Σύνδεση συνδρομητών

Γνώμες

Φωτογραφία αρχείου

Το βέβαιο είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έφεραν καινούργια πράγματα στην πολιτική ζωή της χώρας. Θα τολμούσα όμως να πω, χωρίς να πέφτω έξω, όλα αρνητικά. Ένα αρνητικό παραπάνω λοιπόν δεν θα αποτελούσε κανονικά έκπληξη, εάν δεν ήταν τόσο πρωτόγνωρο και τόσο παράξενο: η μετακόμιση ενός ολόκληρου παλιού πολιτικού κόμματος, το οποίο μάλιστα κυβέρνησε και τον τόπο επί σχεδόν πενταετία, σε ένα άλλο πολιτικό κόμμα καινούργιο, το οποίο ακόμα μήτε το είδαμε μήτε το απαντήσαμε.

Λέγεται, και μάλλον σωστά από ό,τι αποδεικνύεται, ότι το ριμπράντιγκ του Τσίπρα δεν άρχισε ούτε στις 26 Μαΐου 2026 που ανακοίνωσε την ίδρυση του νέου κόμματός του ούτε στις 3 Δεκεμβρίου 2025 που παρουσίασε το βιβλίο του, ούτε και στις 6 Οκτωβρίου 2025 που παραιτήθηκε από βουλευτής, αλλά πολύ πιο πριν. Συγκεκριμένα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2024, που οι συριζαίοι καθαίρεσαν με πραξικοπηματικές διαδικασίες της Κεντρικής Επιτροπής τον νόμιμα από Συνέδριο του κόμματος εκλεγμένο πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Στέφανο Κασσελάκη.

Αν λοιπόν ισχύει αυτό, και κατά τη γνώμη μου ισχύει απόλυτα, τότε από την παράνομη καθαίρεση Κασσελάκη και έως σήμερα, οι περισσότεροι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και μερικοί εκτός) παίζουν ένα πολύ ανήθικο πολιτικό παιχνίδι, τόσο εις βάρος των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και κυρίως εις βάρος των ψηφοφόρων του. Διότι τα τελευταία χρόνια, και μετά την παραίτηση Τσίπρα από την αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τους καλούσαν και τους καλούν να ψηφίσουν έναν «κατά τα φαινόμενα» ΣΥΡΙΖΑ με πρόεδρό του στην αρχή τον Στέφανο Κασσελάκη και στη συνέχεια τον Σωκράτη Φάμελο, στην πραγματικότητα ψήφιζαν κάτι άλλο, έναν αφανή και υποκρυπτόμενο ΣΥΡΙΖΑ, με αφανή αρχηγό του τον Αλέξη Τσίπρα. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την αρχική αντικαταστατική και παράνομη εκπαραθύρωση του Κασσελάκη από τον ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με την ήδη ευρισκόμενη σε εκκρεμότητα μετακόμιση της Νέας Αριστεράς προς τον (την) ΤσιπρΕΛΑΣ, σε συνδυασμό επίσης με τη σημερινή επιχειρούμενη μετακόμιση του ΣΥΡΙΖΑ στο παραπάνω κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ίσως για πρώτη φορά στην κοινοβουλευτική ιστορία της χώρας, και στην περίπτωση που κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς ή του Κινήματος Δημοκρατίας βρεθούν τελικά στις αγκάλες του (της) ΕΛΑΣ του Τσίπρα, μέσα σε μια κοινοβουλευτική περίοδο θα έχουν περάσει από τρία διαφορετικά κόμματα (παλιός ΣΥΡΙΖΑ -  νέος ΣΥΡΙΖΑ ή Νέα Αριστερά ή Κίνημα Δημοκρατίας - και ΕΛΑΣ), συν μία διαφορετική κατάσταση, την κατάσταση του ανεξάρτητου.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της σημερινής κοινοβουλευτικής μας κατάστασης είναι ότι για πρώτη επίσης φορά υπάρχουν στη Βουλή σαράντα βουλευτές ανεξάρτητοι.

Όλα αυτά είναι συμπτώματα που δεν οφείλονται στον πλουραλισμό του πολιτικού μας συστήματος, ούτε στην ανεξαρτησία της βουλευτικής ιδιότητας, αλλά αντίθετα στην κακοδαιμονία του πολιτικού και κοινοβουλευτικού βίου της σημερινής μας αντιπολίτευσης. 

Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα (επαν)έρχονται αμείλικτα: όλοι αυτοί οι βουλευτές (που γυρίζουν από κόμμα απευθείας σε κόμμα, ή από κόμμα σε ανεξαρτησία και από ανεξαρτησία σε κόμμα κ.ο.κ.), σε ποιες αρχές ποιου πολιτικού κόμματος ομνύουν, στη βάση ποίων αρχών ψηφίστηκαν από τους ψηφοφόρους τους στις προηγούμενες εκλογές και τι τέλος πάντων εκπροσωπούν σήμερα σε σχέση με τους ψηφοφόρους που στις τελευταίες εκλογές τους ανέδειξαν στους βουλευτικούς τους θώκους;

Ή, για να το πούμε αλλιώς, ποιο είναι σήμερα το περιεχόμενο της αντιπροσωπευτικής σχέσης τους που σύμφωνα με το Σύνταγμα πρέπει να έχουν με το λαό, τους ψηφοφόρους τους, και πώς νομιμοποιούνται στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας τους;

Ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψη έναν ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος, όπως κάθε μέρα και περισσότερο αποδεικνύεται, εκτός από τους σκιώδεις «υπουργούς» που ως κόμμα διέθετε, και ο ίδιος λειτουργούσε (και ακόμα λειτουργεί) ως σκιώδες πολιτικό κόμμα κάποιου άλλου πολιτικού κόμματος. Στο δίκαιο, αυτές οι καταστάσεις χαρακτηρίζονται εικονικές δικαιοπραξίες και πάσχουν, αναλόγως, από μερική έως και πλήρη ακυρότητα. Μάλλον το ίδιο πρέπει να ισχύει και στην πολιτική. Και απ’ ό,τι φαίνεται, και στο δίκαιο και στον ΣΥΡΙΖΑ η ισχυρή δικαιοπραξία είναι η υποκρυπτόμενη: το πραγματικό κόμμα δεν είναι αυτό που φαίνεται αλλά αυτό που υποκρύπτεται· και η πραγματική ηγεσία του δεν είναι αυτή που φαίνεται, αλλά αυτή που υποκρύπτεται.

Και σ’ αυτό το παιχνίδι, πρωταγωνιστικό ρόλο φυσικού αυτουργού (και εν τοις πράγμασι άμεσου συνεργού κάποιου που όλοι γνωρίζουμε) παίζει ο έως σήμερα μετακασσελακικός πρόεδρός του, Σωκράτης Φάμελος.

Ο οποίος Σωκράτης Φάμελος, με τις πολιτικές επιλογές του, βρίσκεται σήμερα εις την  (ευχάριστον άραγε;) θέση να κάνει τον κομματοκομιστή του Τσίπρα.

Ναι, σωστά διαβάζετε: τον κομματοκομιστή, και όχι τον γραμματοκομιστή. Η ειδικότητα του γραμματοκομιστή είναι μια παλιά ειδικότητα, η οποία λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας εξαφανίστηκε. Μας έμεινε μόνον ο γραμματοκομιστής από το παλιό «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», ο οποίος παρεμπιπτόντως κι’ αυτός στον ΣΥΡΙΖΑ ξενίζεται τα τελευταία αρκετά χρόνια. Και προφανώς η ειδικότητα του γραμματοκομιστή έχει πλέον αντικατασταθεί από την ειδικότητα του κομματοκομιστή, αφού τους τελευταίους μήνες βλέπουμε πολλούς εκεί στην Αριστερά να διαγκωνίζονται για να μετακομίσουν τα κόμματά τους, ως συλλογικότητες ή ως άτομα, στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Έτσι λοιπόν και ο Σωκράτης Φάμελος, στο πλαίσιο αυτής της αποστολής του, εναγωνίως μηχανεύεται τρόπους να κλοτσάει το «ντενεκεδάκι» παρακάτω, μέχρι να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος, σύμφωνα με το προ πολλού γνωστοποιημένο και αυστηρότατο φέις κοντρόλ των υποψηφίων εκ μέρους του Τσίπρα, ώστε να μετρηθούν τα παλικάρια του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝεΑρ (όπως μετά τις μάχες στο 1821) και να δουν ποιοι θα γίνουν δεκτοί στον νέο (στη νέα) ΕΛΑΣ και ποιοι θα «ριχτούν στα σκυλιά», κατά τη ρήση της Ρένας Δούρου.  

Στο πλαίσιο αυτό, συνεπώς, ο πρόεδρος Σωκράτης Φάμελος εκδίδει και «αποφάσεις», οι οποίες, κατά επίσης πρωτοφανή, μοναδικό και περίεργο τρόπο, δεν λαμβάνουν και δεν εμπεριέχουν  αποφάσεις για το μέλλον του κόμματός του (το οποίο σημειωτέον φαίνεται καθ’ όλα σκοτεινό και αβέβαιο), αλλά αντίθετα εμπεριέχουν αποφάσεις για το μέλλον ενός άλλου κόμματος, του (της) ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Διότι αυτό ακριβώς είναι η τελευταία απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ: ενώ δεν αποφασίζει τίποτα σχετικό με τον ΣΥΡΙΖΑ και το μέλλον του, αποφασίζει για το μέλλον ενός άλλου κόμματος: να μην αντιπαρατεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με ένα θέσει αντίπαλο πολιτικό κόμμα, το κόμμα του Τσίπρα, για να μην του στερήσει προφανώς ψήφους στις προσεχείς εκλογές.

Ενώ η αλήθεια, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι ότι δύο ή περισσότερα κόμματα, τα οποία παίρνουν μέρος χωριστά στην ίδια εκλογική διαδικασία, είναι εκ των πραγμάτων αντίπαλα, διότι κυνηγούν τις ίδιες ψήφους. Κάθε άλλη, εν στενή ή εν ευρεία εννοία, «ερμηνεία», όπως αυτή που πάει να περάσει ο Σωκράτης Φάμελος και οι περί αυτόν, το μόνο που κάνει είναι να εξαπατά το εκλογικό σώμα και τους μελλοντικούς υποψήφιους  ψηφοφόρους του. 

Διότι, και καταρχάς, με την απόφαση αυτή τελικά τι (δεν) αποφάσισαν στον ΣΥΡΙΖΑ; Θα συνεχίσουν να είναι αυτόνομο, ανεξάρτητο κα κυρίαρχο πολιτικό κόμμα ή υποβοηθητικό – δεκανίκι ενός άλλου πολιτικού κόμματος, δηλαδή του (της) ΕΛΑΣ  του Τσίπρα;

Και στην πρώτη περίπτωση πώς θα εφαρμοστεί η απόφαση αυτή στην πράξη; Θα κατεβούν στις επόμενες εκλογές ως αυτόνομο κόμμα ή όχι, ενόψει μάλιστα της απόλυτης θέσης του Τσίπρα ότι δεν δέχεται κόμματα ή συλλογικότητες αλλά μόνον άτομα; Κι αν κατεβούν ως αυτόνομο κόμμα, θα κατεβούν με ποιες αρχές και με ποια συνθήματα; Τι θα πουν δηλαδή στον κόσμο για να τους ψηφίσει; Ψηφίστε με για να… βοηθήσω το κόμμα του Τσίπρα; 

Και στην περίπτωση αυτή, γιατί οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν τον μεσάζοντα ΦαμελοΣΥΡΙΖΑ και όχι  κατ’ ευθείαν τον ορίτζιναλ ΤσιπρΕΛΑΣ;

Φαίνεται να ξεχνούν ο Σωκράτης Φάμελος και η παρέα του ότι, σύμφωνα με την εκλογική νομοθεσία, η οποία θα ισχύει και στις επόμενες εκλογές, έκαστος ψηφοφόρος δικαιούται να υποστηρίξει, συντροφικά ή όχι, μόνο ένα κόμμα και να ρίξει σε μια μόνο κάλπη μόνο ένα ψηφοδέλτιο. Οι υποψήφιοι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ πόσα ψηφοδέλτια θα ρίξουν; Δύο; Ένα για τον ΣΥΡΙΖΑ και ένα για τον (την) ΕΛΑΣ; Ή μόνον ένα για τον (την) ΕΛΑΣ; Γιατί ψηφοδέλτιο προς τον ΣΥΡΙΖΑ  δεν βλέπω.    

Νομίζω λοιπόν ότι το πράγμα με τον ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει να τρέπεται από κωμωδία σε φαρσοκωμωδία, και σιγά σιγά μέχρι τις εκλογές σε τραγωδία.

Διότι προφανώς, τελικά, συμβαίνει αυτό που όλοι το ’χουν τούμπανο κι αυτοί, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή, κρυφό καμάρι: η παραπάνω δηλαδή απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί τίποτε άλλο από την αποτυχημένη αμήχανη πρώτη πράξη μιας προαποφασισμένης και υποκρυπτόμενης μετακόμισης του ΣΥΡΙΖΑ στον (στην) ΕΛΑΣ του Τσίπρα. 

Έχω συνεπώς την εντύπωση ότι σε κανένα πολιτικό κόμμα των τελευταίων πολλών δεκαετιών, δεν βρίσκει τόση ανταπόκριση η λαϊκή παροιμία που λέει «η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη»,  όση στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ.

Μια παροιμία η οποία εκθέτει με τον καλύτερο τρόπο τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, τις κρυφές συμφωνίες και τις αποφάσεις που λαμβάνονται «κεκλεισμένων των θυρών» ή κατά τη διάρκεια της νύχτας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Σύμφωνα με την οποία η νύχτα, δηλαδή το παρασκήνιο, συμβολίζει το χρόνο που γίνονται οι ζυμώσεις, τα «μαγειρέματα» και οι κρυφές συμφωνίες για μια εκλογή ή το διορισμό σε ένα αξίωμα, και η αυγή το αποτέλεσμα, το οποίο όμως περιέργως δεν είναι αυτό που έχει αποφασιστεί τη νύχτα.

Και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ; Προφανώς σε άλλο έργο θεατές: το 2023 κοιμήθηκαν με Τσίπρα και ξύπνησαν χωρίς Τσίπρα. Στη συνέχεια κοιμήθηκαν χωρίς Τσίπρα και ξύπνησαν με Κασσελάκη. Στη συνέχεια κοιμήθηκαν με Κασσελάκη και ξύπνησαν με… πολλούς και διάφορους: άλλος με Φάμελο, άλλος με Χαρίτση και άλλος, ώ του θαύματος, πάλι με Στέφανο. Και τώρα;

Τώρα, με όλα όσα γίνονται, φοβούνται μάλλον να κοιμηθούν, γιατί δεν ξέρουν με ποιον μητροπολίτη θα ξυπνήσουν!

15 Ιουνίου 2026
Η φωτογραφία μετά την υπογραφή της διακήρυξης για τη δημιουργία του East Med Energy Center στο Χιούστον των ΗΠΑ, παρουσία του αμερικανού υπουργού Ενέργειας. Δεύτερο από δεξιά, και ο έλληνας υπουργός Περινάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου.

Την ώρα που η ελληνική δημόσια συζήτηση αναλώνεται για πολλοστή φορά σε έναν κύκλο μικροπολιτικής έντασης, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού εξελίσσονται γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη θέση της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.

 

Όσα εξελίσσονται αυτές τις ημέρες δεν ανήκουν στην κατηγορία των ειδήσεων που προκαλούν θόρυβο για λίγες ώρες και ύστερα χάνονται. Αφορούν τη θέση που φιλοδοξεί να καταλάβει η Ελλάδα σε μια περιοχή όπου ενέργεια, διπλωματία, ασφάλεια και οικονομία συνδέονται πλέον με τρόπο σχεδόν αδιαχώριστο. Αναφέρομαι στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου ενεργειακού και γεωπολιτικού πλέγματος στην Ανατολική Μεσόγειο, με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ.

Η υπογραφή της διακήρυξης για τη δημιουργία του East Med Energy Center στο Χιούστον, η παρουσία του αμερικανού υπουργού Ενέργειας, οι συζητήσεις με τη Chevron και την ExxonMobil, οι νέες έρευνες και οι ενεργειακοί διάδρομοι που προωθούνται στην Ανατολική Μεσόγειο εντάσσονται σε έναν ενιαίο σχεδιασμό. Η ενέργεια έχει μετατραπεί σε πεδίο όπου συναντώνται η οικονομία, η ασφάλεια, η διπλωματία και η γεωπολιτική ισχύς.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στο περιθώριο της διαδικασίας. Συμμετέχει σ’ αυτή. Και ενώ η χώρα αποκτά μεγαλύτερη σημασία στους σχεδιασμούς της Δύσης για την Ανατολική Μεσόγειο, ένα τμήμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος μοιάζει να αντιμετωπίζει αυτές τις εξελίξεις με αμηχανία, καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα. Δεν μιλάμε για κριτική σε κυβερνητικές επιλογές. Αυτή είναι θεμιτή και αναγκαία. Μιλάμε για κάτι βαθύτερο. Για μια πολιτική κουλτούρα που συχνά αδυνατεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην αντιπολίτευση και στην υπονόμευση στρατηγικών επιλογών της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία ακολουθεί με αξιοσημείωτη συνέπεια μια στρατηγική που έχει αποκτήσει σχεδόν δογματικό χαρακτήρα. Η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» έπαψε προ πολλού να αποτελεί μια ακόμα  θεωρία κάποιων γραφικών απόστρατων αξιωματικών ή ρητορική υπερβολή που επιστρατεύεται για εσωτερική κατανάλωση. Έχει ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και ευρύτερα στην περιοχή.

Η τουρκική ηγεσία επαναλαμβάνει σχεδόν καθημερινά, με διαφορετικές διατυπώσεις αλλά με την ίδια ουσία, ότι επιδιώκει την αναθεώρηση του σημερινού καθεστώτος θαλάσσιων δικαιωμάτων. Αμφισβητεί την επήρεια των ελληνικών νησιών, αμφισβητεί το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιεί τους φυσικούς της πόρους, αμφισβητεί στην πράξη βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές δηλώσεις ούτε για λεκτικές εξάρσεις της στιγμής. Πρόκειται για μια σταθερή αναθεωρητική στρατηγική, η οποία παραμένει αναλλοίωτη ανεξαρτήτως συγκυρίας, κυβερνήσεων ή τακτικών ελιγμών.

Υπ’ αυτό το πρίσμα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ενεργειακές συνεργασίες της Ελλάδας με την Κύπρο, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν αφορούν μόνο επενδύσεις, αγωγούς ή έρευνες υδρογονανθράκων. Αφορούν την εμπέδωση μιας πραγματικότητας στην οποία η Ελλάδα ασκεί τα δικαιώματά της, συμμετέχει σε περιφερειακές συμμαχίες και καθίσταται μέρος ενός ευρύτερου συστήματος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και ακριβώς γι’ αυτό προκαλούν την ενόχληση της Άγκυρας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ελληνική πρωτοβουλία που ενισχύει τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Κύπρο λειτουργεί αντικειμενικά ως εμπόδιο στους τουρκικούς σχεδιασμούς. Και δεν είναι αδιάφορο το ότι ο τουρκικός Τύπος και πολλοί κύκλοι της Άγκυρας παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις φωνές της ελληνικής αντιπολίτευσης που επιτίθενται στις ίδιες ακριβώς πρωτοβουλίες.

Γι’ αυτό προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που η Τουρκία αντιμετωπίζει ως εμπόδιο στους σχεδιασμούς της συναντούν συχνά μεγαλύτερη καχυποψία μέσα στην ελληνική πολιτική ζωή παρά στο εξωτερικό. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως άσκηση αντιπολίτευσης. Αγγίζει μια βαθύτερη δυσκολία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να διακρίνει πού τελειώνει η κομματική αντιπαράθεση και πού αρχίζει το εθνικό συμφέρον.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν προστεθεί μια δεύτερη παρατήρηση. Σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια εξαιρετικά επιεικές και ανεκτικό απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν. Ένα άλλο μέρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ μέσα από το πρίσμα μιας παρωχημένης αντιιμπεριαλιστικής μυθολογίας, λες και πρόκειται για δημοκρατικά κινήματα και όχι για ένοπλες τρομοκρατικές οργανώσεις που λειτουργούν ως εργαλεία περιφερειακής ισχύος του Ιράν.

Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες δυνάμεις εμφανίζονται συχνά ως υπερασπιστές της ειρήνης και της σταθερότητας. Η πραγματικότητα όμως δεν κρίνεται από προθέσεις ούτε από συνθήματα. Κρίνεται από τα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια κατάφερε να ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες που συγκροτούν τον βασικό άξονα ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου. Κατάφερε να αναβαθμίσει τον ρόλο της στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Κατάφερε να προσελκύσει το ενδιαφέρον κολοσσών που δεν επενδύουν δισεκατομμύρια επειδή συγκινήθηκαν από κάποιο επικοινωνιακό αφήγημα.

Οι εταιρείες αυτού του μεγέθους επενδύουν όταν διακρίνουν προοπτική. Τα κράτη αυτού του μεγέθους συνεργάζονται όταν αναγνωρίζουν αξία. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ελληνική κοινωνία μοιάζει συχνά να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις αυτές με δυσπιστία. Υπάρχει μια παλιά ελληνική συνήθεια που επιβίωσε της κρίσης και ίσως ενισχύθηκε απ’ αυτή. Η πεποίθηση ότι καμία επιτυχία δεν είναι πραγματική αν δεν μεταφράζεται άμεσα σε προσωπικό όφελος.

Ένα νέο ενεργειακό κέντρο δεν μειώνει αύριο το λογαριασμό του ρεύματος. Μια γεωπολιτική αναβάθμιση δεν αυξάνει αυτόματα το μισθό. Μια στρατηγική συμμαχία δεν λύνει σε μια νύχτα τα προβλήματα της καθημερινότητας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουν αξία.

Οι σοβαρές εθνικές επιτυχίες σχεδόν ποτέ δεν γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που συμβαίνουν. Η αξία τους φαίνεται αργότερα, όταν μια χώρα διαθέτει περισσότερα ερείσματα, περισσότερους συμμάχους και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από εκείνη που είχε στο παρελθόν.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας να μην είναι η έλλειψη ευκαιριών. Ίσως να είναι η δυσκολία της να αναγνωρίσει μια ευκαιρία όταν βρίσκεται μπροστά στα μάτια της. Διότι ένας λαός που έχει μάθει να συγκινείται μόνο από τις καταστροφές κινδυνεύει να χάσει την ικανότητα να κατανοεί τις επιτυχίες του. Και όταν μια κοινωνία παύει να αναγνωρίζει όσα κερδίζει, αργά ή γρήγορα αρχίζει να θεωρεί φυσικό ότι μπορεί και να τα χάσει.

 

15 Ιουνίου 2026
Νατάσσα Πασχάλη

Νέες γεωπολιτικές ευκαιρίες, παλαιές ανασφάλειες και οι πραγματικές προκλήσεις μιας ενδεχόμενης επανένωσης

Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών για την επανεκκίνηση των συνομιλιών στο Κυπριακό, το LSE Hellenic Observatory διοργάνωσε εκδήλωση με τίτλο «Cyprus Untied? New Prospects and Old Challenges for the Resumption of Talks», φέρνοντας στο ίδιο πάνελ διακεκριμένους ακαδημαϊκούς και ειδικούς. Η Σιμέν Αρσλάν (Sinem Arslan), Επισκέπτρια Ερευνήτρια (Visiting Fellow) στο Hellenic Observatory, ανέλυσε τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές που διαμορφώνουν το σημερινό περιβάλλον στην τουρκοκυπριακή κοινότητα· ο Νεόφυτος Λοϊζίδης, καθηγητής στην Ανάλυση Διεθνών Συγκρούσεων στο πανεπιστήμιο του Warwic, εξέτασε τις προοπτικές και τα εμπόδια μιας νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας· ενώ ο Αλέξανδρος Μιχαηλίδης, καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Imperial College του Λονδίνου, ανέδειξε τις οικονομικές διαστάσεις και τις δυνατότητες που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ενδεχόμενη λύση. Τη συζήτηση συντόνισε ο Βασίλης Μοναστηριώτης, διευθυντής του Hellenic Observatory και καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο London School of Economics. Η εκδήλωση επιχείρησε να αποτιμήσει κατά πόσο το σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον δημιουργεί νέες ευκαιρίες για πρόοδο ή αν οι παλαιές προκλήσεις εξακολουθούν να περιορίζουν τις πιθανότητες μιας βιώσιμης διευθέτησης του Κυπριακού.

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και ανθεκτικά άλυτα διεθνή ζητήματα. Παρά τις δεκάδες πρωτοβουλίες των Ηνωμένων Εθνών, τις επανειλημμένες διασκέψεις, τις προσπάθειες οικοδόμησης εμπιστοσύνης και τις περιόδους συγκρατημένης αισιοδοξίας, η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Ωστόσο, η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο Hellenic Observatory του London School of Economics στις 9 Ιουνίου 2026 ανέδειξε μια σημαντική διάσταση που συχνά παραμερίζεται στις δημόσιες αντιπαραθέσεις: το Κυπριακό δεν είναι πλέον πρωτίστως πρόβλημα εδαφικών διευθετήσεων ή συνταγματικών ρυθμίσεων. Είναι, πάνω απ’ όλα, πρόβλημα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και διαχείρισης του φόβου.

Η εκδήλωση συγκέντρωσε ειδικούς που προσεγγίζουν το Κυπριακό από διαφορετικές οπτικές γωνίες: πολιτική επιστήμη, κοινωνιολογία, οικονομία και διεθνείς σχέσεις. Παρότι οι επιμέρους αναλύσεις διέφεραν, όλες συνέκλιναν σε ένα βασικό συμπέρασμα: οι τεχνικές λύσεις υπάρχουν εδώ και χρόνια. Εκείνο που λείπει είναι η εμπιστοσύνη ότι μια συμφωνία θα εφαρμοστεί, θα λειτουργήσει και θα προσφέρει πραγματική ασφάλεια και στις δύο κοινότητες.

 

Ένα σπάνιο γεωπολιτικό παράθυρο ευκαιρίας

Η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη γεωπολιτική σημασία εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, της αστάθειας στη Μέση Ανατολή, των ενεργειακών εξελίξεων και της γενικότερης αναδιάταξης των διεθνών ισορροπιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν με αυξημένο ενδιαφέρον την περιοχή, ενώ η Κύπρος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο ενός ευρύτερου πλέγματος στρατηγικών σχεδιασμών. Ταυτόχρονα, η επανενεργοποίηση της διαδικασίας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και οι επαφές της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα, Μαρίας Άνχελα Ολγκίν, δημιούργησαν προσδοκίες για μια νέα προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών.

Παρότι κανείς δεν μιλά για άμεση λύση, η αίσθηση ότι έχει δημιουργηθεί ένα παράθυρο ευκαιρίας είναι διάχυτη. Οι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποίησαν ότι το Κυπριακό έχει γνωρίσει και στο παρελθόν αντίστοιχες στιγμές αισιοδοξίας που κατέληξαν σε απογοήτευση. Η συγκυρία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται πολιτική βούληση, κοινωνική προετοιμασία και, κυρίως, αντιμετώπιση των βαθύτερων ανασφαλειών που διαμορφώνουν τις στάσεις των δύο κοινοτήτων.

Το παράδοξο των δύο κοινοτήτων

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα των ερευνών που παρουσιάστηκαν αφορά το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι εμφανίζονται σε αρκετά ζητήματα πιο κοντά απ’ όσο συνήθως πιστεύεται. Παρ’ όλα αυτά, η αμοιβαία δυσπιστία παραμένει εξαιρετικά ισχυρή. Οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν συνέχιση των συνομιλιών από το σημείο όπου διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά. Οι Τουρκοκύπριοι, αντιθέτως, ζητούν μια νέα διαδικασία που θα περιλαμβάνει σαφείς μηχανισμούς λογοδοσίας για όποια πλευρά οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο. Το χάσμα δεν είναι κατ’ ανάγκην αγεφύρωτο. Είναι περισσότερο ζήτημα διαδικασίας παρά ουσίας. Ωστόσο, αρκεί για να εμποδίσει την πρόοδο.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι οι δύο κοινότητες φοβούνται διαφορετικά πράγματα. Οι Ελληνοκύπριοι ανησυχούν κυρίως για το τι θα συμβεί μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας. Αναρωτιούνται αν ένα νέο ομοσπονδιακό κράτος θα είναι λειτουργικό ή αν θα οδηγηθεί σε θεσμική παράλυση. Οι Τουρκοκύπριοι, αντίθετα, φοβούνται ότι μια συμφωνία ίσως δεν εφαρμοστεί ποτέ ή ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα απορρίψει εκ νέου έναν συμβιβασμό. Με άλλα λόγια, οι δύο κοινότητες φοβούνται διαφορετικά στάδια της ίδιας διαδικασίας.

Η μεταμόρφωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η ανάλυση της Δρ. Σιμέν Αρσλάν σχετικά με τις εξελίξεις στα κατεχόμενα και τις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων. Η εικόνα που προέκυψε είναι πολύ πιο σύνθετη από τα στερεότυπα που κυριαρχούν συχνά στον δημόσιο διάλογο.

Η Τουρκία έχει ενισχύσει αισθητά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική επιρροή της στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα μετά το 2020. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων αντιμετωπίζει με επιφύλαξη ή ακόμη και δυσαρέσκεια αυτή την αυξανόμενη εξάρτηση. Ποσοστά που αγγίζουν το 84% εκφράζουν δυσαρέσκεια για τις πολιτικές παρεμβάσεις της Άγκυρας, ενώ ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά ανησυχούν για την οικονομική εξάρτηση και τις δημογραφικές αλλαγές που προκαλεί η συνεχής μετανάστευση από την Τουρκία. Κι όμως, την ίδια στιγμή, η συντριπτική πλειονότητα εξακολουθεί να θεωρεί τον τουρκικό στρατό βασικό εγγυητή της ασφάλειάς της. Αυτή η φαινομενική αντίφαση αποτελεί ίσως το σημαντικότερο κλειδί για την κατανόηση του σημερινού Κυπριακού. Οι Τουρκοκύπριοι μπορεί να διαφωνούν με πολλές πτυχές της πολιτικής της Άγκυρας, αλλά δεν έχουν πεισθεί ότι υπάρχει ένας εναλλακτικός μηχανισμός που θα τους προσφέρει αντίστοιχη αίσθηση ασφάλειας.

Ο φόβος ως η πραγματική καρδιά του προβλήματος

Η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση της συζήτησης ήταν ότι τα παραδοσιακά ζητήματα που κυριαρχούν στις διαπραγματεύσεις –περιουσιακό, εδαφικές αναπροσαρμογές, οικονομικά οφέλη– δεν αποτελούν πλέον τον πυρήνα του προβλήματος.

Οι έρευνες δείχνουν ότι πολλοί Τουρκοκύπριοι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν σημαντικές παραχωρήσεις σε ζητήματα περιουσίας. Εκείνο που τους απασχολεί πρωτίστως είναι η ασφάλεια και η πολιτική ισότητα. Η αναφορά στο σύνδρομο της «επόμενης Παλαιστίνης» αποτύπωσε εύγλωττα αυτή την ψυχολογία. Ένα τμήμα της τουρκοκυπριακής κοινότητας φοβάται ότι χωρίς ισχυρές εγγυήσεις θα βρεθεί εγκλωβισμένο σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η πληθυσμιακή και οικονομική υπεροχή των Ελληνοκυπρίων θα καταστήσει την κοινότητά του ευάλωτη. Η διαπίστωση αυτή έχει βαθύτερη σημασία. Υποδηλώνει ότι τα οικονομικά επιχειρήματα, όσο ισχυρά κι αν είναι, δεν αρκούν για να μεταβάλουν στάσεις όταν οι άνθρωποι θεωρούν ότι διακυβεύεται η συλλογική τους ασφάλεια. Η ευημερία μπορεί να αποτελεί επιθυμητό στόχο, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη ασφάλειας και προστασίας.

Η σημασία της κοινής γνώμης

Ο καθηγητής Νεόφυτος Λοϊζίδης  παρουσίασε μια διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική διάσταση. Η έρευνά του δείχνει ότι οι πολίτες συχνά εμφανίζονται πιο πραγματιστές από τις πολιτικές ηγεσίες. Όταν καλούνται να αξιολογήσουν ολοκληρωμένα πακέτα συμβιβασμού, είναι συχνά περισσότερο πρόθυμοι να αποδεχθούν αμοιβαίες υποχωρήσεις από ό,τι αφήνει να εννοηθεί η δημόσια ρητορική. Το συμπέρασμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το φως της εμπειρίας του Σχεδίου Ανάν το 2004. Η απόρριψή του από την ελληνοκυπριακή πλευρά δημιούργησε την αίσθηση ότι οι κοινωνίες δεν είναι έτοιμες για συμβιβασμούς. Δύο δεκαετίες αργότερα, όμως, οι πολιτικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει σημαντικά.

Η εμπειρία της Βόρειας Ιρλανδίας προσφέρει χρήσιμα διδάγματα. Εκεί, η επιτυχία της ειρηνευτικής διαδικασίας δεν προέκυψε επειδή εξαφανίστηκαν οι διαφωνίες, αλλά επειδή δημιουργήθηκε ένα θεσμικό πλαίσιο που επέτρεπε τη διαχείρισή τους. Η ειρήνη οικοδομήθηκε όχι πάνω στην πλήρη συμφωνία αλλά πάνω στην αμοιβαία αποδοχή κανόνων συνύπαρξης.

Η οικονομία της επανένωσης και οι πραγματικές προκλήσεις

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Μιχαηλίδης υπογράμμισε ότι η οικονομική διάσταση του Κυπριακού είναι εξίσου κρίσιμη με τις πολιτικές και θεσμικές πτυχές του. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, έχει επιτύχει σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, τα κατεχόμενα παραμένουν εξαρτημένα από την Τουρκία και περιορίζονται από τη διεθνή μη αναγνώριση. Η διαφορά αυτή μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως εμπόδιο όσο και ως κίνητρο. Μια επανένωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενοποίηση αγορών, προσέλκυση επενδύσεων, ανάπτυξη υποδομών και αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου.

Ωστόσο, οι ομιλητές απέφυγαν τις υπερβολικές υποσχέσεις. Τόνισαν ότι η κυπριακή κοινωνία δεν έχει ενημερωθεί επαρκώς για το πραγματικό κόστος της επανένωσης. Ζητήματα όπως η λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας, η διαχείριση του δημόσιου χρέους, η χρηματοδότηση των αποζημιώσεων και η αντιμετώπιση του περιουσιακού απαιτούν πολύ πιο σοβαρή προετοιμασία από όση έχει υπάρξει μέχρι σήμερα.

Ο κίνδυνος της θεσμικής παράλυσης

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που αναδείχθηκαν αφορά τη λειτουργικότητα μιας μελλοντικής ομοσπονδίας. Οι ειδικοί προειδοποίησαν ότι η ύπαρξη πολλαπλών κέντρων εξουσίας μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένα αδιέξοδα, ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων συζητήθηκαν διάφορα μοντέλα, με μεγαλύτερη αποδοχή να συγκεντρώνει η ιδέα ενός ανεξάρτητου μηχανισμού διαιτησίας, ο οποίος θα μπορούσε να επιλύει αδιέξοδα χωρίς να υπονομεύεται η ισορροπία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει πόσο κεντρικό είναι το ζήτημα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε γενικές διακηρύξεις. Θέλουν συγκεκριμένες εγγυήσεις ότι ένα νέο σύστημα θα μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά.

Η κοινωνία πέρα από τις πολιτικές ελίτ

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της εκδήλωσης ήταν η έμφαση στη συμμετοχή των πολιτών. Οι παραδοσιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ πολιτικών ηγεσιών φαίνεται να έχουν εξαντλήσει πολλές από τις δυνατότητές τους. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται νέες μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως οι συνελεύσεις πολιτών, καθώς και η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών για την καταγραφή κοινωνικών στάσεων και την αναζήτηση πεδίων συναίνεσης. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή αντίληψης: η επίλυση του Κυπριακού δεν μπορεί να επιβληθεί από τα πάνω. Χρειάζεται κοινωνική νομιμοποίηση και ενεργή συμμετοχή των πολιτών.

Από τον φόβο στην εμπιστοσύνη

Το σημαντικότερο συμπέρασμα της συζήτησης στο LSE είναι ότι το Κυπριακό δεν πάσχει από έλλειψη ιδεών ούτε από έλλειψη τεχνικών λύσεων. Οι περισσότερες πιθανές φόρμουλες έχουν ήδη διατυπωθεί. Εκείνο που εξακολουθεί να απουσιάζει είναι η εμπιστοσύνη. Οι Ελληνοκύπριοι φοβούνται ένα δυσλειτουργικό κράτος. Οι Τουρκοκύπριοι φοβούνται ότι θα χάσουν την ασφάλειά τους. Και οι δύο κοινότητες φοβούνται ότι μπορεί να εγκλωβιστούν σε μια συμφωνία που δεν θα λειτουργήσει όπως υποσχέθηκαν οι δημιουργοί της.

Γι’ αυτό και το Κυπριακό παραμένει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μια άσκηση διαχείρισης της αβεβαιότητας. Η πολιτική, η οικονομία, η ιστορία και η ασφάλεια συναντώνται σε μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση. Παρά τα βαθιά εμπόδια, όμως, η συζήτηση ανέδειξε και κάτι ενθαρρυντικό: εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για δημιουργικές προσεγγίσεις, για νέους θεσμούς και για διαφορετικούς τρόπους οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Εάν υπάρχει σήμερα ένα πραγματικό παράθυρο ευκαιρίας, αυτό δεν βρίσκεται μόνο στη διπλωματία ή στις γεωπολιτικές συγκυρίες. Βρίσκεται κυρίως στην πιθανότητα οι δύο κοινότητες να αναγνωρίσουν ότι οι φόβοι τους, αν και διαφορετικοί, έχουν κοινή αφετηρία: την ανασφάλεια για το μέλλον. Η επιτυχία οποιασδήποτε νέας προσπάθειας θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο η Κύπρος θα μπορέσει να μετατρέψει τον φόβο σε εμπιστοσύνη και τη δυσπιστία σε ένα κοινό, βιώσιμο όραμα για το μέλλον του νησιού.

15 Ιουνίου 2026
Η χώρα που σώθηκε πρώτα απ’ τον εαυτό της

Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σήμερα ξανά στον δημόσιο διάλογο ως τιμητής των εξελίξεων. Αξίζει όμως να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη το καλοκαίρι του 2015.

 

Όπως είδαμε και στην εξαιρετικά αποκαλυπτική σειρά ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, Στο χιλιοστό, για τις δραματικές εκείνες ημέρες, πολλοί από τους ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους που βρέθηκαν στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων περιγράφουν την έκπληξη, ακόμη και την αμηχανία τους, απέναντι στην εικόνα που παρουσίαζε η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστερά». Σε μια αίθουσα γεμάτη πρωθυπουργούς, υπουργούς Οικονομικών, κεντρικούς τραπεζίτες και τεχνοκράτες που έφθαναν με φακέλους, αναλύσεις, προβολές και εναλλακτικά σχέδια, η ελληνική πλευρά έμοιαζε συχνά να λειτουργεί περισσότερο με πολιτικούς αυτοσχεδιασμούς και συνθήματα παρά με επεξεργασμένο σχέδιο διαπραγμάτευσης.

Η περίφημη «περήφανη διαπραγμάτευση» κατέληξε σε κλειστές τράπεζες, σε ένα δημοψήφισμα που μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες στο αντίθετό του και σε μια χώρα που βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από το ευρώ. Χάθηκαν χρόνια ανάπτυξης, επενδύσεις και αξιοπιστία. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στο πιο επικίνδυνο σημείο της μεταπολιτευτικής της ιστορίας.

Αυτό που συχνά λησμονούμε είναι ότι η χώρα δεν διασώθηκε επειδή το σχέδιο πέτυχε. Διασώθηκε επειδή, την ύστατη στιγμή, βρέθηκαν άνθρωποι που έδωσαν κυριολεκτικά την ψυχή τους για να αποτραπεί η καταστροφή. Εκείνες τις ημέρες υπήρξαν ισχυρές φωνές στην Ευρώπη που θεωρούσαν ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση. Η πίεση υπέρ ενός Grexit ήταν πραγματική και ισχυρή.

Κι όμως, απέναντι σε αυτή τη λογική, εμφανίστηκε ένα διαφορετικό ρεύμα. Πολιτικοί, αξιωματούχοι και παράγοντες των ευρωπαϊκών θεσμών επέλεξαν να δουν την Ελλάδα όχι ως προβληματικό λογαριασμό προς εκκαθάριση αλλά ως μέρος μιας κοινής ευρωπαϊκής ιστορίας. Υπήρξαν άνθρωποι που πάλεψαν για να μείνει η χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ακόμη και όταν η ίδια η ελληνική κυβέρνηση φαινόταν να εξαντλεί κάθε περιθώριο ανοχής των εταίρων της.

Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό σε αυτή την πλευρά της ιστορίας. Θυμίζει, σε διαφορετικές φυσικά συνθήκες, εκείνη τη ρομαντική διάσταση του φιλελληνισμού των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων, όταν άνθρωποι εκτός Ελλάδας πίστεψαν στην επιβίωση της χώρας περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ορισμένοι από τους ίδιους τους ηγέτες της.

Το δημοψήφισμα του Ιουλίου δεν υπήρξε η κορύφωση μιας πολιτικής αυταπάτης/απάτης που οδήγησε τη χώρα λίγα βήματα πριν από μια ιστορική καταστροφή. Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, η αδυναμία εισαγωγών και η βίαιη φτωχοποίηση δεν ήταν θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου. Ήταν πραγματικές πιθανότητες που συζητούνταν καθημερινά στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.

Το δράμα δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα σώθηκε κυριολεκτικά στο χιλιοστό. Είναι ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο κοντά βρέθηκε στον γκρεμό. Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε εκείνη την περίοδο ως μια παρεξηγημένη προσπάθεια που δήθεν συγκρούστηκε με το κατεστημένο της Ευρώπης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η πιο επικίνδυνη πολιτική περιπέτεια της μεταπολίτευσης.

Οι λαοί έχουν δικαίωμα στο λάθος. Οι δημοκρατίες επιβιώνουν και μέσα από τις λανθασμένες επιλογές τους. Έχουν όμως και υποχρέωση στη μνήμη. Διότι όταν ξεχνάς πόσο κοντά βρέθηκες στην καταστροφή, αρχίζεις σταδιακά να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος που σε οδήγησε εκεί μπορεί να παρουσιαστεί ως ο κατάλληλος για να σε οδηγήσει στο μέλλον.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Ότι ο άνθρωπος που έφερε τη χώρα σε απόσταση αναπνοής από μια εθνική τραγωδία ανυπολόγιστων διαστάσεων επιχειρεί να επανεμφανιστεί ως φωνή δικαίωσης και πολιτικής σοφίας. Η δημοκρατία ασφαλώς του αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα. Η ιστορική μνήμη, όμως, επιβάλλει να θυμόμαστε ολόκληρη τη διαδρομή και όχι μόνο το γεγονός ότι, την τελευταία στιγμή, η χώρα σώθηκε... από τους γερμανοτσολιάδες.

10 Ιουνίου 2026
Δέκα χρόνια μετά το Brexit: η πολιτική κληρονομιά ενός ιστορικού δημοψηφίσματος

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί το πιο καθοριστικό πολιτικό γεγονός στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Η απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν άλλαξε μόνο το θεσμικό πλαίσιο των σχέσεων της χώρας με την Ευρώπη. Αναδιαμόρφωσε σε βάθος την πολιτική ζωή, τις συλλογικές ταυτότητες, την κομματική αντιπαράθεση, τη δημόσια εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και τον τρόπο με τον οποίο η Βρετανία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον κόσμο.

10 Ιουνίου 2026
Χ

ΑΡΘΡΟ ΕΛΛΗΝΑ ΕΒΡΑΙΟΥ ΠΟΥ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΜΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ

Το κείμενο που ακολουθεί έχει γραφεί από διακεκριμένο Έλληνα Εβραίο (τα στοιχεία του στη διάθεση του περιοδικού), που προτιμά να κρατήσει την ανωνυμία του, για λόγους που θα καταλάβετε όταν το διαβάσετε. Το Books’ Journal, που έχει πολιτική να μη δημοσιεύει ανώνυμα κείμενα, παραβιάζει αυτή την αρχή επειδή, διαφορετικά, ο συντάκτης του κειμένου δεν θα μπορούσε να μιλήσει. Ως κοινωνία και ως πολιτεία, όμως, κάτι πρέπει να κάνουμε με το φόβο.

09 Ιουνίου 2026
Φψτογραφία αρχείου

Κάποιες φορές πρέπει να μάθουμε ότι δεν αρκεί να απολογείται η πολιτική. Οφείλει να ντρέπεται και η κοινωνία. Διότι αν ο «λαός» και το «λαϊκό» μετατρέπονται σε απόλυτες ηθικές αρχές, τότε κάτι πολύ σοβαρό έχουμε μετρήσει λάθος.

08 Ιουνίου 2026
ΜοΜΑ

Για να εδραιωθεί και να διαιωνιστεί η ειρήνη μεταξύ των πολιτών σε ένα κράτος, ένα σύνταγμα πρέπει να αντιμετωπίζει όλα τα άτομα που ζουν στην επικράτειά του με δίκαιο και ισότιμο τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι η τάξη που επιβάλλεται από ένα σύνταγμα πρέπει, τουλάχιστον μετά από σκέψη, να αναγνωρίζεται από οποιοδήποτε άτομο στο παρόν και στο μέλλον ως σεβαστή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των υπαρξιακών αναγκών της ανθρώπινης ψυχής. Ένα τέτοιο σύνταγμα είναι ένα ανθρωπιστικό σύνταγμα και το κράτος που βασίζεται σε αυτό είναι ένα ανθρωπιστικό συνταγματικό κράτος. Τέτοια κράτη έχουν δημοκρατικό χαρακτήρα, η ύπαρξη δηλαδή και η διατήρησή τους θεωρούνται από τους πολίτες τους και τους μη πολίτες που κατοικούν στην επικράτειά τους ως κοινός σκοπός (res publica).

08 Ιουνίου 2026
Φωτογραφία αρχείου

Στην αρχή ήταν η δήλωση του Δημήτρη Χατζησωκράτη, ο οποίος πριν κάποιες εβδομάδες πρότεινε την ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στο νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα: έτσι «το όνομα και το σήμα του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ κατατίθενται στον Άρειο Πάγο και η περιουσία του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και η κρατική επιχορήγησή του μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου στο νέο κόμμα», έγραψε. Μάλιστα, πριν το νέο κόμμα Τσίπρα ιδρυθεί και, πολύ περισσότερο, πριν αυτό καν ανακοινωθεί επισήμως.

01 Ιουνίου 2026
European Union, 2026

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία περισσότερο για τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε πολιτικά παρά για όσα τελικά αποδείχθηκαν. Διότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπήρξαν παθογένειες, κυκλώματα, εικονικές επιδοτήσεις και διαχρονικές πελατειακές σχέσεις. Οι ίδιες οι έρευνες αποκάλυψαν περισσότερους από χίλιους κατηγορούμενους και ζημίες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Το πρόβλημα υπήρχε. Το ερώτημα είναι άλλο: ποιοι ήταν οι υπεύθυνοι και ποιοι επιχειρήθηκε να εμφανιστούν ως υπεύθυνοι.

31 Μαϊος 2026
ΟΝΕ

Δεν γνωρίζω αν είναι αλήθεια τα όσα καταγγέλλει η Δήμητρα Χαλικιά, η οποία είχε οριστεί αντιπρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ με πρόταση της ΔΗΜΑΡ. (Η εικόνα της είναι εξαιρετικά σοβαρή και δημιουργεί βάσιμη αίσθηση αξιοπιστίας).

30 Μαϊος 2026
Τα δυο μέτωπα

Από την αρχή της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, και στη συνέχεια με την έκρηξη της «Αγανάκτησης» και την κορύφωση του δημοψηφίσματος προσπαθώ να καταλάβω τα χαρακτηριστικά του αντιμνημονιακού μετώπου, της πλειονότητας δηλαδή του ελληνικού λαού (την υπολογίζω στο 60% με βάση την «αντισυστημική» έκφραση).

30 Μαϊος 2026
Σελίδα 9 από 172