Κάθε φορά που αναλογίζομαι αυτή την Ημέρα, την Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος, τη Shoah, αισθάνομαι άβολα. Η ακρότητα του συμβάντος δεν επιτρέπει την εκλογίκευση, ακόμα και τόσες δεκαετίες μετά. Το βασικό αίσθημα ήταν και συνεχίζει να είναι το δέος, ή μάλλον η πιο ταπεινή εκδοχή του, ο φόβος. Ήταν το αίσθημα που ένιωσα όταν, για πρώτη φορά, βρέθηκα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1985, νεαρός κινηματογραφικός κριτικός, και είδα στην πρώτη δημόσια προβολή της την ταινία Shoah, το ντοκιμαντέρ του Κλοντ Λανζμάν, που διαρκούσε 613 λεπτά και περιείχε αδιαφιλονίκητες μαρτυρίες για κάτι ασύλληπτο στο νου ενός ανυποψίαστου νέου ανθρώπου – και όσων ακόμα δεν είχαν πληροφόρηση[1].
Γιατί Shoah; Ο Λανζμάν είχε κάνει την επιλογή ενός ονόματος που θα παρέμενε άφθαρτο, μιας λέξης που στα εβραϊκά σημαίνει απόλυτη καταστροφή. Επρόκειτο, όντως, για την απόλυτη ανθρωπιστική καταστροφή. Αλλά ταυτόχρονα ήταν και η καταστροφή της λογικής. Η καταστροφή των ηθικών κινήτρων της ανθρώπινης συμβίωσης. H δαιμονοποίηση του άλλου στο όνομα εθνοφυλετικών χαρακτηριστικών, ουσιαστικά στο όνομα μιας ταυτότητας. Το απόλυτο κακό.
Μετά την ανακάλυψη του απόλυτου κακού, γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά, ως απόδειξη ότι η Shoah δεν άφησε ανεπηρέαστο τον πολιτισμό. Ο Τέοντορ Αντόρνο, το 1949, υποστήριξε ότι το να γράφεις ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα. Η Χάννα Άρεντ εισήγαγε την έννοια της κοινοτοπίας του κακού όταν, παρακολουθώντας τη δίκη του Άιχμαν το 1961 απεσταλμένη στο Ισραήλ του περιοδικού New Yorker, υποστήριξε ότι τέτοια φρικτά εγκλήματα δεν διαπράττονται απαραίτητα από σατανικές φιγούρες αλλά από συνηθισμένους ανθρώπους που ακολουθούν τυφλά εντολές αποδεχόμενοι την «κανονικότητα» της γραφειοκρατίας. Ο επιβιώσας από τα στρατόπεδα συγγραφέας Πρίμο Λέβι, απαντώντας σε επιστολική συνέντευξή του στον ιταλό δημοσιογράφο Φερντινάντο Καμόν, έγραψε: «Υπάρχει το Αουσβιτς, δεν μπορεί επομένως να υπάρχει Θεός».
Η ανθρωπότητα φαινόταν ότι, τουλάχιστον, τη φρίκη της Shoah ήταν αποφασισμένη να μην την ξαναζήσει. Ότι το άφθαρτο της απόλυτης καταστροφής θα εξουδετέρωνε τα στερεότυπα για τους εβραίους και το μίσος εναντίον τους.
Την τρίτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, αυτό γνωρίζουμε πια ότι δεν ισχύει. Τα στερεότυπα επιβίωσαν – και σε αυτά προστέθηκαν καινούργια. Κι ακόμα μια φορά, οι εβραίοι και ο εβραϊσμός μπαίνουν στο στόχαστρο ενός νέου αντισημιτισμού – μιας νέας εβραιοφοβίας που καλλιεργήθηκε από έναν ριζοσπαστισμό στο όνομα του ισλαμιστικού θρησκευτικού φονταμενταλισμού, και αυτή τη φορά η δαιμονοποίηση των εβραίων δεν γίνεται στο όνομα μυθικών χαρακτηριστικών – αλλά στόχος είναι το κράτος του Ισραήλ, η δημοκρατία και ο στόχος της ευημερίας του και, μαζί, ο προσανατολισμός του στη δημοκρατική Δύση.
Το έγκλημα της 7ης Οκτωβρίου 2023
Τα στερεότυπα περί τον εβραίο, τον άνθρωπο με τη γαμψή μύτη που συγκέντρωνε χρήμα, τον εικοστό αιώνα οργανώθηκαν ως απειλή. Πριν αρχίσει η επίθεση εναντίον του, χρειάζονταν λόγια. Πολλά λόγια. Και παρήχθησαν. Το πρώτο μεγάλο και οργανωμένο κείμενο, το πρώτο μεγάλο από πολλά σχετικά fake news, ήταν τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, πλαστογράφημα της εποχής του τσάρου Νικολάου Β΄που, αρχικά, στόχο είχαν να συσχετισθεί η «έλευση» του Αντίχριστου με τους Εβραίους, να πειστεί ο ρωσικός χριστιανικός πληθυσμός ότι οι Εβραίοι, υπεύθυνοι για τα οικονομικά και τα κοινωνικά δεινά που έπλητταν τη Ρωσία, «ενσαρκώνουν» τον Αντίχριστο.
Στη Γερμανία, το 1920 ήδη οι εβραίοι είχαν μπει στο στόχαστρο, μέσω του λόγου που αρχικά εκπέμφθηκε αναζητώντας κύρος από σημαντικές προσωπικότητες. Είχε βέβαια αρχίσει να γίνεται κριτική στο πνεύμα της υλιστικής ποταπότητας που δήθεν διέπει την «εβραϊκή επιστήμη» στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και την αντίθεσή της με τις «ανάγκες και τις αξίες του βόρειου, γερμανικού ανθρώπινου τύπου». Λίγο μετά, εκδόθηκε το έργο Άδεια καταστροφής της ζωής που δεν αξίζει να ζει (Die Freigabe der Vernichtung lebensunwerten Lebens), που καθόρισε την ανάπτυξη ενός γερμανικού κινήματος ευγονικής. Οι συγγραφείς του βιβλίου, ο δικαστής Καρλ Μπίντινγκ και ο ψυχίατρος Άλφρεντ Χόχε, πέτυχαν το σκοπό τους. Το βιβλίο τους ήταν το κλειδί για τη διαμόρφωση της ναζιστικής ιδεολογίας, που οδήγησε στις συστηματικές διώξεις των Εβραίων. Ανάμεσα στις ιδέες που κόμιζε ήταν η έννοια του άχρηστου ανθρώπου, μιας ομάδας ανθρώπων «διανοητικά νεκρών» που είναι «ξένο σώμα μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων». Η «χρησιμότητα» του βιβλίου αυτού ήταν η εξοικείωση με την ιδέα της εξάλειψης του αδύναμου.
Όταν, το 1933, ο Χίτλερ με το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα του κέρδισε τις εκλογές, οι ιδέες της καθαρής φυλής ήρθαν στην επιφάνεια και γρήγορα συσχετίστηκαν με τους εβραϊκούς πληθυσμούς. Πολύ σύντομα, οι ζωές των Εβραίων θεωρήθηκαν άχρηστες ζωές και το καθεστώς άρχισε να θεσπίζει ρατσιστικούς νόμους που βαθμιαία τους απέβαλλαν από την κοινωνική ζωή. Οι υποψιασμένοι φοβήθηκαν τα χειρότερα – και είχαν δίκιο. Τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Νοεμβρίου 1938, έγινε το «πογκρόμ του Νοεμβρίου» ή όπως επικράτησε να λέγεται η «Νύχτα των Κρυστάλλων», η επίθεση κατά εβραϊκών περιουσιών, λατρευτικών χώρων, ακόμα και εναντίον ανθρώπων: ξέσπασε «με όλη της τη δύναμη η φονική ναζιστική βία εναντίον των Eβραίων. Τα απίστευτης ωμότητας επεισόδια μετέτρεψαν όλες τις πόλεις της Γερμανίας, της Αυστρίας, καθώς και τα προσαρτημένα εδάφη της Τσεχοσλοβακίας σε θέατρο καταστροφής των εβραϊκών περιουσιών, όπως και των συμβόλων της ιουδαϊκής λατρείας και κουλτούρας, ενώ έλαβαν χώρα χυδαίες δημόσιες διαπομπεύσεις και πράξεις εξευτελισμού των ίδιων των θυμάτων»[2]. Τα γεγονότα εκείνα ήταν ο προθάλαμος της ναζιστικής κόλασης που επιφυλάχτηκε για τους εβραϊκούς πληθυσμούς στην κατακτημένη Ευρώπη, που οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα θανάτου και στην εξόντωση.
Η δεκαετία του 1930 είχε κι άλλες διεργασίες με στόχο τις μαζικές δολοφονίες εβραϊκών πληθυσμών. Τις δεκαετίες του 1930 και του 1940 για πρώτη φορά επιδιώχθηκε η συγχώνευση ναζισμού και ισλαμισμού, εμπνέοντας την ισλαμιστική πολιτική της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο. Το τυφλό μίσος κατά των Εβραίων της Χαμάς, που είναι παρακλάδι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, εξηγεί την ιδεολογική καταγωγή της ισλαμιστικής βίας κατά των Εβραίων σήμερα. Και οδηγεί στο τελευταίο επεισόδιο που σόκαρε την ανθρωπότητα: στο επεισόδιο της 7ης Οκτωβρίου 2023 – την επίθεση δυνάμεων της Χαμάς κατά αμάχων στο Ισραήλ με τραγικό απολογισμό περί τους 1.200 νεκρούς, περισσότερους τραυματίες, κατεστραμμένους ψυχισμούς και κατεστραμμένες ζωές - καθώς και την απαγωγή 251 πολιτών που κρατήθηκαν όμηροι.
Και βέβαια, οδηγεί στη νόμιμη απάντηση του κράτους του Ισραήλ. Σε πόλεμο εναντίον δυνάμεων που αμφισβητούν την ύπαρξή του. Της Χαμάς, αλλά και των παρακλαδιών της ισλαμιστικής τρομοκρατίας στην περιοχή που δρουν ως εντολοδόχοι του Ιράν: των Χεσμπολάχ του Λιβάνου, των Χούθι της Υεμένης, εντέλει του ίδιου του ισλαμοφασιστικού καθεστώτος του Ιράν.
Πόλεμος κατά της δημοκρατικής κουλτούρας
Ο πόλεμος στη Γάζα ήταν ένας πόλεμος κατά της δημοκρατίας και της κουλτούρας της ελευθερίας. Στη Μέση Ανατολή, εκπρόσωπος αυτής της κουλτούρας, που είναι η κουλτούρα του δυτικού κόσμου, είναι μόνο το δημοκρατικό κράτος του Ισραήλ. Το Ισραήλ είναι μια κηλίδα ελευθερίας που ο αυταρχικός ισλαμοφασισμός, με διάφορες μορφές, επιδιώκει να εξαλείψει.
Την εύνοια ριζοσπαστικών ιδεολογιών στην Ευρώπη και στην Αμερική προς τη Χαμάς, την εξηγεί ο συστηματικός αναλυτής των σύγχρονων μορφών του ρατσισμού και του αντισημιτισμού, καθηγητής Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ[3]. Τη συνδέει με τη γιγάντωση ισλαμικών κοινοτήτων σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και με τη στάση κινημάτων για τα δικαιώματα, που επειδή θεωρούν ότι μεταναστευτικοί πληθυσμοί από χώρες του Ισλάμ αντιμετωπίζονται φοβικά από σημαντικά τμήματα των κοινωνιών που τους δέχτηκαν, άλλαξαν την εικόνα της πραγματικότητας. Σκέπασαν την εβραιοφοβία, τον ιστορικό αντισημιτισμό στην Ευρώπη, αντικαθιστώντας την από την «ισλαμοφοβία», που παρουσιάζεται ως ρατσιστική στάση. Στο όνομα του αντιρατσισμού, μάλιστα, λέγεται ότι «οι μουσουλμάνοι είναι οι σημερινοί εβραίοι».
Αυτή η στάση, υποστηρίζει ο Ταγκιέφ, λειτουργεί ως στρατηγική τύφλωσης. Η οποία επιτρέπει στον επιφανειακό, δηλαδή τον συνθηματολογικό αντιρατσιστικό λόγο, να αγνοήσει ότι η παραδοσιακή εβραιοφοβία έχει μετασχηματιστεί. Και ότι αναδιαμορφώθηκε ως δαιμονοποίηση του «σιωνισμού» και του Ισραήλ. Ως ρεύμα αντισιωνισμού. Εντέλει, ως εχθρά εναντίον του Ισραήλ που χαρακτηρίζεται σιωνιστικό κράτος και συνεκδοχικά εναντίον των Εβραίων στον κόσμο που είναι υπέρ του κράτους του Ισραήλ.
Το μίσος κατά του Ισραήλ και κατά των Εβραίων, κατά τον Ταγκιέφ, συμπληρώνεται από μια –λέει– μυθοπολιτική: μια στάση που οδηγεί στην πεποίθηση ότι το Ισραήλ και οι «σιωνιστές», μια δύναμη διαβολική, εξοντώνουν τους «αθώους» Παλαιστίνιους, τους οποίους απλώς στηρίζουν οι ομόθρησκοί τους στη Μέση Ανατολή. Όλα τα δεινά των Αράβων και των μουσουλμάνων εξηγούνται ως αποτέλεσμα «σιωνιστικής», «αμερικανο-σιωνιστικής» ή «δυτικο-σιωνιστικής» συνωμοσίας. Έτσι, καταλήγει ο Ταγκιέφ,
διαδόθηκε η θυματική και συμπονετική αντίληψη για τους Παλαιστίνιους, οι οποίοι μονοπωλούν την αγανάκτηση πολλών διανοουμένων. Η «παλαιστινιακή υπόθεση» παίζει το ρόλο μιας νέας «υπόθεσης του λαού» ή μιας «προλεταριακής υπόθεσης» που ανατέλλει. Μια νέα «οικουμενική υπόθεση», όπως λένε οι εναπομείναντες μαρξιστές. Διαμέσου του εξισλαμισμού της παλαιστινιακής υπόθεσης, ο αγώνας κατά των Εβραίων ξαναγίνεται η οδός της λύτρωσης.[4]
Κάπως έτσι διαμορφώθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις στον δυτικό κόσμο και, ιδίως, κάπως έτσι διαμορφώθηκε ένα ρεύμα έτοιμο ακόμα και να δικαιολογήσει την τρομοκρατία του τζιχαντισμού ως αντίδραση στον άδικο κόσμο που δήθεν δημιούργησε ο «δυτικός ιμπεριαλισμός», σε συνεργασία με το κράτος του Ισραήλ, στη Μέση Ανατολή. Αντικαπιταλισμός, αντιιμπεριαλισμός, αντιαποικιακή ανάλυση του δυτικού κόσμου και παραδοσιακός αντιρατσισμός ως κανονιστική στάση είναι εργαλεία αρκετά για να δημιουργηθεί η επιφανειακή, αλλά αρκετή για να κινητοποιήσει πεισμένους ιδεολόγους, πίσω από νέα στερεότυπα.
Όχι δηλαδή τα παραδοσιακά στερεότυπα του αίματος αλλά, πλέον, τα στερεότυπα στην ερμηνεία της πολιτικής ισχύος του δυτικού κόσμου και της ισχύος στη Μέση Ανατολή του Ισραήλ, που μεταφράζεται ως η ισχύς του σιωνισμού κατά αδύναμων λαών.
Με αυτά τα στερεότυπα δημιουργήθηκε το φιλοΧαμάς στρατόπεδο του δυτικού κόσμου που, μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, μετέτρεψε το προδρομικό σύνθημα «Από το ποτάμι στη θάλασσα» σε σύνθημα διεκδίκησης
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες παρανοήσεις αυτής της προσέγγισης; Οι εξής:
Πρώτο: αγνόησε τη δυναμική της 7ης Οκτωβρίου, τη θεώρησε ως ένα απλώς βίαιο επεισόδιο εκδίκησης ενός Δαβίδ έναντι ενός Γολιάθ. Αφαίρεσε έτσι από το πεδίο την ανθρωπιστική διάσταση της όποιας κριτικής ασκήθηκε, μετατρέποντάς τη σε μονόπλευρη αμφισβήτηση του πολεμικού κινήτρου του Ισραήλ.
Δεύτερο: μίλησε για «γενοκτονία», αναφέροντας συχνά τους θανάτους αμάχων στη διάρκεια συγκρούσεων. Η ανάγνωση αυτής της εξήγησης αγνοεί τη στρατηγική της Χαμάς και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων να χρησιμοποιούν αμάχους ως μέσο για να κερδίσουν έναν πόλεμο.
Τρίτο: θεώρησε τη σύγκρουση μετά την 7η Οκτωβρίου ως αραβοϊσραηλινό πόλεμο. Αλλά, όπως τονίζει ο καθηγητής ιστορίας και βαθύς γνώστης της Μέσης Ανατολής, Τζέφρι Χερφ, «δεν είναι αραβοϊσραηλινός πόλεμος. Είναι θρησκευτικός πόλεμος, που διεξάγεται από σιίτες ισλαμιστές, υπό την ηγεσία του Ιράν και των πληρεξουσίων του. Στόχος του, εν μέρει, ήταν να αποτρέψει την ειρήνη μεταξύ του Ισραήλ και των Αράβων»[5].
Αυτές τις βασικές παρεξηγήσεις παρέκαμψε η ιδεολογικοποιημένη αντίδραση στη Δύση, που εμφανίστηκε ως προοδευτικό κίνημα και, εκτός από τις συνήθεις πολιτικού χαρακτήρα εκδηλώσεις, ξεχώρισε επειδή υπέθαλψε ή και άσκησε βία κατά Εβραίων, σε διάφορες δυτικές χώρες, εφαρμόζοντας την έννοια της συλλογικής ευθύνης συλλήβδην κατά ενός λαού, κατά μιας εθνοθρησκευτικής ταυτότητας.
Δημιουργήθηκε δηλαδή ένα παγκόσμιο κίνημα που δεν ελάμβανε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά αλλά δρούσε, και συνεχίζει να δρα, αντανακλαστικά, όχι με βάση τη λογική αλλά με βάση την ταυτότητα. Ένα κίνημα συμπάθειας και συμπαράστασης στους τρομοκράτες και όχι στα θύματά τους. Ένα κίνημα που αγνόησε τη φρίκη της τρομοκρατικής ενέργειας και αντιτάχθηκε στην εκδίκησή της και στην προσπάθεια του Ισραήλ να αμυνθεί από τις επιβουλές. Ένα κίνημα που άρχισε να καταδιώκει την εβραϊκή εθνοθρησκευτική ταυτότητα επειδή, ακριβώς, είναι ό,τι είναι.
Ένα κίνημα αντισημιτικό ακόμα κι αν αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικό. Ένα κίνημα, μάλιστα, που έχει σοβαρή υποστήριξη στον δυτικό κόσμο, όχι μόνο ακτιβιστική αλλά και θεωρητική. Ένα κίνημα τυφλού μίσους.
Γι’ αυτό το μίσος γράφει ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ. Για ένα μίσος «υψηλής έντασης, μίσος λυσσώδες, διακριτό από το συνηθισμένο μίσος, το οποίο δεν διστάζει να προσφεύγει σε μύθους ή ιδεολογικοποιημένα φαντάσματα για να εξαπολύσει τις πιο φανταστικές κατηγορίες τις οποίες πιστεύουν όλο και περισσότεροι εχθροί των εβραίων. Κυρίως, όμως, για ένα μίσος χωρίς γιατί, ένα μίσος το οποίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε οντολογικό»[6].
Αυτό το νέο αντιεβραϊκό μίσος, δεν είναι απλός αντισημιτισμός. Δεν αφορά μόνο τους εβραίους δηλαδή, αφορά όλους μας. Επειδή, ταυτόχρονα, το νέου τύπου μίσος κατά των εβραίων είναι και αντιδυτικισμός. Η επίθεση κατά του κράτους του Ισραήλ δηλαδή γίνεται από δυνάμεις που δεν μισούν απλώς το Ισραήλ αλλά, γενικότερα, εχθρεύονται τη δημοκρατία – και ο δυτικός κόσμος είναι η δημοκρατική επικράτεια του πλανήτη. Οι εκδηλώσεις μίσους κατά των εβραίων είναι ταυτόχρονα και εκδηλώσεις μίσους κατά των δυτικών δημοκρατιών. Μάλιστα από δυνάμεις που ζουν στα δημοκρατικά περιβάλλοντα και εκμεταλλεύονται τη δημοκρατική ανοχή.
Ο εβραϊκός λαός είναι ένας λαός που έχει γνωρίσει με ακραίο τρόπο τις συνέπειες αυτού του μίσους. Δυστυχώς, νέες συνέπειες υπέστη εκ. νέου στην ακραία εκδοχή τους, στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Να αντιταχθούμε στην κουλτούρα του θανάτου
Με την αναπαραγωγή μιας από τις φρικιαστικές στιγμές εκείνης της ημέρας κλείνω αυτή την ομιλία. Με έναν ηχογραφημένο διάλογο από τηλεφωνική συνομιλία ενός νέου, σχεδόν παιδιού, που τηλεφωνεί στους γονείς του (προέρχεται από το ντοκιμαντέρ με υλικό από εκείνη την ημέρα, που υπάρχει και στο διαδίκτυο). Ο νεαρός αυτός μιλάει με ενθουσιασμό στο τηλέφωνο με τους γονείς του:
Πατέρα, σκότωσα δέκα. Με τα ίδια μου τα χέρια. Δέκα. Μαμά, ο γιος σου είναι ένας ήρωας.
Είναι μια τρομακτική πρόζα. Ένας νεαρός Παλαιστίνιος, που επιτέθηκε με τους τρομοκράτες της Χαμάς και όπως λέει σκότωσε, έχει προσχωρήσει άκριτα στην κουλτούρα του θανάτου, εργαζόμενος μόνο για την εξόντωση των εχθρών του, που είναι οι εβραίοι. Το μίσος για την ταυτότητα του εβραίου έχει επιστρέψει, εξίσου τυφλό, εξίσου φονικό. Και ασκείται πρωτίστως εναντίον του κράτους του Ισραήλ, ωστόσο εκδηλώνεται όπου μπορεί να εκφραστεί στον δυτικό κόσμο με τη λογική του πογκρόμ: μέσα στην κοινωνική ζωή, στο όνομα του λαού.
Αλλ’ ο πολιτισμένος κόσμος οφείλει να μην επιτρέψει την επιστροφή της αντισημιτικής φρίκης. Έχουμε υποχρέωση να είμαστε σε εγρήγορση.
[1] Αναλυτική κριτική στην ταινία και τη σύνδεσή της με τη μνήμη του Ολοκαυτώματος έχει δημοσιεύσει η Οντέτ Βαρών Βασάρ στο Books’ Journal, τχ. 73: «Ο Κλωντ Λαντζμάν (1925-2018), η Shoah και η ιστορική μνήμη», https://booksjournal.gr/kritikes/2760-claude-lanzmann-shoah.
[2] Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου, «Νύχτα των Κρυστάλλων: Όταν ράγισε η ανθρωπότητα», The Books’ Journal, τχ. 171, Δεκ. 2025 και https://booksjournal.gr/paremvaseis/5850-nyxta-ton-krystallon-otan-ragise-i-anthropotita.
[3] Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του, μετάφραση Ανδρέας Πανταζόπουλος, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017.
[4] Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του, ό.π.
[5] «Jeffrey C. Herf: Το Ισραήλ πρέπει να νικήσει», συνέντευξη στον Γιώργο Ναθαναήλ, The Books’ Journal, τχ. 157 και https://booksjournal.gr/synenteykseis/5616-jeffrey-c-herf-to-israil-prepei-na-nikisei.
[6] Pierre-Andre Taguieff, «Πώς να ορίσουμε το τελευταίο αντιεβραϊκό κύμα», The Books’ Journal, τχ. 169, Οκτ. 2025 και https://booksjournal.gr/gnomes/5739-pos-na-orisoume-to-teleftaio-antievraiko-kyma.