Σύνδεση συνδρομητών

Λονδίνο και Πεκίνο: η διπλωματία των χαμηλών προσδοκιών

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2026 01:36
30 Ιανουαρίου 2026. Ο Κιρ Στάρμερ επισκέπτεται το Βρετανοκινεζικό Επιχειρηματικό Φόρουμ, στο Πεκίνο.
Lu Yutong / Caixin
30 Ιανουαρίου 2026. Ο Κιρ Στάρμερ επισκέπτεται το Βρετανοκινεζικό Επιχειρηματικό Φόρουμ, στο Πεκίνο.

Λίγα χρόνια πριν, η εικόνα ενός βρετανού πρωθυπουργού στο Πεκίνο θα τροφοδοτούσε εύκολα αφηγήσεις για «γέφυρες» ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, για «χρυσές εποχές» επενδύσεων και για μια Βρετανία ικανή «να παίζει πάνω από το βάρος της». Σήμερα, η ίδια εικόνα λειτουργεί πιο πολύ ως υπενθύμιση του πόσο έχουν στενέψει τα περιθώρια ελιγμών.

Η πρόσφατη επίσκεψη του βρετανού πρωθυπουργού στην Κίνα, η πρώτη από το 2018, δεν συνιστά καμία ιστορική καμπή. Δεν εγκαινιάζει «νέα εποχή», ούτε σηματοδοτεί κάποιον βαθύ επαναπροσδιορισμό των σχέσεων Λονδίνου–Πεκίνου. Αντίθετα, λειτουργεί περισσότερο ως ένδειξη προσαρμογής: της προσαρμογής μιας μεσαίας πλέον δύναμης σε έναν κόσμο όπου οι συσχετισμοί ισχύος έχουν αλλάξει, οι αυταπάτες έχουν περιοριστεί και οι προσδοκίες τίθενται εσκεμμένα χαμηλά. Μέχρι κάποιο βαθμό,   η επίσκεψη λειτούργησε περισσότερο ως καθρέφτης της βρετανικής θέσης στον κόσμο, παρά ως ευκαιρία για επαναχάραξη της σχέσης με την Κίνα.

Η Βρετανία δεν επιστρέφει στην Κίνα· η Κίνα δεν έφυγε ποτέ. Αυτό που αλλάζει είναι η βρετανική αυτοαντίληψη. Μετά το Brexit, το Λονδίνο αναζητεί ρόλο και χώρο ελιγμών ανάμεσα σε υπερδυνάμεις, χωρίς τα εργαλεία που κάποτε διέθετε μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χωρίς την άνεση της παλιάς «ειδικής σχέσης» να λειτουργεί αυτόματα υπέρ του. Η Κίνα, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι στρατηγικός σύμμαχος ούτε ιδεολογικός αντίπαλος· είναι ένας αναγκαίος συνομιλητής, με τον οποίο η σχέση πρέπει να είναι διαχειρίσιμη — όχι να είναι εξιδανικευμένη.

 

Μεταξύ αξιών, συμφερόντων και χαμηλού ρίσκου

Από αυτή την οπτική, η επίσκεψη του Στάρμερ ήταν σχεδιασμένη εξαρχής ως άσκηση χαμηλού ρίσκου. Δεν συνοδεύτηκε από μεγάλες εμπορικές συμφωνίες, ούτε από τορπιλισμό των υπαρχουσών διαφορών. Αντίθετα, κινήθηκε στο έδαφος του εφικτού: διευκολύνσεις στις θεωρήσεις εισόδου, τεχνικές συζητήσεις για τις υπηρεσίες, επιμέρους χειρονομίες καλής θέλησης. Όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως επιτυχίες — και πράγματι, στο μέτρο που το Λονδίνο και το Πεκίνο δεν υποσχέθηκαν περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να αποδώσουν, η επίσκεψη ήταν επιτυχής.

Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται και το όριο. Η κινεζική οικονομία, σε φάση επιβράδυνσης και αυξημένου κρατικού ελέγχου, δεν προσφέρεται πλέον για εύκολες αφηγήσεις «ανοίγματος». Οι ξένες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ένα περιβάλλον λιγότερο φιλικό, πιο αδιαφανές και πολιτικά επιτηρούμενο. Για το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δυνατότητες είναι αντικειμενικά περιορισμένες. Το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει ελλειμματικό και η πρόσβαση σε κρίσιμους τομείς της κινεζικής αγοράς εξακολουθεί να ελέγχεται αυστηρά.

Από αυτή την άποψη, οι παρατηρήσεις αναλυτών ότι «ο πήχης ήταν πολύ χαμηλός» δεν είναι αβάσιμες, με μια δόση αυτοσαρκασμού, αλλά μάλλον ρεαλιστικές. Το Λονδίνο δεν πήγε στο Πεκίνο για να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά για να «επιβεβαιώσει ότι εξακολουθεί να παίζει».

 

Ρεαλισμός χωρίς στρατηγική;

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτός ο ρεαλισμός συνιστά και στρατηγική. Η βρετανική κυβέρνηση επιμένει ότι μπορεί να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με την Κίνα χωρίς να διαρρήξει τους δεσμούς της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο επίπεδο των δηλώσεων, αυτό ακούγεται αυτονόητο. Στην πράξη, όμως, η εξίσωση είναι πιο δύσκολη.

Η ασφάλεια, η τεχνολογία αιχμής και οι πληροφορίες παραμένουν στενά συνδεδεμένες με την Ουάσιγκτον. Η συνεργασία με το Πεκίνο περιορίζεται σε τομείς χαμηλής πολιτικής έντασης. Δεν πρόκειται για πολιτική «ίσων αποστάσεων», αλλά για διαφοροποιημένη εμπλοκή: σκληρή γραμμή εκεί όπου διακυβεύεται η ασφάλεια, ήπια προσέγγιση εκεί όπου το κόστος είναι διαχειρίσιμο.

Αυτή η στάση έχει τη λογική της. Εκείνο που λείπει, ωστόσο, είναι μια σαφής αφήγηση για το πού οδηγεί. Η Βρετανία δεν φαίνεται να επιδιώκει ούτε βαθύτερη σύγκλιση ούτε συστηματική αποστασιοποίηση. Διαχειρίζεται το παρόν, αποφεύγοντας να δεσμευτεί για το μέλλον.

Η αμηχανία δεν είναι αποκλειστικά βρετανικό φαινόμενο. Και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – από το Παρίσι και το Βερολίνο έως την Αθήνα – η Κίνα αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως αγορά, τεχνολογικός ανταγωνιστής και γεωπολιτική πρόκληση. Η «διπλωματία των χαμηλών προσδοκιών» δεν είναι λοιπόν ιδιοτροπία του Λονδίνου· απλώς εκεί φαίνεται πιο γυμνή, επειδή λείπουν πλέον οι μεγάλες αφηγήσεις ισχύος που κάποτε κάλυπταν τις αντιφάσεις.

 

Ανθρώπινα δικαιώματα: το διαρκές εκκρεμές

Η πιο εμφανής ένταση αυτής της προσέγγισης αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ζητήματα όπως το Χονγκ Κονγκ και η υπόθεση του Jimmy Lai αναφέρθηκαν, αλλά χωρίς δημόσια αιχμή. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή χαμηλών τόνων, που αποσκοπεί στη διατήρηση του διαλόγου. Το τίμημα είναι ότι οι σχετικές παρεμβάσεις από πλευράς Λονδίνου μοιάζουν ολοένα και περισσότερο διαδικαστικές: γίνονται επειδή «πρέπει να γίνουν», όχι επειδή αναμένεται να αλλάξουν κάτι ουσιαστικό.

Ωστόσο, αυτή η επιλογή έχει κόστος. Όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα μετατρέπονται σε παράγραφο υποσημείωσης των διμερών σχέσεων, η επίκλησή τους χάνει σταδιακά το πολιτικό της βάρος. Η Βρετανία δεν εγκαταλείπει τις αξίες της· αλλά τις εντάσσει σε μια λογική «διαχείρισης», η οποία δύσκολα πείθει όσους αναζητούν μια πιο συνεπή αξιακή εξωτερική πολιτική. Το ερώτημα δεν είναι αν το Λονδίνο μπορεί να πιέσει ουσιαστικά το Πεκίνο — αυτό είναι μάλλον απίθανο. Το ερώτημα είναι αν η σιωπή ή η υπέρμετρη διακριτικότητα τελικά υπονομεύει το ίδιο το επιχείρημα περί αξιών.

 

Η Κίνα ως καθρέφτης της βρετανικής θέσης

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της επίσκεψης  Στάρμερ δεν αφορά την Κίνα, αλλά τη Βρετανία. Το Πεκίνο δεν είχε λόγο να προσφέρει περισσότερα απ’ όσα προσέφερε. Η επίσκεψη εξυπηρετούσε κυρίως την εικόνα της Κίνας ως υπεύθυνου, σταθερού συνομιλητή σε έναν κόσμο δυτικής αβεβαιότητας.

Για το Λονδίνο, όμως, η επίσκεψη λειτούργησε ως καθρέφτης: ανέδειξε τα όρια της επιρροής του, αλλά και την ανάγκη για μια εξωτερική πολιτική απαλλαγμένη από τις μεγάλες αφηγήσεις του παρελθόντος. Η Βρετανία δεν επιστρέφει στο ρόλο της παγκόσμιας μεσολαβήτριας. Προσαρμόζεται σε ένα ρόλο επιλεκτικής συμμετοχής, με επίγνωση των περιορισμών της.

Η επίσκεψη του βρετανού πρωθυπουργού  στην Κίνα δεν ήταν αποτυχία. Ήταν όμως κάτι πολύ πιο πεζό: μια άσκηση διαχείρισης σε έναν κόσμο όπου η ισχύς δεν κατανέμεται όπως παλιά. Δεν εγκαινιάζει «εποχή», δεν ανατρέπει ισορροπίες και δεν λύνει αντιφάσεις. Επιβεβαιώνει απλώς ότι η βρετανική εξωτερική πολιτική κινείται πλέον χωρίς αυταπάτες αλλά και χωρίς μεγάλες φιλοδοξίες.

Ίσως αυτό να είναι, προς το παρόν, το μόνο εφικτό πλαίσιο. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό —και πρέπει να απασχολήσει σοβαρότερα τη δημόσια συζήτηση— είναι αν η διαχείριση μπορεί, κάποια στιγμή, να μετατραπεί σε στρατηγική. Ή αν το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνεχίσει να κινείται ανάμεσα σε συνομιλίες, συμβολισμούς και χαμηλές προσδοκίες, σε έναν κόσμο που σπανίως ανταμείβει όσους απλώς προσαρμόζονται.

Για πρώτη ίσως φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βρετανία δείχνει πιο πρόθυμη να συνηθίσει τον κόσμο όπως είναι, παρά να διεκδικήσει ρόλο στη διαμόρφωσή του. Το αν αυτή η στάση είναι ρεαλισμός ή συρρίκνωση φιλοδοξιών, θα το κρίνουν λιγότερο οι δηλώσεις και περισσότερο οι επόμενες γεωπολιτικές κρίσεις και ανακατατάξεις.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.