Σύνδεση συνδρομητών

Παρεμβάσεις

Ο Κ. Π. Καβάφης από τον Αλέκο Παπαδάτο (εξώφυλλο στο τχ. 4 του Books’ Journal, Φεβρουάριος 2011). Δεν έχει γραφτεί βιογραφία από έλληνα συγγραφέα για τον πιο δημοφιλή παγκοσμίως έλληνα ποιητή. Ως εκ τούτου, υπάρχει χώρος στην εκδοτική αγορά για μεταφράσεις σχετικών εγχειρημάτων. Πιο πρόσφατη είναι η βιογραφία του ποιητή από τους Γκρέγκορι Τζουσντάνις και Πίτερ Τζέφρις, ένα κατατοπιστικό έργο που με βάση τις πρώτες ενδείξεις είναι και εμπορικά επιτυχημένο (ανατυπώθηκε μέσα σε δύο μήνες). Η προηγούμενη βιογραφία για τον Καβάφη, του Ρόμπερτ Λίντελ, είχε έρθει πάλι από το εξωτερικό.   Αλέκος Παπαδάτος / The Books’ Journal

Βιογραφία είναι η γραφή της ζωής ενός ανθρώπου που θεωρείται σημαντικός για πολλούς άλλους ανθρώπους: είναι η καταγραφή και η περιγραφή των παραγόντων που ο βιογράφος έκρινε πως συνέβαλαν στην προσωπικότητα του βιογραφούμενου, παράλληλα με τον παραμερισμό των παραγόντων που κρίθηκαν λιγότερο σημαντικοί.

 

Μια βιογραφία εστιάζει στην οικογενειακή καταγωγή (με ό,τι αυτή ενέχει σε έμφυτα και επίκτητα χαρακτηριστικά), στις εξωοικογενειακές σχέσεις (φιλικές, ερωτικές, συζυγικές, επαγγελματικές), στο ευρύτερο περιβάλλον της ανατροφής, της ενηλικίωσης και της μεταγενέστερης ζωής έως τον θάνατο (εκπαίδευση, κοινωνία, ιστορική εποχή, ταξική θέση), και ασφαλώς στο έργο (καλλιτεχνικό, επιστημονικό, πολιτικό κ.λπ.), αφού χάρη σε αυτό η βιογραφία έχει καταρχήν νόημα και αξία. Ο βιογράφος οφείλει, κατέχοντας τα απαιτούμενα προσόντα (αφηγηματική δεινότητα, κριτική ικανότητα, πνευματική εντιμότητα, ψυχολογική εμβρίθεια, ιστορική εποπτεία, ερευνητικό πάθος, ισχυρή μνήμη, γεωγραφική ευχέρεια), να μελετήσει οτιδήποτε σχετικό καταφέρει σαν άλλος ντετέκτιβ να εντοπίσει: δημοσιευμένα κείμενα και ιδιωτικά χειρόγραφα του βιογραφούμενου προσώπου (ιδίως τα ημερολόγια και οι επιστολές είναι η χαρά του βιογράφου), μαρτυρίες τρίτων, ιστορικές και κοινωνικές μελέτες, χώρες και χώρους όπου έζησε, προσωπικές εμπειρίες (εάν τυχόν γνωρίζονταν), ζωγραφικό, φωτογραφικό ή βιντεοσκοπημένο υλικό κ.ά. Προτού φτάσω στο κατεξοχήν θέμα μου –μια επιλογή από τις βιογραφίες για μεγάλους λογοτέχνες τις οποίες διαθέτουμε (και δεν διαθέτουμε) στη γλώσσα μας, συν μερικές προτάσεις για μετάφραση–, ας κάνω μια σύντομη αναδρομή σε αυτό το ξεχωριστό γραμματειακό είδος.            

Βιογραφίες άρχισαν να γράφονται ήδη από τα αρχαία χρόνια, όχι πάντως με τη σύγχρονη έννοια του όρου:[1] τα έπη και η Βίβλος βιογραφούν μεν πρόσωπα, ωστόσο τα περισσότερα είναι μυθικά (θεότητες, ήρωες, προφήτες κ.ά.), που χάνονται στα βάθη των λαϊκών αφηγήσεων. Ακόμα κι αν κάποια κείμενα, λόγου χάριν του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, ασχολούνται με πρόσωπα υπαρκτά, όπως ο Σωκράτης, προσφέρουν πληροφορίες συναρπαστικές μεν, αλλά αναξιόπιστες, σε σημαντικό βαθμό μυθοπλαστικές. Ιστορικοί της ρωμαϊκής εποχής, όπως ο Πλούταρχος, ο Τάκιτος και ο Σουητώνιος, ήταν οι πρώτοι που άρχισαν να καταγράφουν τη ζωή και τα επιτεύγματα επιφανών προσώπων της εποχής τους και περασμένων εποχών, από τη μία με έμφαση στο να είναι ιστορικά, όχι μυθικά ή θρυλικά, από την άλλη με τη διάκριση της βιογραφίας από την Ιστορία. Κι εδώ, πάντως, τόσο η έλλειψη αξιόπιστων στοιχείων όσο και η προκατειλημμένη άποψη του εκάστοτε ιστορικού (άκρως θετική, οπότε έχουμε εξιδανίκευση, ή άκρως αρνητική, οπότε έχουμε λασπολογία) οδήγησαν σε έργα πολύτιμα μεν, ακόμα και για τη λογοτεχνία (π.χ. ο Σαίξπηρ βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση των Βίων Παράλληλων του Πλουτάρχου για ορισμένα θεατρικά του), αλλά όχι ιδιαιτέρως έγκυρα. Τον Μεσαίωνα, με την υπερίσχυση του χριστιανισμού, επικράτησαν η αγιολογία και η μαρτυρολογία (βιογράφηση αγίων και μαρτύρων), που όμως για ευνόητους λόγους συνιστούσαν μάλλον εξιδανικευμένα πορτρέτα παρά νηφάλιες αποτιμήσεις, την δε Ιστορία την έγραφαν οι χρονικογράφοι. Πρέπει να έρθουμε στην Αναγέννηση, στους Νέους Χρόνους και στον Διαφωτισμό για να δούμε τους συγγραφείς, με την ανάδειξη του ουμανιστικού, κοσμικού και επιστημονικού πνεύματος, να αρχίζουν να αποτυπώνουν με καλύτερα θεωρητικά εργαλεία τη ζωή και το έργο των προσώπων με τα οποία ασχολούνταν. Όσο πλησιάζουμε στη σύγχρονη εποχή, τόσο πιο πλήρεις και εύστοχες βιογραφίες γράφονται, λογοτεχνικές (που με ενδιαφέρουν εδώ) και όχι μόνο, αφού τα προσωπικά και ιστορικά τεκμήρια είναι περισσότερα και εγκυρότερα, η επιστημοσύνη του βιογράφου μεγαλύτερη, τα ποικίλα ευρήματα επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται ευκολότερα κ.λπ.    

Για τους αρχαίους συγγραφείς, επομένως, λίγα πράγματα μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα, αφενός γιατί τα απαραίτητα στοιχεία είναι ανύπαρκτα ή συχνά αναξιόπιστα (δεν γνωρίζουμε τίποτα προσωπικό για τον Όμηρο, ούτε, εάν όντως υπήρχε, ποια τμήματα των επών έγραψε), αφετέρου γιατί το μεγαλύτερο τμήμα του έργου τους έχει χαθεί οριστικά (διαθέτουμε μόλις το 9% του έργου των τριών μεγάλων τραγικών και μόλις το 1% της συνολικής αρχαίας γραμματείας). Έτσι, όσο γοητευτικός κι αν είναι Ο βίος του Ευριπίδη της Μαρί Ντελκούρ, δεν γίνεται παρά να βασίζεται σε υποθετικά σενάρια και αμφίβολα δεδομένα, εξού και οι σύγχρονες βιογραφίες των αρχαίων συγγραφέων επικεντρώνονται στη μελέτη του σωζόμενου έργου τους, ενώ τα βιογραφικά στοιχεία συγκροτούν ένα μικρό και λίαν επιφυλακτικό μέρος.         

 

 

Οι θεμελιωτές

Ως προς τη νεότερη δυτική λογοτεχνία, τα βιογραφικά δεδομένα είναι περισσότερα και εγκυρότερα, αλλά σε καμία περίπτωση ιδανικά. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Μπαχτίν (Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του), οι θεμελιωτές της είναι ο Δάντης, ο Βοκάκιος, ο Ραμπελαί, ο Θερβάντες και ο Σαίξπηρ – όλοι οι υπόλοιποι παίζουν ως αναπληρωματικοί αυτής της βασικής πεντάδας. Ο Δάντης έγραψε στα ιταλικά –και όχι στα λατινικά, ως είθιστο– το σημαντικότερο μεσαιωνικό ποίημα και έγινε, μία ολόκληρη χιλιετία μετά τον Λουκιανό, ο επόμενος λογοτεχνικός γίγας της Δύσης· ο Βοκάκιος, που επίσης έγραψε στα ιταλικά (με τη ριζοσπαστική αυτή επιλογή οι δύο Ιταλοί ώθησαν τους μεταγενέστερους Ευρωπαίους στη λογοτεχνική χρήση της εκάστοτε εθνικής γλώσσας), «εφηύρε» το διήγημα· ο Ραμπελαί θεμελίωσε το νεωτερικό μυθιστόρημα και ο Θερβάντες το αποκορύφωσε· ο Σαίξπηρ είναι ο κορυφαίος λογοτέχνης μετά τους αρχαίους.

Ως προς το θέμα μας: διαθέτουμε τη συγκινητική βιογραφία που έγραψε για τον Δάντη ο ίδιος ο Βοκάκιος (Η ζωή του Δάντη είναι η πρώτη λογοτεχνική βιογραφία μετά την αρχαιότητα και μια καλή απόδειξη ότι μια βιογραφία αποκαλύπτει όχι μόνο τον βιογραφούμενο αλλά και τον βιογράφο), καθώς και το εμπεριστατωμένο Δάντης: μια βιογραφία της Ζακλίν Ρισέ. Κι ενώ η Θεία Κωμωδία εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλες μεταφραστικές δόξες στη γλώσσα μας (παρεμπιπτόντως, το επίθετο Θεία το προσέθεσε ο Βοκάκιος, αφού ο Δάντης τιτλοφόρησε το έργο του απλώς Η κωμωδία), δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για το μεταφρασμένο έργο του Βοκάκιου και του Ραμπελαί: για την πλήρη έκδοση του Δεκαήμερου του Βοκάκιου πρέπει να καταφύγουμε στην παλιά, γλαφυρή μετάφραση του Κοσμά Πολίτη και να κάνουμε υπομονή μέχρι τη νέα μετάφραση των εκατό ιστοριών του. Όσο για το Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ του Ραμπελαί, είναι μεταφρασμένο από τον Φίλιππο Δρακονταειδή θαυμάσια μεν, αλλά μερικώς: διαθέτουμε τα πρώτα δύο από τα πέντε βιβλία – τα τρία τελευταία, σχεδόν μισή χιλιετία μετά τη συγγραφή τους, δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ. Με δεδομένα την ελλιπή μετάφραση του Βοκάκιου και του Ραμπελαί και το χαμηλότατο ενδιαφέρον για τη ρηξικέλευθη πεζογραφία τους είναι αναμενόμενο να μη διαθέτουμε βιογραφίες τους στα ελληνικά. Η κατάσταση παρουσιάζεται βελτιωμένη όσον αφορά τον Θερβάντες, για τον οποίο έχουμε δύο σημαντικές βιογραφίες (Ο συγγραφέας πίσω από τον ήρωα του Αντρές Τραπιέγιο και Ο πρώτος συγγραφέας του σύγχρονου κόσμου του Γουίλιαμ Έγκιντον) και φυσικά την καταπληκτική μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου στον Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, καθώς και τον Σαίξπηρ, για τον οποίο κυκλοφορεί το πολύτιμο Σαίξπηρ: η βιογραφία του έγκριτου βιογράφου Πίτερ Ακρόιντ, όπως και μια καλή, μικρότερη βιογραφία από τον Μπιλ Μπράισον. Θρυλική θεωρείται η βιογραφία του Βάρδου από τον Στίβεν Γκρίνμπλατ, Will in the World, που δυστυχώς παραμένει αμετάφραστη. 

Παρά ταύτα, τα βιογραφικά στοιχεία για τους πέντε αυτούς θεμελιωτές παραμένουν μυστηριωδώς ισχνά: αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το όνομα του Φλωρεντινού Δάντη εμφανίζεται μόνο μία φορά στα αρχεία της Φλωρεντίας και ότι δεν διαθέτουμε ούτε ένα χειρόγραφό του, ότι οι μελετητές του Ραμπελαί ερίζουν μέχρι σήμερα για το αν το πέμπτο βιβλίο τού Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ είναι αυθεντικό, ή ότι από το χέρι του Σαίξπηρ (το συνολικό έργο του οποίου πλησιάζει το ένα εκατομμύριο λέξεις) έχουν βρεθεί μόνο δεκατέσσερις λέξεις, από τις οποίες οι δώδεκα είναι οι έξι υπογραφές με το ονοματεπώνυμό του, όλες γραμμένες με διαφορετικό τρόπο… Δεν είναι να απορεί κανείς ότι έχει συχνά αμφισβητηθεί η συγγραφική δραστηριότητα, ενίοτε ακόμα και η ύπαρξη, κάποιων προσώπων: ο πρωτοπόρος άγγλος πεζογράφος και μεταφραστής των ομηρικών επών Σάμιουελ Μπάτλερ υποστήριξε ότι την Οδύσσεια την έγραψε γυναίκα, ενώ ο Zίγκμουντ Φρόυντ επανέλαβε την παλαιά θεωρία ότι τα έργα του Σαίξπηρ γράφτηκαν από άλλον άνδρα (ή από γυναίκα, όπως λένε κάποιες σύγχρονες θεωρίες). Μένοντας για λίγο ακόμα στον 17ο αιώνα: θα θέλαμε να είχαμε βιογραφίες των τριών ιερών τεράτων του γαλλικού θεάτρου (Μολιέρος, Ρακίνας, Κορνέιγ – ευτυχώς υπάρχει η υπέροχη Μυθιστορία του κυρίου Μολιέρου του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ), κι επίσης να ξέραμε περισσότερα για τη ζωή του Τζον Μίλτον, η άλλοτε επιδραστική επική ποίηση του οποίου διαβάζεται πάντως ολοένα λιγότερο.

Σύμφωνα με τον Τζον Σάδερλαντ (Μικρή ιστορία της λογοτεχνίας), το πρώτο μυθιστόρημα με τη σύγχρονη σημασία του όρου δεν είναι ο Δον Κιχώτης, αλλά ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντάνιελ Ντεφόου: το επιχείρημα είναι πως ο Ροβινσώνας συμβολίζει τον αυτοδημιούργητο επιχειρηματία του αστικού καπιταλισμού με τον οποίο γεννιέται και ανδρώνεται το νεωτερικό μυθιστόρημα. Άλλοι πηγαίνουν σχεδόν μισό αιώνα πίσω, τοποθετώντας τον Τζον Μπάνιαν με το The Pilgrims Progress σε αυτή την προνομιακή θέση, την οποία πάντως διεκδικεί επάξια και η Μαντάμ ντε Λαφαγέτ με το αριστούργημα Η πριγκίπισσα ντε Κλεβ, που μάλιστα εκδόθηκε, γεγονός εντυπωσιακό, την ίδια χρονιά (1678). Εγώ θα πήγαινα πιο πίσω ακόμα κι από τον Δον Κιχώτη, στο Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, όμως εδώ δεν είναι ο χώρος για τη διερεύνηση αυτού του τόσο σύνθετου ζητήματος. Σημασία έχει πως στην καμπή από τον 17ο στον 18ο αιώνα γεννήθηκαν πέντε καινοτόμοι αγγλόφωνοι συγγραφείς που διεύρυναν και εμβάθυναν τα όρια της πεζογραφίας: Ντάνιελ Ντεφόου, Σάμιουελ Ρίτσαρντσον, Χένρι Φίλντινγκ, Τζόναθαν Σουίφτ και Λόρενς Στερν – Άγγλοι οι τρεις πρώτοι, Ιρλανδοί οι δύο τελευταίοι. Δυστυχώς, με εξαίρεση το κατατοπιστικό Τζόναθαν Σουίφτ: ο βίος και η πολιτεία του από τον Δημοσθένη Κορδοπάτη, δεν διαθέτουμε βιογραφίες τους, ενώ στην περίπτωση του Ρίτσαρντσον ούτε καν ένα έργο του. Παρομοίως, δεν διαθέτουμε κάποια μεγάλη βιογραφία ούτε για τρεις άλλες, ασύλληπτα επιδραστικές μορφές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και σκέψης του 18ου αιώνα (Βολταίρος, Ρουσσώ, Γκαίτε – είναι ωραίο που έχουν μεταφραστεί Τα τελευταία χρόνια του Βολταίρου του Ίαν Ντέιβιντσον, όχι όμως και η πλήρης βιογραφία του από τον ίδιο συγγραφέα). Ο Cuddon προσθέτει στα βιογραφικά έργα τις Συνομιλίες με τον Γκαίτε του Γιόχαν-Πέτερ Έκερμαν, ωστόσο, παρά τη μεγάλη αξία τους, δεν συνιστούν κανονική βιογραφία. Έχουμε πάντως τη βιογραφία, και μάλιστα σε πλούσια εικονογραφημένη έκδοση, από τον Ντόναλντ Τόμας για την πλέον αμφιλεγόμενη μορφή του Διαφωτισμού: Η ζωή του θεϊκού Μαρκήσιου Ντε Σαντ. Κι αν στη Γαλλία και στη Γερμανία το ρομαντικό πνεύμα πρωτοεμφανίστηκε με τον Ρουσσώ και τον Γκαίτε αντίστοιχα, στην Αγγλία αυτό συνέβη με τον Ουίλιαμ Μπλέικ, έναν καλλιτέχνη μοναδικό στο ότι κατόρθωσε να διαπρέψει σε δύο διαφορετικές τέχνες, την ποίηση και τη ζωγραφική – την ογκώδη βιογραφία του από τον Ακρόιντ είχα τη χαρά να μεταφράσω.       

 

Περιπέτειες παθιασμένων ανθρώπων

Την ίδια εποχή, ο κορυφαίος άγγλος κριτικός λογοτεχνίας Σάμιουελ «Δρ.» Τζόνσον εναντιώθηκε σε ό,τι ο ίδιος ονόμασε «honeysuckle lives» (αγιογραφίες, εξιδανικευμένες βιογραφίες), εφαρμόζοντας μια νηφάλια μέθοδο προσέγγισης στο Lives of the Poets, ενώ και ο ίδιος βιογραφήθηκε από το φίλο του, Τζέιμς Μπόσγουελ, σε ένα έργο (Life of Samuel Johnson) που, παρά την προσωπολατρία, έμεινε ιστορικό: όπως σημειώνει ο Cuddon, «οι Johnson και Boswell καθόρισαν την εξέλιξη της βιογραφίας στις αρχές του 19ου αιώνα» (ό.π., 96-7). Οι βιογραφίες άνθησαν τότε για έναν ακόμα λόγο: το ρομαντικό ιδεώδες ανατιμά, πέρα από το έργο, μια περιπετειώδη και αντισυμβατική ζωή γεμάτη πάθη και λάθη – και ποια λογοτεχνική προσωπικότητα θα μπορούσε να συγκεφαλαιώνει όλα αυτά τα γνωρίσματα καλύτερα από τον λόρδο Βύρωνα; Δεν είναι τυχαίο πως ο πιο ευπώλητος ποιητής της εποχής του, σε Ευρώπη και Αμερική, συγκέντρωσε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας τόσο στα μόλις 36 χρόνια που έζησε όσο και αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας. Έχουν γραφτεί πάμπολλες βιογραφίες του, κάποιες από τις οποίες έχουν μεταφραστεί, με πληρέστερη αυτή της Φιόνα ΜακΚάρθι (Βύρων: ο βίος και ο θρύλος), ωστόσο δεν διαθέτουμε την τρίτομη βιογραφία του Λέσλι Μάρτσαντ που, ως επιμελητής των Επιστολών και ημερολογίων του Μπάιρον σε 12 τόμους, είναι αυθεντία. Προηγείται, ασφαλώς, η μετάφραση της βυρωνικής ποίησης.       

Ο Μπάιρον συνδέθηκε φιλικά με έναν άλλο μεγάλο ρομαντικό ποιητή, τον Πέρσυ Σέλλεϋ, το έργο του οποίου, ωστόσο, παραγκωνίστηκε αναγνωστικά από το ανυπέρβλητο μυθιστόρημα της συζύγου του, Μαίρη Σέλλεϋ, Φρανκενστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας, το οποίο θεμελίωσε τη μοντέρνα επιστημονική φαντασία. Την ίδια εποχή διακρίθηκε μία ακόμα συγγραφέας, η Τζέιν Όστεν, που εν μέσω του ρομαντισμού κατόρθωσε να γράψει μυθιστορήματα «ρεαλιστικά», avant la lettre. Παρότι το έργο και των δύο πρωτοπόρων πεζογράφων δικαίως διαβάζεται φανατικά, δεν έχουμε μεταφρασμένες βιογραφίες τους (για τη Σέλλεϋ μια πολυσυζητημένη βιογραφία έγραψε η Μιράντα Σέιμουρ, για την Όστεν η Κλερ Τόμαλιν). Μια γενιά μετά, τρεις αδελφές έμειναν στην ιστορία με τα μυθοπλαστικά τους επιτεύγματα: η Σάρλοτ, η Έμιλι και η Ανν Μπροντέ, προτού φύγουν από τη ζωή σε νεαρή ηλικία, άφησαν παρακαταθήκη σπουδαία μυθιστορήματα – με την πρόσφατη μετάφραση της Ανν διαθέτουμε επιτέλους όλο το έργο τους. Ωστόσο, η μόνη σχετική βιογραφία που κυκλοφορεί στα ελληνικά αφορά τη Σάρλοτ και την έγραψε η φίλη της, και σημαντική πεζογράφος, Ελίζαμπεθ Γκάσκελ: Η ζωή της Σάρλοτ Μπροντέ θεωρείται η πρώτη πλήρης βιογραφία μιας συγγραφέως για μιαν άλλη. Για την ίσως κορυφαία συγγραφέα εκείνης της περιόδου, την Τζορτζ Έλιοτ, επίσης δεν έχουμε κάτι πλήρες.        

Όσο επιδραστικό κι αν ήταν το κίνημα του ρομαντισμού, ένα άλλο αισθητικό ρεύμα αποδείχτηκε πιο καταλυτικό: ήταν ο ρεαλισμός, με πρωτεργάτες τον Τσαρλς Ντίκενς στην Αγγλία και τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ στη Γαλλία. Το τεράστιο σε μέγεθος και αξία έργο τους δεν έχει μεταφραστεί πλήρως, ωστόσο τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε με χαρά ότι, ιδίως του Ντίκενς, μεταφράζεται συστηματικά. Και ενώ για τον Μπαλζάκ διαθέτουμε μια μεγάλη βιογραφία (Μπαλζάκ ή η μανία της γραφής της Ναντίν Σατιά), για τον «αμίμητο» Ντίκενς κάτι αντίστοιχο λάμπει διά της απουσίας του – οι εξαιρετικές βιογραφίες από τον Ακρόυντ (Dickens) και την Τόμαλιν (Charles Dickens: A Life), αν και διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, αξίζει να μεταφραστούν. Σημειωτέον ότι τις πρώτες βιογραφίες συχνά έγραφαν (και γράφουν) άνθρωποι που σχετίζονταν στενά με το βιογραφούμενο πρόσωπο, όπως φίλοι με μικρότερη ή μεγαλύτερη συγγραφική ικανότητα. Στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις (Τζόνσον-Μπόσγουελ, Μπροντέ-Γκάσκελ) μπορούν να προστεθούν δύο ακόμα από τον αγγλικό 19ο αιώνα: την πρώτη βιογραφία του Ντίκενς έγραψε ο φίλος του, Τζον Φόρστερ, και την πρώτη βιογραφία του Μπάτλερ ο φίλος του, Χένρι Φέστινγκ Τζόουνς.   

 

Βιογραφίες για όλους

Πολλοί συγγραφείς του 19ου αιώνα είναι επαρκώς μεταφρασμένοι, όμως για τους περισσότερους λείπουν βιογραφίες στα ελληνικά. Δυστυχώς δεν διαθέτουμε κάτι μεγάλο για τους τρεις πιο ευπώλητους γάλλους συγγραφείς του αιώνα τους (Ιούλιος Βερν, Βίκτωρ Ουγκώ, Αλέξανδρος Δουμάς), αν και για τον Βερν έχει μεταφραστεί το ενδιαφέρον έργο του Λισιάν Μποϊά Τα παράδοξα ενός μύθου­ (παλιά είχε μεταφραστεί η βιογραφία του πολυγραφότατου Αντρέ Μωρουά για τον Ουγκώ, αλλά χρειαζόμαστε κάτι πιο σύγχρονο). Για τον αγαπημένο μου γάλλο πεζογράφο του 19ου αιώνα, τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ευτυχώς υπάρχει η θαυμάσια βιογραφία του Φρέντερικ Μπράουν (Ένα πνεύμα αντιλογίας), και για τη Γεωργία Σάνδη η βιογραφία της Υγκέτ Μπουσαρντώ, μα για τρεις άλλους μεγάλους γάλλους πεζογράφους, τον Σταντάλ, τον Εμίλ Ζολά και τον Γκυ ντε Μωπασσάν, δυστυχώς, δεν έχουμε κάτι στα ελληνικά (ο Μπράουν έχει γράψει και μια βιογραφία εννιακοσίων σελίδων για τον Ζολά). Όσο για τη γαλλική ποίηση, διαθέτουμε μια χορταστική βιογραφία για τον Ρεμπώ από τον Γκράχαμ Ρομπ (που έχει γράψει και μια βιογραφία επτακοσίων σελίδων για τον Ουγκώ), αλλά καμία για τον Μπωντλαίρ, τον Βερλαίν και τον Μαλλαρμέ.     

Για τους ρώσους συγγραφείς του 19ου αιώνα, που αν κρίνουμε από την πληθώρα των μεταφράσεων είναι μάλλον οι αγαπημένοι ξένοι των Ελλήνων, υπάρχουν αρκετές βιογραφίες: μία για τον Αλέξανδρο Πούσκιν από την Έλεν Ίσερλις, δύο για τον Λέοντα Τολστόι από τον Βίκτορ Σκλόφσκι και τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο (που έχει γράψει μικρότερα βιογραφικά έργα για τους Ντοστογέφσκι, Τσέχοφ, Γκόρκι, Μαγιακόβσκι, Μαντελστάμ), μία για τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι από τον Λεονίντ Γκρόσμαν (η θρυλική πεντάτομη βιογραφία του Τζόζεφ Φρανκ για τον Ντοστογιέφσκι παραμένει αμετάφραστη, ωστόσο θα μπορούσε να μεταφραστεί η συντομευμένη εκδοχή της· υπό έκδοση, σε μετάφρασή μου, είναι μια βιογραφία για τον Ντοστογιέφσκι από τον Άλεξ Χριστοφή, με επίκεντρο τους έρωτές του), καθώς και δύο για τον Άντον Τσέχοφ (από τον πολυμεταφρασμένο βιογράφο Ανρύ Τρουαγιά και από τη σημαντική πεζογράφο του Μεσοπολέμου Ιρέν Νεμιρόβσκι). Ωστόσο, δεν έχει μεταφραστεί καμία ούτε για τον πρωτεργάτη της ρωσικής πεζογραφίας, Νικολάι Γκόγκολ, ούτε για τον Ιβάν Τουργκένιεφ.  

Για τους αμερικανούς συγγραφείς του 19ου αιώνα τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά: έχουμε μεν δύο βιογραφίες για τον Ε. Α. Πόε (του Ακρόιντ και του Κέβιν Χέις), αλλά σχετικά μικρές για τη συνολική αξία και την επίδρασή του, ενώ λείπουν μεταφρασμένες βιογραφίες για τους άλλους ογκόλιθους της αμερικανικής λογοτεχνίας (Μέλβιλ, Χόθορν, Ντίκινσον, Γουίτμαν, Θορό, Τουέιν). Παραδόξως, διαθέτουμε την ογκώδη βιογραφία ενός ήσσονος αμερικανού συγγραφέα του 19ου αιώνα, του Στίβεν Κρέιν (Φλεγόμενο αγόρι), αν και η παραδοξότητα μετριάζεται από το γεγονός ότι την έγραψε ο πολυδιαβασμένος Πολ Όστερ. Για τον Χένρι Τζέιμς, Αμερικανό που πολιτογραφήθηκε Άγγλος μόλις ένα χρόνο πριν πεθάνει, δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε τη μετάφραση της πεντάτομης βιογραφίας από τον Λίον Έντελ, όμως θα θέλαμε να γνωρίζαμε περισσότερα για τη ζωή του. Μια εικόνα προσφέρει η μυθιστορηματική βιογραφία Ο δάσκαλος του πεζογράφου Κολμ Τόιμπιν, που μας έδωσε μία ακόμα μυθιστορηματική βιογραφία, Ο μάγος, για τον Τόμας Μαν, για τον οποίο θα θέλαμε πάντως κάτι πιο κλασικό, ανάλογο του μεγέθους του. Έχοντας επιστρέψει στην Ευρώπη, ας υπογραμμίσω τη μετάφραση μιας θαυμάσιας βιογραφίας, από τον Ρίτσαρντ Έλμαν, για μια ξεχωριστή λογοτεχνική, και όχι μόνο, προσωπικότητα, τον Όσκαρ Γουάιλντ. Ωστόσο, για άλλους σπουδαίους ευρωπαίους λογοτέχνες του 19ου αιώνα (Λεοπάρντι, Μπίχνερ, Χάινε, Χάρντι, Στίβενσον, Κάρολ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ κ.ά.), ούτε λόγος. Εδώ, εάν θέλουμε (και ναι, θέλουμε) να κάνουμε μια εξαίρεση για τον Φρίντριχ Νίτσε θεωρώντας τον και λογοτέχνη, εκτός από φιλόσοφο, τότε για την εξέχουσα περίπτωσή του έχουν μεταφραστεί δύο μεγάλες βιογραφίες, του Ρόναλντ Χέιμαν και της Σου Πριντό (που έχει γράψει και μια βιογραφία για τον Στρίντμπεργκ).   

Ο 20ός αιώνας είναι ο πιο κοντινός μας, επομένως από την πλευρά της μετάφρασης λογοτεχνικών έργων και βιογραφιών υπάρχει μεγαλύτερος πλούτος· συνάμα, είναι η εποχή όπου ολοένα περισσότεροι «άρχισαν να μιλούν για τη βιογραφία σαν τέχνη με δική της παράδοση και δικές της απαιτήσεις» (Shelston, ό.π., σ. 99). Ο νέος βιογράφος, σύμφωνα με τη Βιρτζίνια Γουλφ την οποία παραθέτει εδώ ο Shelston (ό.π., σ. 104), «επιλέγει· εκτελεί μια σύνθεση· κοντολογίς, παύει να είναι χρονικογράφος – έγινε πια καλλιτέχνης». Οι δύο αγαπημένοι μου συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο Τζέιμς Τζόις και ο Σάμιουελ Μπέκετ, είχαν την τύχη να βιογραφηθούν από τους δύο σημαντικότερους μελετητές τους σε δύο έργα-πρότυπα, τα οποία μεταφράστηκαν (Τζέημς Τζόυς του Έλμαν και Η κατάρα της δόξας του Τζέιμς Νόουλσον). Τα Άπαντα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ είναι μεταφρασμένα, ωστόσο δεν υπάρχει μια βιογραφία αντίστοιχη της τεράστιας, από κάθε άποψη, προσωπικότητάς του: το βιογραφικό έργο του γνωστού συγγραφέα Άντονι Μπέρτζες (Μια ζωή σαν μυθοπλασία) είναι καλογραμμένο και πλούσιο σε εικόνες αλλά σύντομο, ενώ και η βιογραφία του Τέρι Μορτ που έχω μεταφράσει (Ο πόλεμος του Έρνεστ Χέμινγουεϋ) είναι εξαιρετική, αλλά περιλαμβάνει μόνο τα χρόνια του Β′ Παγκόσμιου Πολέμου – για τον Χέμινγουεϊ το απόλυτο έργο είναι η πεντάτομη βιογραφία του από τον Μάικλ Ρέινολντς. Μένοντας στην πεζογραφία, ευτυχώς διαθέτουμε βιογραφίες για τον Μαρσέλ Προυστ (του Τζορτζ Πέιντερ, που όμως μπορεί να μην έχει μεταφραστεί πλήρως, καθώς η πρωτότυπη έκδοση έχει διπλάσιες σελίδες, του Ρότζερ Σάτακ, του Γουίλιαμ Κάρτερ κ.ά.), καμιά τους όμως δεν είναι αυτό που αποκαλείται «οριστική», όπως η καταπληκτική χιλιοσέλιδη βιογραφία από μια αυθεντία στον Προυστ, τον Ζαν-Υβ Ταντιέ (την έχω διαβάσει στην αγγλική της μετάφραση). Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονιστεί πως, ενώ υπάρχουν καλύτερες και χειρότερες βιογραφίες, δεν γίνεται να υπάρχει «οριστική» βιογραφία, όπως δεν γίνεται να υπάρχει, όπως ενίοτε αναγράφεται, «η» βιογραφία.

Για αρκετούς άλλους πεζογράφους του 20ού αιώνα διαθέτουμε μεταφρασμένες βιογραφίες, μεγαλύτερες ή, συνήθως, μικρότερες: Βιρτζίνια Γουλφ (της Αλεξαντρά Λεμασόν και του Βέρνερ Βάλντμαν), Φραντς Κάφκα (του Νίκολας Μάρεϊ και του Ζεράρ-Ζορζ Λεμέρ), Έρμαν Έσε (του Αλόις Πρινς), Στέφαν Τσβάιχ (της Κατρίν Σοβά), Αλμπέρ Καμύ (του Ολιβιέ Τοντ), Τζακ Λόντον (του Ίρβινγκ Στόουν), Γκέρτρουντ Στάιν (της Τζάνετ Μάλκολμ, αλλά μόνο για τη σχέση της με την Άλις Τόκλας), Βασίλι Γκρόσμαν (των Άντονι Μπίβορ και Λούμπα Βινογκράντοβα, ένα σημαντικό έργο που όμως περιλαμβάνει μόνο τα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και είναι λογικό, αφού ο Μπίβορ είναι ο κορυφαίος στρατιωτικός ιστορικός του και όχι συγγραφέας λογοτεχνικών βιογραφιών), Χένρι Μίλερ (του Φ. Ζ. Ταμπλ), Τσαρλς Μπουκόβσκι (του Μπάρι Μάιλς· βλ. και τη βιογραφική μελέτη μου, Τσαρλς Μπουκόβσκι, ο κυνικός Κυνικός), Γουίλιαμ Μπάροουζ (επίσης του Μπάρι Μάιλς), Τζακ Κέρουακ (της Ανν Τσάρτερς), Χόρχε Λουίς Μπόρχες (του Τζέιμς Γούνταλ), Πατρίσια Χάισμιθ (του Άντριου Γουίλσον), Μαργκερίτ Ντυράς (της Λωρ Αντλέρ), Άιρις Μέρντοχ (του Πίτερ Κόνραντι), Μίλαν Κούντερα (της Φλοράνς Νουαβίλ), Αντρέ Μαλρώ (του Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ), Ζαν-Πωλ Σαρτρ (του Μπερνάρ-Ανρύ Λεβί), Ζαν Ζενέ (του Σαρτρ και του Ιβάν Ζαμπλονκά), Ρομάν Γκαρύ (της Ντομινίκ Μπονά), Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (του Τζέραλντ Μάρτιν και του Ντάσο Σαλντίβαρ), Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν (του Κόλιν Ντούριεζ), Ντόροθι Πάρκερ (της Ντομινίκ ντε Σαιντ-Περν – παράδοξο, βέβαια, να έχουμε μια βιογραφία της Πάρκερ χωρίς να είναι μεταφρασμένο το ευφυές έργο της), Τρούμαν Καπότε (του Τζέραλντ Κλαρκ), Ζοζέ Σαραμάγκου (των Αλεχάντρο Γκαρσία Σνέτσερ και Ρικάρντο Βιέλ), Χούλιο Κορτάσαρ (του Μάριο Γκολόμποφ).      

Ωστόσο, δεν διαθέτουμε μεταφρασμένες βιογραφίες για άλλους γίγαντες της πεζογραφίας του περασμένου αιώνα, κι ας μεταφράζονται συστηματικά τα έργα τους: Σελίν, Τζόζεφ Κόνραντ, Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, Ντ. Χ. Λόρενς, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Γουίλιαμ Φόκνερ, Σίνκλερ Λούις, Γιόζεφ Ροτ, Τζορτζ Όργουελ (τόσοι εκδότες έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την ελευθέρωση των δικαιωμάτων του, μα δυστυχώς κανείς δεν έκανε το βήμα για μια βιογραφία του – μια καλή αρχή είναι το έργο του Μπέρναρντ Κρικ), Τζον Στάινμπεκ, Ε. Μ. Φόρστερ, Άλντους Χάξλεϊ, Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Κάρσον ΜακΚάλερς, Πρίμο Λέβι, Βαρλάμ Σαλάμοβ, Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Χανς Φάλαντα, Ρόμπερτ Μούζιλ, Χέρμαν Μπροχ, Τόμας Μπέρνχαρντ, Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Μορίς Μπλανσό, Φίλιπ Ροθ, Σολ Μπέλοου, Τζον Απντάικ. Συνάμα, δεν διαθέτουμε καμία βιογραφία για τους μεγάλους της επιστημονικής φαντασίας: έχοντας υπόψιν την αυξανόμενη βαρύτητα της τεχνοεπιστήμης, θεωρώ πως θα άξιζε να γνωρίζαμε περισσότερα για τη ζωή και τις συνθήκες δημιουργίας του πρωτοπόρου έργου των Χ. Τζ. Γουέλς, Άρθουρ Κλαρκ, Ισαάκ Ασίμοφ, Ρέι Μπράντμπερι, Φίλιπ Ντικ, Τζέιμς Μπάλαρντ, Στάνισλαβ Λεμ, Άντζελα Κάρτερ, Φρανκ Χέρμπερτ, Ούρσουλα λε Γκεν, Κερτ Βόνεγκατ. Τέλος, είναι λογικό να μην έχουμε καμία βιογραφία για τους μεγάλους της αγγλόφωνης μεταμοντέρνας πεζογραφίας (Ο’Μπράιαν, Πίντσον, ΝτεΛίλο, Γκας, Μπάρτελμι, Μπαρθ, Γκάντις, Χοκς, Μπ. Σ. Τζόνσον, Γουάλας – για κάποιους, π.χ. τον Γκας, δεν υπάρχει ούτε στα αγγλικά), αφού, με εξαίρεση τούς (εν ζωή) Πίντσον και ΝτεΛίλο, οι υπόλοιποι έχουν μεταφραστεί μερικώς ή προσφάτως (ή και καθόλου, όπως ο Τζόνσον, του οποίου τη βιογραφία έγραψε ο Τζόναθαν Κόου: το επισημαίνω για να δείξω ότι ένας διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας, όπως ο Κόου, δεν δίστασε να παραμερίσει προσωρινά τη μυθοπλασία για να αφιερώσει σχεδόν πεντακόσιες σελίδες σε έναν παραγνωρισμένο πειραματιστή συγγραφέα της χώρας του.) Ιδού και μερικές αμετάφραστες βιογραφίες για πεζογράφους του 20ού αιώνα τις οποίες έχω απολαύσει και θεωρώ πολύτιμες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι οπωσδήποτε οι πληρέστερες για τον εκάστοτε συγγραφέα: Celine: A Biography του Frederic Vitoux, Some Sort of Epic Grandeur: The Life of F. Scott Fitzgerald του Matthew J. Bruccoli, Hemingway του Jeffrey Meyers, D. H. Lawrence: The Life of an Outsider του John Worthen, Vladimir Nabokov, The Russian Years & The American Years του Brian Boyd, Virginia Woolf: Bloomsbury & Beyond του Anthony Curtis, H. G. Wells: Another Kind of Life του Michael Sherborne, Divine Invasions: A Life of Philip K. Dick του Lawrence Sutin, More Lives than One: A Biography of Hans Fallada της Jenny Williams, No Laughing Matter: The Life and Times of Flann O’Brien του Anthony Cronin, Hiding Man: A Biography of Donald Barthelme του Tracy Daugherty, Every Love Story is a Ghost Story: A Life of David Foster Wallace του D. T. Max.                    

Για τους ποιητές και τους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα είναι λογικό να διαθέτουμε λιγότερες βιογραφίες, αφού ιδίως οι ποιητές απευθύνονται σε μικρότερο κοινό από ό,τι οι πεζογράφοι, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, αφού η ζωή τους μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστική. Ευτυχώς έχουν μεταφραστεί βιογραφίες για τους Πάουλ Τσέλαν (του Τζον Φέλστινερ), Τ. Σ. Έλιοτ (του Ακρόιντ), Λουίτζι Πιραντέλο (του Αντρέα Καμιλέρι), Σίλβια Πλαθ (του Χέιμαν, καθώς και της Νταϊάν Μίντλμπρουκ για τη ζωή της Πλαθ με τον Τεντ Χιουζ), Άννα Αχμάτοβα (του Βόλφγκανγκ Χέσνερ), Μαρίνα Τσβετάγεβα (του Ανρί Τρουαγιά), Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (του Λέσλι Στέιντον και του Ίαν Γκίμπσον), Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι (της Ηρακλείας-Ελευθερίας Πέππα, σε ιδία μετάφραση), Μπέρτολτ Μπρεχτ (του Μάρτιν Έσλιν), ενώ σπανιότερα έχουν κυκλοφορήσει κάποιες ελληνικές μελέτες που περιέχουν βιογραφικά στοιχεία, όπως το εξαιρετικό Ο λαιμός του Ιονέσκο της Αθηνάς Μιράσγεζη. Από εκεί και πέρα δεσπόζει το χάος, ή μάλλον το μηδέν: τίποτα για κορυφαίους ποιητές (ε. ε. κάμινγκς, Έζρα Πάουντ, Φερνάντο Πεσσόα, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ρόμπινσον Τζέφερς, Τζον Μπέριμαν, Οκτάβιο Πας) και θεατρικούς συγγραφείς (Τένεσι Γουίλιαμς, Ευγένιος Ο’Νιλ, Άρθουρ Μίλερ – για τον τελευταίο υπάρχει μόνο η βιογραφία της σχέσης του με τη Μέριλιν Μονρόε, Ο διανοούμενος και η θεά, του Τζέφρι Μέγερς).     

 

Το ελληνικό κενό

Ως προς τις μεγάλες βιογραφίες για τους μεγάλους έλληνες συγγραφείς τα πράγματα είναι –να το θέσω κομψά– κωμικοτραγικά, σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς τι δουλειά (δεν) κάνουν οι μελετητές και οι αρμόδιοι φορείς για να γραφτούν και να προωθηθούν εμπεριστατωμένες λογοτεχνικές βιογραφίες. Την καλύτερη βιογραφία για μείζονα έλληνα συγγραφέα έγραψε, όχι τυχαία, ένας ξένος μελετητής που έχει αποδειχτεί πιο Έλληνας από εμάς (ο Ρόντρικ Μπήτον για τον Σεφέρη), ωστόσο η επιτυχία αυτού του θαυμαστού έργου, που μόλις επανακυκλοφόρησε αναθεωρημένο, δεν έδωσε το έναυσμα για κάτι παρόμοιο. Πρόσφατα μεταφράστηκε η νέα βιογραφία για τον Καβάφη από τους Γκρέγκορι Τζουσντάνις και Πίτερ Τζέφρις, ένα κατατοπιστικό έργο που με βάση τις πρώτες ενδείξεις είναι και εμπορικά επιτυχημένο (ανατυπώθηκε μέσα σε δύο μήνες) – η προηγούμενη για τον Καβάφη, του Ρόμπερτ Λίντελ, είχε έρθει πάλι από το εξωτερικό. Για άλλους μείζονες συγγραφείς μας, πέρα από κάποιες μικρότερες βιογραφίες, στα οπισθόφυλλα των οποίων, μάλιστα, συχνά τονίζεται ότι είναι «λογοτεχνικές» και όχι «επιστημονικές», με ένα κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη ότι οι δεύτερες υπολείπονται σε ερμηνευτική αξία (σαν να λένε οι βιογράφοι: εμείς είμαστε «λογοτέχνες», μην τυχόν μας περάσετε για τίποτα «επιστήμονες»), δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι εκτενές, ούτε καν για τον Σολωμό. Ακόμα και το δυσεύρετο, πολύτιμο σχετικό έργο του Σωκράτη Καψάσκη έχει τον επιφυλακτικό τίτλο Στοιχεία βιογραφίας του Διονυσίου Σολωμού, ωσάν να λείπει η αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να βιογραφηθεί ο εθνικός μας ποιητής, ενώ άλλες φορές διαπιστώνουμε μια παρόμοια επιφύλαξη στον υπότιτλο, που μιλά για «σχεδίασμα βιογραφίας» (π.χ. Γιάννης Ρίτσος, ένα σχεδίασμα βιογραφίας της Αγγελικής Κώττη). Η θέση του Καψάσκη ότι δεν έγραψε μια κανονική βιογραφία για τον Σολωμό επειδή δεν είναι «γνωστά όλα τα δεδομένα του βίου του» (Εισαγωγή, σ. ιδ′, Τυπωθήτω, 1998) είναι παράδοξη, ωσάν οι ξένοι βιογράφοι να διαθέτουν όλα τα δεδομένα ενός βίου (ούτε καν όλα τα δεδομένα του δικού μας βίου δεν διαθέτουμε…) – πώς κατάφερε, λόγου χάριν, ο καθηγητής Ρίτσαρντ Σιούαλ να γράψει μια χιλιοσέλιδη βιογραφία για τη μονήρη Ντίκινσον; Σε κάθε περίπτωση, σχεδόν όλα τα βιβλία Ελλήνων για Έλληνες είναι μελέτες, καθαυτό πολύτιμες, όχι όμως βιογραφίες στα πρότυπα της διεθνούς πρακτικής – αν γραφτεί κάτι τέτοιο, μάλλον πρέπει να το αναμένουμε ξανά από ελληνιστές του εξωτερικού. Άραγε η αυτονόμηση ενός κρατικού βραβείου βιογραφίας/αυτοβιογραφίας (στα πρότυπα του αμερικανικού Πούλιτζερ) από το «Κρατικό βραβείο μαρτυρίας-βιογραφίας-χρονικού-ταξιδιωτικής λογοτεχνίας» θα έδινε μια ώθηση προς αυτή την κατεύθυνση;        

Πέραν των φίλων, βιογραφικά έργα για τον συγγραφέα με τον οποίο πέρασαν τη ζωή τους γράφουν άλλοτε οι συγγενείς (π.χ. Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης της Ιωάννας Τσάτσου), άλλοτε οι σύζυγοι (π.χ. Νίκος Καζαντζάκης, ο ασυμβίβαστος της Ελένης Καζαντζάκη, Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας: αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ της Ναντιέζντα Μαντελστάμ), ενώ άλλοτε βιογραφούνται πρόσωπα στενά συνδεδεμένα με συγγραφείς κι έτσι προσεγγίζεται πλαγίως η ζωή των τελευταίων (π.χ. Η κυρία Προυστ της Εβελίν Μπλοχ-Ντανό· Βέρα: η κυρία Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ της Στέισι Σιφ, που το 2000 κέρδισε το Πούλιτζερ για Βιογραφία, επομένως δεν είναι μυθιστόρημα, όπως αναγράφτηκε στο εξώφυλλο· Ζέλντα – Σκοτ Φιτζέραλντ της Ανιές Μισό). Υπόψιν, επίσης, ότι υπάρχουν οι λεγόμενες εγκεκριμένες ή επίσημες (authorized) βιογραφίες, που εκδίδονται κατόπιν της άδειας του βιογραφούμενου. Είναι ευνόητο πως σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε εκείνες του συγγενή, φίλου, συζύγου κ.λπ. που βιογραφεί, το πλεονέκτημα της στενής σχέσης αντισταθμίζεται από το μειονέκτημα της λιγότερο νηφάλιας αποτίμησης ακριβώς εξαιτίας της στενής σχέσης, καθώς οδηγεί στη μερική ή ολική συγκάλυψη κάθε λογής ανεπιθύμητων στοιχείων (πόσο ειλικρινής μπορεί να είναι ο Μαξ Μπροντ όταν βιογραφεί τον στενότερο φίλο του, τον Κάφκα;). Είναι πασίγνωστη η πρακτική της καταστροφής (συνήθως με καύση, για να μη μείνει ίχνος) των ημερολογίων, των επιστολών και άλλων προσωπικών κειμένων από διάσημους συγγραφείς που ήξεραν πως μελλοντικά θα γράφονταν βιογραφίες τους (εννοείται κι από άσημους συγγραφείς, για άλλους λόγους): «Άσε τους βιογράφους να στενοχωρηθούν – δεν θα διευκολύνουμε εμείς το έργο τους» είπε χαιρέκακα ο Φρόυντ, αφότου κατέστρεψε ένα τεράστιο τμήμα του αρχείου του (Shelston, ό.π., σ. 24).

Ως προς την αποκάλυψη διαφόρων «μυστικών», λοιπόν, υπάρχουν πολλά επίπεδα λογοκρισίας, εσωτερικής και εξωτερικής. Μεγάλο ρόλο διαδραματίζει η ιστορική περίοδος με τα ήθη της, όπως φανερώνεται στην εκάστοτε νομοθεσία περί ιδιωτικότητας: όσο πιο αυστηρή είναι, τόσο πιο δεμένα είναι τα χέρια ενός βιογράφου. Έτσι, η βικτωριανή Αγγλία ήταν περιβόητη για τον πουριτανισμό της, οπότε μια βιογραφία της εποχής εκείνης κατά κανόνα αποσιωπούσε ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του ανθρώπινου βίου, τη σεξουαλικότητα, καθώς και άλλες επικίνδυνες θεματικές (ενδοοικογενειακή βία, ψυχικές διαταραχές, εθισμοί κ.λπ.) – η διακριτικότητα είναι μια σημαντική αξία στη ζωή, αλλά δεν θέλουμε ο βιογράφος που διαβάζουμε να διαθέτει υπερβολική από δαύτην… Ο σημερινός βιογράφος είναι ασφαλώς πιο ελεύθερος, όμως κι αυτός είναι αναγκασμένος να λάβει υπόψη το νόμο, όπως επίσης τον νέο πνευματικό ολοκληρωτισμό που ονομάζεται πολιτική ορθότητα και που ακυρώνει τον καλλιτέχνη για το ελάχιστο ηθικό του ατόπημα, ωσάν αυτός να μην είναι άνθρωπος όπως οι άλλοι. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως εδώ το μέγεθος οπωσδήποτε μετράει: η επαρκής βιογράφηση μιας σπουδαίας προσωπικότητας απαιτεί εκατοντάδες σελίδες, αφού και μόνο ο σύντομος σχολιασμός ενός ογκώδους έργου θέλει χώρο – πώς να χωρέσει μέσα σε εκατό ή διακόσιες σελίδες το έργο, και μαζί η πληθωρική ζωή που το δημιούργησε, ενός Ντίκενς, μιας Γουλφ ή ενός Ελύτη; Από την άλλη, το υπερβολικό μέγεθος μπορεί να αποδειχτεί προβληματικό, εάν δεν το χειριστεί κανείς σωστά: μια καλή βιογραφία είναι πάντα ισορροπημένη, ελεγχόμενη και επιλεκτική, δεν αναλίσκεται ποτέ σε κουραστικές παραθέσεις τεράστιων αποσπασμάτων ή βαρετές αναλύσεις τριτευουσών πληροφοριών. Εξ αναγνωστικής πείρας θα έλεγα ότι μια πλούσια, ολοκληρωμένη βιογραφία πρέπει να είναι τουλάχιστον πεντακόσιες σελίδες και ιδανικά συν πλην χίλιες σελίδες, ενώ, όταν είναι ακόμα μεγαλύτερη, τότε αφορά κυρίως τον ειδικό μελετητή.   

Οι βιογραφίες πουλάνε

Στο εξωτερικό οι βιογραφίες είναι ένα ευπώλητο γραμματειακό είδος: όπως σημειώνει ο Cuddon (ό.π., 97),

Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, η τέχνη της βιογραφίας άνθησε και εξελίχθηκε σε μια σημαντική εκδοτική βιομηχανία. Κάθε χρόνο δημοσιεύονται πλήθος νέων βιογραφιών. […] Ιδιαίτερα δημοφιλής έχει γίνει η λογοτεχνική ή μυθιστορηματική βιογραφία.

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν αυτές οι θέσεις, που διατυπώθηκαν τη δεκαετία του 1970, ισχύουν ακόμα, ιδίως σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνική βιογραφία, μια και η μείωση της ανάγνωσης καλής λογοτεχνίας διεθνώς έχει (και θα) επηρεάσει τη γραφή μεγάλων βιογραφιών. Σίγουρα, πάντως, δεν ισχύουν στα καθ’ ημάς: κατά κανόνα οι λογοτεχνικές βιογραφίες δεν είναι δημοφιλείς, συνεπώς δεν βγάζουν τα έξοδά τους, συνεπώς οι εκδοτικοί οίκοι εύλογα αποφεύγουν την έκδοσή τους ή την πραγματοποιούν με μεγάλο δισταγμό. Μετά το 2020 μεταφράστηκαν μόνο τέσσερις μεγάλες λογοτεχνικές βιογραφίες (οι προαναφερθείσες για τους Σαραμάγκου, Κρέιν, Μαγιακόβσκι, Καβάφη – δηλαδή μία κάθε ενάμιση χρόνο), ενώ οι περισσότερες που έχω αναφέρει έχουν μεταφραστεί πολύ παλαιότερα και είναι εξαντλημένες. Εξαίρεση αποτελούν οι βιογραφίες για πολιτικές-ιστορικές προσωπικότητες της νεότερης Ελλάδας για τις οποίες το κοινό δείχνει συντριπτικά μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ζήτηση καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση για την αρχική παραγωγή (από τους ιστορικούς) και την τελική προσφορά (από τους οίκους). Από την άλλη, εφόσον υπάρχει μια σχετικά μεγάλη ζήτηση για τις βιογραφίες του Καβάφη και του Σεφέρη, γιατί δεν γίνονται ανάλογες κινήσεις για άλλους έλληνες λογοτέχνες; Πιστεύω πως ρόλος ενός οίκου δεν είναι μόνο να ακολουθεί τις επιθυμίες του κοινού, αλλά και να προτείνει ό,τι θεωρεί πως έχει πνευματική αξία, ακόμα κι αν η επένδυση δεν θα βγάλει σύντομα, ή συνολικά, τα έξοδά της. Το καταλαβαίνω, οι ιδέες με τα λεφτά των άλλων έρχονται εύκολα και δεν κοστίζουν τίποτα, ωστόσο εκδίδονται κι άλλα μη ευπώλητα είδη βιβλίων τα οποία στηρίζονται οικονομικά στα ευπώλητα. Μολονότι δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι ριζικά ως προς τη γραφή και τη μετάφραση λογοτεχνικών βιογραφιών, αξίζουν έπαινο οι οίκοι που έχουν πρωτοστατήσει στον εν λόγω τομέα (Πατάκη, Νεφέλη, Μεταίχμιο, Καστανιώτη, Εστία, Μικρή Άρκτος, Ποταμός, Κασταλία, Τραυλός, Ίνδικτος, κ.ά., παλαιότερα οι Scripta, Ωκεανίδα, Χατζηνικολή, Ηλέκτρα), ενώ λαμβάνονται και νέες πρωτοβουλίες (Λέμβος), αν και με μικρότερα έργα. Τελικά, το παρόν εγκώμιο αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με επικήδειο…      

Κάποιοι πιστεύουν πως οι βιογραφίες συνιστούν μια κλειδαρότρυπα για τα απόκρυφα των επιφανών: παρότι κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο και, εδώ που τα λέμε, διόλου επιλήψιμο (αν θαυμάζεις ένα πρόσωπο, λαχταράς να μάθεις και κάποια πιπεράτα ανέκδοτα για τη ζωή του), μια καλή βιογραφία δεν περιορίζεται ποτέ σε αυτό. Άλλοι πιστεύουν πως οι βιογραφίες είναι περιττές για την κατανόηση και την απόλαυση ενός έργου: πρόκειται για άποψη εύλογη, μα προβληματική. Ως προς τη λογοτεχνική βιογραφία: προφανώς η αρχική κατανόηση και απόλαυση της λογοτεχνίας δεν απαιτεί ένα σύνολο βιογραφιών και μελετών στο πλάι, ωστόσο η βαθύτερη κατανόηση και απόλαυση το απαιτεί. Όποιος θέλει να εισδύσει βαθύτερα σε ένα πολύσημο, αινιγματικό, ερμητικό έργο (π.χ. του Τζόις, του Σεφέρη, του Τσέλαν), η ανάγνωση των παραπάνω βιογραφιών τους, παράλληλα με εμβριθείς μελέτες, θα τους ωφελήσει τρομερά: το λογοτεχνικό έργο όχι μόνο δεν αντικαθίσταται, απεναντίας αποσαφηνίζεται κι έτσι αναβαθμίζεται. Προσοχή μόνο στις απανωτές αναγνώσεις βιογραφιών, ιδίως από νέους, επίδοξους δημιουργούς: το έργο και η ζωή των λογοτεχνικών διανοιών μπορεί να τους ισοπεδώσει προτού προλάβουν να υψωθούν.     

Για να απολαμβάνει κανείς τις βιογραφίες πρέπει να πιστεύει στη δύναμη του ξεχωριστού ατόμου να επηρεάζει την Ιστορία: εάν κάποιος βλέπει παντού μόνο «δομές», «κατασκευές» και «συστήματα», τότε θα βλέπει ακόμα και τις μεγαλοφυΐες ως απλές εκφάνσεις τους – σε αυτό, και όχι μόνο, συμφωνώ με τη «βιοκριτική» του Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος αμφισβήτησε κριτικές σχολές που παραγκώνισαν έως εξάλειψαν τον συγγραφέα, από τη Νέα Κριτική μέχρι τον γαλλικό μεταδομισμό. Δεν είναι λοιπόν ούτε τυχαίες ούτε αχρείαστες οι πολλές βιογραφικές σημειώσεις που συχνά συναντούμε στα λογοτεχνικά έργα: αποβλέπουν στο να αποσαφηνίσουν τα σημεία που για λόγους πραγματολογικούς, ιστορικούς, υφολογικούς κ.λπ. θα έμεναν δυσνόητα ή ακατανόητα. Δεν υπάρχει κείμενο χωρίς περικείμενο: ακόμα και τα ανώνυμα αρχαία επιγράμματα απαιτούν τη γνώση έως και την επινόηση ενός περικειμένου για να κατανοηθούν. Για να αναφέρω ένα προσωπικό παράδειγμα: όταν μετέφραζα τα ποιήματα και τις επιστολές του Μπουκόβσκι (Για τον έρωτα, Για τη γραφή, Για τις γάτες), ήμουν υποχρεωμένος να προσφύγω σε βιογραφίες του, σε επικοινωνία με τον επιμελητή του και σε άλλες περικειμενικές πληροφορίες, που ευτυχώς το διαδίκτυο προσφέρει αφειδώς, για να κατανοήσω δυσνόητα σημεία που αφορούσαν εκφράσεις της μεσοπολεμικής αργκό του Λος Άντζελες, αστεία που έκανε με φίλους και ερωμένες του, σχόλια που αφορούσαν άτομα παγκοσμίως άγνωστα, αλλά σημαντικά για τη δική του ζωή, κ.λπ.   

Μια καλή βιογραφία, συνυφαίνοντας αρμονικά την αφηγηματική τέχνη του συγγραφέα της με την αξιοποίηση των πορισμάτων από διάφορους επιστημονικούς κλάδους (ιστορία, ψυχολογία, κοινωνιολογία, κ.ά.), στρώνει έναν άγνωστο δρόμο για να τον βαδίσουμε πιο άνετα, ενώ, ακόμα κι αν γνωρίζουμε το έργο του βιογραφούμενου, επιτρέπει την εντρύφηση ή/και τη θέαση από άλλες οπτικές γωνίες· προσφέρει τη δυνατότητα να συλλάβουμε, μέσα από τις συνήθως τρομακτικές αντιφάσεις μιας ιδιοφυΐας, κάτι από το μυστήριο της έμπνευσης και την πρακτική της δημιουργίας· αναλύει ένα μύθο στα εξ ων συνετέθη, όχι όμως για να τον απομυθοποιήσει αλλά για να τον ανασυνθέσει. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενική βιογραφία, υπάρχει όμως καλύτερη και χειρότερη βιογραφία, σύμφωνα με τα συγγραφικά προσόντα που διατυπώθηκαν στην αρχή και με βάση τις αρχές «της αμεροληψίας και της ακρίβειας» του δόκτορος Τζόνσον· κι όταν το μείγμα πετύχει, τότε ο αναγνώστης εισπράττει στον ύψιστο βαθμό το τερπνόν μετά του ωφελίμου, αυτό που η Γουλφ τόσο εύστοχα αποκάλεσε συνδυασμό «του γρανίτη με το ουράνιο τόξο», εισερχόμενος σε ένα τόσο πολυδιάστατο σύμπαν που ίσως κανένα άλλο γραμματειακό είδος δεν μπορεί να του προσφέρει.   

Plutarchs Lives

 

Η τρίτη έκδοση του 1727, σε αγγλική μετάφραση από τα ελληνικά, ορισμένων εκ των Βίων Παραλλήλων του Πλουτάρχου, από τον λονδρέζο εκδότη Jacob Tonson.

Ιδιωτική συλλογή S. Whitehead



[1] Για την ιστορία της βιογραφίας άντλησα πληροφορίες από τα λεξικά του J. A. Cuddon (Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας, μτφρ. Γ. Παρίσης, Μ. Λιάπη, Μεταίχμιο, 2010) και του M. H. Abrams (Λεξικό λογοτεχνικών όρων, μτφρ. Γ. Δεληβοριά, Σ. Χατζηιωαννίδου, Πατάκη, 2005 – ο Abrams συμπεριλαμβάνει στο σχετικό λήμμα την αυτοβιογραφία, με την οποία δεν θα ασχοληθώ εδώ), καθώς και από τη Βιογραφία του Alan Shelston (μτφρ. Ι. Ράλλη, Κ. Χατζηδήμου, Ερμής, 1982).

17 Ιουλίου 2026
Αλέκος Παπαδάτος / The Books’ Journal

«Στον κόσμο που έρχεται θα είναι ευκολότερο να πεθαίνει κανείς. Αλλά προσωπικά θα προτιμούσα έναν κόσμο όπου θα μπορεί να ζει»

 

Στις 15 Ιουλίου, αναμένεται να ψηφιστεί στο γαλλικό Κοινοβούλιο ο νόμος για το τέλος της ζωής, με τον οποίο νομιμοποιείται η δυνατότητα ευθανασίας σε άτομα με σοβαρές παθήσεις. Λίγες μέρες πριν, εναντίον του νομοσχεδίου παρενέβη ο συγγραφέας Μισέλ Ουελμπέκ, ο οποίος επικρίνει την πρακτική της ευθανασίας αλλά, κυρίως, σχολιάζει τον προοδευτισμό της Ευρώπης ο οποίος εκτιμά ότι οδηγεί τον δυτικό πολιτισμό στην αυτοάρνησή του και, με γρήγορα βήματα, ετοιμάζει την αυτοκατάργησή του. Ο Ουελμπέκ δημοσίευσε κατ’ αποκλειστικότητα στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro τα επιχειρήματά του για την αντίθεσή του στην ευθανασία αλλά, κυρίως, την απαισιοδοξία του για την Ευρώπη, τη Δύση και γενικότερα τον ανθρώπινο πολιτισμό. Στο κείμενο που ακολουθεί, συνοψίζονται οι θέσεις του Ουελμπέκ στο συγκεκριμένο άρθρο του.

Στο άρθρο του για την ευθανασία, ο Ουελμπέκ επικαλείται τη θέση του Γκάντι για τον δυτικό πολιτισμό: «Θα μπορούσε να είναι μια καλή ιδέα». Κατά τον Ουελμπέκ, ο δυτικός πολιτισμός υπήρξε αλλά, πλέον, είναι ένας πολιτισμός που αφορά το ευρωπαϊκό παρελθόν. Ο σημερινός δυτικός κόσμος έχει πλέον απομακρυνθεί από τον δυτικό πολιτισμό, σε μερικούς αιώνες δεν θα αφορά καν τους επιγόνους μας, οι οποίοι θα αντιμετωπίζουν την έννοια της Δύσης όπως αντιμετωπίζουμε εμείς σήμερα την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αν η Ρώμη καταστράφηκε επειδή εκτοπίστηκε από τον χριστιανισμό, κατ’ αναλογία ο δυτικός πολιτισμός θα καταστραφεί λόγω της κατάρρευσης του χριστιανισμού, η οποία υποστηρίζει ότι άρχισε με τον Προτεσταντισμό και ολοκληρώθηκε με τον Διαφωτισμό.

Αλλά ο Ουελμπέκ σχολιάζει και τον υπόλοιπο κόσμο, για τον οποίο είναι εξίσου απαισιόδοξος – κάνοντας λόγο για δημογραφική παρακμή των τεχνολογικά προηγμένων χωρών, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και, πιο πρόσφατα, της Κίνας. Άρα, υποστηρίζει, δεν παρακμάζει μόνο η Δύση. Παρακμάζει και αυτοκαταστρέφεται η ίδια η νεωτερικότητα στο σύνολό της.

Ο Ουελμπέκ χρησιμοποιεί στίχους του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς και ιδίως ένα τετράστιχο από το ποίημά του «The Second Coming» («Η Δευτέρα Παρουσία», 1919*):

Things fall apart; the centre cannot hold;

Mere anarchy is loosed upon the world,

The blood-dimmed tide is loosed, and everywhere

The ceremony of innocence is drowned.

Ο Γέιτς, λέει ο Ουελμπέκ, προαισθανόταν ότι, για την Ευρώπη, ο πόλεμος που μόλις είχε τελειώσει θα ήταν παρά ο προάγγελος ακόμη μεγαλύτερων καταστροφών. Έναν αιώνα μετά, θεωρεί ότι ο Γέιτς επιβεβαιώνεται, «το κέντρο πράγματι δεν άντεξε — και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση του πολιτικού κέντρου της Ευρώπης, των Βρυξελλών. Στο Βέλγιο, η ευθανασία, που από το 2002 επιτρέπεται για άτομα που υποφέρουν από ψυχικό πόνο, επεκτάθηκε το 2014 και στους ανηλίκους». Εκτιμά ότι υπάρχουν ακόμα αναχώματα αντίστασης, αλλά ότι συνολικά ο πολιτισμός μας κινδυνεύει. Και πρωτίστως ισχυρίζεται ότι κινδυνεύει η Γαλλία να είναι το επόμενο ανάχωμα που θα παρασυρθεί, χωρίς μεγάλες ελπίδες αυτό να αντιστραφεί.

«Εδώ και χρόνια προσπαθώ να αντισταθώ στην ευθανασία», λέει ο Ουελμπέκ. «Και όσο μέσα μου ενισχύεται η πεποίθηση ότι δίνω μια μάχη χαμένη εκ των προτέρων, έχω την αίσθηση πως έχω παίξει όλα μου τα χαρτιά — και ότι αρχίζω πλέον ακόμη και να κλέβω. Για μία τελευταία φορά, δεν θεωρώ περιττό να προτρέψω εκείνους των οποίων η ψήφος θα αποκτήσει ισχύ νόμου να αναλογιστούν πόσοι λίγοι φιλόσοφοι, στη διάρκεια των αιώνων, τάχθηκαν υπέρ της αυτοκτονίας. Είναι, πράγματι, εντυπωσιακό: ο προοδευτισμός απορρίπτει με περιφρόνηση, με μια απλή κίνηση του χεριού, όχι μόνο το σύνολο των θρησκευτικών παραδόσεων, αλλά σχεδόν όλα όσα έχουν σκεφθεί οι προγενέστεροι φιλόσοφοι. Μια τέτοια αλαζονεία, πιστεύω, δεν είχε εμφανιστεί ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία».

Παρ’ όλα αυτά, λέει ο Ουελμπέκ, το πρόβλημα δεν είναι οι φιλόσοφοι αλλά οι θρησκείες, που αγγίζουν «τον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξης» του ανθρώπου. Και πριν απ’ όλες η Καθολική Εκκλησία, που βρίσκεται σε βαθιά παρακμή.

Στη συνέχεια, ο συγγραφέας κάνει μια σημαντική δήλωση, ουσιαστικά μια δήλωση παραίτησης: «Δεν είμαι βέβαιος», λέει, «ότι θέλω να ανήκω σε μια κοινωνία που νομιμοποιεί την ευθανασία. Ναι, να υπερασπιστούμε τη Δύση — αλλά μόνον εφόσον αξίζει να υπερασπιστεί κανείς τη Δύση».

Ακολουθεί μια απαξίωση των επιχειρημάτων όσων υποστηρίζουν την ευθανασία, με τα οποία έχει διεξοδικά ασχοληθεί σε παλιότερες παρεμβάσεις του. Σημειώνει, πάντως, ότι όλα αυτά τα επιχειρήματα «συμπυκνώνονται σε ένα και μόνο: την αξιοπρέπεια». Όμως η λέξη αυτή έχει χρησιμοποιηθεί τόσο συχνά και τόσο διαστρεβλωμένα ώστε έχει πλέον γίνει δύσκολο να συλλάβει κανείς το πραγματικό της νόημα. Για να γίνει πειστικότερος, χρησιμοποιεί μια τυπική φράση που λέγεται σε ετοιμοθάνατους από τους οικείους τους: «Δεν θα άντεχε να γίνει φυτό». Η διατύπωση αυτή θα ήταν πιο πειστική, λέει ο Ουελμπέκ, αν συνεχιζόταν ως εξής: «Δεν θα άντεχε να γίνει φυτό· θα προτιμούσε να γίνει πτώμα». Την εργαλειακή χρήση της έννοιας του ανθρώπου, την αποδομεί ως εξής:

Ο άνθρωπος [με αυτή την εννοιολόγησή του] περιορίζεται στην αξία χρήσης του· δηλαδή στην αρχική του αξία, μειωμένη κατά τον συντελεστή της φθοράς. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πιο κατά μέτωπο αντίθεση προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όπως την εννοούσε ο Εμμάνουελ Καντ προς την καντιανή ιδέα ότι η ανθρωπότητα, τόσο στο πρόσωπο του ίδιου του ανθρώπου όσο και στο πρόσωπο κάθε άλλου, πρέπει πάντοτε να αντιμετωπίζεται ως σκοπός και ποτέ απλώς ως μέσο.

Θεωρεί ότι η αλλοίωση αυτή ακολουθεί μια αλλοίωση που είχε προηγηθεί, μάλιστα στο όνομα του (απολύτως δικαιολογημένου) αγώνα κατά της κακοποίησης και του πόνου των ζώων, όταν οι αντισπισιστές επιχείρησαν να τον διεξαγάγουν στο όνομα της αμφίβολης έννοιας των «δικαιωμάτων των ζώων», ενώ ήταν αρκετό να ζητούμε όλοι να ακούμε «τη σεμνή, αλλά πυρακτωμένη και αιώνια φωνή της συμπόνιας».

Την αλλοίωση αυτή, με την ευθανασία, λέει ο Ουελμπέκ, την ακολουθεί «μια βουτιά στην άβυσσο».

Η βουτιά αυτή οφείλεται, εξηγεί, στο ότι για τους στοχαστές «πιο αφελών αιώνων», η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνδεόταν με το απλό γεγονός ότι κάποιος ήταν άνθρωπος. Σήμερα, ο άνθρωπος νοείται ως συνώνυμο μιας συνεχούς φθοράς. Πάνω από την Ευρώπη, τους δύο τελευταίους αιώνες, πλανιέται το φάντασμα του μηδενισμού – κι αν αυτό έχει κάποιο συστατικό έκπληξης, αυτή βρίσκεται στο ότι ο μηδενισμός αυτός δεν είναι ούτε σκοτεινός ούτε λυκόφως· είναι πολύχρωμος και χαρούμενος. Δεν τον προσεγγίζει, δηλαδή, κανείς μέσω του Νίτσε ή του Ντοστογιέφσκι αλλά, περισσότερο, μέσω ενός διαφημιστικού βίντεο της Simons, μιας καναδικής αλυσίδας καταστημάτων με ρούχα, το οποίο υποτίθεται ότι παρουσίαζε μια «ευτυχισμένη ευθανασία». «Ήταν μια αξιοπρέπεια που σε έκανε να ουρλιάζεις», σημειώνει ο συγγραφέας.

LINK: Το βίντεο για την ευθανασία:

https://www.youtube.com/watch?v=SsrlYYbx3-E&rco=1

Στη συνέχεια, ο Ουελμπέκ εμβαθύνει στην έννοια της αξιοπρέπειας, αναφερόμενος στην περίπτωση του Βενσάν Λαμπέρ**.

Από την άποψη των ηθών, λέει, να συμπεριφέρεσαι με αξιοπρέπεια θα σήμαινε ότι αντιμετωπίζεις τους πόνους και τις θλίψεις της ζωής με ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση και στωικότητα. Αλλά αυτό σημαίνει συναισθηματική εγκράτεια — και μόνο αυτό αρκεί για να γεννήσει υποψίες. Γι’ αυτό, λέει, εκνευρίζεται και απεχθάνεται τη λέξη «αξιοπρέπεια», ιδίως όταν τα ΜΜΕ εγκωμιάζουν την «αξιοπρέπεια» των θυμάτων αυτού ή εκείνου του τραγικού περιστατικού. Και σημειώνει: «Μπροστά σε μια μεγάλη οδύνη, η πιο υγιής αντίδραση είναι, προφανώς, να κλάψει κανείς, να ουρλιάξει, να θρηνήσει, να ικετεύσει για τον οίκτο είτε του Θεού είτε των άλλων ανθρώπων. Ο στωικός, στο βάθος, δεν είναι παρά μια θεωρητική μαριονέτα, εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα».

Στη συνέχεια, επικαλείται την εποχή των χίπις, της νεότητάς του. Τότε, λέει, ενθαρρύνονταν τα αγόρια να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Σήμερα, μισό αιώνα μετά την εποχή των χίπις, όλα έχουν αλλάξει. Τα συναισθήματά τους πρέπει να τα κρύβουν όχι μόνο οι άντρες αλλά και οι γυναίκες. Αυτό σημαίνει σήμερα «αξιοπρέπεια». Είναι μια στάση που επιτρέπει στους άλλους να μην ασχολούνται σε βάθος με τον πόνο κάποιου και να γυρίζουν γρήγορα στη δουλειά τους. Στην πραγματικότητα, σημειώνει ο Ουελμπέκ, «η αξιοπρέπεια έχει μία και μόνη χρησιμότητα: να νομιμοποιεί την αδιάκοπη άσκηση του πιο απόλυτου εγωισμού».

Η στάση αυτή, επισημαίνει, επιβάλλει μερικά απηνή ερωτήματα: είναι πραγματικά σεμνό και αξιοπρεπές, όταν βρίσκεται κανείς τόσο κοντά στην κατάσταση του «φυτού», όταν έχει σωματικά τόσο πολύ εξασθενήσει, να εμφανίζεται δημόσια; Ή ακόμη και να εμφανίζεται μπροστά σε οποιονδήποτε; Είναι, τελικά, αξιοπρεπές και σεμνό να εξακολουθεί να υπάρχει;

Αν η απάντηση είναι ότι, όντως, αυτά δεν είναι αξιοπρεπή, από τη στιγμή εκείνη, «ο μηχανισμός έχει τεθεί σε λειτουργία. Ντρέπεστε για την ίδια σας την ύπαρξη, και η ευθανασία σάς περιμένει στη γωνία».

Ο Ουελμπέκ, στη συνέχεια, επικαλείται τον Νίτσε, κάνοντας αυτοκριτική επειδή τον είχε κοροϊδέψει. Τσιτάρει, λοιπόν, δυο ερωταπαντήσεις από τη Χαρούμενη Επιστήμη (στα ελληνικά, σε μετάφραση Ζήση Σαρίκα, εκδ. Πανοπτικόν):

— Ποιον αποκαλείς κακό; — Εκείνον που επιδιώκει πάντοτε να κάνει τους άλλους να ντρέπονται.

— Τι είναι για σένα το πιο ανθρώπινο; — Να γλιτώνεις κάποιον από την ντροπή.

«Ίσως, και είναι οδυνηρό να το πει κανείς, να μην είμαστε πλέον εντελώς άνθρωποι», συμπεραίνει.

Και σημειώνει:

Ύστερα από μια παρένθεση πολλών χιλιετιών, η Δύση μοιάζει να επιστρέφει σε εκείνη την αρχέγονη ζωική σοφία που ωθεί, σχεδόν σε όλα τα κοινωνικά είδη, το άρρωστο ζώο να απομακρύνεται από την αγέλη για να πεθάνει μόνο του — γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν έχει να περιμένει καμία συμπόνια από τα όμοιά του και ότι κινδυνεύει μάλλον, όπως τα πουλιά στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, να το αποτελειώσουν με τα ράμφη τους.

Στη συνέχεια, ο Ουελμπέκ κάνει κριτική του τρόπου με τον οποίο ο πολιτισμός μας αντιμετωπίζει τις «κατακτήσεις» της «κοινωνικής προόδου» — της άμβλωσης, της κατάργησης της θανατικής ποινής, του γάμου των ομοφύλων, της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, της παρένθετης μητρότητας. Κανείς δεν διανοείται, λέει, την πιθανότητα επιστροφής σε πιο συντηρητικές επιλογές.

Αυτή η παραδοχή, σημειώνει, είναι βαθιά αντιδημοκρατική: «Ό,τι θέσπισε ένας νόμος μπορεί να το καταργήσει ένας άλλος· τουλάχιστον έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ τον νόμο. Επιτρέπει όμως να αναγνωρίσουμε τον προοδευτισμό γι’ αυτό που πραγματικά είναι: μια μοίρα. Ίσως να έχουν δίκιο όσοι πιστεύουν ότι είναι μάταιο να αντιστέκεται κανείς στη μοίρα και ότι κάθε τραγωδία πρέπει να ολοκληρώνει την πορεία της».

Δεν μπορώ, όμως, να αποφύγω τη σκέψη, λέει, ότι, ζητώντας η Γαλλία για τους πολίτες της πρόσβαση στην ευθανασία, στην πραγματικότητα ζητά τη δική της ευθανασία.

Και εξηγεί καταλήγοντας:

Κάποιοι ίσως απορούν που αντιτίθεμαι σε αυτή την πρόταση νόμου, αφού συχνά μου έχουν αποδώσει έναν παράξενο νεολογισμό: ότι είμαι «καταθλιψιστής». Ας το δεχθούμε. Είναι αλήθεια ότι αφιέρωσα το έργο μου στην ανίχνευση των συμπτωμάτων της αυτοκτονίας της Δύσης, στην άνοδο του μηδενισμού. Δεν θυμάμαι, όμως, να χάρηκα ποτέ γι’ αυτό.

Μπαίνουμε σε έναν κόσμο όπου θα είναι ευκολότερο να πεθαίνει κανείς. Εγώ θα προτιμούσα έναν κόσμο όπου να μπορεί να ζει.

 

*Ολόκληρο το ποίημα του Γέιτς, όπως το έχει αποδώσει στα ελληνικά ο Γιώργος Σεφέρης (στη συλλογή Αντιγραφές, Ίκαρος, 1965). Οι στίχοι που χρησιμοποιεί ο Ουελμπέκ είναι ο 3, 4 και 5:

Δευτέρα Παρουσία

Γυρίζοντας ολοένα σε κύκλους που πλαταίνουν
Το γεράκι δεν μπορεί ν’ ακούσει πια το γερακάρη
·
Τα πάντα γίνονται κομμάτια
· το κέντρο δεν αντέχει.
Ωμή αναρχία λύθηκε στην οικουμένη,
Απ΄ το αίμα βουρκωμένος λύθηκε ο ποταμός, και παντού
Η τελετή της αθωότητας πνίγεται
·
Οι καλύτεροι χωρίς πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι
Είναι γεμάτοι από την ένταση του πάθους.

Σίγουρα κάποια αποκάλυψη θα είναι κοντά·
Σίγουρα η Δευτέρα Παρουσία θα είναι κοντά.
Η Δευτέρα Παρουσία! Δεν πρόφταξα να σώσω αυτό το λόγο
Και μια μεγάλη εικόνα γέννημα του Spiritus Mundi
Θολώνει τη ματιά μου: κάπου στην άμμο της ερήμου
Μορφή με σώμα λιονταριού και το κεφάλι ανθρώπου,
Ένα άδειο βλέμμα κι αλύπητο σαν ήλιος,
Κινείται με μηρούς αργούς, καθώς τριγύρω
Στροβιλίζουνται ίσκιοι αγανακτισμένων πουλιών.

Το σκοτάδι ξαναπέφτει· τώρα όμως ξέρω
Πώς είκοσι βασανισμένοι αιώνες πετρωμένου ύπνου
Κεντρίστηκαν από ένα λίκνο λικνισμένο κατά το βραχνά,
Και ποιο ανήμερο θεριό, μια που ήρθε τέλος η ώρα του,
Μουντά βαδίζει για να γεννηθεί προς τη Βηθλεέμ.

** Ο Βενσάν Λαμπέρ (1976–2019) υπέστη σοβαρό τροχαίο ατύχημα το 2008 και παρέμεινε επί χρόνια σε κατάσταση ελάχιστης συνείδησης, χωρίς να βρίσκεται σε κώμα ή να εξαρτάται από μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Η σύζυγός του ζητούσε τη διακοπή της τεχνητής σίτισης και ενυδάτωσης, υποστηρίζοντας ότι αυτή θα ήταν η επιθυμία του, ενώ οι γονείς του αντιδρούσαν, θεωρώντας ότι επρόκειτο για άτομο με αναπηρία και όχι για ετοιμοθάνατο ασθενή. Η υπόθεση δίχασε τη γαλλική κοινωνία και κατέληξε στα ανώτατα δικαστήρια της Γαλλίας και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τελικά επιτράπηκε η διακοπή της σίτισης και της ενυδάτωσης και ο Λαμπέρ πέθανε τον Ιούλιο του 2019.

09 Ιουλίου 2026
facebook Ρουβίκωνα Θεσσαλονίκης

Από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εκδόθηκε η ανακοίνωση που ακολουθεί:

 

Ενενήντα πέντε χρόνια πριν, οι μελανοχίτωνες των «ταγμάτων εφόδου» στοχοποιούσαν και κυνηγούσαν Εβραίους. Στις 27 Ιουνίου 2026, ακριβώς 95 χρόνια μετά, μελανοχίτωνες με παλαιστινιακές σημαίες στις μπλούζες τους οργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη τα νέα «τάγματα εφόδου» για να «περιπολούν» σε κεντρικούς δρόμους της πόλης απειλώντας και εκφοβίζοντας Εβραίους, Σιωνιστές, Ισραηλινούς, τουρίστες, καταστηματάρχες. Τότε, από το 1928 που ξεκίνησε η εκστρατεία μίσους, κάποιες πολιτικές δυνάμεις και κάποια μέσα ενημέρωσης συνδιαμόρφωσαν το αντισημιτικό κλίμα που κορυφώθηκε το βράδυ μεταξύ 29 και 30 Ιουνίου 1931, όπου οργανώθηκε επίθεση στους εβραϊκούς συνοικισμούς της Θεσσαλονίκης κατά την οποία πυρπολήθηκε ο συνοικισμός «Κάμπελ».

Και στις δύο περιπτώσεις –τότε και σήμερα– κυριαρχεί το μίσος εναντίον των Εβραίων. Και σήμερα διαμορφώνεται ένα νέο κλίμα εβραιοφοβίας που απειλεί όχι μόνο τους Έλληνες Εβραίους αλλά και την ευημερία του συνόλου των πολιτών. Διότι η ιστορία διδάσκει ότι ο αντισημιτισμός ξεκινάει την πορεία του με στόχο τους Εβραίους αλλά δεν σταματά ποτέ στους Εβραίους.             

Παρατηρούμε με θλίψη την ανοχή που δείχνουν οι αρχές της πολιτείας και οι κοινωνικοί φορείς απέναντι σε αυτό το νέο κύμα φανατισμού που εκδηλώνεται εναντίον Εβραίων πολιτών του Κράτους του Ισραήλ που επισκέπτονται τη χώρα μας, είτε επειδή αγαπούν τη φύση της και τους ανθρώπους της είτε επειδή θέλουν να επενδύσουν και να συμβάλλουν στην ανάπτυξη των οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των δύο λαών. Αυτά τα «τάγματα εφόδου» και οι οπαδοί τους επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις στρατηγικής σημασίας σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ σε μια περίοδο αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο που απειλεί την ασφάλεια και των δύο χωρών.   

Είμαστε βέβαιοι ότι τα «τάγματα εφόδου» του 2026 θα απομονωθούν και θα ηττηθούν, όπως ηττήθηκαν τα «τάγματα εφόδου» της Χρυσής Αυγής του 2012, και ότι τελικά η Ελληνική κοινωνία και η Ελληνική Πολιτεία του 2026 θα υπερασπιστούν τις αξίες της Δημοκρατίας και του πολιτισμού και δεν θα επιτρέψουν την υπονόμευσή τους από τους οπαδούς του μίσους και του φανατισμού.   

ASSAULT SQUADS IN THESSALONIKI ON JUNE 27, 2026!

Ninety-five years ago, the black-shirted members of the "assault squads" targeted and persecuted Jews. On June 27, 2026 —exactly 95 years later— black-shirted individuals wearing Palestinian flags on their T-shirts organized new "assault squads" in Thessaloniki to "patrol" the city's main streets, threatening and intimidating Jews, Zionists, Israelis, tourists, and business owners. Back then, following the launch of a campaign of hatred in 1928, certain political forces and media helped cultivate an antisemitic climate that culminated on the night of June 29–30, 1931, when organized attacks were carried out against the Jewish neighborhoods of Thessaloniki, resulting in the arson of the ‘Campbell’ Jewish quarter.

In both cases —then and now— the driving force has been hatred against Jews. Today, a new climate of Judeophobia is once again taking shape, threatening not only Greek Jews but also the well-being of society as a whole. History teaches us that antisemitism begins by targeting Jews, but it never ends with Jews.

It is with deep concern that we observe the tolerance shown by state authorities and civil society institutions toward this new wave of fanaticism directed against Jewish citizens of the State of Israel visiting our country —whether because they cherish its natural beauty and its people, or because they wish to invest and contribute to the development of economic cooperation between our two peoples. These “assault squads” and their followers seek to undermine the strategically important relationship between Greece and Israel at a time of instability in the Eastern Mediterranean that poses a threat to the security of both countries.

We are confident that the "assault squads" of 2026 will be isolated and defeated, just as the "assault squads" of Golden Dawn were defeated in 2012, and that, in the end, Greek society and the Greek State of 2026 will uphold the values of democracy and civilization and will not allow them to be undermined by the advocates of hatred and fanaticism.

Athens, June 29, 2026

Central Board of Jewish Communities in Greece

29 Ιουνίου 2026
 Amos Ben Gershom / Government Press Office of Israel

·    Το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη Κράτος Μαφία, αφορμή για τη διερεύνηση σοβαρών πιθανών αδικημάτων

 

Στη δημοσιότητα δόθηκε το πρωί της Τρίτης (16/06) η λεπτομερής ανακοίνωση της κυπριακής Αρχής κατά της Διαφθοράς για το αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήγαγε με αφορμή όσα κατήγγελλε το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη Κράτος Μαφία. Στο πόρισμα αποδίδονται πιθανές ποινικές ευθύνες σε 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο τέως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης.

 

Σύμφωνα με τον κυπριακό Τύπο (Φιλελεύθερος, Πολίτης), ο τέως Πρόεδρος εμπλέκεται σε πολλές υποθέσεις: από τη σύλληψη της Ελένας Ριμπολόβλεβα, την υπόθεση Focus, έως ζητήματα παραχώρησης γης από την Αρχιεπισκοπή, τα Pandora Papers και τα χρυσά διαβατήρια. Στο πόρισμα καταγράφονται ισχυρισμοί για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα που αφορούν κατάχρηση εξουσίας και εμπορία επηρεασμού.

Οι υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται ο Νίκος Αναστασιάδης αναλυτικά:

 

Η Ριμπολόβλεβα

Ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρεται στους ισχυρισμούς περί συντονισμένης επιχείρησης που φέρεται να οργανώθηκε με σκοπό τη σύλληψη της  Ελένα Ριμπολόβλεβα στην Κύπρο, στο πλαίσιο των διαφορών που ανέκυψαν από τη διαδικασία αναφορικά με τους οικονομικούς όρους του διαζυγίου της με τον Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ.

Ο τέως Πρόεδρος κ. Αναστασιάδης, είχε στενή σχέση με τον αποβιώσαντα ιδρυτή και συνεταίρο της Δικηγορικής Εταιρείας Ανδρέας Νεοκλέους και Σία Δ.Ε.Π.Ε, ο οποίος ήταν ο νομικός σύμβουλος του κ. Ριμπολόβλεφ στην Κύπρο.

Ο Νίκος Αναστασιάδης φέρεται να ενήργησε ως πρόσωπο που έλαβε ή αποδέχτηκε αθέμιτο πλεονέκτημα / undue advantage, προκειμένου να ασκήσει ή να προτείνει ότι θα ασκήσει, ανάρμοστη (αθέμιτη) επιρροή / improper influence στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δημόσιων λειτουργών.

 

Κρατική γη στην Αρχιεπισκοπή

Ο δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης προβάλλει στο βιβλίο του τον ισχυρισμό ότι η αγορά ακινήτου στη Λεμεσό από την Άντρη Αναστασιάδη, σύζυγο του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, από την Αρχιεπισκοπή Κύπρου, εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ του τότε Προέδρου και της Αρχιεπισκοπής.

Σύμφωνα με τον ισχυρισμό, τον Απρίλιο του 2014 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος συμβόλαιο αγοράς ακινήτου της Αρχιεπισκοπής από την τέως Πρόεδρο. Το ακίνητο βρισκόταν στη Λεμεσό, και, κατά τον Δρουσιώτη, η τιμή αγοράς ήταν χαμηλή για την περιοχή και το μέγεθος του ακινήτου. Ο Δρουσιώτης συνδέει την αγορά αυτή με τη σχέση του τότε Προέδρου με τον εκδημήσαντα στο μεταξύ Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄. Υποστηρίζει ότι ο Αρχιεπίσκοπος υπέβαλλε συχνά οικονομικά αιτήματα προς τον τότε Πρόεδρο και ότι ο τελευταίος συνήθως τα ικανοποιούσε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Δρουσιώτης αναφέρεται και σε προηγούμενη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε η παραχώρηση προς την Αρχιεπισκοπή κρατικής γης μεγάλης αξίας στην Αγία Νάπα. Η παραχώρηση έγινε ως αποζημίωση για Εκκλησιαστική γη στην Έγκωμη, η οποία είχε απαλλοτριωθεί από το Κράτος. Κατά τον Δρουσιώτη, η παραχώρηση κρατικής γης στην Αρχιεπισκοπή ήταν παράνομη ή αντικανονική, επειδή, όπως υποστηρίζει, η Αρχιεπισκοπή δεν δικαιούνταν κρατική γη ως αντάλλαγμα, αλλά μόνο χρηματική αποζημίωση.

 

Υπόθεση Focus 

Το πόρισμα καταγράφει ισχυρισμούς του Δρουσιώτη σχετικά με χρηματοδοτήσεις μέσω της Focus Maritime, που φέρονται να συνδέονται με ποσά προς πολιτικά πρόσωπα και κόμματα μετά την οικονομική κρίση του 2013 και την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας.

Σύμφωνα με τον Δρουσιώτη, δημοσιεύματα του 2014 έκαναν λόγο για χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων, μεταξύ αυτών και του ΔΗΣΥ, με συνολικό ποσό 500.000 ευρώ, εκ των οποίων ο ίδιος ισχυρίζεται ότι επίσημα δηλώθηκαν μόνο 50.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό διοχετεύθηκε μέσω ενδιάμεσων εταιρειών.

Όπως αναφέρει, αρχικά είχε δοθεί εντολή για μεταφορά 500.000 ευρώ προς τον ΔΗΣΥ, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε από δύο νέες συναλλαγές: 50.000 ευρώ προς το κόμμα και 450.000 ευρώ προς εταιρεία στην Ελλάδα. Το ποσό των 450.000 ευρώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς Δρουσιώτη, κατέληξαν μέσω άλλων εταιρειών σε κυπριακή εταιρεία-«κέλυφος».

Ο δημοσιογράφος υποστηρίζει επιπλέον ότι πέραν των 500.000 ευρώ, καταβλήθηκαν ακόμη 100.000 ευρώ, τα οποία δεν τεκμηριώνεται ότι κατέληξαν στον ΔΗΣΥ, πιθανολογεί ωστόσο ότι διοχετεύθηκαν σε ιδιωτικά πρόσωπα.

Από την πλευρά τους, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αναφέρουν ότι δεν εντόπισαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ποσό 450.000 ευρώ κατέληξε σε προσωπικούς λογαριασμούς του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη.

Ωστόσο, καταλήγουν ότι προκύπτει ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας, επικαλούμενοι μεταξύ άλλων επαφές του τέως Προέδρου με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα κατά τη διάρκεια της έρευνας, με αίτημα τον τερματισμό των ανακρίσεων.

 

Τραπεζικές μίζες

Η Αρχή εξέτασε και τον ισχυρισμό για φοροδιαφυγή του Νίκου Αναστασιάδη και του Δικηγορικού Γραφείου Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι. Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης κατέληξαν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που καταδεικνύουν ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς.

Στον Νίκο Αναστασιάδη καταλογίζονται ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες και το αδίκημα της εμπορίας επηρεασμού. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο πόρισμα, ο Νίκος Αναστασιάδης, ενώ κατείχε το αξίωμα του βουλευτή και ταυτόχρονα τη θέση του Προέδρου του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗΣΥ), καταχράστηκε την επιρροή που δυνατό να ασκούσε σε άλλα πρόσωπα στη λήψη αποφάσεων και, ενεργώντας ως πωλητής επιρροής (influence peddler), επιδίωξε την παραπλανητική κατηγοριοποίηση συναλλαγής με τη Λαϊκή Τράπεζα, προκειμένου να αποκρυβεί η πραγματική φύση και ο δικαιούχος αυτής.

Συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενος την πρακτική των Τραπεζών να καταβάλλουν προμήθεια για πελάτες που παραπέμφθηκαν στην Τράπεζα από διαμεσολαβητές, έλαβε ποσά από την Λαϊκή Τράπεζα για υποστήριξη στην προεκλογική του εκστρατεία στις προεδρικές εκλογές του 2013, με πρόσχημα τις εν λόγω προμήθειες, οι οποίες κατηγοριοποιήθηκαν παραπλανητικά στα λογιστικά βιβλία της τράπεζας ως «introducer fees», ήτοι προμήθεια για πελάτες που παραπέμφτηκαν στην Τράπεζα. Λαμβάνοντας τα σχετικά ποσά τα οποία αποτελούν παράτυπο πλεονέκτημα, ο Νίκος Αναστασιάδης θα κατηγορηθεί για παθητική εμπορία επιρροής.

 

Χρυσά διαβατήρια

Στο πόρισμα καταγράφονται ισχυρισμοί περί ξεπλύματος χρήματος από τον τέως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, και τη δικηγορική εταιρεία Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι, μέσω οφ σορ, και απόκρυψης των πραγματικών δικαιούχων, καθώς και ισχυρισμοί για παραπλανητικές δηλώσεις σχετικά με τη μη ενεργό συμμετοχή του στο γραφείο μετά το 1997.

Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης εξέτασαν δημοσιεύματα των OCCRP (2019) και ICIJ (Pandora Papers, 2021), τα οποία έκαναν λόγο για διακίνηση χρημάτων μέσω υπεράκτιων δομών και πιθανή εμπλοκή του δικηγορικού γραφείου σε συναλλαγές υψηλού κινδύνου.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το δικηγορικό γραφείο φέρεται να λειτουργούσε ως διαμεσολαβητής (introducer) για κυπριακές τράπεζες, λαμβάνοντας σημαντικές προμήθειες, μέρος των οποίων κατευθυνόταν μέσω εταιρειών στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Παράλληλα, σημειώνεται ότι ο Νίκος Αναστασιάδης διατηρούσε εποπτικό ρόλο στο γραφείο έως το 2013, παρά τις δημόσιες αναφορές περί «σιωπηλής συμμετοχής».

Το πόρισμα αναφέρει επίσης περίπτωση πληρωμής 250.000 ευρώ από τη Λαϊκή Τράπεζα, η οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες, φέρεται να εμφανίστηκε ως προμήθεια μέσω εικονικών τιμολογίων και υπεράκτιας εταιρείας, ενώ εξετάζεται ως ενδεχόμενη πολιτική χρηματοδότηση.

Στο συμπέρασμα του πορίσματος αναφέρεται ότι οι ενέργειες αυτές ενδέχεται να συνιστούν κατάχρηση εξουσίας ή απόπειρα κατάχρησης εξουσίας, λόγω πιθανής χρήσης θεσμικής επιρροής για προσωπική δικαίωση και προστασία της δημόσιας εικόνας.

Οι Επιθεωρητές καταλήγουν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς.

 

Τα Pandora Papers

Στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για τα Pandora Papers καταγράφονται ισχυρισμοί περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω υπεράκτιων εταιρειών, καθώς και περί απόκρυψης πραγματικών δικαιούχων και παραπλανητικών δηλώσεων σχετικά με τον ρόλο του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη στη δικηγορική εταιρεία Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι.

Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης εξετάζουν στοιχεία από τη διεθνή δημοσιογραφική έρευνα των ICIJ (Pandora Papers) και επισημαίνουν ότι το δικηγορικό γραφείο φέρεται να λειτουργούσε ως διαμεσολαβητής για τη διαχείριση υπεράκτιων δομών και την εξυπηρέτηση πελατών υψηλής οικονομικής επιφάνειας, μέσω οφ σορ εταιρειών.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, εξετάζονται περιπτώσεις πολιτογραφήσεων ρώσων επενδυτών, στις οποίες το δικηγορικό γραφείο είχε ρόλο στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων, ενώ εγείρονται ζητήματα ως προς τη διαφάνεια, την επαλήθευση της προέλευσης κεφαλαίων και τη διαδικασία έγκρισης.

Παράλληλα, καταγράφεται ότι ο Νίκος Αναστασιάδης, πριν την εκλογή του στην Προεδρία, φέρεται να είχε προσωπική εμπλοκή σε διαδικασίες που αφορούσαν πελάτες του γραφείου, καθώς και επαφές με κυβερνητικούς αξιωματούχους για υποθέσεις πολιτογραφήσεων.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην υπόθεση πολιτογράφησης του Λεονίντ Λεμπέντεφ και της οικογένειάς του, όπου εξετάζονται διαδικασίες έγκρισης και τροποποιήσεις πολιτικής, καθώς και καταγγελίες για παραλείψεις σε έγγραφα και πιθανή απόκρυψη στοιχείων.

Επιπλέον, γίνεται αναφορά σε περίπτωση καταβολής οικονομικού οφέλους μέσω υπεράκτιων δομών, η οποία φέρεται να σχετίζεται με εισοδήματα που παρουσιάστηκαν ως προμήθειες, καθώς και σε ισχυρισμούς για εικονικά τιμολόγια και πιθανή πολιτική χρηματοδότηση.

Στο τελικό συμπέρασμα, οι Επιθεωρητές καταλήγουν ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για ενδεχόμενα αδικήματα όπως κατάχρηση εξουσίας, εμπορία επιρροής, ψευδορκία και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς όμως να αποδίδεται οριστική ποινική ευθύνη, αλλά να παραπέμπονται τα ζητήματα για περαιτέρω εξέταση από τον Γενικό Εισαγγελέα.

 

Το ακίνητο στη Δρομολαξιά

Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς εξετάζει καταγγελίες για αθέμιτες παρεμβάσεις του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη σε υπόθεση εκμετάλλευσης ακινήτου στη Δρομολαξιά, υπέρ ιδιωτικής εταιρείας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, στην προώθηση των συμφερόντων της εταιρείας φέρεται να είχε ενεργό ρόλο και ο τότε βουλευτής Γιώργος Βαρνάβα. Οι Επιθεωρητές απορρίπτουν τη θέση του κ. Βαρνάβα ότι δεν είχε εμπλοκή.

Το πόρισμα καταλήγει ότι προκύπτουν ενδεχόμενες ευθύνες για κατάχρηση εξουσίας ή απόπειρα κατάχρησης εξουσίας από τον τέως Πρόεδρο, με την επισήμανση ότι οι ενέργειές του δεν εντάσσονταν στις θεσμικές του αρμοδιότητες, όπως αυτές καθορίζονται από το Σύνταγμα.

Ποια πρόσωπα διώκονται συνολικά

Με βάση τον πίνακα στο τέλος της Έκθεσης (σελ. 64-67), τα πρόσωπα διώκονται για τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που εντόπισαν οι Λειτουργοί Επιθεώρησης. Η πιο σύντομη και ουσιαστική περίληψη είναι η εξής:

1. Νίκος Αναστασιάδης (τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας)

Κατηγορείται σε επτά περιπτώσεις συνολικά, οι οποίες συνδέονται με:

• Την υπόθεση Ριμπολόβλεφ, όπου φέρεται να υπήρξε μεσολάβηση και επιρροή προς κρατικούς λειτουργούς και θεσμούς για σκοπούς που σχετίζονταν με τη σύλληψη της Έλενας Ριμπολόβλεβα και τις σχετικές διαδικασίες.

• Την υπόθεση Focus, όπου φέρεται να είχε γνώση ή/και ωφελήθηκε από χρηματοδότηση του ΔΗΣΥ μέσω της Focus Maritime και στη συνέχεια να παρενέβη στην ποινική διερεύνηση της υπόθεσης.

• Την υπόθεση των Pandora Papers / offshore εταιρειών, όπου φέρεται να χρησιμοποίησε το αξίωμά του για να εξυπηρετήσει ιδιωτικά συμφέροντα της δικηγορικής του εταιρείας και πελατών της.

• Την υπόθεση του ακινήτου στη Δρομολαξιά, όπου φέρεται να παρενέβη υπέρ ιδιωτικής εταιρείας σε θέμα κρατικής διαχείρισης τουρκοκυπριακής περιουσίας.

2. Στάθης Λεμής

(συνεταίρος της δικηγορικής εταιρείας Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι)

Κατηγορείται ότι συμμετείχε στη διαχείριση δομών offshore εταιρειών και συναλλαγών που συνδέονται με την υπόθεση Pandora Papers και την απόκρυψη πραγματικών δικαιούχων ή/και χρηματικών ροών.

3. Φάνος Φιλίππου

(συνεταίρος της ίδιας δικηγορικής εταιρείας)

Κατηγορείται ότι:

• Υπέβαλε ψευδή ένορκη δήλωση στο πλαίσιο αίτησης πολιτογράφησης πελάτη της εταιρείας.

• Ενεπλάκη στη διαχείριση υπεράκτιων εταιρειών και δομών που συνδέονται με ενδεχόμενη νομιμοποίηση εσόδων.

4. Δικηγορική Εταιρεία Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι

Η Έκθεση θεωρεί ότι η εταιρεία χρησιμοποιήθηκε:

• Για διαχείριση offshore δομών και αιτήσεων πολιτογράφησης.

• Για ενέργειες που ενδεχομένως διευκόλυναν απόκρυψη πραγματικών δικαιούχων και οικονομικών συμφερόντων.

5. Ρίκκος Ερωτοκρίτου

(τέως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας)

Κατηγορείται ότι:

• Επηρέασε τον χειρισμό αστυνομικού φακέλου που αφορούσε την Έλενα Ριμπολόβλεβα.

• Παρενέβη ώστε ο φάκελος να μη διαβιβαστεί κανονικά στον Γενικό Εισαγγελέα και να επιστραφεί στην Αστυνομία.

• Στην υπόθεση Focus, φέρεται να παρενέβη προς ανακριτές για τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης.

6. Χάρης Σολωμωνίδης

(πρώην Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου)

Κατηγορείται ότι:

• Εξέδωσε διατάγματα υπέρ εταιρειών που εκπροσωπούσε η δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία.

• Η σύζυγός του εργαζόταν στην εν λόγω εταιρεία.

• Φέρεται να αποκόμισε ή να επιδίωξε όφελος μέσω της σχέσης αυτής.

7. Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ

Κατηγορείται ότι:

• Επωφελήθηκε από την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων στην υπόθεση Ριμπολόβλεφ.

• Ενδέχεται να συμμετείχε σε αθέμιτη συναλλαγή με δημόσιο λειτουργό μέσω της σχέσης με τον Δικαστή Σολωμωνίδη.

8. Παναγιώτης Νεοκλέους

Κατηγορείται ότι:

• Συνέταξε και υπέβαλε το παράπονο κατά της Έλενας Ριμπολόβλεβα.

• Είχε επικοινωνίες και συνεργασία με κρατικούς λειτουργούς αναφορικά με τον χειρισμό της υπόθεσης.

• Φέρεται να συμμετείχε σε ενέργειες που επηρέασαν την πορεία της ποινικής διαδικασίας.

9. Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ

Κατηγορείται ότι:

• Ενδεχομένως συμμετείχε σε σχήμα άσκησης επιρροής μέσω ενδιάμεσων προσώπων προς δημόσιους λειτουργούς σχετικά με την υπόθεση της πρώην συζύγου του.

10. Ανδρέας «Κυριάκος» Χατζηκυριάκος

Κατηγορείται ότι:

• Ενήργησε ως ενδιάμεσος («influence peddler») μεταξύ Ριμπολόβλεφ και κρατικών αξιωματούχων.

11. Ευθύμιος Μπουλούτας

(πρώην Διευθύνων Σύμβουλος Λαϊκής Τράπεζας)

Κατηγορείται ότι:

• Συμφώνησε ή διευκόλυνε χρηματοδότηση προς τον ΔΗΣΥ μέσω του μηχανισμού των «introducer fees».

• Συμμετείχε σε οικονομικές διευθετήσεις που παρουσιάζονταν ως τραπεζικές προμήθειες ενώ φέρεται να είχαν πολιτικό σκοπό.

12. Νίκος Κουγιάλης

(πρώην Υπουργός Γεωργίας)

Κατηγορείται ότι:

• Ως μέλος αρμόδιας επιτροπής εισηγήθηκε και υποστήριξε την παραχώρηση κρατικής γης στην Αρχιεπισκοπή με διαδικασία που κρίθηκε ελλιπώς τεκμηριωμένη και πιθανώς επιζήμια για το δημόσιο συμφέρον.

13. Γιώργος Βαρνάβας

(τέως βουλευτής)

Κατηγορείται ότι:

• Χρησιμοποίησε την πολιτική του θέση για να διευκολύνει την προώθηση αιτήματος ιδιωτικής εταιρείας αναφορικά με το ακίνητο στη Δρομολαξιά και την τουρκοκυπριακή περιουσία.

14. Εύα Ρωσσίδου-Παπακυριακού

(τέως Προϊσταμένη ΜΟΚΑΣ)

Κατηγορείται ότι:

• Διεξήγαγε πλημμελώς τη διερεύνηση των αποκαλύψεων OCCRP.

• Ενδέχεται να απέφυγε ή να παρέλειψε ουσιώδεις ανακριτικές ενέργειες.

15. Ιωάννης Σωτηριάδης

(ανώτερος αξιωματικός Αστυνομίας)

Κατηγορείται ότι:

• Επέτρεψε ή διευκόλυνε χειρισμούς στον φάκελο Ριμπολόβλεβα που καθυστέρησαν ή επηρέασαν την ποινική διερεύνηση.

• Διατηρούσε επικοινωνία με εμπλεκόμενα πρόσωπα και φέρεται να συνέβαλε στη διατήρηση ανοικτής της πίεσης προς τη Ριμπολόβλεβα.

Σημείωση: Η Έκθεση επαναλαμβάνει ότι πρόκειται για «ενδεχόμενα αδικήματα» και ότι η τελική κρίση περί ενοχής ανήκει αποκλειστικά στα δικαστήρια.

 

16 Ιουνίου 2026
David J. Vara

Η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών έχει συμπαρασύρει την επιτάχυνση τής ονοματοθεσίας συναφών ιστορικών εποχών. Από το 1970 λέγεται πως ξεκίνησε η 3η Βιομηχανική Επανάσταση, η ψηφιακή, ενώ από τις αρχές τής δεκαετίας τού 2010 η τρέχουσα, 4η Βιομηχανική Επανάσταση, με χαρακτηριστικά την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), τη Ρομποτική, το «Internet of Things» (IoT), την τρισδιάστατη εκτύπωση (3D), τη Βιοτεχνολογία και τη Γενετική Μηχανική, τα Μεγάλα Δεδομένα (Big Data) και τη Μηχανική Μάθηση (Machine Learning).[1] Παράλληλα, μετά το 2000, γίνεται λόγος για το Web 2.0 (το διαδίκτυο δεύτερης γενιάς), με χαρακτηριστικές εφαρμογές την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια Wikipedia και τις πλατφόρμες Facebook, YouTube, και Twitter (πλέον «X»). Τέλος, μάλλον πρόωρα, γίνεται επιπλέον  λόγος για το Web 3.0, το υποτιθέμενο ανοιχτό και αποκεντρωμένο διαδίκτυο, με έμφαση στο «σεβασμό» και με βάση τεχνολογίες όπως το blockchain[2] και η ΤΝ. Καθώς τα όρια μεταξύ του 2.0 και τού 3.0, είναι, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά, ασαφή, έχει προταθεί ο όρος Web 2.5.[3] Ο συγκεκριμένος όρος επιτρέπει να δούμε τα υπάρχοντα χαρακτηριστικά τού διαδικτύου ως μια εν εξελίξει, πλήρως δυναμική διαδικασία. Για παράδειγμα, το Facebook ήδη θεωρείται παλιομοδίτικο, οι αλγόριθμοι τού YouTube δεν βρίσκονται στην αιχμή τής τεχνολογίας, όμως αμφότερες οι πλατφόρμες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντική θέση στον κυβερνοχώρο, ενώ η τεχνολογία blockchain και τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (Large Language Models) αποτελούν την επιτομή τής εποχικής τάσης, τόσο σε δημοτικότητα, όσο και σε επενδύσεις — όχι δίχως μια σημαντική δόση υπερβολής (hype) ως προς τις προσδοκίες.[4]  

09 Ιουνίου 2026
Αρχείο Βύρωνα Καρύδη

Το Ίδρυμα για την Κληρονομιά των Λεβαντίνων  (Levantine Heritage Foundation) διοργάνωσε τη 41η υβριδική παρουσίασή της στο Λονδίνο τη Δευτέρα 2 Ιουνίου 2026, με προσκεκλημένο ομιλητή τον ιστορικό Αριστείδη Χρυσούλη (Aristide Chryssoulis), σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάλεξη με τίτλο «Life in the Principality of Samos, 1834–1912».

06 Ιουνίου 2026
 ΜΙΕΤ

Στο τελευταίο ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη (Μέρες Θ΄) και στην εγγραφή με ημερομηνία Σάββατο, 30 Νοεμβρίου, παρατίθεται ένα ποίημα με έντονα σκαμπρόζικο περιεχόμενο χωρίς να κατονομάζεται ο δημιουργός του.[1]

02 Ιουνίου 2026
Φωτογραφία αρχείου

Η Δήμητρα Χαλικιά εξηγεί γιατί παρεμβαίνει στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ

Ένα επιστολικό σχόλιο της  πρώην αντιπροέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ Δήμητρας Χαλικιά στο Βοοks’ Journal, με αφορμή το κείμενο του Κώστα Κούρκουλου για την ενδεχόμενη σκευωρία με στόχο τη σταθερότητα της ελληνικής Δημοκρατίας.

30 Μαϊος 2026
 Kaupo Kikkas

Η ECM (Edition of Contemporary Music) συγκαταλέγεται δικαίως ανάμεσα στις πιο επιδραστικές και αναγνωρίσιμες ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες της σύγχρονης μουσικής. Από την ίδρυσή της το 1969 στο Μόναχο, συνιστά ένα πολιτισμικό εγχείρημα, βαθιά συνδεδεμένο με τη μεταπολεμική εμπειρία της Γερμανίας, τη φιλοσοφία του μοντερνισμού και τη δημιουργική συνάντηση δύο μεγάλων παραδόσεων: της αφροαμερικανικής τζαζ και της ευρωπαϊκής κλασικής και σύγχρονης μουσικής. Στο κέντρο αυτού του εγχειρήματος βρίσκεται ο Μάνφρεντ Άιχερ (Manfred Eicher), ο οποίος επαναπροσδιόρισε  την παραγωγή όχι ως τεχνική ή εμπορική διαδικασία, αλλά ως πράξη μνήμης, στοχασμού και ακουστικής ευθύνης.

30 Μαϊος 2026
Wikipedia

Η 25η Νοεμβρίου 1973 είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο Δημήτριος Ιωαννίδης, μία εβδομάδα μετά την εξέγερση στο Πολυτεχνείο, ανατρέπει, με πραξικόπημα, τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και την κυβέρνηση του Σπύρου Μαρκεζίνη, την οποία ο δικτάτορας είχε διορίσει. Είναι μια αποφράδα ημέρα, καθώς η χούντα σκληραίνει τη στάση της στη συνέχεια. Μάλιστα, ακόμη χειρότερα, ο Ιωαννίδης ανατρέπει με πραξικόπημα, το 1974, τον Μακάριο στην Κύπρο και επακολουθεί η τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο. Επίσης, στις 25 Νοεμβρίου 2016 πεθαίνει ο Φιντέλ Κάστρο, ένα σύμβολο της επανάστασης για τους θιασώτες της.[1]

20 Μαϊος 2026
Αρχείο Γιώργου Ξένου

Από το έτος 1970, στην Πανεπιστημιακή Λέσχη (Ιπποκράτους και Ακαδημίας) λειτούργησε Θεατρικό Τμήμα. Την «Επιτροπή θεάτρου», που φέρεται ότι διοικούσε το Θεατρικό Τμήμα, την αποτελούσαν οι Στυλιανός Κορρές, καθηγητής της Φιλοσοφικής, ως Πρόεδρος, και οι Φαίδων Μπουμπουλίδης, επίσης καθηγητής της Φιλοσοφικής, και ο Γενικός Διευθυντής της Πανεπιστημιακής Λέσχης, απόστρατος αξιωματικός Λεωνίδας Οικονόμου.

18 Μαϊος 2026
Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Το «έντεχνο λαϊκό» είναι ένας γενικός όρος που καλύπτει ατομικές ιδιαιτερότητες, αντιφάσεις και συλλογικές διεργασίες που εκκινούν ήδη από τη δεκαετία του 1940. Η δημιουργική διάδραση μεταξύ των νέων τότε Αργύρη Κουνάδη και Μάνου Χατζιδάκι οδηγεί σε μια πρώιμη –προ-Θεοδωρακική– εκδοχή του «έντεχνου λαϊκού» στο αισθητικό σταυροδρόμι μιας υπαινικτικής αισθητικοποίησης του «ρεμπέτικου» και της μεγάλης παράδοσης του ευρωπαϊκού έντεχνου τραγουδιού («Lied» ή «mélodie»). Πρόκειται για μια εκδοχή «liedesque» την οποία ο Κουνάδης εγκατέλειψε χάρη κυρίως στις αβανγκάρντ φιλοδοξίες της γερμανικής του καριέρας. Στον Χατζιδάκι, ωστόσο, η εκδοχή αυτή παρέμεινε η πολυτιμότερη συνισταμένη του έργου του, οδηγώντας στα επιτεύγματα της δεκαετίας του 1970 (Ο Μεγάλος Ερωτικός, Τα Παράλογα, Χωρίον ο Πόθος).[1] 

05 Μαϊος 2026
Σελίδα 2 από 39