Αυτό που πια έχει σημασία είναι ότι ο Σμαραγδής κατάφερε να βγάλει από το σπίτι τους 700.000 ανθρώπους και από τα μικρά και στενάχωρα γραφεία τους πανεπιστημιακούς ιστορικούς της χώρας. Εκφράστηκαν πολλοί από αυτούς και έχει μεγαλύτερη σημασία να δούμε τις απόψεις τους σε μια μετα-κριτική προσέγγιση, ως άσκηση σχολαστικότητας ασφαλώς αλλά και ουσίας. Τα συμπεράσματα, νομίζω, είναι πολύ πιο χρήσιμα για να κατανοήσουμε ποια είναι η επίσημη, ας την πούμε, γνώση που έχουμε για τον Καποδίστρια, και εξ αντανακλάσεως να δούμε ποιο είναι το επίπεδο της επίσημης ιστοριογραφίας της χώρας.
Έχω συλλέξει πολλές από αυτές τις κριτικές, αλλά φαντάζομαι όχι όλες. Ας με συγχωρέσουν γι’ αυτό όσοι δεν αναφερθούν στο παρόν –που είμαι σίγουρος ότι θα το κάνουν–, καθώς πρόκειται να ασχοληθώ μόνο με τις ανακρίβειες και όχι με τις ορθές πληροφορίες ή κρίσεις. H ανακρίβεια είναι το αξιοπερίεργο για πανεπιστημιακούς καθηγητές και όχι το αντίθετο.
Έφτιαξε ο Καποδίστριας το Σύνταγμα της Ελβετίας;
Ο αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνούς Πολιτικής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Αντώνης Κλάψης, θεωρεί ότι ο Καποδίστριας δεν έγραψε το Σύνταγμα της Ελβετίας γιατί το Σύνταγμα της χώρας αυτής πρωτοδιαμορφώθηκε το 1848, 17 χρόνια δηλαδή μετά τη δολοφονία του (συνέντευξη στο Capital.gr, 8/1/2026). Επεξηγεί μάλιστα ότι συχνά μπερδεύεται η αναμφισβήτητη συμβολή του στη διακήρυξη της ουδετερότητας της χώρας με τη συμμετοχή του στο Σύνταγμά της.
Όμως από πού προκύπτει ότι το ελβετικό κράτος ιδρύθηκε το 1848; Η συνθήκη που ένωσε τα 22 καντόνια σε μια ανεξάρτητη και ουδέτερη χώρα έγινε ακριβώς το 1815. Ονομάστηκε «Ομοσπονδιακή Συνθήκη των 22 Καντονιών της Ελβετίας» («Bundesvertrag zwischen den XXII Cantonen der Schweiz»). Ο Καποδίστριας βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της συνθήκης, την οποία ονόμασε και ο ίδιος αλλά και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες «Σύνταγμα». Είναι σαφές ότι δεν έγιναν όλες οι «ομοσπονδιακές» προτάσεις του δεκτές. Τελικά, η συνθήκη ή Σύνταγμα του 1815 έμοιαζε με συνομοσπονδία.
Επιπρόσθετα, κάθε καντόνι είχε το δικό του Σύνταγμα. Έχουμε επιστολές του Καποδίστρια που διορθώνει άρθρα των σχεδιασμάτων τους σε κατεύθυνση ρεπουμπλικανική και διαφωτιστική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα άρθρα που έγραψε με προβλέψεις για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.
Ο Καποδίστριας λοιπόν ήταν εκεί. Η επιρροή του ήταν καθοριστική για τη συνταγματική ιστορία της Ελβετίας – και όχι μόνο για την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της. Μπερδεύει ο κ. Κλάψης τα γεγονότα του Συνεδρίου στη Βιέννη και στο Παρίσι (1815) όπου ανακοινώθηκαν οι αποφάσεις για τη διεθνή υπόσταση της χώρας με τις συνταγματικές διεργασίες των ετών 1813-4.
Μπορεί κανείς να βρει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται, και αρκετές από τις πρωτογενείς πηγές, στη μελέτη της ελβετής ιστορικού Michelle Bouvier-Bron, που έχει μεταφραστεί και δημοσιευτεί στον Δ΄τόμο του Αρχείου Ι. Καποδίστρια (Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1984). Επίσης πολύ κατατοπιστικό είναι το μακροσκελές άρθρο με τίτλο «Η Ελβετία χωρίς τον Καποδίστρια δεν θα ήταν αυτό που είναι» του Lorenzo Amberg στην εφημερίδα Το Βήμα (10/10/2014). Ο Amberg ήταν το 2014 πρέσβης της Ελβετίας στην Ελλάδα .
Έσωσε ο Καποδίστριας τη Γαλλία από διαμελισμό;
Ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής έγραψε συνοπτικά: «όχι, δεν έσωσε αυτός τη Γαλλία από διαμελισμό». Όμως έχουμε ακριβή στοιχεία και η σκηνή που παρουσιάζει ο Σμαραγδής είναι αρκετά προσκολλημένη σε αυτά. Περιγράφεται στα Απομνημονεύματα της Ρωξάνδρας Στούρτζα (μετάφραση: Μαρία Τσάτσου, Ιδεόγραμμα 2006, σ. 195-8), ο αδελφός της οποίας ήταν εκεί ως γραμματέας του Καποδίστρια, και επιβεβαιώνεται από απομνημονεύματα και επιστολές γάλλων στρατηγών και του ιδίου του Δούκα του Ρισελιέ. Πρώτος έγραψε γι’ αυτές τις πηγές ο Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος στη μονογραφία του για τον Καποδίστρια (Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος, τελευταία έκδοση από το ΜΙΕΤ το 2008).
Όντως υπήρξε απόφαση διαμελισμού της Γαλλίας. Ο γάλλος βασιλιάς, με την παρότρυνση του Καποδίστρια, υπέβαλε την παραίτησή του και ο τσάρος Αλέξανδρος, συνεννοημένος από πριν, κατσάδιασε τους συμμετέχοντες στις εργασίες του συνεδρίου των Παρισίων (1815). Έτσι ο Λουδοβίκος κράτησε το θρόνο του και τη Γαλλία ενωμένη. Αργότερα, φρόντισε ο Καποδίστριας να λυθούν όλα τα θέματα των αποζημιώσεων της Γαλλίας προς τους συμμάχους και να μπει αυτή και πάλι στην εξίσωση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης.
Ο καθηγητής Αντώνης Κλάψης έγραψε πως αυτή δεν ήταν δική του πολιτική, αλλά κρατική επιλογή, δηλαδή πολιτική του Αλέξανδρου. Αυτό είναι σωστό, αλλά δεν συγκρούεται με το γεγονός ότι κύριος εκφραστής και εμπνευστής της πολιτικής αυτής ήταν ο Καποδίστριας που εξήγησε τις πρωτοβουλίες του επί μακρόν στη λεγόμενη Αυτοβιογραφία του.
Η δε στάση του Λουδοβίκου είναι εύγλωττη. Όφειλε προσωπική ευγνωμοσύνη στον Καποδίστρια. Υπήρχε μεταξύ τους ισχυρός σύνδεσμος, ο γάλλος στρατηγός Λοβέρδος, νεανικός φίλος από τα Επτάνησα. Ο Λουδοβίκος έστειλε το Σύνταγμα Maison και γι’ αυτούς τους λόγους. Πήρε υπότροφους στη Γαλλία από το ορφανοτροφείο της Αίγινας. Έστειλε χρηματικές συμβολές. Όλα αυτά σταμάτησαν με την Ιουλιανή Επανάσταση που έφερε τον Δούκα της Ορλεάνης στο θρόνο.
Ήταν επαναστάτης ο Καποδίστριας;
«Όχι» αναφωνούν οι πλείστοι ιστορικοί και όχι μόνο οι προαναφερθέντες. Κι όμως, πρόσφατα το μουσείο Φιλελληνισμού αγόρασε ένα αξιομνημόνευτο τεκμήριο, μια επιστολή του Μέττερνιχ που λέει ακριβώς αυτό. Ότι το 1819 ο Καποδίστριας ήταν ήδη ένας επαναστάτης, φίλος των ιδεών του Benjamin Constant και προστάτης της ελευθερίας των Ελλήνων. Δημοσίευσα αποσπάσματα της επιστολής στην εφημερίδα Καθημερινή («Ιωάννης Καποδίστριας, ο επαναστάτης», 26/6/2024). Γνωρίζαμε τις ιδέες του Μέττερνιχ από τα απομνημονεύματά του, αλλά αυτά υποτίθεται ότι γράφτηκαν μετά την επανάσταση και, άρα, δικαιολογούσαν κάποια διαστρέβλωση από τον χολερικό Μέττερνιχ.
Όμως τώρα έχουμε μια σαφή απόδειξη ότι η Αυστρία τον θεωρούσε επαναστάτη και με αυτά τα στοιχεία προσπάθησε και πέτυχε να τον απομακρύνει από τη θέση του. Τι απαντούν εδώ οι Έλληνες πανεπιστημιακοί; Ουδεμία ώς τώρα απάντηση. Δεν επεκτείνομαι στο θέμα, γιατί είναι τεράστιο, πολύπλοκο, και μέρος μιας μελλοντικής έκδοσης που αφορά τον κυβερνήτη.
Ήταν ψευδής η φράση που αποδίδεται στον Μέττερνιχ για την τιμιότητα του Καποδίστρια;
Ο Αριστείδης Χατζής φαίνεται να έχει δηλώσει στην Καθημερινή (Θοδωρής Λέννας - Απόστολος Λακασάς, «Ποιος σκότωσε τελικά τον Καποδίστρια;», 18/1/2026) ότι η δήθεν φράση του Μέττερνιχ, πως «ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απολύτως έντιμος άνθρωπος» στην οποία προστίθεται ότι «ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας», αποτελεί «κατασκευή». Αυτή τη φράση προφανέστατα αναφέρει ως κατασκευασμένη και η ιστορικός Χριστίνα Κουλούρη, πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, στην ίδια συνέντευξη.
Τι λέει όμως ο ίδιος ο Μέττερνιχ στα απομνημονεύματά του (Memoirs Of Prince Metternich 1815-1829, τόμος 3, σελ. 584, αγγλική μετάφραση,1881, https://archive.org/details/in.ernet.dli.2015.79960): «As an opponent, only a thoroughly honourable man is difficult to conquer». Και αμέσως μετά, περηφανεύεται για τη νίκη του απέναντι στον Καποδιστρια, χωρίς να αναφέρει το όνομά του, αλλά εννοούσε αυτόν καθώς η επιστολή που γράφτηκε την 14η Ιουνίου 1822 ανακοίνωνε ότι έφτασαν νέα από την Αγία Πετρούπολη για την περιθωριοποίηση του Καποδίστρια στο Ανατολικό Ζήτημα από τον πράκτορά του Tatistscheff.
Δεν ξέρω ποιος μετέφερε αυτή τη φράση και έγινε viral, αλλά είναι και ορθή και υπαρκτή. Και υπάρχει κι άλλη παρόμοια φράση του Μέττερνιχ για τον Καποδίστρια με το ίδιο νόημα.
Σκότωσαν οι Μαυρομιχάληδες τον κυβερνήτη για εκδίκηση;
Σύμφωνα με τον Χρήστο Λούκο, ομότιμο καθηγητή Ιστορίας και τον πλέον ειδικό που έχουμε στον Καποδίστρια, «δεν υπήρχε ευθεία σχέση μεταξύ της αντιπολίτευσης και των δολοφόνων. Αλλά η αντιπολίτευση έφτιαξε ένα κλίμα “τυραννοκτονίας” και έτσι η πράξη των Μαυρομιχαλέων, που είχε προσωπικά κίνητρα, έλαβε χαρακτήρα διαφορετικό» (Σάκης Ιωαννίδης, «Χρήστος Λούκος στην “Κ”: Όσα ξέρω και όσα είδα για τον Καποδίστρια», Η Καθημερινή, 11/1/2026). Σύμφωνα με τη Χριστίνα Κουλούρη, επρόκειτο για «πράξη εκδίκησης, που αφορούσε και το πρόσωπο αλλά και την πολιτική του κυβερνήτη» (Η Καθημερινή, ό.π., 18/1/2026).
Αυτή είναι μια ευρέως διατυπωμένη άποψη, αν θυμάμαι καλά και στα σχολικά βιβλία, την οποία από μικρός αδυνατούσα να καταλάβω. Τόσο ώστε πολλές φορές ρώτησα φίλους και γνωστούς Μανιάτες για το αν ξεπλένουν με φόνο την «άδικη» φυλάκιση ενός συγγενή τους. Αυτό που μου είπαν είναι ότι οι Μανιάτες ξεπλένουν με αίμα μόνο το αίμα και την ατίμωση μιας γυναίκας της οικογένειας. Τα υπόλοιπα σηκώνουν έχθρα, αλλά όχι φόνο. Αυτό μάλιστα είναι που αποκαλούν «γδικιωμό».
Το ότι δεν ήξερε για το έγκλημα η αντιπολίτευση που το ζητούσε μέσα από την εφημερίδα του Πολυζωίδη Απόλλων, το ότι δεν είχαν συζητήσει οι Μαυρομιχάληδες με τον Μαυροκορδάτο, τον Κουντουριώτη και τους λοιπούς πραξικοπηματίες την πράξη τους πριν την κάνουν είναι το απόλυτο μύθευμα της πανεπιστημιακής ιστοριογραφίας. Μια ανάγνωση στα φύλλα του Απόλλωνα, και ιδιαίτερα του τελευταίου, είναι απαραίτητη. Ευτυχώς, πολλοί άλλοι ιστορικοί σήμερα δεν συμφωνούν.
Ήταν αυταρχικός ή δικτατορικός ο Καποδίστριας;
Δυστυχώς, εδώ δεν μπορούμε να αναφέρουμε ιστορικούς που έχουν αυτή την άποψη, γιατί επί της ουσίας είναι όλοι. Ακόμη και ο Γιάννης Σμαραγδής στην ταινία του παρουσιάζει τον Καποδίστρια ως έναν λαϊκό δικτάτορα, έναν «αισυμνήτη» που τον έφερε ο λαός ως σωτήρα. Για το λόγο αυτό άλλωστε δολοφονήθηκε ο κυβερνήτης. Επειδή έγινε τύραννος, επειδή ήταν αυταρχικός, επειδή δεν συνεργάστηκε με τις προεπαναστατικές δομές εξουσίας ως εντολοδόχος τους, επειδή δεν σεβάστηκε την αυτονομία των επαρχιών και δεν κατάλαβε τις ιδιαιτερότητες των Ελλήνων. Ήθελε να κάνει το δικό του, καλά και σώνει.
Λίγα χρόνια πριν, το 1820, σε ένα άλλο ευρωπαϊκό κράτος, έφτασε μια πληροφορία ότι κάποιοι συνωμότες ετοιμάζονταν να δολοφονήσουν μέλη της κυβέρνησης. Επρόκειτο μάλλον για αστεία ιστορία. Παρ’ όλα αυτά, οι συνωμότες συνελήφθησαν, δικάστηκαν αμέσως, καταδικάστηκαν επί εσχάτη προδοσία και τους κρέμασαν δημοσία θέα, με εισιτήριο, έξω από τη φυλακή. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι πέθαναν, τους έκοψαν παραδειγματικά το κεφάλι. Αυτή ήταν η «συνωμοσία της οδού Cato» και η εκτέλεση έγινε έξω από τις φυλακές του Newgate στο Λονδίνο της Αγγλίας, στο πιο κοινοβουλευτικό και φιλελεύθερο κράτος της εποχής.
Δεν μπορούμε να κρίνουμε με τα δεδομένα του σήμερα εκείνη την εποχή. Για τότε, η κυβέρνηση Καποδίστρια, και όχι το καθεστώς, όπως συνεχίζουν να το αποκαλούν οι καλύτεροι ιστορικοί μας, ήταν και φιλελεύθερη και διαφωτισμένη και επιεικέστατη. Ο ίδιος ο Καποδίστριας σε μια επιστολή του στον Σνεϊδέρο (Sneider) αναφέρει ότι, αν και ήταν εύκολο, δεν επρόκειτο να εξαλείψει τους Μαυρομιχαλαίους παρότι είχαν ξεκινήσει τις πειρατείες και παρότι παρακράτησαν φόρους που αναλογούσαν στο κράτος, επειδή «δεν ήθελε να παραδεχτεί χαλεπά πολιτεύματα, από τα οποία το έθνος μπορούσε κάποια στιγμή να ζήσει τον όλεθρο» (Επιστολή 9ης Ιουλίου 1830).
Λέει δηλαδή ότι δεν επιθυμεί να εφαρμόσει δικτατορικές μεθόδους και ότι θέλει ένα μέλλον για το έθνος χωρίς τέτοια πολιτεύματα. Αυτό ας το ακούσουν και οι πολίτες που συγχέουν τον Καποδίστρια με δικτατορικές δικές τους επιθυμίες. Ο Καποδίστριας δεν ήταν ούτε Μεταξάς ούτε Παπαδόπουλος. Ήταν το ακριβώς αντίθετο.
Τι θα είχε γίνει η Ελλάδα, αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας
Σε αυτό το ερώτημα, η μόνη απάντηση που έχει σημασία είναι του πλέον ειδικού, του Χρήστου Λούκου: «[Η Ελλάδα] δεν θα ήταν διαφορετική. Αν είχε αφεθεί ο Καποδίστριας να ολοκληρώσει το έργο του θα ήταν κάπως διαφορετικά τα πράγματα, αλλά δεν δικαιολογείται το αδιέξοδο της σημερινής ελληνικής κοινωνίας επειδή ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε» (Η Καθημερινή, ό.π., 11/1/2026).
Πράγματι, ο Καποδίστριας δεν έμελλε να μείνει στην ηγεσία της χώρας. Δεν το ήθελε ούτε ο ίδιος. Γνώριζε την προσωρινότητά του και περίμενε να στείλουν οι δυνάμεις κάποιον ευρωπαίο πρίγκιπα ως βασιλιά. Ώς εδώ καλά. Τι θα έβρισκε όμως ο βασιλιάς;
Θα έβρισκε κεντρική διοίκηση, επάρχους και επαρχίες, κτηματολόγιο, αποκαταστημένους μικροκαλλιεργητές, ασφάλεια στην ύπαιθρο, νόμισμα, εθνική οικονομία, εθνική τράπεζα, δημόσια έργα και ιδιωτικές οικίες να κατασκευάζονται εντός σχεδίων πόλης, που σέβονταν όλοι, αγροτικά σχολεία, επαγγελματικά σχολεία, γενικά σχολεία, όλα με όργανο τη γλώσσα του λαού. Θα έβρισκε τα ορφανά του αγώνα ασφαλή. Θα έβρισκε ισομερή εξωτερική πολιτική και σχετικά ανεξάρτητη. Θα έβρισκε νόμους και δικαστήρια. Με άλλα λόγια θα έβρισκε μια νεαρή και ακμάζουσα ρεπούμπλικα.
Θα ήταν στο χέρι του νέου ηγεμόνα να κάνει πέρα τους Φαναριώτες και τους κοτζαμπάσηδες καθώς τα κινήματά τους είχαν ηττηθεί και ο λαός πραγματικά δεν τους ήθελε. Θα κυβερνούσε με μια τάξη νέων που είχαν από πριν τον αγώνα πάει στην Ευρώπη, με λεφτά της Φιλομούσου Εταιρείας, του Εϋνάρδου και του Καποδίστρια να σπουδάσουν γι’ αυτόν τον λόγο. Θα έβρισκε στρατό και Ευέλπιδες αξιωματικούς. Θα έβρισκε τους μοναχούς στα κελιά τους και τους στρατιώτες στους στρατώνες τους.
Αντ’ αυτών, ο ανήλικος Όθων βρήκε εμφύλιο, κατεστραμμένα τα πάντα και τους κοτζαμπάσηδες νικητές. Αναγκάστηκε να κυβερνήσει με τους νικητές και ας ήθελε όταν ενηλικιώθηκε πιο πολύ τους ηττημένους. Αντί για ρεπούμπλικα είχαμε πια μια μοναρχία χωρίς Σύνταγμα, με παράγοντες που θεωρούσαν το κράτος ιδιοκτησία τους. Αργότερα, έγινε μια συνταγματική παραγοντοκρατία των παλαιοελλαδιτών. Έτσι πορευτήκαμε ως σήμερα. Κυβέρνησαν οι πραξικοπηματίες, οι γιοι, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους. Δίκασαν τα παιδιά των δικαστικών, αστυνόμευσαν και στρατήγευσαν ομοίως οι απόγονοι.
Γιατί οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αστοχούν τόσο πολύ στο ζήτημα του Καποδίστρια
Προφανώς πολλοί από τους ιστορικούς της χώρας πιάστηκαν απροετοίμαστοι ως προς της λεπτομέρειες, αλλά έσπευσαν να καταδικάσουν την ταινία του Σμαραγδή για σωστούς αλλά και για λάθος λόγους. Πιστεύουν βέβαια ότι μπορούν να πουν και μια κουβέντα παραπάνω, όπως τη θυμούνται, καθότι ως καθηγητές έχουν το ακαταδίωκτο, εν πολλοίς και το ακαταλόγιστο. Πέντε έξι άνθρωποι που ξέρουν δεν αποτελούν πρόβλημα. Υπάρχει συναδελφική κατανόηση στις αστοχίες.
Αν το δούμε, όμως, πιο βαθιά το ζήτημα, φαίνεται πως υπάρχει ένα πανεπιστημιακό κεκτημένο από τις απαρχές αυτού του κράτους. Ένα σκόπιμο damnatio memoriae κατά του κυβερνήτη, στο οποίο ελάχιστοι πήγαν κόντρα. Ο Δεσποτόπουλος, η Κούκου με τα λάθη της, ο Πετρίδης, και κάποιοι ακόμα. Αν ένας ιστορικός εμπιστευτεί τις δευτερογενείς πηγές θα χάσει. Γράφτηκαν και γράφονται σημεία και τέρατα, απείρως περισσότερα από τα λάθη του Σμαραγδή, και κατοχυρώθηκαν αυτά στη συλλογική μνήμη. Ευτυχώς, το τελευταίο βιβλίο του Χρήστου Λούκου (Ιωάννης Καποδίστριας: Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2022) έσπασε κάπως αυτό το καλούπι, όχι στις εκφράσεις και τις κρίσεις αλλά στις πληροφορίες που δίνει.
Γιατί όμως τέτοια έχθρα απέναντι στον Καποδίστρια; Γιατί έτσι όπως δομήθηκε το ελληνικό κράτος μετά τη δολοφονία Καποδίστρια, ως ιδιοκτησία των παραγόντων, έτσι δομήθηκε και το Πανεπιστήμιο. Ως ιδιοκτησία των καθηγητών. Έτσι πορεύτηκε και έτσι πορεύεται. Γιατί αν δεν διαγραφόταν ο Καποδίστριας και η ρεπούμπλικά του από τη συλλογική μνήμη η θέση τους κινδύνευε και κινδυνεύει.
Αν θέλει ένας νέος επιστήμονας σήμερα στο Πανεπιστήμιο να μπει σε αυτό, πρέπει είτε να στρατευτεί σε μια από τις πολιτικές και συνδικαλιστικές φατρίες που το κυβερνούν είτε να έχει κάποιον σύνδεσμο με έναν από τους παλιούς καθηγητές, οικογενειακό, ή απλώς να είναι υποτακτικός. Έτσι όμως η έρευνα μπαίνει στα στενά καλούπια της ιδεολογίας κάθε φατρίας ειδικά για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, ή της αυθεντίας του παλιού καθηγητή. Ρήξεις δεν επιτρέπονται – και, όταν γίνονται, επέρχεται η απομόνωση.
Ακόμα χειρότερα, ο νέος καθηγητής μεγαλώνοντας γίνεται παράγοντας ο ίδιος και χρησιμοποιεί τη θέση του και τη δύναμή του για στόχους που δεν έχουν να κάνουν με την ευδοκίμηση του Πανεπιστημίου και την αποστολή του, δηλαδή τη μάθηση των νέων. Δε θα πω περισσότερα σε αυτό, παρά μόνο ότι οι περισσότεροι καθηγητές σήμερα, σε ιδιωτικές συζητήσεις, δηλώνουν πως ασφυκτιούν μέσα στο σύστημα αυτό. Όσοι φεύγουν έξω, μάλιστα, συνήθως διαπρέπουν.
Προ ολίγων ετών έγινε ο περίφημος νόμος Διαμαντοπούλου που έφερε τα Συμβούλια Ιδρύματος στα Πανεπιστήμια και πολλοί από τους λαμπρότερους καθηγητές μας του εξωτερικού κλήθηκαν να ανατρέψουν την κατάσταση. Οι πιο πολλοί δέχτηκαν να έρθουν. Οι περισσότεροι εγχώριοι καθηγητές συνασπίστηκαν εναντίον του νόμου. Με ποια επιχειρήματα; Ότι ήταν αυταρχικός, ότι ανέτρεπε τις «δημοκρατικές» συνήθειες του Πανεπιστημίου, ότι αμφισβητούσε την αυτονομία του και δε σεβόταν τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής εκπαίδευσης. Ο νόμος έπεσε και οι μικροί αυτοί Καποδίστριες εκδιώχθηκαν.
Είναι λοιπόν αδύνατον για το δικό μας Πανεπιστήμιο ως σύνολο να δει ψύχραιμα και αντικειμενικά, πολλώ δε μάλλον να κατανοήσει, τον παλιό εκείνον Καποδίστρια. Και λάθη και ατιμίες θα διαπράττει εναντίον του, και τα ερμηνευτικά σχήματα που θα επιλέγει θα διαιωνίζουν την ιστοριογραφική αδικία. Μπορεί να μην έχει ξεκαθαριστεί απολύτως ποιος δολοφόνησε τελικά τον Καποδίστρια, αλλά είναι σαφές ποιος τον δολοφονεί ακόμα – και αυτός δεν είναι ο Σμαραγδής.
YΓ. Έχω σπουδάσει Ιστορία στο ΑΠΘ, Διεθνή Πολιτική και Διακυβέρνηση στο ΕΚΠΑ και είμαι υποψήφιος Διδάκτορας Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Καλή μου τύχη με αυτά που γράφω. Εδώ και 18 χρόνια ασχολούμαι με τον Καποδίστρια, και έτσι όπως τα έφερε η ζωή, αυτή έγινε και η καθημερινή μου απόλαυση, αλλά και η εμμονή μου. Τα άλλα δεν με ενδιαφέρουν.