Ο Γιάννης Μανέτας (στο εξής ΓΜ) είναι βιολόγος κατ’ επάγγελμα, αλλά στα δυο πρόσφατα βιβλία του[1] γράφει ως βιολόγος, ανθρωπολόγος και κοινωνιολόγος. Πρόκειται για μια γόνιμη σύζευξη ενδιαφερόντων που τη συναντούμε όλο και πιο συχνά σε βιβλία, από ανθρώπους των φυσικών επιστημών που δεν διστάζουν να μπουν στα χωράφια των κοινωνικών επιστημών και αντίστροφα. Τέτοια βιβλία αποτελούν αναπόφευκτα μια σύζευξη αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας. Ο αναγνώστης καλείται να απολαύσει το προϊόν της σύζευξης και, ταυτόχρονα, να ασκηθεί στη διάκριση των ορίων μεταξύ αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας.
Homo Hominis Lupus
Η «καλή» ανθρώπινη φύση είναι μια από τις πολλές υποθέσεις για τον παλαιολιθικό άνθρωπο που ασφαλώς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως η κρατούσα άποψη. Εύκολα μπορεί να βρει κανείς μελέτες τόσο υπέρ της αθώας όσο και υπέρ της βάρβαρης φύσης[2]. Οι παρατηρήσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται αφήνουν πίσω τους ερωτήματα, όπως πόσο καθολική ήταν η συμμετοχή στα υλικά αγαθά και στον τρόπο λειτουργίας της ομάδας. Μήπως η εντύπωση ότι όλα τα μέλη της ομάδας είχαν ίσο μερίδιο στο θήραμα είναι απλώς μια προέκταση της μαρτυρίας ότι τα περισσότερα μέλη είχαν πρόσβαση στο θήραμα; Και πώς μπορεί να θεμελιωθεί η ιδέα των συλλογικών αποφάσεων;
Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ιστορικό και κοινωνιολογικό: πώς προέκυψαν και πώς διατηρήθηκαν αυτές οι κοινωνικές συνήθειες για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; Η απάντηση του συγγραφέα είναι ότι ο εξισωτισμός και ο ειρηνικός τρόπος ζωής επικράτησε επειδή ήταν ο αποτελεσματικότερος για την επιβίωση της ομάδας. Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε εδώ, να παραβλέψουμε προς στιγμήν τις δυσκολίες που συνοδεύουν αυτή την υπόθεση, και να μείνουμε στην ομάδα ως τον μόνο κοινωνικό χώρο από τον οποίο μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες για τον παλαιολιθικό άνθρωπο. Όμως δεν μπορούμε. Το είδος μας δεν εξελίχθηκε ως μια κοινωνική μονάδα αλλά ως ένα σύνολο αυτοδύναμων μονάδων, η τύχη των οποίων δοκιμαζόταν κάθε φορά που η μια συναντούσε την άλλη. Θα αγκαλιάζονταν και θα μοίραζαν τις περιοχές επικράτειας με ειρηνικό τρόπο και απαράβατης συμφωνίας συνεργασίας και συνύπαρξης; Ή θα ακολουθούσε σύρραξη μέχρι εξοντώσεως και πλήρους υποταγής της ηττημένης ομάδας; Κατά τον ΓΜ, το ερώτημα δεν είναι ιδιαιτέρως κρίσιμο καθώς θεωρεί ότι τέτοιες συναντήσεις ήταν σπάνιες. Και όταν συνέβαιναν, η έμφυτη διάθεση για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των ατόμων μέσα στην ομάδα θα οδηγούσε σε μια επίσης ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ ομάδων. Όμως σε αντίθεση με τη σωρεία των στοιχείων που παρουσιάζει για να μας πείσει για την αρμονική ζωή εντός της ομάδας (ιδιαίτερα στο πρώτο βιβλίο αυτής της σειράς), δεν μας παρέχει αρκετές πληροφορίες για τις ειρηνικές καταλήξεις των συναντήσεων των ομάδων.
Αντιθέτως, έχουμε τουλάχιστον τρεις επαρκώς θεμελιωμένες περιπτώσεις βίαιης συνάντησης μεταξύ ομάδων. Πρόκειται για τα σκελετικά ευρήματα στις θέσεις Τζέμπελ Σαχάμπα της κοιλάδας του Νείλου στα σύνορα Σουδάν και Αιγύπτου, Ναταρούκ στην Κένυα και στην έρημο Ατακάμα στη Βόρεια Χιλή. Η πρώτη θέση, την οποία σχολιάζει ο ΓΜ, ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του 1960 και περιέχει σκελετικά υπολείμματα 61 ατόμων που έζησαν πριν από 13,4 χιλιάδες χρόνια[3]. Οι σκελετοί μελετήθηκαν ξανά σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια και με προηγμένη τεχνολογία[4]. Τα ευρήματα της δεύτερης μελέτης απαντούν στις αμφισβητήσεις των συμπερασμάτων των πρώτων μελετών και αφήνουν ανοιχτή την πιθανότητα βίαιων επεισοδίων ακόμα και μεταξύ ατόμων της ίδιας ομάδας, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τη βίαιη φύση των συναντήσεων μεταξύ ομάδων (κατά τους συγγραφείς: τουλάχιστον τα μισά τραύματα είναι ενδεικτικά διομαδικών συγκρούσεων). Στη θέση Ναταρούκ αποκαλύφθηκαν υπολείμματα 27 ανθρώπινων σκελετών, που χρονολογήθηκαν γύρω στα 10 χιλιάδες χρόνια από σήμερα, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά[5]. Δώδεκα σκελετοί συναρμολογήθηκαν σχεδόν πλήρως και απ’ αυτούς οι δέκα έφεραν αδιαμφισβήτητα σημάδια βίαιου (απάνθρωπου με τα σημερινά κριτήρια) φόνου[6]. Πάλι με τα λόγια της υπεύθυνης της ερευνητικής ομάδας, Μάρτα Μιραθόν Λαρ, «οι θάνατοι στο Nαταρούκ μαρτυρούν πόσο παλιά είναι η βία και ο πόλεμος στην ιστορία του είδους μας»[7]. Η τρίτη και πιο πρόσφατη μελέτη στη έρημο Atakama της Χιλής εξέτασε 288 σκελετούς από ομάδες που ζούσαν από το ψάρεμα, το κυνήγι και τη συλλογή καρπών. Κατά τους συγγραφείς «τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο βίαιος θάνατος ήταν μόνιμο χαρακτηριστικό για τα 10 χιλιάδες χρόνια πριν από την επαφή με τον δυτικό κόσμο»[8].
Πριν προτρέξουμε σε οριστικά συμπεράσματα πρέπει να λάβουμε υπόψη την ασυμμετρία όσον αφορά την πιθανότητα αποτύπωσης αλλά και αξιοπιστίας της πληροφορίας. Μια ειρηνική διευθέτηση μεταξύ δυο ομάδων είχε μικρή πιθανότητα να αφήσει ανιχνεύσιμα στοιχεία, αντίθετα απ’ έναν πόλεμο, όμως τα στοιχεία αυτά είναι πιο αξιόπιστα (πιο «σκληρά» κατά κυριολεξία, αφού θα στηρίζονται σε σκελετικά ευρήματα). Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι οι τρεις περιπτώσεις βίας αποτελούν εξαιρέσεις σε σχέση με τις πολύ περισσότερες ειρηνικές συναντήσεις που δεν άφησαν πίσω τους ανιχνεύσιμα στοιχεία. Δύσκολα θα συνυπογράψει κανείς αυτή την άποψη. Η πιθανότητα ότι και στις τρεις περιπτώσεις η ερευνητική σκαπάνη «έπεσε» πάνω σε μια ανθρωπολογική σπανιότητα είναι εξαιρετικά μικρή.
Ο Δαρβίνος και οι μέλισσες
Ας επιστρέψουμε τώρα στο πρόβλημα της προέλευσης και της αντοχής στο χρόνο μιας αλτρουιστικής ομάδας όπως την περιγράφει ο ΓΜ για τον άνθρωπο πριν από τη γεωργική επανάσταση. Γύρω στα 18 μου άρχισα να χάνω την εμπιστοσύνη μου στη θεωρία του Δαρβίνου. Δεν ήταν τα όσα άκουγα και διάβαζα κατά της θεωρίας, ήταν οι μέλισσες. Κατά τη γνώμη μου, ο δαρβινισμός δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συνεργασία και την αυτοθυσία της μέλισσας: ήταν μια θεωρία για την «κακή» όψη της ζωής, ήταν σαν να χρειαζόμασταν μια άλλη θεωρία για την καλή όψη. Δεν χρειάστηκε. Τη δεκαετία του 1960 αναπτύχθηκε μια εξελικτική θεωρία που επέκτεινε τον δαρβινισμό από τον μεσόκοσμο στον μικρόκοσμο και στον μακρόκοσμο της βιολογίας. Θα την ονομάσω για τις ανάγκες αυτού του σημειώματος: «σύγχρονη θεωρία της εξέλιξης». Ο μεσόκοσμος είναι ο οργανισμός, ο μικρόκοσμος είναι οι υπο-οργανισμικές μονάδες (τα κύτταρα από τα οποία αποτελείται ο οργανισμός, τα χρωμοσώματα που ενέχουν την πληροφορία για τη λειτουργία του κυττάρου και τα γονίδια που αποτελούν τις μονάδες αυτής της πληροφορίας) και ο μακρόκοσμος είναι οι κοινωνίες και τα οικοσυστήματα (μονάδες- πληθυσμοί οργανισμών και ειδών μέσα στις οποίες αναπτύσσονται σχέσεις που υπερβαίνουν τις λειτουργίες του μονήρους οργανισμού). Η στροφή της θεωρίας της εξέλιξης προς τον μικρόκοσμο ήρθε ως απόρροια της ιλιγγιώδους ανάπτυξης της μοριακής βιολογίας και προς τον μακρόκοσμο από την ανάπτυξη της οικολογίας και των επιστημών του περιβάλλοντος.
Το αποτέλεσμα ήταν η θεώρηση του βιολογικού κόσμου ως μια ιεραρχική δομή εξελικτικών μονάδων από το γονίδιο μέχρι τον οργανισμό. Σε κάθε στάδιο έχουμε συνεργασία μεταξύ των μονάδων που συναποτελούν έναν πληθυσμό, αλλά και φαινόμενα εγωισμού και τελικής υπονόμευσης και κατάρρευσης[9]. Τις ίδιες σχέσεις συναντούμε και στον μακρόκοσμο της βιολογίας. Τα φαινόμενα αλτρουισμού και εγωισμού βρίθουν σε κάθε είδος με κοινωνικές δομές. Η αναπαραγωγική επιτυχία ενός λύκου δεν είναι μόνο θέμα των δικών του ικανοτήτων, εξαρτάται επίσης από την ικανότητα της ομάδας του να ανταγωνιστεί με άλλες ομάδες στη διεκδίκηση θηραμάτων που ποτέ δεν είναι σε αφθονία. Αυτή η αντιπαράθεση ομάδας κατά ομάδας οδηγεί στην επιβίωση της ισχυρότερης ομάδας, αυτής με τον μεγαλύτερο αριθμό και την αρτιότερη συνεργασία μεταξύ των μελών της . Όσο πιο έντονος είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ ομάδων τόσο πιο ισχυρή είναι η πίεση για την προαγωγή της ανταγωνιστικής ικανότητας των ομάδων και τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο ρόλος της ομάδας έναντι του ατόμου. Αντίστροφα, η έλλειψη ανταγωνισμού μιας ομάδας με μια άλλη οδηγεί στον εκφυλισμό της και την επαναφορά του ατόμου ως την κύρια μονάδα επιλογής[10].
Ο αλτρουισμός ως μέσο επιβίωσης της ομάδας είναι εκτεθειμένος στην αναπότρεπτη εισβολή «εγωιστικών» μεταλλάξεων. Τα κριτήρια της «εισβολησιμότητας» και της «εξελικτικά σταθερής στρατηγικής», που οφείλουμε στον J. Maynard Smith, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης θεωρίας της εξέλιξης. Σύμφωνα με αυτά, ένας πληθυσμός μονάδων (είτε πρόκειται για οργανισμό οι μονάδες του οποίου είναι τα κύτταρα είτε για κοινωνία οι μονάδες της οποίας είναι τα άτομα) για να μπορέσει να επιβιώσει σε βάθος χρόνου πρέπει να είναι θωρακισμένος έναντι αλλαγών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη μετάπτωσή του από τη φάση της σταθερής στη φάση της ασταθούς ισορροπίας. Στην περίπτωση του παλαιολιθικού ανθρώπου δεχθήκαμε ότι η δύναμη που εξασφάλιζε τη βιωσιμότητα της ομάδας ήταν ο εξισωτισμός και ο αλτρουισμός. Ποια ήταν η άμυνα της ομάδας κατά της εμφάνισης εγωιστικών ατόμων; Ο ΓΜ προτείνει ως πιθανή λύση την τιμωρία αυτών των ατόμων, παραμένει όμως το ερώτημα κατά πόσον υπήρχε ένας τέτοιος κανόνας τιμωρίας και πόσο συχνή και σκληρή θα έπρεπε να ήταν η τιμωρία για να αποφευχθεί η εκ των ένδον κατάρρευση της ομάδας – αλλά και πόσο εφικτή, όταν μάλιστα αποφασιζόταν «από κοινού». Η εναλλακτική απάντηση είναι ότι οι ομάδες με έντονο ενδο-ομαδικό ανταγωνισμό εξαφανίζονταν λόγω αδυναμίας να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με άλλες ομάδες. Οι ομάδες οι οποίες επέζησαν για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα (και επομένως άφησαν πίσω τους κάποιες μαρτυρίες της κοινωνικής ζωής τους), ήταν αυτές με τον μικρότερο ενδο-ομαδικό ανταγωνισμό.
Στον J. Maynard Smith οφείλουμε επίσης την εισαγωγή της θεωρίας των παιγνίων στη θεωρία της εξέλιξης. Ένα από τα πιο απλά αλλά και πιο κοινά παίγνια είναι το «περιστέρι-γεράκι». Σύμφωνα μ’ αυτό, ένας πληθυσμός ατόμων που αποτελείται από άτομα τα οποία υιοθετούν την επιθετική συμπεριφορά «γεράκι» και από άτομα τα οποία υιοθετούν την παθητική συμπεριφορά «περιστέρι» θα οδηγηθεί σε μια σταθερή ισορροπία με τις δυο στρατηγικές να συνυπάρχουν σε ποσοστά, ας πούμε γ και π - ποσοστά τα οποία καθορίζονται από το κέρδος και τη ζημιά που συνοδεύουν τις συναντήσεις γεράκι-γεράκι, περιστέρι-περιστέρι και γεράκι-περιστέρι. Ο Maynard Smith πήγε πιο πέρα. Πρότεινε ότι η ίδια ισορροπία ισχύει όταν όλα τα άτομα παίζουν μια μεικτή στρατηγική: συμπεριφέρονται ως γεράκια σε ποσοστό γ και ως περιστέρια σε ποσοστό π. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Στο χωριό που μεγάλωσα όλοι γνωρίζαμε τα γεράκια και τα περιστέρια. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που είδα τον συνήθως πράο Γιάννη σε κατάσταση εξαλλοσύνης και τον συνήθως εριστικό Λευτέρη σε κατάσταση πραότητας. Αυτή είναι, προφανώς, και η άποψη του R. Foley, ενός από τους πρωτεργάτες της μελέτης των σκελετών του Ναταρούκ. Κατά τα λόγια του, «δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είναι μέσα στη βιολογία μας να είμαστε επιθετικοί μέχρι και την πρόκληση θανάτου, αλλά επίσης να είμαστε βαθιά αλληλέγγυοι και να εμφορούμαστε από αγάπη για τους άλλους. Πρόκειται για τις δυο όψεις του ίδιου κέρματος»[11]. Βολικό στρογγύλευμα αντιφατικών παρατηρήσεων ή ωμή πραγματικότητα;
Αυτά ως προς τα δεδομένα και τη θεωρία. Το βιβλίο του ΓΜ είναι μια αντιπαράθεση του αλτρουιστή με τον εγωιστή: μας καλεί δηλαδή να ταχθούμε με τον Ρουσσώ ή με τον Χομπς, αντίστοιχα. Όμως ο άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ μονόχρωμος, από όποια γωνία κι αν θελήσουμε να τον δούμε. Δεν υπήρξε ποτέ μια καλή φύση που μετασχηματίστηκε σε εγωιστική με τη γεωργική επανάσταση. Ο παλαιολιθικός άνθρωπος ήταν και αυτός ένα μείγμα αλτρουισμού και εγωισμού, με την πρώτη όψη να είναι πιο συχνή μέσα στην ομάδα και τη δεύτερη να βρίσκει την έκφρασή της στις δι-ομαδικές συναντήσεις. Η αλτρουιστική μονοχρωμία του παλαιολιθικού ανθρώπου δεν υπήρξε ποτέ, αλλά ούτε τη χρειαζόμαστε για να χτίσουμε μια αλτρουιστική κοινωνία.
Το κύριο μέρος της αναδρομής στον παλαιολιθικό άνθρωπο παρουσιάζεται στο πρώτο βιβλίο και αποτελεί μια ιδιαίτερα χρήσιμη σύνοψη μιας μεγάλης περιόδου της ιστορίας του είδους μας. Όπως ανέφερα, το σημείο στο οποίο αυτή η περιγραφή χωλαίνει, κατά τη γνώμη μου, είναι η υποτίμηση της σημασίας των συναντήσεων των ομάδων, σε συνδυασμό με την υπερτίμηση των δι-ατομικών σχέσεων εντός της ομάδας. Εν μέρει τούτο είναι αναμενόμενο από το γεγονός ότι η διάρκεια της ζωής μιας ομάδας (και επομένως ο χρόνος αποτύπωσης μιας παλαιο-ανθρωπολογικής πληροφορίας που δεν βασίζεται σε ομαδικά σκελετικά ευρήματα) ήταν πολύ μεγαλύτερος από τη διάρκεια ενός «επεισοδίου» συνάντησης δυο ομάδων. Με δεδομένο ότι οι μακροβιότερες ομάδες ήταν αυτές με την αρτιότερη εσωτερική οργάνωση, είναι επίσης πιθανότερο ότι ανθρωπολογικά ευρήματα από τέτοιες ομάδες θα είναι συχνότερα από τα ευρήματα από ομάδες με χαμηλότερο επίπεδο εσωτερικής οργάνωσης.
Το περιβάλλον και τα γονίδια
Τα Δαρβινικά δεινά του ΓΜ θέτουν, πολύ ορθώς, από την αρχή το ερώτημα αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ανθρώπινη φύση». Ο συνήθης δρόμος σε αναζήτηση απάντησης είναι η αναδρομή σε όσο το δυνατόν παλαιότερες δομές κοινωνικής ζωής στο είδος μας, ακόμα και πριν και εκτός αυτού, όπως η κοινωνικότητα των συγγενέστερων με εμάς ειδών12. Και ενώ η μεθοδολογία είναι απολύτως ορθή και επιβεβλημένη, η ερμηνεία των παρατηρήσεων μπορεί να είναι διαμετρικά διαφορετική. Είναι ο χιμπατζής αλτρουιστής ή εριστικός; (Είναι και τα δύο). Και δικαιούμαστε από τη συμπεριφορά του χιμπατζή να συμπεράνουμε το οτιδήποτε για τη συμπεριφορά του ανθρώπου – και μάλιστα του σύγχρονου ανθρώπου; Ό,τι ισχύει για τον χιμπατζή ισχύει, δεδομένων των αναλογιών, και για τον παλαιολιθικό (ήταν και αυτός ταυτόχρονα αλτρουιστής και εριστικός) και για τον σύγχρονο άνθρωπο. Αν η απάντηση είναι ότι η αναδρομή στον χιμπατζή και στον παλαιολιθικό άνθρωπο δεν μπορεί να μας πει τίποτε για τον σύγχρονο άνθρωπο, τότε ματαιοπονούμε. Αν όμως μπορεί (και εδώ συμφωνώ με τον ΓΜ), τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα «γιατί» και ένα «πώς». Ευτυχώς γνωρίζουμε πού ανάγονται το γιατί και το πώς: στη σχέση γονιδίων και περιβάλλοντος. Τώρα είναι ευκολότερο να διαγνώσαμε τη διαφορά μεταξύ του ΓΜ και εμού. Είναι διαφορά βαθμού. Τι ποσοστό για το περιβάλλον (φυσικό και κοινωνικό) και τι ποσοστό για τα γονίδια; Έχω την εντύπωση ότι ο βαθμός που δίνει στα γονίδια ο ΓΜ είναι μικρότερος απ’ αυτόν που δίνω εγώ (ας μην ξεχαστεί ότι μιλούμε πάντα για κοινωνικά χαρακτηριστικά).
Δυστυχώς αυτή η «κατά φύση» συν-διαμόρφωση των χαρακτηριστικών μας από το περιβάλλον και τα γονίδια δεν έχει ενσωματωθεί στη σκέψη του ευρύτερου κοινού, το οποίο είναι εθισμένο σε μια «όλα ή τίποτα» αντίληψη. Υπάρχει μια γενικευμένη τάση, εντονότερη στη χώρα μας, απέχθειας για τα γονίδια που «προκαθορίζουν» τον χαρακτήρα μας για το λόγο ότι τέτοια γονίδια, αν υπάρχουν, μας κάνουν να συμπεριφερόμαστε ως εγωιστές. Πρόκειται για μια μεγάλη παρανόηση. Γιατί να μην υπάρχουν γονίδια που να μας κάνουν να συμπεριφερόμαστε ως αλτρουιστές; Η ευθύνη για την παρανόηση βαρύνει πρωτίστως τους βιολόγους και δευτερευόντως μια ιδεολογική άποψη για την κοινωνική φύση του ανθρώπου. Πρωταγωνιστής μεταξύ των βιολόγων απεδείχθη ο Ρίτσαρντ Ντόκινς ο οποίος έκανε παγκοσμίως γνωστά τα γονίδια ως εγωιστικά. Η ιδεολογική άποψη είναι ότι τα γονίδια καταργούν την αυτονομία του ατόμου θέτοντας φραγμούς και όρια στις διανοητικές και κοινωνικές δυνατότητες του και ότι «δικαιώνουν» τις διαφορές μεταξύ ατόμων ως «φυσικές», μοιραίες και μη αναστρέψιμες (ακόμα και με τη σημερινή πρόοδο της επιστήμης). Το γεγονός είναι ότι κανείς πια δεν μιλά για «γενετικό προκαθορισμό», ο όρος έχει αντικατασταθεί με τη «γενετική προδιάθεση». Ο γενετικός προκαθορισμός ποτέ δεν ήταν μια δόκιμη έννοια στη βιολογία. Η σχέση Φ = Γ + Π (όπου Φ είναι ο φαινότυπος, Γ ο γονότυπος, Π το περιβάλλον) έχει καθιερωθεί από τις απαρχές της θεωρίας της κληρονομικότητας. Είναι επίσης γεγονός ότι η ανισότητα του Hamilton[12], πάνω στην οποία στηρίζεται η κοινωνιοβιολογία, προβλέπει ότι κάτω από ένα σύστημα εξωτερικών παραγόντων διαρκείας πολλών γενιών μπορεί να πλειοψηφήσουν στη γενετική δεξαμενή ενός ανθρώπινου πληθυσμού (αλλά ποτέ να κυριαρχήσουν) γονίδια που προδιαθέτουν τα άτομα για αλτρουιστικές ή εγωιστικές συμπεριφορές.
Υπήρξαν όμως και θα υπάρχουν οι παραχαράκτες και οι εκμεταλλευτές της επιστήμης που θεωρούν ότι τα πάντα καθορίζονται από τα γονίδια, αλλά θα υπάρχουν και οι αντίθετοί τους που θεωρούν ότι τα πάντα καθορίζονται από το περιβάλλον. Τους πρώτους τους αντιπροσωπεύει ο Γιόζεφ Μένγκελε. Η θετική ευγονική[13] (η ιδέα ότι η γενετική δεξαμενή του είδους μας μπορεί να βελτιωθεί μέσω της στείρωσης των ατόμων που φέρουν «ανεπιθύμητα» γονίδια, όπου ο ορισμός του ανεπιθύμητου επαφίεται στο γούστο του καθενός) είναι μια από τις πιο αποτρόπαιες και εγκληματικές εφαρμογές μιας σκόπιμης διαστρέβλωσης της επιστήμης, αυτής που θέτει Π = 0 και βαφτίζει το Γ μέσα στην κολυμπήθρα της ιδεολογίας της. Οι αντίθετοι τους, αυτοί που θέλουν Π = 1 και βαφτίζουν το Γ μέσα στην κολυμπήθρα της δικής τους ιδεολογίας, έχουν δώσει και αυτοί τις εξετάσεις τους. Ο Τρόφιμ Λυσένκο δεν μοιάζει με τον Μένγκελε ως προς τον αποτροπιασμό του εγκλήματος, αλλά τον ανταγωνίζεται ως προς το μέγεθος. Τα εκατομμύρια λαού που πέθαναν από ασιτία στην ΕΣΣΔ μεταξύ 1930-1950 θα ήταν ασφαλώς λιγότερα αν εκατοντάδες βιολόγοι και ερευνητές δεν εξαφανίζονταν από τα πανεπιστήμια και τους ερευνητικούς σταθμούς στα γκουλάγκ της Σιβηρίας (μεταξύ αυτών και ο πατέρας της Φυτογεωγραφίας Νικολάι Βαβίλωφ) επειδή είχαν διαφορετικές απόψεις για την γενετική[14]. Το σιτάρι δεν «έμαθε» να προσαρμόζεται στο ψυχρό περιβάλλον στο οποίο εξέθετε τους σπόρους του ο Λυσένκο και διέψευσε τις υποσχέσεις του να μετατρέψει τη Σιβηρία σε σιτοβολώνα[15].
Θα πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση και για τις δυο ακραίες θέσεις. Η σχετικότητα, η πιθανοκρατία και η μη-πληρότητα είναι μέσα στη φύση του άβιου και του έμβιου κόσμου. Το ίδιο ισχύει για την ποικιλότητα και την ανομοιομορφία. Δεν έχετε απορήσει από μικροί γιατί η Μαύρη Θάλασσα είναι ψυχρή και υφάλμυρη και το Αιγαίο ζεστό και αλμυρό, παρά το γεγονός ότι αποτελούν ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων; Στον κόσμο που ζούμε, οι δυνάμεις της ανομοιογένειας είναι ισχυρότερες από τις δυνάμεις της ομογενοποίησης. Το βιβλίο του ΓΜ είναι ένα κατηγορητήριο της εκμετάλλευσης των ιδεών του Δαρβίνου από τους ισχυρούς για να δικαιολογήσουν την εκμετάλλευση των αδυνάτων. Απολύτως σωστό. Δεν παραλείπει να τονίσει ότι τούτο γινόταν πριν από τον Δαρβίνο και θα γινόταν μετά απ’ αυτόν, ανεξάρτητα του ποια θα ήταν η θεωρία του[16]. Στηλιτεύει έτσι την επίκληση της επιστήμης ως δικαίωση της ιδεολογίας.
Όμως δεν κρύβει τη δική του προτίμηση για την επιγενετική[17], στην οποία αφιερώνει πολύ χώρο, δυσανάλογο με τη συχνότητα του φαινομένου στους φυσικούς πληθυσμούς γενικά και στον άνθρωπο ειδικότερα (και μάλιστα για κοινωνικά χαρακτηριστικά, που αποτελούν το θέμα του βιβλίου). Το ενδιαφέρον για την επιγενετική έγκειται στο ότι θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μηχανισμό μετατροπής του περιβάλλοντος από επιλογέα γονιδίων σε μετασκευαστή γονιδίων. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Ως επιλογέας, το περιβάλλον κρατά για την επόμενη γενιά από τις πολλές μορφές των γονιδίων αυτά των οποίων οι φορείς είχαν τη μεγαλύτερη γονιμότητα (και, κατά τους νόμους της κληρονομικότητας, θα έχουν και στην επόμενη). Ως μετασκευαστής, το περιβάλλον αλλάζει τα γονίδια έτσι ώστε τα άτομα της επόμενης γενιάς να γεννηθούν με τα γονίδια που ταιριάζουν με το περιβάλλον. Η έννοια του περιβάλλοντος ως επιλογέα αποτελεί το θεμέλιο του δαρβινισμού. Η έννοια του περιβάλλοντος ως μετασκευαστή του γενετικού υλικού αποτελεί το θεμέλιο του λαμαρκισμού. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι επιγενετικές αλλαγές δεν μπορούν να προκαλέσουν μόνιμες προσαρμοστικές αλλαγές σε ένα είδος, λόγω της αστάθειας και της ταχείας εξαφάνισής τους από τον πληθυσμό[18]. Τούτο μπορεί να συμβεί μόνο στο βαθμό που μια επιγενετική αλλαγή μπορεί να προκαλέσει μεταλλάξεις πάνω στις οποίες θα δράσει η φυσική επιλογή – ο Λαμάρκ από μόνος του δεν μπορεί να αποτελειώσει το έργο, χρειάζεται τον Δαρβίνο.
Η επιγενετική έχει προβληθεί ως μια ακόμα θεωρία μεταφοράς του ρόλου των γονιδίων (τα οποία υποτίθεται ότι δεν είναι στα χέρια μας) στο περιβάλλον (το οποίο υποτίθεται ότι είναι στα χέρια μας). Όμως δεν μπορούμε να μηδενίσουμε τη σημασία των γονιδίων επειδή μας ενοχλεί η ιδέα της γενετικής προδιάθεσης. Άλλωστε, αυτή η ενόχληση δεν έχει πια νόημα στις μέρες μας. Αν θελήσουμε να αλλάξουμε τα γονίδια μπορούμε να το κάνουμε γρήγορα και με ακρίβεια, χωρίς να περιμένουμε να το κάνει το περιβάλλον αργά και στο περίπου. Σκεφθείτε την εξής υποθετική περίπτωση. Η Ματίνα είναι πλούσια και άσχημη και η Κατίνα, η συμμαθήτριά της, φτωχή και όμορφη. Η Κατίνα αισθάνεται αδικημένη (αισθάνεται και μια έχθρα για τη Ματίνα). Όμως αδικημένη νιώθει και η Ματίνα (πολύ πιθανό η έχθρα της για τη Κατίνα να είναι ισχυρότερη). Αν ζούσαν στη γενιά των μανάδων τους η Ματίνα θα έπρεπε να αποδεχθεί την αδικία της φύσης, όμως η Κατίνα θα έπρεπε να επαναστατήσει κατά της αδικίας της κοινωνίας. Στη γενιά τους –και πολύ περισσότερο στη γενιά των θυγατέρων τους– αυτή η διαφορά έχει εκλείψει. Η αδικία των γονιδίων μπορεί να αρθεί όπως μπορεί να αρθεί η κοινωνική αδικία. Φουτουριστικό; Δεν το νομίζω, αν αναλογιστεί κανείς τις πιθανότητες και το χρονικό πλαίσιο που διαγράφει ο ΓΜ για μια μελλοντική κοινωνία.
Η διαφορά στον υλικό πλούτο ήταν και είναι η κυριότερη αιτία αντιπαλότητας μεταξύ ατόμων και μεταξύ κοινωνιών. Η άμβλυνσή της αποτελεί προϋπόθεση ομαλότητας και προόδου είτε μιλούμε για ένα χωριό, μια χώρα ή για ολόκληρο τον πλανήτη. Αλλά δεν πρέπει να παραμείνουμε με την εντύπωση ότι αποτελεί εγγύηση για μια ειρηνική και αλληλέγγυα κοινωνία. Και τούτο επειδή ο βαθμός κατοχής των υλικών μέσων είναι μια από τις πολλές διαφορές που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ως άτομο και ως κοινωνία. Το αίσθημα της αδικίας για την οικονομική ανισότητα στο οποίο ο ΓΜ δίνει πρωταρχική σημασία είναι επίσης ένα από τα πολλά αισθήματα αδικίας – και ίσως όχι το ισχυρότερο, ούτε καν το κοινότερο, όπως θέλησα να επισημάνω με το παράδειγμα της Ματίνας και της Κατίνας. Και αν ακόμα δεχθούμε ότι πολλές από τις κοινωνικές διαφορές είναι δευτερογενείς συνέπειες των οικονομικών διαφορών, πάλι πρέπει να τους δώσουμε τη δέουσα σημασία καθώς, μέσα στο πολιτισμικό περιβάλλον που ζούμε, έχουν αποκτήσει τη δική τους δυναμική. Δεν με ενοχλεί στο παραμικρό αν ο γείτονάς μου έχει δυο κατσίκες – μπορεί και να τον οικτίρω γιατί έχει να φροντίσει δυο ζώα και εγώ ένα. Μου έτυχε όμως να γνωρίσω πολλούς για τους οποίους η διπλάσια ακτινοβολία του συνάδελφου τους στον κοινό επαγγελματικό χώρο ήταν μια συνεχής όχληση.
Εναντίον του εξισωτισμού
Η μελλοντολογία είναι μια άσκηση καταδικασμένη σε αποτυχία. Το ξέρουμε αλλά δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη σαγήνη της. Ο ΓΜ και εγώ έχουμε πέσει θύματά της, έχουμε και αυτή τη συνάφεια επιπλέον της επαγγελματικής. Αυτή η συνάφεια με ώθησε να γράψω αυτό το άρθρο, σ’ αυτήν στηρίζω την πεποίθηση ότι τα σχόλιά μου θα ερμηνευθούν κατά τον τρόπο που τα εννοώ – άλλωστε η σιωπή θα μπορούσε να εκληφθεί ως αδιαφορία, ακόμα και ως απαξίωση. Ο αναγνώστης θα περίμενε ότι έχοντας ξεκινήσει με παρόμοιο οπλισμό γνώσεων θα καταλήγαμε στο ίδιο αποτέλεσμα. Τούτο αληθεύει ως προς το τέρμα που θα θέλαμε να καταλήξουμε. Είμαι βέβαιος ότι ο ΓΜ και εγώ δεν διαφέρουμε ως προς το πού πρέπει να πάμε. Διαφέρουμε ως προς το πώς. Ο ΓΜ δηλώνει οπαδός της «εξισωτικής ιδεολογίας». Και αν ακόμα συμφωνούσα με το επίθετο θα μου ήταν αδύνατο να συμφωνήσω με το ουσιαστικό. Μετά την απληστία θεωρώ ότι η απολυτοπάθεια (η ανάγκη προσφυγής στο απόλυτο) αποτελεί τη μεγαλύτερη μάστιγα για την κοινωνική συναίνεση και συνοχή. Και έχω την ισχυρή υποψία ότι η ιδεολογία συνδέεται στενά με την απολυτοπάθεια. Βέβαια ο ΓΜ περιορίζει την εξισωτική ιδεολογία στον υλικό πλούτο. Παραμένει όμως ένα μεγάλο ερώτημα το αν η ιδεολογία θα μπορέσει να σταματήσει σ’ αυτήν. Ο εξισωτισμός είναι αυτο-τροφοδοτικός (όρα τα περί ρετσινιάς της αριστείας). Και τούτο γιατί έχουμε μέσα μας την τάση να εξισώνουμε τη διαφορετικότητα με την ανισότητα, γιατί βρισκόμαστε ανά πάσα στιγμή μπροστά στον πειρασμό να θυσιάσουμε το δικαίωμα στη διαφορετικότητα στο βωμό του κοινωνικού «κανόνα» και της πολιτισμικής παράδοσης.
Λίγες εβδομάδες πριν γνωρίσω το βιβλίο του ΓΜ δημοσίευσα ένα άρθρο στο Βooks’ Journal προβάλλοντας τη διαφορετικότητα ως την κοινωνική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί την ειρηνική συνύπαρξη σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία[19]. Έχοντας διαβάσει το βιβλίο μπορώ να προσθέσω ότι τάσσομαι υπέρ της διαφορετικότητας, ακόμα και αν αυτό συνεπάγεται ένα βαθμό οικονομικής ανισότητας. Η ομοιομορφία και η ισότητα δεν υπήρξαν ποτέ χαρακτηριστικά κανενός είδους ζωής. Η ακραία συνεργασία και αυτοθυσία της μέλισσας είναι συνέπεια μιας μεγάλης ανισότητας, αυτής μεταξύ βασίλισσας και εργατριών. Αυτό που είμαστε σήμερα –ασχέτως του αν μας αρέσει ή όχι– το οφείλουμε στο γεγονός ότι ποτέ δεν ήμασταν ένα και το αυτό. Όσο η φύση μισεί το κενό άλλο τόσο λατρεύει την ποικιλότητα. Ειδικά στον βιολογικό κόσμο ο κανόνας είναι η κωδωνοειδής καμπύλη που όχι χωρίς λόγο ονομάζεται κανονική κατανομή. Και αυτό έχει διπλό νόημα: η φύση είναι κατά της μιας και μοναδικής τιμής για οποιοδήποτε χαρακτηριστικό θελήσουμε να μετρήσουμε αλλά και κατά των κραυγαλέων αποκλίσεων από τοn μέσο όρο.
«Τη εξαιρέσει εμού του ανθρώπου» θα πει κάποιος αναγνώστης, θυμίζοντας τον Μύρη του Καβάφη[20]. Ο Δαρβίνος δεν εξαίρεσε τον άνθρωπο όταν μίλησε για τον κοινό πρόγονο του είδους μας και των πιθήκων. Και ο E.-Ο. Wilson, που θεωρείται ως ένας από τους θεμελιωτές της σύνθεσης της οικολογίας, της περιβαλλοντολογίας και της εξέλιξης, περιέγραψε τον άνθρωπο με κοινωνιοβιολογικούς όρους[21]. Είχαν τους λόγους τους. Η επιστήμη δεν κάνει εξαιρέσεις, δεν έχει άβατα. Προτιμά να εντάξει τον άνθρωπο στο ερευνητικό της πρωτόκολλο αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο του λάθους παρά να τον εξαιρέσει. Η εγκατάλειψη αυτού του πρωτοκόλλου οδηγεί αναπόφευκτα στον δυισμό του ανθρώπου και του κόσμου, γενικότερα. Πολλοί από τους εργάτες των ανθρωπιστικών επιστημών θα διαφωνήσουν. Κάποιοι επειδή αποδέχονται τον δυισμό και κάποιοι επειδή θεωρούν ότι μέσα από την εξέλιξή του ο άνθρωπος απέκτησε χαρακτηριστικά τα οποία απλώς δεν μπορούν να ερμηνευθούν με το πρωτόκολλο των φυσικών επιστημών. Ο ΓΜ δεν ανήκει σ’ αυτούς, δεν αποποιείται τη μεθοδολογία της επιστήμης του. Ελπίζει μάλιστα ότι η νευροεπιστήμη, με την κατάδυσή της στους φυσικοχημικούς μηχανισμούς της νόησης και των αισθημάτων, θα δικαιώσει τους αρνητές του γενετικού προκαθορισμού. Αυτό ακούγεται κάπως αντιφατικό καθώς μια μηχανιστική ερμηνεία δεν μπορεί παρά να είναι και προκαθοριστική – τίποτε στον κόσμο αυτό δεν συμβαίνει σε χρόνο μηδέν. Κάποια γρανάζια μέσα στον εγκέφαλό μας «παράγουν» κάτι τη στιγμή t και αυτό σημαίνει ότι «καθορίζουν» κάτι για τη στιγμή t+i. Μπορούμε να κάνουμε το i όσο μικρό θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να το μηδενίσουμε[22].
Ο Δαρβίνος και ο Wilson δεν αποδέχθηκαν το «εξαιρέσει του ανθρώπου» επειδή, ίσως, ήξεραν και κάτι άλλο. Ο Ντοστογιέφσκι είπε ότι αν φύγει από τη μέση ο Θεός τα πάντα είναι πιθανά, εννοώντας τον κατήφορο προς το χειρότερο. Ισχύει όμως και το αντίστροφο: όταν ο Θεός μπει στη μέση τα πάντα είναι πιθανά – συμπεριλαμβανομένου του κατήφορου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και με το «εξαιρέσει του ανθρώπου». Από τη στιγμή που θεωρήσουμε ότι ξεπεράσαμε τη βιολογική φύση μας, από τη στιγμή που πιστέψουμε ότι έχουμε πάρει την τύχη του είδους μας –και του πλανήτη μας– στα χέρια μας, τα πάντα είναι πιθανά – και πολύ πιο πιθανό το αντίθετο του εξισωτισμού. Κάποιοι απέκτησαν φήμη παίζοντας με αυτή την πιθανότητα, με εξέχοντας τον Άλντους Χάξλεϊ, τον Τζορτζ Όργουελ και τον σύγχρονό μας Γιουβάλ Ν. Χαράρι. Ας μη θεωρήσουμε, λοιπόν, τον παλαιολιθικό άνθρωπο ως μια εξαίρεση της βιολογίας και ας μη βαυκαλιζόμαστε με τη σκέψη ότι, αφού το επιτύχαμε στο παρελθόν (το «το» σημαίνει μια ειρηνική και ισότιμη κοινωνία), μπορούμε να το επιτύχουμε και στο μέλλον. Το ότι δεν το επιτύχαμε στο παρελθόν είναι μάλλον βέβαιο. Το ότι θα το πετύχουμε στο μέλλον είναι αβέβαιο. Προσοχή στο «εξαιρέσει του ανθρώπου»!
Διαβάζοντας τα Δαρβινικά Δεινά του Γιάννη Μανέτα δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου το βιβλίου του (λόρδου) Matt Ridley, Ορθολογική Αισιοδοξία[23]. Προτείνω την ανάγνωσή του σε όσους θελήσουν να δουν πώς, ξεκινώντας από τις ίδιες εξελικτικές αρχές, μπορεί κανείς να οδηγηθεί σε μια διαφορετική ερμηνεία του παρελθόντος και του μέλλοντος του είδους μας[24].
[1] Γ. Μανέτας, Η συμβιωτική περιπέτεια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2023. Το άλλο βιβλίο είναι το κρινόμενο.
[2] Αντιπροσωπευτικές αναφορές: J. Diamond, Όπλα, μικρόβια και ατσάλι: οι τύχες των ανθρώπινων κοινωνιών, Κάτοπτρο, 2007· Β. Ferguson, “War is not part of our nature”, Scientific American, Σεπτ. 2018, J. Orschiedt, Violence in Palaeolithic and Mesolithic Hunter. Gatherer Communities, Part 1. The origins of conflict, Cambridge University Press, 2020.
[3] F. Wendorf, The Prehistory of Nubia Vol. 1 & 2, Fort Burgwin Research Center and Southern Methodist University Press, Dallas, 1968.
[4] https://www.nature.com/articles/s41598-021-89386-y (Nature, 27 Μαΐου 2021).
[5] https://www.nature.com/articles/nature16477, Inter-group violence among early Holocene hunter-gatherers of West Turkana, Kenya (Nature, 20 Ιανουαρίου 2016).
[6] https://www.cam.ac.uk/research/news/evidence-of-a-prehistoric-massacre-extends-the-history-of-warfare (20 Ιαν. 2016).
[7] “Violence in fishing, hunting, and gathering societies of the Atacama Desert coast: A long-term perspective (10,000 BP—AD 1450)”. PLOS ONE 18(9)(Σεπτ. 2023): e0290690.
[8] Το χρωμόσωμα μπορεί να θεωρηθεί ως ένας πληθυσμός που αποτελείται από μονάδες πληροφορίας, τα γονίδια, τα οποία συμπεριφέρονται συνεργατικά εντός του χρωμοσώματος. Όμως συχνά εμφανίζονται κομμάτια αλληλουχιών του DNA, τα μεταθετά στοιχεία, που πολλαπλασιάζονται ταχύτερα εις βάρος των γονιδίων με αποτέλεσμα την κατάρρευση του χρωμοσώματος. Το κύτταρο μπορεί να θεωρηθεί ως πληθυσμός μονάδων πληροφορίας (τα χρωμοσώματα) που συμπεριφέρονται συνεργατικά εντός του κυττάρου. Όμως συχνά εμφανίζονται χρωμοσώματα, τα υπεράριθμα χρωμοσώματα, που πολλαπλασιάζονται ταχύτερα εις βάρος των άλλων χρωμοσωμάτων, με αποτέλεσμα την κατάρρευση του κυττάρου. Ο οργανισμός μπορεί να θεωρηθεί ως πληθυσμός μονάδων πληροφορίας (τα κύτταρα) που συμπεριφέρονται συνεργατικά εντός του οργανισμού. Όμως συχνά εμφανίζονται κύτταρα, τα καρκινικά, που πολλαπλασιάζονται ταχύτερα εις βάρος των άλλων κυττάρων με αποτέλεσμα την κατάρρευση του οργανισμού.
[9] Η επιλογή ομάδας θέτει ομάδα εναντίον ομάδας, όπως η επιλογή ατόμου θέτει άτομο εναντίον ατόμου. Οι συνθήκες για τη δράση της επιλογής ομάδας (έλλειψη ανταγωνισμού μεταξύ των μελών της ομάδας, μη ανταλλαγή ατόμων μεταξύ ομάδων, διάρκεια ζωής της ομάδας σε σχέση με τη διάρκεια ζωής των ατόμων από τα οποία αποτελείται) είναι πιο αυστηρές από τις συνθήκες επιλογής ατόμου. Γι’ αυτό η επιλογή ομάδας γίνεται αποδεκτή ως ερμηνεία ενός φαινομένου μόνο και εφόσον τα δεδομένα αποκλείουν την επιλογή ατόμου. Οι συνθήκες για την επιλογή ομάδας απαντούν συχνά σε είδη με κοινωνική οργάνωση.
[10] F. de Waal, Ο πίθηκος μέσα μας, Αιώρα, 2007.
[11] “Violence in fishing, hunting, and gathering societies of the Atacama Desert coast: A long-term perspective (10,000 BP—AD 1450)”, ό.π.
[12] Η ανισότητα του Hamilton συνδυάζει τη «γενετική» ζημία, Ζ, ενός ατόμου, i, που δρα αλτρουιστικά έναντι ενός άλλου ατόμου, j, το οποίο αποκομίζει ένα γενετικό κέρδος, Κ, ως αποτέλεσμα της δράσης του ατόμου i. Η ανισότητα έχει τη μορφή: «Ζi ? Kj rij», όπου rij είναι η γενετική συγγένεια των ατόμων i και j. Όταν σε έναν πληθυσμό συμβαίνουν κατ’ εξακολούθηση πράξεις τέτοιες που το δεύτερο μέρος είναι μεγαλύτερο του πρώτου, τότε στη γενετική δεξαμενή του πληθυσμού θα αυξηθεί η συχνότητα των γονιδίων που προϊδεάζουν τα άτομα να δρουν αλτρουιστικά. Αν το πρώτο μέρος είναι μεγαλύτερο του δευτέρου, θα αυξηθεί η συχνότητα των γονιδίων που προϊδεάζουν τα άτομα να δρουν εγωιστικά.
[13] Σε αντίθεση, αρνητική ευγονική είναι η θεραπεία ή η πρόληψη ασθενειών και σοβαρών ανωμαλιών που προκαλούνται από γενετικούς παράγοντες.
[14] Θ. Χ. Καψάλης, Η Γενετική σε δύσκολους καιρούς και τόπους, Σαββάλας, Αθήνα 2020.
[15] Λ. Ζούρος, «Σύντροφε Λυσένκο, πολίτη Βαβίλοφ. Πώς η ιδεολογία στραγγαλίζει την επιστήμη», The Books’ Journal, τχ. 120, Ιούνιος 2021 και https://booksjournal.gr/kritikes/istoria/3378-syntrofe-lysenko-politi-vavilof-pos-i-ideologia-straggalizei-tin-epistimi.
[16] Ο δαρβινισμός, τον οποίο καπηλεύτηκαν και καπηλεύονται αυτοί που επιδέξια και σωστά στηλιτεύει ο ΓΜ, απέχει πολύ από τη σημερινή θεωρία της εξέλιξης όπως τη σκιαγράφησα σε αυτό το σημείωμα. Ο τίτλος του βιβλίου του ΓΜ ακολουθεί (και κατά κάποιον τρόπο συντηρεί) μια άποψη περί δαρβινισμού που έχει επικρατήσει στο ευρύτερο κοινό για 150 χρόνια και δεν πρόκειται να αλλάξει με ό,τι αυτό συνεπάγεται – κάπως όπως σήμερα λέμε «είναι στο DNA του».
[17] Με τον όρο επιγενετική αναφερόμαστε σε αλλαγές στο γονιδίωμα που προκαλούνται από κάποιον εξωτερικό παράγοντα, κυρίως στρες. Αντίθετα με τις μεταλλάξεις, δεν πρόκειται για μόνιμες αλλά για βραχύβιες αλλαγές (διαρκούν λιγότερο από 10 κυτταρικές διαιρέσεις) που έχουν παρατηρηθεί κατά το πλείστον σε φυτά, μύκητες και ασπόνδυλα, το πέρασμά τους (ακόμα και κατ’ εξαίρεση) από τη μια γενιά στην άλλη μέσω μείωσης δεν είναι επιβεβαιωμένο, όπως και το πόσο συχνά μπορούν να συμβούν σε ανώτερα σπονδυλωτά. Στον άνθρωπο δεν έχουμε ούτε μια επιβεβαιωμένη περίπτωση γενετικής αλλαγής που να έχει προκληθεί από στρες (ή από διαρκή έκθεση σε κάποιον περιβαλλοντικό παράγοντα) και να έχει μεταβιβαστεί στη επόμενη γενιά (μη θορυβηθείτε από το μαύρισμα στην παραλία· η πιθανότητα το επόμενο παιδί σας να έχει μελαψή επιδερμίδα είναι μηδενική).
[18] “Do epigenetic changes influence evolution?”, The Scientist, Νοέμ. 1, 2022.
[19] Λ. Ζούρος, «Πολυπολιτισμικότητα, εδώ και τώρα», The Βooks’ Journal, τχ. 161, Απρίλιος 2025 και https://booksjournal.gr/gnomes/5307-polypolitismikotita-edo-kai-tora.
[20] Κ. Π. Καβάφης, «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.» (1929).
[21] E.-O. Wilson, Για την ανθρώπινη φύση, Σύναλμα, 1998.
[22] B. Libet, C. A. Gleason, E. W. Wright & D. K. Pearl, “Time of conscious intention to act in relation to onset of cerebral activity (readiness-potential). The unconscious initiation of a freely voluntary act”, Brain 106: 623-664 (1983).
[23] M. Ridley, Ορθολογική Αισιοδοξία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017.
[24] Μια πρότερη μορφή αυτού του δοκιμίου διαβάστηκε από τον Γιάννη Μανέτα. Τα σχόλι;a του οδήγησαν στην ακριβέστερη διατύπωση κάποιων απόψεών μου για τα δύο βιβλία του στα οποία αναφέρομαι. Ευχαριστώ τους συναδέλφους Σήφη Παπαματθαιάκη και Κατερίνα Χατζάκη-Αλεξίου που με βοήθησαν να μάθω κάτι παραπάνω από ό,τι ήξερα για την Επιγενετική.