Συγκεκριμένα, οι οικονομικές εξελίξεις από το 1987 έως την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση το 1993 –διάστημα που περιλαμβάνει και τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος εντός μιας τριετίας ανέθεσε το τιμόνι του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας σε τρεις συνεργάτες του με πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αντιλήψεις για τον τρόπο αντιμετώπισης των κρίσιμων οικονομικών ζητημάτων της χώρας– κατέδειξαν πόσος πολύτιμος χρόνος χάθηκε για τη σταθεροποίηση της οικονομίας στην αρχή και για την περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας στη συνέχεια. Η αλήθεια του παραπάνω ισχυρισμού επιβεβαιώθηκε από την πολύ γνωστή φράση του Ανδρέα Παπανδρέου στο Υπουργικό Συμβούλιο της 2ας Δεκεμβρίου 1993, με την οποία κάλεσε όλο τον ελληνικό λαό –«οφείλουν όλοι να αγωνιστούν» είπε χαρακτηριστικά– στη «μάχη» καταπολέμησης του χρέους, διότι «είτε το Έθνος θα εξαφανίσει την υπερχρέωση της χώρας είτε η υπερχρέωση θα αφανίσει το Έθνος».
«Δαπανάμε πιο πολύ απ’ ό,τι παράγουμε»
Ίσως, όμως, η δραματική αυτή έκκληση του Ανδρέα Παπανδρέου όταν ανέλαβε εκ νέου τα ηνία της διακυβέρνησης της χώρας το 1993 να είχε αποφευχθεί, αν δεν είχαν υπονομευθεί και ανατραπεί τα θετικά αποτελέσματα που παρήχθησαν κατά τη διετία 1985-1987. Επιπλέον, η θέση του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ιστορία της Ελλάδος θα ήταν αναμφίλεκτα καλύτερη, αν η προσφορά του στην οικονομική εξυγίανση και στην ανάπτυξη της χώρας μας δεν ξεκινούσε το 1993 –όταν έγινε η προετοιμασία για τη σύγκλιση της οικονομίας μας προς τα ισχύοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς από την 1η Νοεμβρίου εκείνου του έτους άρχισε να ισχύει η Συνθήκη του Μάαστριχτ– αλλά χαρακτηριζόταν από συνέπεια και συνέχεια.
Ο Σημίτης φρόντισε να εξηγήσει αναλυτικά την πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης που εφάρμοσε κατά τη διετία 1985-1987, και μετά την ανατροπή της, εκδίδοντας το ακόλουθο βιβλίο: Νίκος Γκαργκάνας, Τάκης Θωμόπουλος, Κώστας Σημίτης, Γιάννης Σπράος, Η πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης, εισαγωγή-παρουσίαση: Κώστας Σημίτης, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1989. Σε αυτό, ο Σημίτης προβαίνει σε μια «πρώτη εκτίμηση», στην οποία καταχωρίζει και την ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου στην τηλεόραση, όταν ο τότε πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στον ελληνικό λαό για να του εξηγήσει την αναγκαιότητα εφαρμογής του σταθεροποιητικού προγράμματος, τονίζει ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει μια σειρά από διαρθρωτικά προβλήματα, το κυριότερο των οποίων είναι το θέμα του ισοζυγίου πληρωμών – και οφείλουμε να εστιάσουμε στην επίλυσή του. Λέει, μάλιστα, ξεκάθαρα ότι «δαπανάμε, σαν κοινωνία, πιο πολύ απ’ ό,τι παράγουμε». Ο Γιάννης Σπράος στο δικό του κείμενο με τίτλο, «Μέσα και στόχοι μακροοικονομικής πολιτικής. Σκέψεις για την πρόσφατη ελληνική εμπειρία», κάνει μια συστηματική παρουσίαση όλων των παραμέτρων του προγράμματος και των επιμέρους πολιτικών που το συγκροτούν, αναλύοντας το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, του πληθωρισμού, της απασχόλησης, της δημοσιονομικής πολιτικής, των δαπανών, της νομισματικής πολιτικής, της συναλλαγματικής πολιτικής, όπως και της εισοδηματικής πολιτικής, ενώ κλείνει με «μαθήματα για το μέλλον». Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο Κώστας Σημίτης επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση των πολιτικών σταθεροποίησης που ακολούθησαν τότε ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση οικονομικών ανισορροπιών, ενώ ο Τάκης Θωμόπουλος και ο Νίκος Γκαργκάνας εξειδικεύουν, παρουσιάζοντας τις περιπτώσεις της Γιουγκοσλαβίας και της Ισπανίας ο πρώτος, της Ιταλίας ο δεύτερος.
Ήταν πολύ σημαντική η επίκληση της αντίστοιχης εμπειρίας από την εφαρμογή περιοριστικών οικονομικών πολιτικών με σκοπό την εξυγίανση της οικονομίας από άλλες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη διότι τότε στο ΠΑΣΟΚ, τόσο στο κόμμα όσο και στην κοινοβουλευτική ομάδα, επικρατούσε η άποψη ότι τέτοιου είδους πολιτικές εφαρμόζουν μόνον οι συντηρητικές κυβερνήσεις. Ο Σημίτης στην αυτοβιογραφία του, Δρόμοι Ζωής (Πόλις, Αθήνα 2015), στο κεφάλαιο, «Το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας», αναφέρει επ’ αυτού του ζητήματος:
Η σταθεροποιητική πολιτική έμοιαζε με κεραυνό, σε μια περίοδο όπου δεν διακρίνονταν ακόμη τα σύννεφα της θύελλας. Προκάλεσε την απορία και την αντίδραση όσων πίστευαν ότι μόνο συντηρητικές κυβερνήσεις εφαρμόζουν περιοριστική εισοδηματική πολιτική και επιδιώκουν τη σταθεροποίηση. Κατά τη γνώμη τους, μια σοσιαλιστική κυβέρνηση όπως αυτή του ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε, αντίθετα, να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες και να ενισχύσει το εισόδημα των εργαζομένων. Στον προοδευτικό χώρο, δεν είχαν αντιληφθεί τις συνέπειες των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Πίστευαν ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει αυτονομία. Δεν αναγνώριζαν ότι είναι ώς έναν βαθμό ενταγμένη στη διεθνή οικονομία. Δεν ίσχυαν πλέον οι παλιοί κανόνες, που εφαρμόζονταν την εποχή των κλειστών συνόρων και των αυστηρά ελεγχόμενων συναλλαγών προϊόντων και κεφαλαίων. Υπήρχαν διάφορα παραδείγματα που υποδείκνυαν την ανάγκη να αλλάξουν οι αντιλήψεις. Στη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστρία, την Ομοσπονδιακή Γερμανία, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες της οικονομικής πολιτικής των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων απέδειξαν ότι απαιτείται αντιπληθωριστική πολιτική για την αντιμετώπιση των οικονομικών ανισορροπιών. Και, προπάντων, είναι ανάγκη μια χώρα να μην καταναλώνει σταθερά, και για μεγάλο διάστημα, περισσότερα απ’ όσα παράγει. (σ. 147-148)[1]
Δεν είναι σκοπός του παρόντος κειμένου να παρουσιάσει αναλυτικά τα επιτεύγματα του σταθεροποιητικού προγράμματος 1985-1987. Ο Σημίτης και στα δύο προαναφερθέντα βιβλία παραθέτει, με εντιμότητα και ακρίβεια, σε ποιους τομείς πέτυχε το πρόγραμμα τους στόχους του και σε ποιους απέκλινε από τους αρχικώς προσδιορισθέντες. Παρά ταύτα, κλείνοντας, αξίζει να επισημανθεί η ακόλουθη παρατήρηση του Κώστα Σημίτη, διότι αποτελεί χρήσιμη υπόμνηση για το μέλλον:
Από την εφαρμογή του σταθεροποιητικού προγράμματος προκύπτει ένα χρήσιμο συμπέρασμα: οι μισθωτοί θα καλούνται να συνεισφέρουν τα περισσότερα για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών της οικονομίας, όταν το κράτος δεν είναι σε θέση να περιορίσει τις δαπάνες του και να επιβάλει φόρους σε όσους έχουν τα υψηλότερα εισοδήματα ή φοροδιαφεύγουν. Τα κεντρικά ελλείμματα δεν είναι πάντοτε, λοιπόν, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, χρήσιμα αναπτυξιακά εργαλεία. Αποτελούν μελλοντικά βάρη για τους εργαζόμενους. Το έδειξε, επίσης, κατά ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο, η κρίση του 2009 και η σταθεροποιητική πολιτική που επακολούθησε. (Κώστας Σημίτης, Δρόμοι Ζωής, ό.π., σ. 358-359).
[1] Ας μη λησμονούμε ότι, λόγω της διαφωνίας του με την οικονομική πολιτική που εξαγγέλθηκε το 1985, ο Γεράσιμος Αρσένης, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Εθνικής Οικονομίας το διάστημα 1982-1985, αποχώρησε από το ΠΑΣΟΚ. Για να εξηγήσει τις δικές του απόψεις για το οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδος, εξέδωσε το βιβλίο Πολιτική Κατάθεση (Οδυσσέας, Αθήνα 1987). Επίσης, το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1985-1987 συζητούν οι Παναγιώτης Ρουμελιώτης και Βασίλης Κολλάρος σε ομότιτλο κεφάλαιο του βιβλίου τους, Από την Ελλάδα της Αλλαγής στην Ελλάδα της Παρακμής 1981-2021 (Λιβάνη, Αθήνα 2021).