Γνώμες
Ένα αμερικανικό εφετείο έκρινε ότι μια εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης είναι «επικίνδυνη» για τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, επειδή το προϊόν της αρνείται να κάνει δύο συγκεκριμένα πράγματα. Η υπόθεση μάς αφορά περισσότερο απ’ όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως: στις 31 Αυγούστου η Ελλάδα υπέγραψε στο Τελ Αβίβ τη συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Η Anthropic, η εταιρεία που φτιάχνει το Claude, τον βασικό ανταγωνιστή του ChatGPT, δεν είναι ειρηνιστική ΜΚΟ. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούσαν το μοντέλο της από το 2024. Η εταιρεία είχε δεχτεί, στη σύμβαση που υπέγραψε, να χρησιμοποιείται το μοντέλο για σχεδιασμό όπλων, για ανάλυση πληροφοριών και για επιθέσεις στον κυβερνοχώρο. Δύο πράγματα αρνήθηκε ώς το τέλος: να κατευθύνει το Claude όπλα που διαλέγουν και χτυπούν στόχους αυτόνομα, δηλαδή χωρίς να το αποφασίζει άνθρωπος· και να χρησιμοποιηθεί ως Μεγάλος Αδελφός για τη μαζική παρακολούθηση Αμερικανών πολιτών.
Τον Ιανουάριο, ο υπουργός Πιτ Χέγκσεθ, του οποίου το υπουργείο αυτοαποκαλείται από πέρυσι υπουργείο Πολέμου, απαίτησε από όλους τους προμηθευτές να προσθέσουν στις συμβάσεις τους τον όρο «για κάθε νόμιμη χρήση». Ενάμιση μήνα μετά, η Anthropic δεν το είχε κάνει. Ο υπουργός έδωσε στον επικεφαλής της, τον Ντάριο Αμοντέι, τρεις μέρες προθεσμία να συμμορφωθεί. Ο Αμοντέι, αν και είχε το μαχαίρι στον λαιμό, αρνήθηκε δημοσίως να το πράξει· αναγνώρισε, ωστόσο, ότι το υπουργείο έχει κάθε δικαίωμα να βρει άλλον προμηθευτή και προσφέρθηκε να διευκολύνει τη μετάβαση σε άλλο σύστημα.
Ο Χέγκσεθ θα μπορούσε απλώς να λύσει τη συνεργασία. Ως επιδερμικά πολεμοχαρής, μόλις έληξε το τελεσίγραφο προτίμησε να χαρακτηρίσει την εταιρεία «επικίνδυνη για την εφοδιαστική αλυσίδα», με έναν νόμο του 2018 που ψηφίστηκε για να εμποδίσει εχθρικά κράτη να διεισδύουν στις κρατικές προμήθειες. Με αυτή την απόφαση κανένας εργολάβος που κάνει δουλειές με το Πεντάγωνο δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί σε αυτές το Claude.
Η εταιρεία προσέφυγε στη δικαιοσύνη. Στις 25 Σεπτεμβρίου το ομοσπονδιακό εφετείο της Ουάσινγκτον απέρριψε κατά πλειοψηφία την προσφυγή της. Η απόφαση δέχεται ότι η Anthropic ενήργησε με «αγαθές προθέσεις», και ταυτόχρονα ότι ο υπουργός είχε κάθε δικαίωμα να τη χαρακτηρίσει «επικίνδυνη».
Ένα ρήμα, δύο λεξικά
Πώς γίνεται να είναι κανείς καλόπιστος και επικίνδυνος ταυτόχρονα; Η αμερικανική νομοθεσία ορίζει ως κίνδυνο το ενδεχόμενο να κάνει κάποιος σαμποτάζ σε ένα προϊόν, να του κρύψει κακόβουλα μια ανεπιθύμητη λειτουργία ή να επέμβει «με άλλον τρόπο» στη λειτουργία του (το αγγλικό ρήμα είναι to manipulate). Τα ελληνικά έχουν για το ρήμα αυτό δύο λέξεις, και οι δικαστές διχάστηκαν ανάμεσά τους. Η πλειοψηφία το ερμήνευσε ως «χειρίζομαι», δηλαδή ρυθμίζω και ελέγχω. Η Anthropic εκπαιδεύει το Claude να αρνείται ορισμένα πράγματα, άρα και αυτή το χειρίζεται, και ο νόμος, κατά την πλειοψηφία, κοιτάζει τι κάνει ο προμηθευτής και αδιαφορεί για το γιατί το κάνει.
Η δικαστής Κάρεν Χέντερσον, που μειοψήφησε, το ερμήνευσε ως «χειραγωγώ», δηλαδή επηρεάζω ύπουλα και με δόλο. Ο κατάλογος του νόμου, υποστηρίζει, αρχίζει με το σαμποτάζ και τις κακόβουλες ενέργειες, άρα και το ρήμα «χειραγωγώ» εννοεί κάτι εχθρικό και κρυφό· η Anthropic, αντίθετα, έγραψε τους περιορισμούς της φανερά στο συμβόλαιο και τους τήρησε. Το παράδειγμα που έδωσε η δικαστίνα το καταλαβαίνει και μικρό παιδί. Όταν μια πινακίδα βιβλιοθήκης απαγορεύει «να φωνάζετε, να μιλάτε δυνατά στο κινητό, να παίζετε μουσική ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο να ενοχλείτε», δεν διώχνει αυτόν που ακούει μουσική με ακουστικά.
Το επιχείρημα του στρατού
Η θέση του υπουργείου είναι εύλογη, και θα ήταν άδικο να την παραβλέψουμε, μόνον επειδή ο Χέγκσεθ τη διατύπωσε με τον χοντροκομμένο τρόπο του: «Οι πολεμιστές της Αμερικής δεν θα γίνουν ποτέ όμηροι των ιδεολογικών ιδιοτροπιών της Big Tech». Ένα όπλο εκτελεί καταπώς το χειρίζεται ο χειριστής του (συγχωρήστε με). Τα όρια τα βάζει η νομοθεσία· την ερμηνεία της την κάνει η στρατιωτική ιεραρχία, η οποία λογοδοτεί σε εκλεγμένη κυβέρνηση. Και βεβαίως, κανένας στρατός δεν ξεκινά μια επιχείρηση χωρίς να ξέρει αν το λογισμικό του θα συνεργαστεί ώς το τέλος.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η ανησυχία του Πενταγώνου είχε έρεισμα. Τον Ιανουάριο, στέλεχος της Anthropic έθεσε ερωτήματα για τη χρήση του Claude σε μια στρατιωτική επιχείρηση στο εξωτερικό (κατά τα δημοσιεύματα, τη σύλληψη του Νικόλας Μαδούρο) και το υπουργείο αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν το λογισμικό σταματούσε να ανταποκρίνεται σε μια κρίσιμη στιγμή. Η εταιρεία αντέτεινε ότι ο στρατός μπορεί να δοκιμάζει κάθε νέο μοντέλο πριν το παραλάβει, όπως κάνει π.χ. με τα αεροπλάνα. Αλλά εδώ αρχίζουν τα δύσκολα με την τεχνητή νοημοσύνη. Η δοκιμή δεν μπορεί ποτέ να είναι εξαντλητική για ένα σύστημα που –όπως παραδέχεται η ίδια η εταιρεία– αν αλλάξει λίγο η διατύπωση μπορεί να απαντήσει στο ίδιο αίτημα αλλιώς. Έτσι ο στρατός δεν ξέρει από πριν (και δεν μπορεί να ξέρει…) πότε η μηχανή θα του πει όχι.
Νόμιμο και ηθικό;
Η Anthropic απαντά ότι στις δύο περιπτώσεις που αναφέραμε παραπάνω (τα όπλα που σκοτώνουν μόνα τους και τις μαζικές παρακολουθήσεις) η μηχανή οφείλει να λέει όχι. Ο λόγος για την πρώτη άρνηση είναι εγγενής στην τεχνητή νοημοσύνη. Τα σημερινά μοντέλα κάνουν ένα λάθος που δεν μοιάζει με τα ανθρώπινα (εκτός και αν σε λένε Τραμπ): μπορούν να πουν με απόλυτη βεβαιότητα πράγματα που δεν ισχύουν. Ο Αμοντέι δέχεται ότι κάποτε τα όπλα θα γίνουν αυτόνομα (θα σκοτώνουν δηλαδή από μόνα τους)· σήμερα, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η τεχνολογία δεν είναι «αρκετά αξιόπιστη», και το λάθος της θα το πληρώσουν και άμαχοι – όχι μόνο στρατιώτες. Τις αντοχές και ανοχές (αλλά όχι ενοχές, καθότι η μηχανή δεν διαθέτει) του προϊόντος τις ξέρει καλύτερα ο κατασκευαστής του. Ο μηχανικός που αρνείται να υπογράψει για φορτίο πάνω από τις αντοχές μιας γέφυρας δεν σαμποτάρει τον πελάτη του· αντίθετα, τον προστατεύει.
Πάνω από το τεχνικό επιχείρημα στέκεται ένα παλαιότερο. Το δίκαιο του πολέμου ζητά να δια-κρίνει κάποιος αν: α) ο στόχος είναι μαχητής ή άμαχος· και β) το πλήγμα είναι ανάλογο με το στρατιωτικό όφελος. Προϋποθέτει επίσης ότι αυτός ο κάποιος μπορεί να δικαστεί για την κρίση του. Όταν, λοιπόν, αποφασίζει το λογισμικό, δεν υπάρχει κανείς να δικαστεί. Ο στρατός των ανθρώπων έχει, άλλωστε, ένα φρένο που το θεωρούμε δεδομένο, αφού ο στρατιώτης μπορεί να αρνηθεί μια παράνομη διαταγή. Και εδώ ξαναρχίζουν τα δύσκολα της τεχνητής νοημοσύνης. Ο Αμοντέι γράφει ότι ένα σμήνος από εκατομμύρια αυτόνομα οπλισμένα drones θα μπορούσε να γίνει «ανίκητος στρατός». Σε έναν τέτοιο στρατό δεν απομένει κανείς για να αρνηθεί μια διαταγή –εκτός αν η άρνηση έχει ενσωματωθεί στο ίδιο το όπλο.
Για τη μαζική παρακολούθηση των πολιτών ο Αμοντέι έχει γράψει ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μεν νόμιμη αλλά «ασύμβατη με τις δημοκρατικές αξίες». Ο Έλληνας αναγνώστης θα θυμάται ότι έχει ακούσει πως «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό», και θα θυμάται επίσης πώς υποδέχτηκε αυτό το σόφισμα των πολιτικών. Επιπλέον, υπάρχει και το ζήτημα της νομοθεσίας, που σχεδόν πάντα υστερεί έναντι της εποχής της. Η αμερικανική νομοθεσία, εν προκειμένω, γράφτηκε για μια εποχή όπου η παρακολούθηση των πάντων ήταν πρακτικά αδύνατη, γιατί χρειαζόταν ανθρώπους να ακούν και να διαβάζουν· ένα μοντέλο μπορεί να διαβάζει (σχεδόν) τα πάντα, καταργώντας έτσι αυτόν τον φυσικό περιορισμό. Ο δικός μας νόμος είναι πρόσφατος (ν. 5002/2022, μετά τις υποκλοπές), αλλά κι αυτός ρυθμίζει την άρση του απορρήτου για συγκεκριμένα πρόσωπα, με προηγούμενη εισαγγελική διάταξη. Ούτε εδώ ο νομοθέτης είχε κατά νου μια μηχανή που δεν χρειάζεται να διαλέξει ποιον θα ακούσει.
Ο δεύτερος όροφος
Η απόφαση του δικαστηρίου κλείνει με δύο θεμελιώδεις ανησυχίες. Ο υπουργός φοβάται τα μοντέλα με υπερβολικούς περιορισμούς, τα οποία θα τα στυλώσουν και θα σταματήσουν απροειδοποίητα στη μέση μιας επιχείρησης. Η Anthropic φοβάται τα ίδια μοντέλα χωρίς περιορισμούς, που θα «παραισθάνονται ακατάλληλους στόχους για φονική πολεμική ισχύ». Το ρήμα «παραισθάνονται», ειρήσθω εν παρόδω, είναι γραμμένο στην απόφαση του δικαστηρίου.
Εμένα το ζήτημα με απασχολεί εδώ και καιρό, γιατί γράφω ένα μυθιστόρημα γύρω από ένα τέτοιο σύστημα στόχευσης, και το γράφω με συνεργάτη το ίδιο το Claude. Η σκηνή που με παίδεψε περισσότερο είναι απλή: Σε μια πόλη της Μέσης Ανατολής, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας υπάρχουν ένοπλοι μαχητές. Στον δεύτερο όροφο λειτουργεί παιδιατρική κλινική. Στην οθόνη του χειριστή, που βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κτίριο είναι ένα πεδίο με την ένδειξη «κόμβος επικοινωνιών» και έχει έναν δείκτη βεβαιότητας (πόσο σίγουρη είναι η μηχανή γι’ αυτό). Ο χειριστής έχει μερικά δευτερόλεπτα και ξέρει ότι το σύστημα –όταν προτείνει ένα στόχο– τις περισσότερες φορές έχει δίκιο. Όμως οι ένοπλοι δεν διάλεξαν τυχαία το κτίριο. Εγκαταστάθηκαν πάνω από την κλινική ακριβώς επειδή λογαριάζουν ότι κάποιος στην άλλη πλευρά θα διστάσει.
Σε αυτό το σημείο έχουν δίκιο και οι δύο αντίδικοι. Μια μηχανή που διστάζει πάντα κάνει τις ανθρώπινες ασπίδες αποτελεσματικές, και μια μηχανή που δεν διστάζει ποτέ τις εξολοθρεύει. Ανάμεσα στα δύο χωράει μόνο η κρίση ενός ανθρώπου που βλέπει και τους δύο ορόφους και θα λογοδοτήσει για ό,τι διαλέξει. Το πλήρως αυτόνομο όπλο αφαιρεί από την αλυσίδα αποφάσεων αυτόν ακριβώς τον άνθρωπο. Αν το μοντέλο είδε κάτι που δεν υπήρχε, ή δεν είδε καθόλου τον δεύτερο όροφο, ενώ υπήρχε κλινική, στην ανάκριση ο αξιωματικός θα πει «αυτό το πεδίο δεν το συμπλήρωσα εγώ» και θα λέει την αλήθεια. Το ίδιο θα πουν ο χειριστής και ο προγραμματιστής. Και δεν θα φταίει κανείς.
Όταν άρχισα να γράφω, η σκηνή ήταν επινόηση. Μετά ήρθαν τα γεγονότα: η απόφαση του δικαστηρίου καταγράφει ότι δύο μέρες μετά την άρνηση του Αμοντέι άρχισαν οι αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν και ότι, κατά τη Wall Street Journal, το Claude χρησιμοποιήθηκε και εκεί, λίγες ώρες αφότου ανακοινώθηκε ο αποκλεισμός του. Την πρώτη μέρα του πολέμου, αμερικανικοί πύραυλοι Tomahawk έπληξαν ένα δημοτικό σχολείο στο Μινάμπ του Ιράν: εκατόν πενήντα έξι νεκροί, από τους οποίους εκατόν είκοσι ήταν μικρά παιδιά. Η απόφαση καταγράφει επίσης ότι το 2024 οι πρώτες εκδόσεις του Claude αρνούνταν να συνοψίσουν εκτιμήσεις απειλών ή να μεταφράσουν υποκλαπέντα κείμενα που περιέγραφαν βίαιες πράξεις, και ότι η εταιρεία έφτιαξε για τις μυστικές υπηρεσίες ειδική έκδοση, που δεν τα αρνείται πλέον. Τη μηχανή που διστάζει και ύστερα υποχωρεί την είχα για μυθιστορηματικό εύρημα. Τη βρήκα στη σελίδα 8 μιας δικαστικής απόφασης, ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του κατασκευαστή της.
Γιατί μας αφορά
Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ Act) εξαιρεί ρητά τις στρατιωτικές χρήσεις. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί μια τέτοια χρήση. Πρόκειται για ένα «πολυεπίπεδο» (και μόνο η λέξη με ανησυχεί) σύστημα αεράμυνας που αγοράζουμε από το Ισραήλ και στο οποίο η τεχνητή νοημοσύνη θα εντοπίζει στόχους και θα αξιολογεί απειλές. Και το ερώτημα είναι: ποιος ορίζει τι θα αρνείται να κάνει ένα τέτοιο λογισμικό, ο κατασκευαστής του ή ο στρατός που το αγοράζει; Στην αεράμυνα το «ναι» και το «όχι» μετριούνται σε δευτερόλεπτα. Το ίχνος στο ραντάρ είναι είτε πύραυλος είτε επιβατικό αεροπλάνο, και κάποιος πρέπει να έχει ορίσει από πριν: α) πόσο σίγουρη οφείλει να είναι η μηχανή· και β) αν θα περιμένει άνθρωπο να αποφασίσει.
Για εμάς λοιπόν, όπως και για τους Αμερικανούς, τα μόνα όρια στο τι θα κάνουν αυτά τα συστήματα είναι όσα γράψει ο προμηθευτής στο συμβόλαιο (δηλαδή οι Ισραηλινοί) και όσα δεχτεί ο αγοραστής (δηλαδή εμείς μέσω του υπουργείου Αμύνης).
Γι’ αυτό η σημαντικότερη σελίδα της απόφασης είναι η σελίδα 7 της μειοψηφίας. Ο επόμενος προμηθευτής, γράφει η Χέντερσον, θα έχει να διαλέξει ανάμεσα στην αποδοχή των όρων του υπουργού και στον χαρακτηρισμό του ως απειλής για την εθνική ασφάλεια. Με τη λογική της πλειοψηφίας, το δίλημμα αυτό θα το αντιμετωπίσει ακόμη κι ο προμηθευτής που λέει όχι σε μια χρήση αντίθετη στον νόμο ή στο Σύνταγμα.
Στο τέλος της γραφής, η Anthropic εμπορικά δεν έπαθε τίποτα· μετά τον αποκλεισμό, σημειώνει το δικαστήριο με δόση ειρωνείας, δέχθηκε επενδυτικές προσφορές που την αποτιμούν σε πάνω από 900 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία εξετάζει τα επόμενα βήματά της και μπορεί να ζητήσει να κριθεί η υπόθεση από την ολομέλεια του εφετείου. Ως τότε ισχύει η τελευταία παράγραφος της πλειοψηφίας: ανάμεσα στη μηχανή που αρνείται και στη μηχανή που «παραισθάνεται» διαλέγουν ο πρόεδρος και ο υπουργός Πολέμου, και πρακτικά συναποφασίζουν αν δίπλα στη μηχανή που στοχεύει θα κάθεται άνθρωπος. Το ποιος θα το διαλέξει στην Ελλάδα πρέπει να έχει απαντηθεί πριν παραδοθεί η Ασπίδα του Αχιλλέα.
Όταν η κομματική βεβαιότητα γίνεται δημοσιογραφικό ύφος
Ο Θανάσης Καρτερός έχει μακρά διαδρομή στον κομματικό Τύπο. Συντάκτης, αρχισυντάκτης και αργότερα διευθυντής του Ριζοσπάστη, διαγράφτηκε από το ΚΚΕ το 1991, πέρασε από άλλα μέσα και, δεκαετίες αργότερα, βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου ως επικεφαλής του Γραφείου Τύπου του Αλέξη Τσίπρα. Υπάρχει όμως ένα επεισόδιο της δημοσιογραφικής του διαδρομής που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα: το Τσερνομπίλ.
Την άνοιξη του 1986, ενώ η Ευρώπη προσπαθούσε ακόμη να καταλάβει την έκταση της πυρηνικής καταστροφής, ο Ριζοσπάστης επέλεγε μια εντυπωσιακά διαφορετική ανάγνωση. Το περίφημο πρωτοσέλιδο μιλούσε για «Αντισοβιετικό νέφος», απέδιδε στον Λευκό Οίκο τον συντονισμό μιας «υστερικής εκστρατείας» και αναπαρήγαγε τη σοβιετική διαβεβαίωση ότι δεν υπήρχε κίνδυνος... Μεταγενέστερα δημοσιεύματα της ίδιας εφημερίδας εξακολουθούσαν να υποβαθμίζουν τον κίνδυνο και να παρουσιάζουν το πυρηνικό ατύχημα μέσα από το φίλτρο της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης.
Από εκείνη την ιστορία γεννήθηκε και το «Μαρούλιας». Η περίφημη ιστορία με τα «άφοβα μαρούλια» έχει επαναληφθεί επί χρόνια στον ελληνικό Τύπο, ακόμη και από μεγάλες εφημερίδες, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνης της περιόδου. Το σημαντικότερο, όμως, βρίσκεται αλλού. Και είναι πολύ σοβαρότερο από ένα προσωνύμιο. Είναι η νοοτροπία σύμφωνα με την οποία, όταν η πραγματικότητα ενοχλεί την πολιτική βεβαιότητα, το πρόβλημα βρίσκεται στην πραγματικότητα.
Σαράντα χρόνια μετά το Τσερνομπίλ, ο Καρτερός επανέρχεται με ένα άρθρο για τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη. Τίτλος του: «Ε, όχι και να παραιτηθεί ο Φλωρίδης!». Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών (πού αλλού;) την 1η Οκτωβρίου 2026. Η κριτική στον Φλωρίδη μπορεί φυσικά να είναι όσο σκληρή θέλει ο αρθρογράφος. Μπορεί να θεωρεί τις δηλώσεις του απαράδεκτες, την πολιτική του επιζήμια, την παρουσία του στο υπουργείο προβληματική. Αυτό είναι η πολιτική αντιπαράθεση. Ο Καρτερός όμως επιλέγει κάτι διαφορετικό. Και εδώ τα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν αποκτούν σχεδόν παιδαγωγικό ενδιαφέρον. Αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, ιδεολογίες διαψεύστηκαν, αρχεία άνοιξαν, βεβαιότητες εκατομμυρίων ανθρώπων έγιναν συντρίμμια και ολόκληρος ο κόσμος άλλαξε περισσότερες από μία φορές. Ο Καρτερός, πάλι, πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο: τέσσερις δεκαετίες Ιστορίας πέρασαν από μπροστά του χωρίς να τον ενοχλήσουν καθόλου. Η εξέλιξή του υπήρξε υποδειγματικά μηδενική. Οι παλιές βεβαιότητες άντεξαν χωρίς ούτε μία ρωγμή, προστατευμένες από γεγονότα, διαψεύσεις και πραγματικότητα. Το 1986 έφταιγε το «αντισοβιετικό νέφος»· σαράντα χρόνια αργότερα, όταν και πάλι η πραγματικότητα δεν βολεύει, επιστρατεύονται «αρχηγοί», «ποινικές δικονομίες» και άνθρωποι που «τρώνε τη σφαίρα». Ο κόσμος προχώρησε. Η μέθοδος έμεινε στη θέση της.
Αφού περιγράψει ουσιαστικά την κυβέρνηση με όρους ποινικής υπόθεσης, γράφει ότι, όταν μια ομάδα ανθρώπων λειτουργεί «με όρους ποινικής δικονομίας», τότε, αν τα πράγματα σφίξουν, είναι εύλογο να «τρώει τη σφαίρα» κάποιος «για να σωθεί ο αρχηγός». Ας μην καταφύγουμε στην εύκολη υπερβολή και ας δεχτούμε ότι δεν πρόκειται για κυριολεκτική απειλή κατά της ζωής του Γιώργου Φλωρίδη. Και ότι πρόκειται για μια «θανατηφόρα» μεταφορά. Μόνο που ακριβώς ως μεταφορά είναι αποκαλυπτική. Γιατί ο Καρτερός θα μπορούσε να γράψει ότι ο υπουργός ενδέχεται να θυσιαστεί πολιτικά. Ότι μπορεί να αποπεμφθεί. Ότι ίσως χρησιμοποιηθεί ως αποδιοπομπαίος τράγος. Ότι ένας πρωθυπουργός εγκαταλείπει συνεργάτες του όταν αυτοί μετατρέπονται σε πολιτικό βάρος. Η ελληνική γλώσσα διαθέτει λέξεις για όλα αυτά. Εκείνος διάλεξε τη σφαίρα. Και προηγουμένως διάλεξε την «ομάδα ανθρώπων» που λειτουργεί «με όρους ποινικής δικονομίας». Δημιουργεί έτσι ολόκληρη εικόνα: υπάρχει ένας «αρχηγός», υπάρχει μια ομάδα γύρω του και, όταν έρθει η δύσκολη ώρα, κάποιος από τους ανθρώπους της «τρώει τη σφαίρα» για να σωθεί εκείνος. Η πολιτική μετατρέπεται σε αστυνομική μυθολογία.
Και εδώ εμφανίζεται μια περίεργη συνέχεια με εκείνο το μακρινό 1986.
Φυσικά, το Τσερνομπίλ και το σημερινό άρθρο δεν είναι συγκρίσιμα γεγονότα. Η αναλογία αφορά τον τρόπο του λόγου. Τότε υπήρχε ένα πραγματικό πυρηνικό ατύχημα και η κομματική ανάγνωση αναζητούσε πίσω από τις αντιδράσεις ένα «αντισοβιετικό νέφος». Σήμερα υπάρχει μια απολύτως θεμιτή πολιτική σύγκρουση και ο αντίπαλος μεταφέρεται μέσα σε ένα νοητικό σκηνικό «αρχηγού», ποινικής δικονομίας και ανθρώπων που «τρώνε σφαίρες».
Ο Καρτερός γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη των λέξεων. Δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος αρθρογράφος. Είναι ένας άνθρωπος με δεκαετίες μέσα στον Τύπο, με διευθυντικές θέσεις, με κομματική εμπειρία και με θητεία στην κορυφή του κυβερνητικού επικοινωνιακού μηχανισμού.
Γι’ αυτό και η επιλογή της «σφαίρας» έχει σημασία. Δεν θα επιχειρήσω να μαντέψω τι θα συνέβαινε αν ένας από εκείνους τους δημοσιογράφους που η προοδευτική ευαισθησία ταξινομεί συνήθως στους «αντιδραστικούς» είχε βγάλει από το αρθρογραφικό του οπλοστάσιο μια σφαίρα και την είχε χρησιμοποιήσει ως μεταφορά για κάποιον υπουργό της τότε «προοδευτικής» διακυβέρνησης. Ας πούμε, μάλιστα, την εποχή που ο νέος Ποινικός Κώδικας έμπαινε σε ισχύ έξι ημέρες πριν από τις εκλογές, προκαλώντας σφοδρή συζήτηση και για τις ρυθμίσεις της υπό όρον απόλυσης.
Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να τεθεί το ερώτημα: με ποια λεξιλόγια θα είχε περιγραφεί τότε η «σφαίρα»; Ως ακροδεξιά ρητορική; Ως εκτροπή; Ως κανονικοποίηση της βίας; Ως στοχοποίηση πολιτικού προσώπου; Θα είχαν άραγε οι εκλεκτοί «Συντάκτες» την ίδια φιλολογική άνεση να μας εξηγήσουν ότι πρόκειται απλώς για μια μεταφορά; Ή μήπως οι μεταφορές αποκτούν διαφορετικό ηθικό βάρος αναλόγως με το χέρι που τις γράφει;
Η «σφαίρα» δεν αποκαλύπτει κάτι για τον Φλωρίδη. Αποκαλύπτει κάτι για ένα είδος πολιτικής γραφής που χρειάζεται διαρκώς έναν εχθρό μεγαλύτερο από την πραγματικότητα. Έναν αντίπαλο που δεν αρκεί να είναι λανθασμένος, ανεπαρκής ή πολιτικά επιζήμιος· πρέπει να τοποθετηθεί μέσα σε ένα ολόκληρο ηθικό σκηνικό, όπου από τη μία βρίσκονται οι ένοχοι και από την άλλη εκείνος που αναλαμβάνει να τους αποκαλύψει. Κάπως έτσι η δημοσιογραφία παύει να φωτίζει τα γεγονότα και αρχίζει να τα σκηνοθετεί.
Ίσως γι’ αυτό το «αντισοβιετικό νέφος» του 1986 έχει επιβιώσει περισσότερο από πολλές σχετικά αξιοπρεπέστερες σελίδες εκείνης της εφημερίδας. Επειδή μέσα σε δύο λέξεις συμπύκνωνε μια ολόκληρη αντίληψη: πρώτα αποφασίζουμε ποιος έχει δίκιο και κατόπιν τακτοποιούμε την πραγματικότητα γύρω από αυτή την απόφαση.
Τώρα ήρθε η «σφαίρα».
Σαράντα χρόνια χωρίζουν τις δύο εικόνες. Η εποχή άλλαξε, τα κόμματα άλλαξαν, η Σοβιετική Ένωση εξαφανίστηκε, ο ίδιος ο Καρτερός διέσχισε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Η ευκολία όμως με την οποία η κομματική βεβαιότητα μεταμφιέζεται σε περιγραφή της πραγματικότητας παραμένει εντυπωσιακά γνώριμη.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τα μαρούλια.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, ένας Βρετανός πρωθυπουργός τολμά για πρώτη φορά να προφέρει δημόσια τη λέξη «επανένταξη». Πόσο ρεαλιστικό είναι το ενδεχόμενο – και τι θα απαιτούσε από το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες;
Το πρωί της Τετάρτης 30 Σεπτεμβρίου, στην εκπομπή Today του BBC Radio 4, ο Άντι Μπέρναμ είπε κάτι που κανένας ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ δεν είχε πει εδώ και μία δεκαετία. Ερωτηθείς αν επιθυμεί η χώρα του να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν απάντησε με το τελετουργικό «όχι» που είχε καθιερώσει ο προκάτοχός του. Είπε ότι θέλει να «εξετάσει τις επιλογές» και ανάμεσά τους απαρίθμησε, πλάι στη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος, την τελωνειακή ένωση, την ενιαία αγορά και την πλήρη επανένταξη – το να «πάμε μέχρι τέλους», όπως το έθεσε. Η σημερινή διευθέτηση του Brexit, κατά τον ίδιο, έχει προκαλέσει περισσότερη ζημιά παρά όφελος. Την προηγούμενη μέρα, από το βήμα του ετήσιου συνεδρίου των Εργατικών, ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε χρεώσει στο Brexit την απώλεια ελέγχου τόσο στη μετανάστευση όσο και στην οικονομία, κρίνοντας τη σημερινή σχέση με την Ευρώπη ανεπαρκή και υποσχόμενος να αναζητήσει «συναίνεση» για τη μελλοντική κατεύθυνση.
Η σημασία της στιγμής δεν βρίσκεται σε όσα δεσμεύτηκε –στην πραγματικότητα δεν δεσμεύτηκε σε τίποτα– αλλά στο ότι μετατόπισε τα όρια του πολιτικά νοητού. Επί μία δεκαετία, το ερώτημα της επιστροφής ήταν στη Βρετανία κάτι σαν οικογενειακό μυστικό: όλοι γνώριζαν ότι υπάρχει, αλλά κανένα κόμμα εξουσίας δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. Το Brexit είχε διχάσει οικογένειες, φίλους και εκλογικές περιφέρειες και η επανάληψη της σύγκρουσης θεωρούνταν πολιτική αυτοκτονία. Ο Κιρ Στάρμερ είχε οικοδομήσει ολόκληρη τη στρατηγική του πάνω στη διαβεβαίωση ότι η χώρα δεν θα επιστρέψει ούτε στην ΕΕ, ούτε στην ενιαία αγορά, ούτε στην τελωνειακή ένωση. Ο διάδοχός του, ο Άντι Μπέρναμ, που ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου, μετά τη νίκη του στην επαναληπτική εκλογή του Μέικερφιλντ και την παραίτηση του Στάρμερ, έσπασε το ταμπού σε λιγότερο από τρεις μήνες.
Μια ιστορία αμφιθυμίας
Για να εκτιμήσει κανείς τις προοπτικές, αξίζει να θυμηθεί ότι η σχέση Βρετανίας και Ευρώπης υπήρξε πάντοτε σχέση δισταγμού. Ο Τσώρτσιλ μιλούσε μετά τον πόλεμο για «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», εννοώντας όμως μια Ευρώπη την οποία η Βρετανία θα παρακολουθούσε ευμενώς από την άλλη όχθη της Μάγχης, όχι ως μέλος. Όταν το Λονδίνο αποφάσισε τελικά να χτυπήσει την πόρτα των Βρυξελλών, ο Ντε Γκωλ του την έκλεισε δύο φορές, το 1963 και το 1967, θεωρώντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο δούρειος ίππος της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη. Η ένταξη ήρθε μόλις το 1973, επικυρώθηκε με άνεση στο δημοψήφισμα του 1975, και ακολούθησαν σχεδόν πέντε δεκαετίες μιας συμμετοχής με αστερίσκους – π.χ. η επιστροφή εισφορών που απέσπασε η Θάτσερ το 1984, η εξαίρεση από το ευρώ, η παραμονή εκτός Σένγκεν. Το δημοψήφισμα του Ιουνίου 2016, με 51,9% υπέρ της αποχώρησης, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία αλλά η κατάληξη μιας μακράς εσωτερικής διαφωνίας για το τι ακριβώς είναι η Βρετανία – μια ευρωπαϊκή χώρα ή νησί με παγκόσμια ενδιαφέροντα που απλώς τυχαίνει να βρίσκεται κοντά στην ήπειρο ;
Τι λένε οι πολίτες
Από το 2016 η κοινή γνώμη έχει μετακινηθεί αισθητά. Οι μετρήσεις της YouGov δείχνουν εδώ και καιρό ότι μια σαφής πλειοψηφία θεωρεί πλέον το Brexit λανθασμένη απόφαση, ενώ η στήριξη στην επανένταξη κινείται γύρω στο μισό του εκλογικού σώματος. Μια εκτεταμένη δημοσκόπηση, που διενήργησε η YouGov για λογαριασμό της φιλοευρωπαϊκής οργάνωσης Best for Britain, εκτίμησε ότι οι Εργατικοί, αν δεσμεύονταν να προχωρήσουν στην επανένταξη, θα κέρδιζαν περίπου 321 έδρες – λίγο κάτω από την απόλυτη πλειοψηφία. Το εύρημα προέρχεται από οργάνωση με σαφή ατζέντα και πρέπει να διαβαστεί με την ανάλογη επιφύλαξη· εξηγεί ωστόσο γιατί ο Μπέρναμ δεν θεωρεί πια το ζήτημα εκλογικό βάρος.
Κάτω από την επιφάνεια, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η δημοφιλέστερη επιλογή στις ίδιες έρευνες δεν είναι η πλήρης ένταξη αλλά μια στενότερη σχέση χωρίς επανένταξη – ένα ενδιάμεσο έδαφος που συγκεντρώνει και σημαντικό τμήμα όσων ψήφισαν «έξοδο». Υπάρχει επίσης ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ των γενεών. Οι νέοι τάσσονται συντριπτικά υπέρ της Ευρώπης, ενώ οι άνω των 65, που προσέρχονται και με μεγαλύτερη συνέπεια στις κάλπες, παραμένουν πολύ πιο επιφυλακτικοί. Και η στήριξη υποχωρεί αισθητά όταν η ερώτηση συνοδεύεται από τους όρους που θα έθετε μια νέα ένταξη – ευρώ, Σένγκεν, πλήρης ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων. Το «θα προτιμούσαμε να είχαμε μείνει» δεν ταυτίζεται με το «θέλουμε να ξαναμπούμε με οποιουσδήποτε όρους».
Οι όροι της επιστροφής
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η Βρετανία δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι εγκατέλειψε. Οι εξαιρέσεις και οι εκπτώσεις που είχε συσσωρεύσει μέσα σε σαράντα επτά χρόνια χάθηκαν οριστικά το 2020. Μια νέα αίτηση θα εξεταζόταν βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως κάθε υποψηφιότητα, και θα απαιτούσε την ομόφωνη έγκριση των 27 κρατών-μελών και τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα νέα μέλη αναλαμβάνουν τυπικά τη δέσμευση να υιοθετήσουν κάποτε το ενιαίο νόμισμα και να ενταχθούν στον χώρο Σένγκεν. Στην πράξη, το παράδειγμα της Σουηδίας, που επί δύο δεκαετίες αποφεύγει το ευρώ χωρίς να παραβιάζει τυπικά τις υποχρεώσεις της, δείχνει ότι υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας. Όμως το να εξηγήσεις σε ένα βρετανικό ακροατήριο ότι η εγκατάλειψη της στερλίνας είναι «μόνο θεωρητική» υποχρέωση συνιστά πολιτικό δώρο στους αντιπάλους της επανένταξης.
Ο Μισέλ Μπαρνιέ, ο άνθρωπος που διαπραγματεύτηκε το διαζύγιο για λογαριασμό των Βρυξελλών, έχει δηλώσει ότι η πόρτα παραμένει ανοιχτή, προσθέτοντας όμως ότι η Ένωση δεν είναι πια εκείνη που άφησαν οι Βρετανοί. Η παρατήρηση είναι εύστοχη. Ο κοινός δανεισμός για την ανάκαμψη μετά την πανδημία, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η συζήτηση για τη διεύρυνση προς ανατολάς έχουν αλλάξει το χαρακτήρα της Ένωσης. Η Βρετανία θα εισερχόταν σε μια πιο ολοκληρωμένη και πιο φιλόδοξη κοινότητα από εκείνη που εγκατέλειψε – ακριβώς στο είδος της Ευρώπης που πάντοτε φοβόταν.
Υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης, που στη βρετανική δημόσια συζήτηση συχνά ξεχνιέται. Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Βρετανία θέλει να επιστρέψει, αλλά και αν θα παραμείνει χώρα-μέλος της ΕΕ. Τα χρόνια της διαπραγμάτευσης, από το 2016 έως το 2020, άφησαν πίσω τους βαθιά κόπωση. Κανείς στις Βρυξέλλες δεν επιθυμεί ένα κράτος-μέλος που επανέρχεται με ισχνή πλειοψηφία, μόνο για να δει την επόμενη κυβέρνηση να ανοίγει ξανά το ζήτημα. Η απαίτηση για ευρεία και σταθερή συναίνεση, κατά προτίμηση διακομματική και επικυρωμένη με δημοψήφισμα, θα ήταν σχεδόν βέβαιη. Και εδώ ο Μπέρναμ έχει δίκιο να μιλά για «συναίνεση». Χωρίς αυτήν δεν πρόκειται για επιστροφή, αλλά για ένα ακόμη επεισόδιο της ίδιας εσωτερικής διχόνοιας.
Η εσωτερική αρένα
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες αλλά στο Γουέστμινστερ. Οι Συντηρητικοί αντέδρασαν αμέσως, μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού. Ο αναπληρωτής αρχηγός των Τόρις, Άλεξ Μπέρκχαρτ, κατηγόρησε τους Εργατικούς ότι φορτώνουν τις δικές τους οικονομικές αποτυχίες σε μια ψηφοφορία που έγινε πριν από μια δεκαετία. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, που προηγούνταν άνετα στις δημοσκοπήσεις λίγους μήνες νωρίτερα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα μετέτρεπε κάθε βήμα προς την Ευρώπη σε ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και μετανάστευσης. Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα κάνει τους αριθμούς ακόμη πιο ρευστούς. Μια πανεθνική πλειοψηφία υπέρ της Ευρώπης μπορεί να συνυπάρχει με δεκάδες περιφέρειες της βόρειας και της ανατολικής Αγγλίας όπου το ζήτημα λειτουργεί ως «κόκκινο πανί». Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προτίμησε την απαρίθμηση επιλογών από τη δέσμευση.
Υπάρχει και το ζήτημα του χρόνου. Οι επόμενες γενικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως το 2029. Ακόμη κι αν οι Εργατικοί κέρδιζαν με ρητή εντολή για επανένταξη, θα ακολουθούσε η πιθανότητα του δημοψηφίσματος, έπειτα η υποβολή της αίτησης επανένταξης, η γνωμοδότηση της Επιτροπής, οι διαπραγματεύσεις και οι κυρώσεις από 27 εθνικά Κοινοβούλια. Ρεαλιστικά, μια Βρετανία εντός της Ένωσης πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 μοιάζει απίθανη.
Ο ενδιάμεσος δρόμος
Γι’ αυτό η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι μια θεαματική επιστροφή αλλά μια σταδιακή επανασύνδεση. Η «επανεκκίνηση» των σχέσεων που εγκαινίασε η κυβέρνηση Στάρμερ με τη σύνοδο κορυφής του Μαΐου 2025 –σύμφωνο άμυνας και ασφάλειας, διευκόλυνση των υγειονομικών ελέγχων, συζητήσεις για πρόγραμμα κινητικότητας των νέων– έδειξε ότι υπάρχει διάθεση και από τις δύο πλευρές για πρακτική συνεργασία. Μια τελωνειακή ένωση, την οποία έχει υποστηρίξει ακόμη και ο πρώην Συντηρητικός υπουργός Οικονομικών Τζορτζ Όσμπορν, θα περιόριζε τις τριβές στο εμπόριο αγαθών και θα απάλυνε μέρος του προβλήματος της Βόρειας Ιρλανδίας. Η επιστροφή στην ενιαία αγορά, που προτείνουν οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, θα προϋπέθετε ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αποδοχή κανόνων χωρίς ψήφο στη διαμόρφωσή τους. Τότε η Βρετανία θα κατέληγε, όπως η Νορβηγία, να εφαρμόζει νόμους που αποφασίζονται χωρίς τη γνώμη του Λονδίνου. Οι δύο αντίπαλες πλευρές, που σπάνια συμφωνούν, εν προκειμένω ταυτίζονται. Η συμμόρφωση με κανόνες, χωρίς τη βρετανική συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, για τους οπαδούς του Brexit θα ήταν ταπείνωση και για τους φιλοευρωπαίους μια λύση χειρότερη ακόμη και από την πλήρη ένταξη
Ίσως εδώ να βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της πρωτοβουλίας Μπέρναμ. Εγείροντας ξανά το ερώτημα της πλήρους ένταξης, μετακινεί το κέντρο βάρους της συζήτησης. Μια τελωνειακή ένωση, που πριν από δύο χρόνια έμοιαζε να είναι μια ριζοσπαστική πρόταση, μπορεί πλέον να εμφανιστεί ως μετριοπαθής συμβιβασμός. Η σύνοδος κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου, που προγραμματίζεται για τους επόμενους μήνες, θα δείξει αν ο Βρετανός πρωθυπουργός επιδιώκει πράγματι το δρόμο της επιστροφής ή αν χρησιμοποιεί την προοπτική της ως μοχλό για μια βαθύτερη σχέση με την Ευρώπη των 27, που θα σταματά όμως στο κατώφλι της πλήρους ένταξης.
Η ιστορία, κάποιες φορές, δημιουργεί παράξενους παραλληλισμούς. Αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουν τα πρόσωπα και οι θεσμοί, όμως ένα ερώτημα επιστρέφει: πρέπει κάθε δωρεά να γίνεται αποδεκτή μόνο και μόνο επειδή καλύπτει μια πραγματική ανάγκη;
Περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια πριν, η περίφημη Φρύνη, η πλούσια εταίρα από τις Θεσπιές της Βοιωτίας, προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση που διασώζει ο Αθήναιος, να αναλάβει με δικά της έξοδα την ανοικοδόμηση των τειχών της Θήβας, τα οποία είχαν καταστραφεί από τον Μέγα Αλέξανδρο.
Έθεσε όμως έναν όρο: στα νέα τείχη να αναγραφεί:
Ἀλέξανδρος μὲν κατέσκαψεν, ἀνέστησεν δὲ Φρύνη ἡ ἑταίρα.
Ο Αλέξανδρος τα κατέστρεψε, η Φρύνη η εταίρα τα ανοικοδόμησε.
Η προσφορά δεν πραγματοποιήθηκε. Η αρχαία πηγή καταγράφει την προσφορά και τον όρο της. Το ουσιαστικό στοιχείο για τη σημερινή συζήτηση είναι ότι η δωρεά δεν εμφανιζόταν ως μια σιωπηλή πράξη προσφοράς: συνοδευόταν από την αξίωση δημόσιας και διαρκούς προβολής του δωρητή. Έτσι, το ερώτημα δεν αφορούσε μόνο το οικονομικό όφελος, αλλά και το μήνυμα που θα αποτυπωνόταν πάνω στον ίδιο τον δημόσιο χώρο.
Ας μεταφερθούμε είκοσι τρεις αιώνες αργότερα, στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης.
Το 2012, ένα Δημοτικό Σχολείο της Πάτρας είχε ανάγκη από φωτοτυπικό μηχάνημα. Ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής ανταποκρίθηκε στην ανάγκη και μέσω του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων προσφέρθηκε η σχετική χορηγία.
Ο τότε Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, έδωσε εντολή να επιστραφεί το φωτοτυπικό. Η αιτιολογία του δεν περιορίστηκε στην προέλευση της δωρεάς. Έθεσε στο επίκεντρο την παιδαγωγική ευθύνη του σχολείου, υποστηρίζοντας ότι μια σχολική μονάδα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως όχημα διαφήμισης και προβολής και ότι ο θεσμός του σχολείου οφείλει να προστατεύεται από ενέργειες που μπορεί να τον εκθέτουν. Ο ίδιος επικαλέστηκε τότε ακριβώς το ιστορικό παράδειγμα της Φρύνης, λειτουργώντας ως Δάσκαλος τόσο για τον γράφοντα όσο και για όλη τη Δημόσια Διοίκηση της Εκπαίδευσης που ξεχνά το ρόλο της και χάνει την Ηθική της.
***
Και φτάνουμε στον Σεπτέμβριο του 2026.
Στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Μεγάρων υπάρχει ένα πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα με τη στέγη του κτιρίου. Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων αποδέχθηκε χρηματική δωρεά για την αντιμετώπιση της ανάγκης και προχώρησε σε δημόσια ευχαριστήρια αναφορά. Ο δωρητής είναι πρόσωπο που έχει καταδικαστεί και σε δεύτερο βαθμό για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην εκπαιδευτική κοινότητα.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 2026 παρενέβη ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Αττικής, Διονύσιος Αναστασόπουλος. Με επείγον έγγραφό του ζήτησε εξηγήσεις, διατύπωσε τη θέση ότι η διεύθυνση του σχολείου δεν δικαιούται να αποδεχθεί τη συγκεκριμένη χρηματική δωρεά για την επισκευή της στέγης και όρισε προκαταρκτική εξέταση. Παράλληλα υπενθύμισε ότι η επισκευή και η συντήρηση των σχολικών υποδομών ανήκουν στην αρμοδιότητα των θεσμικά υπεύθυνων δημόσιων φορέων.
Τρεις διαφορετικές εποχές και τρεις διαφορετικές υποθέσεις, οι οποίες ασφαλώς δεν ταυτίζονται ούτε ως προς τα πρόσωπα ούτε ως προς τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Έχουν όμως έναν κοινό πυρήνα: τη στιγμή κατά την οποία η δωρεά παύει να είναι απλώς μια υλική προσφορά και αποκτά δημόσιο συμβολισμό.
Σε μια Δημοκρατία οι θεσμοί οφείλουν να είναι ανεκτικοί. Η ανεκτικότητα αποτελεί στοιχείο της δύναμής τους, όχι της αδυναμίας τους. Οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα όλων, να μην αποκλείουν αυθαίρετα και να μην μετατρέπουν την προσωπική ή κοινωνική αποδοκιμασία σε διοικητικό κριτήριο. Την ίδια στιγμή, όμως, έχουν καθήκον να είναι αυστηροί όταν καλούνται να προστατεύσουν το κύρος, την αποστολή και ιδίως τον παιδαγωγικό χαρακτήρα του σχολείου.
Γιατί μια δωρεά προς ένα σχολείο δεν υπάρχει σε κοινωνικό κενό. Όταν συνοδεύεται από απαίτηση αναγραφής ονόματος, από διαφημιστική αξιοποίηση, από δημόσια ευχαριστήρια προβολή ή από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που συνδέει το θεσμό με την εικόνα του δωρητή, το ζήτημα παύει να είναι μόνο οικονομικό. Τότε ο αρμόδιος θεσμός οφείλει να σταθμίσει αν το πρότυπο και το μήνυμα που τελικά προβάλλονται μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη θεσμική ή παιδαγωγική βλάβη από το υλικό όφελος που προσφέρει η δωρεά.
Αυτό είναι ίσως και το ουσιαστικό κοινό νήμα των τριών ιστοριών. Αν μια οικονομική ενίσχυση δινόταν χωρίς απαίτηση δημοσιότητας, χωρίς επιγραφή, χωρίς διαφημιστική αξιοποίηση και χωρίς σύνδεση του ονόματος ή της δημόσιας εικόνας του δωρητή με το σχολείο, η θεσμική αξιολόγησή της θα μπορούσε να είναι διαφορετική, πάντοτε βέβαια μέσα στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Εκείνο που δημιουργεί το μείζον πρόβλημα είναι η μετατροπή της ανάγκης του δημόσιου θεσμού σε μέσο προσωπικής, επιχειρηματικής ή πολιτικής προβολής.
Θα θυμάμαι πάντα την ταπεινή και ανώνυμη δωρεά ενός άξιου ιεράρχη που δώρισε υποδήματα και ρούχα ολοκαίνουργια στους Ρομά μαθητές μας.
Δεν είναι θεμιτό να αποδίδονται χωρίς αποδείξεις συγκεκριμένα κίνητρα σε κάθε δωρητή. Οι θεσμοί, όμως, δεν χρειάζεται να γνωρίζουν το εσωτερικό κίνητρο κάποιου για να κρίνουν το αντικειμενικό αποτέλεσμα μιας πράξης. Αν η δημόσια προβολή μιας δωρεάς έχει ως αποτέλεσμα να εργαλειοποιείται το σχολείο, να υποβαθμίζεται η θεσμική του αυτονομία ή να δημιουργείται η εντύπωση ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σκηνικό αυτοπροβολής, η Διοίκηση δικαιούται —και ορισμένες φορές οφείλει— να θέσει όρια.
Το σχολείο δεν είναι διαφημιστική επιφάνεια. Δεν είναι χώρος εξαγοράς κοινωνικού κύρους ούτε πεδίο πάνω στο οποίο οποιοσδήποτε μπορεί, μέσω μιας οικονομικής προσφοράς, να διεκδικήσει θεσμική αναγνώριση. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί η πραγματική ανάγκη ενός σχολείου να μετατρέπεται σε ευκαιρία ώστε ο δωρητής να εμφανίζεται ως υποκατάστατο της πολιτείας και των αρμόδιων δημόσιων φορέων.
Αυτό δεν σημαίνει απόρριψη της κοινωνικής προσφοράς. Το αντίθετο: οι δωρεές μπορούν να αποτελούν έκφραση αλληλεγγύης και κοινωνικής ευθύνης. Για να υπηρετούν όμως πραγματικά αυτόν τον σκοπό, πρέπει να σέβονται την αυτονομία και την αξιοπρέπεια του θεσμού στον οποίο απευθύνονται. Η προσφορά έχει μεγαλύτερη αξία όταν δεν απαιτεί ανταπόδοση σε δημοσιότητα, κύρος ή συμβολική νομιμοποίηση.
Η Δημοκρατία χρειάζεται ανεκτικότητα απέναντι στα πρόσωπα, αλλά και θεσμική αυστηρότητα απέναντι στην εργαλειοποίηση των θεσμών της. Και το σχολείο, επειδή διαμορφώνει συνειδήσεις, αξίες και στάσεις ζωής, έχει ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη.
Γιατί η Παιδεία δεν μεταδίδει αξίες μόνο με όσα διδάσκονται μέσα στις αίθουσες. Τις μεταδίδει και με τις επιλογές των θεσμών της: με όσα επιλέγουν να αποδέχονται, με τους όρους υπό τους οποίους τα αποδέχονται και, ορισμένες φορές, με όσα επιλέγουν να αρνούνται. Δυστυχώς δεν συμβαίνει πάντα να λειτουργούν έτσι τα στελέχη της εκπαίδευσης.
Μια τεχνοκρατική ιστορία επιστημονικής φαντασίας
Ένας καινούργιος κόσμος ανοίγεται μπροστά μας, με τις με τις προσδοκίες μας, τις αυταπάτες μας, τα ρεαλιστικά δεδομένα και την πραγματικότητά του τον οποίο, αργά ή γρήγορα, θα αναγκαστούμε όλοι να ακολουθήσουμε. Πολλές χιλιάδες ζωές θα σώζονται κάθε χρόνο από το 2030 λόγω της χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ). Μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) υπολογίζονται γύρω στις 400.000. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί την τελευταία από μια σειρά ψηφιακών καινοτομιών που αφορούν τα συστήματα υγείας διεθνώς.
Περισσότερα από 30 δισ. δολάρια το χρόνο ξοδεύονται για την ανάπτυξη της ΤΝ στον τομέα της υγείας – και το ποσό αυτό υπολογίζεται ότι αυξάνεται κατά περίπου 30% κάθε χρόνο. Μέχρι στιγμής, το 55% των εταιρειών στο χώρο της υγείας χρησιμοποιούν την ΤΝ ξοδεύοντας περίπου το 10% του προϋπολογισμού τους στην ανάπτυξη καινοτομιών.
Η ΤΝ μόνον στις ΗΠΑ αναμένεται το 2026 να μειώσει το κόστος της ιατρικής περίθαλψης κατά 10% – που αντιστοιχεί σε εξοικονόμηση 300 δισ. δολάρια. Η χώρα δαπανά το 18% του προϋπολογισμού της στην υγεία, 11.000 δολάρια δηλαδή κατά κεφαλήν. Από την άλλη πλευρά, στην ΕΕ, η εξοικονόμηση αναμένεται να είναι της τάξεως των 200 δισ. ευρώ το χρόνο, με το 25% από αυτό το ποσό να συνδέεται με τη δημιουργία και τη χορήγηση φορητών συσκευών άμεσης διάγνωσης και συνεχούς παρακολούθησης, οι οποίες θα έχουν τη δυνατότητα, όταν παραστεί ανάγκη, να δίνουν συμβουλές προς τους ασθενείς, αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο τη χρονοβόρα για το δημόσιο νοσηλεία.
Η αύξηση του γηρασμένου πληθυσμού θα σημάνει έκρηξη στα συστήματα υγείας
Από το 2035 ο αριθμός των ατόμων πάνω από 60 χρονών θα είναι διπλάσιος από ότι σήμερα. Αυτό θα σημαίνει κατακλυσμιαία αύξηση στα νοσήλια για τους γηριατρικούς ασθενείς, κάτι που θα επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τους προϋπολογισμούς διεθνώς. Όσο για την Ελλάδα, με βάση τα διαθέσιμα δημογραφικά δεδομένα, το 2035 το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών θα ανέρχεται στο 27,7%- 27,9% του πληθυσμού. Ενώ το 2050 το ποσοστό αυτό θα φτάσει το 30,1%-33,3%.
Οι μισοί από τους παρόχους υγείας στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν ήδη συστήματα ΤΝ για να βελτιώσουν τη λειτουργία των νοσοκομείων. Η γρήγορη διακίνηση των ασθενών είναι υψίστης σημασίας για τη λειτουργία μιας νοσοκομειακής μονάδας. Η αδικαιολόγητα παρατεταμένη νοσηλεία ασθενών που είναι αρκετά καλά για να πάρουν εξιτήριο είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα συστήματα υγείας διεθνώς.
Πάνω σε αυτό το ζήτημα, το Hywel Dda University της Ουαλίας, χρησιμοποιώντας έναν πρωτότυπο αλγόριθμο ΤΝ που μπορεί να προβλέψει με σχετική ακρίβεια τις πιθανές ημέρες εξιτηρίων για κάθε νέο ασθενή, κατάφερε να μειώσει τα ποσοστά παρατεταμένης νοσηλείας κατά 35%. Η σχετική έρευνα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αν το εν λόγω σύστημα χρησιμοποιούνταν σε όλη την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να απελευθερώσει 9.500 νοσοκομειακές κλίνες, δηλαδή 1 στις 3. Στο NHS (National Health Service), το δημόσιο σύστημα υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, μια μόνο κλίνη κοστίζει πάνω από 2.500 λίρες την εβδομάδα. Έτσι, η απελευθέρωση 4.500 κλινών ισοδυναμεί με εξοικονόμηση της τάξης των 600 εκατομμυρίων λιρών το χρόνο.
Στο ΕΣΥ, για έναν «μέσο» νοσηλευόμενο ασθενή σε παθολογική ή χειρουργική κλινική, το κόστος ανέρχεται σε 1.000 έως 3.000 ευρώ για περίπου μια εβδομάδα νοσηλείας, ενώ σε περιπτώσεις ΜΕΘ ή σύνθετων επεμβάσεων μπορεί να ξεπερνά κατά πολύ τα 5.000 έως και 10.000 ευρώ.
Η μεγαλύτερη κρίση στο χώρο της υγείας: η έλλειψη προσωπικού
Η μεγαλύτερη κρίση στο χώρο της υγείας διεθνώς δεν αφορά ούτε τις κλίνες ούτε τα κτίρια. Αφορά την έλλειψη προσωπικού. Τα μεγαλύτερα προβλήματα παρατηρούνται στον νοσηλευτικό κλάδο. Μόνον στο NHS του Ηνωμένου Βασιλείου υπάρχουν 97.000 κενές θέσεις εργασίας, ενώ συνολικά λείπουν 1 εκατομμύριο εργαζόμενοι σε όλες τις ειδικότητες του τομέα της υγείας.
Στην Ελλάδα, από το 2021 έως το 2023, τα χρόνια μετά την πανδημία του Covid, παρατηρήθηκε μείωση κατά περίπου 7,7% του ιατρικού προσωπικού στο ΕΣΥ. Όσον αφορά το νοσηλευτικό προσωπικό, παρότι η μείωση είναι μικρότερη από εκείνη των γιατρών, η χώρα μας εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες νοσηλευτών ανά κάτοικο σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από την παράθεση των στατιστικών στοιχείων για το υγειονομικό προσωπικό στο ΕΣΥ και τα δημογραφικά στοιχεία για τον γηριατρικό πληθυσμό στην Ελλάδα, μέσα σε λιγότερο από 10 χρόνια το σύστημα υγείας θα βρεθεί μπροστά σε μια εκρηκτική κατάσταση μειωμένου προσωπικού και αυξημένης ζήτησης. Αυτή η δυσάρεστη συνθήκη θα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της δεκαετίας του 2030 στο χώρο της υγείας – και γι’ αυτό η ΤΝ δεν προσφέρει καμία απολύτως βοήθεια.
Το καθεστώς έλλειψης προσωπικού οφείλεται στις εξαντλητικές, στρεσογόνες, κακά αμειβόμενες και ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στο χώρο της υγείας διεθνώς. Όπως είπαμε, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα αλλάξει μέσα στα επόμενα 20 χρόνια λόγω της ΤΝ. Αντίθετα, η δημιουργία πλούτου που σχετίζεται με την ανάπτυξη της ΤΝ σε άλλους τομείς της οικονομίας θα μπορούσε να βοηθήσει έτσι ώστε να εξασφαλιστούν περισσότεροι πόροι για τον τομέα της υγείας, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ευνοϊκότερες και ελκυστικότερες συνθήκες εργασίας για νέους ιατρούς ή νοσηλευτές. Για την ώρα, μια κάποια λύση στο πρόβλημα αυτό θα αποτελεί η εισαγωγή αλλοδαπού ιατρικο-νοσηλευτικού προσωπικού από τρίτες χώρες προς εξυπηρέτηση των αναγκών του συστήματος υγείας.
Διαγνωστικός τομέας: το μεγαλύτερο πεδίο δράσης της ΤΝ στο χώρο της υγείας
Πρέπει να καταλάβουμε ότι η ΤΝ είναι κάτι το τόσο καινούργιο και ευμετάβλητο που και τα δεδομένα με τα οποία επιχειρηματολογούμε υπέρ της ή εναντίον της μέσα σε λίγα χρόνια μπορεί να έχουν αλλάξει εντελώς. Σήμερα όμως έχουμε μπροστά μας τη μεγαλύτερη επανάσταση που φέρνει η ΤΝ στο χώρο της υγείας: την καινοτομία στους τομείς της διάγνωσης και της τηλεϊατρικής.
Στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ΤΝ χρησιμοποιείται ήδη στην αξιολόγηση αποτελεσμάτων απεικονιστικών εξετάσεων όπως υπερηχογραφήματα, αξονική και μαγνητική τομογραφία, προλαμβάνοντας ενδεχόμενα ιατρικά λάθη και βοηθώντας στην πρόληψη. Η χρήση των συστημάτων ΤΝ έχει κιόλας συμβάλει στην έγκυρη διάγνωση ασθενειών όπως η οστεοπόρωση, ο καρκίνος του μαστού, της στεφανιαίας νόσου κ.λπ. Έρευνα από το Πανεπιστήμιο Jyväskylä της Φιλανδίας έχει δείξει ότι οι διαγνώσεις του καρκίνου του παχέος εντέρου που προκύπτουν από την επεξεργασία δεδομένων μέσω ΤΝ είναι πολύ πιο ακριβείς από τις διαγνώσεις που προέρχονται μετά την εξέταση ανατομικοπαθολογικών παρασκευασμάτων. Ενώ, την ίδια ώρα, το Ινστιτούτο Ογκολογίας της Βαλένθια χρησιμοποιεί φωτονιακούς αισθητήρες υψηλής ανάλυσης για τη διάγνωση του καρκίνου του δέρματος. Η διάγνωση γίνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς να απαιτείται βιοψία. Το ελπιδοφόρο με αυτές τις συσκευές είναι ότι όταν δοκιμαστούν και εισαχθούν στην καθημερινή διαγνωστική πρακτική θα χρησιμοποιούνται και για πολλές άλλες μορφές καρκίνου.
Στον τομέα της τηλεϊατρικής, νέες δυνατότητες ανοίγονται που σε άλλες εποχές θα φαίνονταν εξωπραγματικές. Για παράδειγμα, αναπτύσσονται συστήματα ΤΝ τα οποία από τον τόνο της φωνής του εξεταζόμενου θα καταδεικνύουν τυχόν μεταβολές στην υγεία του. Επίσης, κατά τη διάρκεια μιας βιντεοκλήσης, τα συστήματα αυτά θα μπορούν να αντιλαμβάνονται τυχόν μεταβολές στην ποιότητα του δέρματος του εξεταζόμενου. Τα εργαστήρια Klick στον Καναδά έχουν αναπτύξει ένα επαναστατικό τεστ της φωνής 10 δευτερολέπτων με τη χρήση ΤΝ, το οποίο με τις έως τώρα μελέτες φαίνεται να είναι κατά 85% επιτυχημένο στην διάγνωση του διαβήτη τύπου II. Το συγκεκριμένο τεστ, συνδυάζοντας βιομετρικές πληροφορίες για τον εξεταζόμενο όπως η ηλικία, το φύλο, το ύψος, το βάρος καθώς και τυχόν αλλοιώσεις στον τόνο της φωνής του μπορεί να προβεί σε διάγνωση διαβήτη τύπου ΙΙ. Οι ερευνητές είχαν εξετάσει στο εν λόγω σύστημα ΤΝ περιπτώσεις 18.000 ασθενών και ακόμα δεν μπορούν να κατανοήσουν τι είναι αυτό ακριβώς που η ΤΝ αντιλαμβάνεται ως μεταβολή στον τόνο της φωνής το οποίο οφείλεται στην διαβήτη τύπου ΙΙ.
Όλα φαίνονται ιδανικά. Αλλά είναι όντως έτσι; Ο κίνδυνος είναι ότι τα συστήματα ΤΝ μπορούν να κάνουν λάθος διαγνώσεις χωρίς κανένας να το αντιληφθεί, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο ζωές ασθενών. Πάνω σε όλες αυτές τις εξελίξεις, ένα πρέπει να είναι το δίδαγμα για την επιστημονική κοινότητα: ότι όσο φανταστικά και καινοτόμα και αν φαντάζουν τα συστήματα ΤΝ, δεν είναι αλάνθαστα. Χρειάζεται συνεχή και μόνιμη αξιολόγηση από καταρτισμένες και εξειδικευμένες ομάδες κλινικών ιατρών για την αποφυγή τυχών παρεκτροπών.
Η ΤΝ στις υπηρεσίες των χειρουργών
Μια από της μεγαλύτερες παρεξηγήσεις στο χώρο της εμπορευματοποίησης των ιατρικών υπηρεσιών αποτελεί ο ρόλος που έχουν τα ρομπότ σε ένα ορθοπεδικό χειρουργείο ψυχρού περιστατικού, όπως είναι για παράδειγμα οι αρθροπλαστικές. Είναι, πλέον, πολύ σύνηθες το φαινόμενο να καταφθάνουν ασθενείς στα ιατρεία και να ρωτάνε τον χειρουργό αν την επέμβαση θα την κάνει αυτός ή το ρομπότ. Δυστυχώς, το 2026 μ.Χ., η επιστήμη της ρομποτικής χειρουργικής δεν έχει εξελιχθεί τόσο ώστε να διαθέτουμε ανδροειδή ρομπότ χειρουργούς.
Αλλά τι εστί ρομπότ; Ποιος ο ρόλος του; Τα ρομπότ είναι μηχανήματα τα οποία καθοδηγούν τον χειρουργό στο πώς να περατώσει μια επέμβαση. Με βάση απεικονιστικές εξετάσεις του ασθενή, όπως μια αξονική τομογραφία της πάσχουσας περιοχής, μπορούν να παραγάγουν ένα εξατομικευμένο πλάνο επέμβασης γι’ αυτόν. Για να φανταστείτε, αυτή η ήδη υπάρχουσα δυνατότητα μπορεί να επαυξηθεί με την προσθήκη συστημάτων ΤΝ που θα προειδοποιούν τον χειρουργό για τυχόν ανατομικές παραλλαγές που μπορεί να έχει ο ασθενής, προλαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο ακούσια ιατρικά λάθη. Φανταστείτε το ίδιο ρομπότ, με προσαρμοσμένα συστήματα ΤΝ, να καθοδηγεί τον χειρουργό πώς θα αντιμετωπίσει έναν καταγματικό ασθενή. Θα κάνει ψηφιακή απεικόνιση της προεγχειρητικής εικόνας των οστικών τεμαχίων, θα επισημαίνει τυχόν εμπλοκή μαλακών μορίων στην καταγματική περιοχή, θα υποδεικνύει την καταλληλότερη προσπέλαση που θα πρέπει να ακολουθήσει ο χειρουργός, τον τρόπο ανάταξης των οπτικών τεμαχίων. Θα επισημαίνει τον κατάλληλο τρόπο οστεοσύνθεσης, αν θα πρέπει για παράδειγμα να τεθεί ενδομυελικός ήλος ή να γίνει ανάταξη με πλάκα και βίδες· και αν επιλεγεί το τελευταίο, το ρομπότ με ενσωματωμένη ΤΝ θα μας ενημερώνει για το είδος και το μέγεθος της πλάκας οστεοσύνθεσης και των βιδών που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει κάθε φορά ο χειρουργός. Τέλος, αφού επεξεργαστεί το ατομικό αναμνηστικό του ασθενούς, καθώς και τις τελευταίες εργαστηριακές εξετάσεις του, θα μπορεί να προβλέπει τη μετεγχειρητική πορεία του και να προειδοποιεί έγκαιρα για τον κίνδυνο μετεγχειρητικών λοιμώξεων. Στο μέλλον, οι χειρουργικές επεμβάσεις θα μοιάζουν για τον χειρουργό σαν τη συναρμολόγηση επίπλων από την ΙΚΕΑ, όπου όλα εκτελούνται βάση προκαθορισμένων οδηγιών. Αυτά όλα μπορεί να φαντάζουν επιστημονική φαντασία αλλά δεν αφορούν ένα αρκετά μακρινό μέλλον!
Οι εταιρείες κολοσσοί στο χώρο των ορθοπεδικών υλικών, όπως η Straiker, έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν τέτοια νέας γενιάς ρομπότ με προσαρμοσμένα συστήματα ΤΝ. Εδώ βέβαια εγείρεται ένα νομικό ζήτημα. Μπορούν αυτές οι εξατομικευμένες οδηγίες που θα παραγάγει το ρομπότ με ΤΝ να σταθούν ως νομικά επιχειρήματα σε δίκες που αφορούν ιατρικά λάθη κατά τις επεμβάσεις; Αυτά είναι εύλογα ερωτήματα που μόνο του μέλλοντος οι μέρες μπορούν να μας απαντήσουν.
Εν κατακλείδι
Το μέλλον αποκαλύπτεται μπροστά μας σιγά σιγά κάθε φορά. Η στατιστική, οι αλγόριθμοι, τα ενεστώτα δεδομένα, τα μέσα του παρόντος και οι δυνατότητες του μέλλοντος μας βοηθούν κάθε φορά να δούμε μέσα από μια κλειδαρότρυπα το σχήμα των πραγμάτων που θα έρθουν. Όπως έχουμε δει, στον τομέα της υγείας δεν υπάρχει το μεγάλο φόβητρο που φέρνει η εξάπλωση της ΤΝ, αυτό της απώλειας της ανθρώπινης εργασίας. Τα συστήματα υγείας διεθνώς θα συνεχίσουν να λειτουργούν με τις ανθρώπινες γνώσεις και το μόχθο των ιατρών και των νοσηλευτών.
Συνοψίζοντας, ο ρόλος της ΤΝ στον τομέα της υγείας θα είναι αρκούντως βοηθητικός. Θα συμβάλλει στην εξοικονόμηση πόρων, στην απλοποίηση διαγνωστικών διαδικασιών και, ώς έναν μεγάλο βαθμό, θα κάνει ασφαλέστερες σύνθετες ιατρικές πράξεις όπως οι χειρουργικές επεμβάσεις.
Οι μεγάλες αλλαγές εμφανίζονται και εγκαθίστανται σταδιακά στις ζωές μας.
Βιβλιογραφία
· Dixon, P. (2024). How AI will change your life: A futurist’s guide to a super-smart world. Profile Books.
· Business Daily. (2019, 1 Οκτωβρίου). Συνεχίζεται η «αιμορραγία» του ελληνικού πληθυσμού. https://www.businessdaily.gr/koinonia/1770_synehizetai-i-aimorragia-toy-ellinikoy-plithysmoy
· Healthmag. (2024, 27 Ιουνίου). ΕΛΣΤΑΤ: Έλλειψη ιατρικού προσωπικού στα Κέντρα Υγείας. https://healthmag.gr/elstat-elleipsi-iatrikou-prosopikou-sta-kentra-ygeias
· Reddit. (2025). Greece set for rapid population aging as 34% will be over 65 by 2060. r/europe. https://www.reddit.com/r/europe/comments/1p1xvcx/greece_set_for_rapid_population_aging_as_34_will
· Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων. (χ.χ.). Κλειστά Ενοποιημένα Νοσήλια (ΚΕΝ).
https://www.imop.gr/urotools-KEN?utm_source
· Υπουργείο Υγείας. (2012). Κλειστά Ενοποιημένα Νοσήλια (ΚΕΝ) 2012–2017. https://www.moh.gov.gr/articles/health/domes-kai-draseis-gia-thn-ygeia/kwdikopoihseis/kleista-enopoihmena-noshlia/5483-fek-kleista-enopoihmena-noshlia-2012-2017
· Panagiotopoulos, P., Maniadakis, N., Papatheodoridis, G., & Pektasidis, D. (2020). An evaluation of diagnosis-related group (DRG) implementation focused on cancer DRGs in Greek public hospitals. PharmacoEconomics - Open, 4, 61-69. https://doi.org/10.1007/s41669-019-0146-z
Την 1η Σεπτεμβρίου 2026, η γερμανική κυβέρνηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ρωσικές κρατικές υπηρεσίες βρίσκονταν πίσω από μια επίθεση με drone στο αεροδρόμιο Λειψίας/Χάλλε. Τέσσερις εβδομάδες νωρίτερα, εργαζόμενοι του αεροδρομίου είχαν εντοπίσει ένα drone γεμάτο εκρηκτικά κοντά σε ένα ουκρανικό μεταφορικό αεροσκάφος τύπου Antonov. Οι πτήσεις ανεστάλησαν σε έναν αερολιμένα, ο οποίος αποτελεί τόσο σημαντικό κόμβο πολιτικών εμπορευματικών μεταφορών όσο και βάση για τις στρατηγικές αερομεταφορές του ΝΑΤΟ. Το Βερολίνο αντέδρασε, μεταξύ άλλων, με το κλείσιμο του ρωσικού προξενείου στη Βόννη και του λεγόμενου «Ρωσικού Οίκου» στο Βερολίνο.
Το περιστατικό στη Λειψία αποτέλεσε απόπειρα επίθεσης κατά της φυσικής σύνδεσης μέσω της οποίας η Ευρώπη στηρίζει την Ουκρανία. Η σημασία του έγκειται τόσο στο δίλημμα που δημιούργησε όσο και στις άμεσες ζημιές που θα μπορούσε να είχε προκαλέσει. Πώς πρέπει να αντιδρούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όταν μια εχθρική ενέργεια είναι αρκετά σοβαρή ώστε να θέσει σε κίνδυνο τον στρατιωτικό εφοδιασμό, αλλά έχει σχεδιαστεί και ρυθμιστεί έτσι ώστε να παραμένει κάτω από το όριο που θα προκαλούσε μια ενιαία στρατιωτική αντίδραση;
Το επεισόδιο της Λειψίας εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα της μεταμόρφωσης του ρωσο-ουκρανικού πολέμου από τον Ιούνιο του 2026. Η Ουκρανία διεξάγει μια εκστρατεία επιθέσεων με drones και πυραύλους βαθιά στο εσωτερικό της Ρωσίας, με στόχο να διαταράξει ή να τερματίσει τη λειτουργία διυλιστηρίων πετρελαίου, δεξαμενόπλοιων του «σκιώδους στόλου», εργοστασίων όπλων, εγκαταστάσεων αποθήκευσης και κέντρων ανεφοδιασμού.
Αυτές οι επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς από μόνες τους δεν θα επιβάλουν αλλαγή στη ρωσική πολιτική. Ωστόσο, έχουν αλλάξει τον χαρακτήρα του πολέμου για τον ρωσικό πληθυσμό, μετατρέποντάς τον από μια μακρινή στρατιωτική εμπλοκή σε μια μάχη με σημαντικές εσωτερικές επιπτώσεις. Ο αντίκτυπος των βαθιών επιθέσεων της Ουκρανίας έχει ως στόχο να οδηγήσει στο τέλος του πολέμου ή, τουλάχιστον, σε μια προσωρινή εκεχειρία.
Ωστόσο, η άμεση αντίδραση της Μόσχας ήταν να ανταποδώσει με κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων εναντίον Ουκρανών αμάχων και, όπως έδειξε η περίπτωση της Λειψίας, με την εντατικοποίηση υβριδικών επιχειρήσεων εναντίον διαφόρων ευρωπαϊκών φορέων που υποστηρίζουν την Ουκρανία. Μπορεί η Ρωσία να αποκομίσει οφέλη από τις επιθέσεις αντιποίνων; Η παρούσα μελέτη προσδιορίζει τις επιλογές που η Μόσχα θα μπορούσε ενδεχομένως να διατηρήσει, εκείνες που είναι πιθανό να αποβούν εναντίον της και τα μέτρα της ΕΕ που μπορούν να περιορίσουν τα οφέλη της.
Μεταξύ μετριοπάθειας και κλιμάκωσης
Οι ολοένα και βαθύτερες και ακριβέστερες επιθέσεις της Ουκρανίας στο εσωτερικό της Ρωσίας έχουν κλονίσει τα θεμέλια της άτυπης συμφωνίας μεταξύ της ρωσικής κοινωνίας και του καθεστώτος του Πούτιν. Η σιωπηρή συμφωνία ήταν ότι το τελευταίο μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στην πολιτική, αρκεί αυτό να μην βλάπτει σοβαρά το βιοτικό επίπεδο των Ρώσων ή να διαταράσσει την καθημερινή ζωή. Ωστόσο, μεταξύ άλλων, οι επιθέσεις με drone μεγάλου βεληνεκούς της Ουκρανίας προκαλούν έλλειψη καυσίμων και μειώνουν τα κρατικά έσοδα που διατηρούν σταθερούς τους μισθούς, τις τιμές και τις συντάξεις. Επιπλέον, εάν η Ουκρανία καταφέρει να διατηρήσει ή να ενισχύσει αυτή τη δυναμική και να προκαλέσει περαιτέρω ζημιά στις ενεργειακές και υλικοτεχνικές υποδομές της Ρωσίας, θα υπάρξουν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη τη ρωσική οικονομία, για παράδειγμα, στη γεωργία, τον τραπεζικό τομέα και την πολιτική αεροπορία.
Το Κρεμλίνο έχει μέχρι στιγμής απορρίψει τις προτάσεις του Κιέβου για γενική κατάπαυση του πυρός ή αμοιβαία αναστολή των επιθέσεων σε βάθος. Ένας λόγος για την αδιαλλαξία της Μόσχας είναι ότι τα φιλοκυβερνητικά ρωσικά μέσα ενημέρωσης, οι στρατιωτικοί μπλόγκερ, οι ακραίοι εθνικιστές ακτιβιστές και η ημιαυτόνομη κοινωνία των πολιτών απαιτούν αντίποινα και όχι μετριοπάθεια από το Κρεμλίνο. Αυτή είναι η μόνη απάντηση που μπορούν να φανταστούν στη διεθνή ταπείνωση που προξενούν οι επιθέσεις της Ουκρανίας και στην κοινωνικοοικονομική αποσταθεροποίηση της Ρωσίας.
Ο κύριος παράγοντας που καθορίζει την αμετακίνητη στάση της Μόσχας, ωστόσο, είναι ότι ένας συμβιβασμός εκ μέρους του Πούτιν θα ερχόταν σε αντίθεση με τα ιδεολογικά θεμέλια της δικής του σκέψης, της δημόσιας εικόνας του και της πολιτικής του εξουσίας. Το Κρεμλίνο χρειάζεται εκδίκηση για προπαγανδιστικούς σκοπούς, προκειμένου να επιδείξει τη συνεχιζόμενη στρατιωτική του ισχύ και αποφασιστικότητα στον ρωσικό λαό και στους ξένους εταίρους του. Ο Πούτιν και το περιβάλλον του εξακολουθούν να στοχεύουν στη νίκη στον πόλεμο μέσω της κλιμάκωσης της εκστρατείας τρόμου. Αυτό αποσκοπεί στο να αποτρέψει το Κίεβο από περαιτέρω βαθιές επιθέσεις και τη Δύση από τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία, οδηγώντας έτσι στην παράδοση της Ουκρανίας. Στη ρωσική στρατηγική σκέψη, αυτή η προσέγγιση είναι γνωστή ως «κλιμάκωση για αποκλιμάκωση».
Ποιες επιλογές έχει το Κρεμλίνο; Ποια από τις αντιδράσεις της Ρωσίας στις βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας ενδέχεται να εξελιχθούν περαιτέρω και ποιες νέες τεχνικές μπορεί να φέρουν; Τέλος, ποιο είναι το κόστος, η πιθανότητα και οι επιπτώσεις καθεμιάς από τις διάφορες επιλογές που έχει στη διάθεσή της η Μόσχα;
Συμβατική κλιμάκωση
Η τρέχουσα εντατική αντίδραση του Κρεμλίνου συνίσταται σε συμβατική κλιμάκωση εναντίον της Ουκρανίας σύμφωνα με προηγούμενες τακτικές. Αυτό εκδηλώνεται πάνω απ’ όλα με την εντατικοποίηση των ήδη αδίστακτων εκστρατειών τρομοκρατικών βομβαρδισμών εναντίον των ουκρανικών πολιτικών υποδομών, από νοσοκομεία και βιβλιοθήκες έως αποθήκες και σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Μεταξύ άλλων πόλεων, το Κίεβο δέχεται πρόσφατα μεγαλύτερες και πιο παρατεταμένες επιθέσεις με πυραύλους και drones σχεδόν καθημερινά. Η αύξηση των επιθέσεων κατά της πρωτεύουσας της Ουκρανίας το 2026 οφείλεται εν μέρει στην ανακατανομή των ρωσικών στρατιωτικών πόρων.
Η Ρωσία έχει πρόσφατα συγκεντρώσει μεγαλύτερο ποσοστό των επιθέσεων μακράς εμβέλειας στο Κίεβο, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων κατά του πολιτικού και διοικητικού κέντρου της πρωτεύουσας. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Μόσχα έχει αποκτήσει ουσιαστικά μεγαλύτερη ικανότητα κρούσης. Προς το παρόν, πρόκειται εν μέρει για αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων όσον αφορά τους περιορισμένους πόρους σε πυραύλους, drones και εκτοξευτές. Τα όπλα που στρέφονται κατά του Κιέβου είναι, τουλάχιστον εν μέρει, όπλα που δεν χρησιμοποιούνται εναντίον στόχων αλλού στην Ουκρανία. Η αλλαγή αυτή εξακολουθεί να έχει σημασία, καθώς καθιστά την πρωτεύουσα κύριο πεδίο άσκησης πίεσης, αποδιοργάνωσης και αποστολής πολιτικών μηνυμάτων.
Είναι ωστόσο ανησυχητικό το γεγονός ότι η νέα εστίαση της Ρωσίας στο Κίεβο είναι αποτέλεσμα όχι μόνο μιας «αλλαγής τύπου “είτε το ένα είτε το άλλο”», αλλά και της αυξανόμενης παραγωγικής ικανότητας. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Αμυντικών Πληροφοριών της Ουκρανίας (HUR), η Ρωσία μπορεί πλέον να παράγει περισσότερους από 200 πυραύλους Κρουζ και βαλλιστικούς πυραύλους τον μήνα. Μη επαληθευμένες αναφορές υποδηλώνουν επίσης ότι η Μόσχα ενδέχεται να στοχεύει στην παραγωγή περίπου 10.000 πυραύλων Κρουζ χαμηλού κόστους τύπου Dan-T το 2027. Η Ρωσία προσπαθεί να δημιουργήσει μια δύναμη κρούσης μεγάλου βεληνεκούς που θα είναι φθηνότερη και ευκολότερη στη χρήση σε μεγάλη κλίμακα. Αυτά τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι η Ρωσία διαθέτει ήδη πλεονάζουσα ικανότητα κρούσης, αλλά υποδηλώνουν μάλλον μια πιθανή στροφή: εάν η Μόσχα καταφέρει να παράγει φθηνά όπλα μεγάλου βεληνεκούς σε μεγάλη κλίμακα, θα μπορούσε να διατηρήσει ή ακόμη και να αυξήσει την πίεση στο Κίεβο χωρίς να μειώσει τις επιθέσεις σε άλλες περιοχές της Ουκρανίας.
Ακόμη και αν αυτό επιτευχθεί μόνο εν μέρει, θα ξεπερνούσε κατά πολύ μια απλή ανακατανομή της υπάρχουσας δύναμης πυρός. Η Ρωσία θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλότερο ρυθμό επιθέσεων κατά του Κιέβου, διατηρώντας παράλληλα την πίεση σε άλλες περιοχές της Ουκρανίας. Η Ουκρανία θα αντιμετώπιζε τότε δύο αλληλένδετες προκλήσεις: αφενός, περισσότερα εισερχόμενα όπλα και μεγαλύτερη ζήτηση για αναχαιτιστικά, και αφετέρου, μια πιο διάσπαρτη, πολυδιάστατη απειλή που καθιστά πιο δύσκολη την ταυτόχρονη προστασία της στρατιωτικού εφοδιασμού, της διοικητικής υποδομής, των αεροπορικών βάσεων και των πόλεων.
Το Κρεμλίνο ενδέχεται επίσης να κλιμακώσει περαιτέρω άλλες συμβατικές απειλές κατά της Ουκρανίας. Από τις αρχές του 2026, η Μόσχα έχει ανανεώσει τις – μέχρι στιγμής ανεπιτυχείς – προσπάθειές της να εμπλέξει τη Λευκορωσία στον πόλεμο, προκειμένου να αναγκάσει την Ουκρανία να αποσπάσει δυνάμεις προς το βορρά. Η Βόρεια Κορέα αποστέλλει επίσης περισσότερα στρατεύματα και η Ρωσία προσελκύει άλλους ξένους μισθοφόρους στην πρώτη γραμμή. Τέλος, το Κρεμλίνο είναι πιθανό να προχωρήσει σε υποχρεωτική μαζική επιστράτευση μετά τις εκλογές για τη Δούμα τον Σεπτέμβριο του 2026.
Ενώ το Κρεμλίνο έχει κίνητρα να εντείνει ή να ξεκινήσει τέτοιες μορφές κλιμάκωσης, τίθεται το ερώτημα σε ποιο βαθμό, και πότε, θα είναι η Ρωσία σε θέση να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα. Διαθέτει τους απαιτούμενους οικονομικούς, τεχνολογικούς και άλλους πόρους; Επιπλέον, θα αρκούν αυτά τα μέτρα για να επιφέρουν μια θεμελιώδη αλλαγή στην πρώτη γραμμή;
Η Μόσχα χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων συμβατικών πόρων της για να εντείνει τον πόλεμο πριν από το 2026, και αυτά είχαν μόνο περιορισμένη επίδραση. Παρ’ όλα αυτά, η μαζική παραγωγή φθηνών όπλων μεγάλου βεληνεκούς προσθέτει ήδη και θα συνεχίσει να προσθέτει νέα δύναμη κρούσης. Αν και δεν θα επιλύσουν τα προβλήματα της Ρωσίας όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό, τη διοίκηση ή την απόδοση στο πεδίο της μάχης, αυτά τα όπλα θα μπορούσαν να επιτρέψουν στη Μόσχα να επιτεθεί σε περισσότερους στόχους χωρίς να μειώσει την πίεση αλλού. Ένα βασικό ερώτημα για το 2027 είναι αν η Ρωσία μπορεί να υλοποιήσει πλήρως αυτά τα σχέδια πριν οι ουκρανικές επιθέσεις καταφέρουν να επιβραδύνουν ή ακόμη και να διακόψουν την εφαρμογή τους.
Κλιμάκωση με τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής
Αν και σε μεγάλο βαθμό αγνοούνται, απορρίπτονται ή ταξινομούνται εσφαλμένα στη Δύση, η Ρωσία έχει ήδη χρησιμοποιήσει στην Ουκρανία μεθόδους που πλησιάζουν ή αποτελούν οιονεί δοκιμή της εφαρμογής όπλων μαζικής καταστροφής (WMD). Η Μόσχα έχει επιτεθεί επανειλημμένα σε ουκρανικούς πυρηνικούς σταθμούς, συμπεριλαμβανομένων του μεγαλύτερου της Ευρώπης στη Ζαπορίζια και των ερειπίων του Τσερνομπίλ. Έχει επίσης βομβαρδίσει τη μεγαλύτερη δεξαμενή νερού της Ουκρανίας στον ποταμό Δνείπερο, το φράγμα Καχόβκα, και έχει χρησιμοποιήσει χημικές τοξίνες και πυρομαχικά με απεμπλουτισμένο ουράνιο εναντίον των ουκρανικών στρατευμάτων στην πρώτη γραμμή. Η αντίδραση των συμμάχων της Ουκρανίας σε αυτές τις προκλήσεις ήταν συγκρατημένη, γεγονός που καθιστά πιθανό να επεκταθούν και να διευρυνθούν.
Η Ρωσία θα συνεχίσει επίσης τη ρητορική της κλιμάκωση με τη μορφή πυρηνικών μηνυμάτων. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μια δεύτερη εμφανή αλλαγή στο στρατιωτικό δόγμα της Ρωσίας όσον αφορά τη χρήση πυρηνικών όπλων, μετά από εκείνη του 2024. Θα μπορούσε επίσης να αρχίσει να στέλνει πιο απειλητικά πυρηνικά μηνύματα με υλικά μέσα, για παράδειγμα, διεξάγοντας ασκήσεις εκπαίδευσης για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Ένα νέο στάδιο δημόσιων μηνυμάτων θα ήταν μια δοκιμή πυρηνικού όπλου, για παράδειγμα στη Νοβάγια Ζέμλια, προκειμένου να δηλωθεί εμφατικά η αποφασιστικότητα της Μόσχας.
Μια περαιτέρω μορφή πυρηνικής κλιμάκωσης θα ήταν μια παρατεταμένη ρωσική εκστρατεία εναντίον πολιτικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του Τσερνομπίλ. Ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση θα αποτελούσε μια επιδεικτική πυρηνική έκρηξη εντός ή πάνω από μια ακατοίκητη περιοχή της Ουκρανίας ή αλλού. Τέλος, η χρήση τακτικού πυρηνικού όπλου εναντίον ουκρανικών δυνάμεων ή μη στρατιωτικών στόχων θα ξεπερνούσε ένα ποιοτικά διαφορετικό όριο. Η χρήση χημικών, βιολογικών (λιγότερο πιθανή) ή ραδιολογικών όπλων μεγάλης κλίμακας στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν θα ήταν εξίσου σοβαρή.
Στο χειρότερο σενάριο, η Ευρώπη θα μπορούσε να βρεθεί στο χείλος ενός πλήρους πυρηνικού πολέμου, εάν η Ρωσία πραγματοποιήσει πυρηνική επίθεση εναντίον μιας χώρας της «Συμμαχίας των Προθύμων» που έχει συγκροτηθεί για την υποστήριξη της Ουκρανίας. Αυτό είναι βεβαίως εξαιρετικά απίθανο, αλλά αποτελεί ένα σενάριο που συζητείται σοβαρά στη Μόσχα, όπως υποδεικνύουν δημοσιεύσεις, μεταξύ άλλων, του φιλοπουτινικού πολιτικού σχολιαστή Σεργκέι Καραγκάνοφ.
Η χρήση τοξικών ουσιών από τη Ρωσία και οι προηγούμενες επιθέσεις σε πυρηνικούς σταθμούς (NPP) καταδεικνύουν ότι καμία από αυτές τις επιλογές κλιμάκωσης δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Θα πρέπει να αποτελούν σημαντικούς λόγους ανησυχίας για τις κυβερνήσεις πέρα από την Ανατολική Ευρώπη. Ωστόσο, η κλιμάκωση με τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής (WMD) ενέχει δύο θεμελιώδεις κινδύνους για τη Ρωσία, οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τους στόχους της στην Ουκρανία.
Ο πρώτος κίνδυνος για τη Ρωσία θα ήταν οι εσωτερικές και διεθνείς επιπτώσεις της παραβίασης του πυρηνικού ταμπού που ισχύει εδώ και περισσότερα από 80 χρόνια. Ενώ το Κρεμλίνο δεν θα είχε ηθικούς ενδοιασμούς, η χρήση πυρηνικών ή χημικών κεφαλών θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμια αντίδραση αρκετά ισχυρή ώστε να ακυρώσει τυχόν οφέλη από μια πυρηνική κλιμάκωση. Όχι μόνο οι εταίροι του Κιέβου, αλλά και χώρες όπως η Κίνα ή η Ινδία δεν θα δέχονταν ευνοϊκά το γεγονός ότι το Κρεμλίνο θα ξεπερνούσε αυτή την κόκκινη γραμμή – και θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά την τρέχουσα συνεργασία τους με τη Ρωσία. Οι επιπτώσεις μιας ρωσικής κλιμάκωσης με τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής – είτε στο ουκρανικό πεδίο μάχης είτε σε κάποιο άλλο σημείο – είναι δύσκολο να προβλεφθούν για το Κρεμλίνο και ενδέχεται να το εμποδίσουν, αντί να το βοηθήσουν, να επιτύχει τους στόχους του στην Ουκρανία.
Δεύτερον, ειδικά από το καλοκαίρι του 2026, η Ουκρανία έχει αποδείξει την ικανότητά της να φτάσει σε μεγάλο μέρος του ρωσικού εδάφους. Εάν η Ρωσία χρησιμοποιήσει όπλα μαζικής καταστροφής στην Ουκρανία, παραβιάζοντας έτσι πολλές επιπλέον συνθήκες και συμβάσεις, και σε περίπτωση απουσίας ισχυρής και αποτελεσματικής διεθνούς αντίδρασης, το Κίεβο ενδέχεται να εξετάσει κάτι παρόμοιο. Αν και προς το παρόν δεν διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής για να ανταποκριθεί με τον ίδιο τρόπο, αντιμετωπίζοντας μια υπαρξιακή απειλή, ενδέχεται να αρχίσει να αναπτύσσει τέτοια ικανότητα.
Εάν η Ουκρανία δεχθεί πυρηνικό πλήγμα και δεν υπάρξει σημαντική αντίδραση από τρίτο μέρος, η τρέχουσα παγκόσμια τάξη ασφαλείας θα έχει καταρρεύσει και η λογική των Συμβάσεων της Γενεύης θα έχει υπονομευθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Κίεβο ενδέχεται να αισθανθεί ότι δικαιολογείται να φορτώσει ραδιενεργό υλικό από τους πυρηνικούς σταθμούς του σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, μετατρέποντάς τα σε «βρώμικες βόμβες» εναντίον της Ρωσίας. Η επακόλουθη ραδιενεργή μόλυνση του ρωσικού εδάφους ενδέχεται να αποτελεί υπερβολικά υψηλό τίμημα ακόμη και για τους σκληροπυρηνικούς ιμπεριαλιστές της Ρωσίας.
«Πλευρική» κλιμάκωση
Ο νόμος των ακούσιων συνεπειών ισχύει επίσης για το πολυσυζητημένο σενάριο μιας συμβατικής στρατιωτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία σε άλλο τμήμα της Ευρώπης, όπως οι περιοχές της Βαλτικής ή της Μαύρης Θάλασσας. Μια συμβατική στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας, για παράδειγμα, κατά της Εσθονίας ή της Λιθουανίας θα είχε ως στόχο να προκαλέσει σοκ στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και θα σχεδιάζονταν ως κίνητρο για την απομάκρυνση της Ευρώπης από την υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ωστόσο, θα μπορούσε εξίσου να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, οδηγώντας σε επανεκτίμηση της ρωσικής απειλής για την Ευρώπη, κυρίως επειδή μια άμεση επίθεση εναντίον κράτους μέλους του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ θα απαιτούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αμοιβαίας βοήθειας βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης της Ουάσινγκτον και του άρθρου 42 της Συνθήκης της Λισαβόνας.
Η προέλαση ρωσικών στρατευμάτων σε έδαφος της ΕΕ/του ΝΑΤΟ θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει ορισμένα κράτη μέλη να αυξήσουν, αντί να μειώσουν, τη στήριξή τους προς την Ουκρανία. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια αντίδραση θα μπορούσε να θεωρηθεί από ορισμένες χώρες ως λιγότερο επικίνδυνη απάντηση σε μια ρωσική επίθεση εναντίον ενός ή περισσότερων από τους επίσημους συμμάχους τους, σε σύγκριση με την επιδίωξη άμεσης κλιμάκωσης και στρατιωτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία. Η επακόλουθη αύξηση της πίεσης επί των ρωσικών στρατευμάτων σε ολόκληρο το ουκρανικό πεδίο μάχης θα ερχόταν σε αντίθεση με τους στόχους της Μόσχας.
Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν ακόμη και να αποφασίσουν να αντεπιτεθούν εντός ρωσικού εδάφους. Σε αυτό το σενάριο κλιμάκωσης, η Ρωσία θα μπορούσε να βρεθεί σε πλήρη πόλεμο σε δύο μέτωπα εναντίον του ΝΑΤΟ και της Ουκρανίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν προς όφελος του Κιέβου και όχι της Μόσχας. Αυτές και άλλες πιθανές επιπτώσεις καθιστούν απίθανη μια συμβατική στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας εναντίον κράτους μέλους του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ.
Στον υβριδικό τομέα, αντίθετα, η έμμεση κλιμάκωση από τη Ρωσία σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι λιγότερο προβληματική, συμβαίνει ήδη σε μεγάλη κλίμακα και είναι πιθανό να ενταθεί ακόμη περισσότερο. Το σενάριο που εξελίσσεται επί του παρόντος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων: κυβερνο-σαμποτάζ και υλικό σαμποτάζ σε ευρωπαϊκούς κατασκευαστές αμυντικού εξοπλισμού, κόμβους εφοδιαστικής, σιδηροδρόμους, αεροδρόμια και λιμάνια· αυξημένη παρεμβολή σήματος GPS σε κρίσιμες ευρωπαϊκές υποδομές· πιο επιθετικές στρατιωτικές προκλήσεις κατά μήκος των συνόρων του ΝΑΤΟ, όπως παραβιάσεις εναερίου χώρου και εισβολές με μη επανδρωμένα αεροσκάφη· καθώς και επέκταση των ρωσικών εκστρατειών παραπληροφόρησης, χρονομετρημένων ώστε να συμπίπτουν με τις ευρωπαϊκές εκλογές. Τέτοιες επιχειρήσεις αποφεύγουν την άμεση στρατιωτική κλιμάκωση και έχουν σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να αρνηθεί κανείς την ανάληψη ευθύνης, να είναι κλιμακούμενες, καθώς και βιώσιμες.
Οι κλιμακούμενες επιθέσεις της Ρωσίας κατά της Ευρώπης μέσω των ανωτέρω μεθόδων εκμεταλλεύονται σκόπιμα την ασαφή κατάσταση, τις επιχειρησιακές και στρατηγικές αμφιβολίες, συσκοτίζοντας την προέλευσή τους, τον άμεσο σκοπό και τους τελικούς στόχους τους. Η δολιοφθορά μέσω αντιπροσώπων, οι κυβερνοεπιχειρήσεις και τα μη αναγνωρίσιμα μη επανδρωμένα αεροσκάφη καθυστερούν την απόδοση ευθυνών και ενθαρρύνουν τη διαφωνία ως προς τον τρόπο αντίδρασης. Το πρόβλημα δεν είναι ότι τέτοιες επιθέσεις είναι αβλαβείς επειδή δεν φτάνουν το όριο του Άρθρου 5. Είναι το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ και η ΕΕ στερούνται συμφωνημένες εκ των προτέρων πολιτικές, νομικές και επιχειρησιακές αντιδράσεις που μπορούν να ενεργοποιηθούν πριν η αβεβαιότητα μετατραπεί σε πλεονέκτημα για τη Ρωσία.
Συμπεράσματα
Οι πιο ριζοσπαστικές οδοί της Μόσχας προς την κλιμάκωση, ως απάντηση στις οδυνηρές βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας, είναι επίσης οι πιο επικίνδυνες και ενδεχομένως οι πιο δαπανηρές. Το Κρεμλίνο δεν μπορεί εύκολα να κλιμακώσει τη σύγκρουση χρησιμοποιώντας όπλα μαζικής καταστροφής έναντι της Ουκρανίας ή μέσω συμβατικής στρατιωτικής εισβολής σε έναν ή περισσότερους από τους δυτικούς εταίρους της Ουκρανίας. Μια μεγάλη διεθνής αντίδραση ή ακόμη και η άμεση εμπλοκή του ΝΑΤΟ στον πόλεμο θα έχει επιπτώσεις για τη Ρωσία που θα υπερβαίνουν οποιαδήποτε οφέλη θα μπορούσε το Κρεμλίνο να ελπίζει να επιτύχει με τέτοιες μοιραίες αποφάσεις.
Η πιο πιθανή αντίδραση της Ρωσίας στις βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας θα σημαίνει, επομένως, εντατικοποίηση της υπάρχουσας εκστρατείας τρομοκρατίας εναντίον ουκρανών αμάχων, αφενός, και του ήδη επιθετικού υβριδικού πολέμου της εναντίον της Δύσης, αφετέρου. Η αυξημένη υποστήριξη από την Κίνα θα μπορούσε να βοηθήσει περαιτέρω τη Ρωσία σε αυτές τις προσπάθειες. Το Πεκίνο επιθυμεί να αποφύγει την ταπείνωση της Μόσχας στην Ουκρανία ή την κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας. Η Κίνα έχει ήδη εντείνει τη συνεργασία της με τη Ρωσία, αλλά ακόμη και η αυξημένη κινεζική βοήθεια δεν θα επιλύσει εύκολα τα διαρθρωτικά ελλείμματα στην αεραμυντική ικανότητα της Ρωσίας, τα οποία κατέστησαν δυνατές εξ αρχής τις βαθιές επιθέσεις της Ουκρανίας.
Ταυτόχρονα, η συνεχιζόμενη εντατικοποίηση των ρωσικών τρομοκρατικών επιθέσεων στα μετόπισθεν της Ουκρανίας είναι επικίνδυνη και προβληματική για το Κίεβο και τους εταίρους του από πολλές απόψεις. Ανάλογα με το πόσο γρήγορα η Ρωσία θα μπορέσει να αυξήσει περαιτέρω τις επιθέσεις μακράς εμβέλειας εναντίον της Ουκρανίας, με το βαθμό προθυμίας και ικανότητας των εταίρων της Ουκρανίας να την υποστηρίξουν, καθώς και με την ποσότητα και την ποιότητα της αυξημένης κινεζικής βοήθειας, το νέο κύμα βαθιών επιθέσεων της Ουκρανίας από το καλοκαίρι του 2026 μπορεί να έχει ή να μην έχει τη δυνατότητα να τερματίσει τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο το συντομότερο δυνατόν.
Συστάσεις πολιτικής
Σε συνεργασία με την Ουκρανία και άλλα μέλη της «Συμμαχίας των Προθύμων», η ΕΕ θα πρέπει να καταστήσει την κλιμάκωση μια χαμένη υπόθεση για τη Μόσχα. Αυτό σημαίνει τον περιορισμό της ικανότητας της Ρωσίας να πραγματοποιεί φθηνές μαζικές επιθέσεις, την αποτροπή του εκβιαστικού αποτελέσματος τέτοιων επιθέσεων στην Ουκρανία και τη διασφάλιση ότι η πίεση πέρα από το πεδίο της μάχης θα επιφέρει στη Ρωσία υψηλότερο κόστος αντί για μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Οι ακόλουθες συστάσεις μετατρέπουν αυτές τις προτεραιότητες σε πρακτικές ενέργειες.
1. Να καταστεί πιο δύσκολη η κατασκευή των φθηνών πυραύλων και των drones της Ρωσίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να καθιερώσει μια μόνιμη διαδικασία ταχείας εξέτασης σε συνεργασία με τις ουκρανικές αρχές. Όταν η Ουκρανία ανακτά εξαρτήματα από ρωσικό πύραυλο ή drone, θα πρέπει να μπορεί να κοινοποιεί στοιχεία σχετικά με το ποιος κατασκεύασε τα εξαρτήματα, ποιος τα πώλησε και πώς έφτασαν στη Ρωσία. Η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία για να εντοπίσει τους εμπλεκόμενους προμηθευτές, μεσάζοντες, μεταφορικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, και να προτείνει άμεσα στοχευμένους ελέγχους εξαγωγών και κυρώσεις. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο θα πρέπει να τα υιοθετήσει χωρίς να περιμένει το επόμενο μεγάλο πακέτο κυρώσεων. Αυτό θα επιτρέψει στην ΕΕ να ανταποκριθεί καθώς εξελίσσονται τα ρωσικά όπλα – επιβραδύνοντας την παραγωγή, αυξάνοντας το κόστος και περιορίζοντας την ικανότητα της Ρωσίας να διαθέτει φθηνά όπλα μεγάλου βεληνεκούς σε μεγάλους αριθμούς.
2. Χρήση του EDIP και του SAFE για την ανάπτυξη αεροπορικής άμυνας κατά μαζικών επιθέσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να αξιοποιήσουν το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP) και την Πρωτοβουλία για την Ασφάλεια της Ευρώπης (SAFE) προκειμένου να υποστηρίξουν την κοινή προμήθεια και τη συμπαραγωγή ΕΕ-Ουκρανίας αναχαιτιστικών χαμηλού κόστους, συστημάτων ανίχνευσης και εξοπλισμού ηλεκτρονικού πολέμου, καθώς και την επισκευή και συντήρησή τους. Οι δυνατότητες αυτές δεν υποκαθιστούν την αμυντική κάλυψη υψηλών προδιαγραφών έναντι πυραύλων. Αποτελούν το απαραίτητο επίπεδο προστασίας για την απορρόφηση του όγκου των φθηνότερων μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων Κρουζ. Η αρχιτεκτονική που θα προκύψει θα πρέπει να προστατεύει όχι μόνο το Κίεβο, αλλά και τη στρατιωτική εφοδιαστική αλυσίδα, τη διοικητική υποδομή, τις αεροπορικές βάσεις και άλλους κρίσιμους κόμβους σε ολόκληρη την Ουκρανία.
3. Υιοθέτηση ενός «Πρωτοκόλλου Λειψίας» για τους εφοδιαστικούς κόμβους που υποστηρίζουν την Ουκρανία. Η απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο Λειψίας/Χάλλε έδειξε πώς ένα φθηνό και ανιχνεύσιμο σύστημα μπορεί να απειλήσει ένα ουκρανικό φορτηγό αεροσκάφος, να παραλύσει έναν σημαντικό εφοδιαστικό κόμβο και να διακόψει τη μεταφορά βοήθειας προς την Ουκρανία. Αντί να δημιουργήσουν ένα νέο πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα συμμετέχοντα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιοποιήσουν το Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια έναντι των Δρόνων και την Αντιμετώπισή τους, καθώς και την εφαρμογή της Οδηγίας για την Ανθεκτικότητα Κρίσιμων Υποδομών, ώστε να μετατρέψουν τα καθορισμένα αεροδρόμια, λιμάνια και σιδηροδρομικούς κόμβους που υποστηρίζουν την Ουκρανία σε μια πρώιμη περίπτωση επιχειρησιακής εφαρμογής της υφιστάμενης πολιτικής της ΕΕ.
Ένα κοινό «Πρωτόκολλο της Λειψίας» θα πρέπει, για παρόμοια περιστατικά, να καθορίζει ποιος εντοπίζει μια απειλή, ποιος λαμβάνει την απόφαση, ποιος είναι νομικά εξουσιοδοτημένος να την εξουδετερώσει, πώς ανακατευθύνεται το φορτίο και πώς επαναλαμβάνονται οι λειτουργίες. Το πρωτόκολλο θα πρέπει να συνδέει τους φορείς μεταφορών, την αστυνομία, τις στρατιωτικές μονάδες, τις τελωνειακές αρχές και τις εταιρείες logistics· να προσδιορίζει εκ των προτέρων τις ομάδες αντιμετώπισης drones και τις ομάδες επισκευής που μπορούν να αναπτυχθούν· να εξασφαλίζει εναλλακτικές διαδρομές και μεταφορική χωρητικότητα· και να προβλέπει τακτικές δοκιμές αντοχής με επιχειρησιακή συμβολή από την Ουκρανία. Κριτήριο επιτυχίας θα πρέπει να είναι το κατά πόσον η υποστήριξη προς την Ουκρανία μπορεί να συνεχίσει να παρέχεται μετά από ένα τέτοιο περιστατικό.
*Το παρόν άρθρο βασίζεται σε πρόσφατο ενημερωτικό σημείωμα πολιτικής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK).
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Κάποια γεγονότα δεν χρήζουν ιδιαίτερης ερμηνείας. Αρκεί απλώς να τα κοιτάξεις για να καταλάβεις πόσο χαμηλά μπορεί να κατρακυλήσει ένας θεσμός όταν χάσει το μέτρο, τη μνήμη και στοιχειώδη αίσθηση της ευθύνης του. Αυτό ακριβώς συνέβη στις 23 Σεπτεμβρίου, στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς να στεγάζεται, έστω συμβολικά, η υπεράσπιση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, της ιστορικής αλήθειας και της ελευθερίας απέναντι στον φανατισμό, φιλοξενήθηκε μια εκδήλωση που παρουσίαζε ως «αντίσταση» πρόσωπα και οργανώσεις συνδεδεμένα με ακραία βία, αντισημιτική ρητορική και αυταρχικά καθεστώτα.
Το περιστατικό θα μπορούσε να περάσει ως μία ακόμη από τις πολλές ιδεολογικές γραφικότητες/αθλιότητες της ελληνικής δημόσιας ζωής, αν δεν είχε συμβεί ακριβώς εκεί. Στην ΕΣΗΕΑ. Στο συνδικαλιστικό όργανο ενός επαγγέλματος που αρέσκεται να παραδίδει μαθήματα δεοντολογίας, να καταγγέλλει τη ρητορική μίσους, να επικαλείται τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και να απαιτεί από όλους τους άλλους αυστηρότητα απέναντι στο φανατισμό. Όταν όμως ήρθε η στιγμή να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια στη δική της στέγη, η αυστηρότητα εξαφανίστηκε. Έμεινε μόνο εκείνη η παλιά ελληνική συνήθεια: οι αρχές να ισχύουν πάντοτε για τους άλλους.
Κατά τη γνώμη μου, η δημοκρατία έχει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να ανέχεται παρόμοιες δημοσιογραφικές αθλιότητες. Το πρόβλημα είναι η άνεση με την οποία ένας θεσμός που υποτίθεται ότι υπηρετεί την ενημέρωση παραχώρησε το κύρος και τον χώρο του σε μια τελετή ιταμού πολιτικού εξαγνισμού και ηρωοποίησης. Χωρίς αμηχανία, χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς καν εκείνο το αυτονόητο ερώτημα που θα έπρεπε να προηγείται κάθε δημοσιογραφικής πράξης: ποιον ακριβώς φιλοξενούμε και τι ακριβώς τιμούμε;
Δεν επρόκειτο για μια συζήτηση γύρω από τη Μέση Ανατολή. Δεν ήταν ένα δημοσιογραφικό πάνελ όπου διαφορετικές απόψεις θα επιχειρούσαν να φωτίσουν τη σύγκρουση στον Λίβανο, στο Ιράν, στην Παλαιστίνη ή στην Υεμένη. Ούτε για μια ακαδημαϊκή εξέταση της Χεζμπολάχ, της πολιτικής της διαδρομής και της ιδεολογίας της. Οι ίδιοι οι διοργανωτές φρόντισαν να μη μείνει τέτοια αμφιβολία.
Η εκδήλωση είχε ως κεντρικό σύνθημα «Από τον Αλί Χαμενεΐ μέχρι τον Χασάν Νασράλα, η αντίσταση συνεχίζεται». Στο πρόγραμμά της περιλαμβάνονταν παρουσίαση βιβλίου για τη «Σχολή Σκέψης» του Νασράλα, παρεμβάσεις εκπροσώπων του κινήματος Ansar Allah των Χούθι, του ιρανικού Press TV και της «Λιβανέζικης Αντίστασης», καθώς και βράβευση λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού διαγωνισμού αφιερωμένου στον Αλί Χαμενεΐ. Αυτά αναφέρονται τόσο στην ανακοίνωση της εκδήλωσης όσο και στο υλικό που τη συνόδευσε.
Το να συζητάς για τη «σχολή σκέψης» του Νασράλα και για μια «αντίσταση που συνεχίζεται» δεν ανήκει στη δημοσιογραφική έρευνα, στην περιέργεια ή στην επαγγελματική αρμοδιότητα. Ανήκει στην πολιτική ταύτιση. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα της ΕΣΗΕΑ. Η δημοσιογραφία μπορεί να ερευνήσει τον Νασράλα, τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι, το Ιράν, να εξετάσει τις ιδέες, τις πράξεις, τα εγκλήματα, τα αίτια και τις συνέπειές τους. Αυτό είναι το καθήκον της. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει χωρίς να ακυρώνει τον ίδιο της τον ρόλο είναι να μετατρέπει την έρευνα σε τελετουργία θαυμασμού και την κριτική απόσταση σε πολιτική συνηγορία.
Διότι εδώ δεν έχουμε μπροστά μας κάποια εξωτική εκδοχή «αντίστασης», ούτε μια ρομαντική αφήγηση απελευθερωτικών κινημάτων. Έχουμε οργανώσεις και καθεστώτα που συνδέονται με θεοκρατικό αυταρχισμό, πολιτική βία, μαζικές δολοφονίες, προγραφές, καταστολή και διώξεις. Η στρατιωτική πτέρυγα της Χεζμπολάχ βρίσκεται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της ΕΕ, ενώ το ίδιο το ιρανικό καθεστώς έχει καταγραφεί διεθνώς για εκτελέσεις διαδηλωτών, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις, διώξεις δημοσιογράφων και σκληρή καταστολή γυναικών και αντιφρονούντων. Οι Χούθι, από την πλευρά τους, έχουν κατηγορηθεί από διεθνείς οργανώσεις για αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια, διώξεις δημοσιογράφων και καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης
Εδώ η εικόνα γίνεται αποκρουστική. Ένα συνδικαλιστικό όργανο δημοσιογράφων φιλοξενεί μια εκδήλωση που υμνεί, ή τουλάχιστον εξιδανικεύει, πολιτικούς και ιδεολογικούς φορείς που σε άλλα μέρη του κόσμου φιμώνουν δημοσιογράφους, φυλακίζουν αντιφρονούντες, στέλνουν διαδηλωτές στην αγχόνη και μετατρέπουν τη δημόσια ζωή σε καθεστώς φόβου. Η αντίφαση δεν είναι απλώς ηθική. Είναι σχεδόν αυτογελοιοποιητική.
Διότι ποια ακριβώς δημοσιογραφική αρχή υπερασπίζεσαι όταν παραχωρείς τον χώρο σου σε όσους περιφρονούν την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του Τύπου; Ποια δεοντολογία επικαλείσαι όταν μεταχειρίζεσαι ως «αντίσταση» μορφές πολιτικής και θρησκευτικής βίας που, αν εκδηλώνονταν στην Ευρώπη, θα τις είχες καταγγείλει ως φανατισμό, τρομοκρατία και σκοταδισμό; Ποια υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων μπορεί να σταθεί όταν οι γυναίκες στο Ιράν καταδιώκονται για την εμφάνισή τους, όταν διαδηλωτές εκτελούνται ύστερα από εξαιρετικά προβληματικές δίκες και όταν οι δημοσιογράφοι γίνονται στόχος αυθαίρετων συλλήψεων και καταστολής;
Μιλάμε για ηθικό, πνευματικό και επαγγελματικό ξεπεσμό, για την αυτοκατάργηση ενός θεσμού που, ενώ διεκδικεί το κύρος του υπερασπιστή της ελευθερίας και της δημοκρατίας, καταλήγει να προσφέρει στέγη, νομιμοποίηση και άλλοθι σε ό,τι τις ποδοπατά.
Κάπου εδώ τελειώνει κάθε επίφαση ουδετερότητας. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφία που εξετάζει το σκοτάδι. Πρόκειται για έναν θεσμό που επιτρέπει στο σκοτάδι να εμφανιστεί ως ηθική θέση. Και αυτή είναι η πιο βαριά θεσμική έκπτωση: όταν εκείνοι που έχουν επαγγελματικό καθήκον να αποκαλύπτουν τη βία, την καταπίεση και την προπαγάνδα αρχίζουν να τις βαφτίζουν «αντίσταση», να τις ντύνουν με πολιτιστικό περίβλημα και να τις εγκαθιστούν με άνεση στην ίδια αίθουσα όπου θα έπρεπε να υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου.
Η δημοσιογραφία μπορεί να είναι ενοχλητική, αιχμηρή, άδικη, ακόμη και λανθασμένη. Όταν όμως γίνεται πολιτικό άλλοθι για τον φανατισμό, όταν αμβλύνει ή εξωραΐζει τη θεοκρατική καταστολή και όταν παραχωρεί κύρος σε εκείνους που χτίζουν την εξουσία τους πάνω στην τρομοκρατία, το αίμα, το φόβο, παύει να εκπληρώνει τον δημοκρατικό της ρόλο. Μετατρέπεται σε προπαγανδιστικό παρακολούθημα εκείνων που θα όφειλε να ελέγχει. Και τότε η κρίση δεν αφορά πια μία εκδήλωση. Αφορά την ίδια την ποιότητα του θεσμού που τη φιλοξένησε.
Ένας οργανισμός με το ιστορικό και το συμβολικό βάρος της ΕΣΗΕΑ οφείλει να γνωρίζει τι φιλοξενεί στους χώρους του. Ιδίως όταν η πρόσκληση δεν κρύβει τίποτε. Οι διοργανωτές παρουσίαζαν την εκδήλωση ως φόρο τιμής στην «Αντίσταση» και μιλούσαν για ανθρώπους που έπεσαν από τους «αμερικανο-σιωνιστές δολοφόνους».
Χρειάζονταν περίπου δύο λεπτά ανάγνωσης.
Και μερικά ακόμη λεπτά αναζήτησης για να πληροφορηθεί κανείς ποια ακριβώς ήταν η «σχολή σκέψης» που επρόκειτο να παρουσιαστεί.
Ο Χασάν Νασράλα υπήρξε επί δεκαετίες ο ηγέτης της Χεζμπολάχ. Η στρατιωτική πτέρυγα της οργάνωσης βρίσκεται από το 2013 στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη σοβαρότερα είναι όσα ο ίδιος είχε πει.
Σε ομιλίες που του αποδίδονται και έχουν δημοσιευθεί επί χρόνια, ο Νασράλα είχε αμφισβητήσει τις ναζιστικές θηριωδίες, είχε μιλήσει για τους Εβραίους ως «καρκίνο» και είχε χρησιμοποιήσει στερεότυπα περί δειλίας και φιλαργυρίας. Ορισμένες δηλώσεις του, μάλιστα, είναι ευρέως τεκμηριωμένες και έχουν συζητηθεί ακόμη και στο βρετανικό Κοινοβούλιο. Αυτό είναι το σημείο όπου η υπόθεση παύει να αφορά αποκλειστικά τη Μέση Ανατολή. Αφορά την ελληνική δημοσιογραφία.
Γιατί η δημοσιογραφία δεν κρίνεται μόνο από όσα αποκαλύπτει, παραποιεί ή αποκρύπτει. Κρίνεται επίσης από όσα συνηθίζει να υποστηρίζει. Και εδώ συναντάμε μια από τις πιο δυσάρεστες ασθένειες της ελληνικής δημόσιας ζωής: τη δεοντολογία α λα καρτ.
Η ίδια ρητορική που, εάν εκφωνείτο από έναν Ευρωπαίο ακροδεξιό, θα προκαλούσε –και ορθώς– κατακραυγή, μοιάζει να αποκτά μια παράξενη ασυλία όταν ντύνεται τον μανδύα του «αντιιμπεριαλισμού». Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος παραμένει άρνηση του Ολοκαυτώματος. Ο αντισημιτισμός παραμένει αντισημιτισμός. Η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν εξαγνίζεται επειδή ο άνθρωπος που την εκφέρει βρίσκεται στη σωστή πλευρά ενός γεωπολιτικού χάρτη που έχει σχεδιαστεί σε κάποιο ελληνικό ιδεολογικό εργαστήριο.
Αυτό θα έπρεπε να είναι στοιχειώδες για δημοσιογράφους.
Κι όμως, η ίδια η ιστορία της ΕΣΗΕΑ κάνει την υπόθεση ακόμη πιο ενοχλητική. Το 2005, η Ένωση είχε αντιδράσει στην παρουσία του Ντέιβιντ Ίρβινγκ, του γνωστού αρνητή του Ολοκαυτώματος, θεωρώντας τέτοιες απόψεις ασύμβατες με τις αρχές που όφειλε να υπερασπίζεται. Στο κείμενο που συνοδεύει τη σημερινή καταγγελία υπενθυμίζεται ακριβώς αυτή η αντίφαση: τότε η ιστορική αλήθεια, ο ανθρωπισμός, η δημοκρατία και η ανεκτικότητα θεωρούνταν λόγοι για να κλείσει η πόρτα της ΕΣΗΕΑ.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό. Τι άλλαξε; Άλλαξαν οι αρχές ή άλλαξε μόνο η πολιτική ταυτότητα εκείνου που τις παραβιάζει; Εάν ο αντισημιτισμός είναι αποκρουστικός όταν προέρχεται από έναν νεοναζί, πώς μετατρέπεται σε «αντίσταση» όταν προέρχεται από έναν ισλαμιστή; Εάν η άρνηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί προσβολή της ιστορικής αλήθειας όταν την εκφέρει ένας Βρετανός ακροδεξιός, γιατί η ίδια αντίληψη αντιμετωπίζεται με τόσο διαφορετικά αντανακλαστικά όταν εμφανίζεται μέσα σε ένα αντιδυτικό ιδεολογικό πλαίσιο;
Αυτή η επιλεκτικότητα καταστρέφει κάθε ηθική αξιοπιστία. Και εδώ η αηδία αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για ένα κομμάτι της ελληνικής δημοσιογραφικής κουλτούρας: την παράξενη ευκολία με την οποία η έρευνα υποχωρεί μπροστά στην ιδεολογική συγγένεια. Λέξεις όπως «αντίσταση», «ιμπεριαλισμός», «σιωνισμός» λειτουργούν συχνά σαν κωδικοί που απαλλάσσουν από την υποχρέωση να εξεταστεί ποιος μιλά, τι έχει πει και τι ακριβώς υπερασπίζεται.
Έτσι όμως η δημοσιογραφία παύει να είναι δημοσιογραφία. Γίνεται μηχανισμός επιβεβαίωσης μιας ήδη σχηματισμένης κοσμοθεωρίας. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν κλάδο που έχει αναγάγει την καταπολέμηση της «ρητορικής μίσους» σε καθημερινό λεξιλόγιο. Που οργανώνει συζητήσεις για την παραπληροφόρηση, τον ρατσισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία των μειονοτήτων και την ευθύνη του δημόσιου λόγου.
Οι αρχές όμως δοκιμάζονται ακριβώς εκεί όπου γίνονται άβολες. Η ελευθερία του λόγου σημαίνει ότι ακόμη και οι απεχθέστερες ιδέες μπορούν να συζητιούνται. Δεν σημαίνει ότι κάθε θεσμός έχει υποχρέωση να τους προσφέρει αίθουσα τιμής. Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι μια επαγγελματική ένωση δημοσιογράφων πρέπει να αδιαφορεί για τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική εξέταση μιας ιδεολογίας και στην πανηγυρική παρουσίασή της.
Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι ένας χώρος που συμβολίζει την ελληνική δημοσιογραφία χρησιμοποιήθηκε για μια εκδήλωση η οποία, σύμφωνα με το ίδιο της το πρόγραμμα, δεν προσέγγιζε τον Νασράλα ως αντικείμενο έρευνας αλλά ως φορέα μιας πολιτικής και ιδεολογικής κληρονομιάς που άξιζε να συνεχιστεί. Και κάπου εκεί η υπόθεση γίνεται πραγματικά θλιβερή.
Ο αντισημιτισμός δεν αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο επειδή βαφτίστηκε αντιιμπεριαλισμός. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται προοδευτική όταν μεταφράζεται από τα περσικά ή τα αραβικά. Και η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν μετατρέπεται σε πολιτιστική εκδήλωση επειδή πραγματοποιείται στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Αν η ελληνική δημοσιογραφία θέλει πράγματι να μιλά για αξιοπιστία, δεοντολογία και δημοκρατική ευθύνη, ίσως θα έπρεπε κάποτε να αρχίσει από το δυσκολότερο ρεπορτάζ: από τον ίδιο της τον εαυτό.
Πώς η πολιτική γίνεται η τέχνη του ανέφικτου
Το εκλογικό πρόγραμμα του κόμματος της Αριστεράς (Die Linke) στο Βερολίνο, με τίτλο Να κάνουμε το Βερολίνο ξανά προσιτό, είναι ένας τόμος 325 σελίδων που συμπεριλαμβάνει 24 κεφάλαια. Δεν θα ασχοληθώ εδώ διεξοδικά με κάθε σημείο του προγράμματος – ούτε πολιτικός αναλυτής είμαι και, για να πω την αλήθεια, ούτε με αφορά, καθώς δεν ζω στο Βερολίνο. Θα επικεντρωθώ όμως σε τρία σημεία του που αρκούν για να δικαιολογήσουν τον υπότιτλο: Πώς η πολιτική γίνεται η τέχνη του ανέφικτου.
Το πρώτο σημείο είναι οι προτάσεις του κόμματος για την λύση ή, τουλάχιστον, για τη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος που μαστίζει την πόλη την τελευταία δεκαετία. Παρ’ όλο που το μέσο ενοίκιο ανά τετραγωνικό μέτρο (χωρίς κοινόχρηστα) κυμαίνεται γύρω στα 7,5 ευρώ με μια πολύ χαμηλή τάση αύξησης, όσοι εισέρχονται τα τελευταία χρόνια στην αγορά των ενοικιαστών αντιμετωπίζουν σχεδόν υπερδιπλάσιες τιμές, δηλαδή γύρω στα 11 με 14 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την περιοχή και την κατάσταση του ακινήτου. Η χαμηλή γενική μέση τιμή οφείλεται στο ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που ζει στο νοίκι απλά δεν μετακινείται, οπότε τα μακροπρόθεσμα μισθώματα παραμένουν σχετικά σταθερά.
Η ραγδαία αύξηση στα νέα μισθώματα οφείλεται στο ότι το ποσοστό των ελεύθερων κατοικιών προς ενοικίαση στο Βερολίνο κυμαίνεται γύρω στο 1 με 2%. Αυτό το ποσοστό είναι σύμφωνα με τους ειδικούς πολύ χαμηλότερο από το ποσοστό του 3% που χαρακτηρίζει μια στεγαστική αγορά σε ισορροπία – καθώς πάντα υπάρχει ένας αριθμός κατοικιών που είναι κενές λόγω π.χ. επισκευών και ανακαινίσεων. Αυτό σημαίνει για το Βερολίνο ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, μόνο περίπου 40.000 κατοικίες είναι θεωρητικά διαθέσιμες προς ενοικίαση, ενώ πολλές από αυτές είτε βρίσκονται σε κατάσταση ανακαίνισης ή απλά δεν είναι κατοικήσιμες επειδή οι ιδιοκτήτες τους τις αφήνουν να καταστραφούν για διάφορους λόγους.
Η λύση που προτείνει το κόμμα είναι η «κοινωνικοποίηση», η απαλλοτρίωση δηλαδή ενός μέρους των κατοικιών που βρίσκονται στα χέρια μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών διαχείρισης και η διάθεσή τους στην αγορά με χαμηλό ενοίκιο. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως η ιδιωτικοποίηση περίπου 320.000 κατοικιών στις αρχές του αιώνα προωθήθηκε από κυβερνήσεις όπου συμμετείχε το κόμμα της Αριστεράς, απλά επειδή τότε το Βερολίνο υφίστατο, όπως όλες σχεδόν οι πόλεις στην ανατολική Γερμανία, τις συνέπειες της λεγόμενης «επανένωσης», που από τη μια μεριά έφερε στο κράτος υποχρεώσεις απέναντι σε παλιούς ιδιοκτήτες οι ιδιοκτησίες των οποίων είχαν απαλλοτριωθεί από την κυβέρνησης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενώ από την άλλη μεριά έφερε τον δημόσιο ιδιοκτήτη αντιμέτωπο με τις συνέπειες της μαζικής μετανάστευσης στη Δύση που μάστιζε τότε όλες τις ανατολικογερμανικές πόλεις. Η οικονομική κατάσταση του κράτους του Βερολίνου στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα ήταν τραγική, οπότε η πώληση μεγάλου μέρους των δημόσιων κατοικιών ήταν η πιο προφανής λύση, καθώς τότε και η Ομοσπονδία ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση.
Αλλά η ξαφνική κατάρρευση των τιμών των ακινήτων και των ενοικίων και η εισροή στην αγορά ενός πολύ μεγάλου αριθμού άδειων κατοικιών –υπολογίζεται ότι εκείνη την εποχή το ποσοστό των ελεύθερων κατοικιών στο Βερολίνο έφθανε το 10% το συνολικού αριθμού– οδήγησε στη μετοίκηση στη γερμανική πρωτεύουσα πολλών ανθρώπων που ανήκαν στην καλλιτεχνική σκηνή ή ήταν νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες ή είχαν ιδρύσει/συμμετείχαν σε start-ups. Στο Βερολίνο, επίσης, βρήκαν καταφύγιο πολλοί πρόσφυγες και, στο πλαίσιο μιας πιο ελαστικής μεταναστευτικής πολιτικής, πολλοί συγγενείς και μέλη οικογενειών Τούρκων πολιτών που έμεναν ήδη στην πόλη. Έτσι, από τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η κατάσταση στον στεγαστικό τομέα άρχισε σιγά σιγά να αντιστρέφεται ώσπου να καταλήξει στη σημερινή κρίση.
Απ’ αυτή τη σύντομη ιστορική ανασκόπηση γίνεται φανερό ότι η ενδεχόμενη ανάκτηση μέρους των κατοικιών που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών όχι μόνο δεν πρόκειται να ανακουφίσει την αγορά της μισθωμένης κατοικίας (επειδή δεν πρόκειται να φέρει νέες άδειες κατοικίες), αλλά ακόμα και αν το νομικό σχήμα που προωθεί το κόμμα –βασιζόμενο σε δυο άρθρα του ομοσπονδιακού συντάγματος που επιτρέπουν υπό όρους τις «κοινωνικοποιήσεις»– λειτουργήσει, δηλαδή αν δεν υπάρξουν αντιδράσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αν βρεθούν τα απαιτούμενα κονδύλια για τις αποζημιώσεις και αν όλες οι ενστάσεις απορριφθούν δικαστικά, τότε ο προϋπολογισμός του Βερολίνου θα επιβαρυνθεί εκτός από το κόστος της «κοινωνικοποίησης» και με τα έξοδα συντήρησης των νέων κατοικιών που θα πρέπει να χρηματοδοτήσει από τα έσοδα από τα μισθώματα, καθώς ο κρατικός προϋπολογισμός του Βερολίνου είναι ήδη παθητικός (το έλλειμμα για το 2026 υπολογίζεται σε 4,6 δισεκατομμύρια ευρώ) και το χρέος ανέρχεται περίπου στα 67 δισεκατομμύρια ευρώ.
Επιπλέον, το κονδύλι που θα δαπανηθεί για την επαναγορά των κατοικιών θα λείψει από τη χρηματοδότηση του κρατικού σχεδίου που προβλέπει την κατασκευή 220.000 νέων κατοικιών ώς το 2034 – υποτίθεται ότι οι επιφάνειες που θα επιτρέψουν την υλοποίηση αυτού του σχεδίου έχουν βρεθεί.
Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η στεγαστική πολιτική του κόμματος τη Αριστεράς για το Βερολίνο μοιάζει λιγότερο με ένα σχέδιο και περισσότερο με ένα όραμα – και όπως ξέρουμε τα οράματα απαιτούν την επέμβαση ενός ειδικού ιατρού.
Το δεύτερο σημείο που ενισχύει την ουτοπική εντύπωση του προγράμματος του κόμματος της Αριστεράς για το Βερολίνο είναι το σχέδιο για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Αυτό το σχέδιο προβλέπει τον αριθμητικό περιορισμό αλλά και τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων της αστυνομίας, βασικά την απομάκρυνσή της από την αστυνόμευση των γειτονιών. Αντί αστυνομικών, την επιβολή της τάξης και την καταπολέμηση της μικροεγκληματικότητας στις γειτονιές θα τις αναλάβουν ομάδες κατοίκων που θα συνεπικουρούνται από κοινωνικούς λειτουργούς. Η ιδέα δεν είναι καινούργια, κάτι παρόμοιο υπήρχε επί Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Υποτίθεται ότι τέτοιες επιτροπές γειτονιάς ήταν σε θέση να προλάβουν και να περιορίσουν τη μικροεγκληματικότητα και ιδιαίτερα τη νεανική εγκληματικότητα. Όμως η ειλικρίνεια των προθέσεων του κόμματος δέχτηκε ισχυρό πλήγμα όταν στους μετεκλογικούς εορτασμούς του κόμματος εμφανίστηκε ο πάτερ φαμίλιας μιας φάρας Λιβανέζων μαφιόζων. Το κόμμα ισχυρίζεται ότι η αντίδραση των μελών ήταν ακαριαία και ότι το πρόσωπο αυτό απομακρύνθηκε άμεσα. Όμως εν τω μεταξύ διέρρευσαν μηνύματα ανάμεσα στο γιο του και σε ένα μέλος του κόμματος που δημιουργούν υπόνοιες για πιθανές συνεργασίες ανάμεσα σε μεμονωμένα μέλη του κόμματος και αυτή τη φάρα, κάτι που υποσκάπτει προφανώς την εμπιστοσύνη στη δυνατότητα αλλά και στη θέληση του κόμματος να υλοποιήσει ένα σχέδιο καταπολέμησης ή έστω περιορισμού της εγκληματικότητας. Οπότε και εδώ οι μεγαλεπήβολες ανακοινώσεις τείνουν να μεταμορφωθούν σε ευσεβείς πόθους.
Το τρίτο σημείο, που μπορεί ίσως και να αποδειχθεί ως υφέρπον σημείο θραύσης του κόμματος είναι η στάση του απέναντι στο διογκούμενο κύμα αντισημιτισμού στους κόλπους της ευρύτερης γερμανικής Αριστεράς και του αναρχικού κινήματος. Η υποψήφια για το αξίωμα του κυβερνώντος δημάρχου του Βερολίνου, Έλιφ Έραλπ, έχει ξεκαθαρίσει πως, παρ’ όλη την κριτική του κόμματος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα και στη στάση του στη Δυτική Όχθη, δεν θα ανεχθεί καμία εκδήλωση και ενέργεια που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αντισημιτική. Όμως, πάλι κατά τη διάρκεια του μετεκλογικού πάρτι, ένα τουρκικής καταγωγής μέλος του κόμματος και μέλος της ομοσπονδιακής Βουλής εθεάθη να διασκεδάζει μαζί με ένα άτομο που εκπροσωπεί στη Γερμανία το ενωμένο παλαιστινιακό λαϊκό συμβούλιο και είναι γνωστό για τις φιλοχαμασιτικές και εντελώς εχθρικές προς το Ισραήλ θέσεις του (γιατί αυτός ο άνθρωπος κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερος στην Γερμανία, μου είναι άγνωστο).
Η εμφάνισή του στο μετεκλογικό πάρτι προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και στο εσωτερικό του κόμματος με αποτέλεσμα την προσωρινή απόσυρση του βουλευτή από την ενεργό πολιτική, ενώ ακούγονται ήδη φωνές που απαιτούν την παραίτησή του. Η αντίδραση από τη «φιλοπαλαιστινιακή» πτέρυγα του κόμματος εκδηλώθηκε με μια «ανοικτή επιστολή» εκατόν πενήντα δημοσίων προσώπων (καλλιτεχνών, διανοούμενων κ.λπ.) εβραϊκής καταγωγής που υποστηρίζουν το σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνασπισμού μεταξύ του κόμματος της Αριστεράς, των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων. Βέβαια, οι συντάκτες της επιστολής παραβλέπουν το γεγονός ότι οι υπόλοιποι 30.000 κάτοικοι του Βερολίνου με εβραϊκή καταγωγή μάλλον δεν συντάσσονται με τις απόψεις τους.
Μένει να φανεί αν μια κοκκινο-πράσινη κυβέρνηση πάρει σάρκα και οστά υπό την ηγεσία της Έλιπ Έραλπ. Μένει να φανεί, επίσης, πόσα απ’ αυτά που περιέχονται στις 325 σελίδες του εκλογικού προγράμματος του κόμματος της Αριστεράς θα γίνουν πραγματικότητα και ποιες θα είναι οι συνέπειές τους.
Αλλά αν κρίνουμε από τα πρώτα βήματα του κόμματος μετά την εκλογική του νίκη, οι Βερολινέζοι αριστεροί σύντροφοι θα αποδειχθούν αρχιτέκτονες παλατιών στα σύννεφα, δηλαδή μάστορες στην τέχνη του ανέφικτου.
Στις έξι το απόγευμα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2026, στην αίθουσα του τρίτου ορόφου της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, το Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο και ο Σύνδεσμος Φίλων της Δυτικής Ασίας τίμησαν τον Χασάν Νασράλα και τον Αλί Χαμενεΐ! Σύνθημα της βραδιάς: «Από τον Αλί Χαμενεΐ μέχρι τον Χασάν Νασράλα, η αντίσταση συνεχίζεται». Στο πρόγραμμα υπήρχε παρουσίαση του βιβλίου Η Σχολή Σκέψης του Σαγιέντ Χασάν Νασράλα και βράβευση, από την ιστοσελίδα «ΙΡΑΝΕΑ», των νικητών διαγωνισμού λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας αφιερωμένου στον «Μάρτυρα Ηγέτη Αγιατολλά Χαμενεΐ». Ποιήματα για έναν θεοκράτη, στο σπίτι των Ελλήνων δημοσιογράφων.
Ας δούμε τι διδάσκει η «σχολή» που παρουσιάζεται. Ο Νασράλα αποκαλούσε τους Εβραίους καρκίνο, αμφισβητούσε τις ναζιστικές θηριωδίες, απέκλειε κάθε συνύπαρξη μαζί τους ακόμη και σε ένα χωριό και χαιρόταν δημόσια που ο Θεός τους συγκέντρωσε σε ένα μέρος, ώστε να μη χρειάζεται κανείς να τους κυνηγά σε όλο τον κόσμο. Ο Χαμενεΐ χαρακτήριζε αβέβαιη την ιστορική πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος και το Ισραήλ καρκινικό όγκο προς εξάλειψη, ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας του σκότωναν αντιφρονούντες κατά χιλιάδες, με αποκορύφωμα τον Ιανουάριο του 2026. Αυτό το υλικό ανθολογήθηκε ως «πολιτική κληρονομιά».
Η ΕΣΗΕΑ θα απαντήσει, όπως πάντα, ότι απλώς διαθέτει αίθουσες. Το επιχείρημα αυτό το απέρριψε η ίδια στις 5 Οκτωβρίου 2005, όταν το Διοικητικό της Συμβούλιο κήρυξε τον Ντέιβιντ Ίρβινγκ ανεπιθύμητο στις εγκαταστάσεις της, επειδή οι απόψεις του προσέβαλλαν την ιστορική αλήθεια, τον ανθρωπισμό, τη δημοκρατία και την ανεκτικότητα. Η Ένωση τότε γνώριζε κάτι απλό: όποιος παραχωρεί στέγη δανείζει και κύρος. Ένα κριτήριο που εφαρμόζεται στον Ίρβινγκ και αναστέλλεται για τον Νασράλα λειτουργεί ως φίλτρο ταυτότητας. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος αποκλείεται όταν έχει ευρωπαϊκή προφορά και γίνεται δεκτή όταν τυλίγεται στη σημαία της «αντίστασης».
Υπάρχει ένα απλό τεστ για να μετρήσει κανείς το βάθος της πτώσης. Ο Κώστας Πλεύρης, ο πιο επίμονος Έλληνας αρνητής του Ολοκαυτώματος, έγραψε βιβλίο για τη Χεζμπολάχ. Ο Ηλίας Παναγιώταρος της Χρυσής Αυγής την είχε ονομάσει πρότυπο. Η εκδήλωση που φιλοξενήθηκε στην ΕΣΗΕΑ είναι μια εκδήλωση που ο Πλεύρης θα υπέγραφε από την πρώτη ώς την τελευταία λέξη. Ο Παναγιώταρος θα μπορούσε να καθίσει στο πάνελ χωρίς να αλλάξει ούτε μία φράση από όσα έχει πει. Η Ένωση που το 2005 έκλεινε την πόρτα στον αρνητή, το 2026 στρώνει το τραπέζι στην ίδια ακριβώς ιδεολογία, αρκεί να έρχεται με άλλο διαβατήριο.
Εδώ τελειώνει η ΕΣΗΕΑ ως θεσμός. Μια ένωση δημοσιογράφων διαθέτει μία μόνο περιουσία: την αξιοπιστία της ως φύλακα των γεγονότων. Αυτή η περιουσία στηρίζει κάθε ανακοίνωση για την ελευθερία του Τύπου, κάθε καταγγελία για παραπληροφόρηση, κάθε πειθαρχικό για παραβίαση δεοντολογίας. Απόψε ξοδεύτηκε ολόκληρη, για ένα μνημόσυνο. Από εδώ και πέρα, κάθε φορά που η ΕΣΗΕΑ θα μιλά για «ιστορική αλήθεια» ή «δημοκρατικές αρχές» θα αρκεί να θυμηθεί κανείς ποιον τίμησε στον τρίτο όροφο. Οι λέξεις της έχουν πάψει να έχουν αντίκρισμα.
Δεν πρόκειται για κακή στιγμή ή για γραφειοκρατική αβλεψία. Μια πρόσκληση που μιλά για «αμερικανο-σιωνιστές δολοφόνους» και βραβεύει ποιήματα για τον Χαμενεΐ διαβάζεται σε δύο λεπτά. Κάποιος τη διάβασε και υπέγραψε. Το Διοικητικό Συμβούλιο είτε το γνώριζε και το ενέκρινε, είτε δεν ελέγχει τι γίνεται στο κτίριό του. Και οι δύο εκδοχές οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα.
Το ερώτημα αν ισχύει ακόμη η απόφαση του 2005 απαντήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου. Από μια Ένωση που προσφέρει στέγη σε ό,τι θα χειροκροτούσε ο Πλεύρης δεν υπάρχει τίποτα πια να περιμένει κανείς: ούτε εξήγηση, ούτε ανάκληση, ούτε ντροπή. Η ΕΣΗΕΑ είναι ηθικά χρεοκοπημένη, και οι δημοσιογράφοι που σέβονται τη δουλειά τους οφείλουν να το λένε δυνατά.
Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε πριν από λίγες ημέρες στην εφημερίδα Le Soir ότι είναι έτοιμος να ξαναγίνει πρωθυπουργός. «Ξέρω τη δουλειά», είπε, επικαλούμενος την προηγούμενη κυβερνητική του εμπειρία. Σήμερα χρειάστηκε να εξηγήσει λίγο περισσότερο γιατί θεωρεί ότι η χώρα έχει ανάγκη να του αναθέσει ξανά αυτή τη δουλειά.
Η απάντησή του είχε σχεδόν όλα τα συστατικά της πολιτικής αυτοπαρουσίασης: «Δεν αρκεί η πολιτική αλλαγή, αλλά χρειάζεται αλλαγή πολιτικής», «έχουμε όραμα για τη χώρα», «έχουμε εναλλακτική πρόταση», «έχουμε μαζέψει επιστήμονες που έχουν καταθέσει ρεαλιστικό σχέδιο», «έχω την εμπειρία διακυβέρνησης». Και, για να μη χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες το μεγαλείο της στιγμής, έκλεισε με το αφοπλιστικό: «Ή εμείς ή κανείς». Η φράση μεταδόθηκε σήμερα ως κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά:
«Δεν αρκεί η πολιτική αλλαγή, αλλά χρειάζεται αλλαγή πολιτικής».
Εξαιρετικά. Είναι από εκείνες τις προτάσεις που έχουν το θαυμαστό προνόμιο να είναι αδύνατον να διαψευστούν, επειδή είναι σχεδόν αδύνατον να καταλάβεις τι ακριβώς υποστηρίζουν. Προφανώς, όταν ένα κόμμα ζητεί να κυβερνήσει, υποτίθεται ότι θέλει να αλλάξει και κάποια πολιτική. Διαφορετικά θα μπορούσε απλώς να ζητήσει αλλαγή προσώπων στα υπουργικά γραφεία και να κρατήσει τα υπόλοιπα ως έχουν. Η διατύπωση προσφέρει το αίσθημα μιας μεγάλης σκέψης χωρίς να επιβαρύνεται από το περιεχόμενό της. Πολιτική αλλαγή, αλλαγή πολιτικής: δύο ουσιαστικά, μία γενική και αρκετός αέρας κοπανιστός για να κυματίσει η σημαία.
Ύστερα έρχεται το ακαταμάχητο:
«Έχουμε όραμα για τη χώρα».
Εδώ πράγματι η συζήτηση ανεβαίνει επίπεδο. Όραμα! Η τελευταία ανεξάντλητη πρώτη ύλη της ελληνικής πολιτικής. Όραμα διαθέτουν κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις, δήμαρχοι, υποψήφιοι δήμαρχοι, πρόεδροι επιμελητηρίων, συνδυασμοί φοιτητικών εκλογών και, υποθέτω, αρκετές πολυκατοικίες λίγο πριν από τη γενική συνέλευση για τα κοινόχρηστα.
Το πρόβλημα με τα οράματα είναι ότι στην πολιτική αποκτούν κάποια αξία μόνον όταν συνοδεύονται από εκείνη την κουραστική λεπτομέρεια που ονομάζεται πραγματικότητα. Τι ακριβώς θέλεις να κάνεις, πόσο κοστίζει, ποιος θα το πληρώσει, ποιος θα το εφαρμόσει, ποια εμπόδια υπάρχουν, τι θα θυσιάσεις για να πετύχεις έναν άλλο στόχο. Μέχρι τότε το «έχω όραμα» βρίσκεται περίπου στην ίδια κατηγορία πολιτικής πληροφορίας με το «θέλω μια καλύτερη Ελλάδα».
Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, βέβαια, το «όραμα» έχει ήδη δοκιμαστεί στην πράξη. Το 2019 ο ίδιος παραδέχθηκε ότι το 2015 «είχαμε σε πολλά την αυταπάτη». Με άλλα λόγια, όταν το όραμα συγκρούστηκε με την πραγματικότητα, απλώς άλλαξε όνομα: έγινε αυταπάτη.
Τρίτο επιχείρημα:
«Έχουμε εναλλακτική πρόταση».
Αυτό, τουλάχιστον, μπορεί να συζητηθεί σοβαρά. Ο Τσίπρας έχει παρουσιάσει πλέον συγκεκριμένες οικονομικές προτάσεις και μιλά, μεταξύ άλλων, για νέο Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης και επενδυτικό ταμείο 25 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας. Εδώ λοιπόν υπάρχει αντικείμενο πραγματικού ελέγχου: αριθμοί, χρηματοδότηση, επιπτώσεις, προτεραιότητες. Και αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει. Επειδή «εναλλακτική» δεν σημαίνει αυτομάτως εφαρμόσιμη, όπως άλλωστε ούτε η λέξη «πρόταση» αποτελεί πιστοποιητικό κοστολόγησης.
Κάπως έτσι φτάνουμε στους επιστήμονες.
«Έχουμε μαζέψει επιστήμονες που έχουν καταθέσει ρεαλιστικό σχέδιο».
Η επίκληση έχει τη δική της ιστορία. Το 2015 είχαμε ένα δημοψήφισμα στο οποίο οι πολίτες κλήθηκαν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν πρόταση τριών θεσμών που αποτελούνταν από δύο τεχνικά κείμενα με τίτλους «Reforms for the completion of the Current Program and Beyond» και «Preliminary Debt Sustainability Analysis». Αυτό ακριβώς αναφερόταν στην επίσημη απόφαση της Βουλής. Την ίδια χρονιά ακούσαμε τη περίφημη «στροφή 360 μοιρών» του Αλέξη Τσίπρα, λίγο αργότερα τη Μυτιλήνη και τη Λέσβο να εμφανίζονται στον ίδιο προφορικό κατάλογο σαν διακριτοί τόποι, ενώ είχαν προηγηθεί και οι αγγλικές περιπέτειες στην Αμερική, με τη δημόσια συζήτηση με τον Μπιλ Κλίντον να γίνεται τότε αντικείμενο εκτεταμένου σχολιασμού. Στα οικονομικά, ο Γιάνης Βαρουφάκης έχει έκτοτε περιγράψει ότι είχε επεξεργαστεί και εισηγηθεί σχέδιο παράλληλου συστήματος πληρωμών, το οποίο τελικά δεν υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση.
Και φτάσαμε στο πιο πρόσφατο επεισόδιο: ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών Γιώργος Παππάς υπολόγισε σωστά ότι 80.000 φοιτητές επί 5.000 ευρώ σημαίνουν 400 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο και αμέσως μετά, επειδή το πρόγραμμα ήταν τετραετές, διαίρεσε τα 400 εκατομμύρια διά τέσσερα και κατέληξε σε κόστος 100 εκατομμυρίων ετησίως. Τα ίδια τα λόγια του είναι καταγεγραμμένα από το MEGA.
Με τόση επιστημονική υποστήριξη, το μόνο που απομένει είναι να συμφωνήσουν και οι αριθμοί.
Και φτάνουμε επιτέλους στο μεγάλο επιχείρημα:
«Έχω την εμπειρία διακυβέρνησης».
Απολύτως ακριβές.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει εμπειρία διακυβέρνησης. Και ίσως αυτή να είναι η μοναδική φράση της απάντησής του που δεν απαιτεί καμία διαφημιστική επεξεργασία. Μόνο που η κυβερνητική εμπειρία έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό: λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Δεν είναι πτυχίο που απλώς το επιδεικνύεις. Είναι ιστορικό που εξετάζεται.
Στις 28 Ιουνίου 2015 επιβλήθηκαν τραπεζική αργία και capital controls. Στις 8 Ιουλίου η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε αίτημα για νέα χρηματοδοτική στήριξη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Ακολούθησαν η συμφωνία του Ιουλίου και το τρίτο πρόγραμμα χρηματοδοτικής βοήθειας. Αυτά δεν αποτελούν μεταγενέστερη κομματική αφήγηση· καταγράφονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και τα ίδια τα ευρωπαϊκά όργανα.
Άρα ναι: υπάρχει εμπειρία.
Υπάρχει η εμπειρία ενός δημοψηφίσματος που προηγήθηκε μιας δραματικής αντιστροφής πορείας. Υπάρχει η εμπειρία των κλειστών τραπεζών. Υπάρχει η εμπειρία μιας χώρας που έφτασε το καλοκαίρι του 2015 στο σημείο όπου οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συζητούσαν ανοιχτά τον κίνδυνο εξόδου από το ευρώ και χρειάστηκε νέα συμφωνία χρηματοδότησης. Υπάρχει επίσης η μεταγενέστερη παραδοχή του ίδιου του Τσίπρα περί «αυταπατών».
Η εμπειρία λοιπόν υπάρχει. Αυτό που δεν μπορεί να αποφασίσει ο ίδιος ο κάτοχός της είναι τι αποδεικνύει.
Και ύστερα από όλα αυτά ήρθε η κατακλείδα:
«Ή εμείς ή κανείς».
Εδώ η φράση αποκτά σχεδόν φιλοσοφικό μεγαλείο. Ο πολιτικός που μόλις μας διαβεβαίωσε ότι διαθέτει «εναλλακτική πρόταση» ολοκληρώνει την επιχειρηματολογία του ανακοινώνοντας ότι εναλλακτική, επί της ουσίας, δεν υπάρχει.
Ή εμείς ή κανείς.
Όχι «εμείς έχουμε καλύτερη πρόταση». Όχι «κρίνετε το σχέδιό μας». Όχι «συγκρίνετε την προηγούμενη διακυβέρνησή μας με τις σημερινές ανάγκες». Αυτά θα απαιτούσαν μια κάπως πεζή διαδικασία επιχειρημάτων, απολογισμών και συγκρίσεων.
Ή εμείς ή κανείς.
Η φράση μεταφέρει τη συζήτηση από την πολιτική πρόταση στην πολιτική αυτοανακήρυξη. Το «εμείς» παύει να είναι ένας από τους διεκδικητές της εξουσίας και παρουσιάζεται ως η μόνη νοητή εκδοχή της. Κι αυτό έχει μιαν εντυπωσιακή ειρωνεία για έναν πολιτικό που επιστρέφει ζητώντας να κριθεί ως ωριμότερος και εμπειρότερος.
Διότι η ωριμότητα στην πολιτική αρχίζει συνήθως από μια πολύ απλούστερη πρόταση: «Κυβέρνησα. Αυτά έκανα σωστά. Αυτά έκανα λάθος. Αυτές ήταν οι συνέπειες. Γι’ αυτά αναλαμβάνω την ευθύνη».
Ο Αλέξης Τσίπρας προτιμά μέχρι στιγμής μια διαφορετική σύνταξη. Διαθέτει όραμα, διαθέτει σχέδιο, διαθέτει επιστήμονες, διαθέτει εμπειρία και, τελικά, διαθέτει και το μονοπώλιο της λύσης.
Ή αυτός ή κανείς.
Με μία μικρή δυσκολία: ανάμεσα στο «εμείς» και στο «κανείς» υπάρχει ακόμη κάτι πεισματικά υπαρκτό.
Λέγεται παρελθόν, μνήμη, ιστορία, ημερομηνίες και γεγονότα.
Μετά την παρουσίαση της Σαξονίας-Άνχαλτ θα παρουσιάσουμε σήμερα τα επόμενα δυο ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας, στα οποία, την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026, έλαβαν χώρα εκλογές για τα τοπικά Κοινοβούλια.
Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία
Το κράτος αυτό ιδρύθηκε, όπως όλα τα μεταπολεμικά ομόσπονδα κράτη, από τις αρχές των δυνάμεων κατοχής, πιο συγκεκριμένα από τη Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση, την 9η Ιουλίου 1945. Στην επικράτεια του νέου κράτους συνενώθηκαν τα δυο κράτη μέλη του προπολεμικού Γερμανικού Ράιχ Μεκλεμβούργο-Στρέλιτς και Μεκλεμβούργο-Σβερίν, τα οποία είχαν ήδη σχηματίσει επί ναζιστικής κυριαρχίας το 1934 το Κράτος του Μεκλεμβούργου, και οι περιοχές της δυτικής Πομερανίας που ανήκαν στο κράτος της Πρωσίας – ενώ οι ανατολικές περιοχές της πρωσικής επαρχίας της Πομερανίας πέρασαν στο έλεγχο της μεταπολεμικής Πολωνίας. Στην επικράτεια του νεοσύστατου κράτους συμπεριελήφθη και μια κοινότητα γειτονικής της πρωσικής επαρχίας του Αννοβέρου. Το 1952, το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία (εφεξής: Μεκλεμβούργο-ΔΠ) καταλύθηκε όπως όλα τα ανατολικογερμανικά κράτη και στη θέση του ιδρύθηκαν τρεις νομοί, ο νομός του Ρόστοκ, ο νομός του Σβερίν και ο νομός του Νέου Βρανδεμβούργου (που είναι μια πόλη και δεν πρέπει να συγχέεται με την ομώνυμη περιοχή και το ομόσπονδο κράτος του Βρανδεμβούργου με το οποίο το Μεκλεμβούργο-ΔΠ συνορεύει προς τον Νότο). Προς το Βορρά βρέχεται από τη Βαλτική Θάλασσα, στα δυτικά συνορεύει με την Κάτω Σαξονία και το Σλέσβικ-Χολστάιν και στα ανατολικά με την Πολωνία. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (SED), το Μεκλεμβούργο-ΔΠ επανιδρύθηκε και προσχώρησε το 1990 μαζί με τα υπόλοιπα ανατολικογερμανικά κράτη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ).
Η σημερινή επιφάνεια του Μεκλεμβούργου-ΔΠ είναι 23.213 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός του είναι 1.573.685 κάτοικοι. Η πρωτεύουσά του είναι το Σβερίν και τα δυο πιο σημαντικά αστικά κέντρα είναι το λιμάνι του Ρόστοκ και το Γκράιφσβαλντ. Ρόστοκ και Γκράιφσβαλντ είναι πανεπιστημιουπόλεις από τον 15ο αιώνα.
Η οικονομία του Μεκλεμβούργου-ΔΠ επικεντρώνεται στον εφοπλιστικό και τον ναυπηγοεπισκευαστικό τομέα, στην αεροναυπηγική, στην παραγωγή ενέργειας, στην κατασκευή μηχανημάτων, στον αγροτικό τομέα και στον τουρισμό. Με ένα κατά κεφαλήν εισόδημα 25.350 €, το Μεκλεμβούργο-ΔΠ έρχεται προτελευταίο σε παγγερμανική κατάταξη (πριν από τη Σαξονία-Άνχαλτ), ενώ το ποσοστό ανεργίας το 2025 ήταν στο 8%.
Από το 1990, στην πολιτική ζωή κυριάρχησαν στην αρχή οι Χριστιανοδημοκράτες και από το 1998 μέχρι σήμερα οι Σοσιαλδημοκράτες. Παράλληλα, το κόμμα της Αριστεράς (πρώην Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού – PDS) είχε μια ισχυρή παρουσία. Οι Πράσινοι είναι επίσης παρόντες, αν και αρκετές φορές δεν εκπροσωπήθηκαν στο τοπικό Κοινοβούλιο επειδή δεν κατάφεραν να πιάσουν το πλαφόν του 5%. Στο τελευταίο Κοινοβούλιο ήταν παρόντες με 6,3%, ενώ στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 κατάφεραν να πάρουν ένα 5,7% και να εκλέξουν 5 βουλευτές. Το AfD έκανε την πρώτη του εμφάνιση στον πολιτικό στίβο το 2016, όταν κατάφερε να συγκεντρώσει ένα 20,8% των ψήφων. Στις εκλογές του 2021 πήρε 16,7% και στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 38,5% καταφέρνοντας να εκλέξει 32 βουλευτές. Στις εκλογές αυτές, ως γνωστόν, οι Σοσιαλδημοκράτες ήρθαν δεύτεροι με 35,5% και 29 βουλευτές, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες έμειναν για πρώτη φορά στην ιστορία του κόμματος εκτός Βουλής. Το κόμμα της Αριστεράς συρρικνώθηκε στο 6,5% και εκπροσωπείται στο νέο Κοινοβούλιο επίσης με πέντε βουλευτές.
Η κατανομή των εδρών στο νέο Κοινοβούλιο κάνει πολύ πιθανό τον σχηματισμό μιας τρικομματικής κυβέρνησης συνασπισμού υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών και της μέχρι τώρα πρωθυπουργού Μανουέλας Σβέζικ. Σε ό,τι αφορά την κατανομή των ψήφων, οι Σοσιαλδημοκράτες υπερίσχυσαν στα αστικά κέντρα και στις εκλογικές περιφέρειες που συνορεύουν με την Κάτω Σαξονία και το Σλέσβικ-Χόλσταϊν, ενώ το AfD υπερίσχυσε στις εκλογικές περιφέρειες της υπαίθρου.
Όπως και στη Σαξονία-Άνχαλτ, το AfD κατάφερε και στο Μεκλεμβούργο-ΔΠ να κινητοποιήσει μεγάλο αριθμό αδρανών ψηφοφόρων. Επίσης, κατάφερε να κερδίσει μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων των Χριστιανοδημοκρατών. Το τελευταίο οφείλεται κυρίως στο ότι στα ανατολικά ομόσπονδα κράτη δεν αναπτύχθηκαν ισχυροί δεσμοί κομματικής πίστης όπως στη δυτική Γερμανία, ιδιαίτερα στο δεξιό μέρος του εκλογικού σώματος. Επιπλέον, οι ψηφοφόροι στην ανατολική Γερμανία είναι πολύ λιγότερο προσανατολισμένοι προς τη θρησκεία – μόνο το περίπου 16% του πληθυσμού του Μεκλεμβούργου-ΔΠ ανήκει σε μια από τις δυο μεγάλες εκκλησίες, με το ποσοστό των καθολικών να είναι μόνο 3%. Αυτό σημαίνει ότι το πρόθεμα «Χριστιανο-« συμβάλλει ελάχιστα στην ταύτιση των ψηφοφόρων με τον κεντροδεξιό χώρο, στον οποίο παραδοσιακά στην ΟΔΓ κυριαρχούσαν οι Χριστιανοδημοκράτες (μαζί με τη Βαυαρική Χριστιανοκοινωνική Ένωση - CSU). Επιπλέον, για τους κατοίκους της ανατολικής Γερμανίας, η Χριστιανοδημοκρατία δεν είναι συνυφασμένη με μια φιλεργατική και κοινωνική οικονομική πολιτική, όπως αυτό συμβαίνει για του κατοίκους της δυτικής Γερμανίας (στους κόλπους της δυτικής Χριστιανοδημοκρατίας αναπτύχθηκε η θεωρία της Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς και το μοντέλο του «Καπιταλισμού του Ρήνου»). Έτσι, για τους κεντροδεξιούς ψηφοφόρους στην ανατολική Γερμανία τα όρια ανάμεσα σε μια κοινωνική, κοσμοπολιτική και πολιτικά φιλελεύθερη Δεξιά και μια σοβινιστική, απομονωτιστική, οικονομικά καπιταλιστική Ακροδεξιά δεν είναι ευδιάκριτα. Η στάση του AfD απέναντι σε θέματα έμφυλου αυτοπροσδιορισμού (ΛΟΑΤΚΙ+ κλπ.) που για τους «Δυτικούς» φαίνεται αντιφατική, χάνει την αντιφατικότητά της αν κατανοήσουμε ότι είναι η συνέχεια της στάσης της τέως ΛΔΓ, η οποία όπως φαίνεται έχει περάσει υποδόρια στην ψυχοσύνθεση του εκλογικού κοινού του AfD. Όπως και το AfD, η ΛΔΓ ακολουθούσε σε αυτό το θέμα μια πολιτική αποκλεισμού από τον δημόσιο κοινωνικό χώρο και περιορισμού του έμφυλου αυτοπροσδιορισμού αποκλειστικά στην προσωπική και την ιδιωτική σφαίρα.
Βερολίνο
Το Βερολίνο συστάθηκε ως ενεργό ομόσπονδο κράτος το 1990, αν και το σύνταγμα της ΟΔΓ αναγνώριζε την πόλη του Βερολίνου ως ομόσπονδο κράτος. Όμως αυτή η διάταξη παρέμενε ανενεργή λόγω του καθεστώτος κατοχής. Έτσι, μέχρι την κατάλυση της ΛΔΓ, το δυτικό μέρος του Βερολίνου ήταν μια αυτόνομη περιοχή που εξέδιδε δικά της ταξιδιωτικά έγγραφα, ενώ το ανατολικό μέρος είχε ενσωματωθεί παράτυπα στη ΛΔΓ και εθεωρείτο η πρωτεύουσά της. Μετά την προσχώρηση των ανατολικών κρατών στην ΟΔΓ, το Βερολίνο καθιερώθηκε διά νόμου ως πρωτεύουσα της ΟΔΓ και απέκτησε το στάτους του ομόσπονδου κράτους με δικό του σύνταγμα, κυβέρνηση και Κοινοβούλιο.
Το σημερινό Βερολίνο εκτείνεται στην περιοχή του προπολεμικού Μείζονος Βερολίνου σε μια επιφάνεια 891 τετραγωνικών χιλιομέτρων και έχει 3,7 εκατομμύρια κατοίκους – κάτι που το καθιστά τη μεγαλύτερη πόλη της ΟΔΓ. Ο πληθυσμός του Βερολίνου συμπεριλαμβάνει μεγάλο αριθμό μεταναστών, περίπου το 22% είναι αλλοδαποί, ιδιαίτερα τουρκικής καταγωγής – την δεκαετία το 1980 το Βερολίνο είχε τη φήμη της μεγαλύτερης τουρκικής πόλης δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Γεωγραφικά, το Βερολίνο περιβάλλεται από το ομόσπονδο κράτος του Βρανδεμβούργου, ενώ προπολεμικά ανήκε διοικητικά στην ομώνυμη επαρχία του Ράιχ.
Με κατά κεφαλήν εισόδημα 59.097 ευρώ, το Βερολίνο έρχεται έκτο στην κατάταξη των ομόσπονδων κρατών, ενώ η ανεργία το 2025 ανερχόταν στο 10,1%. Οι σημαντικότεροι οικονομικοί τομείς του Βερολίνου είναι ο πολιτισμός (θέατρα, τέχνες, μουσεία), ο τουρισμός, η βιοτεχνολογία, η ιατρική τεχνολογία, η φαρμακευτική βιομηχανία, η πληροφορική, οι τηλεπικοινωνίες, οι οικοδομές, το λιανικό εμπόριο, τα συστήματα μεταφορών, η οπτική και η ενεργειακή τεχνολογία. Πάνω από το 80% του ΑΕΠ του Βερολίνου παράγεται από τον τομέα των υπηρεσιών.
Στο Βερολίνο έχουν την έδρα τους τρία κρατικά πανεπιστήμια, μια Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, τρία μη κρατικά πανεπιστήμια με δικαίωμα απονομής διδακτορικού διπλώματος, πέντε ΑΕΙ τεχνικής εκπαίδευσης, 26 μη κρατικά ΑΕΙ, δυο εκκλησιαστικά ΑΕΙ και τέσσερις ανώτατες σχολές εικαστικών τεχνών και μουσικής. Το Βερολίνο έχει επίσης πολύ ζωντανή πολιτιστική ζωή με πλήθος θεάτρων, δυο όπερες, την περίφημη Φιλαρμονική του Βερολίνου και, φυσικά, άπειρα στέκια και εστιατόρια.
Οι ρίζες του Βερολίνου ανάγονται στον 11ο μ.Χ. αιώνα, όταν διάφορα σλαβικά φύλα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Το όνομα Βερολίνο είναι σλαβικής προέλευσης και σημαίνει «μέρος στο βάλτο». Δυο αιώνες αργότερα έφτασαν έμποροι από την περιοχή του Ρήνου και ίδρυσαν την κώμη Κολωνία. Για αρκετό καιρό το Βερολίνο έφερε το διπλό όνομα Βερολίνο-Κολωνία, ενώ σήμερα το όνομα αυτό σώζεται στο όνομα της συνοικίας Neuköln. Η ιστορία του Βερολίνου είναι πλούσια και περίπλοκη και στο διάβα του χρόνου ο μικρός εμπορικός σταθμός με το διπλό όνομα έγινε έδρα αρχόντων, επισκοπή, πρωτεύουσα του βασιλείου της Πρωσίας, του κράτους της Πρωσίας, των δυο Ράιχ και στο τέλος της σύγχρονης Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το ότι ο θυρεός του Βερολίνου είναι μια αρκούδα δεν σημαίνει ότι το όνομα κατάγεται από τη γερμανική λέξη για την αρκούδα «Bär», αλλά ότι η επιλογή του θυρεού οφείλεται σε μια ετυμολογική παρανόηση.
Η κατάστασή της ως διχοτομημένη πόλη μετά τον πόλεμο συνέβαλε στην διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου πολιτικού τοπίου: στο ανατολικό μέρος κυβερνούσε το «εθνικό μέτωπο» της ΛΔΓ υπό την ηγεσία του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (SED), το οποίο συμπεριελάμβανε τα υπόλοιπα αστικά κόμματα –τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Φιλελεύθερους–, μαζί με το Αγροτικό Κόμμα, το Κόμμα των «μετανοημένων» Ναζί (NDPD) και εκπροσώπους των συνδικάτων κα άλλων κοινωνικών φορέων. Στο δυτικό μέρος αναπτύχθηκε το δυτικογερμανικό πολιτικό κοινοβουλευτικό σύστημα με τα τρία κλασικά κόμματα CDU, SPD και FDP, στα οποία προστέθηκε αργότερα το κόμμα των Πρασίνων. Μετά την ένωση των δυο μερών, στην ενιαία πλέον πόλη-κράτος του Βερολίνου το SED μεταλλάχθηκε σταδιακά στο σημερινό κόμμα της Αριστεράς, ενώ τα άλλα κόμματα της ΛΔΓ απορροφήθηκαν από τους δυτικούς Χριστιανοδημοκράτες ή διαλύθηκαν – για να κάνουν την επανεμφάνισή τους τριάντα χρόνια αργότερα με τη μορφή του AfD.
Το αποτέλεσμα των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 αντανακλά την ακόμα και σήμερα υπολανθάνουσα διχοτόμηση της πόλης: στις δυτικές συνοικίες, τα εύπορα προάστια που αποτελούσαν τον κορμό του Δυτικού Βερολίνου, επικράτησαν οι Χριστιανοδημοκράτες, ενώ στις ανατολικές συνοικίες, που συμπεριλαμβάνουν και πολλές εργατικές περιοχές είναι ξεκάθαρη η υπεροχή του AfD. Το κόμμα της Αριστεράς επικράτησε στο κέντρο του Βερολίνου, δηλαδή στις συνοικίες που συγκεντρώνουν νέους, μετανάστες, φοιτητές, δηλαδή τη μοντέρνα μεσαία τάξη και το πρεκαριάτο. Αυτές είναι οι συνοικίες όπου σε παλαιότερες εκλογές επικρατούσαν οι Σοσιαλδημοκράτες. Στο επίπεδο των μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών η εικόνα είναι λίγο πιο διαφοροποιημένη, γιατί σε αρκετές κεντρικές συνοικίες εξελέγησαν οι υποψήφιοι των Πρασίνων και σε μια περίπτωση ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών. Είναι ίσως παρήγορο ότι το AfD κέρδισε πολύ λιγότερες μονοεδρικές περιφέρειες σε σχέση με το αναλογικό του αποτέλεσμα.
Όπως έχει ειπωθεί και αλλού, τα κύρια θέματα του εκλογικού αγώνα ήταν το στεγαστικό, η εγκληματικότητα και η καθαριότητα. Αυτά τα προβλήματα θα κληθεί να αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση που θα είναι είτε ένας συνασπισμός της Αριστεράς με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους, είτε ένας συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών, Σοσιαλδημοκρατών και Πράσινων. Το AfD θα παραμείνει κατά πάσα πιθανότητα στην αντιπολίτευση με την ελπίδα να έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της εκλογικής του δύναμης.
Στο επόμενο γράμμα θα ασχοληθούμε με το Βρανδεμβούργο και την ιστορική του πρωτεύουσα, το Πότσνταμ.
Στην ιστορία της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, η σκηνή δεν υπήρξε ποτέ ένας απλός γεωγραφικός χώρος, αλλά ένα πεδίο οντολογικής μεταμόρφωσης. Λίγοι, ωστόσο, δημιουργοί κατάφεραν να μετατρέψουν το ίδιο τους το σώμα σε εργαλείο που δοκίμαζε τα όρια της κοινωνικής ανοχής. Ανάμεσα σε αυτούς, αν και εκπορεύονται από ασύμβατα πολιτισμικά οικοσυστήματα, ο Ντέιβιντ Μπόουι (δυτική glam-rock πρωτοπορία) και ο Γιώργος Μαζωνάκης (εγχώριο, λαϊκό μεταμοντέρνο) συναντώνται σε μια κοινή υπαρξιακή συχνότητα: στην αισθητική της ανταρσίας μέσω της σκηνικής παρουσίας και της μουσικής. Εντούτοις, η πιο συγκλονιστική, σχεδόν μεταφυσική τους σύνδεση δεν εντοπίζεται στη λάμψη των προβολέων, αλλά στη δραματική γεωμετρία του τέλους τους, εκεί όπου η μοίρα αποφάσισε να γράψει δύο εκ διαμέτρου αντίθετους, αλλά εξίσου τραγικούς επιλόγους.
Η σκηνική παρουσία ως ρήξη
Για τον Μπόουι, το στυλ δεν υπήρξε ποτέ διακοσμητικό στοιχείο· ήταν το όχημα για την απόσταση από τις καθιερωμένες νόρμες. Υιοθετώντας το ανδρόγυνο «man's dress» του Mr Fish, που φόρεσε στο εξώφυλλο τού The Man Who Sold the World και, αργότερα, τα ασύμμετρα, φουτουριστικά κοστούμια που σχεδίασε ο Κανσάι Γιαμαμότο για την περιοδεία «Aladdin Sane» το 1973, ο Μπόουι έγινε ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς δημιουργούς κατασκευασμένων προσωπείων. Άρπαξε την υπερβολή και την άρνηση της φυσικής νομοτέλειας και αμφισβήτησε τις έμφυλες συμβάσεις. Το αρσενικό και το θηλυκό συγχωνεύονταν στη σκηνή του σε μια νέα οντότητα, σαν μια συμπαντική ανθρωπολογία μακριά από τη γήινη φθορά.
Αν η επανάσταση του Μπόουι συνέβη σε ένα δυτικό περιβάλλον που, μετά τις πρώτες αντιδράσεις, αποδείχθηκε δεκτικό στην αμφισβήτηση, η αντίστοιχη του Μαζωνάκη συντελέστηκε σε ένα περιβάλλον βαθιά συντηρητικό και στερεοτυπικό. Εισβάλλοντας στην ελληνική νυχτερινή διασκέδαση, ο Μαζωνάκης αποδόμησε εκ των έσω το αρχέτυπο του «βαρέως λαϊκού τραγουδιστή». Φορώντας φούστες και καλσόν, γούνες, καλτσοδέτες και πλατφόρμες, ακόμη και βέλο και φόρεμα, δεν προκάλεσε απλώς ένα αισθητικό σοκ· πραγματοποίησε μια πράξη αισθητικής και κοινωνικής διεύρυνσης.
Μια από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές αυτής της αισθητικής σύγκλισης αποτυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 2023 στην πίστα νυχτερινού κέντρου. Εκεί, ο Μαζωνάκης εμφανίστηκε έχοντας σχεδιασμένο στο πρόσωπό του τον πασίγνωστο κόκκινο-μπλε κεραυνό του Aladdin Sane, συνδέοντας το αθηναϊκό λαϊκό πάλκο με την αισθητική του Μπόουι. Έφερε ένα κοινό εθισμένο στην ορθοδοξία της «ανδρικής λεβεντιάς» των μπουζουκιών αντιμέτωπο με την ευαλωτότητα και το camp ως έγκυρες εκφράσεις του λαϊκού αισθήματος. Ο «Μαζώ» έγινε ένας δανδής των αθηναϊκών προαστίων, αποδεικνύοντας πως η αυθεντική κομψότητα κρύβεται στην τόλμη να είσαι ο εαυτός σου, κόντρα στο ρεύμα.
Η ηχητική μετάλλαξη: πέρα από τα όρια των ειδών
Αυτή η συνεχής οπτική μεταμόρφωση δεν ήταν ποτέ ένα κενό περιεχομένου τέχνασμα· αντικατόπτριζε μια βαθύτερη ανάγκη για ηχητικό πειραματισμό. Ο Μπόουι δεν παρέμεινε ποτέ έγκλειστος σε ένα μουσικό ιδίωμα. Μετακινήθηκε με παροιμιώδη ευκολία από το glam rock στην «plastic soul» του Young Americans, κι από εκεί στον σκοτεινό, ηλεκτρονικό μινιμαλισμό της τριλογίας του Βερολίνου, για να καταλήξει στην avant-garde jazz του κύκνειου άσματός του. Κάθε αλλαγή κοστουμιού σήμαινε και μια επανεφεύρεση του προηγούμενου μουσικού εαυτού του.
Μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας, ο Γιώργος Μαζωνάκης λειτούργησε με την ίδια ανατρεπτική διάθεση απέναντι στις φόρμες. Δεν αρκέστηκε στην ασφάλεια του κλασικού λαϊκού τραγουδιού. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, μπόλιασε τα μπουζούκια με pop, dance και ηλεκτρονικά στοιχεία, ενώ οι συνεργασίες του με τη hip-hop σκηνή ξένισαν τους πιστούς του είδους. Όπως ο Μπόουι ενσωμάτωσε τα συνθεσάιζερ στο ροκ, έτσι και ο Μαζωνάκης χρησιμοποίησε τα samples, τα βαριά beats και τις δυτικές ενορχηστρώσεις για να διευρύνει τα όρια του λαϊκού, αποδεικνύοντας ότι η παράδοση είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει μέσα από την αίρεση.
Η κινηματογραφική εισβολή: η εικόνα ως προέκταση του μύθου
Αυτή η σταθερή άρνηση για δημιουργικό εγκλωβισμό οδήγησε και τους δύο στη μεγάλη οθόνη. Ο Μπόουι χρησιμοποίησε το σινεμά για να ενσαρκώσει την αλλόκοσμη, ανδρόγυνη φύση του, από τον εξωγήινο στο The Man Who Fell to Earth (Ο Άνθρωπος που Έπεσε στη Γη, σε σκηνοθεσία Νίκολας Ρεγκ, 1976) μέχρι τον βασιλιά των goblins στο Labyrinth, μετατρέποντας τον εαυτό του σε ένα ζωντανό οπτικό παράδοξο. Αντίστοιχα, ο Μαζωνάκης προσέγγισε τον κινηματογράφο με αντισυμβατική διάθεση. Πρωταγωνιστώντας στη μικρού μήκους ταινία Στο θρόνο του Ξέρξη της Εύης Καλογηροπούλου, απογυμνώθηκε από τη λάμψη του λαϊκού σταρ για να υποδυθεί έναν επιστάτη στα ναυπηγεία του Περάματος. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε στην Εβδομάδα Κριτικής του 75ου Φεστιβάλ Καννών, όπου η ταινία –μια δυστοπία όπου η απαγόρευση της επαφής γεννά έναν καταπιεσμένο αισθησιασμό, πέρα από τα ετεροκανονικά στερεότυπα της επιθυμίας, με όχημα το πρόσωπο του Έλληνα καλλιτέχνη– κέρδισε το Βραβείο Canal+. Για τους δύο δημιουργούς, ο φακός υπήρξε ένας ακόμη χώρος μεταμόρφωσης και πειραματισμού.
Η σκηνοθεσία του τέλους έναντι της βίαιης διακοπής
Η κοινή αυτή πορεία προς την ελευθερία της έκφρασης διακόπτεται από μια βαθιά, σχεδόν ειρωνική αντίθεση στον τρόπο που οι δύο δημιουργοί αποχαιρέτισαν τα εγκόσμια. Εδώ η σύγκριση αποκτά τα χαρακτηριστικά αρχαίας τραγωδίας, αναδεικνύοντας το σκληρό παιχνίδι ανάμεσα στην αξιοπρέπεια του προσχεδιασμένου τέλους και στα απρόβλεπτα γυρίσματα της τύχης.
Ο Μπόουι βίωσε το τέλος του ως την ύστατη καλλιτεχνική του πράξη. Γνωρίζοντας την ασθένειά του, δεν «θρήνησε για την τύχη του που ενέδιδε». Αντίθετα, αποχαιρέτισε τον κόσμο με απόλυτο θάρρος και μετέτρεψε την ίδια του την απώλεια σε ένα μνημειώδες έργο τέχνης. Σκηνοθέτησε τον αποχαιρετισμό του κυκλοφορώντας το άλμπουμ Blackstar και το ανατριχιαστικό βιντεοκλίπ του «Lazarus», όπου εμφανίζεται στο κρεβάτι του πόνου, λίγες ημέρες πριν ξεψυχήσει. Ο Μπόουι δεν ηττήθηκε από το χρόνο· τον αξιοποίησε μέχρι την τελευταία του πνοή.
Στον αντίποδα, ο επίλογος του Μαζωνάκη γράφτηκε με τον πιο βίαιο και απροσδόκητο τρόπο. Τα σχέδιά του για το μέλλον, με αποκορύφωμα τη συναυλία «33 Χρόνια» στην Τεχνόπολη, έσβησαν απότομα, αφήνοντας πίσω μια ημιτελή πορεία. Ο ξαφνικός χαμός του από ανακοπή καρδιάς στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ βρισκόταν σε μια γεμάτη δημιουργική τροχιά, του στέρησε το δικαίωμα του δικού του καλλιτεχνικού αποχαιρετισμού. Η τραγωδία διπλασιάστηκε: η απώλεια δεν μετουσιώθηκε σε βουβή υπόκλιση, αλλά παγιδεύτηκε στον θόρυβο ενός γκρίζου δικαστικού θρίλερ με φόντο ένα ιατρείο στο Κολωνάκι. Ο άνθρωπος που έλεγχε την εικόνα του στη σκηνή, παραδόθηκε ανυπεράσπιστος στην πεζή, αδιάκριτη πραγματικότητα της επικαιρότητας.
Ωστόσο, το κοινό φρόντισε να του χαρίσει τη δική του, μεταθανάτια παράσταση. Εκεί, στους δρόμους της Νίκαιας, η γεωμετρία της απώλειας άλλαξε ξανά. Χιλιάδες άνθρωποι δεν πέρασαν από την Αγία Τριάδα απλώς για ένα θρησκευτικό τυπικό· συνέθεσαν μια ύστατη, συγκλονιστική performance, μετατρέποντας τον βουβό πόνο σε ένα τελευταίο, εκκωφαντικό χειροκρότημα.
Το κοινό αποτύπωμα στην αιωνιότητα
Παρά τη χαοτική διαφορά στο φινάλε τους, η ουσία της ύπαρξής τους παραμένει αρραγής. Και οι δύο αντιμετώπισαν τη ζωή ως μια διαρκή, ριψοκίνδυνη παράσταση, επιβεβαιώνοντας πως η αληθινή τέχνη δεν συμβιβάζεται ποτέ με το ασφαλές και το αναμενόμενο.
Σήμερα, η σύνδεσή τους αποκτά μια νέα, βαθύτερη ανάγνωση. Μας υπενθυμίζει ότι οι αυθεντικοί χαμαιλέοντες της τέχνης δεν πεθαίνουν ποτέ πραγματικά· απλώς αποσύρονται στα παρασκήνια, αφήνοντας το κοινό τους να αναζητά στα τυφλά τη λάμψη που εκείνοι σκόρπισαν απλόχερα.