Παρεμβάσεις
Η συζήτηση του πρωθυπουργού με τον Ηλία Κανέλλη
Οι επτά θεωρητικοί που μελέτησε βαθιά, ο φιλελευθερισμός, η Ευρώπη, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Τουρκία, ο αγροτικός κόσμος, η ελληνική οικονομία. Αυτά ήταν τα βασικά θέματα της συνομιλίας του Ηλία Κανέλλη με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, το βράδυ της 19ης Ιανουαρίου 2026, στο πλαίσιο του πρώτου κύκλου συζητήσεων με τίτλο «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα», που διοργανώνει το Books’ Journal σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών. Ακολουθεί μια σύνοψη της συζήτησης.
Αν επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε, από φιλοσοφική σκοπιά, τον χαρακτήρα της μεταφραστικής δραστηριότητας, πρέπει να ανατρέξουμε στις εννοιολογικές διακρίσεις του Αριστοτέλη και να εντάξουμε τη μεταφραστική δραστηριότητα στο ευρύτερο πλαίσιο της ποιήσεως: όταν μεταφράζουμε, φτιάχνουμε κάτι, κατασκευάζουμε ένα μετάφρασμα – όπως ένας μαραγκός φτιάχνει τραπέζια, ή ένας ποιητής ποιήματα. Και αυτό που αναμένεται από έναν μεταφραστή είναι να κατέχει τη μορφή γνώσης που προσιδιάζει στην κατασκευαστική ποίηση: να κατέχει την τέχνην της μετάφρασης. [1]
Θέλει δουλειά πολλή για να πεις εμείς. Και να το εννοείς. Και να το νιώθεις.
Αυτή είναι, χωρίς περιστροφές –ή μάλλον, με όλες τις περιστροφές του κόσμου–, η πολλή δουλειά, «μεροδούλι, μεροφάι, στιχουργική», που έκανε επί τόσα χρόνια, δεκαετίες, ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ήτανε έργο δύσκολο, κόπος μεγάλος, σαν του Σίσυφου. Σαν τον πίθο των Δαναΐδων –τον γέμιζε κι άδειαζε, τον γέμιζε κι άδειαζε–, σαν την κανάτα μιας αέναης γιορτής, που όμως είναι τρύπια. Ο μύθος τη θέλει τρύπια. Ανικανοποίητη. Ανίκανη να χορτάσει. Ε, όλη του τη ζωή, κι ακόμα παραπέρα, μέχρι αύριο και μεθαύριο πια, ο Διονύσης Σαββόπουλος προσπάθησε και θα προσπαθεί να γεμίσει το κανάτι της κοινής γιορτής μας.
Παρηγορητικός λόγος για τον Διονύση Σαββόπουλο
Σχεδόν ένα χρόνο πριν από την αποφράδα ημέρα, την Κυριακή 3 Απριλίου 1966, ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών οργάνωσε συναυλία στο θέατρο Διάνα. Ανάμεσα στους μουσικούς ήταν και ο 22χρονος Διονύσης Σαββόπουλος. Παραμέρισε την ορχήστρα και με μια κιθάρα παρουσίασε ο ίδιος τα τραγούδια του. Δεν ξέρω γιατί μου κόλλησε από το πρώτο άκουσμα «Το δέντρο», στίχοι και μουσική, σε τέτοιο βαθμό ώστε για πολλά χρόνια νόμιζα πως είμαι ο θιασώτης του ενός τραγουδιού, που συντρόφεψε σε δύσκολες μέρες τη ζωή μου.
Ο Τόμας Τζέιμς Φλέμινγκ (Thomas James Fleming, 1927 – 2017) ήταν Αμερικανός ιστορικός και συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων. Το έργο του, περισσότερα από 40 βιβλία, επικεντρώνεται συνήθως στην Αμερικανική Επανάσταση. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 2007, η Wall Street Journal δημοσίευσε ένα κείμενό του με τον τίτλο Washington's Gift. Το κείμενο εκείνο επικεντρωνόταν σε μια χριστουγεννιάτικη ιστορία σχετική με την γέννηση της Αμερικής, την οποία γνωρίζουν ελάχιστοι Αμερικανοί, όπως σημείωνε ο Φλέμινγκ. Αναφερόταν, βεβαίως, σε μια πράξη του Γεωργίου Ουάσιγκτον, καθοριστική για τις πεποιθήσεις που κυριάρχησαν στην Αμερική για την αυτοδιάθεση και τη λαϊκή διακυβέρνηση. Ο Φλέμινγκ περιέγραψε την άρνηση του Ουάσιγκτον να διεκδικήσει την απόλυτη εξουσία. Για να εκτιμήσει κάποιος την σημασία της, πρέπει να ανατρέξει στη σκοτεινή περίοδο που ακολούθησε το τέλος της οκταετούς πάλης της Αμερικής για ανεξαρτησία.
Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα το καλοκαίρι του 1974. Η συγκυρία, παράξενη. Εγώ πέμπτη γυμνασίου. Εποχή έμφορτη γεγονότων, και εγώ στη δίνη ενός επώδυνου διαζυγίου των γονιών μου που ούτε φιλικό ούτε συναινετικό ήταν, τότε που ο ένας σύντροφος έπρεπε να διαπομπεύσει τον άλλον τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, προκειμένου να διαλυθεί η γάμου κοινωνία. Τέλος πάντων, τότε ήταν που ο αδελφός μου, επιστρέφοντας από το Κολλέγιο Αθηνών, υπότροφος –«γιος μικροεπαγγελματία» είχε γράψει η σχολική εφημερίδα– έφερε μια μαύρη κασέτα. Μέσα, το Φορτηγό. Δεν είχα ξανακούσει τέτοιο πράγμα, γλυκά και τραχιά τραγούδια ανάκατα. Τη βάζαμε στο κασετοφωνάκι, καθόλου δεν μας ενοχλούσε ο μεταλλικός του ήχος, και την ακούγαμε αδιάκοπα, μέχρι που κάποια στιγμή το κασετόφωνο μάσησε την ταινία. Σταμάτησε να παίζει. Επιστρατεύτηκε ένα μολύβι και την φέραμε κάπως στα ίσια της. Ξαναρχίσαμε να την ακούμε.
Αν και ήταν οπαδός της κοινωνικής καταλλαγής δεν φοβήθηκε, ποτέ, τις ρήξεις. Όχι αυτές που υπαγόρευε η πρώτη αριστερή πολιτικο-καλλιτεχνική του ένταξη, αλλά αυτές που του υποδείκνυε η αυτεξούσια συνείδησή του. Η ψυχή του. Διονύσης Σαββόπουλος. Όπως το τραγουδά στον Πυρήνα του: «φεύγω, κάθε μέρα φεύγω, στην ψυχή μου όλο πιo κοντά». Ψυχικός, όχι εμπαθής, αληθινός και αμνησίκακος. Αν τον αποκαλέσουμε συγχωρητικό, τότε μάλλον υποχρεούμαστε να τον πούμε χριστιανό.