Σύνδεση συνδρομητών

Γνώμες

Αλέκος Παπαδάτος / The Books’ Journal

Τρία χρόνια μετά, η 7η Οκτωβρίου κινδυνεύει ήδη να υποστεί εκείνο που παθαίνουν συχνά τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα: να αποκοπεί από όσα προηγήθηκαν και να διαλυθεί μέσα σε όσα ακολούθησαν. Η σφαγή να χαθεί πίσω από τον πόλεμο στη Γάζα, οι όμηροι πίσω από τις διαπραγματεύσεις, οι νεκροί πίσω από τους αριθμούς των επόμενων μηνών. Κι έτσι, ένα γεγονός που θα έπρεπε να αποτελεί αφετηρία κατανόησης μετατρέπεται σταδιακά σε μία ακόμη ημερομηνία μέσα στον ατελείωτο κατάλογο της Μέσης Ανατολής.

Όμως η 7η Οκτωβρίου 2023 δεν ήταν άλλη μία ημέρα του ισραηλινοπαλαιστινιακού πολέμου. Το πρωί εκείνο, ένοπλοι της Χαμάς και άλλων οργανώσεων πέρασαν τα σύνορα από τη Γάζα και εισέβαλαν σε ισραηλινές κοινότητες. Μπήκαν σε σπίτια, επιτέθηκαν σε κιμπούτς, δολοφόνησαν ανθρώπους στο μουσικό φεστιβάλ Nova, άρπαξαν γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους και στρατιώτες και τους οδήγησαν στη Γάζα. Περίπου 1.200 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 251 απήχθησαν. Ήταν η μεγαλύτερη μαζική δολοφονία Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα.

Δεν χρειάζεται καμία υπερβολή για να περιγραφεί αυτό που συνέβη. Αντιθέτως, όσο περισσότερο απαλλάσσεται η αφήγηση από τις ανεπιβεβαίωτες ιστορίες που κυκλοφόρησαν τις πρώτες ημέρες, τόσο καθαρότερη μένει η πραγματικότητα: εκ προθέσεως δολοφονίες αμάχων, απαγωγές, βασανισμοί, σεξουαλική βία, δημόσια διαπόμπευση νεκρών. Τα γεγονότα αρκούν.

Και υπάρχει ένα στοιχείο που δεν επιδέχεται υπεκφυγές. Στις 7 Οκτωβρίου 2023 δεν υπήρχαν ισραηλινοί οικισμοί μέσα στη Γάζα. Το Ισραήλ είχε αποχωρήσει από τη Λωρίδα το 2005, απομακρύνοντας στρατό και εποίκους. Οι άνθρωποι που δολοφονήθηκαν εκείνο το πρωί βρίσκονταν μέσα στο Ισραήλ, στα σπίτια τους, στους δρόμους τους, σε ένα φεστιβάλ μουσικής.

Η επίκληση της «κατοχής» δεν εξηγεί ούτε δικαιολογεί τίποτε από αυτά. Πολύ περισσότερο όταν η άρνηση της ύπαρξης εβραϊκού κράτους είναι παλαιότερη από το 1967, παλαιότερη από τους σημερινούς εποικισμούς και παλαιότερη από όλα όσα επιστρατεύονται σήμερα ως εκ των υστέρων αιτιολογία της σφαγής.

Το 1947 ο ΟΗΕ πρότεινε τη δημιουργία δύο κρατών, ενός εβραϊκού και ενός αραβικού. Η εβραϊκή πλευρά αποδέχθηκε τη διχοτόμηση. Η αραβική την απέρριψε. Στις 14 Μαΐου 1948 ανακηρύχθηκε το κράτος του Ισραήλ και την επομένη εισέβαλαν αραβικοί στρατοί. Τότε δεν υπήρχαν «κατεχόμενα του 1967», ούτε εποικισμοί στη Δυτική Όχθη, ούτε αποκλεισμός της Γάζας. Υπήρχε ήδη όμως το θεμελιώδες ερώτημα: θα γινόταν αποδεκτή ή όχι η ύπαρξη ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή;

Το ίδιο ερώτημα επανήλθε με διαφορετικές μορφές σε ολόκληρη τη μεταπολεμική ιστορία. Το 1967 ακολούθησαν τα περίφημα «τρία όχι» του Χαρτούμ: καμία ειρήνη, καμία αναγνώριση, καμία διαπραγμάτευση με το Ισραήλ. Αργότερα ήρθαν το Όσλο, το Καμπ Ντέιβιντ, νέες προτάσεις και νέες αποτυχίες. Το 2005 το Ισραήλ αποχώρησε από τη Γάζα. Το 2007 η Χαμάς κατέλαβε βίαια την εξουσία, εξουδετερώνοντας τη Φατάχ, και μετέτρεψε σταδιακά τη Λωρίδα σε στρατιωτικοποιημένο θύλακα.

Από εκεί αρχίζει ο άμεσος δρόμος προς την 7η Οκτωβρίου.

Κάτω από τα πόδια ενός πληθυσμού που εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή βοήθεια δημιουργήθηκε ένα τεράστιο υπόγειο δίκτυο στρατιωτικών σηράγγων, το οποίο η ίδια η Χαμάς ισχυρίστηκε ότι έφθανε περίπου τα 500 χιλιόμετρα. Παράλληλα οργανώθηκε ένα σύνθετο σύστημα χρηματοδότησης, φορολόγησης, εξωτερικών ενισχύσεων και στρατιωτικής υποστήριξης. Το Ιράν παρείχε χρήματα, όπλα, εκπαίδευση και τεχνογνωσία. Το Κατάρ φιλοξενούσε επί χρόνια την πολιτική ηγεσία της οργάνωσης. Η Τουρκία διατηρούσε ανοικτούς διαύλους μαζί της.

Η 7η Οκτωβρίου απέδειξε επίσης πόσο λανθασμένο ήταν να αντιμετωπίζεται η Χαμάς ως ένας απομονωμένος τοπικός παλαιστινιακός παράγων. Μία ημέρα μετά τη σφαγή άνοιξε το μέτωπο του Λιβάνου με τη Χεζμπολάχ. Ακολούθησαν οι Χούθι από την Υεμένη, φιλοϊρανικές οργανώσεις από το Ιράκ και τη Συρία και τελικά το ίδιο το Ιράν. Η Γάζα ήταν η θρυαλλίδα μιας πολύ ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.

Η ακολουθία των γεγονότων είναι σαφής και έχει σημασία να παραμείνει σαφής. Στις 7 Οκτωβρίου, η Χαμάς εισέβαλε στο Ισραήλ, δολοφόνησε περίπου 1.200 ανθρώπους και απήγαγε 251. Ο πόλεμος που ακολούθησε ήταν η απάντηση σε αυτή την επίθεση. Η 8η Οκτωβρίου δεν προηγήθηκε της 7ης.

Κι όμως, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, μεγάλο μέρος της διεθνούς συζήτησης κατάφερε να μετακινήσει σχεδόν ολοκληρωτικά το σημείο αφετηρίας. Η σφαγή πέρασε στο βάθος, οι όμηροι έγιναν υποσημείωση και το Ισραήλ βρέθηκε να απολογείται επειδή αντέδρασε σε μια επίθεση που κανένα κυρίαρχο κράτος δεν θα μπορούσε να αφήσει αναπάντητη.

Και εδώ αποκαλύφθηκε ίσως η θλιβερότερη πλευρά της Δύσης: η υποκρισία της. Ένα ετερόκλητο μέτωπο άκρας Δεξιάς και άκρας Αριστεράς, με τον αντισημιτισμό να λειτουργεί ως κοινός παρονομαστής, κατόρθωσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να αντιστρέψει τους ρόλους. Το δημοκρατικό κράτος που δέχθηκε τη μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα βρέθηκε στο εδώλιο, ενώ η τρομοκρατική οργάνωση που εισέβαλε σε σπίτια, δολοφόνησε αμάχους και άρπαξε ομήρους απέκτησε σε τμήμα του δυτικού δημόσιου λόγου το φωτοστέφανο της «αντίστασης».

Δεν επρόκειτο απλώς για μετατόπιση της συζήτησης. Ήταν μετάθεση ευθύνης. Ο θύτης άρχισε να εξαφανίζεται πίσω από τις συνέπειες του εγκλήματός του και το Ισραήλ να εγκαλείται επειδή υπερασπίστηκε την ύπαρξή του. Πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης, πολιτικές ελίτ και οργανώσεις που επικαλούνται με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια τα ανθρώπινα δικαιώματα ανακάλυψαν ξαφνικά πλήθος ελαφρυντικών για εκείνους που τα καταπάτησαν με τον πιο ωμό τρόπο.

Και πίσω από την ηθική αυτή σύγχυση βρίσκεται συχνά κάτι ακόμη λιγότερο ευγενές: το συμφέρον. Η Δύση που διακηρύσσει τις αξίες της δεν έπαψε ποτέ να συναλλάσσεται με καθεστώτα που χρηματοδοτούν, φιλοξενούν ή πολιτικά προστατεύουν οργανώσεις εχθρικές προς το Ισραήλ. Τα πετροδολάρια, οι επενδύσεις, οι ενεργειακές εξαρτήσεις και οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί αποδείχθηκαν πολλές φορές ισχυρότεροι από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί δημοκρατίας και ελευθερίας.

Αυτό ακριβώς δεν πρέπει να επιτρέψει η επέτειος της 7ης Οκτωβρίου: τη διαγραφή της αιτίας μέσα στις συνέπειές της. Το Ισραήλ δεν ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να ανοίξει έναν πόλεμο στη Γάζα. Είχε προηγηθεί μια σχεδιασμένη επίθεση στην επικράτειά του, μια μαζική σφαγή και η αρπαγή εκατοντάδων ανθρώπων. Αν αυτή η ακολουθία χαθεί, δεν παραποιείται απλώς μια ημερομηνία. Παραποιείται η ίδια η ιστορία.

Ίσως γι’ αυτό η 7η Οκτωβρίου αφορά τελικά κάτι περισσότερο από την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση. Αφορά τη μνήμη και την ευκολία με την οποία οι κοινωνίες επιλέγουν τι θα θυμούνται όταν τα γεγονότα δυσκολεύουν τις ιδεολογικές τους βεβαιότητες.

Για το Ισραήλ, πάντως, εκείνο το πρωί επέστρεψε ένα ερώτημα που συνοδεύει την ιστορία του από την πρώτη ημέρα της ύπαρξής του. Όχι πού ακριβώς θα χαραχθούν τα σύνορα ούτε ποιος θα κυβερνήσει ποιο έδαφος. Ένα ερώτημα πολύ πιο στοιχειώδες: αν οι Εβραίοι δικαιούνται τελικά να έχουν ένα κράτος στο οποίο να μπορούν να ζουν χωρίς να χρειάζεται κάθε γενιά να αποδεικνύει με τα όπλα το δικαίωμά της να υπάρχει.

 

06 Οκτωβρίου 2026
IDF

Η επιστροφή στη Δύση του αντισιωνισμού μαζί με ένα εξισλαμισμένο μίσος εναντίον της 

Εδώ και περίπου σαράντα χρόνια, ο Vladimir Jankélévitch είχε γράψει:

«Ο αντισιωνισμός» προσφέρει επιτέλους στο σύνολο των συμπολιτών μας τη δυνατότητα να είναι αντισημίτες, παραμένοντας δημοκράτες. Τι ανέλπιστη τύχη! Αυτή η ευχαρίστηση δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο της Δεξιάς[1].

Στις μέρες μας, σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, παράλληλα με πλήθος εκδηλώσεων μίσους εναντίον των Εβραίων, αντηχεί το γνωστό σύνθημα «From the River to the sea». Το εν λόγω σύνθημα θυμίζει το ναζιστικό Judenrein, εφόσον σημαίνει ότι, από τον Ιορδάνη ποταμό έως τη Μεσόγειο, η Παλαιστίνη θα είναι απαλλαγμένη από τους Εβραίους. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται επί της ουσίας για αίτημα εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά για αγωνιστικό πρόταγμα εκκαθάρισης της περιοχής από το εβραϊκό στοιχείο[2]. Αυτή η έκρηξη της Ιουδαιοφοβίας, με πρόσχημα τον αμυντικό πόλεμο στον οποίο εξωθήθηκε το Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου, καλλωπίζεται με τη χρήση του όρου «αντισιωνισμός». Μετά την ίδρυση του Ισραήλ και τις νίκες του εναντίον των Αράβων, ο ιδεολογικο-πολιτικός χαρακτήρας του αντισιωνισμού, όσον αφορά την προέλευσή του, απαλλάσσοντάς τον από το στίγμα του ρατσισμού, του επέτρεψε να λειτουργήσει ως ψιμύθιο του αντισημιτισμού. Δηλωτικός πλέον της εναντίωσης στην ύπαρξη του συγκεκριμένου κράτους, ο αντισιωνισμός, στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, δανείσθηκε τον εξολοθρευτικό χαρακτήρα που είχε ο δαρβινικός αντισημιτισμός.

Θέτοντας στην υπηρεσία του τα αντι-εβραϊκά, στερεότυπα, ο αντισιωνισμός δεν περιορίζεται σε μια κριτική των πολιτικών που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις του Ισραήλ, οι οποίες είναι θεμιτό να ασκούνται και από μερίδα των πολιτών αυτού του κράτους. Αντίθετα, αξιοποιώντας στο έπακρο τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών[3], επαναφέρει τη φαντασίωση περί της εβραϊκής libido dominandi. Ανεξαρτήτως της υπηκοότητάς τους, ως παγκόσμιοι σιωνιστές, μέλη μιας κακοποιού ολότητας που ελέγχει τα κέντρα εξουσίας στη Δύση, οι Εβραίοι, στο αντισιωνιστικό αφήγημα, δαιμονοποιούνται.

Ο αριστερός αντισημιτισμός

Με όχημα το Παλαιστινιακό, η αντικατάσταση του ακροδεξιού αντισημιτισμού από τον απο-φυλετικοποιημένο αντισιωνισμό κατέστησε την άκρα Αριστερά συνοδοιπόρο του γενοκτονικού ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Αυτός ο «νεο-αντισημιτισμός»[4], αφισάροντας την πλέον ευγενή μορφή ανθρωπισμού και αντιρατσιστικών αισθημάτων, λειτούργησε ως ο νέος μοχλός βίαιης εξέγερσης των κατατρεγμένων ενάντια στα όσα αντιπροσωπεύει η ένοχη δυτική τάξη πραγμάτων.

Το αποτέλεσμα αυτού του νέου επαναστατικού προτάγματος ήταν η εμφάνιση ενός ρατσισμού, το ίδιο επικίνδυνου με εκείνον που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο τωρινός ρατσισμός, αντλώντας τα διαπιστευτήριά του από την ευγενή εναντίωση στα δεινά που προξένησε στην υπόλοιπη ανθρωπότητα η αποικιοκρατική ρατσιστική Δύση –στην οποία ανήκει το Ισραήλ, ανήκουν και οι Εβραίοι εν γένει–, πλασάρεται ως αντι-ρατσισμός. Οι όροι αντιστρέφονται, δεδομένου ότι ρατσισμός πλέον θεωρείται ο αγώνας κατά των διακρίσεων στο όνομα της οικουμενικότητας. Αντίθετα, ο «γνήσιος» αντιρατσισμός υποστηρίζει το διαμελισμό της κοινωνίας σε πολιτισμικές και θρησκευτικές κοινότητες και, εν γένει, στις στεγανοποιημένες (δι-)εκδικητικές μειονότητες. Εκφράζοντας την εναντίωση στην ιμπεριαλιστική λευκότητα, ο εξ αριστερών αντισιωνισμός, ο οποίος σήμερα έχει τον πρώτο λόγο, βρήκε πρόσφορο έδαφος στο αντιδυτικιστικό, μετααποικιακό, αποικιοαποδομητικό κίνημα που ξεπήδησε από το διανοητικό ρεύμα του μεταμοντερνισμού[5]. Χέρι χέρι με τον νέο αντιρατσισμό, ο «αντισημιτοσιωνισμός»[6], προσάρμοσε, θα λέγαμε, τη σοβιετική ρητορική, ενάντια στο ιμπεριαλιστικό Ισραήλ και τους πλουτοκράτες σιωνιστές οι οποίοι διαφεντεύουν την Αμερική, στη woke εκδοχή της πάλης μεταξύ καταπιεστών και καταπιεσμένων.

Ως πολεμική in actu, η αποδόμηση, με κεντρικό της γνώρισμα την «εσπεροφοβία», δεν αρκέσθηκε στην κριτική ενάντια στα κακώς κείμενα, η οποία και αποτελεί το αποκλειστικό προνόμιο ενός πολιτισμού που δεν σταμάτησε να εξετάζει τις καθοδηγητικές αρχές του και τα πεπραγμένα του. Πηγαίνοντας πολύ πιο πέρα και με πυξίδα τη θυματοποίηση, επιδόθηκε στη μηδενιστική όσο και αυτάρεσκη καταδίκη όλης της συγκεκριμένης πολιτισμικής παράδοσης.

Έτσι, ανήγαγε τον Λόγο σε ιδεολόγημα και αντικατέστησε την αλήθεια με έναν άνευ όρων προοπτικισμό, σύμφωνα με τον οποίο η γεγονική αλήθεια παύει να αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο διαμορφώνονται οι απόψεις. Εξ αυτού, στο όνομα της μετα-αλήθειας, η έννοια της παραπληροφόρησης χάνει το νόημά της, ενώ η ορθότητα μιας άποψης δεν κρίνεται από τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν, αλλά με βάση την απροϋπόθετη λατρεία της θυματοποιημένης διαφορετικότητας και τις συναισθηματικές εξάρσεις που γεννά. Η ανενδοίαστη παράβλεψη ή διαστρέβλωση των ιστορικών συμβάντων και η άκριτη υιοθέτηση της ισλαμιστικής προπαγάνδας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στο ίδιο πλαίσιο, οι επιστημονικές αλήθειες αντιμετωπίζονται ως αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες στοχεύουν να συντηρούν τις αόρατες εξουσιαστικές μορφές καταπίεσης που δομούν την κοινωνία. Η απαξίωση της γνώσης ως κοινωνικής κατασκευής οδηγεί στην ενθρόνιση της συνωμοσιολογίας. Αναγόμενη η τελευταία σε έγκυρο τρόπο εξήγησης της ιστορικο-κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας, επιτρέπει, όπως συμβαίνει στα παραμύθια, την αδιαφορία για την αρχή της αντίφασης. Έτσι, η αντιρατσιστική, πράγματι, εναντίωση στην ιδέα της φυλής ως φορέα ψυχοπνευματικών γνωρισμάτων συνυπάρχει εδώ με μια άνευ ορίων φυλετικοποίηση, εφόσον η αντι-αποικιοκρατική καταγγελτική θεώρηση των πραγμάτων κάνει λόγο για «λευκή επιστήμη», «λευκή κουλτούρα», «λευκό άνδρα» κ.ο.κ. Μάλιστα, η «ιερή αγανάκτηση» ενάντια στη λευκότητα αναδείχθηκε το μόνο έγκυρο κριτήριο αξιολογικής διάκρισης των απόψεων.

Προς μεγάλη, λοιπόν, χαρά του Καρλ Σμιτ, η επαγγελλόμενη από τα παραπάνω πολιτική έχει προσλάβει τον χαρακτήρα της υπαρξιακής διάκρισης μεταξύ φίλου και εχθρού. Μέσω της υπαγωγής της πολιτικής των ταυτοτήτων σε έναν ουσιοποιητικό μανιχαϊσμό, αυτή η διάκριση ανάγεται τώρα στο διαχωρισμό των καλών ταυτοτήτων από τις κακές. Πρόκειται για την ηθικιστική μετάλλαξη του εχθρού σε φυλετικοποιημένο θύτη και του φίλου στα πολλαπλού είδους θύματά του. Έτσι, «πολλοί στην ‟αφυπνισμένη” Αριστερά υποβαθμίζουν το Ολοκαύτωμα, αποκαλώντας το “έγκλημα λευκών εις βάρος λευκών”» και δηλώνοντας ότι «τέτοιου είδους εγκλήματα δεν έχουν σημασία»[7]. Στη βάση της συγκεκριμένης εννόησης της πάλης μεταξύ καταπιεσμένων και καταπιεστών, κατανοείται και η ταύτιση του Ισραήλ με το ρατσιστικό ναζιστικό κράτος.

Όσο οξύμωρο κι αν είναι, μπορούμε να μιλάμε για την ανάδυση ενός «μεροληπτικού μηδενισμού», στο μέτρο που ο τελευταίος, στη σύγχρονη εκδοχή του, υποστηρίζει ότι «όλα επιτρέπονται», υπό την προϋπόθεση ότι αναφερόμαστε στα θύματα, του ιμπεριαλιστικού «φαλλο-λογο-κεντρισμού». Η παραδοξότητα εδώ συνεχίζεται, εφόσον η «παντοδυναμία» του θύματος βασίζεται στις απολυτοποιημένες επιταγές ενός ηθικισμού ο οποίος συνυπάρχει με την αδυναμία καθολίκευσης των ηθικών αξιών.

Μίσος για τη δημοκρατική Δύση

Όλα αυτά μας τα έδειξε με ανάγλυφο τρόπο ο αχαλίνωτος αντισημιτισμός που έχει επικρατήσει μετά την 7η Οκτωβρίου στη Δύση, όπου η εβραϊκή ιδιότητα έχει, και πάλι, ιδεολογικοποιηθεί, δικαιολογώντας την απροϋπόθετη εχθρότητα απέναντι στον φορέα της. Πρόκειται για εχθρότητα παραπληρωματική με την αναγωγή των «γενοκτονικής πρόθεσης εγκλημάτων»[8] που διέπραξε η Χαμάς, σε συγγνωστές πράξεις αντίστασης. Πρόκειται για μια εχθρότητα την οποία υπάγω στον ορισμό της βαρβαρότητας, στο μέτρο που αυτός παραπέμπει στην άρνηση να αναγνωρίσεις στον άλλον ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, επομένως, να τον αντιμετωπίσεις ως συνάνθρωπο. Και εδώ αναφέρομαι στην πλήρη απουσία ευαισθησίας για τους άμαχους πολίτες που βασανίσθηκαν και σφαγιάσθηκαν βάναυσα, για τους ανηλεείς βιασμούς και ακρωτηριασμούς αθώων γυναικών, για τους ομήρους, ανάμεσά τους παιδιά και βρέφη, που [κρατήθηκαν για πολλούς μήνες] στα λαγούμια της Γάζας. Σε καμία διαδήλωση δεν ακούσθηκε το αίτημα υπέρ της επιστροφής των ομήρων, καμία φεμινιστική διαμαρτυρία δεν υπήρξε ενάντια στους βιασμούς, καμία κραυγή για κατάπαυση του πυρός δεν συμπεριελάμβανε και τη μέριμνα για την ασφάλεια του ισραηλινού λαού. Eπίσης, ουδόλως δείχνει να ενοχλεί το γεγονός ότι ως «μαχητές της ελευθερίας» νοούνται τα μέλη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που ενεργούν στο όνομα μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας[9]. Άλλωστε, βλέπουμε τους ζηλωτές των ακραία χειραφετητικών πολιτικών, παρά την άοκνη προσήλωσή τους στην αστυνόμευση ενάντια στις παντοειδείς μικρο-επιθἐσεις, να παραβλέπουν το γεγονός ότι οι επιτιθέμενοι στο Ισραήλ επιβάλλουν την κατάλυση όλων των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, ενώ καταδικάζουν τις γυναίκες σε αορατότητα, καθιστώντας τις κτήμα του εκάστοτε άρρενα κηδεμόνα τους. Αντίθετα, η οποιαδήποτε έκφραση υποστήριξης προς το Ισραήλ και αλληλεγγύης στον λαό του θεωρείται απολύτως καταδικαστέα ως φασίζουσα και ισλαμοφοβική.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αντισημιτισμός των ισλαμο-εθνικιστών Παλαιστινίων, που ναζιστικοποίησε ο Χίτλερ[10], επέστρεψε στη Δύση υπό τη μορφή ενός αντισιωνισμού αλληλένδετου με ένα εξισλαμισμένο μίσος εναντίον της. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι ο αντι-εβραϊσμός άνθησε πάντα τις εποχές αμφισβήτησης του δημοκρατικού πολιτεύματος και απαξίωσης των δημοκρατικών θεσμών. Με βάση αυτή την εμπειρία, συμφωνώ απολύτως με την Anne Rosancher, η οποία, υιοθετώντας «τη μεταφορά του καναρινιού στο ορυχείο, που το χρησιμοποιούσαν ως δείκτη της επικείμενης έκρηξης αερίου», υποστηρίζει ότι «η αναζωπύρωση του αντισημιτισμού μάς προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά στην κοινωνία μας»[11].

Η μετατροπή των πάγιων εμπειρικών γνωρισμάτων ενός ατόμου σε κριτήριο αξιολόγησής του, εν προκειμένω ως θύτη ή θύματος, και η αντιμετώπισή του με βάση την ομάδα στην οποία ανήκει, δυνάμει αυτών των γνωρισμάτων, αποτελεί την πεμπτουσία της ρατσιστικής σκέψης με ή χωρίς φυλή. Έτσι, ζούμε στην εποχή που η εβραϊκή ιδιότητα δεν συνιστά εμπειρικό γνώρισμα, ανάμεσα στα άλλα, αλλά καλεί σε εχθρικές ενέργειες εναντίον του φορέα της. Είναι επομένως σαφές ότι η επιβίωση του δημοκρατικού τρόπου ζωής και των οικουμενικών αρχών που τον διέπουν εναπόκειται στην έμπρακτη στήριξή τους. Άλλωστε, απέναντι σε αυτό το τσουνάμι του αντισημιτισμού που απειλεί με κοινωνικό αποκλεισμό τους «αντιφρονούντες», οφείλω να επισημάνω ότι, όπως είπε η Χάννα Άρεντ, η πολιτική αρετή κατεξοχήν είναι το θάρρος, άρρηκτα συνδεδεμένο με την παρρησία.


[1] Vl. Jankélévitch, L’imprescriptible. Pardonner? Dans l’honneur et la dignité, Paris, Seuil, 1986, σ. 32.

[2] Βλ. και τις δηλώσεις των στελεχών και των μελών της Χαμάς: https://www.adl.org/ resources/blog/hamas-its-own-words.

[3] P.-A. Taguieff, «Les Protocoles des sages de Sion et ‟le complot sinistre mondial”», DDV, no 693 (2024), σ. 46-50.

[4] J. Givet, La Gauche contre Israel? Essai sur le néo-antisémitisme, Jean-Jacques Pauvert, Hollande 1968, εκδ. kindle empl. 30 επ.

[5] P.-A. Taguieff, Pourquoi Déconstruire. Origines philosophiques et avatars politiques de la French Theory, Paris 2022.

[6] Fr.-O. Giesbert, «Face à l’“antisémitosionisme”. Comment je suis devenu Juif», στο Revue des deux mondes, Οκτώβριος 2020, εκδ. kindle, empl.1246 επ.

[7] D. L. Bernstein, Forward by N. Sharansky, Woke Antisemitism: How a Progressive Ideology Harms Jews, Wicked Son, 2022, εκδ. Kindle, σ. 7.

[8] M. Iacub, «Antisionisme et antisémitisme, droit et histoire», 2024, σ. 1-153 και ιδίως στη σ. 19. Προσβάσιμο: https://hal.science/ hal-04659366. 

[9] Ε. Young-Bruehl, «On the Origins of a New Totalitarianism», Social Research, vol. 69, no 2 (2002), 567-578, στη σ. 573 επ. Επίσης, Ιδ., Why Arendt Matters, New Ηeaven & London 2006, σ. 69 επ.

[10] P.-A. Taguieff, «L’islamo-dro-itisme, ça existe aussi», Le Point Débats, 02/11/2020. Προσβάσιμο: http://www.lepoint.fr/debats/taguieff-l-islamo-droitisme-ca-existeaussi-02-11-2020-2399030_2.php.

[11] Anne Rosencher, «Je préfère la ‟citoyenneté” au ‟vivre ensemble”», Le DDV, no 687/2022, σ. 24-27 και ιδίως στη σ. 26.

06 Οκτωβρίου 2026
German Federal Archives

Στην αρχή του μπεστ σέλερ του που εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2004, Ο Εβραϊκός Αιώνας (The Jewish Century), ο ιστορικός  Γιούρι Σλέζκιν (Yuri Slezkine) αναγγέλλει την ακόλουθη θέση:

Αν ο 20ός αιώνας έγινε ο Εβραϊκός Αιώνας, είναι μεταξύ άλλων επειδή η επιχείρηση που έκανε ο Χίτλερ να κάνει πράξη την αντίληψή του προκάλεσε  την καθιέρωση των ναζί ως εκπροσώπων του απόλυτου Κακού και την επανανάδυση των Εβραίων  ως οικουμενικών θυμάτων[1].

Η θέση αυτή ισοδυναμεί με μια άλλη αντίληψη, που θεωρεί ότι οι Εβραίοι επωφελήθηκαν από τη θέση του θύματος που τους προσέδωσε η διεθνής αναγνώριση της ναζιστικής γενοκτονίας των Ευρωπαίων Εβραίων. Γιατί, όπως σημειώνει ο Σλέζκιν, «η θέση του θύματος είναι ένα οικουμενικό σύμβολο αρετής»[2]. Αυτή όμως η περιγραφή που θέλει να είναι αισιόδοξη και καθησυχαστική για τον «Εβραϊκό Αιώνα» φαίνεται σήμερα ξεπερασμένη, αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων. Η αποεβραιοποίηση του νέου αιώνα που ξεκίνησε, είναι σε λειτουργία και αναδιπλασιάζεται από μία εγκληματοποίηση των Εβραίων που καθίσταται αποδεκτή από μια αντισιωνιστική προπαγάνδα της οποίας η αποτελεσματικότητα είναι αυξανόμενη, φερόμενη από τη συμπόνια για τον «παλαιστινιακό λαό», η εικόνα του οποίου είναι αυτή ενός συνόλου θυμάτων ή μαρτύρων. Αυτή η συμπόνια, ανάμεικτη με ενσυναίσθηση, παρέχει λόγους στράτευσης με διάφορους τρόπους κατά του Ισραήλ και των «σιωνιστών».

 

Από την απο-θυματοποίηση των Εβραίων στην εγκληματοποίησή τους

Οι Εβραίοι όλο και λιγότερο θεωρούνται θύματα και όλο και περισσότερο δήμιοι, μέχρι του σημείου να κατηγορούνται ως «γενοκτόνοι» με «σιωνιστικό» πρόσωπο. Έχασαν το μονοπώλιο της θέσης του θύματος που τους προστάτευε από τις εκφράσεις μίσους, μνησικακίας και από την επιθυμία εκδίκησης. Χωρίς να ξεχνάμε την κινητήρια δύναμη του φθόνου, που οφείλεται στο σχεδόν-μονοπώλιο της θέσης του θύματος μετά το 1945. Κάνοντας έναν πρώτο απολογισμό των ενδείξεων, των διαφορετικών ειδών συμπτωμάτων και των αναγγελτικών σημείων τα οποία, από την αρχή της δεκαετίας του 2000, επιτρέπουν να φανταστούμε το μέλλον των Εβραίων, υπάρχει κίνδυνος ο 21ος αιώνας να είναι ένας νέος αντιεβραϊκός αιώνας.

Αν είναι αλήθεια ότι, παλαιότερα, οι σιωνιστές μπορούσαν να ισχυρίζονται πως «η πραγματική συνταγή για την εβραϊκή τρωτότητα δεν προϋποθέτει όλος ο κόσμος να γίνει εβραϊκός, αλλά αντιθέτως οι Εβραίοι να γίνουν όπως όλος ο κόσμος»[3], τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η υπόσχεση εξομάλυνσης δεν πραγματοποιήθηκε, τουλάχιστον για τους εχθρούς τους. Οι Εβραίοι ξαναφόρεσαν ακόμα μια φορά τα σήματα της αρνητικής εξαίρεσής τους τα οποία ιστορικά τροφοδότησαν τις αντιεβραϊκές κινητοποιήσεις. Ήδη, τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο θυματικός ανταγωνισμός διεξήχθη σε βάρος της εικόνας των Εβραίων, που εξομοιώνονται με τους «σιωνιστές» και γίνονται αντικείμενο φαντασίωσης ως «αποικιοκράτες», «ιμπεριαλιστές» και «ρατσιστές». Η προστατευτική ισχύς της Σοά σιγά σιγά αποδυναμώθηκε, έπειτα έσβησε, ενώ η μνήμη της Νάκμπα δεν έπαψε να τροφοδοτεί ένα θυματικό φαντασιακό σφραγισμένο από μια βούληση εκδίκησης. Σε αυτή την διαδικασία μετατόπισης και υποκατάστασης, μπορούμε να δούμε μια απεικόνιση του γεγονότος ότι η αποικιοκρατία έγινε, μέσω της woke προπαγάνδας της επικεντρωμένης στην αποαποικιοποίηση και τη διατομεακότητα, το κεφαλαιώδες αμάρτημα στην καθημερινή πολιτική ηθική. Η αποικισμένη και, συνεπώς, «εκφυλετισμένη» Παλαιστίνη ενσαρκώνει στο εξής τον τύπο του κατεξοχήν θύματος, καταρχάς μέσα από μια «εθνοκάθαρση» που ξεκίνησε με τη Νάκμπα κι έπειτα με μια υποτιθέμενη «γενοκτονία» που διαπράττεται στη Γάζα.

Μετά την πρώτη Ιντιφάντα (που εξαπολύθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1987), μια διεθνής εκστρατεία οργανώθηκε κατά του Ισραήλ, ήδη θεμελιωμένη στη ναζιστικοποίηση του στόχου. Η απο-θυματοποίηση των Εβραίων ήταν καθ’ οδόν, ταυτόχρονα με την εγκληματοποίησή τους. Αυτή η «αντισιωνιστική» εκστρατεία εξαπολύθηκε εκ νέου μετά τη δεύτερη Ιντιφάντα, η οποία άρχισε στις 28 Σεπτεμβρίου 2000. Αλλά τα περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία αυτής της βίαιης εκστρατείας ήταν παρόντα από το τέλος της δεκαετίας του 1980. Συμπυκνώθηκαν στη μιντιακή εικόνα του αββά Πιέρ, «του πιο λαϊκού ανθρώπου της Γαλλίας», συνοδοιπόρου του αντισιωνιστή-αρνητιστή Ροζέ Γκαρωντύ[4], στον οποίο οφείλουμε την εμβληματική διατύπωση της κατηγορίας: «Παρατηρώ ότι μετά την συγκρότηση του κράτους τους, οι Εβραίοι, από θύματα, έγιναν δήμιοι»[5]. Παρουσιαζόμενο με διαστροφικό τρόπο ως παρατήρηση, αυτό το μήνυμα κατηγορίας που εξαπολύθηκε το 1991 επαναλήφθηκε έκτοτε άπειρες φορές υπό διαφορετικές μορφές, κυρίως από μιντιακές πεοσωπικότητςες που σήμερα δεν υπάρχουν, όπως ο Στεφάν Εσσέλ (Stéphane Hessel), ο Εντγκάρ Μορέν ή ο Ντέσμοντ Τούτου[6]. Στην διάρκεια των τριών δεκαετιών που ακολούθησαν, η κατηγορία αποπεριθωριοποιήθηκε πλήρως, σε σημείο να μετασχηματισθεί σε ιδεολογική προφάνεια αποτελώντας μέρος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Και οι «δήμιοι» πήραν τη μορφή των «γενοκτόνων».

 

Τα μαθήματα του Ροζέ Γκαρωντύ και του αββά Πιέρ

Οι κατηγορίες κατά του Ισραήλ από τους ριζοσπάστες «αντισιωνιστές» (εκείνους οι οποίοι ονειρεύονται να καταστρέψουν το εβραϊκό κράτος) θεμελιώνονται συχνά σε μια πολεμική χρήση εβραϊκών θρησκευτικών κειμένων τα οποία διαβάζονται με σημερινά μάτια. Ο στόχος, για παράδειγμα, είναι να νομιμοποιηθεί η εξομοίωση του μυθικού προσώπου του Ιησού του Ναυή με τον Χίτλερ, πρόσωπο ιστορικό (αλλά και μυθοποιημένο). Έτσι, οι «αντισιωνιστές» πολεμιστές και προπαγανδιστές αποσκοπούν να δικαιολογήσουν τη θέση σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι έχουν μια πανάρχαια τάση στη γενοκτονία των μη εβραϊκών πληθυσμών, πράγμα που καθιστά τους Εβραίους γεννημένους εγκληματίες.

Αυτόν τον τύπο ειδικού συλλογισμού, ο οποίος ουσιοποιεί και εγκληματοποιεί «τους Εβραίους», τον συναντάμε σε πολλούς συγκαιρινούς συγγραφείς – στη Γαλλία, οι διασημότεροι ήσαν ο αββάς Πιέρ και ο Ροζέ Γκαρωντύ. Το 2004, με την ίδια στόχευση, ο ακροαριστερός διανοούμενος Λουί Σαλά-Μολάνς (Louis Sala-Molins) δημοσίευσε ένα λιβελογράφημα με τίτλο πέραν πάσης αμφισημίας: Το Κόκκινο Βιβλίο του Γιαχβέ [ Le Livre rouge de Yahvé], που ισοδυναμεί με ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον εβραϊσμό[7]. Αρχίζει ως εξής:

Από την πρώτη λέξη της Τορά μέχρι την τελευταία του Βιβλίου του Ιησού του Ναυή, ο Γιαχβέ οδηγεί την υπόθεσή του: από τη δημιουργία του κόσμου ώς την εγκατάσταση των Ισραηλιτών, των παραχαϊδεμένων του, σε όχι και λίγα εκτάρια στα ανατολικά του Ιορδάνη και σε όλο το δυτικό μέρος του ποταμού μέχρι τη θάλασσα, περιλαμβανομένης της λωρίδας της Γάζας. Είναι η «γη Ισραήλ» (“eretz Israël”) για την οποία μιλάνε ακόμα οι τωρινοί Ισραηλινοί σε απευθείας σύνδεση με τους Ισραηλίτες τού τότε. Τόσο το χειρότερο για τους Χαναναίους και τους Φιλισταίους τού τότε, τόσο το χειρότερο για τους Παλαιστίνιους τού σήμερα.[8]

Όσο για τους «υιούς του Ιακώβ», ταυτοποιούνται από τον καθηγητή πανεπιστημίου ως «οι πρώτοι γενοκτόνοι της ισραηλιτικής γενεαλογίας»[9]. Με δυο λόγια, «το Ισραήλ είναι η πηγή της βαρβαρότητας την οποία αφηγείται η Τορά»[10].  

Η γενοκτονική διδασκαλία της Βίβλου, σύμφωνα με τον Ροζέ Γκαρωντύ και τον αββά Πιέρ, αρχίζει με ένα μάθημα για τον Ιησού του Ναυή, που παρουσιάζεται ως ο πρώτος γενοκτόνος κατακτητής:

Ο όρος «γενοκτονία», σε όλα τα λεξικά, έχει ένα ακριβές νόημα. Το Λαρούς δίνει, για παράδειγμα, αυτόν τον ορισμό: «Γενοκτονία. Μεθοδική καταστροφή μιας εθνοτικής ομάδας μέσα από την εξόντωση των ατόμων της». Αυτός ο ορισμός δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατά γράμμα  παρά στην περίπτωση της κατάκτησης της Χαναάν από τον Ιησού του Ναυή, όπου μας λέγεται για κάθε κατακτημένη πόλη: «δεν έμεινε επιζών κανένας τους» (για παράδειγμα, στους Αριθμούς XXI, 35).[11]

Το θέμα της κατηγορίας επαναλαμβάνεται από τον αββά Πιέρ σε ένα γράμμα προς τον Ροζέ Γκαρωντύ με ημερομηνία 15 Απριλίου 1996: «Αλλά με τον ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΗ, ανακάλυψα (βέβαια διηγημένο αιώνες μετά το γεγονός) πώς πραγματοποιήθηκε μια πραγματική “Σοά” σε κάθε υπαρκτή ζωή στη “Γη της Επαγγελίας”»[12]. Και στις δύο περιπτώσεις, η ταύτιση ανάμεσα στη μυθικο-θρησκευτική και την ιστορικο-πολιτική διάσταση παίζει το ρόλο ενός οπερατέρ διαβολοποίησης του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ.

Στις 27 Μαρτίου 1993, στη διάρκεια μιας συζήτησης με τον Μπερνάρ Κουσνέρ, ο αββάς Πιέρ προσέγισε με τον ακόλουθο τρόπο το ζήτημα της «Γης της Επαγγελίας»: «Τι απομένει από μία επαγγελία όταν το επαγγελλόμενο το αρπάζουμε σκοτώνοντας με πραγματικές γενοκτονίες τους λαούς που κατοικούσαν ειρηνικά εκεί, πριν αυτοί εισέλθουν; […] Όταν ξαναδιαβάζουμε το βιβλίο του Ιησού του Ναυή, είναι τρομακτικό! Είναι σειρά γενοκτονιών, της μιας ομάδας μετά την άλλη, για να διασφαλίσουν την κατοχή! Λοιπόν, παρατήστε μας με τα σχετικά περί της Γης της Επαγγελίας!»[13] Έτσι, η ιστορία του εβραϊκού λαού μεταμορφώνεται σε μια μακρά διαδοχή «βάρβαρων επεισοδίων»[14], με χρονολογικά τελευταίο τη «γενοκτονία των Παλαιστινίων της Γάζας».

 

Καταγγέλλοντας τον «σιωνισμό» ως ένοπλο βραχίονα του «παγκόσμιου εβραϊσμού»

Αυτό που έχουν κατά νου οι «αντισιωνιστές» είναι ένα μείγμα μύθων κατηγορίας διαφορετικών προελεύσεων, με στόχο τον «σιωνισμό» και το Ισραήλ. Προσδιορισμένος ως ο απόλυτος εχθρός, «ο σιωνισμός» αποτελεί παίγνιο αόριστων και αντιφατικών ορισμών, οι παραλλαγές των οποίων εξαρτώνται από τα συμφέροντα και τα πάθη τα οποία κυριαρχούν στη μια ή στην άλλη κοινωνικο-ιστορική συγκυρία. Αυτό που οι «αντισιωνιστές» εννοούν με τη λέξη «σιωνισμός», αποκλειστικά πολεμικής χρήσης, δεν σχετίζεται τόσο με το νόημα αυτού του τελευταίου όσο με τη διαβολοποιητική ισχύ του υποτιθέμενου γνωστού φαινομένου για τον απωθητικό του χαρακτήρα. Η πλέον διαδεδομένη αναπαράσταση του «σιωνισμού», εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο εμφανίζεται σε ένα σαουδαραβικό σχολικό εγχειρίδιο υπό την ακόλουθη διατύπωση: «Ο σιωνισμός [...] αποτελεί τον επίσημο εκτελεστικό μηχανισμό του παγκόσμιου εβραϊσμού»[15]. Αν ο «σιωνισμός» είναι ο ένοπλος βραχίονας του «παγκόσμιου εβραϊσμού», τότε αυτός ο τελευταίος μπορεί να γίνει αντικείμενο φαντασίωσης ως δυναμικής και πλανητικής έκτασης οργάνωση, σύμφωνα με το μοντέλο του χταποδιού («με τα αναρίθμητα πλοκάμια») που η ιδεολογία του προσανατολίζει τις καταδικαστέες «σιωνιστικές» πρακτικές.

Συνεπώς, πίσω από τον «σιωνισμό» πρέπει να βλέπουμε τον «εβραϊκό κίνδυνο». Γιατί ο «σιωνισμός», διευκρινίζει ένα άλλο σαουδαραβικό σχολικό εγχειρίδιο, είναι «ένα φαινόμενο ρατσιστικού και επιθετικού εθνικισμού που παίρνει το χαρακτήρα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, η οποία είναι [ένας τύπος] δυτικού ιμπεριαλισμού»[16]. Ρατσισμός και αποικιοκρατία: πράγματι, αυτά είναι τα δύο βασικά θέματα για την κατηγορία της «αντισιωνιστικής» προπαγάνδας. Έτσι, οριζόμενος και εγκληματοποιούμενος, ο «σιωνισμός» ανάγεται, για τους κατηγόρους του, σε μια ιστορική εκδήλωση της διιστορικής ή «αιώνιας» φύσης των Εβραίων, ένα από τα διακριτά χαρακτηριστικά των οποίων είναι το «μίσος για το ανθρώπινο είδου», το οποίο προϋποθέτει κακία και ωμότητα: «Οι Εβραίοι είναι η κακία στην ίδια της την ουσία»[17]. Αν στα μάτια των «αντισιωνιστών» ο σιωνισμός αποτελεί μια μορφή ρατσισμού, αυτό συμβαίνει επειδή είναι μια από τις σύγχρονες εκδηλώσεις του «εβραϊκού ρατσισμού»[18], ενός ρατσισμού που εντοπίζεται στην καρδιά του εβραϊσμού.

Ας επιστρέψουμε στη Γαλλία, όπου η πλειονότητα των αντισιωνιστών ήταν για μεγάλο διάστημα, πριν ο εξισλαμισμός της «παλαιστινιακής υπόθεσης» καταστεί ιερή υπόθεση, το φαινόμενο των ακροαριστερών κύκλων που αυτοχαρακτηρίζονται «προοδευτικοί», «ουμανιστές» και υπερασπιστές της κοσμικότητας. Στο βιβλίο του Οι Δαίμονές μου (Mes démons), δοκίμιο που εκδόθηκε το 1994, ο Εντγκάρ Μορέν εκθέτει με μια ορισμένη επιθετικότητα την εγγενώς αρνητική αντίληψή του για τον σιωνισμό και το Ισραήλ, αξεχώριστη από την απόρριψη της εβραϊκής του ταυτότητας[19], την οποία ανάγει σε μια μισαλλόδοξη μορφή αυτο-εγκλεισμού, εκμυστηρευόμενος ότι έχει πλέον «απηυδήσει με τον περιούσιο λαό»[20], και επίσης δεν κρύβει την απόρριψή του για τη «λατρεία της μνήμης της Σοά»: «Είμαι ξένος σε κάθε ιδέα περί περιούσιου λαού και να δικαιολογώ την περιουσιότητα μέσω της ιερής αποστολής του Ισραήλ, μου φαίνεται κωμική ιδέα. […] Το να ορίζω το εβραϊκό έθνος μέσα από την κατάκτηση μιας ξένης επαγγελλόμενης γης με κάνει να αισθάνομαι απέχθεια»[21]. Και διευκρινίζει, ως «κοσμικός», τι είναι αυτό το «απεχθές»: «Το κλείσιμο στον εαυτό, η μιαρότητα των μη-εβραίων, το αίσθημα της ανωτερότητας της περιουσιότητας, οι θεϊκές αιτιολογήσεις για κάθε βιαιοπραγία στην κατάκτηση της γης της επαγγελίας»[22]. Ο μετα-θυματικός μετασχηματισμός της εικόνας του Εβραίου έγινε σαφής στη διάρκεια της δεκαετίας του 1975-1985:

Η εικόνα του Γαλλο-εβραίου του μεταπολέμου, αναγνωρισμένου ουσιαστικά ως αθώο θύμα μιας γενοκτονικής επιχείρησης το οποίο έγινε ένα ελεύθερο ον σε μια ελεύθερη κοινωνία, αργά αργά εξαλείφθηκε προς όφελος ενός κοινοτικού όντος, εκπροσωπούμενου από κοσμικούς και θρησκευτικούς θεσμούς, όλοι δεμένοι με έναν ομφάλιο λώρο με το Ισραήλ, που έχουν αφιερωθεί στην απροϋπόθετη υπεράσπιση όχι πλέον του Ισραήλ που απειλείται από τους γείτονές του, αλλά του Ισραήλ νικητή, κυριαρχικού, φορέα προσάρτησης, εισβολέα.[23]

Το αντιρατσιστικό φαντασιακό κινητοποιείται από τον αντισιωνιστή διανοούμενο μέσω επισφαλών αναλογιών που παρέχονται από την κοινωνικο-οικονομική ιστορία (τις εκστρατείες κατά του αντινεγκρικού ρατσισμού της Νότιας Αφρικής): «Ο κοινοτικός σιωνισμός και ο σοσιαλισμός των θεμελιωτών καταβροχθίστηκαν από μια “ομαλή” κοινωνία, η οποία είναι σε διαδικασία να κατασπαραχθεί από τον εθνικισμό και από μια νέα αποικιοκρατία. Η Τσαχάλ, εργαλείο επιβίωσης του Ισραήλ, έγινε η λύση για κάθε πρόβλημα. Οδεύουμε προς μια νέου τύπου “νοτιοαφρικανοποίηση”»[24]. Κατηγοριοποιώντας το Ισραήλ ως ρατσιστικό κράτος, ο Μορέν καλεί να γυρίσουμε τη σελίδα της «μνήμης της Σοά», η οποία καταγγέλλεται ως ένα είδος όπιου του ισραηλινού λαού, που νανουρίζεται από μια θυματική βία η οποία του κρύβει την πραγματικότητα:

Η φρικτή γενοκτονική διαδικασία του 1942-1945 δεν οδηγεί στο να ιεροποιείται το κράτος του Ισραήλ το 1989. Η Σοά δεν πρέπει να θέλει να πει ότι οφείλουμε να εξακολουθούμε να θεωρούμε θύματα εκείνους οι οποίοι πυροβολούν με σφαίρες παιδιά Παλαιστινίων που εκτοξεύουν πέτρες, καθώς και αυτούς οι οποίοι επιδοκιμάζουν αυτούς τους φόνους. Εκείνοι η εβραϊκή ιδιαιτερότητα των οποίων τους οδήγησε να αισθάνονται αλληλέγγυοι  με όλους των διωκόμενους, βλέπουν σήμερα τους εαυτούς τους τραγικά αντιμέτωπους με ένα εθνικιστικό, κυριαρχικό, αλαζονικό, κατασταλτικό Ισραήλ το οποίο αναπόφευκτα θα παρασυρθεί σε μια μοιραία απόκλιση για τους γείτονές του και το ίδιο, αν εσωτερικές και εξωτερικές παρεμβάσεις δεν συνεργασθούν για να σταματήσουν αυτή τη διαδικασία.[25]

Ορισμένοι διανοούμενοι στρατευμένοι στην Αριστερά υιοθετούν μια κριτική πολιτικοποίησης της αναφοράς στη Σοά, που προϋποθέτει τη «λατρεία της μνήμης της Σοά», ενδεικτικά π.χ. είναι όσα έχει πει ο Γεχούντα Ελκανά (Yehuda Elkana) για το «δικαίωμα στην λήθη» σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην [εφημερίδα] Le Monde στις 8 Απριλίου 1994[26]: «Αυτό που αμφισβητώ, είναι να μετατρέπουμε τη Σοά σε μηχανή πολιτικού πολέμου. Η λατρεία της γενοκτονίας, ιδιαίτερα από εκείνους οι οποίοι δεν την έζησαν, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να προκαλεί μια αφόρητη εβραϊκή ηθική ύβρι. Χειρότερα, περιόρισε κάθε δημιουργικότητα, υποκαθιστώντας την από μια αλαζονεία η οποία έχει την αξίωση να νομιμοποιείται στη διαιώνιση του διωγμού». Ένα από τα πρωταρχικά επιχειρήματα που προβάλλονται από τους Ισραηλινούς επικριτές, που τα οικειοποιούνται οι Άραβες αντισιωνιστές προπαγανδιστές και οι Δυτικοί αριστεριστές, είναι ότι ο μνημονικός μαχητισμός τροφοδοτεί έναν εβραιοκεντρισμό και μια παρανοϊκή αντίληψη του κόσμου, τον «πανεχθρισμό» (από την ελληνική λέξη «εχθρός») –ταυτοποιημένος παλαιότερα από τον Μαξίμ Ροντενσόν (Maxime Rodinson[27])–, οι συνέπειες του οποίου είναι επικίνδυνες για τους Ισραηλινούς και γενικότερα για τους Εβραίους. Αντί να εκπαιδεύει στην αρετή της δικαιοσύνης, ενσταλάζει μία ακόρεστη επιθυμία εκδίκησης:

Δεν ξέρω αν το Ισραήλ είχε πραγματικά ανάγκη τη δίκη του Άιχμαν. Αυτό όμως που ξέρω είναι ότι αυτή η δίκη μάς προξένησε θεαματικές ζημιές. Αφύπνισε μέσα μας το πνεύμα της εκδίκησης. Χειρότερα, έδωσε την ψευδαίσθηση ότι αυτή η εκδίκηση ήταν δυνατή. Για εμένα, οι επισκέψεις των μαθητών λυκείου, που τα ισραηλινά σχολεία διοργανώνουν σήμερα στο Άουσβιτς, είναι παράλογες. Προκαλούν ηθικές καταστροφές. Ενισχύουν στους νέους την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος είναι εναντίον τους. Με αυτή τη λατρεία της μνήμης, το Ισραήλ είχε, επιπλέον, μια άκρως επιβλαβή επιρροή σε όλες τις εβραϊκές κοινότητες.[28]

 

Μια σύνοψη «αντισιωνιστικής» κατήχησης

Σε ένα συλλογικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 3 Ιουνίου 2002, με τίτλο «Ισραήλ-Παλαιστίνη: ο καρκίνος», γραμμένο επί της ουσίας από τον Εντγκάρ Μορέν, βρίσκουμε μια περίληψη της νέας «αντισιωνιστικής» κατήχησης, αδιακρίτως «αντισιωνιστικής», αντι-ισραηλινής και αντιεβραϊκής, αυτής του αρχόμενου 21ου αιώνα:

«Στον καταπιεσμένο του χθες, ο καταπιεστής του σήμερα», έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ. Το Ισραήλ παρουσιάζεται ως ο εκπρόσωπος των εβραίων θυμάτων ενός διωγμού αιώνων μέχρι την επιχείρηση της ναζιστικής εξόντωσης […]. Είναι η συνείδηση ότι ήταν θύμα η οποία επιτρέπει στο Ισραήλ να γίνει ο καταπιεστής του παλαιστινιακού λαού. Η λέξη «Σοά», η οποία καθιστά μοναδικό το εβραϊκό θυματικό πεπρωμένο και κοινοτοποιεί όλα τα άλλα (του γκουλάγκ, των Τσιγγάνων, των σε καθεστώς δουλείας Μαύρων, των Ινδιάνων της Αμερικής), γίνεται η νομιμοποίηση μιας αποικιοκρατίας, ενός απαρτχάιντ και μιας γκετοποίησης για τους Παλαιστίνιους.[29]

Επαναλαμβάνεται, εδώ, και αναπτύσσεται η αντίληψη του αββά Πιέρ:

Δυσκολεύεται κανείς να φαντασθεί ότι ένα έθνος φυγάδων, βγαλμένο μέσα από τον μακροβιότερο διωγμό στην ιστορία της ανθρωπότητας, έχοντας υποστεί τις χειρότερες ταπεινώσεις και τη χειρότερη περιφρόνηση, θα ήταν ικανό να μεταβληθεί μέσα σε δυο γενιές σε «λαό κυριαρχικό και αλαζονικό» και, με την εξαίρεση μιας θαυμαστής μειοψηφίας, σε λαό περιφρονητικό που ευχαριστείται να ταπεινώνει.

Και ο εγκληματοποιητικός ισχυρισμός σημαδιακά επαναλαμβάνεται, σαν εμμονικό θέμα:

Και να ’μαστε στο απίστευτο παράδοξο. Οι εβραίοι του Ισραήλ, απόγονοι των θυμάτων ενός απαρτχάιντ που ονομάσθηκε γκέτο, γκετοποιούν τους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι οι οποίοι ταπεινώθηκαν, περιφρονήθηκαν, διώχθηκαν, διώκουν τους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι οι οποίοι ήταν θύματα μιας ανελέητης τάξης επιβάλλουν τη δική τους ανελέητη τάξη στους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι θύματα της απανθρωπότητας επιδεικνύουν μια τρομακτική απανθρωπότητα.

Η συμβολική αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, στην πολιτική που ακολουθείται από ορισμένες ισραηλινές κυβερνήσεις, οι οποίες, για να αντιμετωπίσουν την πραγματική «υπαρξιακή απειλή» κατά του εβραϊκού κράτους, φαίνονται να στρατεύονται σε έναν ολικό πόλεμο μη διακρίνοντας με σαφήνεια τις ένοπλες ομάδες από τον άμαχο πληθυσμό. Αυτό όμως που συχνά συγχωρείται σε ορισμένα κράτη τα οποία προβαίνουν σε μαζικούς βομβαρδισμούς προξενώντας παράπλευρες απώλειες δεν συγχωρείται στο Ισραήλ, συνηθισμένο θύμα τού «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Η «προκατάληψη επιβεβαίωσης της υπόθεσης» λειτουργεί κατά του Ισραήλ, η κυρίαρχη εικόνα του οποίου δομείται σήμερα από αρνητικά στερεότυπα.    

 

Κοινοτοποίηση της κατηγορίας της «γενοκτονίας» μετά την 7η Οκτωβρίου

Η μιμητική αντιπαλότητα γέννησε ένα τέρας: τον αιματηρό «σιωνιστή» ή τον ισραηλινό «γενοκτόνο», μείζονα απωθητική φιγούρα η οποία διαδόθηκε παγκοσμίως μετά την 7η Οκτωβρίου, ώστε να καταστεί βάση πολεμικής αναγωγής όλων των Εβραίων, με την εξαίρεση εκείνων οι οποίοι προέβησαν σε δήλωση υποστήριξης σε κάποια ισλαμο-παλαιστινιστική ομάδα εγκωμιαζόμενη ως «αντιστασιακή» συλλογικότητα – οι νέοι «καλοί Εβραίοι», που αποτελούν τη «θαυμαστή μειοψηφία», εκθειαζόμενη από τον Μορέν και τους πιστούς κονδυλοφόρους του.

Τον Νοέμβριο του 2025, η κοινωνιολόγος Ντομινίκ Σναπέρ (Dominique Schnapper) έκανε την ακόλουθη, ορθή και ανησυχητική, παρατήρηση: «Οι προοπτικές του διατομεακού και μετα-φεμινιστικού κινήματος μετέτρεψαν τον Εβραίο σε πρώτο εκπρόσωπο του “Αρσενικού, Λευκού, Κυριαρχικού ”, στον απόλυτο εχθρό. Οι εβραίοι φοιτητές κρύβουν τα ορατά σημεία της εβραϊκότητάς τους γιατί φοβούνται»[30]. Κατά πρώτο λόγο, το ζήτημα τίθεται στον κόσμο του πανεπιστημίου, στο εσωτερικό του οποίου οι διδάσκοντες και οι φοιτητές που προσλαμβάνονται ως Εβραίοι είναι όλο και περισσότερο αντικείμενο διακρίσεων, μποϋκοτάζ, ύβρεων, απειλών[31]. Δεν πρέπει να αρνούμαστε να υποδεικνύουμε τις πρακτικές συνέπειες της εγκληματοποίησης των Εβραίων, οι οποίοι «αντιμετωπίζουν σειρά ατιμωτικών εξομοιώσεων που μπορούν να συνοψισθούν έτσι: Εβραίοι = σιωνιστές = Ισραηλινοί = οπαδοί της πολιτικής του Νετανιάχου = γενοκτόνοι ». Αλλά αν οι Εβραίοι αναγνωρίζονται ως «γενοκτόνοι», τότε «όλα τα μέτρα που υιοθετούνται εναντίον τους είναι νόμιμα»[32].

Στη νέα διεθνή θυματική τάξη, οι διαβολοποιημένοι κατηγορούμενοι δεν είναι πλέον οι «νεο-ναζί» ή οι «αντισημίτες» οι θεωρούμενοι ότι κατακλύζουν τα καταραμένα εδάφη της «άκρας Δεξιάς», αλλά οι «σιωνιστές» και ευρύτερα οι υποτιθέμενοι φιλο-ισραηλινοί «Εβραίοι», που καταγγέλλονται ως οι «νέοι ναζί». Ο νέος υποδεικνυόμενος εχθρός από τους «προοδευτικούς», τους «αντιφασίστες» και τους «αντιρατσιστές» του σήμερα, όλοι στρατευμένοι στην «παλαιστινιακή υπόθεση», μπορεί στο εξής να χαρακτηρίζεται «εβραιο-ναζί»[33]. Η αγιοποίηση του παλαιστινιακού θύματος υπήρξε το πρωταρχικό εργαλείο της ναζιστικοποίησης των Εβραίων.

   

 

Ναζιστικοποιώντας τον εχθρό: μετ’ επιστροφής

Υπάρχει, εδώ, μια αντιεβραϊκή αντιστροφή ενός πολεμικού επιχειρήματος που χρησιμοποιήθηκε από τους ίδιους τους Εβραίους, ιδιαίτερα από τους Ισραηλινούς, για να απαξιώσουν ριζικά τους εχθρούς τους. Πρέπει εδώ να θυμίσουμε ότι η αντισιωνιστική άκρα Αριστερά, στο Ισραήλ όπως και αλλού, στο όνομα της αναζήτησης «της ειρήνης», είχε καταγγείλει τη ναζιστικοποίηση του αντιπάλου ή του εχθρού από τους Ισραηλινούς υπό την επιρροή του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ο οποίος, το 1951, είχε δηλώσει, έχοντας κατά νου τις αντιεβραϊκές δράσεις του «Μεγάλου Μουφτή» της Ιερουσαλήμ[34], «αυτού του ναζί ηγέτη των Αράβων»: «Δεν θέλουμε οι άραβες ναζί να έλθουν να μας σφάξουν!»[35].

Ο Χατζ Αμίν αλ-Χουσεϊνί, ο «Μεγάλος Μουφτής της Ιερουσαλήμ», είχε, όντως, δηλώσει, στις 2 Νοεμβρίου 1943, ενώ βρισκόταν στην χιτλερική Γερμανία από τις 6 Νοεμβρίου 1941: «Ο Αλλάχ θέλησε να μην υπάρξει καθεστηκυία τάξη για τους Εβραίους και να μην έχουν κράτος». Την 1η Μαρτίου 1944, στη ραδιοφωνική εκπομπή του από το ναζιστικό ραδιόφωνο στο Βερολίνο, ο Αλ-Χουσεϊνί, επιθυμώντας να επεκταθούν στη Μέση Ανατολή οι μαζικές εξοντώσεις οι καθοδηγούμενες από τους ναζί, παρότρυνε τους Άραβες μουσουλμάνους στο φόνο των Εβραίων στο όνομα του Αλλάχ:

Άραβες, εγερθείτε σαν άνδρες και πολεμήστε για τα ιερά σας δίκαια. Σκοτώστε τους Εβραίους όπου τους βρίσκετε. Αυτό ευχαριστεί το Θεό, την Ιστορία, τη θρησκεία. Αυτό σώζει την τιμή σας. Ο Θεός μαζί σας.[36]

Η αριστερή ισραηλινή ιστορικός Ίντιθ Ζέρταλ (Idith Zertal) θυμίζει τη σημασία και την επαναφορά αυτής της ναζιστικοποίησης του αραβο-μουσουλμάνου αντιπάλου στον μαχητικό ισραηλινό λόγο: «Η ναζιστικοποίηση του αντιπάλου, όποιος και αν είναι ο αντίπαλος, και η μετατροπή των απειλών ασφάλειας σε κίνδυνο ολικής εκμηδένισης του κράτους, φαίνεται ότι έχουν χαρακτηρίσει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τις τροπικότητες του εκφερόμενου λόγου από τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ελίτ του Ισραήλ»[37]. Όμως, έναντι των ναζί, δεν διαπραγματευόμαστε, μπαίνουμε σε πόλεμο. Αυτό είναι το πρακτικό συμπέρασμα που οι ισραηλινοί πασιφιστές δεν έπαψαν να καταγγέλλουν. Οι αντίπαλοί τους τους εξέλαβαν αναπόφευκτα ως δειλούς ή ως προδότες. Το ζήτημα όμως δεν σταματά να τίθεται: από ποια πλευρά βρίσκεται ο πολιτικός ρεαλισμός; Όπως και να ’χει, η επιχειρούμενη διαίρεση του ισραηλινού πληθυσμού σε δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα αφορά την αντίληψη περί εχθρού: υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν ότι πρέπει και μπορούν να διαπραγματευθούν με τον εχθρό, και οι άλλοι.

μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 

Το άρθρο του φιλόσοφου και ιστορικού των ιδεών, Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, με τίτλο: «Du «Siècle juif» au siècle antijuif?», δημοσιεύθηκε στη γαλλική ηλεκτρονική πολιτική επιθεώρηση Telos-eu (28/6/2026), https://www.telos-eu.com/fr/du-siecle-juif-au-siecle-antijuif.html 

auswitch

Mάιος 1944, Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Διαλογή γυναικών εβραϊκής καταγωγής από την Ουγγαρία, αμέσως μετά την άφιξη τρένου στο στρατόπεδο. Η ανθρωπότητα και οι Εβραίοι θυμούνται τη Σοά και τη γενοκτονική πολιτική του ναζισμού εναντίον της εβραϊκής ταυτότητας. Σοβαρή μερίδα της αριστερής διανόησης στον δυτικό κόσμο, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι η λέξη «Σοά» καθιστά μοναδικό το εβραϊκό θυματικό πεπρωμένο, το οποίο νομιμοποιεί «μια αποικιοκρατία, ένα απαρτχάιντ και μια γκετοποίηση για τους Παλαιστίνιους».

Bundesarchiv, Bild 183-N0827-318 / CC-BY-SA 3.0

 

 



[1] Yuri Slezkine, Le Siècle juif [2004], γαλλ. μετ. Marc Saint-Upéry, Παρίσι, La Découverte, 2009, σ. 9.

[2] Στο ίδιο, σ. 394.

[3] Στο ίδιο, σ. 8.

[4] Βλέπε Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, Παρίσι, Éditions Mille et une nuits, 1996ˑ Pierre-André Taguieff, « L’abbé Pierre et Roger Garaudy. Négationnisme, antijudaïsme, antisionisme », Esprit, τχ. 224, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1996, σ. 205-216. 

[5] Abbé Pierre, στο La Vie, τχ. 2378, 29 Μαρτίου 1991 (συνέντευξη).  Βλέπε Pierre-André Taguieff, Les Protocoles des Sages de Sion. Faux et usages d’un faux, νέα αναθεωρημένη έκδοση, Παρίσι, Berg International/Fayard, 2004, σ. 229-230.  

[6] Pierre-André Taguieff, Une France antijuive ? Regards sur la nouvelle configuration judéophobe. Antisionisme, propalestinisme, islamisme, Παρίσι, CNRS Éditions, 2015, σ. 74 επ. 

[7] Louis Sala-Molins, Le Livre rouge de Yahvé, Παρίσι, La Dispute / Snédit, 2004.

[8] Στο ίδιο, σ. 7.

[9] Στο ίδιο, σ. 236.

[10] Στο ίδιο, σ. 243. Βλέπε Pierre-André Taguieff, Criminaliser les Juifs. Le mythe du «meurtre rituel» et ses avatars (antijudaïsme, antisémitisme, antisionisme), Παρίσι, Hermann, 2020, σ. 333-334.

[11] Roger Garaudy, Les Mythes fondateurs de la politique israélienne, Παρίσι, La Vieille Taupe, Δεκέμβριος 1995, σ. 136-137ˑ επανεκδ., 1996, σ. 152ˑ νέα έκδ. επαυξημένη, Βηρυττός, Al Fihrist, 1998, σ. 217. Βλέπε Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 6-7.

[12] Abbé Pierre, 15 Απριλίου 1996ˑ γράμμα που παρατίθεται από τον Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 7.

[13] Abbé Pierre, 27 Μαρτίου 1993ˑ παρατίθεται από τον Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 11.

[14] Louis Sala-Molins, Le Livre rouge de Yahvé, ό.π., σ. 243.

[15] Hadîth et culture islamique, τάξη της 2ας, 2001, σ. 101ˑ παρατίθεται στο CMIP, La Démocratie en danger. L’enseignement scolaire saoudien, αποσπάσματα από σχολικά εγχειρίδια μεταφρασμένα και παρουσιασμένα από τον Arnon Groiss, πρόλογος από τον Antoine Sfeir, Παρίσι, Berg International, 2004, σ. 103.

[16] Biographie du Prophète et Histoire de l’État musulman, τάξη της 2ας, 2001, σ. 90ˑ αναφέρεται στο CMIP, στο ίδιο, σ. 101.

[17] Exercice de langue. Faciliter les règles de la langue arabe, τάξη της 3ης, 2ο μέρος, 1999, σ. 24ˑ αναφέρεται στο CMIP, στο ίδιο, σ. 80. Γι’ αυτό το θέμα κατηγορίας, βλέπε Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Modernes. Des Lumières au Jihad mondial, Παρίσι, Éditions Odile Jacob, 2008, σ. 250 επ.

[18] Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Modernes, ό.π., σ. 340 επ.

[19] Βλέπε Edgar Morin, στο ραδιόφωνο της France Culture, εκπομπή «À voix nue», σειρά συνομιλιών που ξεκίνησε στις 24 Ιανουαρίου 2000: « Ποτέ δεν θέλησα να αφεθώ να προσδιορισθώ από την εβραϊκή μου ταυτότητα».

[20] Edgar Morin, Mes démons, Παρίσι, Stock, 1994, σ. 165.

[21] Στο ίδιο, σ. 156.

[22] Στο ίδιο, σ. 157.

[23] Στο ίδιο, σ. 160. Ο Μορέν γράφει «εβραίος» και όχι «Εβραίος». Το εξηγεί αλλού. Βλέπε Edgar Morin, «Juif: adjectif ou substantif», Le Monde, 11 Οκτωβρίου 1989, https://www.lemonde.fr/archives/article/1989/10/11/point-de-vue-juif-adjectif-ou-substantif_4127587_1819218.html.

[24] Edgar Morin, Mes démons, ό.π., σ. 174.

[25] Στο ίδιο, σ. 175.

[26] « La leçon iconoclaste du professeur Elkana » (συνέντευξη), 8 Απριλίου 1994, https://www.lemonde.fr/archives/article/1994/04/08/debats-shoah-la-lecon-iconoclaste-du-professeur-elkana_3827039_1819218.html. Ο Εντγκάρ Μορέν στο Mes démons (ό.π., σ. 164, σημείωση 1), παραθέτει και επιδοκιμάζει τη θέση του Ελκανά.

[27] Maxime Rodinson, «Quelques thèses critiques sur la démarche poliakovienne», στο Maurice Olender (επιμ.), Pour Léon Poliakov. Le Racisme, mythes et sciences, Βρυξέλλες, Éditions Complexe, 1981, σ. 318.

[28] «La leçon iconoclaste du professeur Elkana», ό.π.

[29] Edgar Morin, Sami Naïr & Danièle Sallenave, «Israël-Palestine: le cancer», 3 Ιουνίου 2002, https://www.lemonde.fr/archives/article/2002/06/03/israel-palestine-le-cancer-par-edgar-morin-sami-nair-et-daniele-sallenave_278484_1819218.html. Στα παρατιθέμενα αποσπάσματα σέβομαι την ορθογραφική επιλογή των συνυπογραφόντων: «εβραίο(ι)» και όχι «Εβραίο(ι)».

[30] Dominique Schnapper, « Le retour de l’antisémitisme », Telos, 20 Νοεμβρίου 2025, https://www.telos-eu.com/fr/societe/le-retour-de-lantisemitisme.html.

[31] Βλέπε τη μελέτη της κοινωνιολόγου Valérie Boussard, « Sur les campus français, la guerre des mots: quand “sioniste” sert à dire “juif”», 3 Ιουνίου 2026, https://www.crif.org/articles/actualites/2026-06-03/sur-les-campus-francais-la-guerre-des-mots-quand-sioniste-sert-a-dire-juif/.

[32] Dominique Schnapper, « Le retour de l’antisémitisme », ό.π. 

[33] Βλέπε για παράδειγμα τον προπαγανδιστικό «αντισιωνιστικό» λίβελο με τίτλο Le Manifeste «Judéo-Nazi» d’Ariel Sharon ou Les Origines du génocide actuel des Palestiniens, Al-Quds – Gaza – Strasbourg – Paris, Le Parti des Musulmans de France, Le Parti de la France Plurielle, l’Arab Commission of Human Rights, La Pierre et l’Olivier, Le Collectif de la Comm. Tun. en Europe, Απρίλιος 2002, 63 σελ.ˑ Youssef Hindi, «Qu’est-ce que le judéo-nazisme?», 17 Μαΐου 2022, https://egaliteetreconciliation.fr/Qu-est-ce-que-le-judeo-nazisme-68163.html.

[34] Για τον Αλ-Χουσεϊνί, δείτε: Maurice Pearlman, Mufti of Jerusalem: The Story of Haj Amin el Husseini, Λονδίνο, Victor Gollancz, 1947ˑ Josef B. Schechtman, The Mufti and the Fuehrer: The Rise and Fall of Haj Amin el-Husseini, Νέα Υόρκη & Λονδίνο, Thomas Yoseloff, 1965ˑ David G. Dalin & John F. Rothmann, Icon of Evil: Hitler’s Mufti and the Rise of Radical Islam, Νέα Υόρκη, Random House, 2008.

[35] David Ben Gourion, ομιλία στην Κεντρική Επιτροπή του Mapaï, 13 Δεκεμβρίου 1951ˑ απόσπασμα που παρατίθεται από τον Idith Zertal, La Nation et la mort. La Shoah dans le discours et la politique d’Israël [2002], γαλλ. μετ. Marc Saint-Upéry, Παρίσι, La Découverte, 2004, σ. 241.

[36] Amin al-Husseini, 1η Μαρτίου 1944, παρατίθεται από τον Maurice Pearlman, Mufti of Jerusalem, ό.π., σ. 51.

[37] Idith Zertal, La Nation et la mort, ό.π., σ. 24.

06 Οκτωβρίου 2026
Ένα από τα βασικά ερωτήματα σχετικά με την ενεργειακή κρίση στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι: πόσο γρήγορα μπορεί ο φθηνός ήλιος και ο άνεμος να φτάσουν πραγματικά στον λογαριασμό του καταναλωτή; Μέχρι τότε, ο λογαριασμός ενέργειας θα παραμένει ο πιο ευαίσθητος δείκτης της κοινωνικής συνοχής, στο Λονδίνο όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η δεύτερη ενεργειακή κρίση χτυπά την πόρτα: ντίζελ στις 2 λίρες, ρεύμα στα ύψη, λογαριασμοί που αγγίζουν τις 2.000 λίρες το χρόνο.

Από την 1η Οκτωβρίου 2026 τα βρετανικά νοικοκυριά, με τον χειμώνα προ των πυλών, πληρώνουν ακριβότερο φυσικό αέριο και ρεύμα. Το ανώτατο όριο τιμών της ρυθμιστικής αρχής Ofgem, το λεγόμενο price cap, αυξήθηκε κατά 4%, ύστερα από άνοδο 13% τον Ιούλιο. Οι αναλυτές προβλέπουν νέα αύξηση τον Ιανουάριο. Τέσσερα χρόνια μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Βρετανία διαπιστώνει ότι η κρίση δεν έληξε ποτέ πραγματικά· απλώς άλλαξε μορφή. Οι τιμές υποχώρησαν από τα ιστορικά τους υψηλά, αλλά δεν επέστρεψαν ποτέ εκεί όπου βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και τώρα μια νέα γεωπολιτική αναταραχή, ο πόλεμος με το Ιράν, τις ωθεί ξανά προς τα πάνω.

Η ρίζα του προβλήματος είναι το φυσικό αέριο. Η Βρετανία καλύπτει μεγάλο μέρος της θέρμανσης και της ηλεκτροπαραγωγής της με αέριο, και η τιμή του καθορίζεται στις διεθνείς αγορές. Όταν το αέριο ακριβαίνει στο Άμστερνταμ ή στο Κατάρ, ο λογαριασμός ανεβαίνει στο Μάντσεστερ.

Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήρθε το 2021-22. Η επανεκκίνηση των οικονομιών μετά την πανδημία και, κυρίως, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκτόξευσαν τις χονδρικές τιμές. Χωρίς κρατική παρέμβαση, το price cap θα αυξανόταν κατά 80% τον Οκτώβριο του 2022. Η τότε κυβέρνηση επέβαλε ένα «Εγγυημένο Όριο Τιμής» (Energy Price Guarantee) και περιόρισε την αύξηση στο 27%.

Η δεύτερη δοκιμασία είναι η σημερινή. Με την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι χονδρικές τιμές του αερίου διπλασιάστηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Υποχώρησαν στις αρχές του καλοκαιριού, αλλά τον Σεπτέμβριο έφτασαν σε υψηλά τριετίας. Οι εξαγωγές πετρελαίου και αερίου από τον Κόλπο παραμένουν σοβαρά διαταραγμένες, καθώς τα δεξαμενόπλοια απειλούνται στα στενά του Ορμούζ και του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.

Ταυτόχρονα, η Ευρώπη εισέρχεται στον χειμώνα με τα αποθέματα αερίου στο χαμηλότερο επίπεδο Σεπτεμβρίου των τελευταίων 15 ετών. Οι παγωνιές στο τέλος του περασμένου χειμώνα και ένα καλοκαίρι καύσωνα, που αύξησε την ηλεκτροπαραγωγή από αέριο, άδειασαν τις αποθήκες, ενώ οι αγοραστές καθυστέρησαν να τις ξαναγεμίσουν. Το άλμα των τιμών είναι μικρότερο από εκείνο του 2022, όμως επηρεάζει νοικοκυριά που δεν έχουν ακόμη συνέλθει.

Υπάρχει και ένα βαθύτερο, δομικό πρόβλημα. Στη βρετανική αγορά την τιμή του ρεύματος τη διαμορφώνει συνήθως η ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση, δηλαδή μια μονάδα φυσικού αερίου. Έτσι, ακόμη και το φθηνό αιολικό ρεύμα πωλείται σε τιμές «αερίου». Σε αυτό προστίθενται τα πάγια τέλη για τα δίκτυα, που αυξάνονται σταθερά καθώς η χώρα επενδύει στις νέες υποδομές. Το αποτέλεσμα: το 2025 το βρετανικό οικιακό ρεύμα ήταν ακριβότερο από όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ, ενώ το φυσικό αέριο παρέμενε φθηνότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το βάρος για το μέσο νοικοκυριό

Από τον Οκτώβριο, ένα τυπικό νοικοκυριό με ρεύμα και φυσικό αέριο, που εξοφλεί τους λογαριασμούς του με πάγια εντολή, θα επιβαρύνεται με 1.723 λίρες το χρόνο (περίπου 2.000 ευρώ), δηλαδή 60 λίρες (70 ευρώ) περισσότερα απ' ό,τι το καλοκαίρι. Για όσους εξοφλούν με τριμηνιαίο λογαριασμό, το ποσό ανέρχεται στις 1.861 λίρες (2.160 ευρώ). Όσοι πληρώνουν με τριμηνιαίο λογαριασμό θα επιβαρύνονται με 1.861 λίρες (2.160 ευρώ). Η κιλοβατώρα αερίου αυξήθηκε στις 8 πένες (9,3 λεπτά του ευρώ), ενώ του ρεύματος παραμένει περίπου στις 26,3 πένες (30,5 λεπτά).

Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, κρύβουν μια λογιστική λεπτομέρεια. Τον Ιούλιο, η Ofgem μείωσε την εκτίμησή της για το πόση ενέργεια καταναλώνει ένα «τυπικό» σπίτι, κατά 17% για το αέριο. Με τον παλιό τρόπο υπολογισμού, ο ίδιος λογαριασμός θα εμφανιζόταν ως 1.935 λίρες (2.245 ευρώ). Οι Βρετανοί δεν πληρώνουν λιγότερα επειδή η ενέργεια φθήνυνε· καταναλώνουν λιγότερη επειδή δεν αντέχουν να την πληρώσουν. Σε σύγκριση με τον χειμώνα 2021–22, ο τυπικός λογαριασμός είναι σήμερα 58% υψηλότερος.

Η πίεση φαίνεται καθαρότερα στα χρέη. Τα οφειλόμενα των νοικοκυριών προς τους προμηθευτές ενέργειας ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 5 δισ. λίρες (5,8 δισ. ευρώ) το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Όσοι χρωστούν χωρίς συμφωνία αποπληρωμής οφείλουν κατά μέσο όρο 1.872 λίρες (2.170 ευρώ) μόνο για το ρεύμα. Σχεδόν τρεις στους δέκα ενήλικους δηλώνουν ότι ανησυχούν αν θα είναι σε θέση να πληρώσουν τους λογαριασμούς του επόμενου εξαμήνου.

Ο πληθωρισμός, που τον Αύγουστο ανέβηκε στο 3,1%, κάνει την εικόνα βαρύτερη. Η άνοδος των τιμών των τροφίμων έχει επιβραδυνθεί, στο 1,3% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, όμως οι τιμές παραμένουν πολύ υψηλότερες απ' ό,τι πριν από την κρίση του 2022, ενώ οι μεταφορές ακρίβυναν κατά 4,6% μέσα σε έναν χρόνο. Και η πίεση στα καύσιμα εντείνεται: στις 2 Οκτωβρίου η μέση τιμή του ντίζελ ξεπέρασε για πρώτη φορά τις 2 λίρες το λίτρο (2,32 ευρώ), ενώ η αμόλυβδη έφτασε τις 1,75 λίρες (2,03 ευρώ). Το γέμισμα ενός οικογενειακού αυτοκινήτου με ντίζελ κοστίζει πλέον 110 λίρες (128 ευρώ), 32 λίρες (37 ευρώ) περισσότερα από τον Φεβρουάριο.

Το ντίζελ δεν αφορά μόνο τους οδηγούς. Κινεί τα φορτηγά, τα τρακτέρ και τις διανομές, και η ακρίβεια του περνά σταδιακά στις τιμές των τροφίμων και των αγαθών. Η Βρετανία εισάγει πάνω από το μισό ντίζελ που καταναλώνει, σε μια διεθνή αγορά όπου η προσφορά στενεύει από παντού: ας όψονται ο πόλεμος στον Κόλπο, οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια και η ρωσική απαγόρευση εξαγωγών, οι περιορισμοί της Κίνας.

Το βάρος δεν μοιράζεται ίσα: συγκεντρώνεται σε μονογονεϊκές οικογένειες, σε ανθρώπους με αναπηρία, σε ενοικιαστές παλιών και κακώς μονωμένων σπιτιών. Την ίδια ώρα, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί ανακοινώνουν τα μεγαλύτερα κέρδη των τελευταίων ετών και η αντίθεση δεν περνά απαρατήρητη.

Η απάντηση της κυβέρνησης

Η κυβέρνηση δρα σε δύο επίπεδα: ανακουφίζει άμεσα τους λογαριασμούς και επενδύει μακροπρόθεσμα στην ενεργειακή αυτάρκεια. Το πρόβλημα είναι ότι το πρώτο κοστίζει ακριβά και το δεύτερο αργεί να αποδώσει.

Το πιο πρόσφατο και ορατό μέτρο φέρει την υπογραφή του νέου πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ, ο οποίος ανέλαβε τον Ιούλιο. Τη δεύτερη μέρα της θητείας του ανακοίνωσε την κατάργηση του ΦΠΑ 5% στο οικιακό ρεύμα, από 1η Οκτωβρίου 2026 έως 31 Μαρτίου 2027. Η ελάφρυνση υπολογίζεται σε περίπου 45 λίρες (52 ευρώ) το χρόνο για το τυπικό νοικοκυριό. Κοστίζει στο Δημόσιο περίπου 850 εκατ. λίρες (990 εκατ. ευρώ) και χρηματοδοτείται από την ακύρωση του προγράμματος ψηφιακής ταυτότητας, προϋπολογισμού 1,8 δισ. λιρών (2,1 δισ. ευρώ).

Το μέτρο προστίθεται σε όσα είχαν ήδη αποφασιστεί στον προϋπολογισμό του Νοεμβρίου 2025. Από τον Απρίλιο του 2026, το κράτος αναλαμβάνει το 75% του κόστους ενός παλαιού προγράμματος στήριξης των ανανεώσιμων πηγών, και καταργήθηκε από τους λογαριασμούς η επιβάρυνση για τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης. Το όφελος είναι περίπου 150 λίρες (175 ευρώ) το χρόνο ανά νοικοκυριό. Ταυτόχρονα, η «Έκπτωση Ζεστού Σπιτιού» (Warm Home Discount), ύψους 150 λιρών, επεκτάθηκε σε σχεδόν 6 εκατομμύρια ευάλωτα νοικοκυριά. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το «Σχέδιο Ζεστών Σπιτιών» προβλέπει 13,2 δισ. λίρες (15,3 δισ. δολάρια) για μόνωση, αντλίες θερμότητας και ηλιακά, με στόχο την αναβάθμιση 5 εκατομμυρίων κατοικιών έως το 2030. Παράλληλα, η Ofgem ξεκίνησε πρόγραμμα διαγραφής έως 500 εκατ. λίρες (580 εκατ. ευρώ) παλαιών χρεών για περίπου 195.000 νοικοκυριά με επιδόματα. Η στρατηγική κορυφώνεται στο στόχο για «καθαρή» ηλεκτροπαραγωγή έως το 2030, που θα αποσυνδέσει σταδιακά την τιμή του ρεύματος από το αέριο.

Οι επικριτές αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα των μέτρων, αλλά τα θεωρούν προσωρινά και ανεπαρκή σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος. Ο διευθύνων σύμβουλος της EDF Energy, ενός από τους μεγαλύτερους προμηθευτές ενέργειας της Βρετανίας και θυγατρικής της γαλλικής EDF, Σιμόνε Ρόσι (Simone Rossi), προειδοποίησε ότι η Βρετανία «βαδίζει προς μια δεύτερη ενεργειακή κρίση» και ζήτησε από την κυβέρνηση πρόσθετα μέτρα, πέρα από την κατάργηση του ΦΠΑ στο ρεύμα. Ο Μπέρναμ δεν τον διέψευσε· δήλωσε ότι εξετάζεται «κάθε δυνατό μέτρο», χωρίς να αποκλείσει ούτε την ακύρωση της προγραμματισμένης αύξησης του φόρου στα καύσιμα.

Την πίεση εντείνουν πλέον και οι ίδιοι οι προμηθευτές. Η Energy UK, ο κλαδικός τους φορέας, προειδοποιεί ότι η άνοδος των χονδρικών τιμών έχει ήδη «σβήσει» το όφελος από την κατάργηση του ΦΠΑ και των επιβαρύνσεων. «Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε μια κρίση ίδιου μεγέθους με το 2022 πριν δράσουμε ξανά», δήλωσε η επικεφαλής της, Ντάρα Βιάς (Dhara Vyas). Ο φορέας ζητά στοχευμένη στήριξη πέρα από την έκπτωση των 150 λιρών, που να οδηγήσει σε μόνιμο «κοινωνικό τιμολόγιο». Ζητά επίσης διαγραφή χρεών για τα πιο πληγέντα νοικοκυριά και μεταφορά περισσότερων επιβαρύνσεων από το λογαριασμό του ρεύματος στη γενική φορολογία. Τα απλήρωτα χρέη, υπενθυμίζει, προσθέτουν ήδη κατά μέσο όρο 67 λίρες (78 ευρώ) το χρόνο στο λογαριασμό κάθε καταναλωτή. Η κυβέρνηση παραπέμπει τις αποφάσεις στον ερχόμενο προϋπολογισμό, με την επιφύλαξη ότι πρέπει να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί κανόνες.

«Ζέστανε τον άνθρωπο, όχι το σπίτι»

Όσο η κυβέρνηση και οι αγορές κινούνται με τους δικούς τους ρυθμούς, η ρυθμιστική αρχή και οι οργανώσεις καταναλωτών προτείνουν στα νοικοκυριά τέσσερις πρακτικές κινήσεις.

Πρώτον, τα σταθερά τιμολόγια. Η Ofgem συνιστά να «κλειδώσει» κανείς την τιμή ανά κιλοβατώρα, καθώς ορισμένες προσφορές είναι ήδη φθηνότερες από την αναμενόμενη τιμή του Ιανουαρίου. Το στοίχημα όμως έχει δύο όψεις: αν μια συμφωνία ειρήνης με το Ιράν ρίξει τις τιμές του αερίου, ο καταναλωτής θα μείνει δεμένος σε ακριβότερη τιμή, συχνά με τέλος πρόωρης αποχώρησης.

Δεύτερον, η πληρωμή με πάγια εντολή. Περίπου πέντε εκατομμύρια Βρετανοί πληρώνουν ακόμη τριμηνιαίους λογαριασμούς, με υψηλότερη χρέωση ανά μονάδα. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι πελάτες με προπληρωμένους μετρητές, συνήθως χαμηλόμισθοι, πληρώνουν πλέον ελαφρώς λιγότερα από τους υπόλοιπους.

Τρίτον, η αξιοποίηση της στήριξης: η έκπτωση των 150 λιρών (175 ευρώ) για όσους λαμβάνουν επιδόματα, τα έκτακτα επιδόματα ψύχους, το χειμερινό επίδομα θέρμανσης των συνταξιούχων, που διατηρήθηκε μετά από πολιτική πίεση και τα ταμεία ενίσχυσης των ίδιων των προμηθευτών.

Τέταρτον, η εξοικονόμηση: κλειστά καλοριφέρ σε άδεια δωμάτια, πλύσιμο με το νερό στο πλυντήριο στους 30 βαθμούς, χαμηλότερη θερμοκρασία νερού στο λέβητα χωρίς όμως να πέφτει η θερμοκρασία του σπιτιού κάτω από τους 18 βαθμούς. «Ζέστανε τον άνθρωπο, όχι το σπίτι», όπως συμβουλεύει μια δημοφιλής βρετανική ιστοσελίδα καταναλωτών.

Τι μας επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον

Τα χειρότερα, κατά πάσα πιθανότητα, έπονται. Η εταιρεία αναλύσεων Cornwall Insight προβλέπει πλέον αύξηση του ορίου τιμών κατά 16% τον Ιανουάριο του 2027, σχεδόν διπλάσια από το 9% που εκτιμούσε ένα μήνα νωρίτερα. Το τυπικό ετήσιο κόστος θα φτάσει έτσι τις 1.999 λίρες (περίπου 2.320 ευρώ), δηλαδή 276 λίρες (320 ευρώ) πάνω από το επίπεδο του Οκτωβρίου. Θα είναι η μεγαλύτερη τριμηνιαία αύξηση από τον Ιανουάριο του 2023, στην κορύφωση της προηγούμενης κρίσης.

Η Ofgem θα ανακοινώσει το επίσημο όριο στις 25 Νοεμβρίου, με βάση τις χονδρικές τιμές από τις 19 Αυγούστου έως τις 17 Νοεμβρίου. Μια πτώση των τιμών μέχρι τότε θα μπορούσε να μετριάσει την αύξηση, αλλά οι αναλυτές τη θεωρούν «σχεδόν βέβαιη» μετά τις ανατιμήσεις του Σεπτεμβρίου. Το τελικό μέγεθος θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Για τα νοικοκυριά σε κακώς μονωμένα σπίτια ο λογαριασμός θα είναι αισθητά βαρύτερος από τον «τυπικό».

Μια πρώτη διεθνής απάντηση ήρθε στις 2 Οκτωβρίου. Οι χώρες της G7 συμφώνησαν, υπό τον συντονισμό του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, να διαθέσουν στην αγορά έως 100 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και ντίζελ από τα στρατηγικά τους αποθέματα μέσα σε τέσσερις μήνες, με μεγάλη ποσότητα ντίζελ ήδη τις πρώτες 20 ημέρες. Συμφώνησαν επίσης να μην επιβάλλουν περιορισμούς εξαγωγών μεταξύ τους, αφού ο πρόεδρος Τραμπ είχε απειλήσει να απαγορεύσει τις εξαγωγές αμερικανικού ντίζελ.

Η αγορά αντέδρασε συγκρατημένα. Το Brent έπεσε για λίγο κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αλλά επέστρεψε γύρω στα 102 δολάρια, έναντι περίπου 73 δολαρίων πριν από τον πόλεμο, έπειτα από νέες συγκρούσεις Σαουδικής Αραβίας και Χούθι στην Υεμένη. Τα αποθέματα αγοράζουν χρόνο· δεν λύνουν το πρόβλημα της προσφοράς.

Δύο ημερομηνίες του 2027 αξίζουν προσοχή στη Βρετανία. Στις 31 Μαρτίου λήγει η απαλλαγή από τον ΦΠΑ στο ρεύμα, εκτός αν παραταθεί στον προϋπολογισμό. Από τον Μάρτιο, επίσης, αρχίζουν να λήγουν οι επιδοτήσεις παλαιότερων αιολικών και ηλιακών πάρκων, κάτι που θα αλλάξει τα οικονομικά της αγοράς με τρόπους ακόμη αβέβαιους. Αν ο πληθωρισμός παραμείνει πάνω από το στόχο, δεν αποκλείεται και νέα αύξηση επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας, με επιπτώσεις στα στεγαστικά δάνεια.

Σε βάθος χρόνου, η μόνη ουσιαστική λύση είναι η μείωση της εξάρτησης από το εισαγόμενο αέριο: περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καλύτερα δίκτυα, ενεργειακά αποδοτικά σπίτια. Αυτά, όμως, χρειάζονται χρόνια για να αποδώσουν, ενώ ο λογαριασμός αναμένεται αυτόν τον χειμώνα.

Εν κατακλείδι η βρετανική εμπειρία δείχνει ότι οι επιδοτήσεις αγοράζουν χρόνο, όχι λύσεις. Κάθε μείωση φόρου ή εφάπαξ βοήθεια ανακουφίζει έναν χειμώνα, αλλά αφήνει το νοικοκυριό εξίσου εκτεθειμένο στον επόμενο γεωπολιτικό κλυδωνισμό. Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι: πόσο γρήγορα μπορεί ο φθηνός ήλιος και ο άνεμος να φτάσουν πραγματικά στον λογαριασμό του καταναλωτή; Μέχρι τότε, ο λογαριασμός ενέργειας θα παραμένει ο πιο ευαίσθητος δείκτης της κοινωνικής συνοχής, στο Λονδίνο όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

*Οι μετατροπές σε ευρώ έγιναν με ισοτιμία £1 ≈ €1,16 (τέλη Σεπτεμβρίου 2026) και είναι στρογγυλεμένες.

Πηγές

·      Ofgem: Energy price cap will rise by 4% from October 2026

·      House of Commons Library: Gas and electricity prices during the 'energy crisis' and beyond

·      The Guardian: Energy bills in Great Britain forecast to jump by £276 a year from January (30 September 2026)

·      BBC News: UK diesel prices top £2 a litre for first time, RAC says (2 October 2026)

·      BBC News: G7 to release millions of barrels of oil and diesel after Trump threat (2 October 2026)

·      BBC News: Suppliers pile pressure on government over energy bills (3 October 2026)

 

06 Οκτωβρίου 2026
Χ

Η επίθεση του συγκυβερνήτη στον κυβερνήτη της πτήσης FDB1073 της Flydubai, από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ, στις 30 Σεπτεμβρίου, χαρακτηρίζεται από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τρομοκρατική. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters από πηγή ενημερωμένη για την έρευνα, στόχος ήταν η συντριβή του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Αν και ακόμα δεν ξέρουμε αν οι δράστης ενήργησε μόνος, οι αναφορές περί ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης επαναφέρουν τη συζήτηση για την τρομοκρατία των «μοναχικών λύκων». [TBJ]

Έχουν κάποια σχέση οι δύο επιθέσεις με όπλα του 89χρονου στην Αθήνα, η απόπειρα στο πλαίσιο του δείπνου των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου στις ΗΠΑ, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νίκαια, στο Μαγδεμβούργο και στο Λονδίνο και οι επιθέσεις του Αντρές Μπρέιβικ; Μπορούν όλες να ενταχθούν στο πλαίσιο των λεγόμενων μοναχικών βίαιων δρώντων, που τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί στον τομέα της τρομοκρατίας, αλλά μπορεί να αξιοποιηθεί για τον προσδιορισμό και άλλων μορφών βίας, όπως οι μαζικοί πυροβολισμοί σε δημόσιους χώρος κ.λπ. Βρισκόμαστε άλλωστε στη λεγόμενη μεταϊδεολογική φάση του βίαιου εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας: η πυροδότηση, συχνά, έρχεται λόγω παραπόνων και θυμού, παρά λόγω προσήλωσης σε ένα στρεβλό ιδεοληπτικό πλαίσιο της πολιτικής ή της θρησκείας.

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σφράγισαν τον 21ο αιώνα καθιστώντας τη διεθνή ισλαμιστική τρομοκρατία την κυρίαρχη μορφή βίας και απειλής για τα κράτη και τις κοινωνίες. Η συνολική μεταμόρφωση της ασφάλειας, επιστημονικά, πολιτικά, επιχειρησιακά, στρατηγικά και τεχνολογικά, βασίστηκε σε αυτή την κυρίαρχη απειλή. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ειδικότερα, έγινε συνώνυμο της καταπολέμησης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η ανάλυση, η συλλογή πληροφοριών, οι τεχνολογικές λύσεις, οι πολιτικές πρόληψης είχαν στο επίκεντρό τους την εργαλειοποίηση του Ισλάμ στο πλαίσιο της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης.

Αν ανατρέξουμε στο σχήμα των κυμάτων της τρομοκρατίας που εισήγαγε ο σπουδαίος μελετητής Ντέιβιντ Ράποπορτ (David Rapoport) θα δούμε ότι θεωρεί τη θρησκευτική υποκίνηση την τελευταία από τις τέσσερις φάσεις της διεθνούς τρομοκρατίας[1]. Προφανώς, ο συνδετικός κρίκος είναι η μισαλλόδοξη ερμηνεία και η εργαλειοποίηση της θρησκείας. Στον πυρήνα της προσέγγισης του Ράποπορτ, άλλωστε, βρίσκεται η παραδοχή ότι η τρομοκρατία δεν αποτελεί διαχρονικά ομοιογενές φαινόμενο, αλλά εξελίσσεται ιστορικά μέσα από διακριτές φάσεις, καθεμία από τις οποίες συγκροτείται γύρω από μια κυρίαρχη ιδεολογική «ενέργεια». Η ιδεολογία, επομένως, δεν λειτουργεί ως απλός συνοδευτικός παράγοντας, αλλά ως ο βασικός μηχανισμός που προσδίδει νόημα, κατευθύνει τη δράση και καθορίζει τη διάρκεια κάθε φάσης.

Σύμφωνα με τον Ράποπορτ, κάθε φάση, ή καλύτερα κάθε κύμα διαρκεί περίπου μια γενιά και χαρακτηρίζεται από την ανάδυση, τη διάχυση και την τελική αποδυνάμωση μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής αφήγησης. Το πρώτο, το αναρχικό κύμα (τέλη 19ου αιώνα έως τη δεκαετία 1920), εδράζεται σε αντικρατικές και επαναστατικές αντιλήψεις, με στόχο την απονομιμοποίηση και την καταστροφή της κρατικής εξουσίας. Το δεύτερο, αντιαποικιακό κύμα (δεκαετίες 1920–1960), συγκροτείται γύρω από τον εθνικισμό και την αρχή της αυτοδιάθεσης, επιδιώκοντας την απελευθέρωση από αποικιακές αυτοκρατορίες. Το τρίτο, το νέο αριστερό κύμα (δεκαετίες 1960–1980), αντλεί από μαρξιστικές και αντιιμπεριαλιστικές ιδεολογίες, στοχεύοντας σε ευρύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς.

Η μετάβαση στο τέταρτο κύμα σηματοδοτεί, κατά τον Ράποπορτ, μια ποιοτική τομή, καθώς η θρησκεία αναδεικνύεται σε κεντρική πηγή νομιμοποίησης της τρομοκρατικής βίας. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα κύματα, όπου η βία θεμελιωνόταν σε πολιτικές ιδεολογίες και σε εγκόσμιους στόχους, το θρησκευτικό κύμα (από το 1979 και εξής) εισάγει μια υπερβατική διάσταση. Η θρησκεία προσφέρει απόλυτες κανονιστικές αναφορές, οι οποίες δεν υπόκεινται σε διαπραγμάτευση ή σε ιστορικό σχετικισμό, επιτρέποντας έτσι τη διατύπωση απεριόριστων και συχνά εσχατολογικών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η θρησκευτική ιδεολογία επιτελεί τριπλή λειτουργία. Πρώτον, παρέχει μια ισχυρή μορφή νομιμοποίησης της βίας, καθώς αυτή εμφανίζεται ως θεϊκά επιβεβλημένη και όχι απλώς ως πολιτικά χρήσιμη. Δεύτερον, ενισχύει τη δέσμευση των δρώντων, μετατρέποντας τη συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες σε πράξη πίστης. Τρίτον, τείνει να αίρει τους περιορισμούς στη χρήση βίας, δεδομένου ότι οι αντίπαλοι συχνά κατασκευάζονται ως απόλυτοι και υπαρξιακοί εχθροί.

Συνολικά, στη θεωρία του Ράποπορτ, η ιδεολογία –και ιδίως η θρησκευτική στο τέταρτο κύμα– συνιστά τον καθοριστικό παράγοντα που διαμορφώνει τόσο τη φύση όσο και τη δυναμική της τρομοκρατίας. Η έμφαση αυτή αναδεικνύει την τρομοκρατία ως φαινόμενο βαθιά ενταγμένο σε ευρύτερα συστήματα ιδεών και αξιών, τα οποία καθορίζουν όχι μόνο τα μέσα αλλά και τα νοήματα της πολιτικής βίας.

Ο θυμός ξεπερνά τις ιδεολογίες

Αυτή ήταν και η κυρίαρχη προσέγγιση, επιστημονικά και κυρίως πολιτικά και στρατηγικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κρίση όμως της πανδημίας άλλαξε ριζικά την προσέγγιση στο σχήμα των ιδεολογιών. Σήμερα, είναι εντονότερη από ποτέ η σχετικοποίηση των ιδεολογιών και η ανάδυση μιας περισσότερο αντισυστημικής, μεταϊδεολογικής βίας και τρομοκρατίας, που πυροδοτείται από την αντίδραση και το θυμό και ως κυρίαρχη απειλή της έχει τους λεγόμενους μοναχικούς δρώντες (Lone Actors).

Μια κρίσιμη εξέλιξη στο σύγχρονο τοπίο της πολιτικής βίας αφορά την ενίσχυση μορφών «υβριδικού εξτρεμισμού», όπου άτομα συνδυάζουν ετερόκλητα στοιχεία από διαφορετικά ιδεολογικά συστήματα, θεωρίες συνωμοσίας και προσωπικά βιώματα αδικίας. Η ιδεολογική αυτή ρευστότητα υπονομεύει τις παραδοσιακές τυπολογίες ανάλυσης, οι οποίες βασίζονται σε σχετικά σταθερές κατηγορίες, όπως ο τζιχαντισμός ή ο ακροδεξιός εξτρεμισμός. Ως εκ τούτου, τα υφιστάμενα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου καθίστανται ολοένα και λιγότερο επαρκή, καθώς αδυνατούν να συλλάβουν μορφές βίας που δεν εντάσσονται σε συνεκτικά ιδεολογικά πλαίσια.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ανάδυση της λεγόμενης «μηδενιστικής βίας». Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μορφές εξτρεμισμού, οι οποίες θεμελιώνονται σε συνεκτικές ιδεολογίες και κανονιστικά συστήματα, η μηδενιστική βία χαρακτηρίζεται από την απόρριψη νοήματος, αυθεντίας και κοινωνικών κανόνων. Η βία, σε αυτή την περίπτωση, δεν λειτουργεί ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών ή θρησκευτικών στόχων, αλλά ως αυτοσκοπός, συχνά συνδεδεμένος με την επιδίωξη χάους, αναγνωρισιμότητας ή προσωπικής ικανοποίησης. Η δυναμική αυτή ενισχύεται από διαδικτυακές κοινότητες που ευνοούν την κανονικοποίηση της ακραίας βίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την επιβράβευσή της μέσω συμβολικού κεφαλαίου (π.χ. προβολή, κύρος εντός της κοινότητας).

Τα εν λόγω ψηφιακά περιβάλλοντα προσελκύουν συχνά νεαρά και ψυχολογικά ευάλωτα άτομα, εντός των οποίων συγχωνεύονται στοιχεία εξτρεμιστικής ρητορικής, εγκληματικής πρακτικής και αντικοινωνικής ταυτότητας. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ιδιαίτερα ασταθών και απρόβλεπτων μορφών βίας. Η απουσία σαφών ιδεολογικών δεικτών καθιστά τον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου ότι τα παραδοσιακά προγνωστικά εργαλεία βασίζονται σε αναγνωρίσιμα ιδεολογικά μοτίβα και οργανωτικές διασυνδέσεις.

Παράλληλα, η άνοδος της «υπερ-εξατομικευμένης ριζοσπαστικοποίησης» συνιστά μία ακόμη κομβική τάση. Οι εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την ανάλυση δεδομένων επιτρέπουν πλέον σε εξτρεμιστικούς δρώντες να προσαρμόζουν τη ρητορική και την προπαγάνδα τους σε ατομικά ψυχολογικά προφίλ, σε πολιτισμικά συμφραζόμενα και σε γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Η μετάβαση από τη μαζική διάδοση μηνυμάτων σε στοχευμένες, μικρο-εξατομικευμένες στρατηγικές επιρροής αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της στρατολόγησης. Ιδίως άτομα που δεν αυτοπροσδιορίζονται αρχικά μέσω συγκεκριμένης ιδεολογίας ενδέχεται να καταστούν δεκτικά σε αφηγήματα που εστιάζουν σε προσωπικά παράπονα, αισθήματα αδικίας ή υπαρξιακής ματαίωσης.

Συνολικά, οι παραπάνω τάσεις υποδηλώνουν μια μετάβαση από ιδεολογικά συνεκτικές μορφές εξτρεμισμού σε περισσότερο ρευστές, εξατομικευμένες και συχνά αποϊδεολογικοποιημένες εκφάνσεις βίας. Η εξέλιξη αυτή θέτει σημαντικές προκλήσεις τόσο για τη θεωρητική κατανόηση του φαινομένου όσο και για την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης.

Η απειλή των μοναχικών δρώντων

Η έννοια των «μοναχικών δρώντων» (lone actors) κατέχει κεντρική θέση στις σύγχρονες αναλύσεις της τρομοκρατίας και της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών πρόληψης[2]. Οι επιθέσεις από άτομα που φαίνεται να δρουν μόνα τους αποτελούν διαχρονικό αλλά και αυξανόμενο φαινόμενο, το οποίο αναμένεται να παραμείνει κυρίαρχη μορφή τρομοκρατικής απειλής στην Ευρώπη. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει άτομα που διαπράττουν σοβαρές πράξεις βίας χωρίς άμεση επιχειρησιακή καθοδήγηση ή συμμετοχή σε οργανωμένες ομάδες. Ωστόσο, ο όρος εφαρμόζεται πλέον σε ένα ευρύ και ετερογενές σύνολο δραστών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ιδεολογικά υποκινούμενοι εξτρεμιστές, δράστες μαζικών επιθέσεων που κινούνται από προσωπικά παράπονα, άτομα που δρουν με τη διευκόλυνση του διαδικτύου, καθώς και άτομα ενταγμένα σε διάχυτες ή «χωρίς ηγεσία» διαδικτυακές υποκουλτούρες. Ως αποτέλεσμα, τα αναλυτικά όρια μεταξύ τρομοκρατίας μοναχικών δρώντων, μαζικών πυροβολισμών, διαδικτυακών διαδρομών ριζοσπαστικοποίησης και αναδυόμενων υβριδικών φαινομένων καθίστανται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.

Παρά τον όρο «μοναχικός», οι εν λόγω δράστες σπανίως είναι πλήρως απομονωμένοι. Συχνά δρουν χωρίς άμεση οργανωτική ένταξη, αλλά ευθυγραμμίζονται ιδεολογικά ή επιχειρησιακά με ευρύτερα δίκτυα ή αφηγήσεις. Επιπλέον, η διαδικτυακή διάσταση αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς οι lone actors διατηρούν χαλαρές ή έμμεσες συνδέσεις με κοινότητες, μικρές ομάδες ή ψηφιακά οικοσυστήματα ριζοσπαστικοποίησης.

Από επιχειρησιακής άποψης, οι μοναχικοί δρώντες χαρακτηρίζονται από:

•         υψηλό βαθμό αυτονομίας στο σχεδιασμό και την εκτέλεση επιθέσεων,

•         περιορισμένη αλλά στοχευμένη χρήση πόρων,

•         δυσκολία εντοπισμού λόγω απουσίας οργανωτικών δεσμών.

Η ασάφεια αυτή καθιστά το φαινόμενο ιδιαίτερα ανθεκτικό στα παραδοσιακά εργαλεία επιτήρησης και πρόληψης.

Η ριζοσπαστικοποίηση των μοναχικών δρώντων εμφανίζεται συχνά ως εξατομικευμένη και μη γραμμική διαδικασία. Το διαδίκτυο λειτουργεί ως βασικός καταλύτης, προσφέροντας:

•         πρόσβαση σε προπαγανδιστικό και βίαιο περιεχόμενο,

•         δυνατότητα κατανάλωσης «οριακού» (borderline) υλικού που δεν είναι απαραίτητα παράνομο αλλά ενισχύει ριζοσπαστικές στάσεις,

•         περιβάλλοντα κοινωνικοποίησης χωρίς φυσική επαφή.

Η αυξανόμενη σημασία του ψηφιακού χώρου επιτρέπει επίσης σε τρομοκρατικές οργανώσεις να στοχεύουν ευάλωτα άτομα και να ενθαρρύνουν επιθέσεις χωρίς άμεση καθοδήγηση, ενισχύοντας το φαινόμενο της «αυτο-ριζοσπαστικοποίησης». Οι διαδικτυακές πλατφόρμες διευκολύνουν πλέον την ιδεολογική έκθεση, την κοινωνική ενίσχυση, την εκμάθηση τακτικών και τη διαμόρφωση ταυτότητας, χωρίς να απαιτείται τυπική οργανωτική ένταξη. Αναδυόμενα φαινόμενα, όπως δίκτυα τύπου Com/764, μηδενιστικά διαδικτυακά περιβάλλοντα και ιδιαίτερα εξατομικευμένες μορφές βίας που βασίζονται σε προσωπικά παράπονα, αμφισβητούν περαιτέρω τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις που βασίζονται στη συμμετοχή σε ομάδες, σε δομές διοίκησης και ελέγχου ή σε συνεκτική ιδεολογική ταύτιση.

Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα αφορά τη σχέση μεταξύ μοναχικών δρώντων και ψυχικής υγείας. Η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι, αν και δεν υπάρχει απλή αιτιώδης σύνδεση, οι ψυχικές διαταραχές και οι ψυχοκοινωνικές ευαλωτότητες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου που πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της ριζοσπαστικοποίησης[3].

Οι σχετικές αναλύσεις αναδεικνύουν ότι:

•         οι μοναχικοί δρώντες συχνά εμφανίζουν αισθήματα απομόνωσης, ματαίωσης ή αποκλεισμού,

•         η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός νοηματοδότησης προσωπικών κρίσεων,

•         οι ψυχολογικές δυσκολίες δεν οδηγούν αυτομάτως σε βία, αλλά σε συνδυασμό με ιδεολογικές ή διαδικτυακές επιρροές μπορούν να αυξήσουν την επικινδυνότητα.

Είναι κρίσιμο να αποφεύγονται απλουστευτικές συνδέσεις που στιγματίζουν τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, καθώς η πλειονότητα δεν εμπλέκεται σε βίαιες πράξεις.

Η ιδιαιτερότητα των lone actors δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τις πολιτικές πρόληψης. Η απουσία σαφών οργανωτικών δομών και η συχνά υβριδική ή ασαφής ιδεολογική τους ταυτότητα δυσχεραίνουν την έγκαιρη αναγνώριση. Παράλληλα, η χρήση διαδικτυακών πλατφορμών και η κατανάλωση μη παράνομου αλλά επιβλαβούς περιεχομένου καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ νόμιμης έκφρασης και επικίνδυνης ριζοσπαστικοποίησης.

Για το λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή προσέγγιση δίνει έμφαση:

•         στη διατομεακή συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών ασφάλειας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας,

•         στην ανάπτυξη εργαλείων έγκαιρης ανίχνευσης προσαρμοσμένων σε εξατομικευμένες διαδρομές ριζοσπαστικοποίησης,

•         στη στοχευμένη πρόληψη για ευάλωτες ομάδες, ιδίως νέους.

Ο δύσκολος εντοπισμός τους

Οι μοναχικοί δρώντες συνιστούν μια εξελισσόμενη και ιδιαίτερα σύνθετη μορφή απειλής η οποία αμφισβητεί τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις της τρομοκρατίας. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί μια πολυπαραγοντική προσέγγιση που συνδυάζει ιδεολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Στο πλαίσιο αυτό, η ψυχική υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μονοδιάστατη αιτία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος ευαλωτοτήτων που, σε συνδυασμό με ψηφιακές και ιδεολογικές επιρροές, μπορεί να συμβάλει στη μετάβαση προς τη βίαιη δράση.

Η απουσία ενός κοινά αποδεκτού και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμου ορισμού του «μοναχικού δρώντος» δημιουργεί διαρκείς προκλήσεις για τους επαγγελματίες στους τομείς της επιβολής του νόμου, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ψυχικής υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών και της ασφάλειας στο διαδίκτυο. Οι ασυνεπείς ταξινομήσεις υπονομεύουν τις προσπάθειες έγκαιρης προειδοποίησης, περιπλέκουν την ανταλλαγή πληροφοριών και περιορίζουν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων περιστατικών μεταξύ διαφορετικών χωρών και επιστημονικών πεδίων. Επιπλέον, επηρεάζουν το σχεδιασμό και την αξιολόγηση πλαισίων πρόληψης, απεμπλοκής και παρέμβασης, ιδίως όταν οι δείκτες κινδύνου διαφοροποιούνται μεταξύ ιδεολογικά καθοδηγούμενων δραστών, διαδικτυακά δικτυωμένων ατόμων και εκείνων που δρουν κυρίως βάσει προσωπικών παραπόνων.

Για τα ευρωπαϊκά όργανα συντονισμού και τα δίκτυα γνώσης, οι προκλήσεις αυτές είναι ακόμη πιο έντονες. Χωρίς έναν ελάχιστο επιχειρησιακό ορισμό και μια σαφή λογική διάκρισης μεταξύ μοναχικών δρώντων και συναφών κατηγοριών, οι επαγγελματίες διατρέχουν τον κίνδυνο είτε να υπεργενικεύσουν διαφορετικές μορφές βίας είτε να παρερμηνεύσουν αναδυόμενες απειλές που δεν εντάσσονται σε καθιερωμένες τυπολογίες. Οι ασαφείς ταξινομήσεις ενδέχεται επίσης να δημιουργήσουν κενά μεταξύ των πολιτικών αντιτρομοκρατίας, της πρόληψης σοβαρής βίας και των μηχανισμών προστασίας ευάλωτων ατόμων.

[1] D. Rapoport, (2022), Waves of Global Terrorism: From 1879 to the Present, Columbia, Columbia University Press.

[2] Lindekilde, L., O’Connor, F., & Schuurman, B. (2019). Radicalization patterns and modes of attack planning and preparation among lone-actor terrorists: an exploratory analysis. Behavioral Sciences of Terrorism and Political Aggression, 11(2), 113-133. Clemmow, C., Bouhana, N., & Gill, P. (2020). Analyzing person‐exposure patterns in lone‐actor terrorism: Implications for threat assessment and intelligence gathering. Criminology & Public Policy, 19(2), 451-482. Bakker, E., & de Roy van Zuijdewijn, J. (2016). Lone-actor terrorism. Toolkit Paper 1: Practical guidance for mental health practitioners and social workers. Countering Lone-Actor Terrorism Series, (9). International Centre for Counter-Terrorism (ICCT). Schuurman, B., Lindekilde, L., Malthaner, S., O'Connor, F., Gill, P., & Bouhana, N. (2019). End of the lone wolf: The typology that should not have been. Studies in Conflict & Terrorism, 42(8), 771-778. Bright, David, Chad Whelan, and Shandon HarrisHogan. 2020. “Exploring the Hidden Social Networks of ‘Lone Actor’ Terrorists.” Crime, Law and Social Change 74 (5): 491–508. Gill, Paul. 2015. Lone-Actor Terrorists: A Behavioral Analysis. London: Routledge. Hofmann, David C. 2020. “How ‘Alone’ are LoneActors? Exploring the Ideological, Signaling, and Support Networks of Lone-Actor Terrorists.” Studies in Conflict & Terrorism 43 (7): 657–78. Holzer, Jacob C., Andrea J. Dew, Patricia R. Recupero και Paul Gill. (επιμ.) 2022. Lone-Actor Terrorism: An Integrated Framework. Oxford: Oxford University Press.

[3] Corner, E., Gill, P., & Mason, O. (2016). Mental health disorders and the terrorist: A research note probing selection effects and disorder prevalence. Studies in Conflict & Terrorism, 39(6), 560-568. De Roy van Zuijdewijn, J., & Bakker, E. (2016). Analysing personal characteristics of lone-actor terrorists: Research findings and recommendations. Perspectives on terrorism, 10(2), 42-49.

05 Οκτωβρίου 2026
Ατελιέ The Books' Journal

Ένα αμερικανικό εφετείο έκρινε ότι μια εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης είναι «επικίνδυνη» για τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, επειδή το προϊόν της αρνείται να κάνει δύο συγκεκριμένα πράγματα. Η υπόθεση μάς αφορά περισσότερο απ’ όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως: στις 31 Αυγούστου η Ελλάδα υπέγραψε στο Τελ Αβίβ τη συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Η Anthropic, η εταιρεία που φτιάχνει το Claude, τον βασικό ανταγωνιστή του ChatGPT, δεν είναι ειρηνιστική ΜΚΟ. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούσαν το μοντέλο της από το 2024. Η εταιρεία είχε δεχτεί, στη σύμβαση που υπέγραψε,  να χρησιμοποιείται το μοντέλο για  σχεδιασμό όπλων, για  ανάλυση πληροφοριών και για επιθέσεις στον κυβερνοχώρο. Δύο πράγματα αρνήθηκε ώς το τέλος: να κατευθύνει το Claude όπλα που διαλέγουν και χτυπούν στόχους αυτόνομα, δηλαδή χωρίς να το αποφασίζει άνθρωπος· και να χρησιμοποιηθεί ως Μεγάλος Αδελφός για τη μαζική παρακολούθηση Αμερικανών πολιτών.

Τον Ιανουάριο, ο υπουργός Πιτ Χέγκσεθ, του οποίου το υπουργείο αυτοαποκαλείται από πέρυσι υπουργείο Πολέμου, απαίτησε από όλους τους προμηθευτές να προσθέσουν στις συμβάσεις τους τον όρο «για κάθε νόμιμη χρήση». Ενάμιση μήνα μετά, η Anthropic δεν το είχε κάνει.  Ο υπουργός έδωσε στον επικεφαλής της, τον Ντάριο Αμοντέι, τρεις μέρες προθεσμία να συμμορφωθεί. Ο Αμοντέι, αν και είχε το μαχαίρι στον λαιμό,  αρνήθηκε δημοσίως να το πράξει· αναγνώρισε, ωστόσο, ότι το υπουργείο έχει κάθε δικαίωμα να βρει άλλον προμηθευτή και προσφέρθηκε να διευκολύνει τη μετάβαση σε άλλο σύστημα.

 Ο Χέγκσεθ θα μπορούσε απλώς να λύσει τη συνεργασία. Ως επιδερμικά πολεμοχαρής, μόλις έληξε το τελεσίγραφο προτίμησε να χαρακτηρίσει την εταιρεία «επικίνδυνη για την εφοδιαστική αλυσίδα», με έναν νόμο του 2018 που ψηφίστηκε για να εμποδίσει εχθρικά κράτη να διεισδύουν στις κρατικές προμήθειες. Με αυτή την απόφαση κανένας εργολάβος που κάνει δουλειές με το Πεντάγωνο δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί σε αυτές το Claude.

Η εταιρεία προσέφυγε στη δικαιοσύνη. Στις 25 Σεπτεμβρίου το ομοσπονδιακό εφετείο της Ουάσινγκτον απέρριψε κατά πλειοψηφία την προσφυγή της. Η απόφαση δέχεται ότι η Anthropic ενήργησε με «αγαθές προθέσεις», και ταυτόχρονα ότι ο υπουργός είχε κάθε δικαίωμα να τη χαρακτηρίσει «επικίνδυνη».

Ένα ρήμα, δύο λεξικά

Πώς γίνεται να είναι κανείς καλόπιστος και επικίνδυνος ταυτόχρονα; Η αμερικανική νομοθεσία ορίζει ως κίνδυνο το ενδεχόμενο να κάνει κάποιος σαμποτάζ σε ένα προϊόν, να του κρύψει κακόβουλα μια ανεπιθύμητη λειτουργία ή να επέμβει «με άλλον τρόπο» στη λειτουργία του (το αγγλικό ρήμα είναι to manipulate). Τα ελληνικά έχουν για το ρήμα αυτό δύο λέξεις, και οι δικαστές διχάστηκαν ανάμεσά τους. Η πλειοψηφία το ερμήνευσε ως «χειρίζομαι», δηλαδή ρυθμίζω και ελέγχω. Η Anthropic εκπαιδεύει το Claude να αρνείται ορισμένα πράγματα, άρα και αυτή το  χειρίζεται, και ο νόμος, κατά την πλειοψηφία, κοιτάζει τι κάνει ο προμηθευτής και αδιαφορεί για το γιατί το κάνει.

 Η δικαστής Κάρεν Χέντερσον, που μειοψήφησε, το ερμήνευσε ως «χειραγωγώ», δηλαδή επηρεάζω ύπουλα και με δόλο. Ο κατάλογος του νόμου, υποστηρίζει, αρχίζει με το σαμποτάζ και τις κακόβουλες ενέργειες, άρα και το ρήμα  «χειραγωγώ»  εννοεί κάτι εχθρικό και κρυφό· η Anthropic, αντίθετα, έγραψε τους περιορισμούς της φανερά στο συμβόλαιο και τους τήρησε. Το παράδειγμα που έδωσε η δικαστίνα το καταλαβαίνει και μικρό παιδί. Όταν μια πινακίδα βιβλιοθήκης απαγορεύει «να φωνάζετε, να μιλάτε δυνατά στο κινητό, να παίζετε μουσική ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο να ενοχλείτε», δεν διώχνει αυτόν που ακούει μουσική με ακουστικά.

Το επιχείρημα του στρατού

Η θέση του υπουργείου είναι εύλογη, και θα ήταν άδικο να την παραβλέψουμε, μόνον επειδή ο Χέγκσεθ τη διατύπωσε με τον χοντροκομμένο τρόπο του: «Οι πολεμιστές της Αμερικής δεν θα γίνουν ποτέ όμηροι των ιδεολογικών ιδιοτροπιών της Big Tech». Ένα όπλο εκτελεί καταπώς  το χειρίζεται ο χειριστής του (συγχωρήστε με). Τα όρια τα βάζει η νομοθεσία· την ερμηνεία της την κάνει η στρατιωτική ιεραρχία, η οποία λογοδοτεί σε εκλεγμένη κυβέρνηση. Και βεβαίως, κανένας στρατός δεν ξεκινά μια επιχείρηση χωρίς να ξέρει αν το λογισμικό του θα συνεργαστεί ώς το τέλος.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η ανησυχία του Πενταγώνου είχε έρεισμα. Τον Ιανουάριο, στέλεχος της Anthropic έθεσε ερωτήματα για τη χρήση του Claude σε μια στρατιωτική επιχείρηση στο εξωτερικό (κατά τα δημοσιεύματα, τη σύλληψη του Νικόλας Μαδούρο) και το υπουργείο αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν το λογισμικό σταματούσε να ανταποκρίνεται σε μια κρίσιμη στιγμή. Η εταιρεία αντέτεινε ότι ο στρατός μπορεί να δοκιμάζει κάθε νέο μοντέλο πριν το παραλάβει, όπως κάνει π.χ. με τα αεροπλάνα.  Αλλά εδώ αρχίζουν τα δύσκολα με την τεχνητή νοημοσύνη. Η δοκιμή δεν μπορεί ποτέ να είναι εξαντλητική για  ένα σύστημα που –όπως παραδέχεται η ίδια η εταιρεία– αν αλλάξει λίγο η διατύπωση μπορεί να απαντήσει στο ίδιο αίτημα αλλιώς. Έτσι ο στρατός δεν ξέρει από πριν (και δεν μπορεί να ξέρει…) πότε η μηχανή θα του πει όχι.

Νόμιμο και ηθικό;

Η Anthropic απαντά ότι στις δύο περιπτώσεις που αναφέραμε παραπάνω (τα όπλα  που σκοτώνουν μόνα τους και τις μαζικές παρακολουθήσεις) η μηχανή οφείλει να λέει όχι. Ο λόγος για την πρώτη άρνηση είναι εγγενής στην τεχνητή νοημοσύνη. Τα σημερινά μοντέλα κάνουν ένα λάθος που δεν μοιάζει με τα ανθρώπινα (εκτός και αν σε λένε Τραμπ): μπορούν να πουν με απόλυτη βεβαιότητα πράγματα που δεν ισχύουν. Ο Αμοντέι δέχεται ότι κάποτε τα όπλα θα γίνουν αυτόνομα (θα σκοτώνουν δηλαδή από μόνα τους)· σήμερα, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η τεχνολογία δεν είναι «αρκετά αξιόπιστη», και το λάθος της θα το πληρώσουν και άμαχοι – όχι μόνο στρατιώτες.  Τις αντοχές και ανοχές (αλλά όχι ενοχές, καθότι η μηχανή δεν διαθέτει) του προϊόντος τις ξέρει καλύτερα ο  κατασκευαστής του. Ο μηχανικός που αρνείται να υπογράψει για φορτίο πάνω από τις αντοχές μιας γέφυρας δεν σαμποτάρει τον πελάτη του· αντίθετα, τον προστατεύει.

Πάνω από το τεχνικό επιχείρημα στέκεται ένα παλαιότερο. Το δίκαιο του πολέμου ζητά να δια-κρίνει κάποιος αν: α)  ο στόχος είναι μαχητής ή άμαχος· και β) το πλήγμα είναι ανάλογο με το στρατιωτικό όφελος. Προϋποθέτει επίσης ότι αυτός ο κάποιος μπορεί να δικαστεί για την κρίση του. Όταν, λοιπόν, αποφασίζει το λογισμικό, δεν υπάρχει κανείς να δικαστεί. Ο στρατός των ανθρώπων έχει, άλλωστε, ένα φρένο που το θεωρούμε δεδομένο, αφού ο στρατιώτης μπορεί να αρνηθεί μια παράνομη διαταγή. Και εδώ ξαναρχίζουν τα δύσκολα της τεχνητής νοημοσύνης.  Ο Αμοντέι γράφει ότι ένα σμήνος από εκατομμύρια αυτόνομα οπλισμένα drones θα μπορούσε να γίνει «ανίκητος στρατός». Σε έναν τέτοιο στρατό δεν απομένει κανείς για να αρνηθεί μια διαταγή –εκτός αν η άρνηση έχει ενσωματωθεί στο ίδιο το όπλο.

Για τη μαζική παρακολούθηση των πολιτών ο Αμοντέι έχει  γράψει ότι  στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μεν νόμιμη αλλά «ασύμβατη με τις δημοκρατικές αξίες». Ο Έλληνας αναγνώστης θα θυμάται ότι έχει ακούσει πως «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό», και θα θυμάται επίσης πώς υποδέχτηκε αυτό το σόφισμα των πολιτικών. Επιπλέον, υπάρχει και το ζήτημα της νομοθεσίας, που σχεδόν πάντα υστερεί έναντι της εποχής της.  Η αμερικανική νομοθεσία, εν προκειμένω, γράφτηκε για μια εποχή όπου η παρακολούθηση των πάντων ήταν πρακτικά αδύνατη, γιατί χρειαζόταν ανθρώπους να ακούν και να διαβάζουν· ένα μοντέλο μπορεί να διαβάζει (σχεδόν) τα πάντα,  καταργώντας  έτσι αυτόν τον φυσικό περιορισμό. Ο δικός μας νόμος είναι πρόσφατος (ν. 5002/2022, μετά τις υποκλοπές), αλλά κι αυτός ρυθμίζει την άρση του απορρήτου για συγκεκριμένα πρόσωπα, με προηγούμενη εισαγγελική διάταξη. Ούτε εδώ ο νομοθέτης είχε κατά νου μια μηχανή που δεν χρειάζεται να διαλέξει ποιον θα ακούσει.

Ο δεύτερος όροφος

Η απόφαση του δικαστηρίου κλείνει με δύο θεμελιώδεις ανησυχίες. Ο υπουργός φοβάται τα μοντέλα με υπερβολικούς περιορισμούς, τα οποία θα τα στυλώσουν και θα σταματήσουν απροειδοποίητα στη μέση μιας επιχείρησης. Η Anthropic φοβάται τα ίδια μοντέλα χωρίς περιορισμούς, που θα «παραισθάνονται ακατάλληλους στόχους για φονική πολεμική ισχύ». Το ρήμα «παραισθάνονται», ειρήσθω εν παρόδω, είναι γραμμένο στην απόφαση του δικαστηρίου.

Εμένα το ζήτημα με απασχολεί εδώ και καιρό, γιατί γράφω ένα μυθιστόρημα γύρω από ένα τέτοιο σύστημα στόχευσης, και το γράφω με συνεργάτη το ίδιο το Claude. Η σκηνή που με παίδεψε περισσότερο είναι απλή: Σε μια πόλη της Μέσης Ανατολής, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας υπάρχουν ένοπλοι μαχητές. Στον δεύτερο όροφο λειτουργεί παιδιατρική κλινική. Στην οθόνη του χειριστή, που βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κτίριο είναι ένα πεδίο με την ένδειξη «κόμβος επικοινωνιών» και έχει έναν δείκτη βεβαιότητας (πόσο σίγουρη είναι η μηχανή γι’ αυτό). Ο χειριστής έχει μερικά δευτερόλεπτα και ξέρει ότι το σύστημα –όταν προτείνει ένα στόχο– τις περισσότερες φορές έχει δίκιο. Όμως οι ένοπλοι δεν διάλεξαν τυχαία το κτίριο. Εγκαταστάθηκαν πάνω από την κλινική ακριβώς επειδή λογαριάζουν ότι κάποιος στην άλλη πλευρά θα διστάσει.

Σε αυτό το σημείο έχουν δίκιο και οι δύο αντίδικοι. Μια μηχανή που διστάζει πάντα κάνει τις ανθρώπινες ασπίδες αποτελεσματικές, και μια μηχανή που δεν διστάζει ποτέ τις εξολοθρεύει. Ανάμεσα στα δύο χωράει μόνο η κρίση ενός ανθρώπου που βλέπει και τους δύο ορόφους και θα λογοδοτήσει για ό,τι διαλέξει. Το πλήρως αυτόνομο όπλο αφαιρεί από την αλυσίδα αποφάσεων αυτόν ακριβώς τον άνθρωπο. Αν το μοντέλο είδε κάτι που δεν υπήρχε, ή δεν είδε καθόλου τον δεύτερο όροφο, ενώ υπήρχε κλινική, στην ανάκριση ο αξιωματικός θα πει «αυτό το πεδίο δεν το συμπλήρωσα εγώ» και θα λέει την αλήθεια. Το ίδιο θα πουν ο χειριστής και ο προγραμματιστής. Και δεν θα φταίει κανείς.

Όταν άρχισα να γράφω, η σκηνή ήταν επινόηση. Μετά ήρθαν τα γεγονότα: η απόφαση του δικαστηρίου καταγράφει ότι δύο μέρες μετά την άρνηση του Αμοντέι άρχισαν οι αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν και ότι, κατά τη Wall Street Journal, το Claude χρησιμοποιήθηκε και εκεί, λίγες ώρες αφότου ανακοινώθηκε ο αποκλεισμός του. Την πρώτη μέρα του πολέμου, αμερικανικοί πύραυλοι Tomahawk έπληξαν ένα δημοτικό σχολείο στο Μινάμπ του Ιράν: εκατόν πενήντα έξι νεκροί, από τους οποίους εκατόν είκοσι ήταν μικρά παιδιά. Η απόφαση καταγράφει επίσης ότι το 2024 οι πρώτες εκδόσεις του Claude αρνούνταν να συνοψίσουν εκτιμήσεις απειλών ή να μεταφράσουν υποκλαπέντα κείμενα που περιέγραφαν βίαιες πράξεις, και ότι η εταιρεία έφτιαξε για τις μυστικές υπηρεσίες ειδική έκδοση, που δεν τα αρνείται πλέον. Τη μηχανή που διστάζει και ύστερα υποχωρεί την είχα για μυθιστορηματικό εύρημα. Τη βρήκα στη σελίδα 8 μιας δικαστικής απόφασης, ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του κατασκευαστή της.

Γιατί μας αφορά

Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ Act) εξαιρεί ρητά τις στρατιωτικές χρήσεις. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί μια τέτοια χρήση. Πρόκειται για ένα «πολυεπίπεδο» (και μόνο η λέξη με ανησυχεί) σύστημα αεράμυνας που αγοράζουμε από το Ισραήλ και στο οποίο η τεχνητή νοημοσύνη θα εντοπίζει στόχους και θα αξιολογεί απειλές. Και το ερώτημα είναι: ποιος ορίζει τι θα αρνείται να κάνει ένα τέτοιο λογισμικό, ο κατασκευαστής του ή ο στρατός που το αγοράζει; Στην αεράμυνα το «ναι» και το «όχι» μετριούνται σε δευτερόλεπτα. Το ίχνος στο ραντάρ είναι είτε πύραυλος είτε επιβατικό αεροπλάνο, και κάποιος πρέπει να έχει ορίσει από πριν: α) πόσο σίγουρη οφείλει να είναι η μηχανή· και  β) αν θα περιμένει άνθρωπο να αποφασίσει.

Για εμάς λοιπόν, όπως και για τους Αμερικανούς, τα μόνα όρια στο τι θα κάνουν αυτά τα συστήματα είναι όσα γράψει ο προμηθευτής στο συμβόλαιο (δηλαδή οι Ισραηλινοί) και όσα δεχτεί ο αγοραστής (δηλαδή εμείς μέσω του υπουργείου Αμύνης).

Γι’ αυτό η σημαντικότερη σελίδα της απόφασης είναι η σελίδα 7 της μειοψηφίας. Ο επόμενος προμηθευτής, γράφει η Χέντερσον, θα έχει να διαλέξει ανάμεσα στην αποδοχή των όρων του υπουργού και στον χαρακτηρισμό του ως απειλής για την εθνική ασφάλεια. Με τη λογική της πλειοψηφίας, το δίλημμα αυτό θα το αντιμετωπίσει ακόμη κι ο προμηθευτής που λέει όχι σε μια χρήση αντίθετη στον νόμο ή στο Σύνταγμα.

Στο τέλος της γραφής, η Anthropic εμπορικά δεν έπαθε τίποτα· μετά τον αποκλεισμό, σημειώνει το δικαστήριο με δόση ειρωνείας, δέχθηκε επενδυτικές προσφορές που την αποτιμούν σε πάνω από 900 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία εξετάζει τα επόμενα βήματά της και μπορεί να ζητήσει να κριθεί η υπόθεση από την ολομέλεια του εφετείου. Ως τότε ισχύει η τελευταία παράγραφος της πλειοψηφίας: ανάμεσα στη μηχανή που αρνείται και στη μηχανή που «παραισθάνεται» διαλέγουν ο πρόεδρος και ο υπουργός Πολέμου, και πρακτικά συναποφασίζουν αν δίπλα στη μηχανή που στοχεύει θα κάθεται άνθρωπος. Το ποιος θα το διαλέξει στην Ελλάδα πρέπει να έχει απαντηθεί πριν παραδοθεί η Ασπίδα του Αχιλλέα.


04 Οκτωβρίου 2026
Ατελιέ The Books' Journal

Όταν η κομματική βεβαιότητα γίνεται δημοσιογραφικό ύφος

Ο Θανάσης Καρτερός έχει μακρά διαδρομή στον κομματικό Τύπο. Συντάκτης, αρχισυντάκτης και αργότερα διευθυντής του Ριζοσπάστη, διαγράφτηκε από το ΚΚΕ το 1991, πέρασε από άλλα μέσα και, δεκαετίες αργότερα, βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου ως επικεφαλής του Γραφείου Τύπου του Αλέξη Τσίπρα. Υπάρχει όμως ένα επεισόδιο της δημοσιογραφικής του διαδρομής που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα: το Τσερνομπίλ.

Την άνοιξη του 1986, ενώ η Ευρώπη προσπαθούσε ακόμη να καταλάβει την έκταση της πυρηνικής καταστροφής, ο Ριζοσπάστης επέλεγε μια εντυπωσιακά διαφορετική ανάγνωση. Το περίφημο πρωτοσέλιδο μιλούσε για «Αντισοβιετικό νέφος», απέδιδε στον Λευκό Οίκο τον συντονισμό μιας «υστερικής εκστρατείας» και αναπαρήγαγε τη σοβιετική διαβεβαίωση ότι δεν υπήρχε κίνδυνος...  Μεταγενέστερα δημοσιεύματα της ίδιας εφημερίδας εξακολουθούσαν να υποβαθμίζουν τον κίνδυνο και να παρουσιάζουν το πυρηνικό ατύχημα μέσα από το φίλτρο της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης.

Από εκείνη την ιστορία γεννήθηκε και το «Μαρούλιας». Η περίφημη ιστορία με τα «άφοβα μαρούλια» έχει επαναληφθεί επί χρόνια στον ελληνικό Τύπο, ακόμη και από μεγάλες εφημερίδες, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνης της περιόδου. Το σημαντικότερο, όμως, βρίσκεται αλλού. Και είναι πολύ σοβαρότερο από ένα προσωνύμιο. Είναι η νοοτροπία σύμφωνα με την οποία, όταν η πραγματικότητα ενοχλεί την πολιτική βεβαιότητα, το πρόβλημα βρίσκεται στην πραγματικότητα.

Σαράντα χρόνια μετά το Τσερνομπίλ, ο Καρτερός επανέρχεται με ένα άρθρο για τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη. Τίτλος του: «Ε, όχι και να παραιτηθεί ο Φλωρίδης!». Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών (πού αλλού;) την 1η Οκτωβρίου 2026. Η κριτική στον Φλωρίδη μπορεί φυσικά να είναι όσο σκληρή θέλει ο αρθρογράφος. Μπορεί να θεωρεί τις δηλώσεις του απαράδεκτες, την πολιτική του επιζήμια, την παρουσία του στο υπουργείο προβληματική. Αυτό είναι η πολιτική αντιπαράθεση. Ο Καρτερός όμως επιλέγει κάτι διαφορετικό. Και εδώ τα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν αποκτούν σχεδόν παιδαγωγικό ενδιαφέρον. Αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, ιδεολογίες διαψεύστηκαν, αρχεία άνοιξαν, βεβαιότητες εκατομμυρίων ανθρώπων έγιναν συντρίμμια και ολόκληρος ο κόσμος άλλαξε περισσότερες από μία φορές.  Ο Καρτερός, πάλι, πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο: τέσσερις δεκαετίες Ιστορίας πέρασαν από μπροστά του χωρίς να τον ενοχλήσουν καθόλου. Η εξέλιξή του υπήρξε υποδειγματικά μηδενική. Οι παλιές βεβαιότητες άντεξαν χωρίς ούτε μία ρωγμή, προστατευμένες από γεγονότα, διαψεύσεις και πραγματικότητα. Το 1986 έφταιγε το «αντισοβιετικό νέφος»· σαράντα χρόνια αργότερα, όταν και πάλι η πραγματικότητα δεν βολεύει, επιστρατεύονται «αρχηγοί», «ποινικές δικονομίες» και άνθρωποι που «τρώνε τη σφαίρα». Ο κόσμος προχώρησε. Η μέθοδος έμεινε στη θέση της.

Αφού περιγράψει ουσιαστικά την κυβέρνηση με όρους ποινικής υπόθεσης, γράφει ότι, όταν μια ομάδα ανθρώπων λειτουργεί «με όρους ποινικής δικονομίας», τότε, αν τα πράγματα σφίξουν, είναι εύλογο να «τρώει τη σφαίρα» κάποιος «για να σωθεί ο αρχηγός».  Ας μην καταφύγουμε στην εύκολη υπερβολή και ας  δεχτούμε ότι δεν  πρόκειται για κυριολεκτική απειλή κατά της ζωής του Γιώργου Φλωρίδη. Και ότι πρόκειται για μια «θανατηφόρα» μεταφορά. Μόνο που ακριβώς ως μεταφορά είναι αποκαλυπτική. Γιατί ο Καρτερός θα μπορούσε να γράψει ότι ο υπουργός ενδέχεται να θυσιαστεί πολιτικά. Ότι μπορεί να αποπεμφθεί. Ότι ίσως χρησιμοποιηθεί ως αποδιοπομπαίος τράγος. Ότι ένας πρωθυπουργός εγκαταλείπει συνεργάτες του όταν αυτοί μετατρέπονται σε πολιτικό βάρος. Η ελληνική γλώσσα διαθέτει λέξεις για όλα αυτά. Εκείνος διάλεξε τη σφαίρα. Και προηγουμένως διάλεξε την «ομάδα ανθρώπων» που λειτουργεί «με όρους ποινικής δικονομίας». Δημιουργεί έτσι ολόκληρη εικόνα: υπάρχει ένας «αρχηγός», υπάρχει μια ομάδα γύρω του και, όταν έρθει η δύσκολη ώρα, κάποιος από τους ανθρώπους της «τρώει τη σφαίρα» για να σωθεί εκείνος.  Η πολιτική μετατρέπεται σε αστυνομική μυθολογία.

Και εδώ εμφανίζεται μια περίεργη συνέχεια με εκείνο το μακρινό 1986.

Φυσικά, το Τσερνομπίλ και το σημερινό άρθρο δεν είναι συγκρίσιμα γεγονότα. Η αναλογία αφορά τον τρόπο του λόγου. Τότε υπήρχε ένα πραγματικό πυρηνικό ατύχημα και η κομματική ανάγνωση αναζητούσε πίσω από τις αντιδράσεις ένα «αντισοβιετικό νέφος». Σήμερα υπάρχει μια απολύτως θεμιτή πολιτική σύγκρουση και ο αντίπαλος μεταφέρεται μέσα σε ένα νοητικό σκηνικό «αρχηγού», ποινικής δικονομίας και ανθρώπων που «τρώνε σφαίρες».

Ο Καρτερός γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη των λέξεων. Δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος αρθρογράφος. Είναι ένας άνθρωπος με δεκαετίες μέσα στον Τύπο, με διευθυντικές θέσεις, με κομματική εμπειρία και με θητεία στην κορυφή του κυβερνητικού επικοινωνιακού μηχανισμού.

Γι’ αυτό και η επιλογή της «σφαίρας» έχει σημασία. Δεν θα επιχειρήσω να μαντέψω τι θα συνέβαινε αν ένας από εκείνους τους δημοσιογράφους που η προοδευτική ευαισθησία ταξινομεί συνήθως στους «αντιδραστικούς» είχε βγάλει από το αρθρογραφικό του οπλοστάσιο μια σφαίρα και την είχε χρησιμοποιήσει ως μεταφορά για κάποιον υπουργό της τότε «προοδευτικής» διακυβέρνησης. Ας πούμε, μάλιστα, την εποχή που ο νέος Ποινικός Κώδικας έμπαινε σε ισχύ έξι ημέρες πριν από τις εκλογές, προκαλώντας σφοδρή συζήτηση και για τις ρυθμίσεις της υπό όρον απόλυσης.

Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να τεθεί το ερώτημα: με ποια λεξιλόγια θα είχε περιγραφεί τότε η «σφαίρα»; Ως ακροδεξιά ρητορική; Ως εκτροπή; Ως κανονικοποίηση της βίας; Ως στοχοποίηση πολιτικού προσώπου;  Θα είχαν άραγε οι εκλεκτοί «Συντάκτες» την ίδια φιλολογική άνεση να μας εξηγήσουν ότι πρόκειται απλώς για μια μεταφορά; Ή μήπως οι μεταφορές αποκτούν διαφορετικό ηθικό βάρος αναλόγως με το χέρι που τις γράφει;

Η «σφαίρα» δεν αποκαλύπτει κάτι για τον Φλωρίδη. Αποκαλύπτει κάτι για ένα είδος πολιτικής γραφής που χρειάζεται διαρκώς έναν εχθρό μεγαλύτερο από την πραγματικότητα. Έναν αντίπαλο που δεν αρκεί να είναι λανθασμένος, ανεπαρκής ή πολιτικά επιζήμιος· πρέπει να τοποθετηθεί μέσα σε ένα ολόκληρο ηθικό σκηνικό, όπου από τη μία βρίσκονται οι ένοχοι και από την άλλη εκείνος που αναλαμβάνει να τους αποκαλύψει. Κάπως έτσι η δημοσιογραφία παύει να φωτίζει τα γεγονότα και αρχίζει να τα σκηνοθετεί.

Ίσως γι’ αυτό το «αντισοβιετικό νέφος» του 1986 έχει επιβιώσει περισσότερο από πολλές σχετικά αξιοπρεπέστερες σελίδες εκείνης της εφημερίδας. Επειδή μέσα σε δύο λέξεις συμπύκνωνε μια ολόκληρη αντίληψη: πρώτα αποφασίζουμε ποιος έχει δίκιο και κατόπιν τακτοποιούμε την πραγματικότητα γύρω από αυτή την απόφαση.

Τώρα ήρθε η «σφαίρα».

Σαράντα χρόνια χωρίζουν τις δύο εικόνες. Η εποχή άλλαξε, τα κόμματα άλλαξαν, η Σοβιετική Ένωση εξαφανίστηκε, ο ίδιος ο Καρτερός διέσχισε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Η ευκολία όμως με την οποία η κομματική βεβαιότητα μεταμφιέζεται σε περιγραφή της πραγματικότητας παραμένει εντυπωσιακά γνώριμη.

Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τα μαρούλια.

 

04 Οκτωβρίου 2026
Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Άντι Μπέρναμ δεν είναι κατηγορηματικός εναντίον της επανένταξης της χώρας του στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα εμπόδια, όμως, είναι πολλά. H εύγλωττη αναπαράσταση της ευρωπαϊκής ταυτότητας που συνειδητά δίνει στην πρωθυπουργία του ο Μπέρναμ σχολιάστηκε με τη σύνθεση της εικόνας που δημοσιεύυμε από τους Times του Λονδίνου. Παρεμφερή εικονογράφηση χρησιμοποίησαν και άλλες εφημερίδες, περιοδικά και ειδησεογραφικά σάιτ στη Βρετανία.

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, ένας Βρετανός πρωθυπουργός τολμά για πρώτη φορά να προφέρει δημόσια τη λέξη «επανένταξη». Πόσο ρεαλιστικό είναι το ενδεχόμενο – και τι θα απαιτούσε από το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες;

 

Το πρωί της Τετάρτης 30 Σεπτεμβρίου, στην εκπομπή Today του BBC Radio 4, ο Άντι Μπέρναμ είπε κάτι που κανένας ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ δεν είχε πει εδώ και μία δεκαετία. Ερωτηθείς αν επιθυμεί η χώρα του να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν απάντησε με το τελετουργικό «όχι» που είχε καθιερώσει ο προκάτοχός του. Είπε ότι θέλει να «εξετάσει τις επιλογές» και ανάμεσά τους απαρίθμησε, πλάι στη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος, την τελωνειακή ένωση, την ενιαία αγορά και την πλήρη επανένταξη – το να «πάμε μέχρι τέλους», όπως το έθεσε. Η σημερινή διευθέτηση του Brexit, κατά τον ίδιο, έχει προκαλέσει περισσότερη ζημιά παρά όφελος. Την προηγούμενη μέρα, από το βήμα του ετήσιου συνεδρίου των Εργατικών, ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε χρεώσει στο Brexit την απώλεια ελέγχου τόσο στη μετανάστευση όσο και στην οικονομία, κρίνοντας τη σημερινή σχέση με την Ευρώπη ανεπαρκή και υποσχόμενος να αναζητήσει «συναίνεση» για τη μελλοντική κατεύθυνση.

Η σημασία της στιγμής δεν βρίσκεται σε όσα δεσμεύτηκε –στην πραγματικότητα δεν δεσμεύτηκε σε τίποτα– αλλά στο ότι μετατόπισε τα όρια του πολιτικά νοητού. Επί μία δεκαετία, το ερώτημα της επιστροφής ήταν στη Βρετανία κάτι σαν οικογενειακό μυστικό: όλοι γνώριζαν ότι υπάρχει, αλλά κανένα κόμμα εξουσίας δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. Το Brexit είχε διχάσει οικογένειες, φίλους και εκλογικές περιφέρειες και η επανάληψη της σύγκρουσης θεωρούνταν πολιτική αυτοκτονία. Ο Κιρ Στάρμερ είχε οικοδομήσει ολόκληρη τη στρατηγική του πάνω στη διαβεβαίωση ότι η χώρα δεν θα επιστρέψει ούτε στην ΕΕ, ούτε στην ενιαία αγορά, ούτε στην τελωνειακή ένωση. Ο διάδοχός του, ο Άντι Μπέρναμ, που ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου, μετά τη νίκη του στην επαναληπτική εκλογή του Μέικερφιλντ και την παραίτηση του Στάρμερ, έσπασε το ταμπού σε λιγότερο από τρεις μήνες.

Μια ιστορία αμφιθυμίας

Για να εκτιμήσει κανείς τις προοπτικές, αξίζει να θυμηθεί ότι η σχέση Βρετανίας και Ευρώπης υπήρξε πάντοτε σχέση δισταγμού. Ο Τσώρτσιλ μιλούσε μετά τον πόλεμο για «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», εννοώντας όμως μια Ευρώπη την οποία η Βρετανία θα παρακολουθούσε ευμενώς από την άλλη όχθη της Μάγχης, όχι ως μέλος. Όταν το Λονδίνο αποφάσισε τελικά να χτυπήσει την πόρτα των Βρυξελλών, ο Ντε Γκωλ του την έκλεισε δύο φορές, το 1963 και το 1967, θεωρώντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο  ήταν ο δούρειος ίππος της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη. Η ένταξη ήρθε μόλις το 1973, επικυρώθηκε με άνεση στο δημοψήφισμα του 1975, και ακολούθησαν σχεδόν πέντε δεκαετίες μιας συμμετοχής με αστερίσκους – π.χ. η επιστροφή εισφορών που απέσπασε η Θάτσερ το 1984, η εξαίρεση από το ευρώ, η παραμονή εκτός Σένγκεν. Το δημοψήφισμα του Ιουνίου 2016, με 51,9% υπέρ της αποχώρησης, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία αλλά η κατάληξη μιας μακράς εσωτερικής διαφωνίας για το τι ακριβώς είναι η Βρετανία – μια ευρωπαϊκή χώρα ή νησί με παγκόσμια ενδιαφέροντα που απλώς τυχαίνει να βρίσκεται κοντά στην ήπειρο ;

Τι λένε οι πολίτες

Από το 2016 η κοινή γνώμη έχει μετακινηθεί αισθητά. Οι μετρήσεις της YouGov δείχνουν εδώ και καιρό ότι μια σαφής πλειοψηφία θεωρεί πλέον το Brexit λανθασμένη απόφαση, ενώ η στήριξη στην επανένταξη κινείται γύρω στο μισό του εκλογικού σώματος. Μια εκτεταμένη δημοσκόπηση, που διενήργησε η YouGov για λογαριασμό της φιλοευρωπαϊκής οργάνωσης Best for Britain, εκτίμησε ότι οι Εργατικοί, αν δεσμεύονταν  να προχωρήσουν στην επανένταξη, θα κέρδιζαν περίπου 321 έδρες – λίγο κάτω από την απόλυτη πλειοψηφία. Το εύρημα προέρχεται από οργάνωση με σαφή ατζέντα και πρέπει να διαβαστεί με την ανάλογη επιφύλαξη· εξηγεί ωστόσο γιατί ο Μπέρναμ δεν θεωρεί πια το ζήτημα εκλογικό βάρος.

Κάτω από την επιφάνεια, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η δημοφιλέστερη επιλογή στις ίδιες έρευνες δεν είναι η πλήρης ένταξη αλλά μια στενότερη σχέση χωρίς επανένταξη – ένα ενδιάμεσο έδαφος που συγκεντρώνει και σημαντικό τμήμα όσων ψήφισαν «έξοδο». Υπάρχει επίσης ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ των γενεών. Οι νέοι τάσσονται συντριπτικά υπέρ της Ευρώπης, ενώ οι άνω των 65, που προσέρχονται και με μεγαλύτερη συνέπεια στις κάλπες, παραμένουν πολύ πιο επιφυλακτικοί. Και η στήριξη υποχωρεί αισθητά όταν η ερώτηση συνοδεύεται από τους όρους που θα έθετε μια νέα ένταξη – ευρώ, Σένγκεν, πλήρης ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων. Το «θα προτιμούσαμε να είχαμε μείνει» δεν ταυτίζεται με το «θέλουμε να ξαναμπούμε με οποιουσδήποτε όρους».

Οι όροι της επιστροφής

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η Βρετανία δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι εγκατέλειψε. Οι εξαιρέσεις και οι εκπτώσεις που είχε συσσωρεύσει μέσα σε σαράντα επτά χρόνια χάθηκαν οριστικά το 2020. Μια νέα αίτηση θα εξεταζόταν βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως κάθε υποψηφιότητα, και θα απαιτούσε την ομόφωνη έγκριση των 27 κρατών-μελών και τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα νέα μέλη αναλαμβάνουν τυπικά τη δέσμευση να υιοθετήσουν κάποτε το ενιαίο νόμισμα και να ενταχθούν στον χώρο Σένγκεν. Στην πράξη, το παράδειγμα της Σουηδίας, που επί δύο δεκαετίες αποφεύγει το ευρώ χωρίς να παραβιάζει τυπικά τις υποχρεώσεις της, δείχνει ότι υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας. Όμως το να εξηγήσεις σε ένα βρετανικό ακροατήριο ότι η εγκατάλειψη της στερλίνας είναι «μόνο θεωρητική» υποχρέωση συνιστά πολιτικό δώρο στους αντιπάλους της επανένταξης.

Ο Μισέλ Μπαρνιέ, ο άνθρωπος που διαπραγματεύτηκε το διαζύγιο για λογαριασμό των Βρυξελλών, έχει δηλώσει ότι η πόρτα παραμένει ανοιχτή, προσθέτοντας όμως ότι η Ένωση δεν είναι πια εκείνη που άφησαν οι Βρετανοί. Η παρατήρηση είναι εύστοχη. Ο κοινός δανεισμός για την ανάκαμψη μετά την πανδημία, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η συζήτηση για τη διεύρυνση προς ανατολάς έχουν αλλάξει το χαρακτήρα της Ένωσης. Η Βρετανία θα εισερχόταν σε μια πιο ολοκληρωμένη και πιο φιλόδοξη κοινότητα από εκείνη που εγκατέλειψε – ακριβώς στο είδος της Ευρώπης που πάντοτε φοβόταν.

Υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης, που στη βρετανική δημόσια συζήτηση συχνά ξεχνιέται. Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Βρετανία θέλει να επιστρέψει, αλλά και αν θα παραμείνει χώρα-μέλος της ΕΕ. Τα χρόνια της διαπραγμάτευσης, από το 2016 έως το 2020, άφησαν πίσω τους βαθιά κόπωση. Κανείς στις Βρυξέλλες δεν επιθυμεί ένα κράτος-μέλος που επανέρχεται με ισχνή πλειοψηφία, μόνο για να δει την επόμενη κυβέρνηση να ανοίγει ξανά το ζήτημα. Η απαίτηση για ευρεία και σταθερή συναίνεση, κατά προτίμηση διακομματική και επικυρωμένη με δημοψήφισμα, θα ήταν σχεδόν βέβαιη. Και εδώ ο Μπέρναμ έχει δίκιο να μιλά για «συναίνεση». Χωρίς αυτήν δεν πρόκειται για επιστροφή, αλλά για ένα ακόμη επεισόδιο της ίδιας εσωτερικής διχόνοιας.

Η εσωτερική αρένα

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες αλλά στο Γουέστμινστερ. Οι Συντηρητικοί αντέδρασαν αμέσως, μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού. Ο αναπληρωτής αρχηγός των Τόρις, Άλεξ Μπέρκχαρτ, κατηγόρησε τους Εργατικούς ότι φορτώνουν τις δικές τους οικονομικές αποτυχίες σε μια ψηφοφορία που έγινε πριν από μια δεκαετία. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, που προηγούνταν άνετα στις δημοσκοπήσεις λίγους μήνες νωρίτερα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα μετέτρεπε κάθε βήμα προς την Ευρώπη σε ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και μετανάστευσης. Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα κάνει τους αριθμούς ακόμη πιο ρευστούς. Μια πανεθνική πλειοψηφία υπέρ της Ευρώπης μπορεί να συνυπάρχει με δεκάδες περιφέρειες της βόρειας και της ανατολικής Αγγλίας όπου το ζήτημα λειτουργεί ως «κόκκινο πανί». Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προτίμησε την απαρίθμηση επιλογών από τη δέσμευση.

Υπάρχει και το ζήτημα του χρόνου. Οι επόμενες γενικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως το 2029. Ακόμη κι αν οι Εργατικοί κέρδιζαν με ρητή εντολή για επανένταξη, θα ακολουθούσε η πιθανότητα του δημοψηφίσματος, έπειτα η υποβολή της  αίτησης επανένταξης, η γνωμοδότηση της Επιτροπής, οι διαπραγματεύσεις και οι κυρώσεις από 27 εθνικά Κοινοβούλια. Ρεαλιστικά, μια Βρετανία εντός της Ένωσης πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 μοιάζει απίθανη.

Ο ενδιάμεσος δρόμος

Γι’ αυτό η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι μια θεαματική επιστροφή αλλά μια σταδιακή επανασύνδεση. Η «επανεκκίνηση» των σχέσεων που εγκαινίασε η κυβέρνηση Στάρμερ με τη σύνοδο κορυφής του Μαΐου 2025 –σύμφωνο άμυνας και ασφάλειας, διευκόλυνση των υγειονομικών ελέγχων, συζητήσεις για πρόγραμμα κινητικότητας των νέων– έδειξε ότι υπάρχει διάθεση και από τις δύο πλευρές για πρακτική συνεργασία. Μια τελωνειακή ένωση, την οποία έχει υποστηρίξει ακόμη και ο πρώην Συντηρητικός υπουργός Οικονομικών Τζορτζ Όσμπορν, θα περιόριζε τις τριβές στο εμπόριο αγαθών και θα απάλυνε μέρος του προβλήματος της Βόρειας Ιρλανδίας. Η επιστροφή στην ενιαία αγορά, που προτείνουν οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, θα προϋπέθετε ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αποδοχή κανόνων χωρίς ψήφο στη διαμόρφωσή τους. Τότε η Βρετανία θα κατέληγε, όπως η Νορβηγία, να εφαρμόζει νόμους που αποφασίζονται χωρίς τη γνώμη του Λονδίνου. Οι δύο αντίπαλες πλευρές, που σπάνια συμφωνούν, εν προκειμένω ταυτίζονται. Η συμμόρφωση  με κανόνες, χωρίς τη βρετανική συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, για τους οπαδούς του Brexit θα ήταν ταπείνωση και για τους φιλοευρωπαίους μια λύση χειρότερη ακόμη και από την πλήρη ένταξη

Ίσως εδώ να βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της πρωτοβουλίας Μπέρναμ. Εγείροντας ξανά το ερώτημα της πλήρους ένταξης, μετακινεί το κέντρο βάρους της συζήτησης. Μια τελωνειακή ένωση, που πριν από δύο χρόνια έμοιαζε να είναι μια ριζοσπαστική πρόταση, μπορεί πλέον να εμφανιστεί ως μετριοπαθής συμβιβασμός. Η σύνοδος κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου, που προγραμματίζεται για τους επόμενους μήνες, θα δείξει αν ο Βρετανός πρωθυπουργός επιδιώκει πράγματι το δρόμο της επιστροφής ή αν χρησιμοποιεί την προοπτική της ως μοχλό για μια βαθύτερη σχέση με την Ευρώπη των 27, που θα σταματά όμως στο κατώφλι της πλήρους ένταξης.

02 Οκτωβρίου 2026
Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Η ιστορία, κάποιες φορές, δημιουργεί παράξενους παραλληλισμούς. Αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουν τα πρόσωπα και οι θεσμοί, όμως ένα ερώτημα επιστρέφει: πρέπει κάθε δωρεά να γίνεται αποδεκτή μόνο και μόνο επειδή καλύπτει μια πραγματική ανάγκη;

Περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια πριν, η περίφημη Φρύνη, η πλούσια εταίρα από τις Θεσπιές της Βοιωτίας, προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση που διασώζει ο Αθήναιος, να αναλάβει με δικά της έξοδα την ανοικοδόμηση των τειχών της Θήβας, τα οποία είχαν καταστραφεί από τον Μέγα Αλέξανδρο.

Έθεσε όμως έναν όρο: στα νέα τείχη να αναγραφεί:

 

Ἀλέξανδρος μὲν κατέσκαψεν, ἀνέστησεν δὲ Φρύνη ἡ ἑταίρα.

Ο Αλέξανδρος τα κατέστρεψε, η Φρύνη η εταίρα τα ανοικοδόμησε.

 

Η προσφορά δεν πραγματοποιήθηκε. Η αρχαία πηγή καταγράφει την προσφορά και τον όρο της. Το ουσιαστικό στοιχείο για τη σημερινή συζήτηση είναι ότι η δωρεά δεν εμφανιζόταν ως μια σιωπηλή πράξη προσφοράς: συνοδευόταν από την αξίωση δημόσιας και διαρκούς προβολής του δωρητή. Έτσι, το ερώτημα δεν αφορούσε μόνο το οικονομικό όφελος, αλλά και το μήνυμα που θα αποτυπωνόταν πάνω στον ίδιο τον δημόσιο χώρο.

Ας μεταφερθούμε είκοσι τρεις αιώνες αργότερα, στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης.

Το 2012, ένα Δημοτικό Σχολείο της Πάτρας είχε ανάγκη από φωτοτυπικό μηχάνημα. Ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής ανταποκρίθηκε στην ανάγκη και μέσω του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων προσφέρθηκε η σχετική χορηγία.

Ο τότε Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, έδωσε εντολή να επιστραφεί το φωτοτυπικό. Η αιτιολογία του δεν περιορίστηκε στην προέλευση της δωρεάς. Έθεσε στο επίκεντρο την παιδαγωγική ευθύνη του σχολείου, υποστηρίζοντας ότι μια σχολική μονάδα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως όχημα διαφήμισης και προβολής και ότι ο θεσμός του σχολείου οφείλει να προστατεύεται από ενέργειες που μπορεί να τον εκθέτουν. Ο ίδιος  επικαλέστηκε τότε ακριβώς το ιστορικό παράδειγμα της Φρύνης, λειτουργώντας ως Δάσκαλος τόσο για τον γράφοντα όσο και για όλη τη Δημόσια Διοίκηση της Εκπαίδευσης που ξεχνά το ρόλο της και χάνει την Ηθική της.

***

Και φτάνουμε στον Σεπτέμβριο του 2026.

Στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Μεγάρων υπάρχει ένα πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα με τη στέγη του κτιρίου. Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων αποδέχθηκε χρηματική δωρεά για την αντιμετώπιση της ανάγκης και προχώρησε σε δημόσια ευχαριστήρια αναφορά. Ο δωρητής είναι πρόσωπο που έχει καταδικαστεί και σε δεύτερο βαθμό για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην εκπαιδευτική κοινότητα.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 2026 παρενέβη ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Αττικής, Διονύσιος Αναστασόπουλος. Με επείγον έγγραφό του ζήτησε εξηγήσεις, διατύπωσε τη θέση ότι η διεύθυνση του σχολείου δεν δικαιούται να αποδεχθεί τη συγκεκριμένη χρηματική δωρεά για την επισκευή της στέγης και όρισε προκαταρκτική εξέταση. Παράλληλα υπενθύμισε ότι η επισκευή και η συντήρηση των σχολικών υποδομών ανήκουν στην αρμοδιότητα των θεσμικά υπεύθυνων δημόσιων φορέων.

Τρεις διαφορετικές εποχές και τρεις διαφορετικές υποθέσεις, οι οποίες ασφαλώς δεν ταυτίζονται ούτε ως προς τα πρόσωπα ούτε ως προς τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Έχουν όμως έναν κοινό πυρήνα: τη στιγμή κατά την οποία η δωρεά παύει να είναι απλώς μια υλική προσφορά και αποκτά δημόσιο συμβολισμό.

Σε μια Δημοκρατία οι θεσμοί οφείλουν να είναι ανεκτικοί. Η ανεκτικότητα αποτελεί στοιχείο της δύναμής τους, όχι της αδυναμίας τους. Οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα όλων, να μην αποκλείουν αυθαίρετα και να μην μετατρέπουν την προσωπική ή κοινωνική αποδοκιμασία σε διοικητικό κριτήριο. Την ίδια στιγμή, όμως, έχουν καθήκον να είναι αυστηροί όταν καλούνται να προστατεύσουν το κύρος, την αποστολή και ιδίως τον παιδαγωγικό χαρακτήρα του σχολείου.

Γιατί μια δωρεά προς ένα σχολείο δεν υπάρχει σε κοινωνικό κενό. Όταν συνοδεύεται από απαίτηση αναγραφής ονόματος, από διαφημιστική αξιοποίηση, από δημόσια ευχαριστήρια προβολή ή από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που συνδέει το θεσμό με την εικόνα του δωρητή, το ζήτημα παύει να είναι μόνο οικονομικό. Τότε ο αρμόδιος θεσμός οφείλει να σταθμίσει αν το πρότυπο και το μήνυμα που τελικά προβάλλονται μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη θεσμική ή παιδαγωγική βλάβη από το υλικό όφελος που προσφέρει η δωρεά.

Αυτό είναι ίσως και το ουσιαστικό κοινό νήμα των τριών ιστοριών. Αν μια οικονομική ενίσχυση δινόταν χωρίς απαίτηση δημοσιότητας, χωρίς επιγραφή, χωρίς διαφημιστική αξιοποίηση και χωρίς σύνδεση του ονόματος ή της δημόσιας εικόνας του δωρητή με το σχολείο, η θεσμική αξιολόγησή της θα μπορούσε να είναι διαφορετική, πάντοτε βέβαια μέσα στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Εκείνο που δημιουργεί το μείζον πρόβλημα είναι η μετατροπή της ανάγκης του δημόσιου θεσμού σε μέσο προσωπικής, επιχειρηματικής ή πολιτικής προβολής.

Θα θυμάμαι πάντα την ταπεινή και ανώνυμη δωρεά ενός άξιου ιεράρχη που δώρισε υποδήματα και ρούχα ολοκαίνουργια στους Ρομά μαθητές μας.

Δεν είναι θεμιτό να αποδίδονται χωρίς αποδείξεις συγκεκριμένα κίνητρα σε κάθε δωρητή. Οι θεσμοί, όμως, δεν χρειάζεται να γνωρίζουν το εσωτερικό κίνητρο κάποιου για να κρίνουν το αντικειμενικό αποτέλεσμα μιας πράξης. Αν η δημόσια προβολή μιας δωρεάς έχει ως αποτέλεσμα να εργαλειοποιείται το σχολείο, να υποβαθμίζεται η θεσμική του αυτονομία ή να δημιουργείται η εντύπωση ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σκηνικό αυτοπροβολής, η Διοίκηση δικαιούται —και ορισμένες φορές οφείλει— να θέσει όρια.

Το σχολείο δεν είναι διαφημιστική επιφάνεια. Δεν είναι χώρος εξαγοράς κοινωνικού κύρους ούτε πεδίο πάνω στο οποίο οποιοσδήποτε μπορεί, μέσω μιας οικονομικής προσφοράς, να διεκδικήσει θεσμική αναγνώριση. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί η πραγματική ανάγκη ενός σχολείου να μετατρέπεται σε ευκαιρία ώστε ο δωρητής να εμφανίζεται ως υποκατάστατο της πολιτείας και των αρμόδιων δημόσιων φορέων.

Αυτό δεν σημαίνει απόρριψη της κοινωνικής προσφοράς. Το αντίθετο: οι δωρεές μπορούν να αποτελούν έκφραση αλληλεγγύης και κοινωνικής ευθύνης. Για να υπηρετούν όμως πραγματικά αυτόν τον σκοπό, πρέπει να σέβονται την αυτονομία και την αξιοπρέπεια του θεσμού στον οποίο απευθύνονται. Η προσφορά έχει μεγαλύτερη αξία όταν δεν απαιτεί ανταπόδοση σε δημοσιότητα, κύρος ή συμβολική νομιμοποίηση.

Η Δημοκρατία χρειάζεται ανεκτικότητα απέναντι στα πρόσωπα, αλλά και θεσμική αυστηρότητα απέναντι στην εργαλειοποίηση των θεσμών της. Και το σχολείο, επειδή διαμορφώνει συνειδήσεις, αξίες και στάσεις ζωής, έχει ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη.

Γιατί η Παιδεία δεν μεταδίδει αξίες μόνο με όσα διδάσκονται μέσα στις αίθουσες. Τις μεταδίδει και με τις επιλογές των θεσμών της: με όσα επιλέγουν να αποδέχονται, με τους όρους υπό τους οποίους τα αποδέχονται και, ορισμένες φορές, με όσα επιλέγουν να αρνούνται. Δυστυχώς δεν συμβαίνει πάντα να λειτουργούν έτσι τα στελέχη της εκπαίδευσης.

 

 

 

29 Σεπτεμβρίου 2026
Antoni Shkraba / pexels

Μια τεχνοκρατική ιστορία επιστημονικής φαντασίας

Ένας καινούργιος κόσμος ανοίγεται μπροστά μας, με τις με τις προσδοκίες μας, τις αυταπάτες μας, τα ρεαλιστικά δεδομένα και την πραγματικότητά του τον οποίο, αργά ή γρήγορα, θα αναγκαστούμε όλοι να ακολουθήσουμε. Πολλές χιλιάδες ζωές θα σώζονται κάθε χρόνο από το 2030 λόγω της χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ). Μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) υπολογίζονται γύρω στις 400.000. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί την τελευταία από μια σειρά ψηφιακών καινοτομιών που αφορούν τα συστήματα υγείας διεθνώς.

 

Περισσότερα από 30 δισ. δολάρια το χρόνο ξοδεύονται για την ανάπτυξη της ΤΝ στον τομέα της υγείας – και το ποσό αυτό υπολογίζεται ότι αυξάνεται κατά περίπου 30% κάθε χρόνο. Μέχρι στιγμής, το 55% των εταιρειών στο χώρο της υγείας χρησιμοποιούν την ΤΝ ξοδεύοντας περίπου το 10% του προϋπολογισμού τους στην ανάπτυξη καινοτομιών.

Η ΤΝ μόνον στις ΗΠΑ αναμένεται το 2026 να μειώσει το κόστος της ιατρικής περίθαλψης κατά 10% – που αντιστοιχεί σε εξοικονόμηση 300 δισ. δολάρια. Η χώρα δαπανά το 18% του προϋπολογισμού της στην υγεία, 11.000 δολάρια δηλαδή κατά κεφαλήν. Από την άλλη πλευρά, στην ΕΕ, η εξοικονόμηση αναμένεται να είναι της τάξεως των 200 δισ. ευρώ το χρόνο, με το 25% από αυτό το ποσό να συνδέεται με τη δημιουργία και τη χορήγηση φορητών συσκευών άμεσης διάγνωσης και συνεχούς παρακολούθησης, οι οποίες θα έχουν τη δυνατότητα, όταν παραστεί ανάγκη, να δίνουν συμβουλές προς τους ασθενείς, αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο τη χρονοβόρα για το δημόσιο νοσηλεία.

Η αύξηση του γηρασμένου πληθυσμού θα σημάνει έκρηξη στα συστήματα υγείας

Από το 2035 ο αριθμός των ατόμων πάνω από 60 χρονών θα είναι διπλάσιος από ότι σήμερα. Αυτό θα σημαίνει κατακλυσμιαία αύξηση στα νοσήλια για τους γηριατρικούς ασθενείς, κάτι που θα επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τους προϋπολογισμούς διεθνώς. Όσο για την Ελλάδα, με βάση τα διαθέσιμα δημογραφικά δεδομένα, το 2035 το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών θα ανέρχεται στο 27,7%- 27,9% του πληθυσμού. Ενώ το 2050 το ποσοστό αυτό θα φτάσει το 30,1%-33,3%.

Οι μισοί από τους παρόχους υγείας στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν ήδη συστήματα ΤΝ για να βελτιώσουν τη λειτουργία των νοσοκομείων. Η γρήγορη διακίνηση των ασθενών είναι υψίστης σημασίας για τη λειτουργία μιας νοσοκομειακής μονάδας. Η αδικαιολόγητα παρατεταμένη νοσηλεία ασθενών που είναι αρκετά καλά για να πάρουν εξιτήριο είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα συστήματα υγείας διεθνώς.

Πάνω σε αυτό το ζήτημα, το Hywel Dda University της Ουαλίας, χρησιμοποιώντας έναν πρωτότυπο αλγόριθμο ΤΝ που μπορεί να προβλέψει με σχετική ακρίβεια τις πιθανές ημέρες εξιτηρίων για κάθε νέο ασθενή, κατάφερε να μειώσει τα ποσοστά παρατεταμένης νοσηλείας κατά 35%. Η σχετική έρευνα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αν το εν λόγω σύστημα χρησιμοποιούνταν σε όλη την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να απελευθερώσει 9.500 νοσοκομειακές κλίνες, δηλαδή 1 στις 3. Στο NHS (National Health Service), το δημόσιο σύστημα υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, μια μόνο κλίνη κοστίζει πάνω από 2.500 λίρες την εβδομάδα. Έτσι, η απελευθέρωση 4.500 κλινών ισοδυναμεί με εξοικονόμηση της τάξης των 600 εκατομμυρίων λιρών το χρόνο.

Στο ΕΣΥ, για έναν «μέσο» νοσηλευόμενο ασθενή σε παθολογική ή χειρουργική κλινική, το κόστος ανέρχεται σε 1.000 έως 3.000 ευρώ για περίπου μια εβδομάδα νοσηλείας, ενώ σε περιπτώσεις ΜΕΘ ή σύνθετων επεμβάσεων μπορεί να ξεπερνά κατά πολύ τα 5.000 έως και 10.000 ευρώ.

Η μεγαλύτερη κρίση στο χώρο της υγείας: η έλλειψη προσωπικού

Η μεγαλύτερη κρίση στο χώρο της υγείας διεθνώς δεν αφορά ούτε τις κλίνες ούτε τα κτίρια. Αφορά την έλλειψη προσωπικού. Τα μεγαλύτερα προβλήματα  παρατηρούνται στον νοσηλευτικό κλάδο. Μόνον στο NHS του Ηνωμένου Βασιλείου υπάρχουν 97.000 κενές θέσεις εργασίας, ενώ συνολικά λείπουν 1 εκατομμύριο εργαζόμενοι σε όλες τις ειδικότητες του τομέα της υγείας.

Στην Ελλάδα, από το 2021 έως το 2023, τα χρόνια μετά την πανδημία του Covid, παρατηρήθηκε μείωση κατά περίπου 7,7% του ιατρικού προσωπικού στο ΕΣΥ. Όσον αφορά το νοσηλευτικό προσωπικό, παρότι η μείωση είναι μικρότερη από εκείνη των γιατρών, η χώρα μας εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες νοσηλευτών ανά κάτοικο σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από την παράθεση των στατιστικών στοιχείων για το υγειονομικό προσωπικό στο ΕΣΥ και τα δημογραφικά στοιχεία για τον γηριατρικό πληθυσμό στην Ελλάδα, μέσα σε λιγότερο από 10 χρόνια το σύστημα υγείας θα βρεθεί μπροστά σε μια εκρηκτική κατάσταση μειωμένου προσωπικού και αυξημένης ζήτησης. Αυτή η δυσάρεστη συνθήκη θα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της δεκαετίας του 2030 στο χώρο της υγείας – και γι’ αυτό η ΤΝ δεν προσφέρει καμία απολύτως βοήθεια.

Το καθεστώς έλλειψης προσωπικού οφείλεται στις εξαντλητικές, στρεσογόνες, κακά αμειβόμενες και ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στο χώρο της υγείας διεθνώς. Όπως είπαμε, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα αλλάξει μέσα στα επόμενα 20 χρόνια λόγω της ΤΝ. Αντίθετα, η δημιουργία πλούτου που σχετίζεται με την ανάπτυξη της ΤΝ σε άλλους τομείς της οικονομίας θα μπορούσε να βοηθήσει έτσι ώστε να εξασφαλιστούν περισσότεροι πόροι για τον τομέα της υγείας, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ευνοϊκότερες και ελκυστικότερες συνθήκες εργασίας για νέους ιατρούς ή νοσηλευτές. Για την ώρα, μια κάποια λύση στο πρόβλημα αυτό θα αποτελεί η εισαγωγή αλλοδαπού ιατρικο-νοσηλευτικού προσωπικού από τρίτες χώρες προς εξυπηρέτηση των αναγκών του συστήματος υγείας.

Διαγνωστικός τομέας: το μεγαλύτερο πεδίο δράσης της ΤΝ στο χώρο της υγείας

Πρέπει να καταλάβουμε ότι η ΤΝ είναι κάτι το τόσο καινούργιο και ευμετάβλητο που και τα δεδομένα με τα οποία επιχειρηματολογούμε υπέρ της ή εναντίον της μέσα σε λίγα χρόνια μπορεί να έχουν αλλάξει εντελώς. Σήμερα όμως έχουμε μπροστά μας τη μεγαλύτερη επανάσταση που φέρνει η ΤΝ στο χώρο της υγείας: την καινοτομία στους τομείς της διάγνωσης και της τηλεϊατρικής.

Στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ΤΝ χρησιμοποιείται ήδη στην αξιολόγηση αποτελεσμάτων απεικονιστικών εξετάσεων όπως υπερηχογραφήματα, αξονική και μαγνητική τομογραφία, προλαμβάνοντας ενδεχόμενα ιατρικά λάθη και βοηθώντας στην πρόληψη. Η χρήση των συστημάτων ΤΝ έχει κιόλας συμβάλει στην έγκυρη διάγνωση ασθενειών όπως η οστεοπόρωση, ο καρκίνος του μαστού, της στεφανιαίας νόσου κ.λπ.  Έρευνα από το Πανεπιστήμιο Jyväskylä της Φιλανδίας έχει δείξει ότι οι διαγνώσεις του καρκίνου του παχέος εντέρου που προκύπτουν από την επεξεργασία δεδομένων μέσω ΤΝ είναι πολύ πιο ακριβείς από τις διαγνώσεις που προέρχονται μετά την εξέταση ανατομικοπαθολογικών παρασκευασμάτων. Ενώ, την ίδια ώρα, το Ινστιτούτο Ογκολογίας της Βαλένθια χρησιμοποιεί φωτονιακούς αισθητήρες υψηλής ανάλυσης για τη διάγνωση του καρκίνου του δέρματος. Η διάγνωση γίνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς να απαιτείται βιοψία. Το ελπιδοφόρο με αυτές τις συσκευές είναι ότι όταν δοκιμαστούν και εισαχθούν στην καθημερινή διαγνωστική πρακτική θα χρησιμοποιούνται και για πολλές άλλες μορφές καρκίνου.

Στον τομέα της τηλεϊατρικής, νέες δυνατότητες ανοίγονται που σε άλλες εποχές θα φαίνονταν εξωπραγματικές. Για παράδειγμα, αναπτύσσονται συστήματα ΤΝ τα οποία από τον τόνο της φωνής του εξεταζόμενου θα καταδεικνύουν τυχόν μεταβολές στην υγεία του. Επίσης, κατά τη διάρκεια μιας βιντεοκλήσης, τα συστήματα αυτά θα μπορούν να αντιλαμβάνονται τυχόν μεταβολές στην ποιότητα του δέρματος του εξεταζόμενου. Τα εργαστήρια Klick στον Καναδά έχουν αναπτύξει ένα επαναστατικό τεστ της φωνής 10 δευτερολέπτων με τη χρήση ΤΝ, το οποίο με τις έως τώρα μελέτες φαίνεται να είναι κατά 85% επιτυχημένο στην διάγνωση του διαβήτη τύπου II. Το συγκεκριμένο τεστ, συνδυάζοντας βιομετρικές πληροφορίες για τον εξεταζόμενο όπως η ηλικία, το φύλο, το ύψος, το βάρος καθώς και τυχόν αλλοιώσεις στον τόνο της φωνής του μπορεί να προβεί σε διάγνωση διαβήτη τύπου ΙΙ. Οι ερευνητές είχαν εξετάσει στο εν λόγω σύστημα ΤΝ περιπτώσεις 18.000 ασθενών και ακόμα δεν μπορούν να κατανοήσουν τι είναι αυτό ακριβώς που  η ΤΝ αντιλαμβάνεται ως μεταβολή στον τόνο της φωνής το οποίο οφείλεται στην διαβήτη τύπου ΙΙ.

Όλα φαίνονται ιδανικά. Αλλά είναι όντως έτσι; Ο κίνδυνος είναι ότι τα συστήματα ΤΝ μπορούν να κάνουν λάθος διαγνώσεις χωρίς κανένας να το αντιληφθεί, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο ζωές ασθενών. Πάνω σε όλες αυτές τις εξελίξεις, ένα πρέπει να είναι το δίδαγμα για την επιστημονική κοινότητα: ότι όσο φανταστικά και καινοτόμα και αν φαντάζουν τα συστήματα ΤΝ, δεν είναι αλάνθαστα. Χρειάζεται συνεχή και μόνιμη αξιολόγηση από καταρτισμένες και εξειδικευμένες ομάδες κλινικών ιατρών για την αποφυγή τυχών παρεκτροπών.

Η ΤΝ στις υπηρεσίες των χειρουργών

Μια από της μεγαλύτερες παρεξηγήσεις στο χώρο της εμπορευματοποίησης των ιατρικών υπηρεσιών αποτελεί ο ρόλος που έχουν τα ρομπότ σε ένα ορθοπεδικό χειρουργείο ψυχρού περιστατικού, όπως είναι για παράδειγμα οι αρθροπλαστικές. Είναι, πλέον, πολύ σύνηθες το φαινόμενο να καταφθάνουν ασθενείς στα ιατρεία και να ρωτάνε τον χειρουργό αν την επέμβαση θα την κάνει αυτός ή το ρομπότ. Δυστυχώς, το 2026 μ.Χ., η επιστήμη της ρομποτικής χειρουργικής δεν έχει εξελιχθεί τόσο ώστε να διαθέτουμε ανδροειδή ρομπότ χειρουργούς.

Αλλά τι εστί ρομπότ; Ποιος ο ρόλος του; Τα ρομπότ είναι μηχανήματα τα οποία καθοδηγούν τον χειρουργό στο πώς να περατώσει μια επέμβαση. Με βάση απεικονιστικές εξετάσεις του ασθενή, όπως μια αξονική τομογραφία της πάσχουσας περιοχής, μπορούν να παραγάγουν ένα εξατομικευμένο πλάνο επέμβασης γι’ αυτόν. Για να φανταστείτε, αυτή η ήδη υπάρχουσα δυνατότητα μπορεί να επαυξηθεί με την προσθήκη συστημάτων ΤΝ που θα προειδοποιούν τον χειρουργό για τυχόν ανατομικές παραλλαγές που μπορεί να έχει ο ασθενής, προλαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο ακούσια ιατρικά λάθη. Φανταστείτε το ίδιο ρομπότ, με προσαρμοσμένα συστήματα ΤΝ, να καθοδηγεί τον χειρουργό πώς θα αντιμετωπίσει έναν καταγματικό ασθενή. Θα κάνει ψηφιακή απεικόνιση της προεγχειρητικής εικόνας των οστικών τεμαχίων, θα επισημαίνει τυχόν εμπλοκή μαλακών μορίων στην καταγματική περιοχή, θα υποδεικνύει την καταλληλότερη προσπέλαση που θα πρέπει να ακολουθήσει ο χειρουργός, τον τρόπο ανάταξης των οπτικών τεμαχίων. Θα επισημαίνει τον κατάλληλο τρόπο οστεοσύνθεσης, αν θα πρέπει για παράδειγμα να τεθεί ενδομυελικός ήλος ή να γίνει ανάταξη με πλάκα και βίδες· και αν επιλεγεί το τελευταίο, το ρομπότ με ενσωματωμένη ΤΝ θα μας ενημερώνει για το είδος και το μέγεθος της πλάκας οστεοσύνθεσης και των βιδών που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει κάθε φορά ο χειρουργός. Τέλος, αφού επεξεργαστεί το ατομικό αναμνηστικό του ασθενούς, καθώς και τις τελευταίες εργαστηριακές εξετάσεις του, θα μπορεί να προβλέπει τη μετεγχειρητική πορεία του και να προειδοποιεί έγκαιρα για τον κίνδυνο μετεγχειρητικών λοιμώξεων. Στο μέλλον, οι χειρουργικές επεμβάσεις θα μοιάζουν για τον χειρουργό σαν τη συναρμολόγηση επίπλων από την ΙΚΕΑ, όπου όλα εκτελούνται βάση προκαθορισμένων οδηγιών. Αυτά όλα μπορεί να φαντάζουν επιστημονική φαντασία αλλά δεν αφορούν ένα αρκετά μακρινό μέλλον!

Οι εταιρείες κολοσσοί στο χώρο των ορθοπεδικών υλικών, όπως η Straiker, έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν τέτοια νέας γενιάς ρομπότ με προσαρμοσμένα συστήματα ΤΝ. Εδώ βέβαια εγείρεται ένα νομικό ζήτημα. Μπορούν αυτές οι εξατομικευμένες οδηγίες που θα παραγάγει το ρομπότ με ΤΝ να σταθούν ως νομικά επιχειρήματα σε δίκες που αφορούν ιατρικά λάθη κατά τις επεμβάσεις; Αυτά είναι εύλογα ερωτήματα που μόνο του μέλλοντος οι μέρες μπορούν να μας απαντήσουν.

Εν κατακλείδι

Το μέλλον αποκαλύπτεται μπροστά μας σιγά σιγά κάθε φορά. Η στατιστική, οι αλγόριθμοι, τα ενεστώτα δεδομένα, τα μέσα του παρόντος και οι δυνατότητες του μέλλοντος μας βοηθούν κάθε φορά να δούμε μέσα από μια κλειδαρότρυπα το σχήμα των πραγμάτων που θα έρθουν. Όπως έχουμε δει, στον τομέα της υγείας δεν υπάρχει το μεγάλο φόβητρο που φέρνει η εξάπλωση της ΤΝ, αυτό της απώλειας της ανθρώπινης εργασίας. Τα συστήματα υγείας διεθνώς θα συνεχίσουν να λειτουργούν με τις ανθρώπινες γνώσεις και το μόχθο των ιατρών και των νοσηλευτών.

Συνοψίζοντας, ο ρόλος της ΤΝ στον τομέα της υγείας θα είναι αρκούντως βοηθητικός. Θα συμβάλλει στην εξοικονόμηση πόρων, στην απλοποίηση διαγνωστικών διαδικασιών και, ώς έναν μεγάλο βαθμό, θα κάνει ασφαλέστερες σύνθετες ιατρικές πράξεις όπως οι χειρουργικές επεμβάσεις.

Οι μεγάλες αλλαγές εμφανίζονται και εγκαθίστανται σταδιακά στις ζωές μας.

Βιβλιογραφία

·      Dixon, P. (2024). How AI will change your life: A futurist’s guide to a super-smart world. Profile Books.

·      Business Daily. (2019, 1 Οκτωβρίου). Συνεχίζεται η «αιμορραγία» του ελληνικού πληθυσμού. https://www.businessdaily.gr/koinonia/1770_synehizetai-i-aimorragia-toy-ellinikoy-plithysmoy⁠

·      Healthmag. (2024, 27 Ιουνίου). ΕΛΣΤΑΤ: Έλλειψη ιατρικού προσωπικού στα Κέντρα Υγείας. https://healthmag.gr/elstat-elleipsi-iatrikou-prosopikou-sta-kentra-ygeias

·      Reddit. (2025). Greece set for rapid population aging as 34% will be over 65 by 2060. r/europe. https://www.reddit.com/r/europe/comments/1p1xvcx/greece_set_for_rapid_population_aging_as_34_will⁠

·      Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων. (χ.χ.). Κλειστά Ενοποιημένα Νοσήλια (ΚΕΝ).

https://www.imop.gr/urotools-KEN?utm_source

·      Υπουργείο Υγείας. (2012). Κλειστά Ενοποιημένα Νοσήλια (ΚΕΝ) 2012–2017. https://www.moh.gov.gr/articles/health/domes-kai-draseis-gia-thn-ygeia/kwdikopoihseis/kleista-enopoihmena-noshlia/5483-fek-kleista-enopoihmena-noshlia-2012-2017

·      Panagiotopoulos, P., Maniadakis, N., Papatheodoridis, G., & Pektasidis, D. (2020). An evaluation of diagnosis-related group (DRG) implementation focused on cancer DRGs in Greek public hospitals. PharmacoEconomics - Open, 4, 61-69.  https://doi.org/10.1007/s41669-019-0146-z

29 Σεπτεμβρίου 2026
Δημοκρατία της Ουκρανίας

Την 1η Σεπτεμβρίου 2026, η γερμανική κυβέρνηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ρωσικές κρατικές υπηρεσίες βρίσκονταν πίσω από μια επίθεση με drone στο αεροδρόμιο Λειψίας/Χάλλε. Τέσσερις εβδομάδες νωρίτερα, εργαζόμενοι του αεροδρομίου είχαν εντοπίσει ένα drone γεμάτο εκρηκτικά κοντά σε ένα ουκρανικό μεταφορικό αεροσκάφος τύπου Antonov. Οι πτήσεις ανεστάλησαν σε έναν αερολιμένα, ο οποίος αποτελεί τόσο σημαντικό κόμβο πολιτικών εμπορευματικών μεταφορών όσο και βάση για τις στρατηγικές αερομεταφορές του ΝΑΤΟ. Το Βερολίνο αντέδρασε, μεταξύ άλλων, με το κλείσιμο του ρωσικού προξενείου στη Βόννη και του λεγόμενου «Ρωσικού Οίκου» στο Βερολίνο.

Το περιστατικό στη Λειψία αποτέλεσε απόπειρα επίθεσης κατά της φυσικής σύνδεσης μέσω της οποίας η Ευρώπη στηρίζει την Ουκρανία. Η σημασία του έγκειται τόσο στο δίλημμα που δημιούργησε όσο και στις άμεσες ζημιές που θα μπορούσε να είχε προκαλέσει. Πώς πρέπει να αντιδρούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όταν μια εχθρική ενέργεια είναι αρκετά σοβαρή ώστε να θέσει σε κίνδυνο τον στρατιωτικό εφοδιασμό, αλλά έχει σχεδιαστεί και ρυθμιστεί έτσι ώστε να παραμένει κάτω από το όριο που θα προκαλούσε μια ενιαία στρατιωτική αντίδραση;

Το επεισόδιο της Λειψίας εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα της μεταμόρφωσης του ρωσο-ουκρανικού πολέμου από τον Ιούνιο του 2026. Η Ουκρανία διεξάγει μια εκστρατεία επιθέσεων με drones και πυραύλους βαθιά στο εσωτερικό της Ρωσίας, με στόχο να διαταράξει ή να τερματίσει τη λειτουργία διυλιστηρίων πετρελαίου, δεξαμενόπλοιων του «σκιώδους στόλου», εργοστασίων όπλων, εγκαταστάσεων αποθήκευσης και κέντρων ανεφοδιασμού.

Αυτές οι επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς από μόνες τους δεν θα επιβάλουν αλλαγή στη ρωσική πολιτική. Ωστόσο, έχουν αλλάξει τον χαρακτήρα του πολέμου για τον ρωσικό πληθυσμό, μετατρέποντάς τον από μια μακρινή στρατιωτική εμπλοκή σε μια μάχη με σημαντικές εσωτερικές επιπτώσεις. Ο αντίκτυπος των βαθιών επιθέσεων της Ουκρανίας έχει ως στόχο να οδηγήσει στο τέλος του πολέμου ή, τουλάχιστον, σε μια προσωρινή εκεχειρία.

Ωστόσο, η άμεση αντίδραση της Μόσχας ήταν να ανταποδώσει με κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων εναντίον Ουκρανών αμάχων και, όπως έδειξε η περίπτωση της Λειψίας, με την εντατικοποίηση υβριδικών επιχειρήσεων εναντίον διαφόρων ευρωπαϊκών φορέων που υποστηρίζουν την Ουκρανία. Μπορεί η Ρωσία να αποκομίσει οφέλη από τις επιθέσεις αντιποίνων; Η παρούσα μελέτη προσδιορίζει τις επιλογές που η Μόσχα θα μπορούσε ενδεχομένως να διατηρήσει, εκείνες που είναι πιθανό να αποβούν εναντίον της και τα μέτρα της ΕΕ που μπορούν να περιορίσουν τα οφέλη της.

Μεταξύ μετριοπάθειας και κλιμάκωσης

Οι ολοένα και βαθύτερες και ακριβέστερες επιθέσεις της Ουκρανίας στο εσωτερικό της Ρωσίας έχουν κλονίσει τα θεμέλια της άτυπης συμφωνίας μεταξύ της ρωσικής κοινωνίας και του καθεστώτος του Πούτιν. Η σιωπηρή συμφωνία ήταν ότι το τελευταίο μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στην πολιτική, αρκεί αυτό να μην βλάπτει σοβαρά το βιοτικό επίπεδο των Ρώσων ή να διαταράσσει την καθημερινή ζωή. Ωστόσο, μεταξύ άλλων, οι επιθέσεις με drone μεγάλου βεληνεκούς της Ουκρανίας προκαλούν έλλειψη καυσίμων και μειώνουν τα κρατικά έσοδα που διατηρούν σταθερούς τους μισθούς, τις τιμές και τις συντάξεις. Επιπλέον, εάν η Ουκρανία καταφέρει να διατηρήσει ή να ενισχύσει αυτή τη δυναμική και να προκαλέσει περαιτέρω ζημιά στις ενεργειακές και υλικοτεχνικές υποδομές της Ρωσίας, θα υπάρξουν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη τη ρωσική οικονομία, για παράδειγμα, στη γεωργία, τον τραπεζικό τομέα και την πολιτική αεροπορία.

Το Κρεμλίνο έχει μέχρι στιγμής απορρίψει τις προτάσεις του Κιέβου για γενική κατάπαυση του πυρός ή αμοιβαία αναστολή των επιθέσεων σε βάθος. Ένας λόγος για την αδιαλλαξία της Μόσχας είναι ότι τα φιλοκυβερνητικά ρωσικά μέσα ενημέρωσης, οι στρατιωτικοί μπλόγκερ, οι ακραίοι εθνικιστές ακτιβιστές και η ημιαυτόνομη κοινωνία των πολιτών απαιτούν αντίποινα και όχι μετριοπάθεια από το Κρεμλίνο. Αυτή είναι η μόνη απάντηση που μπορούν να φανταστούν στη διεθνή ταπείνωση που προξενούν οι επιθέσεις της Ουκρανίας και στην κοινωνικοοικονομική αποσταθεροποίηση της Ρωσίας.

Ο κύριος παράγοντας που καθορίζει την αμετακίνητη στάση της Μόσχας, ωστόσο, είναι ότι ένας συμβιβασμός εκ μέρους του Πούτιν θα ερχόταν σε αντίθεση με τα ιδεολογικά θεμέλια της δικής του σκέψης, της δημόσιας εικόνας του και της πολιτικής του εξουσίας. Το Κρεμλίνο χρειάζεται εκδίκηση για προπαγανδιστικούς σκοπούς, προκειμένου να επιδείξει τη συνεχιζόμενη στρατιωτική του ισχύ και αποφασιστικότητα στον ρωσικό λαό και στους ξένους εταίρους του. Ο Πούτιν και το περιβάλλον του εξακολουθούν να στοχεύουν στη νίκη στον πόλεμο μέσω της κλιμάκωσης της εκστρατείας τρόμου. Αυτό αποσκοπεί στο να αποτρέψει το Κίεβο από περαιτέρω βαθιές επιθέσεις και τη Δύση από τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία, οδηγώντας έτσι στην παράδοση της Ουκρανίας. Στη ρωσική στρατηγική σκέψη, αυτή η προσέγγιση είναι γνωστή ως «κλιμάκωση για αποκλιμάκωση».

Ποιες επιλογές έχει το Κρεμλίνο; Ποια από τις αντιδράσεις της Ρωσίας στις βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας ενδέχεται να εξελιχθούν περαιτέρω και ποιες νέες τεχνικές μπορεί να φέρουν; Τέλος, ποιο είναι το κόστος, η πιθανότητα και οι επιπτώσεις καθεμιάς από τις διάφορες επιλογές που έχει στη διάθεσή της η Μόσχα;

Συμβατική κλιμάκωση

Η τρέχουσα εντατική αντίδραση του Κρεμλίνου συνίσταται σε συμβατική κλιμάκωση εναντίον της Ουκρανίας σύμφωνα με προηγούμενες τακτικές. Αυτό εκδηλώνεται πάνω απ’ όλα με την εντατικοποίηση των ήδη αδίστακτων εκστρατειών τρομοκρατικών βομβαρδισμών εναντίον των ουκρανικών πολιτικών υποδομών, από νοσοκομεία και βιβλιοθήκες έως αποθήκες και σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Μεταξύ άλλων πόλεων, το Κίεβο δέχεται πρόσφατα μεγαλύτερες και πιο παρατεταμένες επιθέσεις με πυραύλους και drones σχεδόν καθημερινά. Η αύξηση των επιθέσεων κατά της πρωτεύουσας της Ουκρανίας το 2026 οφείλεται εν μέρει στην ανακατανομή των ρωσικών στρατιωτικών πόρων.

Η Ρωσία έχει πρόσφατα συγκεντρώσει μεγαλύτερο ποσοστό των επιθέσεων μακράς εμβέλειας στο Κίεβο, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων κατά του πολιτικού και διοικητικού κέντρου της πρωτεύουσας. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Μόσχα έχει αποκτήσει ουσιαστικά μεγαλύτερη ικανότητα κρούσης. Προς το παρόν, πρόκειται εν μέρει για αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων όσον αφορά τους περιορισμένους πόρους σε πυραύλους, drones και εκτοξευτές. Τα όπλα που στρέφονται κατά του Κιέβου είναι, τουλάχιστον εν μέρει, όπλα που δεν χρησιμοποιούνται εναντίον στόχων αλλού στην Ουκρανία. Η αλλαγή αυτή εξακολουθεί να έχει σημασία, καθώς καθιστά την πρωτεύουσα κύριο πεδίο άσκησης πίεσης, αποδιοργάνωσης και αποστολής πολιτικών μηνυμάτων.

Είναι ωστόσο ανησυχητικό το γεγονός ότι η νέα εστίαση της Ρωσίας στο Κίεβο είναι αποτέλεσμα όχι μόνο μιας «αλλαγής τύπου “είτε το ένα είτε το άλλο”», αλλά και της αυξανόμενης παραγωγικής ικανότητας. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Αμυντικών Πληροφοριών της Ουκρανίας (HUR), η Ρωσία μπορεί πλέον να παράγει περισσότερους από 200 πυραύλους Κρουζ και βαλλιστικούς πυραύλους τον μήνα. Μη επαληθευμένες αναφορές υποδηλώνουν επίσης ότι η Μόσχα ενδέχεται να στοχεύει στην παραγωγή περίπου 10.000 πυραύλων Κρουζ χαμηλού κόστους τύπου Dan-T το 2027. Η Ρωσία προσπαθεί να δημιουργήσει μια δύναμη κρούσης μεγάλου βεληνεκούς που θα είναι φθηνότερη και ευκολότερη στη χρήση σε μεγάλη κλίμακα. Αυτά τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι η Ρωσία διαθέτει ήδη πλεονάζουσα ικανότητα κρούσης, αλλά υποδηλώνουν μάλλον μια πιθανή στροφή: εάν η Μόσχα καταφέρει να παράγει φθηνά όπλα μεγάλου βεληνεκούς σε μεγάλη κλίμακα, θα μπορούσε να διατηρήσει ή ακόμη και να αυξήσει την πίεση στο Κίεβο χωρίς να μειώσει τις επιθέσεις σε άλλες περιοχές της Ουκρανίας.

Ακόμη και αν αυτό επιτευχθεί μόνο εν μέρει, θα ξεπερνούσε κατά πολύ μια απλή ανακατανομή της υπάρχουσας δύναμης πυρός. Η Ρωσία θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλότερο ρυθμό επιθέσεων κατά του Κιέβου, διατηρώντας παράλληλα την πίεση σε άλλες περιοχές της Ουκρανίας. Η Ουκρανία θα αντιμετώπιζε τότε δύο αλληλένδετες προκλήσεις: αφενός, περισσότερα εισερχόμενα όπλα και μεγαλύτερη ζήτηση για αναχαιτιστικά, και αφετέρου, μια πιο διάσπαρτη, πολυδιάστατη απειλή που καθιστά πιο δύσκολη την ταυτόχρονη προστασία της στρατιωτικού εφοδιασμού, της διοικητικής υποδομής, των αεροπορικών βάσεων και των πόλεων.

Το Κρεμλίνο ενδέχεται επίσης να κλιμακώσει περαιτέρω άλλες συμβατικές απειλές κατά της Ουκρανίας. Από τις αρχές του 2026, η Μόσχα έχει ανανεώσει τις – μέχρι στιγμής ανεπιτυχείς – προσπάθειές της να εμπλέξει τη Λευκορωσία στον πόλεμο, προκειμένου να αναγκάσει την Ουκρανία να αποσπάσει δυνάμεις προς το βορρά. Η Βόρεια Κορέα αποστέλλει επίσης περισσότερα στρατεύματα και η Ρωσία προσελκύει άλλους ξένους μισθοφόρους στην πρώτη γραμμή. Τέλος, το Κρεμλίνο είναι πιθανό να προχωρήσει σε υποχρεωτική μαζική επιστράτευση μετά τις εκλογές για τη Δούμα τον Σεπτέμβριο του 2026.

Ενώ το Κρεμλίνο έχει κίνητρα να εντείνει ή να ξεκινήσει τέτοιες μορφές κλιμάκωσης, τίθεται το ερώτημα σε ποιο βαθμό, και πότε, θα είναι η Ρωσία σε θέση να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα. Διαθέτει τους απαιτούμενους οικονομικούς, τεχνολογικούς και άλλους πόρους; Επιπλέον, θα αρκούν αυτά τα μέτρα για να επιφέρουν μια θεμελιώδη αλλαγή στην πρώτη γραμμή;

Η Μόσχα χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων συμβατικών πόρων της για να εντείνει τον πόλεμο πριν από το 2026, και αυτά είχαν μόνο περιορισμένη επίδραση. Παρ’ όλα αυτά, η μαζική παραγωγή φθηνών όπλων μεγάλου βεληνεκούς προσθέτει ήδη και θα συνεχίσει να προσθέτει νέα δύναμη κρούσης. Αν και δεν θα επιλύσουν τα προβλήματα της Ρωσίας όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό, τη διοίκηση ή την απόδοση στο πεδίο της μάχης, αυτά τα όπλα θα μπορούσαν να επιτρέψουν στη Μόσχα να επιτεθεί σε περισσότερους στόχους χωρίς να μειώσει την πίεση αλλού. Ένα βασικό ερώτημα για το 2027 είναι αν η Ρωσία μπορεί να υλοποιήσει πλήρως αυτά τα σχέδια πριν οι ουκρανικές επιθέσεις καταφέρουν να επιβραδύνουν ή ακόμη και να διακόψουν την εφαρμογή τους.

Κλιμάκωση με τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής

Αν και σε μεγάλο βαθμό αγνοούνται, απορρίπτονται ή ταξινομούνται εσφαλμένα στη Δύση, η Ρωσία έχει ήδη χρησιμοποιήσει στην Ουκρανία μεθόδους που πλησιάζουν ή αποτελούν οιονεί δοκιμή της εφαρμογής όπλων μαζικής καταστροφής (WMD). Η Μόσχα έχει επιτεθεί επανειλημμένα σε ουκρανικούς πυρηνικούς σταθμούς, συμπεριλαμβανομένων του μεγαλύτερου της Ευρώπης στη Ζαπορίζια και των ερειπίων του Τσερνομπίλ. Έχει επίσης βομβαρδίσει τη μεγαλύτερη δεξαμενή νερού της Ουκρανίας στον ποταμό Δνείπερο, το φράγμα Καχόβκα, και έχει χρησιμοποιήσει χημικές τοξίνες και πυρομαχικά με απεμπλουτισμένο ουράνιο εναντίον των ουκρανικών στρατευμάτων στην πρώτη γραμμή. Η αντίδραση των συμμάχων της Ουκρανίας σε αυτές τις προκλήσεις ήταν συγκρατημένη, γεγονός που καθιστά πιθανό να επεκταθούν και να διευρυνθούν.

Η Ρωσία θα συνεχίσει επίσης τη ρητορική της κλιμάκωση με τη μορφή πυρηνικών μηνυμάτων. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μια δεύτερη εμφανή αλλαγή στο στρατιωτικό δόγμα της Ρωσίας όσον αφορά τη χρήση πυρηνικών όπλων, μετά από εκείνη του 2024. Θα μπορούσε επίσης να αρχίσει να στέλνει πιο απειλητικά πυρηνικά μηνύματα με υλικά μέσα, για παράδειγμα, διεξάγοντας ασκήσεις εκπαίδευσης για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Ένα νέο στάδιο δημόσιων μηνυμάτων θα ήταν μια δοκιμή πυρηνικού όπλου, για παράδειγμα στη Νοβάγια Ζέμλια, προκειμένου να δηλωθεί εμφατικά η αποφασιστικότητα της Μόσχας.

Μια περαιτέρω μορφή πυρηνικής κλιμάκωσης θα ήταν μια παρατεταμένη ρωσική εκστρατεία εναντίον πολιτικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του Τσερνομπίλ. Ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση θα αποτελούσε μια επιδεικτική πυρηνική έκρηξη εντός ή πάνω από μια ακατοίκητη περιοχή της Ουκρανίας ή αλλού. Τέλος, η χρήση τακτικού πυρηνικού όπλου εναντίον ουκρανικών δυνάμεων ή μη στρατιωτικών στόχων θα ξεπερνούσε ένα ποιοτικά διαφορετικό όριο. Η χρήση χημικών, βιολογικών (λιγότερο πιθανή) ή ραδιολογικών όπλων μεγάλης κλίμακας στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν θα ήταν εξίσου σοβαρή.

Στο χειρότερο σενάριο, η Ευρώπη θα μπορούσε να βρεθεί στο χείλος ενός πλήρους πυρηνικού πολέμου, εάν η Ρωσία πραγματοποιήσει πυρηνική επίθεση εναντίον μιας χώρας της «Συμμαχίας των Προθύμων» που έχει συγκροτηθεί για την υποστήριξη της Ουκρανίας. Αυτό είναι βεβαίως εξαιρετικά απίθανο, αλλά αποτελεί ένα σενάριο που συζητείται σοβαρά στη Μόσχα, όπως υποδεικνύουν δημοσιεύσεις, μεταξύ άλλων, του φιλοπουτινικού πολιτικού σχολιαστή Σεργκέι Καραγκάνοφ.

Η χρήση τοξικών ουσιών από τη Ρωσία και οι προηγούμενες επιθέσεις σε πυρηνικούς σταθμούς (NPP) καταδεικνύουν ότι καμία από αυτές τις επιλογές κλιμάκωσης δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Θα πρέπει να αποτελούν σημαντικούς λόγους ανησυχίας για τις κυβερνήσεις πέρα από την Ανατολική Ευρώπη. Ωστόσο, η κλιμάκωση με τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής (WMD) ενέχει δύο θεμελιώδεις κινδύνους για τη Ρωσία, οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τους στόχους της στην Ουκρανία.

Ο πρώτος κίνδυνος για τη Ρωσία θα ήταν οι εσωτερικές και διεθνείς επιπτώσεις της παραβίασης του πυρηνικού ταμπού που ισχύει εδώ και περισσότερα από 80 χρόνια. Ενώ το Κρεμλίνο δεν θα είχε ηθικούς ενδοιασμούς, η χρήση πυρηνικών ή χημικών κεφαλών θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμια αντίδραση αρκετά ισχυρή ώστε να ακυρώσει τυχόν οφέλη από μια πυρηνική κλιμάκωση. Όχι μόνο οι εταίροι του Κιέβου, αλλά και χώρες όπως η Κίνα ή η Ινδία δεν θα δέχονταν ευνοϊκά το γεγονός ότι το Κρεμλίνο θα ξεπερνούσε αυτή την κόκκινη γραμμή – και θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά την τρέχουσα συνεργασία τους με τη Ρωσία. Οι επιπτώσεις μιας ρωσικής κλιμάκωσης με τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής – είτε στο ουκρανικό πεδίο μάχης είτε σε κάποιο άλλο σημείο – είναι δύσκολο να προβλεφθούν για το Κρεμλίνο και ενδέχεται να το εμποδίσουν, αντί να το βοηθήσουν, να επιτύχει τους στόχους του στην Ουκρανία.

Δεύτερον, ειδικά από το καλοκαίρι του 2026, η Ουκρανία έχει αποδείξει την ικανότητά της να φτάσει σε μεγάλο μέρος του ρωσικού εδάφους. Εάν η Ρωσία χρησιμοποιήσει όπλα μαζικής καταστροφής στην Ουκρανία, παραβιάζοντας έτσι πολλές επιπλέον συνθήκες και συμβάσεις, και σε περίπτωση απουσίας ισχυρής και αποτελεσματικής διεθνούς αντίδρασης, το Κίεβο ενδέχεται να εξετάσει κάτι παρόμοιο. Αν και προς το παρόν δεν διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής για να ανταποκριθεί με τον ίδιο τρόπο, αντιμετωπίζοντας μια υπαρξιακή απειλή, ενδέχεται να αρχίσει να αναπτύσσει τέτοια ικανότητα.

Εάν η Ουκρανία δεχθεί πυρηνικό πλήγμα και δεν υπάρξει σημαντική αντίδραση από τρίτο μέρος, η τρέχουσα παγκόσμια τάξη ασφαλείας θα έχει καταρρεύσει και η λογική των Συμβάσεων της Γενεύης θα έχει υπονομευθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Κίεβο ενδέχεται να αισθανθεί ότι δικαιολογείται να φορτώσει ραδιενεργό υλικό από τους πυρηνικούς σταθμούς του σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, μετατρέποντάς τα σε «βρώμικες βόμβες» εναντίον της Ρωσίας. Η επακόλουθη ραδιενεργή μόλυνση του ρωσικού εδάφους ενδέχεται να αποτελεί υπερβολικά υψηλό τίμημα ακόμη και για τους σκληροπυρηνικούς ιμπεριαλιστές της Ρωσίας.

«Πλευρική» κλιμάκωση

Ο νόμος των ακούσιων συνεπειών ισχύει επίσης για το πολυσυζητημένο σενάριο μιας συμβατικής στρατιωτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία σε άλλο τμήμα της Ευρώπης, όπως οι περιοχές της Βαλτικής ή της Μαύρης Θάλασσας. Μια συμβατική στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας, για παράδειγμα, κατά της Εσθονίας ή της Λιθουανίας θα είχε ως στόχο να προκαλέσει σοκ στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και θα σχεδιάζονταν ως κίνητρο για την απομάκρυνση της Ευρώπης από την υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ωστόσο, θα μπορούσε εξίσου να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, οδηγώντας σε επανεκτίμηση της ρωσικής απειλής για την Ευρώπη, κυρίως επειδή μια άμεση επίθεση εναντίον κράτους μέλους του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ θα απαιτούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αμοιβαίας βοήθειας βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης της Ουάσινγκτον και του άρθρου 42 της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Η προέλαση ρωσικών στρατευμάτων σε έδαφος της ΕΕ/του ΝΑΤΟ θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει ορισμένα κράτη μέλη να αυξήσουν, αντί να μειώσουν, τη στήριξή τους προς την Ουκρανία. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια αντίδραση θα μπορούσε να θεωρηθεί από ορισμένες χώρες ως λιγότερο επικίνδυνη απάντηση σε μια ρωσική επίθεση εναντίον ενός ή περισσότερων από τους επίσημους συμμάχους τους, σε σύγκριση με την επιδίωξη άμεσης κλιμάκωσης και στρατιωτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία. Η επακόλουθη αύξηση της πίεσης επί των ρωσικών στρατευμάτων σε ολόκληρο το ουκρανικό πεδίο μάχης θα ερχόταν σε αντίθεση με τους στόχους της Μόσχας.

Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν ακόμη και να αποφασίσουν να αντεπιτεθούν εντός ρωσικού εδάφους. Σε αυτό το σενάριο κλιμάκωσης, η Ρωσία θα μπορούσε να βρεθεί σε πλήρη πόλεμο σε δύο μέτωπα εναντίον του ΝΑΤΟ και της Ουκρανίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν προς όφελος του Κιέβου και όχι της Μόσχας. Αυτές και άλλες πιθανές επιπτώσεις καθιστούν απίθανη μια συμβατική στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας εναντίον κράτους μέλους του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ.

Στον υβριδικό τομέα, αντίθετα, η έμμεση κλιμάκωση από τη Ρωσία σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι λιγότερο προβληματική, συμβαίνει ήδη σε μεγάλη κλίμακα και είναι πιθανό να ενταθεί ακόμη περισσότερο. Το σενάριο που εξελίσσεται επί του παρόντος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων: κυβερνο-σαμποτάζ και υλικό σαμποτάζ σε ευρωπαϊκούς κατασκευαστές αμυντικού εξοπλισμού, κόμβους εφοδιαστικής, σιδηροδρόμους, αεροδρόμια και λιμάνια· αυξημένη παρεμβολή σήματος GPS σε κρίσιμες ευρωπαϊκές υποδομές· πιο επιθετικές στρατιωτικές προκλήσεις κατά μήκος των συνόρων του ΝΑΤΟ, όπως παραβιάσεις εναερίου χώρου και εισβολές με μη επανδρωμένα αεροσκάφη· καθώς και επέκταση των ρωσικών εκστρατειών παραπληροφόρησης, χρονομετρημένων ώστε να συμπίπτουν με τις ευρωπαϊκές εκλογές. Τέτοιες επιχειρήσεις αποφεύγουν την άμεση στρατιωτική κλιμάκωση και έχουν σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να αρνηθεί κανείς την ανάληψη ευθύνης, να είναι κλιμακούμενες, καθώς και βιώσιμες.

Οι κλιμακούμενες επιθέσεις της Ρωσίας κατά της Ευρώπης μέσω των ανωτέρω μεθόδων εκμεταλλεύονται σκόπιμα την ασαφή κατάσταση, τις επιχειρησιακές και στρατηγικές αμφιβολίες, συσκοτίζοντας την προέλευσή τους, τον άμεσο σκοπό και τους τελικούς στόχους τους. Η δολιοφθορά μέσω αντιπροσώπων, οι κυβερνοεπιχειρήσεις και τα μη αναγνωρίσιμα μη επανδρωμένα αεροσκάφη καθυστερούν την απόδοση ευθυνών και ενθαρρύνουν τη διαφωνία ως προς τον τρόπο αντίδρασης. Το πρόβλημα δεν είναι ότι τέτοιες επιθέσεις είναι αβλαβείς επειδή δεν φτάνουν το όριο του Άρθρου 5. Είναι το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ και η ΕΕ στερούνται συμφωνημένες εκ των προτέρων πολιτικές, νομικές και επιχειρησιακές αντιδράσεις που μπορούν να ενεργοποιηθούν πριν η αβεβαιότητα μετατραπεί σε πλεονέκτημα για τη Ρωσία.

Συμπεράσματα

Οι πιο ριζοσπαστικές οδοί της Μόσχας προς την κλιμάκωση, ως απάντηση στις οδυνηρές βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας, είναι επίσης οι πιο επικίνδυνες και ενδεχομένως οι πιο δαπανηρές. Το Κρεμλίνο δεν μπορεί εύκολα να κλιμακώσει τη σύγκρουση χρησιμοποιώντας όπλα μαζικής καταστροφής έναντι της Ουκρανίας ή μέσω συμβατικής στρατιωτικής εισβολής σε έναν ή περισσότερους από τους δυτικούς εταίρους της Ουκρανίας. Μια μεγάλη διεθνής αντίδραση ή ακόμη και η άμεση εμπλοκή του ΝΑΤΟ στον πόλεμο θα έχει επιπτώσεις για τη Ρωσία που θα υπερβαίνουν οποιαδήποτε οφέλη θα μπορούσε το Κρεμλίνο να ελπίζει να επιτύχει με τέτοιες μοιραίες αποφάσεις.

Η πιο πιθανή αντίδραση της Ρωσίας στις βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας θα σημαίνει, επομένως, εντατικοποίηση της υπάρχουσας εκστρατείας τρομοκρατίας εναντίον ουκρανών αμάχων, αφενός, και του ήδη επιθετικού υβριδικού πολέμου της εναντίον της Δύσης, αφετέρου. Η αυξημένη υποστήριξη από την Κίνα θα μπορούσε να βοηθήσει περαιτέρω τη Ρωσία σε αυτές τις προσπάθειες. Το Πεκίνο επιθυμεί να αποφύγει την ταπείνωση της Μόσχας στην Ουκρανία ή την κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας. Η Κίνα έχει ήδη εντείνει τη συνεργασία της με τη Ρωσία, αλλά ακόμη και η αυξημένη κινεζική βοήθεια δεν θα επιλύσει εύκολα τα διαρθρωτικά ελλείμματα στην αεραμυντική ικανότητα της Ρωσίας, τα οποία κατέστησαν δυνατές εξ αρχής τις βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας.

Ταυτόχρονα, η συνεχιζόμενη εντατικοποίηση των ρωσικών τρομοκρατικών επιθέσεων στα μετόπισθεν της Ουκρανίας είναι επικίνδυνη και προβληματική για το Κίεβο και τους εταίρους του από πολλές απόψεις. Ανάλογα με το πόσο γρήγορα η Ρωσία θα μπορέσει να αυξήσει περαιτέρω τις επιθέσεις μακράς εμβέλειας εναντίον της Ουκρανίας, με το βαθμό προθυμίας και ικανότητας των εταίρων της Ουκρανίας να την υποστηρίξουν, καθώς και με την ποσότητα και την ποιότητα της αυξημένης κινεζικής βοήθειας, το νέο κύμα βαθιών επιθέσεων της Ουκρανίας από το καλοκαίρι του 2026 μπορεί να έχει ή να μην έχει τη δυνατότητα να τερματίσει τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο το συντομότερο δυνατόν.

Συστάσεις πολιτικής

Σε συνεργασία με την Ουκρανία και άλλα μέλη της «Συμμαχίας των Προθύμων», η ΕΕ θα πρέπει να καταστήσει την κλιμάκωση μια χαμένη υπόθεση για τη Μόσχα. Αυτό σημαίνει τον περιορισμό της ικανότητας της Ρωσίας να πραγματοποιεί φθηνές μαζικές επιθέσεις, την αποτροπή του εκβιαστικού αποτελέσματος τέτοιων επιθέσεων στην Ουκρανία και τη διασφάλιση ότι η πίεση πέρα από το πεδίο της μάχης θα επιφέρει στη Ρωσία υψηλότερο κόστος αντί για μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Οι ακόλουθες συστάσεις μετατρέπουν αυτές τις προτεραιότητες σε πρακτικές ενέργειες.

1. Να καταστεί πιο δύσκολη η κατασκευή των φθηνών πυραύλων και των drones της Ρωσίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να καθιερώσει μια μόνιμη διαδικασία ταχείας εξέτασης σε συνεργασία με τις ουκρανικές αρχές. Όταν η Ουκρανία ανακτά εξαρτήματα από ρωσικό πύραυλο ή drone, θα πρέπει να μπορεί να κοινοποιεί στοιχεία σχετικά με το ποιος κατασκεύασε τα εξαρτήματα, ποιος τα πώλησε και πώς έφτασαν στη Ρωσία. Η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία για να εντοπίσει τους εμπλεκόμενους προμηθευτές, μεσάζοντες, μεταφορικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, και να προτείνει άμεσα στοχευμένους ελέγχους εξαγωγών και κυρώσεις. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο θα πρέπει να τα υιοθετήσει χωρίς να περιμένει το επόμενο μεγάλο πακέτο κυρώσεων. Αυτό θα επιτρέψει στην ΕΕ να ανταποκριθεί καθώς εξελίσσονται τα ρωσικά όπλα – επιβραδύνοντας την παραγωγή, αυξάνοντας το κόστος και περιορίζοντας την ικανότητα της Ρωσίας να διαθέτει φθηνά όπλα μεγάλου βεληνεκούς σε μεγάλους αριθμούς.

2. Χρήση του EDIP και του SAFE για την ανάπτυξη αεροπορικής άμυνας κατά μαζικών επιθέσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να αξιοποιήσουν το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP) και την Πρωτοβουλία για την Ασφάλεια της Ευρώπης (SAFE) προκειμένου να υποστηρίξουν την κοινή προμήθεια και τη συμπαραγωγή ΕΕ-Ουκρανίας αναχαιτιστικών χαμηλού κόστους, συστημάτων ανίχνευσης και εξοπλισμού ηλεκτρονικού πολέμου, καθώς και την επισκευή και συντήρησή τους. Οι δυνατότητες αυτές δεν υποκαθιστούν την αμυντική κάλυψη υψηλών προδιαγραφών έναντι πυραύλων. Αποτελούν το απαραίτητο επίπεδο προστασίας για την απορρόφηση του όγκου των φθηνότερων μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων Κρουζ. Η αρχιτεκτονική που θα προκύψει θα πρέπει να προστατεύει όχι μόνο το Κίεβο, αλλά και τη στρατιωτική εφοδιαστική αλυσίδα, τη διοικητική υποδομή, τις αεροπορικές βάσεις και άλλους κρίσιμους κόμβους σε ολόκληρη την Ουκρανία.

3. Υιοθέτηση ενός «Πρωτοκόλλου Λειψίας» για τους εφοδιαστικούς κόμβους που υποστηρίζουν την Ουκρανία. Η απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο Λειψίας/Χάλλε έδειξε πώς ένα φθηνό και ανιχνεύσιμο σύστημα μπορεί να απειλήσει ένα ουκρανικό φορτηγό αεροσκάφος, να παραλύσει έναν σημαντικό εφοδιαστικό κόμβο και να διακόψει τη μεταφορά βοήθειας προς την Ουκρανία. Αντί να δημιουργήσουν ένα νέο πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα συμμετέχοντα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιοποιήσουν το Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια έναντι των Δρόνων και την Αντιμετώπισή τους, καθώς και την εφαρμογή της Οδηγίας για την Ανθεκτικότητα Κρίσιμων Υποδομών, ώστε να μετατρέψουν τα καθορισμένα αεροδρόμια, λιμάνια και σιδηροδρομικούς κόμβους που υποστηρίζουν την Ουκρανία σε μια πρώιμη περίπτωση επιχειρησιακής εφαρμογής της υφιστάμενης πολιτικής της ΕΕ.

Ένα κοινό «Πρωτόκολλο της Λειψίας» θα πρέπει, για παρόμοια περιστατικά, να καθορίζει ποιος εντοπίζει μια απειλή, ποιος λαμβάνει την απόφαση, ποιος είναι νομικά εξουσιοδοτημένος να την εξουδετερώσει, πώς ανακατευθύνεται το φορτίο και πώς επαναλαμβάνονται οι λειτουργίες. Το πρωτόκολλο θα πρέπει να συνδέει τους φορείς μεταφορών, την αστυνομία, τις στρατιωτικές μονάδες, τις τελωνειακές αρχές και τις εταιρείες logistics· να προσδιορίζει εκ των προτέρων τις ομάδες αντιμετώπισης drones και τις ομάδες επισκευής που μπορούν να αναπτυχθούν· να εξασφαλίζει εναλλακτικές διαδρομές και μεταφορική χωρητικότητα· και να προβλέπει τακτικές δοκιμές αντοχής με επιχειρησιακή συμβολή από την Ουκρανία. Κριτήριο επιτυχίας θα πρέπει να είναι το κατά πόσον η υποστήριξη προς την Ουκρανία μπορεί να συνεχίσει να παρέχεται μετά από ένα τέτοιο περιστατικό.

*Το παρόν άρθρο βασίζεται σε πρόσφατο ενημερωτικό σημείωμα πολιτικής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK).

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

29 Σεπτεμβρίου 2026
Η ηθική χρεοκοπία της ΕΣΗΕΑ

Κάποια γεγονότα δεν χρήζουν ιδιαίτερης ερμηνείας.  Αρκεί  απλώς να τα κοιτάξεις για να καταλάβεις πόσο χαμηλά μπορεί να κατρακυλήσει ένας θεσμός όταν χάσει το μέτρο, τη μνήμη και στοιχειώδη αίσθηση της ευθύνης του. Αυτό ακριβώς συνέβη στις 23 Σεπτεμβρίου, στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς να στεγάζεται, έστω συμβολικά, η υπεράσπιση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, της ιστορικής αλήθειας και της ελευθερίας απέναντι στον φανατισμό, φιλοξενήθηκε μια εκδήλωση που παρουσίαζε ως «αντίσταση» πρόσωπα και οργανώσεις συνδεδεμένα με ακραία βία, αντισημιτική ρητορική και αυταρχικά καθεστώτα.

 

Το περιστατικό θα μπορούσε να περάσει ως μία ακόμη από τις πολλές ιδεολογικές γραφικότητες/αθλιότητες  της ελληνικής δημόσιας ζωής, αν δεν είχε συμβεί ακριβώς εκεί. Στην ΕΣΗΕΑ. Στο συνδικαλιστικό όργανο ενός επαγγέλματος που αρέσκεται να παραδίδει μαθήματα δεοντολογίας, να καταγγέλλει τη ρητορική μίσους, να επικαλείται τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και να απαιτεί από όλους τους άλλους αυστηρότητα απέναντι στο φανατισμό. Όταν όμως ήρθε η στιγμή να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια στη δική της στέγη, η αυστηρότητα εξαφανίστηκε. Έμεινε μόνο εκείνη η παλιά ελληνική συνήθεια: οι αρχές να ισχύουν πάντοτε για τους άλλους.

Κατά τη γνώμη μου, η δημοκρατία έχει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να ανέχεται παρόμοιες δημοσιογραφικές αθλιότητες. Το πρόβλημα είναι η άνεση με την οποία ένας θεσμός που υποτίθεται ότι υπηρετεί την ενημέρωση παραχώρησε το κύρος και τον χώρο του σε μια τελετή ιταμού πολιτικού εξαγνισμού και ηρωοποίησης. Χωρίς αμηχανία, χωρίς περίσκεψη,  χωρίς αιδώ, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς καν εκείνο το αυτονόητο ερώτημα που θα έπρεπε να προηγείται κάθε δημοσιογραφικής πράξης: ποιον ακριβώς φιλοξενούμε και τι ακριβώς τιμούμε;

Δεν επρόκειτο για μια συζήτηση γύρω από τη Μέση Ανατολή. Δεν ήταν ένα δημοσιογραφικό πάνελ όπου διαφορετικές απόψεις θα επιχειρούσαν να φωτίσουν τη σύγκρουση στον Λίβανο, στο Ιράν, στην Παλαιστίνη ή στην Υεμένη. Ούτε για μια ακαδημαϊκή εξέταση της Χεζμπολάχ, της πολιτικής της διαδρομής και της ιδεολογίας της. Οι ίδιοι οι διοργανωτές φρόντισαν να μη μείνει τέτοια αμφιβολία.

Η εκδήλωση είχε ως κεντρικό σύνθημα «Από τον Αλί Χαμενεΐ μέχρι τον Χασάν Νασράλα, η αντίσταση συνεχίζεται». Στο πρόγραμμά της περιλαμβάνονταν παρουσίαση βιβλίου για τη «Σχολή Σκέψης» του Νασράλα, παρεμβάσεις εκπροσώπων του κινήματος Ansar Allah των Χούθι, του ιρανικού Press TV και της «Λιβανέζικης Αντίστασης», καθώς και βράβευση λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού διαγωνισμού αφιερωμένου στον Αλί Χαμενεΐ. Αυτά αναφέρονται τόσο στην ανακοίνωση της εκδήλωσης όσο και στο υλικό που τη συνόδευσε.

Το να συζητάς για τη «σχολή σκέψης» του Νασράλα και για μια «αντίσταση που συνεχίζεται» δεν ανήκει στη δημοσιογραφική έρευνα, στην περιέργεια ή στην επαγγελματική αρμοδιότητα. Ανήκει στην πολιτική ταύτιση. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα της ΕΣΗΕΑ. Η δημοσιογραφία μπορεί να ερευνήσει τον Νασράλα, τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι, το Ιράν, να εξετάσει τις ιδέες, τις πράξεις, τα εγκλήματα, τα αίτια και τις συνέπειές τους. Αυτό είναι το καθήκον της. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει χωρίς να ακυρώνει τον ίδιο της τον ρόλο είναι να μετατρέπει την έρευνα σε τελετουργία θαυμασμού και την κριτική απόσταση σε πολιτική συνηγορία.

Διότι εδώ δεν έχουμε μπροστά μας κάποια εξωτική εκδοχή «αντίστασης», ούτε μια ρομαντική αφήγηση απελευθερωτικών κινημάτων. Έχουμε οργανώσεις και καθεστώτα που συνδέονται με θεοκρατικό αυταρχισμό, πολιτική βία, μαζικές δολοφονίες, προγραφές, καταστολή και διώξεις. Η στρατιωτική πτέρυγα της Χεζμπολάχ βρίσκεται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της ΕΕ, ενώ το ίδιο το ιρανικό καθεστώς έχει καταγραφεί διεθνώς για εκτελέσεις διαδηλωτών, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις, διώξεις δημοσιογράφων και σκληρή καταστολή γυναικών και αντιφρονούντων. Οι Χούθι, από την πλευρά τους, έχουν κατηγορηθεί από διεθνείς οργανώσεις για αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια, διώξεις δημοσιογράφων και καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης

Εδώ η εικόνα γίνεται αποκρουστική. Ένα συνδικαλιστικό όργανο δημοσιογράφων φιλοξενεί μια εκδήλωση που υμνεί, ή τουλάχιστον εξιδανικεύει, πολιτικούς και ιδεολογικούς φορείς που σε άλλα μέρη του κόσμου φιμώνουν δημοσιογράφους, φυλακίζουν αντιφρονούντες, στέλνουν διαδηλωτές στην αγχόνη και μετατρέπουν τη δημόσια ζωή σε καθεστώς φόβου. Η αντίφαση δεν είναι απλώς ηθική. Είναι σχεδόν αυτογελοιοποιητική.

Διότι ποια ακριβώς δημοσιογραφική αρχή υπερασπίζεσαι όταν παραχωρείς τον χώρο σου σε όσους περιφρονούν την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του Τύπου; Ποια δεοντολογία επικαλείσαι όταν μεταχειρίζεσαι ως «αντίσταση» μορφές πολιτικής και θρησκευτικής βίας που, αν εκδηλώνονταν στην Ευρώπη, θα τις είχες καταγγείλει ως φανατισμό, τρομοκρατία και σκοταδισμό; Ποια υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων μπορεί να σταθεί όταν οι γυναίκες στο Ιράν καταδιώκονται για την εμφάνισή τους, όταν διαδηλωτές εκτελούνται ύστερα από εξαιρετικά προβληματικές δίκες και όταν οι δημοσιογράφοι γίνονται στόχος αυθαίρετων συλλήψεων και καταστολής;

Μιλάμε για ηθικό, πνευματικό και επαγγελματικό ξεπεσμό, για την αυτοκατάργηση ενός θεσμού που, ενώ διεκδικεί το κύρος του υπερασπιστή της ελευθερίας και της δημοκρατίας, καταλήγει να προσφέρει στέγη, νομιμοποίηση και άλλοθι σε ό,τι τις ποδοπατά.

Κάπου εδώ τελειώνει κάθε επίφαση ουδετερότητας. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφία που εξετάζει το σκοτάδι. Πρόκειται για έναν θεσμό που επιτρέπει στο σκοτάδι να εμφανιστεί ως ηθική θέση. Και αυτή είναι η πιο βαριά θεσμική έκπτωση: όταν εκείνοι που έχουν επαγγελματικό καθήκον να αποκαλύπτουν τη βία, την καταπίεση και την προπαγάνδα αρχίζουν να τις βαφτίζουν «αντίσταση», να τις ντύνουν με πολιτιστικό περίβλημα και να τις εγκαθιστούν με άνεση στην ίδια αίθουσα όπου θα έπρεπε να υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου.

Η δημοσιογραφία μπορεί να είναι ενοχλητική, αιχμηρή, άδικη, ακόμη και λανθασμένη. Όταν όμως γίνεται πολιτικό άλλοθι για τον φανατισμό, όταν αμβλύνει ή εξωραΐζει τη θεοκρατική καταστολή και όταν παραχωρεί κύρος σε εκείνους που χτίζουν την εξουσία τους πάνω στην τρομοκρατία, το αίμα, το φόβο, παύει να εκπληρώνει τον δημοκρατικό της ρόλο. Μετατρέπεται σε προπαγανδιστικό παρακολούθημα εκείνων που θα όφειλε να ελέγχει. Και τότε η κρίση δεν αφορά πια μία εκδήλωση. Αφορά την ίδια την ποιότητα του θεσμού που τη φιλοξένησε.

Ένας οργανισμός με το ιστορικό και το συμβολικό βάρος της ΕΣΗΕΑ οφείλει να γνωρίζει τι φιλοξενεί στους χώρους του. Ιδίως όταν η πρόσκληση δεν κρύβει τίποτε. Οι διοργανωτές παρουσίαζαν την εκδήλωση ως φόρο τιμής στην «Αντίσταση» και μιλούσαν για ανθρώπους που έπεσαν από τους «αμερικανο-σιωνιστές δολοφόνους».

Χρειάζονταν περίπου δύο λεπτά ανάγνωσης.

Και μερικά ακόμη λεπτά αναζήτησης για να πληροφορηθεί κανείς ποια ακριβώς ήταν η «σχολή σκέψης» που επρόκειτο να παρουσιαστεί.

Ο Χασάν Νασράλα υπήρξε επί δεκαετίες ο ηγέτης της Χεζμπολάχ. Η στρατιωτική πτέρυγα της οργάνωσης βρίσκεται από το 2013 στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ακόμη σοβαρότερα είναι όσα ο ίδιος είχε πει.

Σε ομιλίες που του αποδίδονται και έχουν δημοσιευθεί επί χρόνια, ο Νασράλα είχε αμφισβητήσει τις ναζιστικές θηριωδίες, είχε μιλήσει για τους Εβραίους ως «καρκίνο» και είχε χρησιμοποιήσει στερεότυπα περί δειλίας και φιλαργυρίας. Ορισμένες δηλώσεις του, μάλιστα, είναι ευρέως τεκμηριωμένες και έχουν συζητηθεί ακόμη και στο βρετανικό Κοινοβούλιο.  Αυτό είναι το σημείο όπου η υπόθεση παύει να αφορά αποκλειστικά τη Μέση Ανατολή. Αφορά την ελληνική δημοσιογραφία.

Γιατί η δημοσιογραφία δεν κρίνεται μόνο από όσα αποκαλύπτει, παραποιεί ή αποκρύπτει. Κρίνεται επίσης από όσα συνηθίζει να υποστηρίζει. Και εδώ συναντάμε μια από τις πιο δυσάρεστες ασθένειες της ελληνικής δημόσιας ζωής: τη δεοντολογία α λα καρτ.

Η ίδια ρητορική που, εάν εκφωνείτο από έναν Ευρωπαίο ακροδεξιό, θα προκαλούσε –και ορθώς– κατακραυγή, μοιάζει να αποκτά μια παράξενη ασυλία όταν ντύνεται τον μανδύα του «αντιιμπεριαλισμού». Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος παραμένει άρνηση του Ολοκαυτώματος. Ο αντισημιτισμός παραμένει αντισημιτισμός. Η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν εξαγνίζεται επειδή ο άνθρωπος που την εκφέρει βρίσκεται στη σωστή πλευρά ενός γεωπολιτικού χάρτη που έχει σχεδιαστεί σε κάποιο ελληνικό ιδεολογικό εργαστήριο.

Αυτό θα έπρεπε να είναι στοιχειώδες για δημοσιογράφους.

Κι όμως, η ίδια η ιστορία της ΕΣΗΕΑ κάνει την υπόθεση ακόμη πιο ενοχλητική. Το 2005, η Ένωση είχε αντιδράσει στην παρουσία του Ντέιβιντ Ίρβινγκ, του γνωστού αρνητή του Ολοκαυτώματος, θεωρώντας τέτοιες απόψεις ασύμβατες με τις αρχές που όφειλε να υπερασπίζεται. Στο κείμενο που συνοδεύει τη σημερινή καταγγελία υπενθυμίζεται ακριβώς αυτή η αντίφαση: τότε η ιστορική αλήθεια, ο ανθρωπισμός, η δημοκρατία και η ανεκτικότητα θεωρούνταν λόγοι για να κλείσει η πόρτα της ΕΣΗΕΑ.

Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό. Τι άλλαξε; Άλλαξαν οι αρχές ή άλλαξε μόνο η πολιτική ταυτότητα εκείνου που τις παραβιάζει; Εάν ο αντισημιτισμός είναι αποκρουστικός όταν προέρχεται από έναν νεοναζί, πώς μετατρέπεται σε «αντίσταση» όταν προέρχεται από έναν ισλαμιστή; Εάν η άρνηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί προσβολή της ιστορικής αλήθειας όταν την εκφέρει ένας Βρετανός ακροδεξιός, γιατί η ίδια αντίληψη αντιμετωπίζεται με τόσο διαφορετικά αντανακλαστικά όταν εμφανίζεται μέσα σε ένα αντιδυτικό ιδεολογικό πλαίσιο;

Αυτή η επιλεκτικότητα καταστρέφει κάθε ηθική αξιοπιστία. Και εδώ η αηδία αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για ένα κομμάτι της ελληνικής δημοσιογραφικής κουλτούρας: την παράξενη ευκολία με την οποία η έρευνα υποχωρεί μπροστά στην ιδεολογική συγγένεια. Λέξεις όπως «αντίσταση», «ιμπεριαλισμός», «σιωνισμός» λειτουργούν συχνά σαν κωδικοί που απαλλάσσουν από την υποχρέωση να εξεταστεί ποιος μιλά, τι έχει πει και τι ακριβώς υπερασπίζεται.

Έτσι όμως η δημοσιογραφία παύει να είναι δημοσιογραφία. Γίνεται μηχανισμός  επιβεβαίωσης μιας ήδη σχηματισμένης κοσμοθεωρίας. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν κλάδο που έχει αναγάγει την καταπολέμηση της «ρητορικής μίσους» σε καθημερινό λεξιλόγιο. Που οργανώνει συζητήσεις για την παραπληροφόρηση, τον ρατσισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία των μειονοτήτων και την ευθύνη του δημόσιου λόγου.

Οι αρχές όμως δοκιμάζονται ακριβώς εκεί όπου γίνονται άβολες. Η ελευθερία του λόγου σημαίνει ότι ακόμη και οι απεχθέστερες ιδέες μπορούν να συζητιούνται. Δεν σημαίνει ότι κάθε θεσμός έχει υποχρέωση να τους προσφέρει αίθουσα τιμής. Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι μια επαγγελματική ένωση δημοσιογράφων πρέπει να αδιαφορεί για τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική εξέταση μιας ιδεολογίας και στην πανηγυρική παρουσίασή της.

Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι ένας χώρος που συμβολίζει την ελληνική δημοσιογραφία χρησιμοποιήθηκε για μια εκδήλωση η οποία, σύμφωνα με το ίδιο της το πρόγραμμα, δεν προσέγγιζε τον Νασράλα ως αντικείμενο έρευνας αλλά ως φορέα μιας πολιτικής και ιδεολογικής κληρονομιάς που άξιζε να συνεχιστεί. Και κάπου εκεί η υπόθεση γίνεται πραγματικά θλιβερή.

Ο αντισημιτισμός δεν αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο επειδή βαφτίστηκε αντιιμπεριαλισμός. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται προοδευτική όταν μεταφράζεται από τα περσικά ή τα αραβικά. Και η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν μετατρέπεται σε πολιτιστική εκδήλωση επειδή πραγματοποιείται στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Αν η ελληνική δημοσιογραφία θέλει πράγματι να μιλά για αξιοπιστία, δεοντολογία και δημοκρατική ευθύνη, ίσως θα έπρεπε κάποτε να αρχίσει από το δυσκολότερο ρεπορτάζ: από τον ίδιο της τον εαυτό.

 

28 Σεπτεμβρίου 2026
Σελίδα 1 από 170