Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα: μια μεγάλη περιοδεία ενός καλλιτέχνη όπως ο Μπρους Σπρίνγκστιν. Όχι ως πρόσωπο, αλλά ως μηχανισμός. Μια τέτοια παραγωγή περιλαμβάνει δεκάδες φορτηγά για εξοπλισμό, αεροπορικές μετακινήσεις για εκατοντάδες άτομα, γιγαντιαία συστήματα ήχου και φωτισμού, ενεργοβόρες σκηνές που στήνονται και αποσυναρμολογούνται σε κάθε πόλη. Μια μόνο συναυλία μπορεί να καταναλώσει ενέργεια αντίστοιχη με μια μικρή γειτονιά για ημέρες. Και η περιοδεία δεν είναι μία. Είναι δεκάδες, εκατοντάδες στάσεις.
Η ενέργεια αυτή δεν πέφτει από κάποιον ανέφελο ουρανό. Παράγεται. Με όρους που παραμένουν, ακόμη και σήμερα, βαριά εξαρτημένοι από ορυκτά καύσιμα, από δίκτυα που συντηρούνται από μια οικονομία ισχύος, από γεωπολιτικές ισορροπίες που δύσκολα χωρούν σε συνθήματα και... ανέφελους ορίζοντες.
Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο ζωής. Από ιστορικές μορφές όπως η Τζόαν Μπαέζ έως σύγχρονους ηθοποιούς όπως ο Τζωρτζ Κλούνεϊ και ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, και ακόμη περισσότερο στις νεότερες γενιές της βιομηχανίας του θεάματος, η επιτυχία συνοδεύεται από έναν τρόπο ζωής που προϋποθέτει κατανάλωση σε κλίμακα δύσκολα αντιληπτή: πολλαπλές κατοικίες, συνεχείς μετακινήσεις, παραγωγές και περιοδείες που κινητοποιούν τεράστιο όγκο ενέργειας. Ας δεχτούμε ότι δεν πρόκειται για ατομικές υπερβολές, αλλά για μια κανονικότητα ενσωματωμένη σε ολόκληρη τη βιομηχανία. Και εδώ αρχίζει εκείνη η ειρωνεία που προκύπτει σχεδόν αθόρυβα από τη σύγκρουση δύο κόσμων.
Από τη μία, η ρητορική: κατά των πολέμων, κατά των επεμβάσεων, υπέρ της ειρήνης, υπέρ του περιβάλλοντος. Από την άλλη, η υλική βάση που καθιστά δυνατή αυτή τη ρητορική: μια οικονομία που εξασφαλίζει ενεργειακή αφθονία, που στηρίζεται σε στρατηγικές επιλογές, σε παρεμβάσεις, σε μια παγκόσμια τάξη η οποία δύσκολα περιγράφεται ως «αθώα».
Η αμερικανική ισχύς, αυτό που απαξιωτικά αποκαλείται «ιμπεριαλισμός», εκτός από ένα πολιτικό σχήμα αποτελεί το υπόστρωμα που επιτρέπει σε αυτή τη βιομηχανία θεάματος να λειτουργεί με τέτοια δυναμική και τέτοια κλίμακα. Χωρίς αυτή τη σταθερότητα, χωρίς αυτά τα δίκτυα, χωρίς αυτή την ενεργειακή υπερεπάρκεια ούτε οι περιοδείες ούτε οι ζωές των σταρ θα είχαν την ίδια μορφή.
Οι εξωπραγματικές αμοιβές και ο τρόπος ζωής που τις συνοδεύει απέχουν πολύ από την αθωότητα των συναισθηματικών διακηρύξεων περί ειρήνης και ανθρωπισμού. Προϋποθέτουν μια κλίμακα πόρων και ενέργειας που δεν παράγεται μέσα σε έναν κόσμο απλώς «ειρηνικό», αλλά σε ένα σύστημα ισχύος που διασφαλίζει, οργανώνει και επιβάλλει αυτή την αφθονία. Συνελόντι ειπείν: η ευαισθησία τους μιλά για ειρήνη, ωστόσο ο τρόπος ζωής τους στηρίζεται σε μιαν οικονομία ισχύος. Η αφθονία αυτή δεν είναι αθώα.
Κανείς, προφανώς, δεν επιθυμεί τον πόλεμο σε προσωπικό επίπεδο. Η ειρήνη ως επιθυμία είναι σχεδόν οικουμενικά αυτονόητη. Το ερώτημα βρίσκεται αλλού: μπορεί μια κοινωνία να διατηρεί το επίπεδο κατανάλωσης, κινητικότητας και ισχύος που έχει, χωρίς ταυτόχρονα να συντηρεί τους μηχανισμούς που την καθιστούν εφικτή; Ή, πιο απλά: μπορείς να καταγγέλλεις το σύστημα που σε τροφοδοτεί, χωρίς να αγγίζεις τις απολαβές του;
Η απάντηση που δίνεται συνήθως, είναι συναισθηματική. Η πραγματική απάντηση, όμως, είναι λογιστική. Μετριέται σε βαρέλια πετρελαίου, σε κιλοβατώρες, σε δίκτυα εφοδιασμού, σε στρατηγικές ισορροπίες.
Και εκεί, μέσα σε αυτούς τους αριθμούς, η ηθική αποκτά τη βαρύτητά της, όχι ως διακήρυξη αλλά ως συνέπεια.
Ίσως τελικά το πιο ειλικρινές αίτημα να μην είναι «ειρήνη παντού», δηλαδή ένα σύνθημα που όλοι μπορούν να επαναλάβουν χωρίς κόστος. Ίσως να είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο, όπως για παράδειγμα μια αναμέτρηση με τις ίδιες τις συνθήκες που κάνουν δυνατή τη ζωή που υπερασπίζονται.
Και αυτή η αναμέτρηση, σε αντίθεση με τις συναυλίες και τα χειροκροτήματα, δεν φωτίζεται από προβολείς.