Απορώ μάλιστα –σαν πρώτη σκέψη– πώς από το 2021 που αφορούν οι εν λόγω δικογραφίες, άντεξε η δημοκρατία μας έως σήμερα! Και εκείνο που δεν έχω καταλάβει αρκούντως είναι το εάν οι παραπάνω διαρρηγνύοντες τα ιμάτια τα διαρρηγνύουν για την καταστροφή της δημοκρατίας που έλαβε χώρα το χρονικό διάστημα από 2021 έως σήμερα ή για την καταστροφή της δημοκρατίας που θα λάβει χώρα από σήμερα και πέρα;
Θέλω να πω πολύ απλά ότι ουδείς πολίτης (δεν ξέρω για τους πολιτικούς) αντιλήφθηκε οποιαδήποτε μεταβολή, και μάλιστα προς το χειρότερο, της λειτουργίας της δημοκρατίας μας από το 2021 που αφορούν οι ελεγχόμενες ως παράνομες συμπεριφορές των υπό έλεγχο υπουργών και βουλευτών και μέχρι που έσκασαν μύτη οι δικογραφίες, ώστε αυτές να αποτελούν καταστροφή της δημοκρατίας μας. Πολύ περισσότερο καθόσον, τόσο ο ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και τα υπουργικά και βουλευτικά γραφεία, κακά τα ψέματα, και κατά το 2021, λειτουργούσαν όπως ακριβώς λειτουργούσαν από τη σύσταση του ΟΕΠΕΚΕΠΕ και ανεξαρτήτως κυβερνήσεως μέχρι την εντελώς πρόσφατη υπαγωγή της παραπάνω αμαρτωλής υπηρεσίας στην ΑΑΔΕ.
Από τη μια, λίγο «άκομψα» και «στενάχωρα» τα αμέσως προηγούμενα, διότι δεν «παίζεις» ελαφρά τη καρδία με τη δημοκρατία. Αλλά, από την άλλη, ανησυχώ σφόδρα νιώθοντας να πλημμυρίζει και πάλι τη χώρα, για πολλοστή δυστυχώς φορά τα τελευταία χρόνια, αυτή η εκπορευόμενη δυστυχώς από την αντιπολίτευση (από όλη την αντιπολίτευση) ψεύτικη και υποκριτική, πλην ανησυχητικά επικίνδυνη για τη δημοκρατία μας, γκριζωπή πολιτική ατμόσφαιρα.
Η οποία σκοπεί αποκλειστικά στην πάση θυσία και με οποιοδήποτε κόστος αντικατάσταση των τακτικών, νόμιμων και μόνιμων συνταγματικά προβλεπόμενων διαδικασιών ανάδειξης των καταστατικών οργάνων διακυβέρνησης της χώρας, από άλλες διαδικασίες, έκτακτες, απρόβλεπτες, περιπτωσιακές και αβέβαιες, και το κυριότερο εξαρτώμενες απολύτως από τις μέχρι σήμερα μόνιμες παθογένειες της χώρας και τις κατά περίπτωση εξάρσεις τους. Τις οποίες βέβαια παθογένειες, όλοι οι σημερινοί «διαρρηγνυματιούντες» δεν φρόντισαν επ’ ελάχιστον να ιάνουν και να διορθώσουν όταν ήταν οι ίδιοι και για πολλά χρόνια στη διακυβέρνηση της χώρας.
Νιώθω δηλαδή, για να το πω απλά και ευθαρσώς, ότι αυτή η ευαίσθητη όντως δημοκρατία μας, κινδυνεύει σήμερα περισσότερο από τους καταγγέλλοντες υποκριτές και φαρισαίους κατά περίπτωση ευαγγελιζόμενους σωτήρες της παρά από τους σημερινούς κυβερνήτες τους καταγγελλόμενους ως ολετήρες της.
Και νιώθω επίσης ότι αυτή η πρωτοφανής τα τελευταία χρόνια και αυτιστικά αιτούμενη από διάφορους, κατ’ εφαρμογήν της «εν ευρεία εννοία ερμηνείας» του Συντάγματος, απαίτηση για την κάθε φορά παραίτηση της κυβέρνησης, σε περιπτώσεις μάλιστα που δεν άπτονται πραγματικής διακινδύνευσης της λειτουργίας της δημοκρατίας (πράγμα το οποίο κατά τη γνώμη μου δεν συνέτρεξε ούτε στην περίπτωση των υποκλοπών, ούτε πολύ περισσότερο στην περίπτωση των Τεμπών, ούτε φυσικά και κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ), αντί για την επικαλούμενη και υποτιθέμενη προστασία και «αποκατάσταση» της δημοκρατίας, θα έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα: τη νομιμοποίηση της εκλογικής μη κανονικότητας και την παγίωση της κοινοβουλευτικής εξαιρεσιμότητας. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε αν δεν… απατάσθε!
Τη χώρα που κάποτε, εκτός από των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών, υπήρξε και η χώρα των πολλών πραξικοπημάτων, των δικτατοριών, των εμφύλιων, των δημοψηφισμάτων και των πολιτειακών αλλαγών, των πολλών ανώμαλων πολιτικών καταστάσεων.
Σίγουρα δεν περιποιεί τιμή σε καμία κυβέρνηση η εμφάνιση επί της θητείας της τέτοιων παθογενειών και, πολύ περισσότερο, η διαιώνισή τους· αλλά ούτε και στην αντιπολίτευση περιποιεί τιμή η αποκλειστική εκμετάλλευσή τους για μικροπολιτικούς αντιπολιτευτικούς σκοπούς.
Και σίγουρα δεν κολακεύει καμία αντιπολίτευση η εικόνα της αλεπούς που, καθήμενη κάτω από την κληματαριά με ανοιχτό το στόμα, περιμένει να πέσει στην κυβέρνηση καμιά αναποδιά-σταφύλι για να φάει και να πορευτεί, αλλά ούτε και η εικόνα του λύκου που γλείφεται παραμονεύοντας από μακριά το υποψήφιο θήραμά του να παραπαίει. Διότι είναι βέβαιο ότι, στις ανώμαλες πολιτικά καταστάσεις, το θήραμα ή το θύμα, ακόμα κι αν έτσι φαίνεται, δεν είναι ο εκάστοτε πρωθυπουργός και η εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά η ίδια η χώρα, η ίδια η δημοκρατία.
Και μπορεί κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια της μεταπολίτευσης να εμπεδώθηκε πράγματι η δημοκρατία στη χώρα μας με την απουσία ανώμαλων πολιτικών καταστάσεων, όμως σίγουρα δεν κανονικοποιήθηκε: ελάχιστες είναι οι τετραετείς κοινοβουλευτικές περίοδοι, όπως ορίζεται από το Σύνταγμα (αν και όχι υποχρεωτικά), το πολιτικό μας σύστημα απέχει πολύ από το να λειτουργεί υποδειγματικά και σίγουρα δεν έχει καμία, μα καμία σχέση με το επίρρημα «συναινετικά». Ποιος μπορεί άλλωστε να ξεχάσει το εντελώς πρόσφατο πρώτο εξάμηνο του 2015.
Και παρ’ όλη την αναμφισβήτητη σοβαρότητα των περιπτώσεων των υποκλοπών του 2021, των Τεμπών του 2023 και του ΟΠΕΚΕΠΕ του 2025, τόσο για το κόμμα της ΝΔ και τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη όσο και για το πολιτικό μας σύστημα γενικότερα, ας μου επιτραπεί να μη συμμεριστώ τα όσα σπαραξικάρδια για τον κίνδυνο της δημοκρατίας μας προβάλλονται εσχάτως από τους πρώην κυβερνήτες και τωρινούς αντιπολιτευόμενους σωτήρες, οι οποίοι σφύριζαν… κλέφτικα όταν τα ίδια και χειρότερα γίνονταν επί διακυβέρνησης δικής τους και του κόμματός τους.
Θα ήθελα λοιπόν, με τη μικρή μου φωνή του απλού πολίτη να τους καθησυχάσω και να τους απαλλάξω από το δυσβάσταχτο άγχος τους, θυμίζοντάς τους απλώς ότι όπως ακριβώς η δημοκρατία μας επιβίωσε τότε επί δικής τους διακυβέρνησης, ξεπερνώντας τις ίδιες και χειρότερες παθογένειες της πολιτικής μας ζωής (αν αρχίσω να απαριθμώ δεν πρόκειται να τελειώσω ούτε την Ανάσταση) χωρίς να καταφύγει σε έκτακτα μέτρα παραίτησης πρωθυπουργών και κυβερνήσεων, έτσι, κατά μείζονα λόγο μάλιστα λόγω της εν τω μεταξύ επίρρωσης των δημοκρατικών μας κατακτήσεων και κεκτημένων και μεγαλύτερης ενσωμάτωσής μας στην Ε.Ε., θα το ξεπεράσει και σήμερα.
Ας μην «ανησυχούν» τόσο πολύ και ας μη βιάζονται να «σώσουν» και πάλι τη δημοκρατία, από έναν νομιμότατα και δημοκρατικά αναδειχθέντα πρωθυπουργό η καταλληλότητα του οποίου κρίνεται από τον λαό με ποσοστά τουλάχιστον πολλαπλάσια του δεύτερου ανθυποψηφίου του, και μιας νομιμότατα και δημοκρατικά αναδειχθείσας κυβέρνησης η οποία, παρ’ όλες της τις ατέλειες και παρ’ όλα τα λάθη της, απολαμβάνει αναμφίβολα της εμπιστοσύνης της Βουλής, σύμφωνα με όλα τα θέσφατα του ισχύοντος Συντάγματός μας.
Και χρησιμοποιώ ανεπιφύλακτα το επίρρημα «αναμφίβολα», διότι εάν τα πράγματα ήταν ελάχιστα διαφορετικά, τότε οι εν λόγω «ανησυχούντες» δεν είχαν παρά να απευθύνουν κατά του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης πρόταση μομφής, αφού έχουν όλο το δικαίωμα προς τούτο.
Πιστεύω λοιπόν ότι δεν είναι καθόλου σοφό να βάζουμε στο ζύγι από τη μια μεριά τις παθογένειες του παρελθόντος και από την άλλη την πολιτικοεκλογική κανονικότητα της χώρας. Διότι αφενός η μοναδική χαμένη που μπορεί να υπάρξει από αυτή τη διαδικασία είναι μόνο η δεύτερη, αφετέρου η δημοκρατία μας πρέπει να κοιτάει μπροστά, αφήνοντας πίσω της τις παθογένειες του παρελθόντος. Δεν είναι καθόλου υγιές να τις κουβαλάει μαζί της και, ακόμα χειρότερα, είναι απείρως πιο ανθυγιεινό να τις τρέπει σε ρυθμιστή της πολιτικής κατάστασης και να εξαρτάται απ’ αυτές. Και έχω τη γνώμη ότι οποιαδήποτε παραίτηση πρωθυπουργού και κυβέρνησης για το λόγο αυτό θα νομιμοποιήσει το ρόλο των εν λόγω παθογενειών ως πολιτικού ρυθμιστή και θα παγιώσει την εξ αυτών εξάρτηση, αποτελώντας την απαρχή πολιτικών και πολιτειακών καταστάσεων μη επιθυμητών και ίσως και μη ελέγξιμων.
Η Ελλάδα κατά τη διάρκεια της 196ετούς πορείας της διήγε, δυσανάλογα πολύ, ανώμαλο πολιτικό βίο. Εκείνο που έχει λοιπόν ανάγκη από τους σημερινούς πολιτικούς της είναι να αντιστρέψουν την αναλογία υπέρ της κανονικότητας και όχι να τη διευρύνουν, επικαλούμενοι το Σύνταγμα.
ΥΓ. Εκείνο που μου κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση στην πρόσφατη ιστορία με τις τρεις δικογραφίες της Ευρωπαίας Εισαγγελέα είναι το: πώς είναι δυνατόν η ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή να έχει προβεί στις παραπάνω ενέργειες βασιζόμενη και χρησιμοποιώντας αποκλειστικά απ’ ό,τι φαίνεται υλικό ελληνικών υπηρεσιών, ενώ οι ελληνικές διωκτικές αρχές –των εισαγγελικών μη εξαιρουμένων– απείχαν από οποιαδήποτε δικαιική (ποινική ή άλλη) χρήση του υλικού αυτού; Και μάλιστα χωρίς να διαμαρτυρηθεί κανείς, ούτε φυσικά όλοι οι παραπάνω που σε κάθε ευκαιρία μικροπολιτικής διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους.
Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω: πρόκειται πράγματι για ανθεκτικότατες παθογένειες διακοσίων χρονών και βάλε, οι οποίες διαποτίζουν ακόμα οριζοντίως και καθέτως όχι μόνο την ελληνική κοινωνία στην οποία ξενίζονται, πολλαπλασιάζονται και εκδηλώνονται, αλλά και την ελληνική πολιτεία στην οποία κάνουν μετάσταση, προσβάλλοντάς την καίρια, ακόμα και σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια.