Σύνδεση συνδρομητών

Η δίκη των Τεμπών και η δοκιμασία της Δημοκρατίας

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2026 17:26
Αρχείο The Books’ Journal
Τέμπη, 1 Μαρτίου 2023. Μια από τις πρώτες εικόνες της καταστροφής μετά τη σφοδρή και πολύνεκρη σύγκρουση δύο συρμών.
Αρχείο The Books’ Journal

Στις 23 Μαρτίου ξεκινά η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών.

Μια ημερομηνία που θα μπορούσε να επαναφέρει τη συζήτηση εκεί όπου ανήκει, δηλαδή στη δικαιοσύνη, στη θεσμική ευθύνη, στην αποτίμηση ενός δυστυχήματος που σημάδεψε τη χώρα. Η διαδικασία όμως ξεκινά μέσα σε μια κοινωνία ήδη εξαντλημένη, απηυδισμένη από όσα φορτώθηκαν πάνω σε αυτό το γεγονός, από όσα ειπώθηκαν, από όσα καταχρηστικά, εκβιαστικά  και με πολιτικές σκοπιμότητες επιβλήθηκαν στο όνομά του.

Από τις πρώτες στιγμές του δυστυχήματος, η τραγωδία απομακρύνθηκε από τον φυσικό της χώρο, τη Δικαιοσύνη, και μεταφέρθηκε σε μια καθημερινότητα  συνεχούς έντασης, καταγγελίας, παραλογισμών και παραμόρφωσης. Το πένθος απέκτησε δημόσια φωνή.  Στη συνέχεια απέκτησε πολιτική χρήση. Και στο τέλος απέκτησε αντιπολιτευτικό ρόλο – σαν σωσίβιο στην αδυναμία των κομμάτων να αρθρώσουν στοιχειώδη πολιτικό λόγο. Έτσι, κόμματα και πρόσωπα –μέσα στην αντιπολίτευση και τα πέριξ της– βρήκαν έναν εύκολο τρόπο να μεταθέσουν την αβυσσαλέα τους πολιτική ανεπάρκεια σε καταγγελτικό θρήνο.

Η μετάβαση αυτή δεν υπήρξε τυχαία. Περιγράφηκε ήδη από νωρίς όταν το πένθος, από αίτημα δικαιοσύνης, μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης, σε εργαλείο εκβιασμού, ακόμη και σε μορφή λογοκρισίας. Εν ολίγοις, η κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια δεν παρακολουθεί τελικά μια τραγωδία, αλλά τη σπαρακτικά ανήθικη εκμετάλλευσή της.

Η ένταση των τελευταίων ημερών αποτυπώνει με ακρίβεια το πρόβλημα. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων μιλά για «Άγρια Δύση», για τραμπουκισμούς, για παρεμπόδιση της διαδικασίας. Η Ένωση Εισαγγελέων κάνει λόγο για δηλώσεις που «δηλητηριάζουν την κοινωνική γαλήνη». Στην άλλη πλευρά, καταγγελίες για «στημένη δίκη», για «χειραγώγηση», για «συγκάλυψη». Μάλιστα, η ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων  κάνει λόγο  για «τέλεση σοβαρών αυτόφωρων κακουργημάτων και πλημμελημάτων».

Η σύγκρουση πλέον αφορά το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να λειτουργήσει η Δικαιοσύνη.  Αφορά το ερώτημα αν μια δίκη μπορεί να διεξαχθεί όταν η κοινωνία έχει ήδη πειστεί ότι το αποτέλεσμα είναι προαποφασισμένο... Σε αυτό το σημείο, η μετατόπιση γίνεται επικίνδυνη. Η Δικαιοσύνη παύει να λειτουργεί σαν κρίση και μετατρέπεται σε επιβεβαίωση προσδοκιών.

Κάθε τραγωδία γεννά ερωτήματα. Στα Τέμπη τα ερωτήματα έγιναν πλαστογραφημένες αφηγήσεις. Και τα ανεξέλεγκτα αφηγήματα  απέκτησαν υπόσταση πιο ισχυρή από τα ίδια τα γεγονότα. Η καταγγελία βάρυνε περισσότερο από την απόδειξη. Η υπόθεση αποδείχθηκε πιο ελκυστική από την πραγματικότητα. Το «τι μας κρύβουν» πήρε τη θέση του «τι συνέβη». Κάπου εκεί, η υπόθεση άρχισε να ευτελίζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα τηλεοπτικά παράθυρα, στις πολιτικές σκηνές. Η  πραγματικότητα μετετράπη σε σεναριακό  υλικό και στη συνέχεια παρουσιάστηκε ως θέαμα. Από ένα σημείο και μετά, η τραγωδία έπαψε να είναι αντικείμενο διερεύνησης και έγινε πεδίο ανταγωνισμού. Ποιος θα καταγγείλει περισσότερο! Ποιος θα συγκινήσει περισσότερο! Ποιος θα διατυπώσει την πιο αδιανόητη ιστορία συνωμοσίας! Ποιος θα κυριαρχήσει στη δημόσια σκηνή... 

Το πιο δύσκολο σημείο παραμένει το πιο απλό. Οι οικογένειες των θυμάτων κουβαλούν ένα βάρος που καμία κοινωνία δεν μπορεί να αγνοήσει. Το πένθος τούς ανήκει. Η αξιοπρέπειά του, όμως, αφορά όλους. Η μετατροπή του πένθους σε πολιτική δύναμη δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Γιατί το πένθος, όταν αποκτά εξουσία, παύει να ελέγχεται. Το έχουμε ήδη εμπεδώσει: ο πόνος λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στην κριτική, ως επιχείρημα υπεράνω θεσμών, ως μηχανισμός επιβολής. Και τότε εμπεδώνεται ύπουλα μια μορφή δημόσιας ηθικής όπου η συγκίνηση υπερισχύει της λογικής.

Στο κέντρο αυτής της κρίσης βρίσκεται μια βαθύτερη μεταβολή. Η πολιτική παύει να προτείνει και περιορίζεται στην καταγγελία. Η ευθύνη υποχωρεί, στη θέση της εμφανίζεται η κατασκευή ενόχων. Η διαφωνία μετατρέπεται σε διαρκή αμφισβήτηση των πάντων. Η μετάβαση αυτή δεν αφορά ένα πρόσωπο ή έναν χώρο. Διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Η τραγωδία των Τεμπών έγινε πεδίο πολιτικής, επικοινωνιακής, ακόμη και προσωπικής επένδυσης. Οι νεκροί  μετατράπηκαν σε δυναμικό καύσιμο. Και το καύσιμο αυτό παράγει ένταση. Δεν είναι η πρώτη φορά. Έχουν γνώσιν οι φύλακες.

Η Δημοκρατία θεμελιώνεται στην κριτική. Η κριτική αποτελεί προϋπόθεση της ύπαρξής της. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν αντέχει την αποδόμηση των ίδιων των μηχανισμών της. Όταν η Δικαιοσύνη παρουσιάζεται εκ προοιμίου ένοχη, όταν το Κοινοβούλιο καταντά σκηνή επιθεώρησης, όταν κάθε θεσμός αντιμετωπίζεται ως εργαλείο χειραγώγησης, τότε κάτι αλλάζει επικίνδυνα. Η Δημοκρατία περνά σε άλλη φάση  και αυτή η φάση έχει όνομα: αποσύνθεση. Και η αποσύνθεση αυτή ξεκινά από τα άκρα και ριζώνει στην καθημερινή ανοχή.

Υπάρχει και μια άλλη διάσταση, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου καθοριστική. Η αισθητική. Ο δημόσιος λόγος χάνει το μέτρο. Η ένταση αντικαθιστά την ακρίβεια. Η υπερβολή γίνεται κανόνας. Και κάπου εκεί, η πραγματικότητα αρχίζει να υποχωρεί. Ο λόγος παύει να την περιγράφει και αρχίζει να την κατασκευάζει. Και κάπου εκεί, η πραγματικότητα χάνεται. Αυτό που απομένει είναι μια αίσθηση κόπωσης. Μια κοινωνία που δεν παρακολουθεί, αλλά εξαντλείται.

Η δίκη των Τεμπών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημείο επανεκκίνησης. Να επιστρέψει η υπόθεση εκεί όπου ανήκει: στην απόδειξη, στην ευθύνη, στη δικαστική κρίση. Διαφορετικά, η δίκη δεν θα κρίνει μόνο τους υπεύθυνους ενός δυστυχήματος. Θα κρίνει την ικανότητα της χώρας να ξεχωρίζει το γεγονός από την κατασκευή.

Εδώ που φτάσαμε, το ερώτημα δεν αφορά τα Τέμπη. Αφορά την ίδια τη Δημοκρατία. Μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό της από την υπερβολή; Μπορεί να αντέξει την εργαλειοποίηση του ανθρώπινου πόνου; Μπορεί να διατηρήσει το μέτρο σε μιαν εποχή που ανταμείβει την αμετροέπεια; Η απάντηση δεν θα δοθεί στα πάνελ. Ούτε στους δρόμους. Θα δοθεί στην αίθουσα του δικαστηρίου. Τέλος, θα δοθεί και από την κοινωνία που θα επιλέξει να αντιμετωπίσει την κρίσιμη αυτή διαδικασία με κριτικό πνεύμα – ή θα ανεχθεί την εκ νέου μετατροπή της σε θέαμα.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Σε λίγο κυκλοφορεί το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.