Σύνδεση συνδρομητών

«Τι να φταίει η Βουλή, τι να φταίν’ οι εκπρόσωποι, έρημοι κι απρόσωποι βρε!»

Τρίτη, 28 Απριλίου 2026 23:31
Αρκάς
Γελοιογραφία του Αρκά με θέμα το ρουσφέτι στην πολιτική.
Αρκάς

Όπως πάντα, καλά τα είπε ο Διονύσης Σαββόπουλος για τους βουλευτές μας και τις ευθύνες τους, εκτός από ένα: στο τραγούδι οι βουλευτές αποκαλούνται «εκπρόσωποι». Ορθά ή λανθασμένα; Και αν ισχύει το δεύτερο, πως πρέπει να αποκαλούνται;

Και καλά, θα πει κανείς, έχει τόση σημασία αυτό, μέσα στον γενικό χαμό που επικρατεί στην πολιτική ζωή της χώρας, με τελευταία συμβάντα την αποστολή στη Βουλή των τριών  δικογραφιών της ευρωπαίας εισαγγελέα, την άρση της ασυλίας δεκατριών βουλευτών της ΝΔ αλλά και την ευθεία αμφισβήτηση απόφασης αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον Νίκο Ανδρουλάκη και όλη την αντιπολίτευση;

Φυσικά για το τραγούδι όχι, αφού αντίθετα ο όρος είναι και εξόχως επιτυχημένος ως προς το νόημα που αποδίδει και αρμονικότατα δεμένος με την μουσική, όπως άλλωστε και όλοι του Σαββόπουλου.

Για τις πρόσφατες όμως πολιτικές εξελίξεις με τις κατηγορίες κατά των βουλευτών μας και τις άρσεις ασυλίας τους, ναι. Έχει σημασία, για να δούμε επ’ ευκαιρία και ποια είναι η νομιμοποίηση και η θέση του έλληνα βουλευτή σε σχέση με τον ελληνικό λαό και ιδιαίτερα με τον ψηφοφόρο του.

Στη ζωή, όπως και στο δίκαιο, υπάρχουν δύο, σχεδόν παραπλήσιες πλην όμως και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, έννοιες: της εκπροσώπησης (εκπρόσωπος και εκπροσωπούμενος) και της αντιπροσώπευσης (αντιπρόσωπος και αντιπροσωπευόμενος). Και οι δύο έχουν να κάνουν γενικότερα με την υποστήριξη των συμφερόντων και ειδικότερα με τη διενέργεια πράξεων από ένα πρόσωπο για λογαριασμό ή για τα συμφέροντα κάποιου άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού. Η βασική τους διαφορά έγκειται στο εύρος της εξουσιοδότησης επί των διενεργούμενων πράξεων.

Στη μεν πρώτη, στην εκπροσώπηση, η σχέση είναι πιο στενή και ο εκπρόσωπος ενεργεί  κατά δέσμια εντολή του εκπροσωπούμενου εντολοδόχου του, σαν να ήταν ο εντολοδόχος του. Πράττει για λογαριασμό του και εξ ονόματός του, οι δε πράξεις του δεσμεύουν καθ’ όλα τον εντολοδόχο του. Ο δικηγόρος π.χ. εκπροσωπεί τον εντολοδόχο πελάτη του, γι’ αυτό και όταν μιλάει εξ ονόματός του ή ενεργεί για λογαριασμό του είναι σαν να μιλάει η να ενεργεί ο πελάτης του.

Στη δε δεύτερη, στην αντιπροσώπευση, η σχέση είναι πιο ευρεία και πιο χαλαρή. Ο αντιπρόσωπος ενεργεί υπέρ των συμφερόντων του αντιπροσωπευόμενού του, χωρίς όμως να πράττει στενά για λογαριασμό του και εξ ονόματός του και χωρίς οι πράξεις του να δεσμεύουν τον αντιπροσωπευόμενο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος π.χ. ενεργεί για τα συμφέροντα της αντιπροσωπευόμενης επιχείρησης, αλλά οι πράξεις του δεν δεσμεύουν την αντιπροσωπευόμενη επιχείρηση σαν να διαπράχτηκαν από την ίδια.

Οι βουλευτές μας λοιπόν, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, τι από τα δύο είναι; Εκπρόσωποι ή αντιπρόσωποι, και τίνος; 

Την απάντηση στα δύο παραπάνω ερωτήματα δίνει ρητά και κατηγορηματικά το άρθρο 51 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 που ορίζει ότι «Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος».

Οι βουλευτές μας συνεπώς, δεν «εκπροσωπούν» σε καμία περίπτωση και κανέναν. Αντιπροσωπεύουν. Και αντιπροσωπεύουν μόνον ένα: το Έθνος (sic), με ό,τι φυσικά αυτό συνεπάγεται. Διότι η έννοια του έθνους είναι διαφορετική από την έννοια του λαού και φυσικά ακόμα πιο διαφορετική από την έννοια του εκλογικού σώματος και τους ψηφοφόρους ενός βουλευτή. Το έθνος, απλοϊκά περιγραφόμενο, έχει πιο ευρεία και πιο αντικειμενική έννοια από αυτή του λαού, αφού περιλαμβάνει εκτός από τον λαό ενός κράτους (και άλλες σχετικές συνιστάμενές του) που ζει και εγκαταβιώνει  στα όρια του κράτους αυτού και τους ομογενείς του που ζουν και εγκαταβιώνουν οπουδήποτε στον κόσμο.

Στο πλαίσιο συνεπώς της παραπάνω σχέσης αντιπροσώπευσης του έθνους από τον βουλευτή, συμπεριλαμβάνεται και η αντιπροσώπευση του λαού από τον βουλευτή, ο οποίος αποτελεί συστατικό στοιχείο-μέρος του όλου έθνους, αλλά και των πολιτών της εκλογικής του περιφέρειας, οι οποίοι αποτελούν συστατικό στοιχείο-μέρος του όλου λαού, άρα και του όλου έθνους.

Δεν αποτελεί όμως μέρος του Έθνους το «σώμα» των (εκάστοτε) ψηφοφόρων (τού εκάστοτε βουλευτή), διότι όχι μόνο τέτοια παράμετρος της έννοιας του Έθνους δεν υφίσταται, αλλά και διότι η έννοια αυτή είναι παντελώς αόριστη, υποκειμενική, ρευστή, μη επαληθεύσιμη και φυσικά δεν ενέχει ουδεμία σχέση δημόσιου χαρακτήρα μεταξύ πολιτών-ψηφοφόρων και υποψηφίου ή και βουλευτή.   

Σε κάθε περίπτωση όμως η αντιπροσώπευση του λαού και ιδιαίτερα των πολιτών της εκλογικής περιφέρειας του βουλευτή, που είναι και το ζητούμενο, είναι θεμιτή μεν, πρέπει να ασκείται όμως γενικά κι απρόσωπα, που λέει και το τραγούδι του Σαββόπουλου. Διότι διαφορετικά, εάν δηλαδή ασκείται ειδικά και προσωποποιημένα, τότε η σχέση τρέπεται σε αντιπροσώπευση όχι λαού ή πολιτών αλλά ψηφοφόρων, και το συμφέρον του λαού ή των πολιτών τρέπεται σε συμφέρον ψηφοφόρων: αυτό δηλαδή που στη νεοελληνική καλείται πολύ απλά ρουσφέτι. Από αντιπροσώπευση, δηλαδή, τρέπεται σε διαμεσολάβηση, σε μια σχέση όπου όφελος, εκτός από το μέρος ή τα μέρη, κάλλιστα μπορεί να έχει και ο διαμεσολαβητής. Μια σχέση δούναι και λαβείν: κύριε βουλευτά σου δίδω δυο γραμμούλες σε λευκό φόντο που σχηματίζουν σταυρό (ή και Χ ενίοτε), και μου ανταποδίδεις εξυπηρέτηση των στενών, προσωπικών ή οικογενειακών μου, συμφερόντων, και τανάπαλιν. Αλλά κι αν ακόμα δεν είμαι ψηφοφόρος σου, μου κάνεις την εξυπηρέτηση (το ρουσφέτι) για να γίνω ψηφοφόρος σου. Τα οποία συμφέροντα, φυσικά, δεν μπορούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να χαρακτηριστούν εθνικά, συμφέροντα του έθνους, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Διότι συμφέροντα του έθνους είναι αυτά που υπάρχουν προς όφελος του έθνους γενικά και συλλογικά, και συμφέροντα του λαού, αυτά που υπάρχουν προς όφελος του λαού ως σύνολο και όχι ως άθροισμα μονάδων.  Ως όφελος του λαού δηλαδή δεν λογίζεται ότι ωφελεί ατομικά ή οικογενειακά καθέναν από τους δέκα εκατομμύρια Έλληνες, αλλά ότι ωφελεί τους Έλληνες και την Ελλάδα ως σύνολο.

Το ότι ο βουλευτής δεν εκπροσωπεί συνεπώς τους εκλογείς της εκλογικής του περιφέρειας, όπως αντίθετα συμβαίνει στην πράξη, επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 60 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Oι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση».  Εάν λοιπόν ο βουλευτής εκπροσωπούσε τους πολίτες ή πολύ περισσότερο τους ψηφοφόρους της εκλογικής του περιφέρειας, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δέσμιος της παραπάνω εκλογικής «πελατείας» του, οπότε πάει περίπατο και η παραπάνω συνταγματική πρόβλεψη περί ανεξαρτησίας γνώμης και συνείδησης του βουλευτή.

Η εντολή αντιπροσώπευσης συνεπώς που ο βουλευτής παίρνει από τον λαό διά της εκλογικής διαδικασίας και της εκλογικής επιτυχίας του, δεν αποτελεί κατ’ ουδένα τρόπο το άθροισμα των ατομικών θελήσεων των πολιτών που αποτελούν το λαό. Πολύ περισσότερο, δεν αποτελεί το άθροισμα των ατομικών θελήσεων των εκλογέων της ιδιαίτερης εκλογικής του περιφέρειας και ακόμα χειρότερα των ατομικών θελήσεων των ψηφοφόρων του. Οπότε οποιαδήποτε ενέργεια μεσολάβησης του βουλευτή προς δημόσια υπηρεσία η οποία αποσκοπεί στην διευθέτηση ή επίλυση ατομικού ή οικογενειακού προβλήματος πολίτη, ψηφοφόρου, υποψηφίου ψηφοφόρου κ.λπ., εκφεύγει από την έννοια της εθνικής αντιπροσωπευτικής εντολής του Συντάγματος και περιπίπτει στο γνωστό σε όλους μας βουλευτικό ρουσφέτι.

Συνεπώς, το βουλευτικό ρουσφέτι προς τους ψηφοφόρους, όσο και αν εθιμικώ δικαίω επικρατεί παρ’ ημίν από γεννήσεως ελληνικού κράτους, όχι μόνον κανονικώς αλλά θα τολμούσα να πω και ανεξαιρέτως, δεν αποτελεί ούτε υποχρέωση, ούτε πολύ περισσότερο δικαίωμα, του βουλευτή. Αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση, κατάχρηση του βουλευτή. 

Να σημειωθεί επίσης ότι, σε όλα τα δημοκρατικά συντάγματα της χώρας, από αυτό του 1827 και μέχρι σήμερα, η σχέση του έλληνα βουλευτή ορίζεται ρητά ως «αντιπροσώπευση». Με τη μόνη διαφορά ότι σε όλα τα προηγούμενα του ισχύοντος Συντάγματος (1975), ορίζονταν ότι «Οι βουλευταί αντιπροσωπεύουν το Έθνος και όχι μόνον την εκλογικήν περιφέρειαν από την οποίαν εκλέγονται», ενώ στο ισχύον ότι αντιπροσωπεύουν μόνον το Έθνος.

Είναι φανερό ότι το σχετικό άρθρο «απλοποιήθηκε» κατά το ήμισυ, ακριβώς διότι η πρώτη μεταχουντική Βουλή, ορθά σκεπτόμενη, αφαιρώντας την πρόβλεψη της «εκλογικής τους περιφέρειας», προσπάθησε να αποσυνδέσει τη Βουλή από την προσωποποιημένη και υποκειμενική έννοια του λαού (η οποία εξάλλου τις προηγούμενες δεκαετίες είχε υποστεί τα πάνδεινα στο στόμα και στα χέρια διάφορων επιτήδειων λαϊκιστών) και, αφετέρου, να απεγκλωβίσει το βουλευτή από τη μέγγενη της «εκλογικής» του «πελατείας».

Πλην όμως, όπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται, η παραπάνω ακρωτηριασμένη φρασούλα είχε πολύ μεγαλύτερη δύναμη από ό,τι υπολόγισαν οι τότε νομοθέτες. Με αποτέλεσμα η εν λόγω ρύθμιση να μην επιτύχει στην έως σήμερα πενηντακονταετή πορεία της ούτε κατ’ ελάχιστον το στόχο της, αφού η εξαφάνιση του βουλευτικού ρουσφετιού εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί ευσεβή πόθο για τη δημοκρατία μας.

Μπορεί όμως αυτό, το βουλευτικό ρουσφέτι δηλαδή, εκτός από μια κακή και καταδικαστέα βουλευτική συμπεριφορά, να αποτελέσει και ποινικό αδίκημα;

Από μόνο του, ίσως όχι. Σε συνδυασμό όμως με άλλα πράγματα, μπορεί να συγκροτήσει την αντικειμενική υπόσταση εγκλημάτων που προβλέπονται στον Ποινικό μας Κώδικα, όπως π.χ. της αθέμιτης επιρροής (άρθρα 159Α και 237Α κ.λπ.) ή παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 κ.λπ.). Και κάτι τέτοιο υποτίθεται ότι συμβαίνει με τις πρόσφατες δικογραφίες της ευρωπαίας εισαγγελέα, αφού οι κατηγορίες που απευθύνονται κατά των δεκατριών βουλευτών, από αυτά που μέχρι τώρα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, φαίνεται ότι έχουν σχέση με διαμεσολαβήσεις των βουλευτών προς δημόσιες υπηρεσίες ή υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα για τους ψηφοφόρους τους.

Φυσικά δεν γνωρίζουμε τις δικογραφίες και, ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να μπούμε στη δικαστική αξιολόγηση της ουσίας της υπόθεσης (το τεκμήριο της αθωότητας μέχρις αποδείξεως του εναντίου ισχύει απόλυτα), για τούτο και αναφερόμαστε σε διαμεσολαβήσεις βουλευτών για τους ψηφοφόρους τους και όχι προς όφελος των ψηφοφόρων τους, το οποίο προφανώς και είναι το ζητούμενο από την ανακριτική διαδικασία που θα ακολουθήσει.

Μπορούμε όμως να μπούμε στην πολιτική ουσία της υπόθεσης, παρατηρώντας ότι κι αν ακόμα ο κρατικός μηχανισμός προβάλλει καταχρηστικά, ακόμα και παράνομα, προσκόμματα στα δίκαια αιτήματα και στα δίκαια γενικότερα κάποιου πολίτη, εκείνο που πρέπει να κάνει ο αντιπρόσωπος του έθνους-βουλευτής, δεν είναι να πάρει τηλέφωνο ή να στείλει ραβασάκι για να λυθεί ατομικά το πρόβλημα του πολίτη-ψηφοφόρου του ή υποψηφίου ψηφοφόρου του, αλλά να επιληφθεί θεσμικά και με νόμιμο τρόπο, δηλαδή διά της Βουλής και ενώπιον όλων, για την άρση του προβλήματος. Λύση, όχι όμως ατομικά για τον ψηφοφόρο του, αλλά για όλους τους έλληνες πολίτες που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα: π.χ. εάν το πρόβλημα του ψηφοφόρου του έγκειται στην καταπάτηση των δικαίων του και των δικαιωμάτων του (πράγμα καθόλου σπάνιο), τι πρέπει να κάνει ο βουλευτής; Να αρχίσει να παίρνει σβάρνα τους δικαστές παίρνοντας τηλέφωνα και στέλνοντας ραβασάκια για τον ψηφοφόρο του ή να φέρει το θέμα στη Βουλή και δι’ αυτής στην κυβέρνηση και στον αρμόδιο υπουργό;  

Ακόμα συνεπώς κι αν ο ψηφοφόρος του βουλευτή έχει δίκιο, η μεσολάβηση του βουλευτή (σε δημόσια υπηρεσία, διότι το ρουσφέτι είναι συνδεδεμένο με τον δημόσιο τομέα του κράτους), κι αν ακόμα δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα, είναι αποκρουστέα, διότι όλως ανεπίτρεπτα διαχωρίζει τους έλληνες πολίτες σε δύο κατηγορίες: σ’ αυτούς που συχνάζουν στους προθαλάμους των πολιτικών γραφείων των βουλευτών και με ένα σταυρό (ή και περισσότερους) κάνουν τη δουλειά τους (συχνότατα εις βάρος άλλων), και σ’ αυτούς που δεν συχνάζουν σε τέτοιες πόρτες και δεν κάνουν τη δουλειά τους, ή την κάνουν μέσω της ορθής διαδικασίας των δημοσίων υπηρεσιών, ξοδεύοντας χρήμα, χρόνο, ενέργεια, την προσωπική ή οικογενειακή τους ησυχία, κ.λπ.

Και η απλή λοιπόν εξυπηρέτηση των ψηφοφόρων εκ μέρους του βουλευτή καταστρατηγεί διττά, ή μάλλον τριπλά, το παραπάνω άρθρο 51 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού τον φέρνει: αφενός όχι απλώς να αντιπροσωπεύει, αλλά στην ουσία να εκπροσωπεί κάποιον ή κάποιους,  αφετέρου να εκπροσωπεί ιδιώτες και όχι το Έθνος, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, και εκ τρίτου από τις πράξεις του αυτές να προκύπτει όφελος προς ιδιώτες και όχι προς το έθνος, όπως ορίζει το Σύνταγμα.

Φαίνεται όμως ότι στη χώρα μας δεν έχουν ξεπεραστεί από τα πράγματα μόνον οι βουλευτές, αλλά και το ίδιο το εκλογικό σύστημα, αφού αντί να καταργήσουμε τον ομφάλιο λώρο του ρουσφετιού μεταξύ βουλευτή - ψηφοφόρου, που δεν είναι άλλος από το σταυρό, και να φέρουμε τη λίστα στις εθνικές εκλογές, καταργήσαμε τη λίστα και φέραμε το σταυρό και στις ευρωεκλογές (στις οποίες ώς το 2014 εφαρμοζόταν η λίστα).  

Συνεπώς, όχι μόνο δεν πάμε μπροστά· πάμε προς τα πίσω, και μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, με εγκληματικό τρόπο. Διότι ο σταυρός αφενός δεν προσθέτει τίποτα στη νομιμοποίηση, στην κατάσταση και στη θέση των ευρωβουλευτών (δεν αναβαθμίζει δηλαδή σε τίποτα τη θέση τους), αφετέρου υπάρχει ο κίνδυνος να φέρει το ρουσφέτι και στους ευρωβουλευτές: διότι το ρουσφέτι δεν είναι μόνο ατομικό, όπως αναπτύξαμε παραπάνω, αλλά και συλλογικό, όπως π.χ. ομαδικό, συντεχνιακό, οργανωμένο οικονομικό κ.λπ., και τα συμφέροντα στην ΕΕ είναι πολλά και ποικίλα. Τόσα έχουν δει τα τελευταία χρόνια το φως της δημοσιότητας, σχετικά με παράνομη άσκηση επιρροής ευρωβουλευτών έναντι οικονομικών ή άλλων ανταλλαγμάτων.

Από τη στιγμή λοιπόν που οι βουλευτές μας κινούνται μεταξύ της ρουσφετολογικής καταχρηστικής παρατυπίας στην καλύτερη περίπτωση και της ρουσφετολογικής παρανομίας στη χειρότερη, σίγουρα όμως και σε κάθε περίπτωση έξω και πέρα από την συνταγματική πρόβλεψη του ισχύοντος Συντάγματος, θεωρώ ως την καλύτερη λύση (μαζί με τις άλλες σχετικές αλλαγές στον αριθμό των βουλευτών, στις εκλογικές περιφέρειες κ.λπ) την κατάργηση του σταυρού και τη θεσμοθέτηση της λίστας, ώστε να λυτρωθεί, αν όχι οι βουλευτές μας και οι ψηφοφόροι τους, η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία!

Διότι και από τη στιγμή που το Σύνταγμα αναγνωρίζει τα πολιτικά κόμματα ως τη βάση της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτειακού μας συστήματος (άρθρο 29 Συντάγματος), η λαϊκή κυριαρχία το ίδιο καλά επιτυγχάνεται και εκδηλώνεται και με την λίστα, όπως και με το σταυρό.

Μια δημοκρατία συνεπώς που στηρίζεται στη λίστα (ή σε ένα μεικτό σύστημα) μπορεί κάλλιστα να υπερτερεί ποιοτικά από μια δημοκρατία που στηρίζεται στο σταυρό. Για να γίνει όμως αυτό, απαιτείται να έχει εμπεδωθεί στην κοινωνία η έννοια της δημοκρατίας, όχι μόνον ως πολιτικό και πολιτειακό σύστημα αλλά ως καθημερινότητα. Πράγμα το οποίο δυστυχώς πολύ απέχει ακόμα από την ελληνική κοινωνία.  

Άμεση απόρροια μιας δημοκρατικής κοινωνίας είναι η ύπαρξη πολιτικών κομμάτων που λειτουργούν δημοκρατικά (και όχι μόνον διακηρύττουν ιδεολογικά), και απόρροια αυτής, η επιλογή ως υποψηφίων βουλευτών των αρίστων εκ των μελών τους, με βάση τη λίστα και όχι το σταυρό.

Επιλογή η οποία, πλέον των άλλων, αποτελεί εκ μέρους των κομμάτων και τεράστια πράξη ανάληψης ευθύνης, η οποία σήμερα αποτελεί την κύρια πλημμέλεια του πολιτικού κόσμου της χώρας μας και της οποίας τόσο πολύ έχει την ανάγκη.   

Και απόρροια όλων των παραπάνω μαζί, αποτελεί η δημιουργία στην πράξη (και όχι μόνο στη θεωρία) δημοκρατικού πολιτικού κόσμου και η εμπέδωση ομαλών πολιτικών συνθηκών στη χώρα. Πράγμα το οποίο, όπως όλοι καθημερινά διαπιστώνουμε, είναι ακόμα ζητούμενο. 

                                                                      

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.