Έβγαινε στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αθήνα, κυκλοφόρησε μάλιστα σε δύο περιόδους. Κατά την πρώτη περίοδο (1884-1886) εκδότης και διευθυντής ήταν ο Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους και κατά τη δεύτερη περίοδο (1887-1892) ο Ιωάννης Μ. Δαμβέργης[i].
Η συγκεκριμένη αναφορά γίνεται για το τεύχος 44 (έτος Η, δευτέρα περίοδος, 21 Δεκεμβρίου 1891[ii]) τα περιεχόμενα του οποίου φαίνονται παρακάτω:
Σύζυγος γυναίκας ωραίας: Μελέτη, υπό Ιωάννου Μ. Δαμβέργη
Λασάνειος Αγών: Περί δράματος εν γένει: Απόσπασμα εκ της Εκθέσεως του κ. Ν. Καζάζη
Η Σιμώνη: Διήγημα των Χριστουγέννων, υπό Paul Bourget - Μετάφρασις I. Α. Ζυγομαλά
Δημώδης ποίηση: Κώτικη στιχοπλοκιά: υπό Επ. Αλ.
Δράμα Συριχθέν. Εικών κατα τον Alphonse Daudot: υπό X.
Φυσιογνωμική επιστήμη: Το Στόμα: υπό Α.Α.
Εκείνη (ήτις πρέπει να υπακούηται): Μυθιστορία Rider Haggard. Εκ του Αγγλικού, υπό Α. Αμπάτη. (Συνέχεια)
Ειδήσεις της Εβδομάδος. Εγχώρια. - Εξωτερικά.-· Αρχαιολογία.- Φιλολογία. – Καλλιτεχνία
Ιδιαίτερα Γράμματα
Νέα βιβλία
Την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα εκδόθηκαν πάρα πολλά έντυπα με ευτράπελη ύλη. Από τα 70 ψηφιοποιημένα σατιρικά ή ευτράπελα έντυπα (εφημερίδες και περιοδικά), όπως αυτοχαρακτηρίζονται, που υπάρχουν στη Βιβλιοθήκη της Βουλής[iii], τα 53 εκδίδονται την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα. Αν και τα περισσότερα, θνησιγενή και επικαιρικά συνδυαζόμενα με τα οικογενειακά φιλολογικά, καταδεικνύουν ένα σαφές φαινόμενο, εκείνο της πολιτισμικής εξέλιξης και της διεύρυνσης του σώματος των εγγραμμάτων και των αναγνωστών.
Ουσιαστικά υπήρξε μία εκδοτική έκρηξη, ίσως λόγω κατάργησης της λογοκρισίας, σε σατιρικά περιοδικά αλλά και σε σοβαρότερα που προτιμούσαν να παρεμβάλουν πιο ελαφρά και ευκολοδιάβαστη ύλη στο σώμα τους. Ίσως ήταν η εποχή του εγκωμίου της σάτιρας, της ευτραπελίας ακόμη και της χαρούμενης σάχλας. Ίσως να έπαιξε κάποιο ρόλο η φημισμένη λογοτεχνική γενιά του 1880 ή μπορεί τα δύο φαινόμενα να είχαν την ίδια κοινωνική πηγή. Πάντως, σοβαρά ή ελαφρά, αφουγκράζονται τις επιθυμίες του αναγνωστικού κοινού της εποχής τους και ανταποκρίνονται στη ζήτησή του.
Η Εβδομάς ιδιαίτερα στη δεύτερη περίοδό της υπό την διεύθυνση του Ιωάννη Δαμβέργη, χαλαρώνει την αυστηρότητα που της είχε προσδώσει ο Δημήτρης Γρ. Καμπούρογλου κατά την πρώτη και μπορεί να θεωρηθεί οικογενειακό - φιλολογικό περιοδικό, τα κύρια χαρακτηριστικά του οποίου συνιστούν: η ποικιλία της ύλης, η «τέρψη και ωφέλεια» των αναγνωστών κάθε ηλικίας, καθώς και η συγκέντρωση συγγραφέων και εν γένει γραφιάδων στο εκδοτικό της περιβάλλον[iv]·
Μια ευτράπελη παρουσίαση που υπογράφεται με τα αρχικά Α.Α. σχετικά με το ανθρώπινο στόμα, ως φυσιογνωμικό στοιχείο υπάρχει στο προαναφερθέν τεύχος και επιλέχθηκε για το σημερινό μικρό μέσα στο μεγάλο.
Στο σχετικό σημείωμα, ΤΟ ΣΤΟΜΑ, της εφημερίδας, υπάρχει υπέρτιτλος, ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, συνοδευόμενος με την υποσημείωση: Κατά τον Α. Pougelot.
Το στόμα
Αν ήμην ποιητής, θ’ απετόλμων να είπω, ότι το στόμα είναι το ρόδον της ανθρωπίνης μορφής.
Εν τοσούτω στόματά τινα ανοικτού ερυθρού χρώματος και ολίγον τι παχέα, παρεμφερή όντα προς δύο κεράσια επιτεθειμένα το έν επί του ετέρου, εκφράζουσι τρυφερότητα και πλέον ταύτης, ορμητικήν τινα ζέσιν εν τοις αισθήμασιν. Υπάρχουσιν επίσης στόματα, μη στερούμενα αναλογίας τινος προς τον καρπόν της ροιάς[v], εσχισμένον εις δύο και μετά χάριτος κεχαραγμένον και τετορνευμένον υπό της λεπτής σμίλης γλύπτου.
Άνθος λοιπόν ή καρπός, ιδού το ανθρώπινον στόμα, όπερ κατέχει ιδιαίτερόν τι θέλγητρον και δροσερότητα, και ποιητικώς πως ως άνθους κάλυξ διανοίγεται. Το τοιούτον παρ’ ουδενί ετέρω ζώω απαντά. Το βλέμμα του κυνός, του ίππου, του ελέφαντος και τινων πτηνών, ίσως δύναται να υποστή την σύγκρισιν προς τα τόσω νοήμονα και τόσω εκφραστικά βλέμματα του ανθρώπου. Αλλά το στόμα αυτού διαμένει μοναδικόν και όλως τω ανθρώπω ιδιάζον περικαλλές κόσμημα, άνευ τινος ανταγωνιστού.
Τα χονδρά χείλη εμφαίνουσιν απλότητα, παρρησίαν και ζωηράς εντυπώσεις∙ οπόταν δε το άνω χείλος προεξέχει του κάτω, η έλλειψις αύτη κανονικότητος προδίδει αγαθότητα, μετριοφροσύνην και χαρακτήρα αξιαγάπητον. Κακής φήμης απολαύουσιν απ’ εναντίας τα λεπτά χείλη, καθ’ ημάς ουχί πάντοτε ορθώς. Γενικώς τα λεπτά χείλη αναγγέλουσιν ημίν έρωτα προς την τάξιν, αφοσίωσιν εις την εργασίαν και αίμα ψυχρόν. Πλην η γνώμη αύτη καταπίπτει, οσάκις η μορφή είναι ασυμπαθής, κρυψίνουν το βλέμμα, η δε ρις μακρά και λεπτή∙ εν τοιαύτη περιπτώσει το σύνολον της φυσιογνωμίας, καταγγέλλει εγωισμόν, ξηρότητα, κακίαν, και τάσιν εις το προδίδειν.
Το στόμα διατηρεί το λίαν χαρακτηριστικόν ίχνος των συγκινήσεων και των συνήθων παθών και αισθημάτων. Τα άτομα άτινα εδοκιμάσθησαν σκληρώς υπό της απάτης, των μεγάλων θλίψεων και των απογοητεύσεων του βίου εν γένει, κέκτηνται χείλη των οποίων η μεσαία γραμμή προεκτείνεται και καμπτομένη κατέρχεται εν είδει βαθείας πτυχής επί του προσώπου, ως έμβλημα ανιάτου πικρίας.
Παρετηρήθη η κυρτότης αύτη ως σκυθρωπότητος σύμπτωμα, παρά τω Δάντη, τω Καρόλω Φουριέ και τω Λαμεναί.
Αντιθέτως όλως αι γωνίαι του στόματος τείνουσιν ανορθούμεναι προς τα άνω, παρά τοις γελασίνοις, οποίοι: Αλκιβιάδης, Κερβάντης, Diderot καί Panard, επικληθείς «Λαφονταίνος του κωμειδυλλίου» - ούτος δεν ηδύνατο να ομιλήση περί του οίνου άνευ συγκινήσεως, και θεωρών ποτηριού αυτού εδάκρυεν εκ χαράς... όταν δεν ήτο κενόν.
Το στόμα ωχριά και αμαυρούται υπό την επήρειαν του παραπτώματος. Οσάκις δε η μεταξύ ρινός και στόματος απόστασις είνε υπέρμετρος, μαρτυρεί μεγίστην περί τας κρίσεις και τας πράξεις βίαν, ην δέον να περιστέλλωμεν διά της ημετέρας ευθυκρισίας και σταθεράς θελήσεως. Ο Lavater έχων το χαρακτηριστικόν τούτο, αναγνώριζεν την σημασίαν του ανωτέρω αξιώματος, ομολογών ότι ο άνθρωπος είνε πάντοτε κατά το μάλλον και ήττον κύριος και υπόλογος της ηθικής του διαγωγής. Υφίσταται δε αληθή κατάπτωσιν ευθύς άμα λησμονήση, ότι «στέφανος τιμής» δι’ αυτόν είναι η ελευθέρα βούλησις, το αυτεξούσιον.
Εάν το κάτω χείλος είνε λίαν ανοιγμένον και ανατινασσόμενον ελαφρώς καταπίπτει επί του πώγωνος, τούτο συνιστά το «τραγικόν χείλος» εμφαίνον ως διατείνονται, τάσιν τινα εις την χρήσιν βιαίων μέσων προς επιτυχίαν ουσιώδους τίνος σκοπού. Καθ’ ημάς όμως δεν φαίνεται δεικνύον απλώς φύσιν ενεργητικήν. Ως ένδειξις νευρικής ιδιοσυγκρασίας εκλαμβάνονται τα οτέ μεν υποπόρφυρα οτέ δε ωχρά χείλη.
Στόμα μέγιστον ως το του Αισώπου η του Ερρίκου Monnier δεικνύει προδιάθεσιν εις σαρκασμόν. Τοιούτον είχε στόμα και ο μουσικός συνθέτης Berlioz, όστις αρνούμενος διαρρήδην την μουσικήν ιδιοφυΐαν του Ροσσίνη, υπεστήριζεν ότι ο τελευταίος ουδέποτε έκαμνε καλυτέρας εργασίας, παρ’ όταν ηλίευε μικρούς ιχθύς εν Βενετία! Λίαν μικκύλον και δυσανάλογον στόμα προδίδει χαρακτήρα δειλόν, αδύνατον και μάταιον. Υποτρέμον στόμα, ούτιvoς αι γωνίαι τείνουσιν ελαφρώς προς τα κάτω, τα δε χείλη κυρτά όντα ως τα των μαύρων, σχηματίζουσι μορφασμόν καθ’ υπερβολήν εκφραστικόν, γνωρίζει ημίν, φύσιν αγρίαν, ατάκτου αγωγής και υπερφίαλον. Τοιούτο είχον στόμα, ο Νέρων και ο Lacenaire. Εν τέλει δε αλλόκοτον και ακανόνιστον στόμα προαναγγέλλει νοημοσύνην ζωηράν φαντασιοκόπον και εκκεντρικήν.
Το φίλημα αποτελεί έν των μάλλον εξαίσιων θελγήτρων του στόματος, μίαν των χαρίτων αυτού, και την ευγενεστέραν έκφρασιν στοργής. Γνωρίζετε συγκινητικότερόν τι του μητρικού φιλήματος; Ο θερμώς αγαπών, εναγκαλίζεται θερμώς, μετ’ αυτομάτου ορμής και μεθ’ ειλικρίνειας αίτινες δεν λανθάνουσι το όμμα παρατηρητού. Κατέχομεν λοιπόν το γνώρισμα της ανθρωπίνης τρυφερότητος και η κατοχή αυτού είνε μία των ενδόξων κατακτήσεων του πολιτισμού.
Ούτω άγνωστον τυγχάνει το φίλημα παρά τοις βαρβάροις, ιδία παρά τοις Εσκιμώοις, τοις Παπούοις, τοις Νεοζηλανδοίς και τοις κατοίκοις της γης του Πυρός. Τούτο πλην δεν εμποδίζει να υπάρχωσιν άνθρωποι πεπολιτισμένοι και δη εν Παρισίοις, σίτινες υπό την έποψιν του φιλήματος εισίν άγριοι ανωτέρας περιωπής.
Εν Νέα Ζηλανδία και εν Λαπωνία, προστρίβουσιν αμοιβαίως την ρίνα εις ένδειξιν φίλτρου. Αναμφιβόλως δε, αν αγαπώσι πολύ εν ταις χώραις ταύταις, ο αριθμός των ρινών, αίτινες υπέστησαν βλάβην ένεκεν ισχυράς προστριβής, δεν θα είνε ευκαταφρόνητος.
Παρ’ ημίν τοις Έλλησι, μεγίστη γίνεται χρήσις, αν ουχί κατάχρησις του φιλήματος. Αρκεί απλή γνωριμία, όπως οι αποχωριζόμενοι ασπασθώσιν αλλήλους χωρίς ουδέν να τους συνδέη. Αι γυναίκες ιδία και μάλιστα αι νεάνιδες εις εκάστην επίσκεψιν ασπάζονται αλλήλας επ’ αμφοτέρων των παρειών, όσον συχνά και αν βλέπωνται.
Συναντώμεναι καθ’ οδόν, εξερχόμεναι θαλασσίου ή θερμού λουτρού, εκφράζουσαι τας ευχάς των εν γαμηλίω ή άλλη εορτή, πρόχειρον έχουσιν εκάστοτε και διπλούν το φίλημα. Δύνανται άραγε ταύτα να εκληφθώσιν ως δείγματα εκτάκτου τρυφερότατος αισθημάτων και ευπαθούς καρδίας; Οι φιλόσοφοι ας απαντήσωσιν.
Το εφ’ ημίν, ενθυμούμενοι του Ιούδα το φίλημα, και τα παραπλήσια τούτω φιλήματα εν ταις πολλαπλαίς κοινωνικαίς σχέσεσιν, δεν σπεύδομεν ν’ άποφανθώμεν. Πόσα ωχρά ή ρόδινα στόματα δεν θα έδακνον ως η έχιδνα, καθ’ ην στιγμήν προτείνουσι χείλη μειδιώντα, εις φίλημα κατ’ επίφασιν γλυκύ, αν δεν εφοβούντο μη αποκαλυφθώσιν αι μύχιαι σκέψεις των; Το αληθές είνε ότι ως παν πράγμα ή αίσθημα γνήσιον, έχει και το φίλημα τας παραποιήσεις του, ας προσέχωσι δε οι λαμβάνοντες τοιαύτα, να διακρίνωσι το δόλιον και υποκριτικόν από του εγκαρδίου και ειλικρινούς.
Α. Α.
[i] Μαρινέλλα-Σοφία Γκίνκο, Το περιοδικό Εβδομάς (1884-1892) και η συμβολή του στην πνευματική κίνηση της εποχής, διδακτορική διατριβή, τόμος Β, Πάτρα, 2021.
[ii] Βιβλιοθήκη ΑΠΘ, https://digital.lib.auth.gr/record/140532/files/5089_44.pdf
[iii] Βιβλιοθήκη Βουλής εφημερίδες, ψηφιοποιημένα αρχεία https://library.parliament.gr/Portals/6/pdf/digitalmicrofilms092025.pdf
[iv]Όπως η σημείωση 1
[v] Η «ροιά η κοινή» αναφέρεται στη ροδιά.