Σύνδεση συνδρομητών

Γνώμες

Eurostat

Αν πιστέψουμε όσα ισχυρίζεται η αντιπολίτευση (σύσσωμη) για την ακρίβεια στην Ελλάδα, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι: α) η ακρίβεια είναι αποτέλεσμα της πολιτικής Μητσοτάκη, β) η ακρίβεια είναι ένας επιπλέον φόρος αφού επιτρέπει στην κυβέρνηση να μαζεύει παραπάνω έμμεσους φόρους (το είπε στη Βουλή ο Νίκος Ανδρουλάκης), γ) ο Μητσοτάκης εξυπηρετεί τα καρτέλ που αισχροκερδούν εις βάρος μας, δ) η ακρίβεια στην  Ελλάδα είναι χειρότερη σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Από τις συζητήσεις που κάνουμε με φίλους έχουμε καταλήξει ότι, λέγε-λέγε, η αντιπολίτευση πείθει. Μάλλον η πλειονότητα των Ελλήνων πιστεύει ότι η χώρα μας έχει τη χειρότερη επίδοση ακρίβειας στην Ευρώπη. Πώς έχει όμως η πραγματικότητα; Αν κοιτάξουμε το γράφημα της Eurostat, που δημοσιεύεται στην κορυφή αυτού του σημειώματος, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ακολουθεί την ίδια ακριβώς πορεία με τον μέσο όρο της ΕΕ. Και μόνο αυτή η διαπίστωση αρκεί για να δείξει το ανυπόστατο των επιχειρημάτων της αντιπολίτευσης. Ας τα δούμε όμως πιο αναλυτικά. Ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει πάνω από τα «υγιή» επίπεδα (περίπου 2% κατ’ έτος) στο τέλος του 2021, όταν ο πλανήτης έβγαινε  από την καραντίνα για τον κορονοϊό και, ενώ αυξανόταν η ζήτηση, δεν είχαν ακόμη αποκατασταθεί οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η 2η και χειρότερη περίοδος ήρθε σύντομα, αρχές 2022, με την ενεργειακή κρίση που ξέσπασε μετά την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Και ενώ η κατάσταση άρχισε να εξομαλύνεται, ο πόλεμος στον Περσικό κόλπο έδωσε νέα πνοή στον πληθωρισμό. Με άλλα λόγια, ο πληθωρισμός έχει αναμφισβήτητα εξωγενείς αιτίες.

Παραμένει βέβαια το ερώτημα αν στην Ελλάδα ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στα ύψη, αντίθετα με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ που έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για να τον συγκρατήσουν. Τίποτα ανακριβέστερο! Η πραγματικότητα προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat. Η ετήσια μεταβολή των τιμών καταναλωτή, δηλαδή η μεταβολή των τιμών καταναλωτή σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε κάθε χώρα ξεχωριστά και βέβαια στη χώρα μας (βλέπε γράφημα). Χαρακτηριστικά, την περίοδο Αυγούστου/Νοεμβρίου 2022, περίοδο με τον υψηλότερο πληθωρισμό σε όλες τις χώρες της ΕΕ, η Ελλάδα φτάνει τον Σεπτέμβριο στον υψηλότερο δείκτη πληθωρισμού, 12,1%, ενώ η ΕΕ έφτασε στο 10,9 (διαφορά 1,2% λιγότερο στην ΕΕ). Όμως τον επόμενο μήνα (10/2022) καταγράφεται ο υψηλότερος πληθωρισμός στην ΕΕ, 11,5%, ενώ στην Ελλάδα αρχίζει η πτώση και ο πληθωρισμός καταγράφεται στο 9,5% (διαφορά 2% λιγότερο στην Ελλάδα). Την περίοδο αυτή όλες οι χώρες φτάνουν στον υψηλότερο πληθωρισμό τους, με τον δείκτη να κινείται μεταξύ 15 και 26% σε δέκα απ’ αυτές. Στις χώρες αυτές περιλαμβάνονται κυρίως οι πρώην σοσιαλιστικές αλλά και δυτικές χώρες, όπως η Ολλανδία, όπου ο πληθωρισμός καταγράφεται  στο 17% τον Σεπτέμβριο του 2022.

Η γενική εικόνα είναι ότι η Ελλάδα κάποιους μήνες καταγράφει πληθωρισμό κάτω του μέσου όρου της ΕΕ και κάποιους άλλους πάνω από τον μέσο όρο. Αυτό που παραμένει, όμως, σταθερό καθ΄ όλη την περίοδο είναι η στάση της αντιπολίτευσης. Δεν αναφέρονται καθόλου στον πληθωρισμό τους μήνες που η Ελλάδα έχει καλές επιδόσεις και κατακεραυνώνουν την κυβέρνηση (και βεβαίως οι ευθύνες προσωποποιούνται στον Μητσοτάκη) τους μήνες που η χώρα έχει κακές επιδόσεις.  

Το γράφημα εμπεριέχει πολλές επιπλέον πληροφορίες, βλέπουμε τη σύγκριση της Ελλάδας (καφετί) με τον μέσο όρο της ΕΕ (σκούρο μπλε), την Ολλανδία (ανοιχτό μπλε) και την Ισπανία (πράσινο). Για την τελευταία έχει γίνει πολύς λόγος για τις επιτυχείς πολιτικές που έχει εφαρμόσει και που, αν ακολουθούσε η ελληνική κυβέρνηση, θα είχε συγκρατηθεί ο πληθωρισμός. Όπως φαίνεται κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η σωρευτική ακρίβεια μεταξύ 2010 και 2025, που, όπως φαίνεται στο επόμενο γράφημα (στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας και του IMF), η Ελλάδα έχει τον μικρότερο αθροιστικά πληθωρισμό σε σύγκριση με όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Έτσι, αν για να αγοράσουμε το 2010 τα Χ προϊόντα χρειαζόμασταν 100€, το 2024 χρειαζόμασταν 118,78€, ήτοι πληθωρισμός 18,78%. Συγκριτικά, χώρες όπως για παράδειγμα η Αυστρία ή η Ισπανία καταγράφουν την ίδια περίοδο αθροιστικό πληθωρισμό 48% και 31,5% αντίστοιχα.

Στις διαδραστικές ιστοσελίδες της Εurostat, του IMF και  της Διεθνούς Τράπεζας είναι εύκολο να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ χωρών, αν κάποιος θέλει να έχει μια πλήρη εικόνα. Υπάρχουν επίσης και άλλες χρήσιμες πληροφορίες, για όσους θέλουν να σχηματίσουν ιδία γνώμη.

https://ec.europa.eu/eurostat/cache/dashboard/prices/

https://ec.europa.eu/eurostat/cache/website/economy/food-price-monitoring/

https://ourworldindata.org/grapher/consumer-price-index?time

 

 

14 Ιουλίου 2026
Φωτογραφία αρχείου

«Με πονάει η ευφυΐα μου στην ιδέα ότι κάποιος νομίζει πως μπορεί ν' αλλάξει κάτι προκαλώντας ταραχές. Η βιαιότητα, όποια κι αν είναι, υπήρξε ανέκαθεν για μένα προεξάρχουσα μορφή της ανθρώπινης ανοησίας».

Φ. Πεσσόα

Στα πρόσφατα γεγονότα εγκληματικής βίας στη Θεσσαλονίκη, αλλά και μετά τις συλλήψεις γι' αυτά και για την παλαιά υπόθεση της Μαρφίν, άρχισαν πάλι τα χολερικά σχόλια για τις «αντιφάσεις» της αστυνομίας, τις οποίες, αυτοί, βεβαίως βεβαίως, εύκολα εντοπίζουν, αφού τις υποθέσεις αυτές και τα σχετικά τεκμήρια που έχει συγκεντρώσει η αστυνομία αυτοί τα παίζουν στα δάκτυλα. Όμως, πίσω από όλα αυτά βρίσκεται πάντα η σχετικοποίηση της βίας, η απόπειρα να μετατεθεί αλλού η εστίαση στα συμβάντα αυτά, στους όποιους χειρισμούς της αστυνομίας.

 

Το κύριο γι' αυτούς, δηλαδή, είναι τι κάνει η αστυνομία, ποια στοιχεία έχει (αυτοί τα ξέρουν!), αν πήρε ή δεν πήρε ανώνυμο ημέιλ, και μάλιστα μετά από τόσα χρόνια κ.ά. Δεν θα ήταν καλύτερα να αφήσουν την υπόθεση εκεί όπου ήταν; Έτσι, και τα «παλικάρια» θα εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα και να συνεχίζουν την αντισυστημική τους γυμναστική και την αστυνομία θα βγάζαμε ανίκανη.

Η βία, αυτή η «μορφή βλακείας», ούτε σχετικοποιείται ούτε και «τυποποιείται» σε κατηγορίες ανεκτής ή μη βίας.

 

Τα «είδη» της βίας

Στην πολιτική ανάγνωση, η βία χωρίζει στα δύο το πολιτικό σκηνικό:

1. Από τη μια βρίσκονται όσοι θεωρούν εύλογη, νόμιμη, θεμιτή, επιθυμητή, ηθικά και ιστορικά νομιμοποιημένη τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.

2. Από την άλλη, όσοι απορρίπτουν, δεν χρησιμοποιούν και καταδικάζουν τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.

Τα μέσα, τα εργαλεία, οι μορφές της (πολιτικής) βίας απασχολούν όσους βρίσκονται στην απάντηση 1.

Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, αρκούνται στην άρνηση, στην καταδίκη της χρήσης βίας – και τα υπόλοιπα τα αφήνουν στη... δικαιοσύνη, η οποία θα «κατηγοριοποιήσει» τις συνέπειες της χρήσης της βίας και αναλόγως θα επιβάλει ή όχι «ποινές».

Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, δεν αναζητούν τη βία στις τυπολογίες της πολιτικής, αλλά στις τυπολογίες της... βλακείας (καλυπτόμενοι πίσω από τη γνωστή ρήση του Πωλ Βαλερύ: «Η βία είναι μια μορφή βλακείας»).

Όμως, για να μη θεωρηθεί υπεκφυγή αυτό το σχόλιο, θα δώσω κάποια συνέχεια από τη σκοπιά της απάντησης 2.

Αφενός, στην προσπάθεια νομιμοποίησης κάποιων μορφών βίας, υπάρχει μία απόπειρα κατηγοριοποίησής τους, από τις «ήπιες» μορφές βίας –τις οποίες δεχόμαστε, ανεχόμαστε ή και υιοθετούμε– έως τις «ακραίες» μορφές της βίας – τις οποίες δεν αποδεχόμαστε και δεν χρησιμοποιούμε, ενίοτε και καταδικάζουμε (αναφέρομαι σε όσους καταγράφονται στην απάντηση 1, ευθέως ή εμμέσως).

Από την άλλη, στην προσπάθεια δικαιολόγησης –και νομιμοποίησης– κάποιων μορφών βίας ως «απάντηση» στη βία του «συστήματος», βαφτίζονται ως βία περίπου τα πάντα που –τους/μας– ενοχλούν: «δεν είναι βία η ανεργία;», «δεν είναι βία οι συντάξεις πείνας, η αβεβαιότητα για το μέλλον;», «δεν είναι βία οι κατασχέσεις;» και άλλα ανάλογα. Άλλο πράγμα είναι το «κακό», το «άδικο» και άλλο η βία.

«Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν».

 

Μαρκούζε, Αντόρνο, Χατζιδάκις

Να μεταφέρω και ένα τμήμα από κάποιες αναφορές του Χέρμπερτ Μαρκούζε για τα «είδη» της βίας.

Ερωτών: …Όταν λέω εσωτερίκευση της εξω-οικονομικής βίας, εννοώ ότι οι δυνάμεις χειραγώγησης τείνουν να εσωτερικεύσουν τους γραφειοκρατικούς και κρατικούς μηχανισμούς κυριαρχίας.

Μαρκούζε: Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με μια εσωτερίκευση της βίας. Αν υπάρχει κάτι που βλέπουμε καθαρά στον καπιταλισμό, είναι ότι η καθαρά εξωτερική, η καθόλου εξιδανικευμένη βία είναι ισχυρότερη από ποτέ άλλοτε. Εγώ δεν βλέπω καμία εσωτερίκευση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι τάσεις χειραγώγησης δεν ασκούν καμιά βία. Κανείς δεν με αναγκάζει να βλέπω ώρες τηλεόραση, ούτε να διαβάζω ηλίθια περιοδικά.

Ερωτών: Δεν συμφωνώ, γιατί η εσωτερίκευση σημαίνει ακριβώς ότι είναι εφικτός ένας φαινομενικός φιλελευθερισμός – όπως η εσωτερίκευση της οικονομικής βίας στον κλασικό καπιταλισμό σήμαινε ότι το πολιτικό και ηθικό εποικοδόμημα έπρεπε να φιλελευθεροποιηθεί.

Μαρκούζε: Μου φαίνεται πως δίνεται στον όρο πολύ ευρεία έννοια. Η βία είναι βία. Η φαινομενική ελευθερία της τηλεόρασης, που μπορώ να την κλείσω όποτε θέλω…, αυτή κι άλλα παρόμοια πράγματα δεν ανήκουν στη διάσταση της βίας. Όταν λέτε κάτι τέτοιο, ξεχνάτε έναν από τους καίριους παράγοντες της σημερινής κοινωνίας, δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στην τρομοκρατία και στην ολοκληρωτική δημοκρατία. Η ολοκληρωτική δημοκρατία δεν καταφεύγει στην τρομοκρατία, αλλά χρησιμοποιεί την εσωτερίκευση, τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης. Αυτό δεν είναι βία. Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν. Δεν υπάρχει όταν μας προτείνουν τηλεοπτικά προγράμματα που, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποτελούν απολογία του κατεστημένου».

Μαρκούζε, Το τέλος της ουτοπίας, Ύψιλον, 1985

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Τέοντορ Αντόρνο:

Theodor Adorno: Έχω λάβει μέρος σε διαδηλώσεις εναντίον των εθνικών Νόμων Εκτάκτου Ανάγκης και έχω κάνει ό,τι μπορούσα στο πεδίο της μεταρρύθμισης της ποινικής νομοθεσίας. Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε τέτοιου είδους πράγματα και τη συμμετοχή σε μισοπάλαβες ιστορίες όπως το πετροβόλημα των παραθύρων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Ερώτηση: Ποιο είναι το κριτήριό σας για το αν είναι λογικό όχι;

Theodor Adorno: Ως προς το ένα σκέλος, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη κατάσταση. Ως προς το άλλο, έχω πάντα τις σοβαρότερες επιφυλάξεις απέναντι στη χρήση βίας. Αν δεν καταδίκαζα τον φαύλο κύκλο της απάντησης στη βία με βία θα έπρεπε να αρνηθώ ολόκληρο το παρελθόν μου -την εμπειρία του Χίτλερ και ότι παρατηρήσεις έχω κάνει για τον Σταλινισμό. Μπορώ να οραματιστώ μία έλλογη πρακτική ικανή να φέρει αλλαγές μόνο στο βαθμό που δεν εμπλέκεται στη χρήση βίας.

[...]

Η Ακροαριστερά ενδιαφέρεται απεριόριστα για δημοσιότητα. Φοβάται μήπως ξεχαστεί, έτσι γίνεται σκλάβος της ίδιας της δημόσιας εικόνας της. Διαλέξεις όπως οι δικές μου, που τις παρακολουθούν πάνω από χίλιοι άνθρωποι, προφανώς προσφέρονται ως λαμπρό forum για ακτιβιστική προπαγάνδα.

«Άλλο βία κι άλλο βιοπάλη», λέει ο Μάνος Χατζιδάκις:

[...]

Βγήκαμε παιδιά μιας μάνας χήρας

ήμασταν γεννήματα της μοίρας

γίναμε εκφραστές μιας βίας στείρας

μείναμε οι χορδές μισές μιας λύρας

[...]

Τώρα αλλάζουμε γινόμαστ' άλλοι

βάλαμε κεραία στο κεφάλι

γίναμε αστυνόμοι μες στην ζάλη

άλλο βία κι άλλο βιοπάλη

                                        Μάνος Χατζιδάκις, Η Μεταμόρφωση

12 Ιουλίου 2026
Τι λες, Όμηρε;

Τι λες, Όμηρε, για τον χρόνο που δίνεται σε αυτές τις γυναίκες μπροστά στην οθόνη, αν σκεφτεί κανείς πόσο λίγο τους έδωσες εσύ; (So, Homer, how do you feel about the screen time given to these women considering how little you spent with them?)

Αυτό θα ρώταγε τον Όμηρο, είπε πρόσφατα σε μια συνέντευξη η ηθοποιός Λουπίτα Νυόνγκο, η οποία ενσαρκώνει στην ταινία Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν την Ωραία Ελένη και την αδελφή της Κλυταιμνήστρα.

Δεν γνωρίζω πόσο χρόνο αφιερώνει ο Νόλαν στις γυναίκες στην ταινία του, ακόμα δεν έχουν αρχίσει οι προβολές, και φυσικά δεν μπορώ να κρίνω αν αυτός ο χρόνος είναι προσήκων, υπερβολικός ή ανεπαρκής. Όμως η απάντηση του Ομήρου θα ήταν ότι και στα δυο έπη του όλος ο χρόνος του δράματος είναι αφιερωμένος στις γυναίκες.

Όμως, θα αντέτεινε κάποιος, οι γυναίκες στα ομηρικά έπη βρίσκονται μόνο για λίγο στο προσκήνιο της δράσης, ο υπόλοιπος χρόνος είναι κυρίως δεσμευμένος για την περιγραφή φρικαλέων πράξεων που διαπράττουν οι άντρες μεταξύ τους και μόνο ένα μικρό μέρος για σκηνές μέθης, θρήνου, θυσιών και αγωνισμάτων – ένα μικρό χωρίο είναι αφιερωμένο στην περιγραφή μιας συνέλευσης του στρατού των Αχαιών που όμως και αυτή καταλήγει σε χάος.

Πράγματι, οι γυναίκες βρίσκονται μόνο για λίγο στο προσκήνιο της δράσης και αυτό όχι μόνο γιατί πρέπει να μοιραστούν τον πεπερασμένο αφηγηματικό χρόνο με όλα τα άλλα πρόσωπα των δραμάτων, αλλά γιατί πρέπει μέσα από την αφηγηματική παρουσίαση των πράξεων των ανδρών να εξηγηθεί γιατί όλος ο χρόνος των δραμάτων είναι αφιερωμένος στις γυναίκες.

Το παράδοξο αυτού του ισχυρισμού εξαϋλώνεται αν κατανοήσουμε ότι οι πράξεις των ανδρών στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια καθοδηγούνται με ελάχιστες εξαιρέσεις από τα πάθη. Οι ομηρικοί άνδρες όχι μόνο δεν είναι σε θέση να τιθασεύσουν τα πάθη τους, οι περισσότεροι δεν είναι καν σε θέση να κατανοήσουν ότι καταδυναστεύονται απ’ αυτά. Αντίθετα, οι ομηρικές γυναίκες, λόγω της θέσης τους στη δομή της ομηρικής κοινωνίας ως σύζυγοι, μητέρες, κόρες και αδελφές, είτε είναι τα θύματα των παθών των ανδρών, όπως η Ελένη, η Κλυταιμνήστρα, η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα, είτε πρέπει να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτών των παθών, όπως η Ανδρομάχη και η Πηνελόπη.

Εάν η κλαγγή των όπλων, οι ιαχές των πολεμιστών και οι προπηλακισμοί που ανταλλάσσουν οι «ήρωες» μεταξύ τους πριν αλληλοσφαχτούν στην Ιλιάδα, εάν οι βροντές και οι αστραπές των στοιχείων της φύσης, οι βρυχηθμοί της Σκύλλας και της Χάρυβδης, το τραγούδι των σειρήνων, οι κραυγές απόγνωσης των συντρόφων του Οδυσσέα, και αυτές του πανικού και της απόγνωσης των μνηστήρων στην Οδύσσεια αποτελούν τα πολυποίκιλα εναλλασσόμενα και μελωδικά θέματα των δυο επών που μεταλαμπαδεύουν τα πάθη των ομηρικών ανδρών στις ψυχές των ακροατών –και αργότερα των θεατών– , η φρίκη που νιώθει η Ελένη στη θέα των μαχών και των νεκρών που πεθαίνουν εξαιτίας της, ο θρήνος και ο φόβος της Εκάβης και της Ανδρομάχης μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, η απόγνωση της Χρυσηίδας κα της Βρισηίδας μπροστά στον ζόφο της δουλείας, το μίσος της Κλυταιμνήστρας για τον βίαιο και εγωκεντρικό Αγαμέμνονα και η υπομονή της Πηνελόπης που προσπαθεί να κρατήσει όρθιο το σπίτι και το κύρος του θρόνου του Οδυσσέα ώστε να μπορέσει να τον διαδεχτεί νόμιμα ο γιος του, είναι το σταθερό μπάσο κοντίνουο που συνοδεύει αυτές τις παθιασμένες μελωδίες από τον πρώτο δάκτυλο της πρώτης ραψωδίας μέχρι τον τελευταίο της τελευταίας.

Είναι αυτή η ήρεμη, θλιμμένη αλλά συνάμα και δυνατή συνοδεία που μεταφέρει το μήνυμα ότι τελικά τα πάθη θα δαμαστούν, ότι οι εχθροί θα συμφιλιωθούν έστω και πάνω από τα μνήματα των φίλων και των παιδιών τους, ότι ο οίκος θα καθαρίσει από τους κόλακες και τα παράσιτα και ότι η οικιακή τάξη θα αποκατασταθεί – αυτά είναι που θωρακίζουν την ψυχή των ακροατών του ομηρικού έπους και αργότερα των θεατών των ταινιών που ενέπνευσε απέναντι στα πάθη και τους οδηγούν σε αυτό που ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε κάθαρση.

Όλα τα μέτρα, όλες τις νότες, όλον τον χρόνο αυτού του μπάσου που οδηγεί στην κάθαρση τα έχει αφιερώσει ο Όμηρος στις γυναίκες. Το έχει καταφέρει άραγε και ο Κρίστοφερ Νόλαν;

 

09 Ιουλίου 2026
President.gov.ua

Καθώς η Ουκρανία συνεχίζει την πορεία της προς την Ευρώπη, αντιστεκόμενη παράλληλα στην επιθετικότητα της Ρωσίας, η υποψηφιότητά της αναδεικνύει τα όρια του παραδοσιακού μοντέλου διεύρυνσης.

Το 2026, το μέλλον της Ουκρανίας στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ζήτημα ενσωμάτωσής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει μετατραπεί σε στρατηγικό ζήτημα. Μια σειρά συζητήσεων σχετικά με την άμυνα, την ανεξαρτησία και την οικονομία της Ευρώπης —θέματα που κάποτε φαινόταν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους— καθίστανται πλέον όλο και πιο αλληλένδετα. Οι συζητήσεις για την επιτάχυνση της ένταξης της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, οι προτάσεις για τη σταδιακή ένταξή της στην Ενιαία Αγορά της ΕΕ, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη διευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας, καθώς και οι διαβουλεύσεις μεταξύ των βασικών ευρωπαϊκών χωρών σχετικά με το μέλλον της Ουκρανίας αντανακλούν μια σημαντική μετατόπιση όσον αφορά τις προοπτικές της ευρωπαϊκής διεύρυνσης και ολοκλήρωσης.

Για δεκαετίες, η διεύρυνση ξεχώριζε ως μία από τις πιο επιτυχημένες πολιτικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ξεκινώντας το 1951, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επεκτάθηκε σταδιακά, δημιουργώντας μια πιο ενωμένη κοινότητα δημοκρατίας, ευημερίας και σταθερότητας σε μια ήπειρο που αναδυόταν από τη διαίρεση και τις συγκρούσεις. Οι υποψήφιες χώρες πραγματοποίησαν μεταρρυθμίσεις, ενίσχυσαν τους θεσμούς και εντάχθηκαν σταδιακά στα εξελισσόμενα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συστήματα της Ένωσης.

Αυτό συνέβη σε ένα στρατηγικό πλαίσιο όπου τα βασικά ζητήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας φαινόταν να έχουν επιλυθεί σε μεγάλο βαθμό, χάρη στη δημιουργία και την επέκταση του ΝΑΤΟ. Σήμερα, ωστόσο, πολλές από αυτές τις παραδοχές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Πάνω απ’ όλα, η πλήρης εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει καταρρίψει τα θεμέλια του πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων έχει αναζωπυρώσει ερωτήματα που οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι είχαν επιλυθεί εδώ και καιρό. Ποιος φέρει την ευθύνη για την ασφάλεια της ηπείρου; Πώς πρέπει να διαμορφωθεί η αποτροπή; Τι ρόλο πρέπει να διαδραματίσει η Ευρώπη στην άμυνά της;

Από πολλές απόψεις, η Ευρώπη επανεξετάζει ζητήματα που είχαν αρχικά τεθεί κατά τη γέννηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η πρόταση του 1952 για μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα δεν υλοποιήθηκε ποτέ, καθώς το ΝΑΤΟ και η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας αποτέλεσαν τους κύριους πυλώνες της ευρωπαϊκής άμυνας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Για πολλά χρόνια μετά, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ασφάλεια εξελίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα. Ωστόσο, η διατήρηση αυτού του διαχωρισμού γίνεται όλο και πιο δύσκολη στο πλαίσιο της Ουκρανίας.

Η Ουκρανία δεν είναι η πρώτη μετασοβιετική χώρα που επιδιώκει την ένταξη στην ΕΕ. Ωστόσο, είναι η πρώτη υποψήφια χώρα που επιδιώκει την ένταξη ενώ βρίσκεται εν μέσω ενός μεγάλου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος, εφαρμόζει δύσκολες μεταρρυθμίσεις υπό εξαιρετικές συνθήκες και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις συζητήσεις για τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης.

Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των πρόσφατων προτάσεων που αποσκοπούν στο να καταστήσουν την ολοκλήρωση σταδιακή και πολιτικά συναφή. Σε αυτές περιλαμβάνονται έντονες συζητήσεις σχετικά με την ιδέα του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς για την πρόωρη συμμετοχή εκπροσώπων της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, καθώς και προτάσεις για τη σταδιακή πρόσβαση των υποψηφίων χωρών της ΕΕ σε τμήματα της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς πριν από την πλήρη ένταξή τους. Οι συζητήσεις αυτές υποδηλώνουν την αντίληψη ότι ο παραδοσιακός διαχωρισμός της ΕΕ μεταξύ του καθεστώτος υποψηφιότητας και αυτού της ένταξης ενδέχεται να μην είναι πλέον επαρκής.

Οι πρόσφατες προτάσεις για σύμπραξη, συμμετοχή και ενσωμάτωση αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Αναγνωρίζουν ότι οι χώρες που υλοποιούν απαιτητικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αποκομίζουν ορισμένα οφέλη από την ένταξη ακόμη και πριν από την πλήρη ένταξη.

Στην περίπτωση της Ουκρανίας, αντιμετωπίζουν μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το κύριο ζήτημα πλέον δεν είναι απλώς πώς να επιταχυνθεί η ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ. Είναι το αν η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρώπη μπορεί να συζητηθεί ξεχωριστά από τα ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Από την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, η σημασία αξιόπιστων εγγυήσεων ασφάλειας για την Ουκρανία αποτελεί κεντρικό θέμα στις ευρωπαϊκές συζητήσεις. Επί του παρόντος, αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι μόνο η αναγνώριση αυτής της ανάγκης, αλλά και η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η ασφάλεια της Ουκρανίας και η ευρωπαϊκή της ένταξη αποτελούν πλέον αλληλένδετες πτυχές του ίδιου στρατηγικού στόχου.

Ενώ η ένταξη στο ΝΑΤΟ παραμένει ο στρατηγικός στόχος της Ουκρανίας, προς το παρόν δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Αυτό έχει αυξήσει την επείγουσα ανάγκη να διερευνηθεί πώς η Ουκρανία μπορεί να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας.

Οποιαδήποτε μελλοντική διπλωματική πρωτοβουλία με στόχο τον τερματισμό του πολέμου θα απαιτήσει κάτι περισσότερο από συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός ή πολιτικές συμφωνίες. Η διαρκής ειρήνη θα εξαρτηθεί από την ενσωμάτωση της Ουκρανίας σε ένα πλαίσιο που θα συνδυάζει οικονομικές ευκαιρίες, πολιτική ένταξη και αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας. Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οποιαδήποτε διευθέτηση κινδυνεύει να καταστεί απλώς μια παύση πριν από την επανάληψη της σύγκρουσης.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Για παράδειγμα, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Άνδριους Κουμπίλιους έχει υποστηρίξει ότι η Ουκρανία πρέπει να ενταχθεί στην αναδυόμενη αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Ο Ιταλός Υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο έχει επίσης υποστηρίξει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό αμυντικό πλαίσιο που θα εκτείνεται πέρα από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανεξάρτητα από τη θεσμική μορφή που ενδέχεται τελικά να λάβουν τέτοιες ρυθμίσεις, αντανακλούν μια ευρύτερη πραγματικότητα: η ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Ο ρόλος της Ουκρανίας σε αυτή τη συζήτηση δεν πρέπει να εξεταστεί μόνο υπό το πρίσμα των εγγυήσεων και της βοήθειας. Μετά από πάνω από τέσσερα χρόνια πλήρους πολέμου, η Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης. Οι ένοπλες δυνάμεις της έχουν αποκτήσει απαράμιλλη εμπειρία στον συμβατικό πόλεμο μεγάλης κλίμακας, ενώ η αμυντική της βιομηχανία έχει αναδειχθεί σε καινοτόμο τομέα όσον αφορά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα αυτόνομα συστήματα και τον ηλεκτρονικό πόλεμο. Σε βασικούς τομείς, η επιχειρησιακή εμπειρογνωμοσύνη της Ουκρανίας ξεπερνά πλέον εκείνη πολλών χωρών της ΕΕ.

Αυτά τα επιτεύγματα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη συνεχιζόμενη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική υποστήριξη από την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους συμμάχους. Ωστόσο, η ικανότητα της Ουκρανίας να αξιοποιεί αυτή την υποστήριξη, να τη μετατρέπει σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και να αναπτύσσει τις δικές της καινοτομίες έχει δείξει μια ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα που λίγοι περίμεναν στην αρχή του πολέμου.

Η Ουκρανία δεν είναι πλέον απλώς αποδέκτης ασφάλειας: έχει πλέον καταστεί συνεισφέρουσα σε αυτή. Αυτή η μετατόπιση θα πρέπει επίσης να επηρεάσει τη συζήτηση για τη διεύρυνση. Ενώ οι συζητήσεις συχνά επικεντρώνονται στο τι μπορεί να προσφέρει η Ευρώπη στην Ουκρανία, είναι όλο και πιο σημαντικό να ληφθεί υπόψη τι προσφέρει η Ουκρανία στην Ευρώπη — όπως στρατιωτική δύναμη, τεχνολογικές εξελίξεις, στρατηγικά πλεονεκτήματα και μια σαφή δέσμευση για την τήρηση των βασικών αρχών του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Η επιτυχής ένταξη της Ουκρανίας θα αποτελούσε ένα σημαντικό ορόσημο στην ιστορία της ΕΕ, καθώς θα προστάτευε μια χώρα που επί του παρόντος δέχεται επίθεση και θα αναδείκνυε την ικανότητα της Ευρώπης να προσαρμόζει τους θεσμούς και τις πολιτικές της σε ένα δραματικά μεταβαλλόμενο στρατηγικό τοπίο.

Η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την απλή διεύρυνση στο πώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις ανανεωμένες προκλήσεις ασφάλειας και στο κατά πόσον μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο όπου οι πολιτικές, οικονομικές, δημοκρατικές προσπάθειες, καθώς και αυτές της ασφάλειας αλληλοενισχύονται.

Ένα βασικό δίδαγμα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ότι η διαρκής ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική δύναμη και την αποτροπή, αλλά και από ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και ανθεκτικές κοινωνίες. Οι επιλογές των ευρωπαίων ηγετών – συμπεριλαμβανομένων των Ουκρανών – σχετικά με τον ρόλο της Ουκρανίας στην Ευρώπη επηρεάζουν άμεσα όλους αυτούς τους τομείς. Λίγες αποφάσεις θα έχουν τόσο σημαντικές συνέπειες για το μέλλον της ηπείρου.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

06 Ιουλίου 2026
James Kavallines / Library of Congress Prints and Photographs Division

Η σχέση μου με την ποίηση ήταν πάντοτε κουτσή. Μια σχέση που δεν προχώρησε ποτέ σε κάτι πιο ουσιαστικό. Μερικά ποιήματα με άγγιξαν, αλλά μόνο για λίγο, μέχρι να τα ξαναβάλω στο ράφι και να μην ξαναασχοληθώ μαζί τους. Αναγνώριζα την αξία τους και την ομορφιά τους, αλλά δεν κατόρθωνα να τα εντάξω πραγματικά στη ζωή μου. Ήταν σαν ένα όμορφο πουκάμισο, που δεν μπορείς να το συνδυάσεις με κανένα από τα ρούχα που φοράς: το βλέπεις, το θαυμάζεις, αλλά το βάζεις στην ντουλάπα σου, οπότε στέκεται σε πλήρη αχρηστία και κάποια στιγμή το ξεχνάς. Για αυτή μου την αναπηρία κατηγορώ ανοιχτά, χωρίς περιστροφές, το σχολείο. Όταν σκέφτομαι πώς διδάχτηκα την ποίηση στα χρόνια του σχολείου, συνειδητοποιώ ότι έχει εντυπωθεί βαθιά μέσα μου η ερώτηση: τι θέλει να πει ο ποιητής; Η κλασική ερώτηση που θέτει ο δάσκαλος όταν ζητά από τους μαθητές να ανακαλύψουν και να ερμηνεύσουν το νόημα που κρύβεται πίσω από ένα στίχο. Με λίγα λόγια, μια πρακτική που δηλώνει ότι ένα ποίημα κρύβει ένα και μοναδικό νόημα και πως αυτό δεν μπορείς να το βρεις μόνος σου, αλλά χρειάζεσαι τη βοήθεια του πάνσοφου δασκάλου.

 

 

Δεν είναι τυχαίο ότι η ερώτηση αυτή έχει γίνει στερεότυπο, σχεδόν ανέκδοτο. Έχει ενσωματωθεί στη γλώσσα μας και χρησιμοποιείται με ειρωνεία όταν θέλει να περιγράψει κάποιον ο οποίος μιλάει ή γράφει με τρόπο τόσο μπερδεμένο και δυσνόητο σε σημείο που κανένας να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής, είτε πρόκειται για τον συνομιλητή μας είτε για έναν συγγραφέα.

Τελικά, ίσως αυτή η ανολοκλήρωτη σχέση μου με την ποίηση να μην οφείλεται στο ίδιο το ποίημα, αλλά στην αίσθηση ότι είναι κάτι ξένο από τη δική μου ζωή και ότι δεν είμαι επαρκής αναγνώστρια.

Δεν έχω καμία πρόθεση να υποτιμήσω την καλή διάθεση και την προσπάθεια που κατέβαλλαν οι δάσκαλοι της γλώσσας και της λογοτεχνίας να μεταδώσουν τις γνώσεις τους. Ας μην ξεχνάμε ότι και αυτοί κάποτε κάθισαν στα θρανία και προσπάθησαν να δώσουν μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Οπότε, μέσα από τη δική τους μαθητεία, σχημάτισαν ισχυρές αντιλήψεις για το πώς γίνεται η διδασκαλία. Έτσι, όταν πήραν πια στα χέρια τους, ως εκπαιδευτικοί, το τιμόνι της τάξης, μετέφεραν τις δικές τους σχολικές εμπειρίες στους δικούς τους μαθητές. Και όλα αυτά γίνονταν σε εποχές όπου η επιμόρφωση δασκάλων δεν υπήρχε καν ως όρος. Ευτυχώς όταν, ως φιλόλογος, πήρα το τιμόνι της τάξης στα χέρια μου για να διδάξω ελληνικά σε ξένους, η επιμόρφωση δασκάλων, που ήταν πιασμένη χέρι χέρι με την εφαρμοσμένη γλωσσολογία, είχε εδραιωθεί στην επαγγελματική ζωή των εκπαιδευτικών. Παρακολούθησα μια σειρά σεμιναρίων τα οποία επαναπροσδιόρισαν μέσα μου το ρόλο του δασκάλου και τη σχέση του με την τάξη. Σε κάποιο από αυτά έμαθα ποιος είναι ο δάσκαλος σύμφωνα με τον Μπρους Λι, ο οποίος, ως κορυφαίος δάσκαλος πολεμικών τεχνών, είχε συλλάβει από πολύ νωρίς τη σημασία του ρόλου του. Ένας ορισμός που, πραγματικά, μου άνοιξε τα μάτια:

Ο δάσκαλος δεν είναι αυτός που δίνει την αλήθεια. Είναι ένας οδηγός προς την αλήθεια, που κάθε μαθητής πρέπει να βρει μόνος του. Ο δάσκαλος δεν μπορεί να είναι κολλημένος σε μια ρουτίνα. Κάθε στιγμή απαιτεί ένα ευαίσθητο μυαλό, το οποίο αλλάζει συνεχώς και προσαρμόζεται συνεχώς.

Σε άλλο σεμινάριο έμαθα ότι η ανάγνωση του κόσμου προηγείται της ανάγνωσης της λέξης. Εκεί πια εμπέδωσα μέσα μου ότι, από τη στιγμή που το ποίημα φεύγει από τα χέρια του δημιουργού του, τυπώνεται και φτάνει στα χέρια του αναγνώστη, ο ποιητής αποσύρεται και το λόγο έχει αυτός που το διαβάζει. Κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να το «ξαναγράψει» μέσα από τις δικές του εικόνες και εμπειρίες. Κάθε ποίημα γίνεται ένας γρίφος, ένα αστυνομικό πρόβλημα, που δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς την προσωπική συμμετοχή τού κάθε αναγνώστη. Κάθε ποίημα ανοίγει μια πύλη στον κόσμο του αναγνώστη, αλλά η είσοδος σε αυτόν τον κόσμο είναι μοναδική και εξαρτάται από τις προσωπικές του εμπειρίες. Δεν είναι μόνο οι λέξεις που αραδιάζει ο ποιητής, αλλά και η ερμηνεία που εμείς κουβαλούμε μαζί μας.

 

 

Η ποίηση είναι ένα προσωπικό ταξίδι

Η κατανόηση της ποίησης δεν είναι ένα αντικειμενικό συμπέρασμα, ούτε αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας ομάδας ειδικών. Είναι ένα προσωπικό ταξίδι, το οποίο ο καθένας πραγματοποιεί με τη βοήθεια, με τα εφόδια που του έχουν δώσει η προσωπική του ιστορία, τα βιώματά του, οι αδυναμίες, οι δεξιότητές του, η σχέση που έχει αναπτύξει με τα άλλα είδη τέχνης. Αυτό που οφείλει να κάνει ο δάσκαλος είναι να πάρει από το χέρι τον κάθε μαθητή, την κάθε μαθήτριά του χωριστά και να τον/την βοηθήσει να βρει τη δική του / τη δική της μαντλέν που πυροδοτεί τη μνήμη, να ανακαλύψει εκείνο το προσωπικό ερέθισμα που θα τον/την φέρει κοντά στο ποίημα. Όταν ο μαθητής ή η μαθήτρια συνδέσει την ποίηση με κάτι δικό του/της, μια ανάμνηση, μια εικόνα, μια εμπειρία, παύει να βλέπει την ποίηση σαν κάτι απόμακρο και ξένο. Την πλησιάζει χωρίς το φόβο της μίας και μοναδικής ερμηνείας. Ο δάσκαλος δεν είναι ο κάτοχος της μίας και μοναδικής αλήθειας. Είναι ο σκηνοθέτης της συνάντησης ανάμεσα στο μαθητή και το ποίημα. Ίσως πρέπει να είναι ένας Ηλίας Καζάν (της τάξης), ο οποίος δεν έδινε στους ηθοποιούς του μια συνταγή για το πώς να ερμηνεύσουν ένα ρόλο. Τους κινητοποιούσε να σκάψουν μέσα τους, έτσι ώστε να ανακαλύψουν ένα προσωπικό τους βίωμα, εκείνο που θα έδινε φυσικότητα στον κινηματογραφικό χαρακτήρα και θα τον έκανε αληθινό. Ο Μάρλον Μπράντο, που υπήρξε μαθητής και στενός συνεργάτης τού Ελία Καζάν, γράφει στην αυτοβιογραφία του:

Ένας από τους λόγους που ο Γκατζ (ψευδώνυμο του Καζάν) ήταν πολύ καλός σκηνοθέτης για τους ηθοποιούς ήταν επειδή μπορούσε να χειρίζεται τα ανθρώπινα συναισθήματα. Προσπαθούσε να ανακαλύψει τα πάντα για τους ηθοποιούς του και συμμετείχε συναισθηματικά σε όλες τις σκηνές. Σε πλησίαζε πριν έρθει η σειρά σου και σου έλεγε κάτι για να ξυπνήσει μέσα σου τα κατάλληλα συναισθήματα για τη σκηνή που θα γύριζες.[1]

Έχοντας αποκτήσει από τα επιμορφωτικά σεμινάρια το θεωρητικό υπόβαθρο, αποφάσισα να βγάλω το ξεχασμένο πουκάμισο από την ντουλάπα μου και να το φορέσω με αυτοπεποίθηση. Οι συζητήσεις με τη φίλη ποιήτρια Μαρία Τοπάλη στάθηκαν για μένα η κινητήρια δύναμη. Αρχίσαμε να συζητάμε για ποιήματα χωρίς την αγωνία της σωστής ερμηνείας. Με την καθοδήγησή της δεν με ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο ποιητής, αλλά πώς ένιωσα, τι θυμήθηκα και σε ποια χαραμάδα μου εισχώρησε το ποίημα. Μέσα από αυτές τις συζητήσεις ανακάλυψα τη δική μου μαντλέν, τον κινηματογράφο. Την τέχνη η οποία μιλάει στην ψυχή μου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή τέχνης και την παρακολουθώ από πολύ μικρή. Οι λέξεις του ποιήματος σχημάτιζαν εικόνες που τις είχα ξαναδεί σε μια οθόνη. Μέσα στους «ήρωες» ενός ποιήματος αναγνώριζα κινηματογραφικούς ήρωες. Χωρίς να το καταλάβω, οι συζητήσεις διαπέρασαν τη θωράκιση που είχα αποκτήσει από τη σχολική τάξη. Οπότε, σταμάτησα να αναρωτιέμαι τι θέλει να πει ο ποιητής και άρχισα να ψάχνω πού βρίσκεται το σημείο συνάντησης ανάμεσα σε μένα και στο ποίημα. 

Έτσι, διαβάζοντας ένα αυτοτελές απόσπασμα από το ποίημα της σπουδαίας βρετανίδας ποιήτριας Άλις Όσβαλντ (Alice Oswald) «Μνημείο πεσόντων»[2], αναγνώρισα στον Έκτορα τον Αταίριαστο του Κόπολα. Περπατώντας στο βουνό με τον Σεφέρη ένα «Ωραίο φθινοπωρινό πρωινό», ποίημα από το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α’, τα φώτα έσβησαν και ξαναείδα μπροστά μου τη Μέρα της Μαρμότας.

Στις συζητήσεις μας για το ποίημα της Λουίζ Γκλυκ «Καθιστή Μορφή», από την ποιητική συλλογή Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα[3], συνάντησα ξανά τον καθισμένο σε αναπηρικό καροτσάκι ήρωα του Χίτσκοκ στην ταινία Ο σιωπηλός μάρτυρας.

Όταν διαβάσαμε παρέα το ποίημα «Εικασίες σχετικές με το θέμα του Βαραββά»[4], ξαναήρθαν στην επιφάνεια τα συναισθήματα που μου δημιούργησε η ταινία Jesus Christ Superstar.

Είναι πολύτιμες οι συζητήσεις με αγαπημένες φίλες και δεινές αναγνώστριες. Συναισθήματα και εντυπώσεις που δημιουργούσε ένα ποίημα, αλλά φώλιαζαν στο περιθώριο της συνείδησης, παίρνουν σάρκα και οστά και τις βλέπουμε μπροστά μας.

 

 

Ένα μάθημα

Η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πλησίασα την ποίηση δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο της ανάγνωσης, αλλά επηρέασε αποφασιστικά τη μέθοδο διδασκαλίας μου στην τάξη με τους ενήλικους αλλοδαπούς σπουδαστές μου. Στο μάθημα όπου δουλέψαμε την πρώτη στροφή από το  τραγούδι/ποίημα του Διονύση Σαββόπουλου Δημοσθένους λέξις απέφυγα συνειδητά την ερώτηση τι θέλει να πει ο ποιητής και δημιούργησα ένα χώρο όπου ο κάθε σπουδαστής και η κάθε σπουδάστρια μπορούσε να καταθέσει τη δική του/της εμπειρία, τις δικές του/της εικόνες και τα δικά του/της συναισθήματα. Παραθέτω την πρώτη στροφή:

Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κανείς δεν θα με περιμένει

Οι δρόμοι θα’ ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη.

Τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι

Αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή.

Η ερώτηση που έκανα ήταν απλή: Τι λειτούργησε σαν φυλακή για εσάς και γιατί;

Οι απαντήσεις ήρθαν αμέσως. Αυτές που επέστρεφαν ξανά και ξανά, διατυπωμένες διαφορετικά κάθε φορά, ήταν δύο: η οικογένεια και η γνώμη των άλλων.

Η οικογένεια: Η περίφημη φράση είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια κρύβει προσεκτικά μια νοσηρή κατάσταση. Κανένας από εμάς δεν είναι έτοιμος να αποχωριστεί κανέναν. Η υπερβολική προστασία δεν επιτρέπει σε κανένα μέλος της οικογένειας να βγει στον έξω κόσμο και να στραβοπατήσει. Να έρθει αντιμέτωπος με μοναξιά, απογοήτευση, με συγκρούσεις εσωτερικές και εξωτερικές. Η οικογένεια είναι πάντοτε εκεί για να βάλει τσιρότο σε κάθε πληγή, με αποτέλεσμα να μην κοπεί ποτέ ο ομφάλιος λώρος.

Τι θα πουν οι άλλοι: Όταν η ανάγκη για αποδοχή, που ώς ένα βαθμό είναι φυσιολογική, γίνεται εμμονή, σε κάθε κοινωνική επαφή βρισκόμαστε υπό κρίση, κάθε συναναστροφή γεννά άγχος. Είναι αυτό το αόρατο βλέμμα των άλλων που υψώνει κάγκελα γύρω σου και χωρίς να το καταλάβεις γίνεσαι έγκλειστος με τη θέλησή σου.

Ακούγοντάς τους αισθάνθηκα ότι το ποίημα είχε κάνει τη δουλειά του. Δεν υπήρχε η παραμικρή ανάγκη να εξηγήσουμε τίποτε άλλο. Αυτή η στροφή είχε ανοίξει χώρο για όλους και ο καθένας από εμάς μπορούσε να φέρει την αποσκευή του.

Κι αυτό επειδή ούτε εμένα, ως δασκάλα, με ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο Διονύσης Σαββόπουλος. Έτσι κατάλαβα τι εννοούσε ο Eλία Καζάν όταν έγραψε:

Δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει η αντίδραση του σκηνοθέτη με την πρόθεση του συγγραφέα. Το πρώτο ερώτημα του σκηνοθέτη όταν προσεγγίζει ένα σενάριο δεν είναι ποια ήταν η πρόθεση του συγγραφέα, αλλά ποια είναι η δική του αντίδραση ως ανεξάρτητου καλλιτέχνη σ’ αυτό.[5]



[1] Μάρλον Μπράντο, Τραγούδια που μου έμαθε η μητέρα μου, μτφρ. Σοφία Ανδρεοπούλου και Δάφνη Βούβαλη (Αθήνα: Νέα Σύνορα - Εκδοτικός  Οργανισμός Λιβάνη, 1994), σ. 238.

[2] Κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά από τις εκδόσεις Μελάνι (2018).

[3] Louise Gluck, Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Στερέωμα, Αθήνα 2022.

[4] Zbigniew Herbert, Τιμές στον μικρό θεό της ειρωνείας, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Πατάκη, Αθήνα 2017, σ. 95.

[5] Ελία Καζάν, Για τη σκηνοθεσία, μτφρ. Νίνα Μπούρη, Πατάκη, Αθήνα 2018, σ. 29.

06 Ιουλίου 2026
 Andy Morffew

Είναι η ηγέτις δύναμη της Δύσης μια μεγάλη βελανιδιά; Αν κοιτάξεις το βιβλίο του Χάουαρντ Ζιν, Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών (1980), αλλά και το βιβλίο του Paul Johnson, A History of the American People (1997 – για να το γράψει χρειάστηκαν 32 χρόνια!), θα πεις πως ναι, είναι ένα τρανό δέντρο. 

Ακόμη και η απαρχή του αμερικανικού κράτους φέρει μέσα του μια παράξενη μείξη πειθαρχίας και υπερβολής. Η Αμερική χτίστηκε, θα έλεγα, από λειτουργικούς αλκοολικούς (functional alcoholics). Ο πρόεδρος Τζορτζ Ουάσιγκτον επέλεξε, τότε, ένα λογαριασμό εξόδων αντί για ένα μισθό. Και έτσι, χρέωνε τη Madeira –ένα «ενισχυμένο» κρασί–, που του άρεσε τόσο πολύ να πίνει, στο έθνος. Έπιναν αρκετά, αλλά ταυτόχρονα φρόντισαν να ξεκινήσει η χώρα με δυναμική, γνώση και φιλοδοξία. Με τα χρόνια, οι ΗΠΑ αγόρασαν τη Λουιζιάνα από τη Γαλλία το 1803 –αγορά σταθμός– και την Αλάσκα από τη Ρωσία το 1867 – σε αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως το χειρότερο real estate deal στην ιστορία, για τους Ρώσους φυσικά.

Έτσι, ως Ευρωπαίος, τώρα Αμερικανός, που έχει κάνει το Μπρούκλιν γειτονιά του και το σπίτι του στο New Haven, νιώθω περήφανος και αισιόδοξος καθώς η Αμερική γιορτάζει τα 250ά της γενέθλια, αν και όχι χωρίς ανησυχία. Με τα χρόνια, έχω αρχίσει να βλέπω την Αμερική ως κάτι περισσότερο από μια χώρα. Είναι μία ιδέα που δεν σταματά να επανεφευρίσκει τον εαυτό της. Καλωσορίζει ανθρώπους –το έκανε περισσότερο στο παρελθόν– από παντού και τους ζητά να γίνουν αναπόσπαστο μέρος του κοινωνικού της ιστού. Αν η Αμερική δεν υπήρχε, θα έπρεπε κάπως να την εφεύρουμε. Η ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων και λαών κάτω από τους ίδιους νόμους είναι άκρως σημαντική.

Αρκεί, για να κατανοήσεις τη σύγχρονη Αμερική, να περπατήσεις στους δρόμους του Μανχάταν που κρύβουν το φως οι ουρανοξύστες; Όχι! Αρκεί να γνωρίζεις πως υπάρχει η Αμερική που είναι εναντίον της οπλοκατοχής και του ρατσισμού, όπως υπάρχει και αυτή που είναι υπέρ και των δύο; Πάλι όχι! Για να καταλάβεις την Αμερική πρέπει να δεις μερικά γουέστερν. Η Αμερική είναι ακόμη «a limited Far West» θα έλεγα λίγο εκκεντρικά, και πρέπει να μάθεις να πυροβολείς γρηγορότερα και από τη σκιά σου για να επιβιώσεις. Πώς όμως η Άγρια Δύση έγινε η Αμερική που εκλέγει πρόεδρο με το Κολέγιο των Εκλεκτόρων; Το Κολέγιο αυτό που είναι ένα «βαρύ κληροδότημα» της εποχής της δουλείας, και όχι μόνο. Η ιστορική διαδικασία ήταν αιματηρή. Μα οδήγησε στο να έχουμε δημοκρατική παράδοση που δεν έχει άλλο προηγούμενο στην παγκόσμια ιστορία, και διαρκεί 250 ολόκληρα χρόνια.

Η Αμερική σίγουρα έχει και μερικά προβλήματα, από την πολιτική πόλωση και τη φτώχεια μέχρι τις έντονες διαιρέσεις. Μα φτώχεια στην Αμερική; «Οι σιταποθήκες ήταν γεμάτες και τα παιδιά των φτωχών μεγάλωναν ραχιτικά» γράφει ο Τζον Στάινμπεκ στα Σταφύλια της Οργής (1939). Η φτώχεια είναι και ίδιον του καπιταλισμού. Αμερικανοί πρόεδροι, κυρίως τα τελευταία χρόνια, έχουν συμπεριφερθεί σαν «Demolition Boys». Ταυτόχρονα, ο θεσμός του προέδρου είναι φορτισμένος με δόξα και μπορεί κάποιος να εκλεγεί πρόεδρος επειδή «η τιμή των αβγών» ανέβηκε πολύ. (Ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου πρέπει να ευχαριστεί τα ταπεινά αυγά.) Αλλά δεν πιστεύω ότι ένα έθνος πρέπει να κρίνεται μόνο από τις κακές στιγμές του. Επίσης, Αμερική δεν είναι μόνο οι Αμερικανοί εν ζωή, αλλά και εκείνοι που έζησαν πριν από εμάς. Οι γενιές που έχτισαν τη χώρα και την υπερασπίστηκαν. Υπό κάποια έννοια, τα νεκροταφεία της είναι ιεροί τόποι.

Η Αμερική δεν γεννήθηκε μόνο από ισχυρές ιδέες, αλλά και από τη σύγκρουση με τους Ινδιάνους που ζούσαν σε αυτά τα χώματα για χιλιάδες χρόνια. Οι αρχηγοί των Ινδιάνων και τα μικρά παιδιά τους στολίζονταν με φτερά πουλιών... Και έτσι, από το 1782, το εθνικό σύμβολο των ΗΠΑ έγινε ο φαλακρός αετός (bald eagle). Ταυτόχρονα, με τα χρόνια, ο αετός αυτός και μερικές φράσεις όπως: «Life, Liberty, and the pursuit of Happiness», «We the People», «God Bless America», «The American Dream», «In God We Trust» έχουν γίνει μέρος του παγκόσμιου φαντασιακού.

Αυτή η επέτειος δείχνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ταυτόχρονα αναντικατάστατες και βαθιά αντιφατικές. Είναι ακόμη το κεντρικό πείραμα της σύγχρονης δημοκρατίας, διαμορφώνοντας τον κόσμο μέσω της δύναμής τους, του πολιτισμού και της καινοτομίας τους, και όμως είναι, όλο και συχνότερα πιο ανίκανες να καλύψουν τις εσωτερικές τους ρωγμές. Απ’ έξω δεν μοιάζει πλέον με μοντέλο προς αντιγραφή, αλλά με μια χώρα σε διαρκή τριβή με τον εαυτό της. Παρατηρώ ένα έθνος που εξακολουθεί να ηγείται του κόσμου, αλλά και να εκθέτει πιο ανοιχτά τα όρια και τις αντιφάσεις της δικής του επιτυχίας. Θα μπορούσα επίσης να πω ότι η ιδιοφυΐα των ΗΠΑ και η ιδρυτική τους αυτοπεποίθηση χρειάζονται τον υπόλοιπο κόσμο τώρα περισσότερο από ποτέ.

Το «σύνδρομο του Ντιτρόιτ» (κάποτε άκμαζε, με ουκ ολίγες αυτοκινητοβιομηχανίες και μεγάλες εργοστασιακές μονάδες, αλλά σήμερα, το διαδέχθηκε η παρακμή με φτώχεια, εγκληματικότητα και ανεργία) και να μετατραπεί ολόκληρη η Αμερική σε ένα απέραντο Ντιτρόιτ, ή ακόμη, και να πέσει εκ των έσω όπως άλλοτε η ΕΣΣΔ, είναι μία πιθανότητα. Αλλά αυτό μάλλον έχει να κάνει με έναν ευσεβή πόθο των εχθρών της Αμερικής, παρά με την πραγματικότητα. Παρά τις επιμέρους πληγές, παρά τις έντονες κοινωνικές ανισότητες, η Αμερική έχει γερά δόντια και δεν θα παραδώσει τα σκήπτρα στην Κίνα.

Πιστεύω ότι η ιστορία δεν είναι κάτι που κληρονομούμε μία φορά, είναι κάτι που κάθε γενιά καλείται να συνεχίσει. Η Αμερική είναι περισσότερο συνεχής διαδικασία παρά χώρα. Στα 250 χρόνια της, επιλέγω την ελπίδα. Μια χώρα που ζει συνεχώς σαν να βρίσκεται ακόμη στην αρχή της, μα εκ γενετής κοιτάει στα αστέρια. Σαν μια μεγάλη βελανιδιά, η Αμερική έχει αντέξει πολλές καταιγίδες, και πιστεύω ότι οι βαθιές της ρίζες είναι ακόμα παντοδύναμες ώστε να την οδηγήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον, όχι μόνο για τους πολίτες της, μα για όλους. Κάτω από τη σκιά της βελανιδιάς, που έχει γενέθλια, έχουν ξαποστάσει εκατομμύρια μετανάστες...

Εδώ, ξεκινάει και θα ξεκινάει το μέλλον που νυχθημερόν ετοιμάζει ο αμερικανικός λαός. 250 χρόνια μετά το 1776, αυτή είναι η μεγάλη βελανιδιά της Δύσης!

ΥΓ. Όπως σημείωσα σε ένα άλλο κείμενό μου για την Επέτειο της Ανεξαρτησίας και για την προσφορά των ΗΠΑ στον παγκόσμιο πολιτισμό, από εδώ εφευρέθηκαν ή αναπτύχθηκαν: το αεροπλάνο, το ίντερνετ, η λάμπα, το τηλέφωνο, η πιστωτική κάρτα, το smartphone, το GPS, η Coca-Cola, ο προσωπικός υπολογιστής, τα social media, το WiFi, η τεχνητή νοημοσύνη (AI), το air conditioning, οι ακτίνες Χ, το μπέργκερ, ο ανελκυστήρας, ο ουρανοξύστης με ατσάλινο σκελετό (steel frame skyscraper) και τόσα άλλα καλά. Μα όλα αυτά δεν έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο που οι άνθρωποι σήμερα ζουν και επικοινωνούν; 

06 Ιουλίου 2026
facebook Αφροδίτης Νέστορα

Η Ελλάδα παρακολουθεί ακόμη μια φορά ένα γνώριμο έργο. Μια ομάδα ανθρώπων οργανώνει επιθέσεις, εκφοβίζει πολίτες, κυνηγά ανθρώπους στους δρόμους επειδή είναι εβραίοι και, λίγες ημέρες αργότερα, μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί τη ζωή μιας αθώας γυναίκας. Θα περίμενε κανείς ότι μια δημοκρατία με την εμπειρία της ελληνικής θα αντιδρούσε απέναντι στην πολιτική βία χωρίς δισταγμούς και χωρίς αστερίσκους. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες λέξεις για τις ίδιες πράξεις. Σαν να εξακολουθεί η ελληνική κοινωνία να κρίνει πρώτα τον δράστη και ύστερα την πράξη.

Αυτό δεν είναι σύμπτωση ούτε προϊόν της συγκυρίας. Είναι η κατάληξη μιας διαδρομής που ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν.

Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.

Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. Από ένα σημείο και μετά ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι υποχρεώνονταν να απολογούνται με τους δικούς της όρους, να χρησιμοποιούν το δικό της λεξιλόγιο και να αποδέχονται τις δικές της ιστορικές ιεραρχήσεις. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογικής ηγεμονίας: η στιγμή κατά την οποία ακόμη και οι αντίπαλοί σου αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το δικό σου αξιακό σύστημα.

Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης.

Η πράξη παρέμενε ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η ηθική της αξιολόγηση, η δημόσια ερμηνεία της. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.

Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Η πράξη δεν άλλαζε. Άλλαζε η διαδρομή που οδηγούσε στην ηθική της αξιολόγηση.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς αυτή τη διαφορά. Αρκεί να παρακολουθήσει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν  ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.

Δεν πρόκειται για μια θεωρητική παρατήρηση. Η ίδια η μεταπολιτευτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία.

Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης.

Δύο δολοφονίες σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της νεότερης Ελλάδας. Η πρώτη ήταν η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν το 1992 από ρουκέτα της 17 Νοέμβρη. Ένας εικοσάχρονος που περνούσε τυχαία από το σημείο έχασε τη ζωή του χωρίς να έχει καμία σχέση με το στόχο της επίθεσης. Δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ούτε διαρκής υπενθύμιση της φρίκης της τρομοκρατίας. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως μια τραγική εξαίρεση, ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου που κάποιοι εξακολουθούσαν να περιγράφουν με πολιτικούς όρους. Ακόμη και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη σημαδεύτηκε από εικόνες συμπάθειας προς τους κατηγορουμένους, από διακηρύξεις περί πολιτικών κρατουμένων, από μια διάχυτη απροθυμία να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αυτό που ήταν: δολοφόνοι.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό συγκλόνισε δικαιολογημένα ολόκληρη τη χώρα. Ο δράστης συνελήφθη αμέσως, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην περίπτωση αυτή όμως το γεγονός συμβολοποιήθηκε. Ο  δεκαπεντάχρονος Γρηγορόπουλος, ένα αθώο θύμα μιας εγκληματικής πράξης κρατικής αυθαιρεσίας, μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές πολιτικό σύμβολο, σε σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και σε εμβληματική μορφή μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης.

Ας μην υπάρξει καμία παρανόηση. Δεν συγκρίνονται οι δύο άνθρωποι, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους. Συγκρίνεται αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε να θυμάται τις δύο υποθέσεις, να τις εντάξει στη συλλογική της μνήμη και να τις μετατρέψει —ή να μην τις μετατρέψει— σε πολιτικά σύμβολα. Αυτό ακριβώς είναι το αποτύπωμα της πολιτισμικής ηγεμονίας. Δεν επιβάλλει απλώς μια γνώμη. Επιλέγει ποια γεγονότα θα αποκτήσουν διαρκή ηθική ακτινοβολία και ποια θα ξεθωριάσουν μέσα στο χρόνο. Δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα· κατασκευάζει τη μνήμη της. Και όποιος διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας, διαμορφώνει τελικά και τα πολιτικά της αντανακλαστικά.

Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκαν οργανωμένες ομάδες που περιπολούσαν στους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους εξαιτίας της εθνικής και της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αναζητούσαν εβραίους. Μόνο αυτή η φράση θα έπρεπε να αρκεί για να σημάνει συναγερμό σε κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η εικόνα αυτή θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ένα ενιαίο, ακαριαίο και καθολικό δημοκρατικό αντανακλαστικό. Αντί γι’ αυτό, ακόμα μια φορά εμφανίστηκαν οι γνώριμες επιφυλάξεις, οι εξηγήσεις, οι συμψηφισμοί, η ανάγκη να προηγηθεί η πολιτική ανάλυση πριν από την ηθική καταδίκη.

Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ο αντισημιτισμός δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τον εκφράζει. Δεν γίνεται προοδευτικός επειδή κρατά παλαιστινιακή σημαία ούτε αποκτά ηθικό άλλοθι επειδή χρησιμοποιεί αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία. Το μίσος απέναντι σε έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής ή της θρησκείας του παραμένει μίσος, όποια ιδεολογία κι αν επικαλείται. Και τα τάγματα εφόδου παραμένουν τάγματα εφόδου, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα συνθήματα ή τα σύμβολά τους.

Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει κάτι που οι ιδεολογίες συχνά αρνούνται να δεχθούν. Εκείνος που συνηθίζει να χωρίζει τους ανθρώπους σε ηθικά άξιους και ηθικά ανάξιους, αργά ή γρήγορα, θα θεωρήσει ότι ορισμένοι δεν δικαιούνται ούτε την ασφάλεια ούτε την αξιοπρέπειά τους. Η απόσταση ανάμεσα στον λεκτικό εκφοβισμό και στη φυσική βία είναι πολύ μικρότερη από όσο συνήθως πιστεύουμε.

Ίσως γι’ αυτό η πολιτική βία ξαναχτύπησε λίγες ημέρες αργότερα χωρίς να προκαλέσει την έκπληξη που θα άρμοζε σε μια ώριμη δημοκρατία. Οι εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη άφησαν πίσω τους κάτι πολύ βαρύτερο από υλικές καταστροφές. Οδήγησαν στο θάνατο μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς καμία συμμετοχή στην πολιτική σύγκρουση που εξελισσόταν γύρω της. Η παρουσία της στο σπίτι αρκούσε για να μετατραπεί, χωρίς να το γνωρίζει, σε θύμα της τυφλής πολιτικής βίας. Σχεδόν ως αναμενόμενο επεισόδιο μιας διαρκούς επαναστατικής εφηβείας. Η βία, όμως, αδιαφορεί για τις ιδεολογίες που επικαλούνται όσοι την ασκούν. Η φωτιά καίει το στόχο και τον περαστικό. Η έκρηξη σκοτώνει τον πολιτικό αντίπαλο και τον άσχετο με την πολιτική. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε ιδεολογικό άλλοθι καταρρέει. Απομένει μόνο η ευθύνη για την εγκληματική πράξη.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.

 

 

02 Ιουλίου 2026
Χ

Οι επιθέσεις της Ουκρανίας βαθιά στο ρωσικό έδαφος, τα αυξανόμενα οικονομικά προβλήματα της Ρωσίας και το μέλλον του ρωσο-ουκρανικού πολέμου

 

Οι πρόσφατες ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς κατά των ενεργειακών υποδομών της Ρωσίας στην Αγία Πετρούπολη, τη Μόσχα και άλλες περιοχές της Ρωσίας έχουν αλλάξει την παγκόσμια αντίληψη για τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο – ιδίως εκτός Ευρώπης. Οι εικόνες των θεαματικών χτυπημάτων από ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) και πυραύλους σε ρωσικές ενεργειακές και άλλες υποδομές αποτελούν μεγάλη ντροπή για το Κρεμλίνο, τόσο εντός όσο και εκτός Ρωσίας. Όλο και περισσότερα βίντεο με μεγάλες εκρήξεις ή/και πυρκαγιές σε ολόκληρη τη χώρα καταρρίπτουν την έως τώρα κυρίαρχη διεθνή εικόνα και την εικόνα που έχει η ίδια η Ρωσία για τον εαυτό της ως μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου και της ιστορίας.

Ωστόσο, αυτό που ίσως είναι ακόμη πιο σημαντικό από την καταστροφή της δημόσιας (αυτο)εικόνας της Μόσχας είναι τα αυξανόμενα υλικά αποτελέσματα των πολυάριθμων δραματικών αλλά και λιγότερο δραματικών επιτυχιών των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων στα μετόπισθεν της Ρωσίας. Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, δεν ήταν απολύτως σαφές ποια θα ήταν η λογική, η ουσία και τα αποτελέσματα της νέας στρατηγικής μακράς εμβέλειας της Ουκρανίας κατά των ενεργειακών και άλλων οικονομικών υποδομών της Ρωσίας. Εδώ και αρκετούς μήνες ήδη, υπάρχει οπτική τεκμηρίωση για ολοένα και βαθύτερες και ακριβέστερες ουκρανικές επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών και βιομηχανικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ωστόσο, παρέμενε μέχρι και πρόσφατα ως κυρίαρχη αντίληψη ότι, ακόμη και αν είναι οπτικά εντυπωσιακές, τέτοιες ουκρανικές επιτυχίες αποτελούν απλώς τσιμπήματα για την πανίσχυρη Ρωσία. Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, την έκταση, τη στιβαρότητα, τη δυνατότητα επισκευής και τις εφεδρείες του τεράστιου ρωσικού τομέα διύλισης, μεταφοράς και αποθήκευσης καυσίμων, έτσι έλεγε η θεωρία, οι ουκρανικές «κυρώσεις μεγάλου βεληνεκούς» δύσκολα θα μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία του πολέμου.

Τις τελευταίες εβδομάδες, αποδείχθηκε ότι τόσο ο παραδοσιακός σεβασμός για τη ρωσική βιομηχανική ικανότητα, τη στρατιωτική ισχύ και το στρατηγικό βάθος, αφενός, όσο και ο ευρέως διαδεδομένος σκεπτικισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ανάπτυξης ουκρανικού οπλισμού μακράς εμβέλειας και των βαθιών επιθέσεων με drones και πυραύλους, αφετέρου, ήταν αβάσιμοι. Τον Ιούνιο του 2026, η παραγωγή βενζίνης της Ρωσίας μειώθηκε κατά 25% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2025, καθώς και με τον Μάρτιο του 2026, όταν οι επιθέσεις με drones από την Ουκρανία είχαν αρχίσει να εντείνονται. Μέχρι το τέλος Ιουνίου 2026, τουλάχιστον 17 περιφέρειες είχαν επιβάλει υποχρεωτικούς περιορισμούς στις πωλήσεις βενζίνης και ντίζελ, ενώ δεκάδες άλλες ανέφεραν ελλείψεις ή περιορισμούς.

Ο περιορισμός της διανομής καυσίμων δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα μείζον πρόβλημα για τα προσωρινά κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη της Ρωσίας, αλλά επεκτείνεται πλέον και στην ίδια τη Ρωσική Ομοσπονδία. Ακόμη και οι πρωτεύουσες της χώρας, η Μόσχα και η Αγία Πετρούπολη, που παραδοσιακά διαθέτουν επαρκή εφοδιασμό, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τη ζήτηση των κατοίκων τους για βενζίνη και πετρέλαιο. Ακόμη και απομακρυσμένες περιφέρειες στο τεράστιο ασιατικό τμήμα της Ρωσίας εμπλέκονται όλο και περισσότερο σε μια κρίση καυσίμων που έχει πλέον λάβει πλήρη κλίμακα και εκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα.

Η ταχεία εισαγωγή από το Κίεβο νέων συστημάτων, όπως ο πύραυλος Κρουζ «Flamingo» ή FP-5, καθώς και μιας νέας γενιάς μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) μεγάλου βεληνεκούς, έχει καταστήσει ευάλωτους τους ισχυρά οχυρωμένους στρατηγικούς στόχους εντός και γύρω από τη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη και άλλες τοποθεσίες στο ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας. Μέχρι πρόσφατα, το τεράστιο έδαφος της Ρωσίας θεωρούνταν ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα. Τώρα, όμως, αποδεικνύεται ότι η υπεράσπιση μιας αλληλοσυνδεόμενης ενεργειακής υποδομής που εκτείνεται σε μια τεράστια χώρα που καλύπτει έντεκα ζώνες ώρας αποτελεί πρόκληση και όχι πλεονέκτημα έναντι ενός εχθρού με αυξανόμενες δυνατότητες επίθεσης μεγάλου βεληνεκούς και σχετικά χαμηλού κόστους. Τουλάχιστον προς το παρόν, η Μόσχα δεν είναι σε θέση να προστατεύσει ταυτόχρονα τα πολυάριθμα τμήματα του εκτεταμένου ενεργειακού της συστήματος – διυλιστήρια πετρελαίου, σταθμούς άντλησης φυσικού αερίου και καυσίμων, σιδηροδρομικούς κόμβους και αποθήκες.

Ίσως το χειρότερο από όλα για το Κρεμλίνο είναι ότι αυτό το γενικό ζήτημα έχει αποκτήσει τις τελευταίες εβδομάδες μια απολύτως δραματική διάσταση για την παράνομα προσαρτημένη Κριμαία. Η χερσόνησος δεν είναι μόνο το «στολίδι» του επεκτατισμού του Πούτιν, αλλά, από το 2022, αποτελεί επίσης τον κύριο εφοδιαστικό κόμβο της Ρωσίας για στρατιωτικές επιχειρήσεις στο νότιο τμήμα της Ουκρανίας. Η σημαντική στρατηγική λειτουργία της Κριμαίας, που καθορίζεται γεωγραφικά ως το «οιονεί αεροπλανοφόρο» της Ρωσίας στη βόρεια Μαύρη Θάλασσα, αποτελεί επίσης το πρόβλημα της χερσονήσου. Η Κριμαία βρίσκεται σε σχετικά μεγάλη απόσταση από την ίδια τη Ρωσία, κοντά στην ουκρανική ηπειρωτική χώρα, και ως εκ τούτου είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στον νέο οπλισμό της Ουκρανίας και στη σύγχρονη προσέγγιση της στον πόλεμο.

Οι προμήθειες καυσίμων προς τη χερσόνησο έχουν διακοπεί όχι μόνο και όχι τόσο λόγω ζημιών στα διυλιστήρια, αλλά κυρίως επειδή οι οδοί μεταφοράς από τη Ρωσία προς την Κριμαία βρίσκονται πλέον υπό συνεχή ουκρανικά επιθετικά πλήγματα. Αυτό ισχύει τόσο για τη σιδηροδρομική και οδική σύνδεση από τη Ρωσία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της νότιας Ουκρανίας προς την Κριμαία, όσο και για τη θαλάσσια μεταφορά μέσω της νεοκατασκευασμένης γέφυρας του Κερτς και με μεγάλα πλοία της Μαύρης Θάλασσας. Η αυξανόμενη διακοπή των συνδέσεων μεταξύ Ρωσίας και Κριμαίας καθιστά, επιπλέον, όλο και πιο δύσκολο για τη Μόσχα να διατηρήσει την εναλλαγή στρατευμάτων, τα αποθέματα πυρομαχικών και εφοδίων, καθώς και τη συντήρηση του εξοπλισμού στην κατεχόμενη χερσόνησο.

Ο διακεκριμένος ιστορικός της Ρωσίας με έδρα τη Γερμανία, Νικολάι Μιτροχίν του Πανεπιστημίου της Βρέμης, σχολίασε στο Facebook: «Στρατιωτικές αποθήκες και αμυντικά εργοστάσια, πολεμικά πλοία και συστήματα αεροπορικής άμυνας, διυλιστήρια πετρελαίου και αποθήκες, υποσταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας και σταθμοί συμπίεσης φυσικού αερίου — ο αριθμός των σημαντικών στόχων που χτυπήθηκαν από τις Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις και τις μονάδες μη επανδρωμένων αεροσκαφών της SBU έχει φτάσει τουλάχιστον τους 40 την ημέρα. Επιπλέον, υπάρχουν δεκάδες μικρότεροι στόχοι, χάρη στους οποίους, για παράδειγμα, οι εμπορευματικές μεταφορές έχουν σχεδόν παραλύσει σε τουλάχιστον τρεις κατεχόμενες περιοχές (Ζαπορίζια, Χερσώνα και Ντονέτσκ), ενώ σε δύο άλλες κατεχόμενες περιοχές [Κριμαία και Λουχάνσκ] και σε μια ομάδα παραμεθόριων περιοχών, ενέχουν τεράστιους κινδύνους».

Η Μόσχα δεν μπορεί να αντισταθμίσει πλήρως και γρήγορα, να επισκευάσει ή να αντικαταστήσει τις εγκαταστάσεις και τα αποθέματα που τα ουκρανικά UAV και οι πύραυλοι Κρουζ έχουν αποκόψει ή καταστρέψει σε ολόκληρο το δυτικό τμήμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και στην περιοχή που έχει καταλάβει παράνομα από την Ουκρανία. Σύμφωνα με τον Μιτροχίν, πλέον «τα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιθέσεως ελέγχουν τον ρωσικό εναέριο χώρο τουλάχιστον μέχρι τα Ουράλια, το ρωσικό σύστημα αεροπορικής άμυνας έχει συρρικνωθεί σε λίγα σημεία που υπερασπίζονται απεγνωσμένα οι τελευταίοι εναπομείναντες πύραυλοι «Pantsir», και οι Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν πλέον τη δυνατότητα […] να εξουδετερώσουν σχεδόν οποιονδήποτε στόχο.»

Επιπλέον, οι συσσωρευόμενες διαταραχές στον τομέα των καυσίμων της Ρωσίας συμπίπτουν με τη μείωση των εσόδων από τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας. Η πτώση των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου έχει μειώσει τα έσοδα του προϋπολογισμού πολύ περισσότερο από ό,τι είχε προβλεφθεί προηγουμένως, αναγκάζοντας τη Μόσχα να αναθεωρήσει τις προβλέψεις του προϋπολογισμού. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί ή ακόμη και επιδεινωθεί για τη Ρωσία, το συνολικό πλαίσιο της ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης αλλάζει. Ο πόλεμος ενδέχεται επί του παρόντος να μετατρέπεται από βραχυπρόθεσμο και ήσσονος σημασίας εμπόδιο σε μεσοπρόθεσμο και σημαντικό εμπόδιο για τη λειτουργία της καθημερινής οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Ρωσίας. Σύμφωνα με τα λόγια του Μιτροχίν, «ίσως αυτή η άβυσσος να έχει πάτο. Αλλά δεν είναι ακόμη ορατός. Και η Ρωσία οδεύει προς αυτόν με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα».

 

01 Ιουλίου 2026
The University of Michigan Museum of Art

Στην ιστοσελίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης δημοσιεύεται η περίληψη της υπ’ αριθ. 5716/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία παραθέτω.

 

Με την υπ’ αριθμ. 5716/2025 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος Γεωργίου Κατσάγγελου κατά των εναγομένων Μιχαήλ Μαδένη και του Ν.Π.Δ.Δ. ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και αναγνωρίστηκε ότι ο 1ος εναγόμενος διασκεύασε παράνομα σε ζωγραφικά έργα εξήντα εννέα (69) πρωτότυπα φωτογραφικά πορτρέτα δημιουργίας του ενάγοντος που απέδιδαν μορφές ασθενών του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, τα οποία στη συνέχεια οι εναγόμενοι εξέθεσαν δημόσια και παρουσίασαν στο κοινό χωρίς την άδεια του ενάγοντος και χωρίς αναφορά του ως δημιουργού των φωτογραφιών. Για τους λόγους αυτούς η ως άνω απόφαση επικυρώνει την υπ’ αριθμ. 2080/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώνει τους εναγόμενους να παύσουν την με κάθε τρόπο χρήση και εκμετάλλευση των ζωγραφικών έργων, αποσύροντας τον κατάλογο έκθεσης από το εμπόριο και αφαιρώντας τα ζωγραφικά έργα από το διαδίκτυο, απειλώντας με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ, σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης παράλειψης. Επίσης, υποχρεώνεται ο 1ος εναγόμενος Μιχαήλ Μαδένης να καταβάλει στον ενάγοντα για την παράνομη διασκευή αποζημίωση εξήντα εννέα χιλιάδων (69.000) ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έντεκα χιλιάδων (11.000) ευρώ, υποχρεώνονται εις ολόκληρον οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα για την παράνομη δημόσια έκθεση και παρουσίαση των έργων στο κοινό αποζημίωση ύψους εξήντα εννέα χιλιάδων (69.000) ευρώ και το ΝΠΔΔ ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ να καταβάλλει στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, όλα τα ως άνω κονδύλια νομιμοτόκως. Τέλος, διατάσσεται η δημοσίευση της απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας επιλογής του ενάγοντος και η ανάρτησή της στις ιστοσελίδες των εναγομένων στα κοινωνικά δίκτυα και την επίσημη ιστοσελίδα της δεύτερης εναγομένης.

Το κείμενο περιγράφει την εξοντωτική απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που αποφαίνεται για πολλά ζητήματα τα οποία έχουν σχέση με την έκφραση και την ελευθερία της.

Η απόφαση, δηλαδή, κρίνει ζητήματα τα οποία δύσκολα κρίνονται τελεσίδικα από τους ειδικούς: την έκταση που μπορεί να λάβει η διεκδίκηση της πνευματικής ιδιοκτησίας σε έργα τέχνης, την έννοια του προτύπου, την προστασία του περιεχομένου, τον ορισμό της αντιγραφής.

Ένας φωτογράφος στέλνει στο δικαστήριο έναν ζωγράφο, ο οποίος εξέθεσε δημοσίως έργα με δηλωμένη αναφορά στα φωτογραφικά πρότυπά του. Με βάση την ερμηνεία των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας, το δικαστήριο επιβάλλει οδυνηρά πρόστιμα αποζημιώσεων στον ζωγράφο (και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, που είχε φιλοξενήσει την έκθεσή του).

Η απόφαση δεν είναι δίκαιη και αντιβαίνει στην έννοια της κουλτούρας της ελευθερίας της έκφρασης, όπως προστατεύεται στον δυτικό κόσμο, κατατείνοντας στην ποινικοποίηση της τέχνης. Ο πυρήνας της πνευματικής ιδιοκτησίας, φυσικά, δεν θίγεται, ακόμα και εάν είναι αδήλωτη η αντιγραφή. Στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης είναι και αυτή ακόμα θεμιτή, ιδίως στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, όπου είναι συχνή και σιωπηλά αποδεκτή η αθρόα αναπαραγωγή –συχνά κρυπτόμενη– ξένων ιδιωμάτων. Τα οποία αναμηρυκάζονται από πλείστους ημεδαπούς «δημιουργούς».

Μουσεία, επιστημονικές εταιρείες ιστορικών τέχνης, εταιρείες εικαστικών  και οι κάθε είδους δημιουργοί θα όφειλαν να έχουν εξεγερθεί με αυτού του τύπου τις διώξεις της καλλιτεχνικής ελευθερίας.  Δεν το είδαμε μέχρι στιγμής, ενώ ο  ζωγράφος έχει εγκαταλειφθεί, δυστυχώς, σε οδυνηρή μοναξιά.    

29 Ιουνίου 2026
Imperial War Museums

Αναφερόμενοι στην Τουρκία, οι εν Ελλάδι πολιτικοί αναλυτές και διεθνολόγοι επιλέγουν ως όρο για να τη χαρακτηρίσουν αυτόν του επιτήδειου ουδέτερου. Ο όρος αυτός ανήκει στον Φρανκ Βέμπερ (Frank Weber) ο οποίος, στο βιβλίο του με τίτλο Ο Επιτήδειος Ουδέτερος[1], προσπάθησε να περιγράψει συνοπτικά τις καιροσκοπικές πολιτικές του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ποιες όμως ήταν οι πολιτικές που ακολούθησε το τουρκικό κράτος για να χαρακτηριστεί ο επιτήδειος ουδέτερος της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας και τι μπορεί να μας διδάξει η ιστορία του επιτήδειου ουδέτερου για το μέλλον; Μήπως βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή όπου οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, με την επικείμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», βρισκόμαστε στο «τέλος» της επιτήδειας ουδέτερης Τουρκίας και στην «αρχή» τής –και με τη βούλα– αναθεωρητικής Τουρκίας;

Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε τη σκιαγράφηση των πολιτικών επιλογών του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να αναδείξουμε ότι ο όρος «επιτήδειος ουδέτερος», που χρησιμοποιείται (από πολλούς) για την Τουρκία, ειδικά αν κάνει πράξει την απειλή της είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.

Στον Μεσοπόλεμο

Το τουρκικό κράτος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (αλλά και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου) επέλεξε να εφαρμόσει μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική (λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική του θέση και τη γεωπολιτική του σημασία στα γεωστρατηγικά σχέδια των πλανητικών και των περιφερειακών δυνάμεων)[2] και να μην επιτρέψει τη χειραγώγησή του από οποιαδήποτε ξένη δύναμη.[3] Έτσι, το τουρκικό κράτος ακολούθησε μια ενεργητική πολιτική ουδετερότητας[4] η οποία του επέτρεψε τη συνεχή και επί ίσοις όροις διαπραγμάτευση, έχοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των αντιμαχόμενων πλευρών.[5]

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ο κόσμος αποτελούνταν από δύο διακριτές κατηγορίες χωρών. Στην πρώτη ανήκαν οι χώρες που επιθυμούσαν τη διατήρηση των εδαφικών συνόρων και των διεθνών συνθηκών ενώ στη δεύτερη ανήκαν οι χώρες που στόχευαν στην αναθεώρηση της καθεστηκυίας τάξεως.[6] Έχοντας να αντιμετωπίσει τις αναθεωρητικές επιδιώξεις τόσο της Ιταλίας όσο και της Βουλγαρίας, η Τουρκία επιθυμούσε τη διατήρηση του status quo της νοτιοανατολικής Ευρώπης.[7] Βασικός της στόχος ήταν η διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας και, εν συνεχεία, η αύξηση της αποτρεπτικής της ισχύος μέσω της αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, εντός της οποίας εντασσόταν το καθεστώς της αποστρατιωτικοποιήσεως των Στενών.[8]

Η συνθήκη του Μοντρέ (Montreux)

Η επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών μέσω της αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης ήταν ένα ζήτημα που οι τούρκοι αξιωματούχοι έφερναν συνεχώς στο προσκήνιο. Στον αντίποδα όμως, η Κοινωνία των Εθνών δεν φαινόταν πρόθυμη για κάτι ουσιαστικό. Η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία και, κυρίως, η συγκυρία της επαναστρατιωτικοποίησης της Ρηνανίας από τη Γερμανία άνοιξαν ουσιαστικά τη συζήτηση για το καθεστώς των Στενών.[9] Η Μεγάλη Βρετανία είχε επιβάλει την αποστρατιωτικοποίηση στα Στενά για να μπορέσει να εισέλθει κατά τη διάρκεια ενός πιθανού ρωσο-αγγλικού πολέμου στη Μαύρη Θάλασσα. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας όμως και η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία, ήταν δύο γεγονότα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις βρετανικές ανησυχίες για τον σοβιετικό στόλο. Έτσι, το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών προσέγγισε την τουρκική πλευρά με στόχο την υπογραφή μιας αγγλο-τουρκικής συμμαχίας που θα απέτρεπε τη μονομερή επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών από την Τουρκία.[10] Τελικώς, η υπογραφή της συνθήκης του Μοντρέ ήταν για το τουρκικό κράτος μια διπλωματική επιτυχία που αποτέλεσε την απαρχή των υπόλοιπων τουρκικών διεκδικήσεων και αιτημάτων. Χαρακτηριστικά, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών ακολούθησε η επαναστρατιωτικοποίηση της Θράκης και η προσάρτηση της Αλεξανδρέττας, η οποία βρισκόταν υπό γαλλική εντολή το 1939.[11]

Στις απαρχές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου

Καθ’ όλη τη διάρκεια των διερευνητικών επαφών με τη Μεγάλη Βρετανία, το τουρκικό κράτος είχε μέγιστη επιδίωξη την υπογραφή μιας συμφωνίας που θα συμπεριελάμβανε και τη Σοβιετική Ένωση.[12] Το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότοφ υπήρξε για την Τουρκία μεγάλο σοκ, τόσο για την κατάσταση ασφαλείας της όσο και για τη γεωστρατηγική της πολιτική, καθώς η Τουρκία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση και με οποιονδήποτε τρόπο να προκαλέσει μια ρωσική επίθεση εις βάρος της.

Η επιδίωξη αυτή δεν έπαυσε ούτε με την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ το 1939. Οι τουρκικοί φόβοι πιθανόν να ήταν αβάσιμοι αλλά ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Τις εν λόγω ανησυχίες γνώριζαν πολύ καλά τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Βρετανοί, οι οποίοι προσπάθησαν να τις εργαλειοποιήσουν στις διαπραγματεύσεις τους, έχοντας απώτερο σκοπό τη διατήρηση της τουρκικής ουδετερότητας. Όμως, η Σοβιετική Ένωση δεν χρησιμοποιήθηκε μονάχα ως φόβητρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Οι βρετανοί πολιτικοί, όπως και οι γερμανοί ομόλογοί τους, γνώριζαν πως η Τουρκία μπορούσε να προσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση και, ώς ένα σημείο, να την επηρεάσει.[13]

Η εγκατάλειψη της ουδετερότητας

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία ώθησε το τουρκικό κράτος στην οριστική προσέγγιση των συμμαχικών δυνάμεων. Στις διαβουλεύσεις που ακολούθησαν, οι τούρκοι αξιωματούχοι έθιξαν το ζήτημα πιθανής τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο[14] καθώς και την περίπτωση κατάληψης των Δωδεκανήσων. Παρ’ όλα αυτά, η τελική συμφωνία προέβλεπε την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο μόνο σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής στη Μεσόγειο[15] και εφόσον αυτή δεν ήταν κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[16]

Μετά την υπογραφή της τριμερούς, άρχισαν να εξετάζονται πιθανές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σε αυτές τις επιχειρήσεις προβλεπόταν η χρήση του τουρκικού εδάφους ως προκεχωρημένη βάση για τους συμμάχους. Το κλίμα όμως δεν άργησε να ανατραπεί, καθώς η Τουρκία άρχισε να αναθεωρεί πολλές από τις έως τότε εκτιμήσεις της. Το θέμα της τουρκικής αμυντικής αδυναμίας στη Θράκη, που προέταξε η Τουρκία, ήταν η πρώτη ένδειξη της επικείμενης αναθεώρησης της στάσης της.[17] Η δεύτερη ένδειξη ήταν η αρνητική τουρκική στάση στη μελέτη των συμμάχων –ύστερα από γαλλική πρόταση– για πιθανό βομβαρδισμό των κοιτασμάτων πετρελαίου του Μπακού μέσω τουρκικού εδάφους, ούτως ώστε να επιτευχθεί η διεύρυνση του μετώπου μακριά από τα σύνορα της Γαλλίας.[18] Οι Βρετανοί διαφώνησαν με τη γαλλική πρόταση καθώς κατανοούσαν ότι ο βομβαρδισμός του Μπακού μέσω τουρκικών βάσεων θα πρόσφερε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στη Σοβιετική Ένωση για να εισβάλει στην Τουρκία.[19] Έτσι, υπό το φόβο της τουρκικής υποχώρησης, η Μεγάλη Βρετανία έβαλε φρένο στην πραγματοποίηση της εν λόγω επιχείρησης,[20] προτάσσοντας τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας στη βρετανική γεωστρατηγική της Μέσης Ανατολής.[21]

Η υπεκφυγή και η επιστροφή στην ουδετερότητα

Με τη διάσπαση της γαλλικής άμυνας και την ένταξη της Ιταλίας στον πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία έμεινε να πολεμά μόνη της απέναντι στον Άξονα.[22] Για τη Μεγάλη Βρετανία, η ιταλική κήρυξη πολέμου στην ίδια και στη Γαλλία[23] αποτελούσε πράξη που υποχρέωνε την Τουρκία να εμπλακεί στον πόλεμο. Αντίθετα όμως, το τουρκικό κράτος διακήρυξε την ουδετερότητά του.[24]

Για τη διατήρηση της ουδετερότητάς του, το τουρκικό κράτος στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι, μέσω της γερμανο-σοβιετικής συμφωνίας μη επίθεσης, η στάση της Τουρκίας υπέρ των συμμάχων και κατά του Άξονα θα διακινδύνευε τη σύγκρουσή της με τη Σοβιετική Ένωση, υπενθυμίζοντας την ύπαρξη του όρου της τριμερούς συμφωνίας[25] που περιέγραφε ότι μια τέτοια περίπτωση την αποδέσμευε από τις υποχρεώσεις της για σύμπραξη.[26] Επίσης, το τουρκικό κράτος ισχυρίστηκε ότι η συνθηκολόγηση της Γαλλίας στις 20 Ιουνίου καθιστούσε αυτομάτως άκυρη την τριμερή του Οκτωβρίου του 1939. Τέλος ένα ακόμη επιχείρημα που χρησιμοποίησαν οι τούρκοι αξιωματούχοι ήταν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της τριμερούς,  η Τουρκία ανέμενε την παραχώρηση ολόκληρου του συμμαχικού στρατιωτικού εξοπλισμού προκειμένου να εμπλακεί στον πόλεμο, το οποίο όμως δεν είχε ακόμα παραδοθεί στην ολότητά του από τους Βρετανούς.[27] Το τουρκικό κράτος λοιπόν, με τον πλέον επίσημο τρόπο διακήρυξε στις 26 Ιουνίου του 1940 την ουδετερότητά του, ισχυριζόμενο πως η συνθηκολόγηση της Γαλλίας και ο κίνδυνος εμπλοκής της Τουρκίας σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν οι δύο κυριότεροι λόγοι οι οποίοι αποδέσμευαν την Τουρκία από τις υποχρεώσεις της έναντι των συμμάχων.[28]

Η ουδέτερη Τουρκία

Η Τουρκία δεν ήθελε να επαναλάβει τα λάθη του 1914 και να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο που δεν της ανήκε, παίρνοντας βιαστικές αποφάσεις. Η γαλλική ήττα μέσα σε μόλις 20 μέρες ήταν ένα μεγάλο τράνταγμα που θορύβησε την τουρκική πολιτική ελίτ, η οποία αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να εξαναγκάσει μια χώρα όπως η Γαλλία –η οποία συνθηκολόγησε με τη ναζιστική Γερμανία στις 22 Ιουνίου– την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο. Η ισορροπία δυνάμεων είχε διαταραχθεί και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο δεν επέτρεπε οποιαδήποτε επιπόλαια τουρκική απόφαση.[29]

Το τουρκικό κράτος κατήγγειλε την τριμερή συμφωνία, κρατώντας μια θέση ίσων αποστάσεων σε μια περίοδο που η ναζιστική Γερμανία φάνταζε ανίκητη. Έτσι, η Τουρκία άρχισε να απομακρύνεται από τη Μεγάλη Βρετανία και να προσεγγίζει τη Γερμανία.[30] Η απόφαση αυτή όμως ελήφθη παρά το γεγονός ότι οι τούρκοι αξιωματούχοι συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις με τη Μεγάλη Βρετανία για την είσοδο στον πόλεμο, αξιώνοντας μάλιστα ως ανταλλάγματα τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, τη βουλγαρική Θράκη και την εντολή στην Αλβανία.[31]

Ο πόλεμος φτάνει στα Βαλκάνια

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της τριμερούς συμφωνίας, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940 ενεργοποιούσε την τουρκική υποχρέωση για την εμπλοκή της στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία επανέλαβε τα ίδια επιχειρήματα που είχε χρησιμοποιήσει και κατά τη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού.[32] Η Τουρκία αντιλαμβανόταν ότι η κατάρρευση του δυτικού μετώπου άφηνε τη Μεγάλη Βρετανία να πολεμά μόνη της τον Άξονα, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι δεν θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη στην Τουρκία.[33]

Η ελληνική αντίσταση και η ιταλική ήττα στα ελληνοαλβανικά σύνορα τροποποίησαν ριζικά τους υπολογισμούς των Γερμανών για τον πόλεμο. Στις 4 Νοεμβρίου 1940, η Γερμανία –παρά την αρχική της θέση για μη εμπλοκή στα Βαλκάνια– έλαβε την απόφαση για επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα,[34] καθώς οι ελληνικές νίκες στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου θα επέτρεπαν την οριστική εγκατάσταση των Βρετανών στον ελλαδικό χώρο.[35]

Η απόφαση της Γερμανίας για επίθεση στα Βαλκάνια λήφθηκε εννιά μέρες πριν από τη συνάντηση του Χίτλερ με τον Μολότοφ, στις 13 Νοεμβρίου 1940, στην οποία έγινε ξεκάθαρο ότι τα περιθώρια συνεργασίας μεταξύ των δύο συμμάχων είχαν πλέον εκλείψει. Έτσι, ο Χίτλερ, τρεις εβδομάδες μετά τις συνομιλίες του με τον Μολότοφ, αποφάσισε τη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[36] Όμως, για την πραγματοποίηση της επίθεσης, οι Γερμανοί όφειλαν να εξασφαλίσουν πως δεν θα αντιμετώπιζαν οποιονδήποτε κίνδυνο από το Νότο. Η Γερμανία λοιπόν, προχώρησε στην επιχείρηση εισβολής κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας με σκοπό να αποκλειστεί η πιθανότητα εγκατάστασης βρετανικών βάσεων στη Βαλκανική που θα μπορούσαν να πλήξουν τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας και να πλευροκοπήσουν τις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες θα επιχειρούσαν στην επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[37]

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η Γερμανία προσπάθησε να προσεγγίσει την Τουρκία, καθώς η ουδετερότητά της κρινόταν αναγκαία για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Η τουρκική ουδετερότητα εμπόδιζε τη συνένωση των βρετανικών και των σοβιετικών στρατευμάτων, δυσχέραινε το βομβαρδισμό των ρουμανικών πετρελαιοπηγών και, τέλος. προστάτευε τα πλευρά της Βέρμαχτ (Wehrmacht‎‎).[38]

Έτσι, οι ομολογουμένως ψυχρές τουρκο-γερμανικές σχέσεις της περιόδου 1939-41 άρχισαν σταδιακά να αναθερμαίνονται και να βρίσκουν κοινό πεδίο δράσης, λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της Τουρκίας στα γεωστρατηγικά σχέδια της Γερμανίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή.

Η συμφωνία μη επίθεσης με τη Γερμανία

Η κατάληψη της Ελλάδας από τη Γερμανία, σε συνδυασμό με το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο και τη βουλγαρική ένταξη στον Άξονα, είχε φέρει την Τουρκική Δημοκρατία σε μια πολύ ευάλωτη θέση, η οποία τελικά οδήγησε στην υπογραφή της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στην Άγκυρα στις 18 Ιουνίου 1941.[39]

Τέσσερις μέρες μετά την τουρκο-γερμανική συμφωνία ακολούθησε η γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[40] Η είδηση προκάλεσε στην Τουρκία ένα αίσθημα ενθουσιασμού, καθώς απομακρυνόταν με μαθηματική ακρίβεια η πιθανότητα γερμανικής ή σοβιετικής επίθεσης. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η Τουρκία γνώριζε, όταν υπέγραφε τη συμφωνία μη επίθεσης, για την επικείμενη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Όμως ο ενθουσιασμός του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Σουκρού Σαράτζογλου (Şükrü Saracoğlu) κατά τις πρώτες μέρες της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα ήταν τέτοιος ώστε να δηλώσει πως η γερμανική επίθεση υπήρξε αποτέλεσμα της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στις 18 Ιουνίου.[41]

Νέες πιέσεις από τις Συμμαχικές Δυνάμεις

Οι επιτυχίες των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Στάλινγκραντ και στη Βόρεια Αφρική, στα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943, έγειραν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ αυτών.[42] Αυτό όμως δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι, με πρωτεργάτη τoν Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), είχαν ακόμη βασική προτεραιότητα την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο,[43] την οποία χρειάζονταν κυρίως ως προκεχωρημένη βάση για τα στρατεύματά τους.[44] Στον αντίποδα, όμως, το τουρκικό κράτος επιθυμούσε τη διατήρηση της ουδετερότητας του καθώς θεωρούσε ότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τη Δυτική Τουρκία.[45]

Η μυστική συνάντηση στα Άδανα

Ο Τσώρτσιλ επιθυμούσε την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο όσο κανένας άλλος ηγέτης. Μάλιστα, στις 9 Νοεμβρίου 1942, παρουσίασε για πρώτη φορά στρατιωτικά σχέδια υπολογίζοντας ότι στις τάξεις των συμμάχων θα συμμετείχε ενεργά και η Τουρκία.[46] Τα βρετανικά σχέδια προέβλεπαν την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο για να δημιουργηθεί ένα τρίτο μέτωπο κατά της Γερμανίας. Η Τουρκία αποτελούσε τη χώρα κλειδί γι’ αυτά τα σχέδια, καθώς η εγγύτητά της με τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας θα επέτρεπε στις συμμαχικές δυνάμεις να επιτεθούν σε αυτές, ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε την παρουσία των συμμάχων στη Συρία.[47] Έτσι, το βρετανικό πρέσσινγκ οδήγησε τελικώς στη συμφωνία της μυστικής συνάντησης στα Άδανα.[48]

Στα Άδανα συζητήθηκαν η περίπτωση εκχώρησης της βόρειας Συρίας, ο εκσυγχρονισμός των αεροπορικών βάσεων και η παραλαβή αμυντικού στρατιωτικού εξοπλισμού για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο.[49] Τελικά, η μόνη σαφής και ξεκάθαρη συμφωνία με τους συμμάχους ήταν η υλικοτεχνική υποδομή και η στρατιωτική ενίσχυση για μια πιθανή μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στον πόλεμο.[50]

Τα συμφωνηθέντα απαιτούσαν χρόνο τόσο για να αποσταλούν (όταν μιλάμε για στρατιωτικό εξοπλισμό) όσο και για να υλοποιηθούν (όταν μιλάμε για θέματα υποδομών). Ενώ ταυτόχρονα χρειαζόταν η αποστολή προσωπικού, το οποίο θα αναλάμβανε την εκπαίδευση των Τούρκων.[51] Είναι φανερό λοιπόν ότι η τουρκική ηγεσία είχε κερδίσει, μέσω της συμφωνίας, τον απαιτούμενο χρόνο που χρειαζόταν για να μην εμπλακεί η Τουρκία άμεσα στον πόλεμο.[52]

Η βρετανική επιχείρηση επέμβασης στο Αιγαίο

Η τουρκική απροθυμία για συμμετοχή στον πόλεμο επιβεβαιώθηκε και κατά τη σχεδίαση της βρετανικής επιχείρησης κατάληψης των νήσων του Αιγαίου, τον Σεπτέμβριο του 1943, όπου οι Τούρκοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους.[53]

Η Τουρκία δεν επιδίωξε κάποια εμπλοκή στην εν λόγω επιχείρηση εξαιτίας των ανησυχιών της, διότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τα τουρκικά παράλια. Αλλά, στον αντίποδα αυτής της ερμηνείας, οι Βρετανοί πίστευαν ότι η Τουρκία δεν αποφάσιζε την ενεργό εμπλοκή της στην επιχείρηση επειδή φοβόταν ότι μέσω αυτής μπορούσε να απελευθερωθεί η Ελλάδα και ότι μια ελεύθερη Ελλάδα θα μπορούσε να ενσωματώσει τα Δωδεκάνησα, αν αυτά παραχωρούνταν με δημοψήφισμα.[54]

 Inonu Cairo

5 Δεκεμβρίου 1943. Ο αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ, ο τούρκος πρόεδρος Ινονού και ο βρετανός πρωθυπουργός Τσώρτσιλ στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου.

http://www.history.army.mil/books/wwii/sp1943-44/chapter16.htm

 

Στο Κάιρο και στην Τεχεράνη

Στη Διάσκεψη του Καΐρου, οι συμμαχικές δυνάμεις ζήτησαν εκ νέου την ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο και την παραχώρηση των τουρκικών βάσεων. Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν, η Μόσχα δεν έδειχνε το ίδιο θερμή με την προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στον πόλεμο.[55] Μετά το Κάιρο, η βρετανική αντιπροσωπεία μετέβη στην Τεχεράνη για συζητήσεις με τον Στάλιν. Εκεί, ο Τσώρτσιλ εξέφρασε ακόμα μια φορά την πεποίθησή του ότι η Τουρκία όφειλε να ενταχθεί στο πλευρό των συμμάχων, καθώς αυτό θα ανάγκαζε τη Γερμανία σε αναδίπλωση και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία σε πιθανή αποχώρηση από τον πόλεμο. Την ίδια άποψη εξέφρασε και η Σοβιετική Ένωση, που έλπιζε πως η ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο θα της προσέφερε καλύτερες δυνατότητες ανεφοδιασμού.[56] Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις στην Τεχεράνη απέβησαν άκαρπες ώστε, έκτοτε, η Σοβιετική Ένωση να παύσει οποιαδήποτε νέα προσπάθεια εξώθησης της Τουρκίας στον πόλεμο.[57]

Στον αντίποδα, η Μεγάλη Βρετανία προσπάθησε να πείσει για μια τελευταία φορά την Τουρκία στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου, που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 2 - 7 Δεκεμβρίου 1943. Για μια ακόμη φορά ακούστηκαν οι ίδιες τουρκικές αντιρρήσεις και ανησυχίες, γεγονός που εκνεύρισε τους Συμμάχους. Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ (Franklin Roosevelt) εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν σκόπευε να εμπλακεί στον πόλεμο αλλά επιθυμούσε το στρατιωτικό συμμαχικό υλικό, γιατί θα της χάριζε την επιθυμητή υπεροχή στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τον πόλεμο.[58] Έτσι, σταδιακά, οι συμμαχικές πιέσεις στην Τουρκία μειώθηκαν και τελικώς έπαυσαν ολοκληρωτικά μετά τον Φεβρουάριο του 1944.

Η επιθετικότητα της Σοβιετικής Ένωσης

Στις 19 Μαρτίου, η Σοβιετική Ένωση κατήγγειλε και επίσημα την τουρκο-σοβιετική συνθήκη του 1925 ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Στάλιν πραγματοποίησε μια ευθεία καταγγελία κατά της συνθήκης του Μοντρέ, χαρακτηρίζοντάς την ακατάλληλη.[59] Η σοβιετική επιθετικότητα προκάλεσε έντονες ανησυχίες, οι οποίες εντάθηκαν όταν οι σοβιετικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Βουλγαρία, τον Σεπτέμβριο του 1944. Τελικά, οι τουρκικές ανησυχίες καταλάγιασαν κάπως ύστερα από τις βρετανικές προσπάθειες εγκαθίδρυσης μια σταθερής κυβέρνησης στην Ελλάδα. Η Τουρκία, μπροστά στη σοβιετική αναθεωρητική απειλή, αναγνώρισε τα κοινά συμφέροντά της με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ελλάδα και, έτσι, από τον Νοέμβριο του 1944, εγκατέλειψε οποιαδήποτε αξίωση είχε για τα Δωδεκάνησα.[60]

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η Τουρκία κατάφερε να αποφύγει την είσοδο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ, όταν πλέον η νίκη των Συμμάχων ήταν προδιαγεγραμμένη, διέκοψε και επισήμως τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Γερμανία, στις 2 Αυγούστου 1944. Τέλος, η Τουρκία, ύστερα από την απόφαση των Συμμάχων στη Γιάλτα ότι η ένταξη στον ΟΗΕ θα περιοριζόταν στα κράτη που πολέμησαν στο πλευρό των Συμμάχων, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία στις 23 Φεβρουαρίου 1945.[61]

Συμπεράσματα

Η εξωτερική πολιτική του τουρκικού κράτους των τελευταίων χρόνων έμοιαζε αρκετά με αυτή της περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Τουρκία ακολούθησε μια πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να ικανοποιήσει και τον χωροφύλακα και τον αστυφύλακα (γεγονός που δικαιολογούσε σε μεγάλο βαθμό τη χρήση του όρου «επιτήδειος ουδέτερος» από πολιτικούς αναλυτές και διεθνολόγους της χώρας μας).

Αλλά οι τελευταίες εξελίξεις στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, και ιδιαίτερα ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, φαίνεται πως αλλάζουν άρδην την τουρκική γεωστρατηγική πολιτική. Σε αντίθεση με το παρελθόν, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολυπολικό κόσμο, στον οποίο η Τουρκία δεν απειλείται από κανέναν και, αντιθέτως, επιθυμεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο με αναθεωρητικές βλέψεις.

Έχοντας υπόψη μας τα προαναφερθέντα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι η χρήση του όρου επιτήδειος ουδέτερος για την Τουρκία είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.



[1] Frank Weber, Ο επιτήδειος ουδέτερος, μτφρ. Εύη Νάντσου, Θετίλη, Αθήνα 1985, 309 σ.

[2] Ahmet Davutoğlu, Το Στρατηγικό Βάθος. Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφρ Ν. Ραπτόπουλος,

Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2010, σ. 123 Την ίδια άποψη περί ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής εκφράζει και ο καθηγητής ιστορίας Erik Zürcher. βλ. Erik Ζürcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μτφρ. Β. Κεχριώτης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σ. 269.

[3] Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Erik Zürcher αναφέρει ότι στη μνήμη της τουρκικής πολιτικής ελίτ υπήρξε βαθιά χαραγμένος ο τρόπος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί ως γερμανικό εργαλείο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Erik Ζürcher, ό.π. σ. 274.

[4] Osman Yalcin, "İkinci Dunya Savaşında İsmet İnonu ve Churchill Arasında Yapılan Adana

Goruşmesi.", Ataturk Yolu Dergisi, 12.47 (2011) 701-731, σ. 705.

[5] Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και Εμείς. Α΄ τόμος, Καθημερινές Εκδόσεις, Αθήνα 2018, σ. 121

[6] Mevlut Celebi, "Ataturk Donemi ve Sonrasında Turkiye-İtalya İlişkilerini Etkileyen Faktorler." Ataturk Araştırma Merkezi Dergisi 31.91 (2015): 69-92.

[7] William Hale, Τουρκική Εξωτερική Πολιτική 1774-2000, μτφρ. Ρ. Βασιλάκη & Σ. Σφυρόερα, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2016, σ. 95

[8] Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πατάκη, Αθήνα 2014, σ. 83

[9] Frank Weber, ό.π., σ. 30.

[10] Στο ίδιο, σ. 30-31.

[11] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 83-85.

[12] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 272

[13] Selim Deringil, “The preservation of Turkey's neutrality during the second world war: 1940”, Middle Eastern Studies, 18:1, (1982) 30-52, DOI: 10.1080/00263208208700494. σ. 32-33

[14] Frank Weber, ό.π., σ. 69- 72.

[15] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 88.

[16] Frank Weber, ό.π., σ. 78.

[17] William Hale, ό.π., σ. 114.

[18] Selim Deringil, ό.π., σ. 30.

[19] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 126-127.

[20] William Hale, ό.π., σ. 114-115.

[21] Selim Deringil, ό.π., σ. 32.

[22] William Hale, ό.π., σ. 115.

[23] Frank Weber, ό.π., σ. 83.

[24] Ηλίας Ηλιοπούλου, Διεθνείς Σχέσεις της Τουρκίας 1935-1945: Η Ημισέληνος μεταξύ Βρεττανικού

Λέοντος, Γερμανικής Σβάστικας και Ρωσσικής Άρκτου, Λειμών, Αθήνα 2017, σ. 118

[25] Selim Deringil, ό.π., σ. 39

[26] Ataov Turkkaya, Turkish Foreign Policy: 1939-1945, Ankara Universitesi Siyasat, Ankara 1965, σ. 70

[27] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 121

[28] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[29] Selim Deringil, ό.π., σ. 34.

[30] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 119-124.

[31] Frank Weber, ό.π., σ. 96.

[32] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[33] Στο ίδιο, σ. 116.

[34] Γενικό Επιτελείο Στρατού, Η συμβολή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2009, σ. 10.

[35] Ιωάννης Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 385.

[36] Selim Deringil, ό.π., σ. 33.

[37] Ιωάννης Κολιόπουλος, ό.π., σ. 385.

[38] Frank Weber, ό.π., σ. 198-200.

[39] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 90.

[40] William Hale, ό.π., σ.123-124.

[41] Frank Weber, ό.π., σ. 151-152.

[42] Weisband Edward, Turkish Foreign Policy, 1943- 1935: Small State and Great Power Politics, Princeton University Press, 1973, σ. 119.

[43] Στο ίδιο, σ. 122.

[44] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 273.

[45] Osman Yalcin, ό.π., σ. 707.

[46] William Hale, ό.π., σ. 131-132.

[47] İzzet Öztoprak, "İkinci Dünya Savaşı Döneminde Adana Görüşmelerinin Askeri Yönü", Belleten 63.237 (2000): 597- 618, σ. 597.

[48] Στο ίδιο, σ. 598-599.

[49] Frank Weber, ό.π., σ. 221.

[50] William Hale, ό.π., σ. 133.

[51] İzzet Öztoprak, ό.π., σ. 612.

[52] Frank Weber, ό.π., σ. 228-229.

[53] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 141.

[54] Frank Weber, ό.π., σ. 229.

[55] Frank Weber, ό.π., σ. 249.

[56] Στο ίδιο, σ. 252.

[57] William Hale, ό.π., σ. 134.

[58] Frank Weber, ό.π., σ. 255.

[59] Στο ίδιο, σ. 138-140.

[60] William Hale, ό.π., σ. 139.

[61] Frank Weber, ό.π., σ. 138-140.

29 Ιουνίου 2026
Γεωπολιτικός ανταγωνισμός και πράσινη μετάβαση. Ο κόσμος ανάμεσα στη συνεργασία και τη σύγκρουση

Η επιστροφή του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις του 21ου αιώνα. Οι εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η αναδιάταξη των διεθνών συμμαχιών έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια λογική γεωπολιτικής αντιπαράθεσης που πολλοί θεωρούσαν ότι είχε υποχωρήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η εξέλιξη αυτή εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: υπονομεύει η αναβίωση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων την ικανότητα και τη βούληση της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει συλλογικά παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, οι διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και οι κρίσεις δημόσιας υγείας;

Τα ζητήματα αυτά δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα. Η υπερθέρμανση του πλανήτη, οι πανδημίες, η επισιτιστική ασφάλεια και η σταθερότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού απαιτούν πρωτοφανή επίπεδα διεθνούς συνεργασίας. Ωστόσο, η αυξανόμενη δυσπιστία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η χρήση οικονομικών κυρώσεων, η τεχνολογική αντιπαράθεση και η αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας από πολλά κράτη δυσχεραίνουν τη δημιουργία κοινών πολιτικών και θεσμικών λύσεων.

Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η συνεργασία δεν έχει εξαφανιστεί αλλά μετασχηματίζεται. Νέες μορφές συντονισμού αναδύονται μέσα από περιφερειακές συμμαχίες, διεθνείς οργανισμούς, πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο κατακερματισμένος, η πρόκληση δεν είναι απλώς η διατήρηση της συνεργασίας, αλλά η προσαρμογή της σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης που διοργάνωσαν στο Λονδίνο  (19-06-2026)  το London School of Economics (LSE) και το Πανεπιστήμιο Tsinghua στην Κίνα,  με τη συμμετοχή διακεκριμένων ειδικών στις διεθνείς σχέσεις, οι οποίοι εξέτασαν τις επιπτώσεις του νέου γεωπολιτικού ανταγωνισμού και τις προοπτικές διατήρησης της διεθνούς συνεργασίας σε μια εποχή αυξανόμενων παγκόσμιων προκλήσεων. Η συζήτηση συγκέντρωσε μια ιδιαίτερα αξιόλογη ομάδα ακαδημαϊκών από το LSE και το Πανεπιστήμιο Tsinghua , οι οποίοι διαθέτουν σημαντική διεθνή αναγνώριση στους τομείς των διεθνών σχέσεων, της πολιτικής οικονομίας, της ανάπτυξης και της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Από την πλευρά του LSE συμμετείχαν η καθηγήτρια Catherine Boone, ειδική σε θέματα πολιτικής οικονομίας και ανάπτυξης, ο καθηγητής Robert Falkner, ένας από τους πλέον γνωστούς ερευνητές  της διεθνούς περιβαλλοντικής πολιτικής και της παγκόσμιας διακυβέρνησης, η καθηγήτρια Stephanie J. Rickard, η οποία μελετά τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις και τις οικονομικές πολιτικές των κρατών, καθώς και ο καθηγητής Peter Trubowitz, διευθυντής του Phelan US Centre του LSE και ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς στρατηγικές ισορροπίες.

Το Πανεπιστήμιο Tsinghua εκπροσωπήθηκε από τον καθηγητή Tang Xiaoyang, έναν από τους σημαντικότερους μελετητές των σχέσεων Κίνας–Αφρικής και της κινεζικής αναπτυξιακής στρατηγικής, καθώς και από τον καθηγητή Zhao Kejin, ειδικό στην παγκόσμια διακυβέρνηση, τη δημόσια διπλωματία και την κινεζική εξωτερική πολιτική.

Η σύνθεση του πάνελ προσέφερε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ κορυφαίων    ακαδημαϊκών από τη Δύση και την Κίνα, επιτρέποντας την ανταλλαγή διαφορετικών προσεγγίσεων σχετικά με το μέλλον της διεθνούς συνεργασίας σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και παγκόσμιων προκλήσεων.

Η επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κυριάρχησε η αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μείωνε τις διεθνείς συγκρούσεις και θα ενίσχυε τη συνεργασία. Η παγκοσμιοποίηση θεωρήθηκε όχι μόνο μηχανισμός οικονομικής ανάπτυξης αλλά και εργαλείο ειρήνης.

Σήμερα όμως η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο το εμπόριο, τις επενδύσεις και την τεχνολογία ως ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Οι αλυσίδες εφοδιασμού επανασχεδιάζονται, οι κρατικές επιδοτήσεις πολλαπλασιάζονται και η λογική της «στρατηγικής αυτονομίας» αποκτά κεντρική θέση στη χάραξη πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε έναν αυξανόμενο κατακερματισμό του παγκόσμιου εμπορίου. Το πολυμερές σύστημα κανόνων που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι υπό πίεση, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO) δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις νέες πραγματικότητες της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης και των πράσινων τεχνολογιών.

Όπως επισημάνθηκε στη συζήτηση, η τάση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Συνδέεται επίσης με τις εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις στις δυτικές δημοκρατίες. Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε νικητές και ηττημένους, και σε πολλές χώρες η δυσαρέσκεια των κοινωνικών ομάδων που αισθάνονται αποκλεισμένες μετατράπηκε σε πολιτική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά την αποχώρηση συγκεκριμένων πολιτικών ηγετών, οι πιέσεις προς περισσότερο προστατευτισμό πιθανότατα θα παραμείνουν.

Ο αγώνας για τα κρίσιμα ορυκτά της Αφρικής

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας να είναι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για τα κρίσιμα ορυκτά που απαιτούνται για την πράσινη μετάβαση. Το κοβάλτιο, το λίθιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες αποτελούν πλέον στρατηγικούς πόρους ανάλογης σημασίας με το πετρέλαιο κατά τον 20ό αιώνα. Η Αφρική διαθέτει μεγάλο μέρος αυτών των αποθεμάτων και βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου «αγώνα δρόμου» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η ελπίδα ότι η αυξημένη ζήτηση για τα ορυκτά αυτά θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό οικονομικής ανάπτυξης για τις αφρικανικές χώρες. Πολλοί αναλυτές υποστήριζαν ότι η ήπειρος είχε μια ιστορική ευκαιρία να αποφύγει την «κατάρα των φυσικών πόρων» – το φαινόμενο όπου οι πλούσιοι σε πρώτες ύλες τόποι καταλήγουν εγκλωβισμένοι σε διαφθορά, ανισότητες και εξάρτηση.

Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν αλλάξει το πλαίσιο. Οι δυτικές χώρες, οι οποίες προηγουμένως διακήρυτταν ότι θα προσέφεραν ένα πιο διαφανές και δίκαιο μοντέλο συνεργασίας ως εναλλακτική λύση απέναντι στην κινεζική παρουσία, σήμερα επικεντρώνονται ολοένα περισσότερο στη δική τους ενεργειακή και βιομηχανική ασφάλεια.

Η περίφημη φράση του πρωθυπουργού του Καναδά , Μαρκ Κάρνεϊ, στο Νταβός – «If you're not at the table, you're on the menu» – χρησιμοποιήθηκε χαρακτηριστικά για να περιγράψει τη θέση πολλών αφρικανικών χωρών. Χωρίς επαρκή πολιτική ισχύ και θεσμική οργάνωση, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλά αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ ισχυρότερων κρατών. Η μόνη πραγματική απάντηση φαίνεται να είναι η συλλογική δράση. Μέσω οργανισμών όπως η Αφρικανική Ένωση (AU) , οι χώρες της ηπείρου θα μπορούσαν να διαπραγματεύονται από κοινού καλύτερους όρους εκμετάλλευσης των πόρων τους. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής προσκρούει στις εσωτερικές αντιπαλότητες, στις αδύναμες θεσμικές δομές και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των κρατών.

Η Κίνα και η πράσινη μετάβαση

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συζήτησης αφορούσε τη διαφορετική προσέγγιση της Κίνας στο ζήτημα της πράσινης ανάπτυξης. Στον κυρίαρχο δυτικό πολιτικό και ακαδημαϊκό λόγο, η κλιματική αλλαγή προσεγγίζεται συχνά πρωτίστως ως ηθικό και περιβαλλοντικό ζήτημα. Στην Κίνα, αντίθετα, η πράσινη μετάβαση συνδέθηκε από νωρίς με την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική στρατηγική. Οι Κινέζοι σχεδιαστές αντιλήφθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000 ότι η ανεξέλεγκτη ρύπανση απειλούσε τη βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Έτσι, η επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ηλεκτροκίνηση ενσωματώθηκε σταδιακά στον μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό.

Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Σήμερα, περισσότερο από το μισό των νέων αυτοκινήτων που πωλούνται στην Κίνα είναι ηλεκτρικά ή υβριδικά, ενώ η χώρα κυριαρχεί παγκοσμίως στην παραγωγή φωτοβολταϊκών, μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων. Σε αντίθεση με τη δυτική προσέγγιση, όπου η πράσινη μετάβαση παρουσιάζεται συχνά ως περιβαλλοντική αναγκαιότητα, η κινεζική ηγεσία την ενέταξε σε ένα ευρύτερο σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού, τεχνολογικής αναβάθμισης και ενίσχυσης της εθνικής ισχύος. Η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, η κυριαρχία στην παραγωγή φωτοβολταϊκών και μπαταριών, η εξασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά και οι μαζικές επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής.

Αυτό εξηγεί γιατί οι Κινέζοι ομιλητές στη συζήτηση υποστήριξαν ότι η πράσινη ανάπτυξη δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντική πολιτική, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής της χώρας. Η αντίθεση με πολλές δυτικές χώρες είναι χαρακτηριστική. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η συζήτηση για τη βιωσιμότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, όμως η πρακτική εφαρμογή των πολιτικών συχνά προχωρά με αργότερους ρυθμούς.

Petrostates και Electrostates

Η συζήτηση ανέδειξε επίσης ένα ενδιαφέρον θεωρητικό σχήμα: τη διάκριση ανάμεσα στα λεγόμενα «petrostates» και «electrostates». Ένας νέος διαχωρισμός ανάμεσα σε κράτη που εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική και γεωπολιτική τους ισχύ στα ορυκτά καύσιμα και σε κράτη που επενδύουν στρατηγικά στον εξηλεκτρισμό και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώρες που εξακολουθούν να στηρίζονται σημαντικά στα ορυκτά καύσιμα, ενώ η Κίνα φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο το πρότυπο του «electrostate».

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η Κίνα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες άνθρακα, ενώ περιοχές όπως το Τέξας πρωτοστατούν στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η περίπτωση του Τέξας αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της ενεργειακής μετάβασης. Αν και αποτελεί ιστορικά το επίκεντρο της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, συγκαταλέγεται ταυτόχρονα μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών αιολικής και ηλιακής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η διάκριση ανάμεσα σε "πετρελαϊκά κράτη" και "κράτη του εξηλεκτρισμού" είναι συχνά περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική. Οι ενεργειακές στρατηγικές καθορίζονται όχι μόνο από τις διεθνείς εξελίξεις αλλά και από τις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες κάθε χώρας.

Παρά τις αντιφάσεις αυτές, ένα βασικό συμπέρασμα φαίνεται να αναδύεται: η ενεργειακή ασφάλεια και η πράσινη μετάβαση δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο αλληλοσυμπληρώνονται. Η ευρωπαϊκή εμπειρία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 το απέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο. Η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μετατράπηκε από οικονομικό πλεονέκτημα σε στρατηγικό μειονέκτημα, ωθώντας πολλές χώρες να επιταχύνουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Ο παγκόσμιος Νότος ως ρυθμιστής των εξελίξεων

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της συζήτησης αφορά τον ρόλο του παγκόσμιου Νότου. Συχνά οι διεθνείς αναλύσεις παρουσιάζουν τις χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας ως παθητικούς αποδέκτες των αποφάσεων που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον, το Πεκίνο ή τις Βρυξέλλες. Οι συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι αυτή η προσέγγιση είναι υπερβολικά απλουστευτική.

Οι ίδιες οι χώρες του παγκόσμιου Νότου διαθέτουν σημαντικά περιθώρια επιλογών. Η επιτυχία τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των θεσμών τους, τη διαχείριση των πόρων τους και την ικανότητά τους να μετατρέψουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό σε εσωτερική αναπτυξιακή δυναμική. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρήθηκε η δυνατότητα που προσφέρουν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για αποκεντρωμένη ανάπτυξη. Σε πολλές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια μπορούν να επιτρέψουν την ηλεκτροδότηση απομακρυσμένων περιοχών χωρίς την ανάγκη κατασκευής εκτεταμένων κεντρικών δικτύων. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες προοπτικές εκβιομηχάνισης και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η κρίση του πολυμερισμού

Το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει ολόκληρη τη συζήτηση είναι κατά πόσο οι υπάρχοντες διεθνείς θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εξακολουθεί να ρυθμίζει περίπου τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά οι κανόνες του έχουν σχεδιαστεί για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πλέον. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ψηφιακές υπηρεσίες, οι πράσινες επιδοτήσεις και η επιστροφή του βιομηχανικού σχεδιασμού ως εργαλείου γεωοικονομικής ισχύος δημιουργούν νέες προκλήσεις που το σημερινό θεσμικό πλαίσιο δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει. Ταυτόχρονα, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας καθιστά δυσκολότερη την ανανέωση του διεθνούς συστήματος κανόνων.

Πίσω από τις τοποθετήσεις των ομιλητών στο LSE διαγραφόταν η αίσθηση ότι η εποχή κατά την οποία τα κράτη μπορούσαν μόνα τους να διαχειριστούν τα παγκόσμια προβλήματα πλησιάζει στο τέλος της. Οι προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιακής οικονομίας και της τεχνητής νοημοσύνης υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα και απαιτούν νέες μορφές συλλογικής δράσης. Έτσι, αντί της επιστροφής σε έναν ιδεατό πολυμερή κόσμο του παρελθόντος (multilateralism), αναδύεται η ανάγκη για ένα πιο σύνθετο σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο κράτη επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα συνδιαμορφώνουν λύσεις και κανόνες σε παγκόσμιο επίπεδο (multi-stakeholder cooperation). Πρόκειται για μια μετάβαση από τον κλασικό πολυμερισμό σε ένα πλέγμα πολυκεντρικής και πολυεπίπεδης συνεργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες ενός ολοένα πιο αλληλεξαρτώμενου αλλά και κατακερματισμένου κόσμου.

Συμπεράσματα

Οι παρεμβάσεις των ακαδημαϊκών του LSE και του Πανεπιστημίου Tsinghua ανέδειξαν με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η εποχή της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης έχει παρέλθει οριστικά. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, όπου η οικονομία, η τεχνολογία, η ενέργεια και η ασφάλεια αλληλοσυνδέονται περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, η επιστροφή της γεωπολιτικής δεν σημαίνει αναγκαστικά το τέλος της συνεργασίας. Αντιθέτως, η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση και η διαχείριση των παγκόσμιων κοινών αγαθών καθιστούν τη συνεργασία πιο αναγκαία από ποτέ.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα συνεχιστεί – αυτό θεωρείται σχεδόν βέβαιο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι δύο υπερδυνάμεις, μαζί με τις αναδυόμενες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, θα καταφέρουν να δημιουργήσουν νέους θεσμούς και νέες μορφές συνεννόησης που θα επιτρέψουν την αντιμετώπιση των κοινών παγκόσμιων προκλήσεων. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της διεθνούς τάξης αλλά και τις προοπτικές βιωσιμότητας του πλανήτη στον 21ο αιώνα.

27 Ιουνίου 2026
Ατελιέ The Books' Journal

Μέσα στον ορυμαγδό της επικαιρότητας, εκεί όπου οι ειδήσεις πέφτουν κατά ριπάς και η μία προλαβαίνει να ακυρώσει την προηγούμενη πριν καν τη διαβάσουμε, υπάρχουν μερικές φράσεις που χάνονται για λίγο μέσα στην ακατάπαυστη ροή των πληροφοριών, σαν ένα μικρό χαρτί που παρασύρεται από τον αέρα σε μια πολύβουη λεωφόρο. Μία από αυτές μου τράβηξε πρόσφατα την προσοχή καθώς ανασκάλευα, όπως συνηθίζω, το αχανές καλάθι του διαδικτύου με την περιέργεια εκείνου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα κείμενα αξίζει να διαβάζονται και όχι απλώς να καταναλώνονται. Με τη συνήθεια, ίσως παλιομοδίτικη πια, να σταματώ σε ορισμένες διατυπώσεις και να αναρωτιέμαι γιατί ειπώθηκαν, από ποιον ειπώθηκαν και κυρίως γιατί ειπώθηκαν τώρα.

 

Ο ισραηλινός υπουργός Διασποράς και Καταπολέμησης του Αντισημιτισμού, Αμιχάι Τσίκλι, δήλωσε ότι η Τουρκία και η νέα Συρία αποτελούν πλέον μεγαλύτερη πρόκληση για το Ισραήλ από το Ιράν και ότι «η εποχή της σιιτικής αυτοκρατορίας του Ιράν έχει τελειώσει». Πρόσθεσε μάλιστα πως ο νέος άξονας της περιοχής είναι η Τουρκία, η Συρία και το Κατάρ.

Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω όμως κάτι άλλο, έναν παλιό και αρκετά αξιόπιστο κανόνα της πολιτικής ανάγνωσης: ότι συχνά πίσω από τη φράση βρίσκεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται σε υπουργεία, επιτελεία, υπηρεσίες πληροφοριών και δεξαμενές σκέψης. Τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, σπάνια αλλάζουν πορεία από τη μια μέρα στην άλλη. Πρώτα αλλάζουν το λεξιλόγιό τους, ύστερα τις προτεραιότητές τους και μόνο στο τέλος τις πράξεις τους.

Και κάπου εκεί η συγκεκριμένη δήλωση παύει να αφορά τον Τσίκλι και αρχίζει να αφορά όλη τη Μέση Ανατολή. Γιατί ίσως περιγράφει μια αλλαγή που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια, αλλά ήδη γίνεται ορατή σε όσους έχουν την υπομονή να κοιτάζουν πίσω από τα πρωτοσέλιδα. Από τότε που άρχισα να διαβάζω περισσότερο Ιστορία παρά επικαιρότητα, απέκτησα μια μικρή καχυποψία απέναντι στις ειδήσεις. Όχι επειδή είναι κυρίως ψευδείς αλλά επειδή είναι βιαστικές.

Η επικαιρότητα μοιάζει με μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το τέλος του. Οι περισσότεροι αναγνώστες παρασύρονται από τις εκρήξεις, τις ανατροπές, τους θανάτους των ηρώων και τις μεγάλες σκηνές.

Η Ιστορία σπάνια αλλάζει κατεύθυνση με τυμπανοκρουσίες. Τις περισσότερες φορές προειδοποιεί διακριτικά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει ούτε η ίδια προς τα πού πηγαίνει. Αφήνει εδώ κι εκεί μικρές σημειώσεις στο περιθώριο, σαν εκείνα τα μολυβένια υπογραμμίσματα που βρίσκει κανείς στα μεταχειρισμένα βιβλία και αναρωτιέται ποιος αναγνώστης τα άφησε πίσω του και γιατί.

Σε αυτό το πνεύμα διάβασα και τη δήλωση του Τσίκλι. Δεν μου έκανε εντύπωση η κριτική προς το Ιράν. Αυτή την ακούμε χρόνια. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε η αναφορά στην Τουρκία. Οι εντάσεις ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ είναι γνωστές.

Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος του ισραηλινού κράτους, κάτι που πάντα λαμβάνω υπόψη μου πολύ σοβαρά, επιχειρούσε να μετακινήσει τον προβολέα. Σαν να έλεγε στους συνομιλητές του: «κοιτάζαμε επί είκοσι χρόνια προς μία κατεύθυνση· ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε προς μια άλλη». Και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως η συγκεκριμένη δήλωση δεν αφορά καθόλου το Ιράν. Ίσως αφορά το τέλος μιας εποχής.

Για δύο δεκαετίες σχεδόν κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή κατέληγε στην Τεχεράνη. Το Ιράν εμφανιζόταν ως ο μεγάλος αναθεωρητής της περιοχής, η δύναμη που οικοδομούσε δίκτυα, εξόπλιζε συμμάχους, χρηματοδοτούσε οργανώσεις και διεύρυνε διαρκώς την επιρροή της. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν για τα μέσα συμφωνούσαν για το βασικό γεγονός: η ιστορία της περιοχής γραφόταν σε μεγάλο βαθμό γύρω από το ιρανικό ζήτημα.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ισραηλινός υπουργός και λέει, περίπου, ότι το βιβλίο αυτό τελειώνει. Όχι ότι το Ιράν εξαφανίζεται. Τα κράτη δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ακόμη δυσκολότερα.

Εκείνο που υπονοεί είναι κάτι πιο ενδιαφέρον. Ότι η κεντρική σύγκρουση του επόμενου κεφαλαίου ίσως δεν έχει ακόμη γραφτεί πλήρως, αλλά τα πρώτα της πρόσωπα έχουν ήδη εμφανιστεί στη σκηνή. Και ανάμεσά τους βρίσκεται η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που κράτησα τη φράση. Την κράτησα επειδή μου θύμισε κάτι που συναντά κανείς συχνά στην Ιστορία. Τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι συνεχίζουν να συζητούν για τον κόσμο που φεύγει, ενώ οι πιο προσεκτικοί έχουν αρχίσει ήδη να παρατηρούν τον κόσμο που έρχεται.

Και καμιά φορά ο κόσμος που έρχεται εμφανίζεται πρώτα ως μια φράση που περνά  σχεδόν απαρατήρητη ανάμεσα σε εκατό άλλες ειδήσεις που την επόμενη μέρα κανείς δεν θα θυμάται. Εκτός ίσως από εκείνους που εξακολουθούν να διαβάζουν την επικαιρότητα όπως διαβάζουν ένα καλό μυθιστόρημα: αργά, υπομονετικά και με το μολύβι στο χέρι. Ίσως βέβαια όλα αυτά να αποδειχθούν λανθασμένα. Η Μέση Ανατολή είναι ο τόπος όπου οι βεβαιότητες έχουν μικρό προσδόκιμο ζωής. Σχεδόν κάθε δεκαετία γεννά τον δικό της «αναπόφευκτο νικητή» και σχεδόν κάθε δεκαετία φροντίζει να τον διαψεύσει. Όμως οι δηλώσεις σαν αυτή δεν έχουν αξία επειδή προβλέπουν το μέλλον. Έχουν αξία επειδή αποκαλύπτουν πώς το φαντάζονται όσοι προσπαθούν να το διαμορφώσουν.

Για πολλά χρόνια η περιοχή έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από ένα μόνο ερώτημα: τι θα γίνει με το Ιράν; Σήμερα, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, εμφανίζονται άνθρωποι μέσα στο ίδιο το ισραηλινό κατεστημένο που μοιάζουν να αναζητούν αλλού τον επόμενο μεγάλο αντίπαλο. Ίσως έχουν δίκιο. Ίσως όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η συζήτηση μετακινείται. Και όταν μετακινείται η συζήτηση, συνήθως έχει προηγηθεί η μετακίνηση της πραγματικότητας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις ιστορικές αλλαγές όταν έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Όταν έχουν αποκτήσει όνομα, χρονολογία και κεφάλαιο στα βιβλία. Τότε όλα φαίνονται λογικά και αναμενόμενα. Η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε καταδικασμένη αφού κατέρρευσε. Η αμερικανική μονοκρατορία έμοιαζε αυτονόητη αφού εγκαθιδρύθηκε. Η άνοδος της Κίνας φαίνεται σήμερα σχεδόν αναπόφευκτη, λες και δεν υπήρξαν δεκαετίες κατά τις οποίες ελάχιστοι την είχαν προβλέψει.

Η Ιστορία όμως δεν βιώνεται έτσι. Βιώνεται μέσα στην αβεβαιότητα. Μέσα σε μικρές ενδείξεις, μισοτελειωμένες εξελίξεις, υπαινιγμούς και φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι να αποκτήσουν εκ των υστέρων νόημα.

Γι’ αυτό στάθηκα σε αυτή τη δήλωση.

Όχι επειδή πιστεύω ότι ένας υπουργός του Ισραήλ γνωρίζει το μέλλον της Μέσης Ανατολής. Αλλά επειδή, διαβάζοντάς την, είχα για μια στιγμή εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που έχει κανείς όταν διαβάζει ένα καλό μυθιστόρημα και πέφτει πάνω σε μια φράση που μοιάζει δευτερεύουσα. Μια φράση που ο αναγνώστης υπογραμμίζει σχεδόν ενστικτωδώς, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί. Και ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση. Γιατί υποψιάζεται ότι κάπου παρακάτω θα καταλάβει πως εκεί, σε εκείνη ακριβώς τη γραμμή, ο συγγραφέας είχε αφήσει το πρώτο σημάδι ότι η ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση.

 

25 Ιουνίου 2026
Σελίδα 3 από 167