Σύνδεση συνδρομητών

Μνήμη Κώστα Σημίτη-5 / Η πολιτική οικονομικής σταθεροποίησης 1985-87

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2025 08:12
21 Μαΐου 2002. Ο Κώστας Σημίτης με τον Νίκο Χριστοδουλάκη στη διάρκεια κοινοβουλευτικής συζήτησης προ ημερησίας διατάξεως σε επίπεδο αρχηγών με θέμα την οικονομία.
Αρχείο The Books’ Journal
21 Μαΐου 2002. Ο Κώστας Σημίτης με τον Νίκο Χριστοδουλάκη στη διάρκεια κοινοβουλευτικής συζήτησης προ ημερησίας διατάξεως σε επίπεδο αρχηγών με θέμα την οικονομία.

Με αφορμή το θάνατο του Κώστα Σημίτη, δημοσιεύθηκαν πολλά και ενδιαφέροντα κείμενα, με αντικείμενο την εξωτερική του πολιτική, τον ευρωπαϊσμό του, τον εκσυγχρονισμό, κ.λπ. Αρκετοί αρθρογράφοι, επίσης, προέβησαν σε συγκρίσεις της προσωπικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου μ’ εκείνη του Κώστα Σημίτη, δηλώνοντας την προτίμησή τους για τον δεύτερο. Με πολλές από αυτές τις κρίσεις συμφωνώ, άλλες τις βρίσκω αρκετά μονοδιάστατες και απλουστευτικές.

Στο παρόν σύντομο σημείωμα επιθυμώ να διατυπώσω το ακόλουθο απλό επιχείρημα: η πολιτική οικονομικής σταθεροποίησης της περιόδου 1985-1987, που σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε από τον τότε υπουργό Εθνικής Οικονομίας, Κώστα Σημίτη, και εξαιρετικούς συνεργάτες του –και είχε τη στήριξη του τότε πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου– υπήρξε ένα δείγμα προσεκτικά μελετημένης σταθεροποιητικής οικονομικής πολιτικής, προσανατολισμένης στην εμπειρία ανάλογων οικονομικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν από κυβερνήσεις σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ευρώπη. Η ανατροπή της, μεταγενέστερα, από τον Ανδρέα Παπανδρέου, κατά τη συζήτηση στη Βουλή του προϋπολογισμού για το 1988, υπό την πίεση λαϊκιστικών φωνών μέσα στο κυβερνών κόμμα, είχε δύο πολύ αρνητικές συνέπειες, η πρώτη εκ των οποίων αφορά την οικονομία της χώρας (γι’ αυτό είναι και η πιο σημαντική), ενώ η δεύτερη αφορά την υστεροφημία του.

Συγκεκριμένα, οι οικονομικές εξελίξεις από το 1987 έως την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση το 1993 –διάστημα που περιλαμβάνει και τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος εντός μιας τριετίας ανέθεσε το τιμόνι του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας σε τρεις συνεργάτες του με πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αντιλήψεις για τον τρόπο αντιμετώπισης των κρίσιμων οικονομικών ζητημάτων της χώρας– κατέδειξαν πόσος πολύτιμος χρόνος χάθηκε για τη σταθεροποίηση της οικονομίας στην αρχή και για την περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας στη συνέχεια. Η αλήθεια του παραπάνω ισχυρισμού επιβεβαιώθηκε από την πολύ γνωστή φράση του Ανδρέα Παπανδρέου στο Υπουργικό Συμβούλιο της 2ας Δεκεμβρίου 1993, με την οποία κάλεσε όλο τον ελληνικό λαό –«οφείλουν όλοι να αγωνιστούν» είπε χαρακτηριστικά– στη «μάχη» καταπολέμησης του χρέους, διότι «είτε το Έθνος θα εξαφανίσει την υπερχρέωση της χώρας είτε η υπερχρέωση θα αφανίσει το Έθνος».

 

«Δαπανάμε πιο πολύ απ’ ό,τι παράγουμε»

Ίσως, όμως, η δραματική αυτή έκκληση του Ανδρέα Παπανδρέου όταν ανέλαβε εκ νέου τα ηνία της διακυβέρνησης της χώρας το 1993 να είχε αποφευχθεί, αν δεν είχαν υπονομευθεί και ανατραπεί τα θετικά αποτελέσματα που παρήχθησαν κατά τη διετία 1985-1987. Επιπλέον, η θέση του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ιστορία της Ελλάδος θα ήταν αναμφίλεκτα καλύτερη, αν η προσφορά του στην οικονομική εξυγίανση και στην ανάπτυξη της χώρας μας δεν ξεκινούσε το 1993 –όταν έγινε η προετοιμασία για τη σύγκλιση της οικονομίας μας προς τα ισχύοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς από την 1η Νοεμβρίου εκείνου του έτους άρχισε να ισχύει η Συνθήκη του Μάαστριχτ– αλλά χαρακτηριζόταν από συνέπεια και συνέχεια.

Ο Σημίτης φρόντισε να εξηγήσει αναλυτικά την πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης που εφάρμοσε κατά τη διετία 1985-1987, και μετά την ανατροπή της, εκδίδοντας το ακόλουθο βιβλίο: Νίκος Γκαργκάνας, Τάκης Θωμόπουλος, Κώστας Σημίτης, Γιάννης Σπράος, Η πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης, εισαγωγή-παρουσίαση: Κώστας Σημίτης, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1989. Σε αυτό, ο Σημίτης προβαίνει σε μια «πρώτη εκτίμηση», στην οποία καταχωρίζει και την ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου στην τηλεόραση, όταν ο τότε πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στον ελληνικό λαό για να του εξηγήσει την αναγκαιότητα εφαρμογής του σταθεροποιητικού προγράμματος, τονίζει ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει μια σειρά από διαρθρωτικά προβλήματα, το κυριότερο των οποίων είναι το θέμα του ισοζυγίου πληρωμών – και οφείλουμε να εστιάσουμε στην επίλυσή του. Λέει, μάλιστα, ξεκάθαρα ότι «δαπανάμε, σαν κοινωνία, πιο πολύ απ’ ό,τι παράγουμε». Ο Γιάννης Σπράος στο δικό του κείμενο με τίτλο, «Μέσα και στόχοι μακροοικονομικής πολιτικής. Σκέψεις για την πρόσφατη ελληνική εμπειρία», κάνει μια συστηματική παρουσίαση όλων των παραμέτρων του προγράμματος και των επιμέρους πολιτικών που το συγκροτούν, αναλύοντας το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, του πληθωρισμού, της απασχόλησης, της δημοσιονομικής πολιτικής, των δαπανών, της νομισματικής πολιτικής, της συναλλαγματικής πολιτικής, όπως και της εισοδηματικής πολιτικής, ενώ κλείνει με «μαθήματα για το μέλλον». Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο Κώστας Σημίτης επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση των πολιτικών σταθεροποίησης που ακολούθησαν τότε ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση οικονομικών ανισορροπιών, ενώ ο Τάκης Θωμόπουλος και ο Νίκος Γκαργκάνας εξειδικεύουν, παρουσιάζοντας τις περιπτώσεις της Γιουγκοσλαβίας και της Ισπανίας ο πρώτος, της Ιταλίας ο δεύτερος.

Ήταν πολύ σημαντική η επίκληση της αντίστοιχης εμπειρίας από την εφαρμογή περιοριστικών οικονομικών πολιτικών με σκοπό την εξυγίανση της οικονομίας από άλλες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη διότι τότε στο ΠΑΣΟΚ, τόσο στο κόμμα όσο και στην κοινοβουλευτική ομάδα, επικρατούσε η άποψη ότι τέτοιου είδους πολιτικές εφαρμόζουν μόνον οι συντηρητικές κυβερνήσεις. Ο Σημίτης στην αυτοβιογραφία του, Δρόμοι Ζωής (Πόλις, Αθήνα 2015), στο κεφάλαιο, «Το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας», αναφέρει επ’ αυτού του ζητήματος:

Η σταθεροποιητική πολιτική  έμοιαζε με κεραυνό, σε μια περίοδο όπου δεν διακρίνονταν ακόμη τα σύννεφα της θύελλας. Προκάλεσε την απορία και την αντίδραση όσων πίστευαν ότι μόνο συντηρητικές κυβερνήσεις εφαρμόζουν περιοριστική εισοδηματική πολιτική  και επιδιώκουν τη σταθεροποίηση. Κατά τη γνώμη τους, μια σοσιαλιστική κυβέρνηση όπως αυτή του ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε, αντίθετα, να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες και να ενισχύσει το εισόδημα των εργαζομένων. Στον προοδευτικό χώρο, δεν είχαν αντιληφθεί τις συνέπειες των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Πίστευαν ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει αυτονομία. Δεν αναγνώριζαν ότι είναι ώς έναν βαθμό ενταγμένη στη διεθνή οικονομία. Δεν ίσχυαν πλέον οι παλιοί κανόνες, που εφαρμόζονταν την εποχή των κλειστών συνόρων και των αυστηρά ελεγχόμενων συναλλαγών προϊόντων και κεφαλαίων. Υπήρχαν διάφορα παραδείγματα που υποδείκνυαν την ανάγκη να αλλάξουν οι αντιλήψεις. Στη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστρία, την Ομοσπονδιακή Γερμανία, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες της οικονομικής πολιτικής των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων απέδειξαν ότι απαιτείται αντιπληθωριστική πολιτική για την αντιμετώπιση των οικονομικών ανισορροπιών. Και, προπάντων, είναι ανάγκη μια χώρα να μην καταναλώνει σταθερά, και για μεγάλο διάστημα, περισσότερα απ’ όσα παράγει. (σ. 147-148)[1]

Δεν είναι σκοπός του παρόντος κειμένου να παρουσιάσει αναλυτικά τα επιτεύγματα του σταθεροποιητικού προγράμματος 1985-1987. Ο Σημίτης και στα δύο προαναφερθέντα βιβλία παραθέτει, με εντιμότητα και ακρίβεια, σε ποιους τομείς πέτυχε το πρόγραμμα τους στόχους του και σε ποιους απέκλινε από τους αρχικώς προσδιορισθέντες. Παρά ταύτα, κλείνοντας, αξίζει να επισημανθεί η ακόλουθη παρατήρηση του Κώστα Σημίτη, διότι αποτελεί χρήσιμη υπόμνηση για το μέλλον:

Από την εφαρμογή του σταθεροποιητικού προγράμματος προκύπτει ένα χρήσιμο συμπέρασμα: οι μισθωτοί θα καλούνται να συνεισφέρουν τα περισσότερα για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών της οικονομίας, όταν το κράτος δεν είναι σε θέση να περιορίσει τις δαπάνες του και να επιβάλει φόρους σε όσους έχουν τα υψηλότερα εισοδήματα ή φοροδιαφεύγουν. Τα κεντρικά ελλείμματα δεν είναι πάντοτε, λοιπόν, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, χρήσιμα αναπτυξιακά εργαλεία. Αποτελούν μελλοντικά βάρη για τους εργαζόμενους. Το έδειξε, επίσης, κατά ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο, η κρίση του 2009 και η σταθεροποιητική πολιτική που επακολούθησε. (Κώστας Σημίτης, Δρόμοι Ζωής, ό.π., σ. 358-359).

 

[1] Ας μη λησμονούμε ότι, λόγω της διαφωνίας του με την οικονομική πολιτική που εξαγγέλθηκε το 1985, ο Γεράσιμος Αρσένης, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Εθνικής Οικονομίας το διάστημα 1982-1985, αποχώρησε από το ΠΑΣΟΚ. Για να εξηγήσει τις δικές του απόψεις για το οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδος, εξέδωσε το βιβλίο Πολιτική Κατάθεση (Οδυσσέας, Αθήνα 1987). Επίσης, το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1985-1987 συζητούν οι Παναγιώτης Ρουμελιώτης και Βασίλης Κολλάρος σε ομότιτλο κεφάλαιο του βιβλίου τους, Από την Ελλάδα της Αλλαγής στην Ελλάδα της Παρακμής 1981-2021 (Λιβάνη, Αθήνα 2021).

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

Καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας και διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Βιβλία του: Καστοριάδης και σύγχρονη πολιτική θεωρία (2009), Μαθηματικά και φυσική (2010), Μαθηματικά, θεωρητική ή πρακτική επιστήμη, εντέλει; (2016), Ένας αιώνας διεθνών σχέσεων 1919-2019 (επιμ. με τον Ανδρέα Γκόφα και τη Μαριλένα Κοππά, 2020), Κρίσιμες οντολογικές έννοιες στο έργο του Καστοριάδη (2022), Θεωρητικές και θετικές επιστήμες. Οι δύο κουλτούρες και οι διατομές τους (2022), Παναγιώτης Κονδύλης και Alexandre Kojève (2023).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.