Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Τζων Μπάνβιλ συγκεντρώνει χαρακτήρες από προηγούμενα μυθιστορηματικά του σύμπαντα σε ένα επαρχιακό κτήμα, στο οποίο επιστρέφει ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας μετά την αποφυλάκισή του. Αλλάζει το όνομά του από Φρέντι Μάγκουιτς σε Φέλιξ Μόρντοντ για να διαλάθει της αναγνώρισής του, καθώς, εκτός της δυσώδους φήμης του για το φόνο που διέπραξε, το πατρικό του κτήμα στο οποίο επιστρέφει ανήκει πλέον στο γιο του επιφανούς μαθηματικού επιστήμονα Αδάμ Γκόντλι, το ψυχορράγημα του οποίου ο συγγραφέας έχει αφηγηθεί στο μυθιστόρημα Άπειροι κόσμοι. Γνώστης θεωρητικών μαθηματικών είναι και ο αποφυλακισθείς δολοφόνος, ο οποίος πιστεύει ότι τα θεωρητικά επιτεύγματα του Αδάμ Γκόντλι πατρός για το σύμπαν, που το παρουσιάζει «σαν μια συρρικνούμενη μπαλίτσα σκόνης», συνιστούν οπισθοδρόμηση της επιστημονικής γνώσης.
Εκεί καταφτάνει και ο Γουίλιαμ Τζέιμπι, ως εργαζόμενος επισκέπτης, προσκεκλημένος του γιου και συνονόματου του επιφανούς μαθηματικού –και ανυπόφορου ανθρώπου– Αδάμ Γκόντλι, για να γράψει την επίσημη βιογραφία του πατέρα του, έχοντας πρόσβαση στο φυλαγμένο, σε κρύπτη από ατσάλι, αρχείο του. Ο επίδοξος βιογράφος είναι, όπως ομολογεί ο ίδιος, «αμετανόητος θιασώτης του Νεύτωνα, μικρών τροχών μέσα σε μεγαλύτερους τροχούς» ενός αιτιοκρατικού σύμπαντος – όμως η βαλτωμένη καριέρα του τον υποχρεώνει να αποδεχτεί την πρόκληση να βιογραφήσει έναν επιστήμονα για τον οποίο το σύμπαν βρίθει «αδιανόητα μικροσκοπικών θραυσμάτων και δυνάμεων [...] απίθανων πιθανοτήτων [...] γωνιές άπειρες στον αριθμό», της θεωρίας Μπράχμαν εν γένει, με την οποία δοξάστηκε ο εκλιπών βιογραφούμενος. Επιπλέον κίνητρο του βιογράφου συνιστά η ωραιότητα της συζύγου του υιού Γκόντλι, της Έλεν, το πάλαι ποτέ ηθοποιού που εκείνη την περίοδο ετοιμάζεται να κλείσει τα 40 της έτη. Τα γενέθλιά της μάλιστα συμπίπτουν με το θάνατο του νεογέννητου μωρού της λίγα χρόνια πριν.
Ο πολύτροπος αφηγητής Ερμής
Ένα βασικό αφηγηματικό τέχνασμα, που υποστυλώνει την αφήγηση συναιρώντας στο εσωτερικό της το παραδοσιακό με το μοντέρνο, είναι η μεικτή τυπολογία του αφηγητή. Εναλλάσσεται ο ετεροδιηγητικός αφηγητής με τον ομοδιηγητικό, ο αφηγητής που διηγείται μια ιστορία στην οποία είναι απών με τον αφηγητή που διηγείται τη δική του ιστορία. Ταυτόχρονα, με την εναλλαγή της φωνής του αφηγητή συμπλέει και η εναλλασσόμενη προοπτική. Υφίσταται η μηδενική, πανοραμική εστίαση του παντογνώστη αφηγητή του κλασικού μυθιστορήματος, αλλά και η εσωτερική, μεταβλητή εστίαση της οπτικής γωνίας ενός προσώπου που συμπίπτει με τη μεροληπτική συνείδηση του μοντέρνου μυθιστορήματος. Μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή της παραπάνω εκδοχής συνιστά η ροή της συνείδησης της γηραιάς γυναίκας του διάσημου μαθηματικού, η οποία ζει απομονωμένη σε ένα δωμάτιο με συμπτώματα κλιμακούμενης άνοιας. Στις παραπάνω ωστόσο τεχνοτροπικές επιλογές, οι οποίες αξιοποιούνται κατά κόρον στα σύγχρονα μυθιστορήματα, ο συγγραφέας εισάγει από την πίσω πόρτα τον παντογνώστη αφηγητή, τον παραδοσιακό Θεό που τα γνωρίζει όλα με την κυριολεκτική τους σημασία, ξανασυνδέοντας το νήμα με το μυθιστόρημά του «Άπειροι κόσμοι». Αφηγητής που τέμνει εγκάρσια κάθε μορφή αφήγησης είναι ο θεός Ερμής. Ενώ οι κραταιοί θεοί, με τους οποίους κάποτε συνυπήρχε, καταλαμβάνοντας στην εσωτερική τους ιεραρχία κατώτατη θέση, εξαφανίστηκαν, εκείνος εξακολουθεί να υπάρχει και να αφηγείται τις ανθρώπινες περιπέτειες.
Διατηρεί εντούτοις τα χαρακτηριστικά ενός αρχαιοελληνικού θεού. Θεού όχι παντοδύναμου που δημιούργησε το σύμπαν από αγαθή προαίρεση και αγάπη, αλλά ενός θεού υποταγμένου στους κοσμικούς νόμους που μελέτησε ο πατήρ Γκόντλι. Επικούρειος θεός ο οποίος ζει σε ένα άπειρο σύμπαν που εμπεριέχει πεπερασμένους κόσμους. Αιώνιο, έστω και αν οι πεπερασμένοι κόσμοι του καταστρέφονται και τα συμβαίνοντα υπόκεινται μόνο στην τύχη ή στον εαυτό τους διαστέλλοντας τα περιθώρια ελευθερίας. Ο θεός Ερμής είναι μέρος αυτού του σύμπαντος και αρκείται στην παρατήρηση των ανθρώπων, συμμετέχοντας στο μέτρο που του αναλογεί. Ότι είναι εκεί ο θεός Ερμής έχει και αυτό τη δική του σημασία που θα επισημανθεί παρακάτω.
Άλλο ένα μορφικό χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος είναι η συνθετική διάσταση της πλοκής του, η διαστρωμάτωσή της σε πολλαπλά επίπεδα και μορφές δράσης με την καθεμία από αυτές να ενέχει το δικό της θεματικό πυρήνα. Η θεματολογία κάθε επιπέδου δράσης και η διαλεκτική σχέση μεταξύ τους δεν συγκλίνουν στην αιτιακή απόδοση μιας αφηγηματοποιημένης διακριτής ιστορίας, σε μια μονοφωνική κορύφωση ενός κλειστού, οριστικού τέλους, αλλά διαμορφώνουν ένα εννοιολογικό μοντέλο το οποίο περιγράφει τις σχέσεις των χαρακτήρων και τις ιδέες του μυθιστορήματος διατηρώντας τον ανοιχτό του ορίζοντα. Αποφεύγεται η δραματική κορύφωση και εμφαίνεται η επική πρόσληψη της άπειρης καθημερινότητας. Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα το οποίο αξιοποιεί όχι μόνο έναν πλούτο ιδεών και θεωριών, αλλά και τις φυσικές επιστήμες, σαν να φιλοδοξεί να τις επανεντάξει αφηγηματικά στον κορμό της φιλοσοφίας στον οποίο κάποτε ενυπήρχαν, πριν αυτονομηθούν και ανεξαρτητοποιηθούν.
Η συγγραφική ευφυΐα του Μπάνβιλ τροποποιεί επίσης σε πλεονέκτημα αυτό που στη σύγχρονη λογοτεχνία εκλαμβάνεται ως μειονέκτημα με την υπερπληθωριστική παρουσία των εικόνων και της ταχύτητας. Την περιγραφή. Μόνο που εδώ δεν έχουμε την «εκθετική» περιγραφή μέσω της οποίας οι αναγνώστες εισάγονται στον μυθιστορηματικό κόσμο του αφηγήματος, στη χωρική του διάσταση και στη χαρακτηρολογική του απόδοση. Οι περιγραφές του συγγραφέα δεν αναστέλλουν τη χρονική λειτουργία, αντίθετα την αισθητοποιούν, της προσδίδουν ορατή και απτή διάσταση. Συνιστούν τμήμα μιας τεταμένης, εσωτερικής συνειδησιακής διεργασίας που αφενός εμφυσά ζωή στον κόσμο, αφετέρου σχετίζεται μαζί του, όπως χαρακτηριστικά αφηγείται ο αποφυλακισθείς δολοφόνος:
Εγώ υπάρχω, με ολόκληρο το εγώ μου, συνεπώς οι άλλοι δεν υπάρχουν, εκτός και αν βρίσκονται στην ακτίνα της όρασης και της ακοής μου.
Ο χώρος και ο χρόνος συναιρούνται και το μυθιστορηματικό σύμπαν διαλέγεται με την επιστημονική θεωρία του Αδάμ Γκόντλι «και το άπιαστο, αέναα διακλαδούμενο σύμπαν».
Έγινε αναφορά παραπάνω στην παρουσία του θεού Ερμή ως υποδόριου αφηγητή στο μυθιστόρημα, στην αιφνιδιαστική εμφάνισή του στις αφηγήσεις των προσώπων, θέτοντας εν αμφιβόλω ποιος εντέλει αφηγείται. Προαναφέρθηκε επίσης το αρχαιοελληνικό του στίγμα και οι περιορισμένες δυνατότητές του στο εσωτερικό του κοσμικού σύμπαντος. Θα άξιζε ωστόσο να αναφερθούν και άλλες ιδιότητες του θεού που τον καθιστούν εμμέσως σημαίνοντα χαρακτήρα του έργου. Ο Ερμής θεωρούνταν θεός της αστρονομίας και των μαθηματικών και ήταν επίσης ψυχοπομπός, συνοδεύοντας τους θνητούς στον Κάτω Κόσμο. Οι συγκεκριμένες ιδιότητές του δεν μπορεί να παραληφθούν σε ένα μυθιστόρημα όπου η μαθηματική ιδιοφυΐα του εκλιπόντος δίνει μια ερμηνεία του σύμπαντος, πόσο μάλλον που ο θάνατος, σε ποικίλες εκδοχές του, βαραίνει την υπόσταση των πρωταγωνιστών και τη συνύπαρξή τους. Οι παραπάνω ιδιότητες σχετίζονται άμεσα με τη θεματολογία του συγκεκριμένου έργου, όπως και άλλες τρεις με γενικότερα χαρακτηριστικά. Στον Ερμή αποδιδόταν η εφεύρεση της γραφής, γι’ αυτό και ταυτιζόταν με τον Αιγύπτιο θεό Θωθ, ενώ χρησιμοποιούσε κατά συρροήν το ψεύδος, τον άμεσο συγγενή της μυθοπλασίας, για να προσφέρει ψυχαγωγία και να προστατευτεί από επώδυνες καταστάσεις. Και βέβαια, ο κατεξοχήν ρόλος του Ερμή είναι αυτός του ερμηνευτή από τον οποίο και προέρχεται ο όρος «ερμηνεύειν». Ως αγγελιοφόρος κομίζει τα μηνύματα των θεών στους ανθρώπους και τις επιθυμίες των ανθρώπων στους θεούς μέσω του λόγου. Όντας όμως κάτοχος της αλήθειας του «τι περί τίνος», είναι ταυτόχρονα και κάτοχος του δόλου, αφού βρέφος ακόμα έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα και κάλυψε με ύφασμα τα πέλματά τους. Αποκρύπτει επομένως το μήνυμα, του προσδίδει αμφίσημη, ενίοτε και πολύσημη διάσταση, διασκεδάζει με το «φανερό-κρυφό», είναι ο θεός-αφηγητής που ταιριάζει στο σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο αναγνωρίζει στην παράδοσή του μια δέσμευση, από την οποία ο συγγραφέας δεν μπορεί να ξεφύγει με την επιπόλαιη βιαιότητα της διαγραφής.
Από το μηδέν στο άπειρο
Σύμφωνα με το παράθεμα από το Chambers Dictionary, το οποίο προτάσσεται του πρώτου κεφαλαίου του μυθιστορήματος, ως μοναδικότητα μπορεί να αποδοθεί η ιδιομορφία, η ατομικότητα, κάτι το παράδοξο, αλλά και το σημείο στο χωροχρόνο όπου η ύλη συμπιέζεται σε έναν απείρως τεράστιο βαθμό συμπύκνωσης. Οι επιλογές του συγγραφέα σε επίπεδο αφηγητών και εστίασης αναδεικνύει τη μοναδικότητα των χαρακτήρων, τα ιδιόμορφα ατομικά τους χαρακτηριστικά, τις αδιαφανείς διαστάσεις της ψυχικής τους ζωής, το αμερές και αδιαίρετο της υπόστασής τους. Τα σχέδια του βίου τους τα υπηρετούν συνήθως με αμφιβολίες και δισταγμούς, με κάποια νωθρότητα και με εφήμερους παροξυσμούς, σαν να μην πιστεύουν σε αυτά γιατί κάτι μέσα τους αμφιβάλλει για την προέλευσή τους. Μοιάζουν να παρασύρονται από το ρεύμα της καθημερινότητας, από τις τρέχουσες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις πάνω στις οποίες εκφράζουν την ασθενή ατομική τους βούληση. Ίσως γιατί, κάπου στο βάθος, υπάρχει κάτι που αντιστέκεται στην εξατομίκευσή τους.
Στο μυθιστορηματικό σύμπαν του Μπάνβιλ, οι χαρακτήρες συνιστούν μοναδικότητες που παραμένουν ανεξάρτητες, παρά τις αέναες αυτοεκδιπλώσεις τους. Με την εκδίπλωση κάθε μονάδας, οι άλλες μοιάζουν να συρρικνώνονται· και ενώ δίνεται η εντύπωση εγκαθίδρυσης μιας αιτιακής σχέσης ανάμεσά τους, στην πραγματικότητα ενυπάρχουν σε ένα σύμπαν απειρότητας με πολλαπλές προοπτικές. «Άνθρωποι. Οι τροχιές τους δεν διατέμνονται, οι πλανήτες τους δεν εφάπτονται». Ο Βίλχελμ Λάιμπνιτς, στη Μοναδολογία του, είχε αισθητοποιήσει τη συγκεχυμένη αντίληψη των μονάδων για το σύμπαν με την εικόνα μιας πόλης που, αν την κοίταζε κανείς από διαφορετικά σημεία, πολλαπλασιάζονταν οι προοπτικές της. Η ύπαρξη άπειρων υποστάσεων και των αντίστοιχων προοπτικών τους δημιουργούσε άπειρα σύμπαντα ανάλογα με τα διαφορετικά σημεία παρατήρησης – ωστόσο όλες οι προοπτικές ήταν προοπτική ενός και μόνο σύμπαντος. Ο κόσμος είναι υπαρκτός και μοναδικός, αλλά τα έλλογα και συναισθηματικά υποκείμενα τον αναπαριστούν σκιαγραφώντας διαφορετικές όψεις του που γι’ αυτά αποκτούν εξατομικευμένη, μοναδική, βιωματική σημασία. Κάθε μονάδα συνιστά καθρέπτη του σύμπαντος, καθρεφτίζοντάς το από τη δική της συγκεκριμένη οπτική γωνία. Και όπως στο άπειρο και διακλαδούμενο σύμπαν ενυπάρχουν οι ατομικές υποστάσεις, στις Μοναδικότητες ο συγγραφέας ενσωματώνει χαρακτήρες από δικά του μυθιστορηματικά σύμπαντα. Διαλέγεται με ειρωνικό τρόπο με τη μυθοπλασία και την επιστήμη σε μικροσκοπικό και σε μακροσκοπικό επίπεδο, διερευνώντας και αισθητικοποιώντας τον σύγχρονο κόσμο με εκλεκτικιστική οπτική.
Και αν ο λαϊβνίτειος θεός δημιούργησε τον βέλτιστο κόσμο, τον δικό του βέλτιστο μυθιστορηματικό κόσμο φιλοδόξησε να δημιουργήσει και ο ιρλανδός συγγραφέας αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο του μυθιστόρημα –όπως αυτή εκφράζεται και στο τέλος του έργου–, πριν αναιρέσει την υπονόησή του. Ο Λάιμπνιτς, επικαλούμενος την αρχή της τελειότητας, υποστήριξε ότι ο Θεός δημιούργησε τον βέλτιστο κόσμο από τους δυνατούς κόσμους, με την έννοια ότι είναι ο πληρέστερος κόσμος. Και για να είναι ο πληρέστερος κόσμος δεν θα μπορούσε να εκλείπει το κακό ως συστατικό του. Γιατί, εάν εξέλιπε, ο κόσμος δεν θα ήταν πλήρης και, κατ’ επέκταση, ο βέλτιστος. Γεγονός που υπονοεί ότι προϋπάρχει η αναγκαιότητα της τελειότητας που συμπεριλαμβάνει και το κακό και, ακριβώς, η συγκεκριμένη τελειότητα δεσμεύει και τη δημιουργία του Θεού. Ένας θεός επομένως μάλλον πιο κοντά στους Ολύμπιους Θεούς, στον θεό Ερμή, παρά στον πανίσχυρο χριστιανικό θεό.
Ταυτόχρονα, μέσα σε έναν κόσμο άπειρων δυνατοτήτων, παίρνει διαφορετικό περιεχόμενο και η ελευθερία της βούλησης, η οποία για πολλούς είναι η αιτία του κακού. Του κακού που διασχίζει τη ζωή των μυθιστορηματικών χαρακτήρων. Στο νευτώνειο, μηχανοκρατικό σύμπαν, μηχανοποιημένη είναι και η ζωή του ανθρώπου, αιτιοκρατικά δεσμευμένες οι επιλογές του. Η ευθύνη του κακού βαρύνει το σύμπαν και όχι τον θνητό. Στο σύγχρονο κβαντικό σύμπαν, όμως, το μυθοπλαστικά αποδιδόμενο στην μπραχμανική θεωρία του πατρός Γκόντλι, η παρουσία των άπειρων κόσμων και συνακόλουθα των άπειρων επιλογών καθιστά τον κάθε χαρακτήρα υπεύθυνο για τις επιλογές του και για το πεπρωμένο του. Το μυθιστόρημα αναπνέει ελευθερία, παρ’ όλο που οι επιλογές των προσώπων δεν τροχιοδεικτούν προς μια πιο αισιόδοξη οπτική. Αλλά εδώ που τα λέμε, και η ελεύθερη επιλογή του Αδάμ μάς έβγαλε από τον Παράδεισο, ενώ και ο άμοιρος Τζορντάνο Μπρούνο, που επέμενε στην άποψή του για την ύπαρξη άπειρων κόσμων, κατέληξε το 1600 στην πυρά στην Πλατεία των Ανθέων (Campo de΄ Fiori) στη Ρώμη.