Στις αρχές του 2025, με αφορμή την πίεση της κυβέρνησης Τραμπ για μια ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησαν συζητήσεις σχετικά με τις εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία στο πλαίσιο της λεγόμενης «Συμμαχίας των Προθύμων». Για την Ευρώπη, αυτός ήταν ένας τρόπος να δείξει στον Τραμπ ότι οι Ευρωπαίοι ήταν αποφασισμένοι να αναλάβουν μεγαλύτερο ρίσκο, με την ελπίδα να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις. Το βασικό ερώτημα σε αυτές τις συζητήσεις ήταν πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια μελλοντική εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, έτσι ώστε να αποτραπεί η Ρωσία από το να επιτεθεί ξανά στην Ουκρανία σε λίγα χρόνια. Πώς μπορούν να αποφευχθούν στο μέλλον τα λάθη του παρελθόντος;
Από πολλές απόψεις, η συζήτηση αποδείχθηκε χρήσιμη, καθώς διατύπωσε λεπτομερώς ορισμένες προϋποθέσεις για μια σταθερή μελλοντική ειρήνη. Οι διεθνείς συνομιλίες για τις εγγυήσεις ασφάλειας οδήγησαν για πρώτη φορά πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους στις δυτικές πρωτεύουσες να οραματιστούν και να σχεδιάσουν σοβαρά τη μελλοντική εμπλοκή των χωρών τους με, γύρω από και εντός της Ουκρανίας. Ταυτόχρονα, όμως, αυτές οι συζητήσεις υπέφεραν –και συνεχίζουν να υποφέρουν– από τέσσερα μειονεκτήματα.
Πρώτον, οι συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις σχετικά με τις εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία έχουν –τουλάχιστον μέχρι στιγμής– συμβάλει ελάχιστα στον τερματισμό του πολέμου. Διάφορες συγκεκριμένες προτάσεις που έγιναν για τη μελλοντική ασφάλεια της Ουκρανίας, όπως αυτές για μια «δύναμη διαβεβαίωσης» ή για την ενσωμάτωση των συστημάτων αεροπορικής άμυνας της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ σε εκείνα της Ουκρανίας, προκάλεσαν θετικές αντιδράσεις στο Κίεβο. Ωστόσο, οι επιπτώσεις στη Μόσχα από την περιγραφή των δυτικών σχεδίων για να βοηθήσουν την Ουκρανία να προστατευθεί στο μέλλον –είτε μέσω άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής είτε μέσω στρατιωτικοβιομηχανικής συνεργασίας– ήταν και συνεχίζουν να είναι αρνητικές.
Παραδόξως, η αναζήτηση μιας σταθερής εκεχειρίας έχει απομακρύνει το τέλος των συγκρούσεων. Οι μακρόπνοες προτάσεις χωρών όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία –ιδίως όσον αφορά τη στάθμευση στρατευμάτων της Συμμαχίας των Προθύμων στη δυτική Ουκρανία– έχουν αυξήσει τα διακυβεύματα και την επιφυλακτικότητα του Κρεμλίνου όσον αφορά τις εξελίξεις μετά τον πόλεμο. Αυτό έχει μειώσει την –ήδη χαμηλή– προθυμία της Ρωσίας να επιδιώξει συμβιβασμό και να κάνει παραχωρήσεις. Τέτοιες ανακοινώσεις έχουν μειώσει περαιτέρω την ετοιμότητα του Κρεμλίνου να σταματήσει τις μάχες πριν αποκτήσει σαφές πλεονέκτημα στο πεδίο της μάχης και έχουν ενισχύσει την επιθυμία του για μια ειρήνη της νίκης (Siegfrieden) αντί για μια ειρηνευτική συμφωνία (Verständigungsfrieden).
Πράγματι, η Ρωσία έχει απορρίψει κατηγορηματικά την ιδέα της παρουσίας ξένων στρατευμάτων στην Ουκρανία. Όπως δήλωσε ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ τον Μάρτιο του 2025:
Δεύτερον, τα διάφορα σχέδια για τη διασφάλιση της μελλοντικής ασφάλειας της Ουκρανίας περιέχουν ελάχιστα ουσιαστικά στοιχεία που έχουν άμεση υλική σημασία. Αντίθετα, οι πολυσυζητημένες εγγυήσεις ασφάλειας αποτελούν μια συλλογή προθέσεων, σεναρίων και υποσχέσεων που, αν εφαρμοστούν, θα ενισχύσουν εν μέρει την ασφάλεια της Ουκρανίας μέσω μιας συμβολικής στρατιωτικής παρουσίας, αεροπορικής επιτήρησης κ.λπ. Τα δυτικά σχέδια δεν προβλέπουν ουσιαστική βελτίωση ούτε στην διεθνή ενσωμάτωση ούτε στην στρατιωτική αμυντικότητα της Ουκρανίας. Αντίθετα, οι επίσημες διαπραγματεύσεις επικεντρώνονται στη δημιουργία, τους όρους, τη διατύπωση και την επικύρωση ορισμένων μελλοντικών πολυμερών μηχανισμών αντίδρασης σε περίπτωση που η Μόσχα προχωρήσει σε νέα κλιμάκωση.
Η –καθεαυτή ευγενής– ιδέα των εγγυήσεων ασφάλειας για την Ουκρανία προτείνει απλώς ότι το Κίεβο εμπιστεύεται έναν συγκεκριμένο αλγόριθμο μελλοντικών δυτικών ενεργειών περιορισμένης κλίμακας. Υποθέτει επίσης αισιόδοξα ότι η Μόσχα θα πιστέψει στη σκοπιμότητα και τη συνέπεια του προτεινόμενου αλγορίθμου αντίδρασης. Ωστόσο, οι εγγυήσεις ασφάλειας που έχουν προβλεφθεί μέχρι στιγμής δεν προβλέπουν καμία οργανωτική δομή, όπως το ΝΑΤΟ, για να τις υποστηρίξει. Ούτε περιλαμβάνουν μια στρατιωτικά σημαντική παρουσία δυτικών στρατευμάτων σταθμευμένων κατά μήκος της μελλοντικής γραμμής επαφής Ρωσίας-Ουκρανίας. Ελλείψει σοβαρών θεσμικών και επαρκών υλικών υποστρωμάτων, ούτε το Κίεβο ούτε η Μόσχα μπορούν να λάβουν σοβαρά υπόψη τις εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία.
Παρ' όλα αυτά, η Ουκρανία ενδέχεται να αναγκαστεί να ακολουθήσει την «αρχή της ελπίδας» και να αποδεχτεί τις εγγυήσεις ασφάλειας που μπορεί να λάβει αντί για αυτές που χρειάζεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, ωστόσο, οποιαδήποτε μελλοντική κατάπαυση του πυρός μπορεί να αποδειχθεί απλώς ένα διάλειμμα μέχρι να ξαναρχίσουν οι μάχες μεγάλης κλίμακας. Επιπλέον, θα αποτελούσε μια παύση στον πόλεμο προς όφελος της Ρωσίας, διότι θα επέτρεπε στη Μόσχα να επιλέξει μια κατάλληλη στιγμή για επανεκκίνηση της έντασης, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια μιας παράλληλης στρατιωτικής κλιμάκωσης στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας ή αλλού.
Αντίθετα, η ουκρανική ηγεσία –ελπίζοντας ότι τουλάχιστον ορισμένες από τις υποσχέσεις που δόθηκαν στη συμφωνία ασφάλειας θα εκπληρωθούν– θα καταδικαστεί σε μελλοντική στρατιωτική παθητικότητα και δυσάρεστες εκπλήξεις. Κατά κάποιον τρόπο, ένα τέτοιο σενάριο θα ήταν μια επανάληψη της εμπειρίας της Ουκρανίας από το 2014 με το πλέον διαβόητο «Μνημόνιο για τις εγγυήσεις ασφάλειας» του 1994. Το Κίεβο υπέγραψε το Μνημόνιο της Βουδαπέστης, αν και το 1993 είχε υποβληθεί από την Ουκρανία αίτημα και σχέδιο για πλήρη συνθήκη μεταξύ της Ουκρανίας και των εγγυητριών δυνάμεων της συμφωνίας, η οποία θα υποχρέωνε κάθε μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ να λάβει τα «απαραίτητα μέτρα», εάν οποιοδήποτε κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα προβεί σε «απειλή ή χρήση βίας ή απειλή αυτής υπό οποιαδήποτε μορφή κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας της Ουκρανίας».
Τρίτον, η τρέχουσα συζήτηση παραμένει θεωρητική, στο βαθμό που δεν μπορεί να προβλέψει τη συγκεκριμένη κατάσταση επιτόπου στην οποία τελικά θα παρασχεθούν οι εγγυήσεις ασφάλειας στην Ουκρανία. Ο ακριβής τρόπος και οι συνθήκες υπό τις οποίες θα τερματιστούν οι έντονες μάχες θα διαμορφώσουν τη φύση και τη βιωσιμότητα μιας μελλοντικής εκεχειρίας. Η θέση στο πεδίο της μάχης και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και των δύο χωρών τη στιγμή που θα σιγήσουν τα όπλα θα καθορίσουν κατά κύριο λόγο τη σταθερότητα και τη διάρκεια της εκεχειρίας.
Το περιεχόμενο και η διατύπωση των μελλοντικών εγγυήσεων ασφάλειας θα διαδραματίσουν σίγουρα επίσης κάποιο ρόλο. Ωστόσο, οι μελλοντικές εγγυήσεις δεν θα πρέπει απλώς να προσαρμοστούν στο υπάρχον περιβάλλον στο οποίο παρέχονται. Η σημασία τους για τους δυτικούς παρόχους, τον ουκρανικό αποδέκτη και τους πιθανούς ρωσικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να τις ενεργοποιήσουν θα εξαρτηθεί περισσότερο από τις εξελίξεις στον πραγματικό κόσμο παρά από υποσχέσεις που γίνονται στο χαρτί. Η θέση της Ουκρανίας έναντι της Ρωσίας και αντίστροφα θα καθορίσει τη σημασία οποιωνδήποτε εγγυήσεων ασφάλειας, όπως και οι σχέσεις κάθε χώρας με τρίτους παράγοντες.
Όσο πιο ευνοϊκή είναι η στρατιωτική, οικονομική και διεθνής κατάσταση της Ουκρανίας τη στιγμή που θα αρχίσει η κατάπαυση του πυρός, τόσο λιγότερο πιθανό θα είναι να χρειαστεί να επιβληθούν οι δυτικές εγγυήσεις για την ασφάλεια της Ουκρανίας. Αντίθετα, όσο πιο δύσκολη είναι η συνολική κατάσταση της Ουκρανίας όταν τελειώσουν οι μάχες, τόσο πιο πιθανή θα είναι μια νέα κλιμάκωση και τόσο πιο εύλογο θα είναι ένα αίτημα της Ουκρανίας για την εφαρμογή εγγυήσεων ασφάλειας.
Τέλος, η δημόσια συζήτηση στη Δύση σχετικά με τις μελλοντικές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία κατά το παρελθόν έτος χαρακτηρίστηκε από ασυνέπεια, αντιφάσεις και ανακλήσεις. Ο ακριβής ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών ως παρόχου μια ασαφούς «δικλείδας ασφαλείας» για τις εγγυήσεις παραμένει ασαφής. Το μέγεθος, η τοποθεσία, ο τύπος, ακόμη και η απλή πιθανότητα μιας δυτικής «δύναμης διαβεβαίωσης» στην Ουκρανία παραμένουν θέματα αντιπαράθεσης.
Πιο πρόσφατα, η κυβέρνηση Τραμπ έφερε νέα αβεβαιότητα στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό για κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία, όταν ανακοίνωσε την επιθυμία της να προσαρτήσει τη Γροιλανδία της Δανίας και ξεκίνησε συνομιλίες με τη Μόσχα για μελλοντική οικονομική συνεργασία. Δεδομένης της ετοιμότητας των ΗΠΑ να αντιπαρατεθούν σε έναν στενό σύμμαχο και να συνεργαστούν με έναν παραδοσιακό εχθρό, οι ευρωπαίοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στην Ουκρανία, έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν για τις διαβεβαιώσεις των ΗΠΑ ότι θα βοηθήσουν στην εφαρμογή μελλοντικών εγγυήσεων ασφάλειας.
Συμπερασματικά, η δυτική συζήτηση σχετικά με τις εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία, η οποία ξεκίνησε το 2025, αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά είναι πρόωρη και θα μπορούσε ακόμη και να λειτουργήσει ως μια μορφή φυγής από την πραγματικότητα. Η συζήτηση για το δεύτερο βήμα –την εξασφάλιση της εκεχειρίας– χωρίς ένα σαφές σχέδιο για το πώς θα επιτευχθεί το πρώτο – η επίτευξη αυτής της εκεχειρίας – θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή αντί να βοηθήσει στην επίλυση του προβλήματος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα δεδομένου ότι η επιτυχία του δεύτερου βήματος – το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των εγγυήσεων ασφάλειας στη Ρωσία – θα διαμορφωθεί κυρίως από τη φύση του πρώτου βήματος – τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες θα τερματιστούν οι μάχες στην Ουκρανία.
Ούτε η λήξη του τρέχοντος πολέμου ούτε η σταθερότητα μιας μελλοντικής εκεχειρίας θα καθοριστούν πρωτίστως από τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνονται επί χάρτου οι εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία. Αντί για τη μία ή την άλλη λεκτική δέσμευση των δυτικών χωρών, η υλική κατάσταση επιτόπου –στον οικονομικό τομέα και στο πεδίο της μάχης– είναι καθοριστική σήμερα και θα παραμείνει κρίσιμη και αύριο. Το είδος της υλικής και οικονομικής βοήθειας που χρειάζεται το Κίεβο για να τερματίσει τις μάχες με αποδεκτό τρόπο θα είναι από πολλές απόψεις παρόμοιο με το είδος της υποστήριξης που θα χρειαστεί η Ουκρανία, μόλις συμφωνηθεί η κατάπαυση του πυρός, για να προστατευθεί από μια νέα επίθεση.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής