Η εκλογή στην Αργεντινή το 2023 του Χαβιέρ Μιλέι (Javier Milei), ο οποίος άντεξε πρόσφατη ενδιάμεση εκλογική δοκιμασία, έδωσε ένα (προσωρινό;) τέλος στην κυριαρχία του περονισμού[i]. Από τη σκοπιά αυτή, διέψευσε τις ελπίδες της ευρωπαϊκής Αριστεράς για την επαναστατική δυναμική των κινημάτων της Λατινικής Αμερικής και για την αντίσταση των λαών της κατά του δυτικού καπιταλισμού. Διέψευσε όμως ακόμα ένα συγκεκριμένο μοντέλο κρατικά ωθούμενης ανάπτυξης.[ii]
Η εκλογή του Μιλέι και το πείραμά του για έναν ριζοσπαστισμό της αγοράς στην Αργεντινή αναθέρμανε αθόρυβα και στην ελληνική δημόσια συζήτηση το ζήτημα του φιλελευθερισμού. Μερικοί θεωρούν ότι η Ελλάδα χρειάζεται κάτι σαν το αλυσοπρίονο του αργεντινού προέδρου για να εισέλθει σε διατηρήσιμη τροχιά ανάπτυξης ή υπαινίσσονται ότι η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει διαψεύσει τις φιλελεύθερες φιλοδοξίες. Έχω την εντύπωση ότι δεν τους προβλημάτισαν σοβαρά οι διαφορές με την Αργεντινή.
Η Αργεντινή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μια αρχική ανάπτυξη άρχισε να παρακμάζει. Η αιώρα της πολιτικής της κινήθηκε από τον ακραίο κρατισμό του περονισμού σε πρόσκαιρες πολιτικές ακραίας λιτότητας.[iii] Μετά τον Περόν ακολούθησαν απότομες ανατροπές πολιτικής, πραξικοπήματα, στυγνές δικτατορίες, αναταραχές και βίαιες συγκρούσεις. Στην Ελλάδα, αντίθετα, υπήρξαν μεν κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις, αλλά η δημοκρατία άντεξε. Κατά πάσα πιθανότητα η χώρα απέφυγε βαθύτερες κρίσεις, μεταξύ άλλων λόγω της ένταξής της στην ΕΕ, λόγω της μακράς δημοκρατικής παράδοσής της και της μικρομεσαίας οικονομικής δομής της.
Ας το διατυπώσουμε ευθέως: Η Ελλάδα δεν ήταν και δεν είναι Αργεντινή, ούτε βρίσκεται στο χείλος μιας οικονομικής κατάρρευσης όπως η λατινοαμερικανική χώρα. μολονότι ο λαϊκισμός τους είχε κάποιες ομοιότητες. Ως εκ τούτου, το αλυσοπρίονο του Μιλέι είναι περιττό.
Λιτότητα υπό την απειλή χρεοκοπίας
Η κατάσταση που παρέλαβε ο Χαβιέρ Μιλέι τον Δεκέμβριο του 2023, όταν ανέλαβε την προεδρία της χώρας του, ήταν όντως τραγική. Το κράτος απασχολούσε περίπου το ένα τρίτο των εργαζομένων και χορηγούσε επιδόματα σε περισσότερους από τους μισούς πολίτες. Είχε παγιωθεί, παρά κάποιες μεταρρυθμιστικές αναλαμπές, ένα σύστημα εξουσίας που στηριζόταν στη γραφειοκρατία του κράτους, του κόμματος και των συνδικάτων. Ο πληθωρισμός είχε ξεπεράσει το αστρονομικό ποσοστό του 200% και η Κεντρική Τράπεζα τύπωνε ασταμάτητα χρήματα. Η διαρκής υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, του πέσο, τροφοδοτούσε τον πληθωρισμό. Ήταν το θανατηφόρο δηλητήριο για την οικονομία. Η κυβέρνηση για να ανακόψει τον φαύλο κύκλο αναγκαζόταν να καθορίσει ανώτατες τιμές για πολλά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι έλεγχοι των τιμών να προκαλούν μειώσεις της παραγωγής, ελλείψεις στα καταστήματα και μια ανθηρή μαύρη αγορά. Με άλλα λόγια, πήγαιναν να θεραπεύσουν τα συμπτώματα και όχι τις βασικές αιτίες των προβλημάτων. Η δημόσια οικονομία είχε περιέλθει σε αδιέξοδο καθώς τα ελλείμματα βρίσκονταν εκτός ελέγχου, η κυβέρνηση δυσκολευόταν ολοένα και περισσότερο να εξυπηρετήσει τα χρέη και, ως εκ τούτου, λειτουργούσε υπό τη μόνιμη απειλή χρεοκοπίας. Η οικονομία ήταν στάσιμη και η ανεργία υψηλή.[iv]
Ο Χαβιέρ Μιλέι ξεκίνησε προεκλογική εκστρατεία με ένα ριζοσπαστικά φιλελεύθερο πρόγραμμα. Το συμβόλισε με το αλυσοπρίονο που κράδαινε στις συγκεντρώσεις υποδηλώνοντας ότι έτσι θα πριονίσει το κράτος. Στο παγιωμένο περονικό σύστημα αντέταξε ένα καινοφανή ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Ανταποκρίθηκε στη γενική πεποίθηση ότι «δεν πήγαινε άλλο».
Ο οικονομολόγος και νυν πρόεδρος της Αργεντινής συμμερίζεται, κατά δήλωσή του, τη λεγόμενη Σχολή του Σικάγου, εμβληματικός εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Μίλτον Φρίντμαν. Η βασική ιδέα της: κράτος όσο γίνεται μικρότερο και ελεύθερη αγορά όσο γίνεται περισσότερη. Στη γλώσσα του ΔΝΤ, η πολιτική αυτή μεταφράστηκε σε: «επιθετικές μεταρρυθμίσεις και λιτότητα».
Ο Χαβιέρ Μιλέι δεν ήλθε ουρανοκατέβατος με τη βίβλο του Σικάγου στα χέρια. Το έδαφος για τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του είχαν κάπως προετοιμάσει ακαδημαϊκοί ακτιβιστές όπως ο Αγουστίν Ετσεμπάρνε και η δραστήρια δεξαμενή σκέψης Libertad y Progreso, που οργάνωνε διαλέξεις σε πλατείες και σε αγορές, σε κινηματογράφους και θέατρα ή και στους δρόμους προσπαθώντας να περάσει στους πολίτες νέους τρόπους σκέψης και, κυρίως, την ιδέα του Libertadismo.[v] Η τραγική κατάσταση της οικονομίας πρόσφερε γόνιμο έδαφος για να ανθίσει αυτή η εκδοχή φιλελευθερισμού.
Αμέσως μετά την εκλογή του, ο Μιλέι εφάρμοσε δραστικά μέτρα ανατροπής του ετατισμού της Αργεντινής. Ήταν μια βίαιη «θεραπεία σοκ»: απέλυσε με το καλημέρα πενήντα χιλιάδες κρατικούς υπαλλήλους, έκλεισε τα μισά υπουργεία (!), περιέκοψε τους μισθούς των ανώτερων υπαλλήλων που έμειναν, διέγραψε οικονομικές επιδοτήσεις και κοινωνικά προγράμματα, ακύρωσε εκατοντάδες μέτρα ρύθμισης των αγορών πολλά από τα οποία υποτίθεται ότι προστάτευαν τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Με τα μέτρα αυτά κατάφερε να μειώσει τις κρατικές δαπάνες κατά περίπου 30% (!) και σε σχεδόν ένα μήνα εξάλειψε το δημοσιονομικό έλλειμμα. Έκτοτε ο κρατικός προϋπολογισμός εμφανίζει μικρά πλεονάσματα (το 2025, 0,3% του ΑΕΠ[vi]), ο πληθωρισμός έπεσε κάθετα από επίπεδα άνω του 200 % στο 4%, τα ενοίκια μειώθηκαν και η φτώχεια αναχαιτίσθηκε! Ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ ανήλθε σε 4,5%. Εντούτοις, η ανεργία παρέμεινε υψηλή. Τον Μάρτιο 2025 η Αργεντινή εξασφάλισε ένα νέο δάνειο 20 δισ. δολάρια από το ΔΝΤ αφού αποφάσισε να άρει πολλούς ελέγχους του συναλλάγματος και να διευρύνει τα περιθώρια ευελιξίας της συναλλαγματικής τιμής.[vii] Τον Οκτώβριο του 2025 απέφυγε μια νέα συναλλαγματική κρίση χάρη στην στήριξη των ΗΠΑ. Το πέσο, πάντως, θεωρείται ακόμα υπερτιμημένο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται θεραπεία σοκ
Η κατάσταση στην Ελλάδα διαφέρει, όπως άλλωστε και η ιστορική της διαδρομή. Αναμφίβολα, περιήλθε σε βαθιά κρίση μετά το 2009. Την περίοδο των μνημονίων απώλεσε, λόγω λιτότητας, περίπου 25% του ΑΕΠ. Επίσης από καιρό είχε διολισθήσει στο δρόμο της αποβιομηχάνισης, ενώ έχανε τις ευκαιρίες της νέας τεχνολογικής επανάστασης. Από τις πολλές αιτίες ξεχωρίζει ένας ύπουλα γενναιόδωρος ετατισμός – ύπουλα γιατί στηριζόταν σε χρέη, αναποτελεσματική διαχείριση δημόσιων πόρων και εκτεταμένη προσοδοθηρία.[viii] Όμως, διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις (ακόμη και των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ) επέλεξαν, μετά το πρώτο σοκ, εναλλακτικές μεθόδους αντί του αλυσοπρίονου. Πιθανόν η ένταξη στην ΕΕ, αργότερα στην Ευρωζώνη και η εποπτεία των «θεσμών» (= της τρόικας) να έθεσε όρια στον παρεμβατικό ακτιβισμό του κράτους και των συμφερόντων που τον στήριζαν. Από το 2018, αλλά σταθερότερα με την άνοδο της ΝΔ, ο προϋπολογισμός παράγει πλεονάσματα, η φοροδιαφυγή έχει περιορισθεί, η ανεργία μειώνεται, οι σχέσεις κράτους, επιχειρήσεων και πολιτών βελτιώνονται με την ψηφιοποίηση. Οι επιχειρήσεις βλέπουν να πνέει ευνοϊκός άνεμος. Οι διεθνείς αξιολογήσεις αναβαθμίζουν συνεχώς το αξιόχρεο της χώρας επιτρέποντας στην κυβέρνηση να προσφεύγει στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου με χαμηλότερα επιτόκια (σήμερα 3,5% για τα δεκαετή ομόλογα, έναντι 3,6% της Γαλλίας!). Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο μονοπάτι της ήπιας προσαρμογής (2019-2026).
Συνολικά εκτιμώντας την κατάσταση, τα πράγματα δεν είναι σήμερα καταστροφικά, σε σύγκριση με όσα συνέβαιναν στην Αργεντινή πριν αναλάβει ο Χαβιέρ Μιλέι. Επομένως, δεν χρειάζεται τέτοιου είδους βίαιη θεραπεία σοκ εδώ, αλλά μάλλον συνέχεια, σταθερότητα και ενδυνάμωση της ακολουθούμενης πολιτικής, με την προσθήκη ορισμένων κρίσιμων μεταρρυθμίσεων σε Δικαιοσύνη, στην εφαρμογή των νόμων, σε παιδεία και σε χωροταξία. Το μείζον πρόβλημα είναι πώς η χώρα θα ξεπεράσει ήπια, δηλαδή σταδιακά και χωρίς υπερβολές, αλλά επιταχύνοντας τους ρυθμούς, τα μεγάλα δομικά προβλήματα που εξακολουθούν να θολώνουν τις μακροχρόνιες προοπτικές της – χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει ατελέσφορα στο αλυσοπρίονο. Δεν έχω απάντηση στο ερώτημα πόσο ήπια πρέπει να είναι η μεταρρυθμιστική πολιτική στο μέλλον, ας πούμε μετά τις εκλογές του 2027. Πάντως, εκτιμώ ότι η ελληνική πολιτική πρέπει να επηρεάζεται περισσότερο από φιλελεύθερες ανησυχίες και δεν πρέπει να επηρεάζεται από τη σχεδόν ενστικτώδη αγανάκτηση και το θυμό που εκδηλώνεται σε κάθε μεγάλη ή μικρή μεταρρύθμιση ή σε κάθε τυχαίο συμβάν.
Η κοινωνία μας δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύει ότι μπορεί να βολευτεί σε ένα αιώνια αμετάβλητο παρόν ή με τη νοσταλγία ενός εξωραϊσμένου παρελθόντος.
[i] Από τον Χουάν Ντομίνγκο Περόν (Juan Domingo Perón), στρατηγό και πολιτικό της Αργεντινής, ο οποίος εκλέχθηκε τρεις φορές πρόεδρος της χώρας από το 1946 ώς το 1955 και από το 1973 ώς το 1974. Βλ. μεταξύ πολλών άλλων, Norbert Rehrmann, Lateinamerikanische Geschichte, Rowohlt, Hamburg 2005.
[ii] Ορισμένες αναλύσεις λατινοαμερικανών διανοουμένων εξέταζαν το βάρος της πολύπλευρης εξάρτησης των περιφερειών από τις μητροπόλεις (θεωρία της dependencia) μετά τη βίαιη ένταξη των πρώτων στο παγκόσμιο σύστημα. Βλ. Ενδεικτικά, Fernando Cardoso - Enzo Faletto, Abhängigkeit und Entwicklung in Lateinamerika, edition Suhrkamp, 1976 .
[iii] Για τις διαστάσεις των κρίσεων της Λατινικής Αμερικής που μας υπενθύμισε πρόσφατα η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Μαδούρο, βλ. επίσης το βιβλίο του Κώστα Πιπίνη, Ιστορίες από τη Λατινική Αμερική, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2025.
[iv] Τη γενική εικόνα περιγράφουν καλά οι εκθέσεις του ΔΝΤ, στο οποίο είχε προσφύγει η Αργεντινή.
[v] Για τις ιδέες του βλ. συνέντευξή του στο YouTube με τίτλο Le clave e la Libertad, 19/12/2019 και άλλες αναρτήσεις. Στην Ελλάδα δραστηριοποιείται, σε μικρότερη πάντως κλίμακα, το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών Μάρκος Δραγούμης (ΚΕΦΙΜ) ενώ συναφείς ιδέες παρουσιάζει η ιστοσελίδα του https://kefim.org.
[vi] Σύμφωνα με εκτίμηση της Economist Intelligence Unit., The Economist, Δεκ. 2025, από όπου και τα στοιχεία για την ανάπτυξη. Η έκθεση του ΔΝΤ δεν έχει οριστικοποιηθεί ώς τα τέλη του 2015, αλλά τα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν τις εντυπωσιακές αλλαγές στην Αργεντινή.
[vii] Βλ. IMF Executive Board Approves 48-month US$20 billion Extended Arrangement for Argentina, April 12, 2025.
[viii] Έχω εκθέσει τις σχετικές μου απόψεις σε πολλές δημοσιεύσεις. Βλ. μεταξύ άλλων: Πάνος Καζάκος, Τέλος των ψευδαισθήσεων; Ελεγχόμενες πτωχεύσεις, οικονομική κρίση και μνημόνια 2009-2019, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2020, «“Καθεστωτική” αλλαγή και ανάπτυξη στον αστερισμό των (παλαιών και μελλοντικών) μνημονίων», περ. Νέα Εστία, Μάρτιος 2014, σ. 89-107 και Η δραχμή δεν θα είναι λύση, εκδόσεις Επίκεντρο, 2016.