από το 1945, έχει εξελιχθεί και η παγκόσμια αντίληψη και άποψη για αυτά τα όπλα. Ως αποτέλεσμα των έντονων διεθνών συζητήσεων σχετικά με τις παγκόσμιες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου και ενός πυρηνικού χειμώνα, έχει αναπτυχθεί ένα άτυπο παγκόσμιο ταμπού κατά της χρήσης ατομικών κεφαλών. Βεβαίως, τα πυρηνικά όπλα συνεχίζουν να διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στον σχεδιασμό της εθνικής ασφάλειας πολλών χωρών – ως αποτρεπτικός παράγοντας και ως το απόλυτο μέσο εθνικής άμυνας σε περίπτωση υπαρξιακού, ολοκληρωτικού πολέμου. Ταυτόχρονα, η στρατηγική ματαιότητα και η ηθική ανευθυνότητα της χρήσης πυρηνικών όπλων με σκοπό την εξωτερική επέμβαση αναγνωρίζονται πλέον ευρέως.
Η εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα αυτού του ταμπού έγινε τόσο ισχυρή, ώστε ορισμένα κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν επιτεθεί ακόμη και σε πυρηνικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, το 1973, η Αίγυπτος και η Συρία –καμία από τις οποίες δεν διέθετε πυρηνικά όπλα– επιτέθηκαν στο Ισραήλ, παρόλο που ήταν γνωστό ότι το Ισραήλ διέθετε ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο εκείνη την εποχή. Το 1982, η μη πυρηνική Αργεντινή μπήκε σε πόλεμο με την πυρηνική δύναμη της Βρετανίας για τα νησιά Φόκλαντ.
Η ιστορία της περιφρόνησης της Ουκρανίας έναντι της πυρηνικής επιλογής της Ρωσίας είναι κάπως διαφορετική. Από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας με την εισβολή στην Κριμαία τον Φεβρουάριο του 2014, αξιωματούχοι στη Μόσχα έχουν απειλήσει επανειλημμένα και με τρόπο που μόλις και μετά βίας καλύπτεται από τα προσχήματα, να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα. Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής το 2022, αυτές οι προσπάθειες εκφοβισμού δεν έχουν γίνει μόνο πιο έντονες και συχνές. Το 2024, η Ρωσία άλλαξε επιδεικτικά το πυρηνικό της δόγμα, για να μειώσει το επίσημο όριο πυρηνικής κλιμάκωσης.
Η αποκαλυπτική ρητορική της Μόσχας από το 2014 έχει προκαλέσει εντύπωση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μαζί με άλλους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη διστακτικότητα της Δύσης να υποστηρίξει την Ουκρανία, είχαν αντίκτυπο οι καλυμμένες μεν αλλά σαφώς κατανοητές πυρηνικές απειλές του Κρεμλίνου. Οι δυτικές κυβερνήσεις παρείχαν όπλα στην Ουκρανία μόνο με μεγάλη απροθυμία, σημαντική καθυστέρηση, σε περιορισμένες ποσότητες και με πολυάριθμους περιορισμούς στη χρήση τους.
Στην ίδια την Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, τα πολλά πυρηνικά μηνύματα της Ρωσίας πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητα. Το Κίεβο έχει υπερβεί, και συνεχώς υπερβαίνει, τις υποτιθέμενες «κόκκινες γραμμές» της Μόσχας. Για παράδειγμα, το 2024 πραγματοποιήθηκε στην Περιφέρεια Κουρσκ η πρώτη χερσαία εισβολή σε νόμιμο ρωσικό έδαφος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησαν μεγάλης κλίμακας επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, καθώς και μια ολοένα και πιο συστηματική καταστροφή στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ορισμένες από τις επιθέσεις εναντίον νόμιμου ρωσικού εθνικού εδάφους πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση δυτικών όπλων, όπως οι βρετανικοί πύραυλοι Κρουζ «Storm Shadow».
Αυτές οι επιδρομές αμφισβητούν το νέο πυρηνικό δόγμα της Ρωσίας, η οποία πλέον προσανατολίζεται προς χαμηλότερα όρια. Το 2024, ο Πούτιν δήλωσε: «Θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο [πυρηνικών αντιποίνων] όταν λάβουμε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με μαζική εκτόξευση αεροπορικών και διαστημικών μέσων επίθεσης και τη διέλευσή τους πέρα από τα κρατικά μας σύνορα». Ωστόσο, το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει –και συνεχίζει να πραγματοποιεί– ολοένα και πιο μαζικές επιχειρήσεις με drones εντός της Ρωσίας. Αγνοεί τόσο το επίσημο πυρηνικό δόγμα του Κρεμλίνου όσο και τις τρομακτικές προειδοποιήσεις των προπαγανδιστών του.
Η επιθετική αυτοάμυνα της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής ότι δεν αποτελεί απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, παρά το υψηλό επίπεδο λεκτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία. Η στρατηγική του Κιέβου βασίζεται σε πιο ορθολογικές εκτιμήσεις από τον αυθόρμητο φόβο της Δύσης για μια ρωσική πυρηνική επίθεση. Δεδομένης της ακραίας ουκρανοφοβίας του Κρεμλίνου, το Κίεβο δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση ότι ηθικές αντιλήψεις, αναστολές, ενδοιασμοί και επιφυλάξεις θα εμπόδιζαν τη Μόσχα να παραβιάσει το πυρηνικό ταμπού. Ωστόσο, η Μόσχα θα αντιμετώπιζε σημαντικούς κινδύνους εάν εξαπέλυε πυρηνικές επιθέσεις για να εξασφαλίσει παράνομα κατακτηθέν ξένο έδαφος – και όχι για να υπερασπιστεί τη δική της πατρίδα από ξένη επέκταση.
Για τον Πούτιν και τον στενό του κύκλο, οι σωρευτικές επιπτώσεις μιας άνευ προηγουμένου παραβίασης του διεθνούς δικαίου –καθώς και των άτυπων κανόνων, προτύπων και εθίμων των διεθνών σχέσεων– που θα προκύψουν από τη χρήση πυρηνικών όπλων είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Σε αυτούς τους ανυπολόγιστους κινδύνους προστίθεται μια προβλέψιμη απώλεια φήμης: μια ρωσική πυρηνική κλιμάκωση θα θεωρηθεί από πολλούς παρατηρητές όχι ως ένδειξη δύναμης, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Θα αποδείκνυε ότι μια μεγάλη δύναμη με τεράστια εδαφική έκταση είναι ανίκανη να επικρατήσει με συμβατικά μέσα έναντι μιας πολύ μικρότερης, μη πυρηνικής μεσαίας δύναμης.
Το καθαρό ισοζύγιο των στρατηγικών κερδών και απωλειών για τη Μόσχα, το οποίο θα προκύψει από την έκρηξη μιας ή περισσότερων ατομικών κεφαλών στην Ουκρανία, θα είναι απρόβλεπτο. Εκτός αν το Κίεβο παραδοθεί πλήρως, η Μόσχα είναι πιθανό να χάσει περισσότερα –ίσως πολύ περισσότερα– από όσα θα κερδίσει από μια τέτοια κλιμάκωση. Δεδομένης της ανθεκτικότητας που έχει επιδείξει ώς τώρα η Ουκρανία, η χώρα δεν θα παραδοθεί απλά, ακόμη και ως απάντηση σε πυρηνική επίθεση. Ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων πολλών μη δυτικών χωρών, από την άλλη πλευρά, θα συγκλονιστεί από την παραβίαση του πυρηνικού ταμπού από τη Ρωσία, γεγονός που θα ωθήσει πολλές χώρες να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα.
Σε αντίθεση με τα απρόβλεπτα αποτελέσματα μιας πυρηνικής κλιμάκωσης, η Μόσχα έχει σημειώσει σημαντική επιτυχία με τις λεκτικές απειλές της για μια τέτοια κλιμάκωση. Αν και οι Ουκρανοί έχουν αγνοήσει τέτοιες στάσεις, οι πυρηνικές δηλώσεις και νύξεις της Ρωσίας έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στο Κίεβο, καθώς οι αναστατωμένες δυτικές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει τη βοήθειά τους ως αντίδραση στη ρητορική του Κρεμλίνου και συνεχίζουν να το κάνουν. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι πυρηνικές απειλές της Μόσχας συχνά κορυφώνονταν όταν η Δύση συζητούσε νέες παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία.
Παραδόξως, μια πραγματική πυρηνική κλιμάκωση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας θα μπορούσε να εξελιχθεί σύμφωνα με ένα σενάριο αρκετά διαφορετικό από αυτό που φοβούνται πολλοί στη Δύση. Η Μαριάνα Μπουντζέριν, ειδική στην ιστορία των πυρηνικών όπλων και του αφοπλισμού στο ΜΙΤ, υποστήριξε το 2024, στο φημισμένο Bulletin of the Atomic Scientists, ότι το Κρεμλίνο ενδέχεται να αισθανθεί την αυτοπεποίθηση να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα όχι για να αποτρέψει την ταπείνωση στην Ουκρανία, αλλά, αντίθετα, όταν ήδη κατέχει στρατιωτικό πλεονέκτημα. Όπως ακριβώς οι προωθούμενες αμερικανικές δυνάμεις αποφάσισαν το 1945 να ρίξουν ατομικές βόμβες σε μια σχεδόν ηττημένη Ιαπωνία, έτσι και η Μόσχα θα μπορούσε να καταφύγει σε πυρηνικά όπλα για να μετατρέψει μια κατάσταση στο πεδίο της μάχης που είναι ήδη ευνοϊκή για τη Ρωσία σε μια ταχεία και ολοκληρωτική νίκη.
Αν η Ρωσία παραβίαζε το ταμπού κατά της χρήσης πυρηνικών όπλων σε ένα τέτοιο σενάριο, θα αντιμετώπιζε, ομολογουμένως, και τις παγκόσμιες πολιτικές επιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. «Αλλά αυτά τα κόστη», υποστήριξε η Μπουντζέριν, «θα μπορούσαν να μετριαστούν και να ελεγχθούν καλύτερα από μια νικήτρια παρά από μια ηττημένη Ρωσία». Οι δυτικές χώρες, έγραψε η Μπουντζέριν το 2024, ενδέχεται να διστάσουν να επιβάλουν σοβαρά στρατιωτικά κόστη στη Ρωσία αν η Ουκρανία φαινόταν ούτως ή άλλως χαμένη υπόθεση. «Η κατακραυγή από την Κίνα θα έχει μικρότερη σημασία για μια Ρωσία που κέρδισε τον πόλεμό της στην Ευρώπη», συνέχισε. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, «η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει εντύπωση στις πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και θα επιτρέψει στη Ρωσία να διαμορφώσει την ευρύτερη μεταπολεμική ρύθμιση στην Ευρώπη προς όφελός της».
Ωστόσο, τόσο το δέος της Δύσης απέναντι στη Ρωσία ως πυρηνική υπερδύναμη όσο και ο φόβος της για μια ρωσική πυρηνική αντίδραση σε περίπτωση ήττας στην Ουκρανία βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις. Κατά τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες, κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν χάσει επανειλημμένα επεμβατικούς/επεκτατικούς πολέμους και έχουν μάλιστα δεχτεί επιθέσεις από χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά. Εάν μια πυρηνική κλιμάκωση –σε περίπτωση αποτυχίας του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία– είναι πράγματι πιθανή ή ακόμη και αναπόφευκτη, γιατί δεν έχει υλοποιηθεί ένα παρόμοιο σενάριο σε προηγούμενη περίπτωση όπου μια επεκτατική δύναμη είχε στριμωχθεί στρατιωτικά από το θύμα της εισβολής της; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ίδια η Ρωσία θα έπρεπε να είχε αρχίσει να ανεβαίνει τη σκάλα της πυρηνικής κλιμάκωσης ήδη από το 2022 – αντί να περιορίζεται απλώς σε συζητήσεις για τη χρήση ατομικών όπλων.
Οι αποφάσεις σχετικά με το εύρος, τη φύση και τη διάρκεια της στήριξης προς την Ουκρανία δεν πρέπει να καθοδηγούνται από αόριστο φόβο και στρατηγική μυωπία. Πρέπει να διαμορφώνονται από την ανησυχία για το θύμα μιας εγκληματικής επιθετικότητας, την αλληλεγγύη μεταξύ των δημοκρατικών εθνών και ένα θεμελιώδες συμφέρον για τη διατήρηση των θεμελίων της διεθνούς τάξης. Η Μόσχα μπορεί να μην έχει ηθικούς ενδοιασμούς για την πυροδότηση μιας ατομικής κεφαλής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων 80 ετών υποδηλώνει ότι μια τέτοια κλιμάκωση είναι απίθανη. Στο βαθμό που το Κρεμλίνο εκτιμά ότι η αντίδραση του κόσμου σε μια ρωσική πυρηνική περιπέτεια θα είναι αποφασιστική και θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, η Μόσχα θα συνεχίσει να αποφεύγει να εισέλθει σε μια τέτοια αβέβαιη πορεία.
*Η Mariana Budjeryn (ΜΙΤ) και η Polina Sinovets (Κέντρο της Οδησσού για τη Μη Διάδοση) παραχώρησαν ευγενικά χρήσιμα σχόλια σε ένα προηγούμενο προσχέδιο του παρόντος κειμένου, ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τυχόν εναπομένουσες ανακρίβειες. Μια διαφορετική έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Foreign Policy.
μετάφραση: Βασίλης Α. Μπογιατζής
Θα περιγράψω τα γεγονότα όπως τα έζησα. Το απόγευμα της 21ης Αυγούστου 2026, ασθενής 57 ετών αισθανόμενος αναφερόμενη αδιαθεσία προ τριημέρου, προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) μεγάλου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. Δυσανασχετώντας με την άνω της μιας ώρας αναμονή, εισέβαλε στο καρδιολογικό ιατρείο υβρίζοντας νοσηλευτές και γιατρούς, προπηλακίζοντας, ρίχνοντας στο δάπεδο τον εφημερεύοντα καρδιολόγο επιχειρώντας να τον γρονθοκοπήσει. Στο χώρο των ΤΕΠ επικράτησε πανδαιμόνιο, η εύρυθμη λειτουργία σταμάτησε. Δυο ψύχραιμοι και χειροδύναμοι συνάδελφοι υγειονομικοί παρενέβησαν και, γνωρίζοντας τον τρόπο, ακινητοποίησαν τον μαινόμενο δράστη. Οι αρχές προσήλθαν και με τη συνδρομή τους οι, προηγουμένως προπηλακισθέντες, θεράποντες ολοκλήρωσαν τις κλινικές, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις του δράστη. Μετά το πέρας αυτών, οι αστυνομικές αρχές έπραξαν τα νενομισμένα.
Αν δούμε το θέμα της βίας κατά των υγειονομικών από μια κάποια απόσταση θα καταλάβουμε ότι το κίνητρο σχεδόν ποτέ δεν είναι η αγανάκτηση για την πολύωρη αναμονή. Αυτή είναι πάντα η αφορμή. Η αιτία είναι ένα νοσηρό ταξικό μίσος, ένας πληγωμένος εγωισμός που πασχίζει να βρει διέξοδο. Ένα παράλογο σύνδρομο κατωτερότητας σε συνδυασμό με διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Πάνω στην οργή της βίας, ο δράστης θεωρεί εαυτόν επαναστάτη που στρέφεται κατά της κοινωνικής ιεραρχίας που αυτός έχει πλάσει στο μυαλό του και που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Αισθάνεται πανίσχυρος υπεράνω κοινωνικών συμβάσεων που μπορεί να προπηλακίσει μια νοσηλεύτρια και να ρίξει στο πάτωμα έναν γιατρό…
Αυτό που περιγράφω δεν είναι μια μεμονωμένη ψυχοπαθολογία. Είναι μια περιθωριακή νοοτροπία ενός, όλο και αυξανόμενου, μέρους της κοινωνίας μας. Οι δράστες τέτοιων περιστατικών βλέπουν την ασυδοσία ως δικαίωμα που τους εξασφαλίζει το δρόμο προς την –όποια αυτοί νομίζουν– καθιέρωση.
Μέσα στις εξαντλητικές βάρδιες μας, όσοι δουλεύουμε στο σύστημα υγείας έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι αυτούς. Και τα περιστατικά βίας κατά των υγειονομικών ανά την Ελλάδα όλο και πληθαίνουν.
Γι’ αυτό προτείνουμε και ζητάμε την καθιέρωση ειδικού «Panic Button», αντίστοιχου με αυτό που έχουν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα βρίσκεται σε χρήση από τον υπεύθυνο βάρδιας προς άμεση κλήτευση των αστυνομικών αρχών όταν παραστεί ανάγκη.