Εις Μνήμην
Η τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου σημαδεύτηκε από την απώλεια του μεγάλου αμερικανού επιστήμονα Στίβεν Γουάινμπεργκ (Steven Weinberg), που απεβίωσε στα 88 του χρόνια. Ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, στο Όστιν, και τις τελευταίες δεκαετίες πριν από το θάνατό του θεωρούνταν ευρέως ως ο σημαντικότερος θεωρητικός φυσικός εν ζωή.
Για πολλούς, κυρίως στην Ελλάδα, ο Κόλιν Πάουελ, που πέθανε στις 18 Οκτωβρίου 2021, από επιπλοκές του covid-19, ήταν ένα «γεράκι». Ο άνθρωπος που δικαιολόγησε στη διεθνή κοινότητα τη στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ. Η πραγματικότητα είναι πως η επέμβαση στο Ιράκ το 2003 άφησε έντονο τραύμα στην αξιοπιστία και στην αποτελεσματικότητα των διεθνών θεσμών. Επίσης, οδήγησε στη μεγαλύτερη ρήξη στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πριν από μερικές ημέρες, οι εκδόσεις Άγρα ανακοίνωσαν το θάνατο της Έλγκας Καββαδία, στενής συνεργάτριας του οίκου. Η γεννημένη το 1937 Έλγκα Καββαδία ήταν κόρη της αδελφής του Νίκου Καββαδία, Τζένιας, ανιψιά δηλαδή του ποιητή. Χάρη στη συμβολή της, εκδόθηκαν τα βιβλία του ποιητή από την Άγρα, καθώς και οι επιστολές του, και αρκετοί ακόμα τόμοι με μελέτες για το έργο του. Είχε σπουδάσει βιβλιοθηκονομία και συνεργάστηκε με την Αννέτ Σλουμπερζέ που δημιούργησε στην Ελλάδα τις πρώτες αποκλειστικά παιδικές βιβλιοθήκες. Όπως αναφέρει ο εκδοτικός οίκος, από τη δεκαετία του 1980 και η Έλγκα Καββαδία έστησε και διεύθυνε 25-29 παιδικές βιβλιοθήκες σε διάφορα σημεία της Ελλάδας (Βελβενδός, Πομακοχώρια, Ελευσίνα κ.λπ.), τις οποίες ζωντάνεψε με υποδειγματικό τρόπο, βάζοντας τον πήχυ πολύ ψηλά. Δυστυχώς, το κράτος οδήγησε αυτόν τον θεσμό σε κλείσιμο μετά το 2000.
Στη συνέχεια, ο συνεργάτης μας, Κώστας Καραμάρκος, καταθέτει τη δική του ιδιαίτερη μαρτυρία για την Έλγκα Καββαδία και την προσπάθειά της να στήσει μια ανάλογη βιβλιοθήκη σε έναν ζωτικό χώρο του απόδημου ελληνισμού, τη Μελβούρνη. [ΤΒJ]
Γνώρισα τον Μίκη Θεοδωράκη, τον άνθρωπο και το έργο του, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Πρώτα το έργο του. Μυήθηκα σ’ αυτό κυρίως με τον Επιτάφιο (σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου) αλλά και με ένα τραγούδι που καρφώθηκε στο μυαλό μου: το «Σε πότισα ροδόσταμο», σε στίχους Νίκου Γκάτσου – θυμάμαι, στη δισκογραφία κυκλοφόρησε με τη Μαίρη Λίντα και με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, αλλά σε εμένα έχει εμπεδωθεί η μοναδική απόδοσή του από τη Μελίνα Μερκούρη.[1]
Εγώ τον Μίκη Θεοδωράκη τον γνώρισα στη Ζάτουνα.
Το χωριό του πατέρα μου, η Μελισσόπετρα, είναι το πρώτο μετά τη Ζάτουνα. Το ηλεκτρικό και το οδικό δίκτυο σταματάνε εκεί. Από εκεί, μουλάρια και λάμπες πετρελαίου.
Μαθητής Γυμνασίου φεύγω από το χωριό δύο ώρες ποδαρόδρομο. Πάω στη Δημητσάνα να πάρω εφημερίδα για να μάθω ποιος κέρδισε το Κύπελλο, ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός. Τελικά το πήρε ο ΠΑΟ στην κλήρωση, 1-1 το παιγνίδι.
Απογοητευμένος με το Φως παραμάσχαλα περνάω μέσα από τη Ζάτουνα. Στο καφενείο είναι ο Μίκης, δύο νυσταλαίοι χωροφύλακες και οι άντρες του χωριού.
Με φόβο και θαυμασμό σταματάω μπροστά του. Αυτός σηκώνει τη γροθιά του και – τι μου λέει ο αθεόφοβος;
«Ολυμπιακάρα ε;»
Πουλί και πέταξα μέσα στα κατσάβραχα.
Στις 6 Οκτωβρίου 1960, ο Μίκης Θεοδωράκης παρουσίασε στην Αίθουσα Φιλελευθέρων, που βρισκόταν στην οδό Χρήστου Λαδά, στο κέντρο της Αθήνας, με πρωτοβουλία του Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών, τις δύο διαφορετικές εκδοχές του Επιταφίου, που είχαν λίγο νωρίτερα κυκλοφορήσει σε δίσκο – ο ένας με τη Νάνα Μούσχουρη, ο άλλος με λαϊκή ορχήστρα και ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Παρακάτω, παρατίθεται το δημοσίευμα του Γ.Π. Σαββίδη, από το βήμα, με το οποίο περιγράφεται εκείνη η μοναδική μουσική βραδιά. Δημοσιεύονται επίσης τέσσερις ανέκδοτες φωτογραφίες από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη.
Ήταν ένας πολύτιμος φίλος και μόνιμος συνεργάτης του Books’ Journal. Ο Πέτρος Στ. Μακρής Στάικος, συγγραφέας μεταξύ άλλων του βιβλίου Κίτσος Μαλτέζος: Ο αγαπημένος των θεών, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι όπου κατοικούσε. Ήταν 72 χρόνων και η συμβολή του στην απομυθοποίηση του ηρωικού αφηγήματος της Αριστεράς για τον εμφύλιο ήταν σημαντική.