Λίζυ Τσιριμώκου
Ομότιμη καθηγήτρια Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Τμήματος Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Έχει εκδώσει τη Λογοτεχνία της πόλης (1988), τον συγκεντρωτικό τόμο δοκιμίων Εσωτερική ταχύτητα (2000), τη σχολιασμένη αλληλογραφία του Γιάννη Ρίτσου με την Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου, Τροχιές σε διασταύρωση (2008).
Το αποχαιρετιστήριο σημείωμα της Λίζυς Τσιριμώκου στον Δημήτρη Μαρωνίτη, όπως δημοσιεύτηκε στο Books’ Journal, τχ. 69. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, που πέθανε στις 12 Ιουλίου 2016, δέκα χρόνια πριν, ήταν μια πολλαπλά επιδραστική μορφή του δημόσιου βίου. Πρωτίστως, βεβαίως, ήταν μια επιδραστική μορφή της φιλολογίας, κορυφαίος δάσκαλος, κορυφαίος μελετητής, κορυφαίος μεταφραστής των ομηρικών επών και πολλών ακόμα αρχαίων κειμένων στην ελληνική γλώσσα.
Στο άκουσμα του θανάτου του, σημείωνα μουδιασμένη (εφ. Τα Νέα, 13 Ιουλίου 2016) ότι «δυσκολεύομαι να χρησιμοποιήσω χρόνο παρατατικό για κάποιον που ήταν η προσωποποίηση της δράσης και της μαχητικότητας». Το πράγμα δεν έχει αλλάξει, βέβαια, καμιά εικοσαριά μέρες αργότερα. Ο Μαρωνίτης «θα μας λείπει εξακολουθητικά» για πολλούς λόγους, που πολλοί (φίλοι εγκάρδιοι, αλλά και άσπονδοι, μαθητές, συνάδελφοι και συνοδοιπόροι) κατέγραψαν και σχολίασαν, ο καθένας με τον ιδιοσυγκρασιακό του τρόπο.
Του οφείλουμε έναν ψύχραιμο και νηφάλιο αποχαιρετισμό, δίχως αταίριαστους συναισθηματισμούς· προφανώς, δεν είναι ακόμη της παρούσης: για την ώρα, θυμόμαστε τον άνθρωπο, τον δάσκαλο, τον φίλο, προσπαθώντας να αραιώσουμε το μαύρο της απώλειας σε καιρούς που σπανίζουν οι δυναμικές, διεγερτικές προσωπικότητες όπως η δική του.
Θαρρώ πως, παρά τη μελαγχολία και τη βαρυθυμία του τα τελευταία χρόνια, στο βάθος πρέπει να ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή που του δόθηκε: κατόρθωσε να βγει έξω από τον περίφρακτο χώρο που του προόριζε μάλλον η ταξική του καταγωγή και να πετάξει με τα δικά του φτερά στους κόσμους της λογιοσύνης, να φανατιστεί με τη γλώσσα και να την κυριεύσει στήνοντας το «μπαρόκ της στέρησής του»[1], όπως του άρεσε να λέει. Ευτύχησε να δημιουργήσει μια σφιχτοδεμένη, πυρηνική οικογένεια, με την Ανθή και τις δυο θυγατέρες του, αλλά και μιαν ευρύτερη με αναρίθμητους φίλους που τους ήξερε αφοσιωμένους και ας γκρίνιαζε συχνά πως τον ξεχνούν. Ασκήθηκε στα έδρανα της γραφής και της ανάγνωσης και με το ίδιο πάθος άσκησε γενιές φοιτητών σε αυτά τα μετερίζια, θεωρώντας τα υποχρεωτική θητεία για τον εαυτό του και για τους άλλους – όσοι θέλουν να λογίζονται «γραμματιζούμενοι». Ισορρόπησε σύμμετρα ανάμεσα στην ασφάλεια του δοκιμασμένου και στην ανασφάλεια του αδοκίμαστου, γυμνάζοντας συνεχώς την ευαισθησία και τη γνώση του, περνώντας από το πείραμα στο πόρισμα με μέθοδο, διαμορφώνοντας λόγο εύχυμο και αποδεικτικό. Δεν βρέθηκε ποτέ αποκομμένος από την καθημερινή ζωή, από τα κοινά, διέσωσε με το κύρος του, όταν χρειάστηκε, την ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια και τίμησε την έννοια της ελευθεροφροσύνης σε καιρούς ζόρικους. Όλα τούτα λίγα δεν είναι, μήτε αυτονόητα.
Τα βιογραφικά-εργογραφικά στοιχεία, τους αναβαθμούς μιας λαμπρής πανεπιστημιακής σταδιοδρομίας, τα ζωηρά ίχνη μιας έντονης, δημόσιας παρουσίας θα τα βρει αναλυτικά ο φιλοπερίεργος αναγνώστης σε όσα γράφονται τούτες τις μέρες. Βρίσκονται άλλωστε κωδικοποιημένα και ισομερισμένα (ο βίος, το έργο) σε έναν τιμητικό τόμο που εκδόθηκε με αφορμή τα ογδοντάχρονα του Δ. Ν. Μαρωνίτη και είναι, ίσως η καλύτερη πύλη για να μάθει κανείς τα απαραίτητα γι’ αυτόν τον αθλητή του λόγου, προφορικού και γραπτού[2].
Ας θυμίσουμε απλώς επιλεκτικά, ακόμη μια φορά, ότι δεν ήθελε να ανήκει στους «ασφαλισμένους λόγιους (όσοι μαδώντας τα βιβλία παίζουν τη μαργαρίτα)» – δικά του τα λόγια· θα βολευόταν μάλλον καλύτερα με τον σαρτρικό ορισμό: «διανοούμενος είναι αυτός που φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν». Πολέμιος της πνευματικής ραθυμίας, έτρεμε την απολίθωση σε όλες τις μορφές της: τη στομωμένη γλώσσα και ευαισθησία, την αδράνεια του νου, την ετοιμοπαράδοτη διδαχή, τη χωνευτική λογοτεχνία, το βόλεμα σε μια λαϊκότροπη αφέλεια, γραφικότητα. Απαιτητικός, για τον εαυτό του και για τους άλλους, πάσχισε για μια γλώσσα οικονομημένη, πυκνή, σταγονομετρώντας προσεκτικά την κάθε λέξη ώστε να στοχεύει αλάθητα στο καίριον· αναζήτησε και όρισε εμμονικά το θεματολόγιό του στα αρχαία και στα νεότερα μνημεία του λόγου και επέστρεφε τακτικά στις ίδιες αυτές πηγές, σφυγμομετρώντας τις πρόδηλες ή αδιόρατες αλλαγές. Συντόνιζε διαρκώς τον εμπράγματο και αισθητηριακό χαρακτήρα της δημοτικής με το αφαιρετικό, εννοιολογικό, στοχαστικό ήθος της φιλόλογης ματιάς τείνοντας σε μια καθαρτική ευφορία ανάγνωσης/γραφής. Πέραν της κειμενοφιλίας του, αγαπούσε με πάθος το θέατρο και τον κινηματογράφο, τις ατέρμονες συζητήσεις για βιβλία, παραστάσεις, ταινίες που τον ερέθιζαν, τον ενθουσίαζαν ή τον αποκαρδίωναν, γυρεύοντας την πλήρη, αιτιολογημένη επιχειρηματολογία για τον έπαινο ή τον ψόγο του. Τρυφερός, πίσω από μιαν αγκαθωτή προφάνεια, (αυτο)σαρκαστικός, ειρωνικός, φιλέορτος και εξωστρεφής, αλλά και μονήρης, ασκητικός, σημάδεψε όσους τον γνώρισαν και άφησε ένα ισχυρό στίγμα στον καιρό και στον τόπο του.
Για όλα τούτα και πολλά άλλα που θα εκλογικευτούν και θα καταμετρηθούν προσεχώς, από πιο ακριβοδίκαιους ίσως παρατηρητές, έμοιαζε αμήχανη και ορφανεμένη η ομήγυρη, παρά τον καταιγισμό των χειροκροτημάτων εκείνο το μεσημέρι του καυτού Ιουλίου στο Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας – «πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια»…
* Δ. Ν. Μαρωνίτης, Επί του περιεχομένου, Άγρα, 2016, σ. 9. Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του με 24 μικρές παραγράφους που παραπέμπουν σε 24 παρομοιώσεις της ομηρικής Οδύσσειας· είχαν παλαιότερα εκδοθεί ως επίμετρο βιβλιοφιλικού τόμου από τις εκδόσεις Διάττων (2003).
[1] Βλ. συνέντευξή του στη Μαρία Στασινοπούλου, Διαβάζω, 130 (6/11/1985) και Λίζυ Τσιριμώκου, «Παράθυρα στον μέσα χώρο», Εσωτερική ταχύτητα, Άγρα, 2000: «Μέσα από αυτή την αίσθηση στέρησης, από την οποία δεν έχω απαλλαγεί ώς τώρα, θα πρέπει κανείς να αναγνωρίσει και αυτό που μοιάζει στο ύφος μου με μπαρόκ. Προς εξήγηση θα έλεγα ότι δεν πρόκειται για μπαρόκ άνεσης (διότι υπάρχει και μπαρόκ άνεσης), είναι –επιμένω– μπαρόκ στέρησης, και πρέπει στο σημείο αυτό να μη χρειάζονται πολλές εξηγήσεις».
[2] Επέτειος. Κρίσεις και σχόλια για το έργο του Δ. Ν. Μαρωνίτη (επιμ. Νάσος Βαγενάς), Μικρή Άρκτος, 2010.
Το ποιητικό, αλλά και το σύνολο έργο του Νίκου Φωκά (1927-2021), το διακρίνει μια ήρεμη δύναμη. Ποίηση στοχαστική, απαιτητική, δοκιμιακός λόγος ευκρινής κι επιχειρηματολογημένος – η κραυγαλέα έκφραση και το υπερτονισμένο συναίσθημα, οι ατμοί του θυμικού, δεν έχουν θέση εδώ. Για «συγκινησιακά λιτοδίαιτη ποιητική» κάνει λόγο η κριτική. Το δοκίμιο της Λίζυς Τσιριμώκου από το αφιέρωμα του τχ. 158 στον Νίκο Φωκά.
Μισέλ Φάις, Αμήν. Προσευχές στο Κενό. Διηγήματα, Πατάκη, Aθήνα 2024, 168 σελ.
Το ότι ο Φάις γυροφέρνει σε όλα του σχεδόν τα γραπτά την έννοια του θανάτου είναι κοινός τόπος για τον προσεκτικό αναγνώστη του. Ο θάνατος κυκλώνει κι εδώ, στο σημερινό βιβλίο του, τους 87 μικρούς ή μεγαλύτερους αφηγηματικούς σπασμούς που συναπαρτίζουν αυτή τη λιτανεία, μια μονότονη ακολουθία ιστοριών με στερεότυπη έναρξη (Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου) και ομοιόμορφη αυλαία (Αμήν). Αυτό το τελικό είθε, μακάρι, γένοιτο –όπως μπορεί κανείς να μεταφράσει το ικετευτικό εβραϊκό αμέν– σφαλίζει μονότροπα και υπνωτιστικά την καθεμία μυθοπλαστική προσευχή που έπεται μιας προηγούμενης και δίνει τη θέση της σε μια επόμενη, σκηνοθετώντας μια ατελεύτητη σκυταλοδρομία. Τόσο η αρχή λοιπόν όσο και το τέλος σε τούτο το ξεκούκισμα των αφηγηματικών ψηφίδων λειτουργεί κατευναστικά, επιχειρεί να παραλάβει πατερναλιστικά τον αναγνώστη από το χέρι και να τον οδηγήσει με ασφάλεια στο μονοπάτι μιας μηχανικής συνήθειας, μιας καθημερινής προσευχής.
Αν σήμερα ζούσε η ποιήτρια, καθηγήτρια φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αλλά και υπεύθυνη για τις σελίδες βιβλίου του περιοδικού Αντί, Άντεια Φραντζή, θα έμπαινε στα 80. Πέθανε στις 31 Μαΐου 2024. Αλλά οι φίλοι και οι συνάδελφοί της δεν την ξεχνούν ποτέ. Εις μνήμην της, αναδημοσιεύουμε το κείμενο αποχαιρετισμού στην Άντεια της Λίζυς Τσιριμώκου, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 154 του Βοοks' Journal (τχ. Ιουνίου 2024).
Άντεια Φραντζή, Το έσω χάραγμα 1975-2015, Sestina, Αθήνα 2021, 272 σελ.
Η Άντεια Φραντζή είναι ο ήρωας του ποιητικού της έργου. Δεν εννοώ με αυτό ότι η ποίησή της είναι ευθέως αυτοβιογραφική· δεν ανεκδοτολογεί στιγμιότυπα του βίου, αλλά στηριζόμενη σε μύχιες, αυθεντικές εμπειρίες δημιουργεί και εκθέτει τον μύθο της βιογραφίας της. Στο κέντρο του σύμπαντός της ενοικεί ένα ποιητικό πρόσωπο, ένα αφηγηματικό εγώ που επαναλαμβάνει άοκνα από ποίημα σε ποίημα: «αυτή είμαι, δείτε με, σας μιλώ».
Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Το αμφίσημο γέλιο στη συλλογή Ο μπιντές και άλλες ιστορίες του Μάριου Χάκκα. Μελαγχολία και ανατροπή, Άγρα, Αθήνα 2023, 224 σελ.
Το βιβλίο του Μιχάλη Χρυσανθόπουλου για τον Μάριο Χάκκα, και ιδίως για το μεσαίο βιβλίο του, τη συλλογή Ο μπιντές και άλλες ιστορίες, πριν απ’ όλα είναι μια γενναία εκκαθαριστική επιχείρηση, που αφαιρεί όσες προσχώσεις και φερτά υλικά θόλωναν τη γραφή ενός ιδιαίτερου συγγραφέα o οποίος κινήθηκε στον χώρο της Αριστεράς ως αντιδογματικός, με γραφή που αναδείκνυε την υπαρξιακή αυθεντικότητά του. [TBJ]
Χάρης Βλαβιανός, Πλατωνικοί διάλογοι ή γιατί στο σπήλαιο κάνουν όλοι πάρτι, Πατάκη, Αθήνα 2022, 235 σελ.
Ο Χάρης Βλαβιανός επιδεικνύει τη σατιρική, σαρκαστική και, ευρύτερα, φιλοπαίγμονα, χιουμοριστική φλέβα του.
Σαρλ Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού. Παρισινοί πίνακες. Τα απαγορευμένα ποιήματα, μετάφραση από τα γαλλικά - σχόλια - επίμετρο: Ερρίκος Σοφράς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, 183 σελ.
Τα άνθη του κακού είναι μια ποιητική ισορροπία τρόμου, θα έλεγες, ανάμεσα στο γκρέμισμα και το στήσιμο. Μία και μοναδική ποιητική συλλογή, ποιητική βολίδα που άλλαξε δυναμικά το λογοτεχνικό τοπίο, ποντίζοντάς το στη νεωτερική τοξικότητα κι ευαισθησία. Κι ο Ερρίκος Σοφράς, που καταπιάνεται εκ νέου με αυτή την ποίηση, υπογραμμίζει για άλλη μια φορά την εγρήγορη κριτική του συνείδηση και τη σταθερή γλωσσική του ευαισθησία.
Στο άκουσμα του θανάτου του, σημείωνα μουδιασμένη (εφ. Τα Νέα, 13 Ιουλίου 2016) ότι «δυσκολεύομαι να χρησιμοποιήσω χρόνο παρατατικό για κάποιον που ήταν η προσωποποίηση της δράσης και της μαχητικότητας». Το πράγμα δεν έχει αλλάξει, βέβαια, καμιά εικοσαριά μέρες αργότερα. Ο Μαρωνίτης «θα μας λείπει εξακολουθητικά» για πολλούς λόγους, που πολλοί (φίλοι εγκάρδιοι, αλλά και άσπονδοι, μαθητές, συνάδελφοι και συνοδοιπόροι) κατέγραψαν και σχολίασαν, ο καθένας με τον ιδιοσυγκρασιακό του τρόπο.
W.H. Auden, Πένθιμο μπλουζ, μετάφραση από τα αγγλικά: Ερρίκος Σοφράς, Κίχλη, Αθήνα 2015, 72 σελ.
Η μεταφραστική περιπέτεια του Ερρίκου Σοφρά στη χώρα του Ώντεν είναι υποδειγματική. Η δεξιότητά του συμβάλλει ώστε να λιγοστέψει το πηχτό, «ψηλαφητό σκοτάδι» που περιβάλλει ακόμη στη χώρα μας έναν από τους μείζονες ποιητές του 20ού αιώνα.