Σύνδεση συνδρομητών

Η Ελλάδα και ο γεωπολιτισμός

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2026 00:04
The Sotiris Felios Collection
Χρήστος Μποκόρος, Έξοδος, 2006. Χρώματα λαδιού και τυπωμένο χαρτί σε πανί και ξύλο, 111,5 x 111,5 εκ.
The Sotiris Felios Collection

Γεώργιος Διον. Πουκαμισάς, Το Γεωπολιτισμικό Ανάπτυγμα των Ελλήνων, Δοκίμιο, Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2025.

«Το γεωπολιτισμικό εύρος της Ελλάδος είναι συνάρτηση της ιστορίας της, στη διαχρονική συνέχεια του χώρου, της γλώσσας του ελληνικού κόσμου, της γεωγραφικής θέσης της στο σημείο συνάντησης τριών ηπείρων και της ιδιοσυστασίας της, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, παρ’ όλες τις ρήξεις και τις προσμείξεις», ισχυρίζεται ο Γεώργιος Πουκαμισάς. Πού έχει δίκιο, πού έχει άδικο και γιατί. [ΤΒJ]

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου δεν είναι μόνον ένας έμπειρος διπλωμάτης αλλά κι ένας διανοούμενος, ένας ρέκτης της Ιστορίας, ένας παθιασμένος μελετητής της πολιτικής και πολιτισμικής ιστορίας της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης. Αυτό το πάθος, συνοδευόμενο από μια γνήσια αγωνία για την αναζητούμενη ιστορική αλήθεια, αποτυπώνεται στο ύφος της γραφής του. Η αφήγησή του έχει νεύρο, ζωντάνια, έναν γνήσιο πόθο να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη και να συνομιλήσει μαζί του. Ισότιμα, δηλαδή όχι ως αυθεντία, αλλά ως έλληνας πολίτης προς έλληνα πολίτη (αλλά και προς κάθε άλλον ενδιαφερόμενο για το θέμα του βιβλίου του). Το ύφος της γραφής αναδεικνύει, εν προκειμένω, το ήθος του συγγραφέα.

Το θέμα του βιβλίου δεν είναι η γεωπολιτική, που, ειρήσθω αν παρόδω, αποτελεί επιστημονικό όρο που επινοήθηκε από τον σουηδό πολιτικό επιστήμονα Ρούντολφ Κιέλλεν (Rodolf Kjellén) το 1900, αλλά ο γεωπολιτισμός. Ο γεωπολιτισμός απορρέει από τη γεωπολιτική, όπως εκβολάδα της τελευταίας είναι και η γεωοικονομία. Γεωπολιτισμός «είναι η ανάδειξη του πολιτισμικού κεφαλαίου, της πολιτισμικής κληρονομιάς μιας εθνικής κοινωνίας, χάριν της προβολής της αίγλης του έθνους-κράτους», μας λέει ο Πουκαμισάς.

Κατά συνέπεια, συνεχίζει ο συγγραφέας, «το γεωπολιτισμικό εύρος της Ελλάδος είναι συνάρτηση της ιστορίας της, στη διαχρονική συνέχεια του χώρου, της γλώσσας του ελληνικού κόσμου, της γεωγραφικής θέσης της στο σημείο συνάντησης τριών ηπείρων και της ιδιοσυστασίας της, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, παρ’ όλες τις ρήξεις και τις προσμείξεις». Όσον αφορά τη σημασία της «διαχρονικής συνέχειας του χώρου» στον ορισμό του γεωπολιτισμικού εύρους της Ελλάδος που μόλις σας έδωσα, αρκούμαι να σημειώσω ότι, όπως ο Πλάτων κατέγραψε στο διάλογό του, Φαίδων, οι Έλληνες γνώριζαν θαυμάσια τι εννοούσε ο Σωκράτης όταν έλεγε ότι οι λαοί της Μεσογείου ζουν γύρω από τη θάλασσα «όπως τα μυρμήγκια και τα βατράχια γύρω από το τέλμα».[1]

Όσον αφορά το ποιοι μπορούν να λογίζονται ως Έλληνες, ο Πουκαμισάς ασπάζεται την περίφημη φράση από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη, το 380 π.Χ., σύμφωνα με την οποία «και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας».

 

«Πέθανε» ή όχι, τελικώς, η Ελλάδα;

Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν συμφωνεί πως επήλθε το τέλος της Ελλάδος, νοουμένης όχι ως κρατικής οντότητας αλλά ως του κουνιανού επιστημολογικού «παραδείγματος» (paradigm)  που αφορά «τον ελληνικό τρόπο ζωής». Διότι αυτό εννοούσε ο αείμνηστος Χρήστος Γιανναράς με το κείμενό του, «Finis Graeciae», πως εξέλιπε ό,τι εκείνος προσελάμβανε ως «ελληνικό τρόπο ζωής». Δεν αποδέχεται ο Πουκαμισάς ότι «απέσβετο και λάλον ύδωρ» και αφιερώνει το δοκίμιό του για το γεωπολιτισμικό ανάπτυγμα της Ελλάδας «στους ανθιστάμενους, τους γρηγορούντες Έλληνες».

Ας μου επιτραπεί να πω ότι συμμερίζομαι τη θέση ότι η Ελλάδα δεν «πέθανε» –τουλάχιστον όχι ακόμη– για πολλούς λόγους, ο κυριότερος των οποίων είναι ο ακόλουθος: εφόσον η Ελλάδα νοηθεί ευρύτερα, ως έθνος, ως ελληνισμός, οφείλουμε να αναρωτηθούμε εάν, π.χ., μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαμε ποτέ ελληνική επιστημονική κοινότητα της διασποράς με ενεργότερη παρουσία στο διεθνές επιστημονικό γίγνεσθαι από αυτήν που διαθέτουμε σήμερα. Μάλλον όχι! Αν σκεφτούμε, π.χ., τα μαθηματικά, στον εικοστό αιώνα, τρεις ήταν οι έλληνες μαθηματικοί που έτυχαν παγκόσμιας αναγνώρισης, ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, ο Χρήστος Παπακυριακόπουλος και ο Δημήτρης Χριστοδούλου (με τον τελευταίο, ζώντα και ακμαίο, να συνεχίζει το έργο του και στον εικοστό πρώτο αιώνα). Σήμερα, όμως, πολλοί έλληνες αλλά και ελληνίδες μαθηματικοί διακρίνονται σε μεγάλα Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Ινστιτούτα του εξωτερικού, κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο. Κι αυτή η παρατήρηση ισχύει και για τις περισσότερες από τις υπόλοιπες επιστήμες. Αυτοί οι Έλληνες αποτελούν, μέσω του έργου τους, μια απόδειξη του εύρους και της ποιότητας του σημερινού γεωπολιτισμικού αναπτύγματος της Ελλάδας. Κι αυτό συμβαίνει διότι πληρούν μια κρίσιμη προϋπόθεση για την αποδοχή της σπουδαιότητας ενός επιστημονικού ή καλλιτεχνικού έργου. Η εν λόγω προϋπόθεση –την οποία θέτει ο φιλόσοφος, Κώστας Αξελός, στο δοκίμιό του, Η Μοίρα της Σύγχρονης Ελλάδας,  που πρωτοδημοσίευσε στα γαλλικά το 1954– απαιτεί το εκάστοτε κρινόμενο έργο να συμβάλει στο «συγκεκριμένο οικουμενικό», αντί να χαρακτηρίζεται από ιδιαιτερότητες επαρχιακού, συνήθως, χαρακτήρα.[2] Και για να γίνει πιο σαφής ο φιλόσοφος, φέρνει το παράδειγμα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, γράφοντας τα εξής: «Από τους Ελλαδίτες έλειψαν μορφές οικουμενικής εμβέλειας. Μεταξύ των Ελλήνων της διασποράς λίγοι έφθασαν στο οικουμενικό. Υπήρξε εντούτοις ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Ελ Γκρέκο, ο οποίος στη δύση του μεσαιωνικού κόσμου και στην αυγή του νεωτερικού εγκατέλειψε τα στενά όρια της γενέτειράς του κι έφυγε από την –άλλοτε επιφανή– Κρήτη προς τις χώρες που ήσαν εν τω γίγνεσθαι. Δίνοντας νέες μορφές στον κόσμο, πραγματοποίησε τη μοίρα του».[3] Με βάση το ανωτέρω κριτήριο περί οικουμενικότητας του έργου τους, πολλοί από τους σημερινούς Έλληνες επιστήμονες της διασποράς «πραγματοποιούν τη μοίρα τους». Και ασφαλώς, υπάρχουν και κάποιοι που το επιτυγχάνουν μαχόμενοι εντός των «ελληνικών τειχών».

 

Η Ελλάδα και «Η παρακμή της Δύσης» του Σπένγκλερ

Μιας και αναφέρθηκα στο παραπάνω δοκίμιο του Κώστα Αξελού, αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι τούτο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης ή, τουλάχιστον, βασικό ανάγνωσμα για τον Πουκαμισά, από κοινού με τα ακόλουθα μελετήματα: Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους του Arnold Toynbee, το νεανικό δοκίμιο του Εμίλ Σιοράν Η μεταμόρφωση της Ρουμανίας, όπως και το Ελεύθερο Πνεύμα του Γιώργου Θεοτοκά. Επίσης, σημαντική επιρροή στον αγώνα –που ήταν και αγωνία– του συγγραφέα να συντάξει το δοκίμιό του είχαν Η Παρακμή (ή, αλλιώς, το Λυκόφως) της Δύσης του Όσβαλντ Σπένγκλερ, τα δύο έργα του Σάμιουελ Χάντινγκτον, Η σύγκρουση των Πολιτισμών και Ποιοι είμαστε;, όπως και δύο πονήματα ελλήνων διανοητών: το Ρωμιοσύνη - Ρωμανία - Ρούμελη του πατρός Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη και η Ιστορία του Ελληνοτουρκικού χώρου 1928-1973, του μελετητή της γεωπολιτικής, Δημητρίου Κιτσίκη.

Στο σημείο αυτό, ας μου επιτραπεί ένα σχόλιο που αφορά το βιβλίο του Σπένγκλερ για την παρακμή της Δύσης. Κατ’ αρχάς, κατανοώ το ενδιαφέρον του Πουκαμισά γι’ αυτό, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι ο Σπένγκλερ δεν άφησε αδιάφορο ούτε τον Αξελό. Γράφει, λοιπόν, ο τελευταίος: «Μπορεί η νεωτερική Ελλάδα να μη συνιστούσε έθνος νεωτερικού (δυτικού) τύπου. Τη θέση αυτή υποστήριξε, ευφυέστατα μάλιστα, όχι ένας Έλληνας αλλά ένας Γερμανός: o Σπένγλερ. Η “νεωτερική” Ελλάδα θα αποτελούσε, σύμφωνα με την άποψη αυτή, μέρος του “μαγικού κόσμου” που διαδέχθηκε τον ελληνορωμαϊκό κόσμο και προηγήθηκε του δυτικού και νεωτερικού κόσμου. Θα ήταν έθνος μαγικό, το ίδιο όπως οι Βυζαντινοί και οι Εβραίοι: ένα έθνος χωρίς οριοθετημένο έδαφος, αλλά που θα είχε τη δική του ψυχή, μια ψυχή ούτε απολλώνια ούτε φαουστική παρά μόνο μαγική· το τελειότερο σύμβολό της θα ήταν η κρύπτη. Και τι κρύβει η κρύπτη αυτή; Ονομάζοντάς τη μαγική, έχουμε μήπως ξορκίσει το μυστικό της νέας Ελλάδας; Ισχυρή ή όχι, η νεοελληνική πραγματικότητα συνιστά παρ’ όλα αυτά μια πραγματικότητα. Κι αν ακόμη η πραγματικότητα αυτή είναι στρωμένη με στάχτες, υπάρχουν ακόμη εστίες φωτιάς. Και άνθρωποι που μάχονται ηρωικά υπέρ των εστιών αυτών».[4]

Με βάση τα ανωτέρω, επαναλαμβάνω ότι κατανοώ το ενδιαφέρον του Πουκαμισά για το προαναφερθέν βιβλίο του Σπένγκλερ, ενός εκ των διανοητών που διαμόρφωσαν, από την πλευρά των συντηρητικών, το διανοητικό τοπίο που επικρατούσε στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.[5] Ο Πουκαμισάς διαφοροποιείται, βέβαια, από τον Σπένγκλερ, καθώς, παρότι επισημαίνει την πολιτισμική σχέση της Ελλάδας με την Ανατολή –γεγονός που οδήγησε τον Χάντινγκτον να τοποθετεί, κυρίως λόγω της Ορθοδοξίας, την Ελλάδα στη μεθοριακή γραμμή μεταξύ Δύσης και Ανατολής, πάνω στο «ρήγμα» τους– τελικώς φαίνεται να οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα είναι μια «χώρα παραδόξως νεωτερική», για να δανειστώ τον εύστοχο τίτλο ενός σημαντικού βιβλίου του πολιτικού επιστήμονα Γιάννη Βούλγαρη.[6] Τούτων λεχθέντων, επιτρέψτε μου να τονίσω τη δυσπιστία μου προς τις αναλύσεις του Σπένγκλερ, διότι ο γερμανός στοχαστής αποτυγχάνει, μεταξύ άλλων, πλήρως στις προβλέψεις του για την πορεία της σύγχρονης δυτικής επιστήμης, όπως αποδεικνύει κυρίως ο Gerald Holton, διακεκριμένος φυσικός και ιστορικός της επιστήμης, στο έξοχο βιβλίο του, Science and Anti-Science.[7] Για «πολιτισμικό σχετικισμό στην επιστήμη» εγκαλεί τον Σπένγκλερ και ο φυσικός Στέφανος Τραχανάς στο βιβλίο του, Ο Κύκλος – Επιστήμη και δημοκρατία σε ανήσυχους καιρούς.[8] Αφορμή για την κριτική του Τραχανά αποτέλεσε το κείμενο του Φόρμαν, Το πολιτισμικό περιβάλλον της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η αιτιότητα και η κβαντική θεωρία, 1918-1927: H προσαρμογή των Γερμανών φυσικών και μαθηματικών σε ένα εχθρικό διανοητικό περιβάλλον,[9] με τις εκτενείς αναφορές στον Σπένγκλερ και την Παρακμή της Δύσης. Γεννάται, λοιπόν, εδώ το ερώτημα: Αν οι παραπάνω κριτικές είναι βάσιμες, γιατί άραγε πρέπει να θεωρούμε τον Σπένγκλερ αξιόπιστο και στις λοιπές αναλύσεις και προβλέψεις του για την πορεία της Δύσης;[10]

 

H θρησκεία, η κουλτούρα και το γεωπολιτισμικό άνυσμα των Ελλήνων

Για να εισέλθουμε, πλέον, στον πυρήνα του βιβλίου του Πουκαμισά, οφείλουμε, καταρχάς, να επισημάνουμε ότι κάνει μια κρίσιμη διάκριση μεταξύ γεωπολιτισμού και ήπιας ισχύος. Η ήπια ισχύς (soft power) είναι έννοια που εισήγαγε στο λεξιλόγιό μας ο αμερικανός διεθνολόγος Τζόζεφ Νάι (Joseph Nye), για να την αντιδιαστείλει προς τν σκληρή ισχύ (hard power), που είναι, πρωτευόντως, η στρατιωτική ισχύς. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται ότι διαθέτει ήπια ισχύ, καθώς δεν έχει –τουλάχιστον μέχρι τις πρόσφατες εξελίξεις λόγω Ουκρανίας– στρατιωτική ισχύ, ενώ επιδιώκει να ακτινοβολεί διά του πολιτισμού της. Ο Πουκαμισάς ξεκαθαρίζει ότι εφόσον γεωπολιτισμός «είναι η επιστράτευση, η αξιοποίηση πολιτισμικών επιδόσεων, πολιτισμικών προϋποθέσεων παραδεδομένων ως επί το πολύ αλλά και επίκτητων, στον αγώνα άσκησης επιρροής και ισχύος από το κράτος», τούτος –δηλαδή ο γεωπολιτισμός– αποτελεί τη βάση για την άσκηση της ήπιας ισχύος. Αυτή είναι η σχέση των δύο εννοιών.

Παραταύτα, η ήπια ισχύς, «που εκρέει από το γεωπολιτισμικό απόθεμα ενός έθνους-κράτους, δεν επαρκεί για να επιτύχει το έθνος-κράτος νίκες στη διεθνή σκακιέρα». Πολλές άλλες παράμετροι, επισημαίνει ο Πουκαμισάς, επηρεάζουν την έκβαση μιας σύγκρουσης. Η χώρα μας «διέθετε ήπια ισχύ, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να υποστεί συντριπτική –και εκ του αποτελέσματος γεωπολιτισμική– ήττα τον Αύγουστο του 1922, στην Μικρά Ασία».

Ακολούθως, στο βιβλίο εξετάζεται ο ρόλος της θρησκείας και της κουλτούρας στη διαμόρφωση του γεωπολιτισμικού αναπτύγματος μιας χώρας. Όσον αφορά τη θρησκεία, ο Πουκαμισάς διατείνεται ότι, σε μεγάλο βαθμό, οι διεθνείς διενέξεις είναι συγκρούσεις πολιτισμού και στον πυρήνα του πολιτισμού βρίσκεται η θρησκεία. Αποδέχεται έτσι τη θέση του Χάντινγκτον. Εδώ μάλλον εντοπίζεται η πιο ουσιαστική διαφωνία μου με τον συγγραφέα, καθώς η θέση μου βρίσκεται εγγύτερα προς εκείνη του Παναγιώτη Κονδύλη, σύμφωνα με τον οποίο «[π]οτέ στην ιστορία δεν στάθηκαν καθοριστικοί οι πολιτισμικοί παράγοντες κατά την αναζήτηση συμμάχων, έστω κι αν συμμαχίες μεταξύ πολιτισμικά συγγενών συνήθως εκλογικεύονται κατάλληλα εκ των υστέρων, ώστε να τους προσδοθούν υψηλά κίνητρα».[11] Στην ίδια γραμμή σκέψης με τον Παναγιώτη Κονδύλη, αλλά με διαφορετική επιχειρηματολογία, και ο Άγγλος πολιτικός φιλόσοφος Τζον Γκρέι (John Gray) που, το 1998, δημοσίευσε ένα εξαιρετικό κείμενο στο περιοδικό, International Affairs, με τίτλο, “Global utopias and clashing civilizations: misunderstanding the present” (μία από τις ενότητές του έχει, μάλιστα, τον τίτλο, “Why wars are not conflicts among civilizations”).[12]  

Όσον αφορά την κουλτούρα, ο Πουκαμισάς τονίζει τα εξής εξόχως ενδιαφέροντα: «Πάντως, είναι αληθές ότι η Κουλτούρα, ο Πολιτισμός εν γένει, είναι το βάθρο, το κρηπίδωμα πάνω στο οποίο χτίζεται η πολιτική, η οικονομία, τα τοπικά πράγματα, η επιφυλλίδα των εφημερίδων. Η Κουλτούρα δεν είναι προνόμιο των μυημένων και των επαϊόντων, είναι αυτός ούτος ο τρόπος ζωής μας, το καθημερινά επαναλαμβανόμενο. Είναι τέλος-τέλος η ουσία, γύρω από την οποία περιστρέφεται η Πολιτική. Πράγματι, η ήπια ισχύς ανάγεται ως επί το πολύ, σε δράσεις πέραν του στενού κρατικού πλαισίου, όχι όμως απαραίτητα διά της “κοινωνίας των πολιτών”. Λ.χ., μεγάλο μέρος της soft power της Αγγλίας οφείλεται στην μουσική παραγωγή, όπου το Λονδίνο είναι παγκόσμια πρωτεύουσα, όπως η Βιέννη παραμένει πρωτεύουσα της κλασικής μουσικής». Δύο παρατηρήσεις εν προκειμένω: Πρώτον, η άποψη ότι ο πολιτισμός είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζεται η πολιτική και η οικονομία μου θύμισε την ακόλουθη φράση –που δύσκολα θα ακούγαμε από σημερινό πολιτικό– του αείμνηστου διανοούμενου πολιτικού, Παναγή Παπαληγούρα, τον οποίο πολύ εκτιμούσε ο διάσημος νομικός Χανς Κέλσεν: «Η οικονομία εδώ είναι υπηρετική πάλι της επιτεύξεως υψηλότερων σκοπών, όπως είναι οι πολιτικοί σκοποί, και οι πολιτικοί σκοποί είναι αυτοί υπηρετικοί άλλων, ακόμα υψηλότερων σκοπών, όπως είναι οι πολιτιστικοί σκοποί».[13] Δεύτερον, δεν γνωρίζω αν ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ποδοσφαιρόφιλος ή όχι, όμως στην ήπια ισχύ (soft power) του Ηνωμένου Βασιλείου ανήκει και η παγκόσμια αίγλη –μαζί με τα κέρδη που αυτή επιφέρει– της Premier League, του αγγλικού, δηλαδή, πρωταθλήματος ποδοσφαίρου.[14]

Η επόμενη ενότητα του βιβλίου, στην οποία εξετάζεται η σχέση μας με τους αρχαίους, είναι από τις πιο σημαντικές, καθώς εκεί τονίζεται ότι «εμείς σήμερα, οι Έλληνες το γένος δεν είμαστε οι μοναδικοί κληρονόμοι της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς». Και όχι μόνον τούτο, αλλά «η κληρονομιά αυτή δεν αποτελεί καν κτήμα μόνης της Δύσεως, όπως και να την ορίσει κανείς, αλλά αποτελεί κτήμα της ανθρωπότητας». Υπογραμμίζει, επίσης, ο συγγραφέας ότι: «Η υποχρέωση, το καθήκον των σημερινών Ελλήνων, πολιτών ή μη της Ελληνικής Δημοκρατίας, είναι να αποδεικνύονται αντάξιοι του πανανθρώπινου πολιτισμού που άνθισε στην ελληνική γη». Και συμπληρώνει: «Η υποχρέωση αυτή, στην οποία δεν έχουν επαρκώς ανταποκριθεί οι ταγοί του κράτους, πολιτικοί και πολιτιστικοί, γραμματιζούμενοι και επιστήμονες, μας βαρύνει ακόμη περισσότερο σε καιρούς παρακμής και πτώσεως –μοιραίας για το μέλλον του δυτικού τουλάχιστον πολιτισμού– των κλασσικών γραμμάτων». Ελπίζω να μη φανώ υπερβολικά απαισιόδοξος, πλην όμως αμφιβάλλω αν εμείς, οι σύγχρονοι Έλληνες, έχουμε την παιδεία, την ευρύτερη εκείνη καλλιέργεια, ώστε να υποστηρίξουμε αποφασιστικά προσπάθειες συμπατριωτών μας που επιχειρούν να αναδείξουν, με πρωτότυπες δικές τους επιστημονικές εργασίες ή με μεταφράσεις έργων ξένων ερευνητών, τα επιτεύγματα της φιλοσοφίας και της επιστήμης της ελληνικής αρχαιότητας. Αλήθεια, πόσοι από εμάς, για να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, ενδιαφέρονται να κατανοήσουν ένα θέμα κεφαλαιώδους σημασίας για την ιστορία του δυτικού πολιτισμού, όπως είναι η διαμόρφωση της παραγωγικής απόδειξης στα κλασικά Ελληνικά Μαθηματικά, θέμα που αποτελεί το αντικείμενο βιβλίου του κλασσικιστή Reviel Netz;[15] Αν δεν κάνω λάθος, ο Φρανσουά Μιτεράν έλεγε ότι πολιτισμός είναι η «περιέργεια για τη γνώση του περιττού». Πώς ορίζεται, όμως, και από ποιον, η έννοια του «περιττού»;

Αφήνω, για προφανείς λόγους, αυτό το ερώτημα αναπάντητο, και ορίζω το γεωπολιτισμικό άνυσμα της Ελλάδος, το οποίο, κατά τον Πουκαμισά, οριοθετείται:

  • Από την κληρονομιά της αρχαιότητας, μέχρι δηλαδή την κτίση της Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως (Βυζάντιο) το 330 μ.Χ., ή και την απώλεια της ελληνιστικής Ανατολής (636 μ.Χ.)
  • Από την ισχυρή παράδοση του χριστιανισμού και ειδικότερα της ορθοδοξίας, που διατύπωσαν τα νοήματά τους στην ελληνική γλώσσα.
  • Από την ζώσα παράδοση της Λαϊκής Μούσας και τις επιρροές του Διαφωτισμού.

Ακολούθως, ο συγγραφέας, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει πώς εν τοις πράγμασι διαμορφώνεται το γεωπολιτισμικό άνυσμα της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς και ποια περιθώρια βελτιώσεως αυτό εμφανίζει, εξιστορεί εν συντομία αλλά με νηφάλια κρίση, τις σχέσεις των Ελλήνων με πολιτισμικά συγγενείς και μη λαούς, όπως είναι:

  • Οι ορθόδοξοι λαοί, γενικώς
  • Οι λαοί της Εγγύς και Μέσης Ανατολής
  • Ο Καθολικός Κόσμος
  • Οι Αγγλοσάξονες
  • Οι Σλάβοι και, ειδικώς, οι Ρώσοι
  • Οι Ιταλοί
  • Οι Γάλλοι
  • Οι Γερμανοί
  • Οι Κινέζοι
  • Οι Ινδοί
  • Οι Ιουδαίοι

Αξίζει να τονιστεί ότι η συνοπτική περιγραφή της σχέσης των Ελλήνων με τους προαναφερθέντες λαούς –ή ομάδες λαών– είναι αξιοπρόσεκτα ακριβής, αποτελώντας ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μέρη του βιβλίου.

 

Η Ελλάδα στην Ευρώπη και στον κόσμο

Για να συνοψίσω, ο Γεώργιος Πουκαμισάς «επιχειρεί να καταστρώσει σε συνεκτικό σύνολο, να “κωδικοποιήσει” τα του γεωπολιτικού βάθους των Ελλήνων ευρύτερα, αλλά και του ελληνικού κράτους, με την προσδοκία ότι θα είναι χρήσιμο εργαλείο άσκησης κρατικής πολιτικής, οψέποτε υπάρξει πνεύμα πέραν των τρεχόντων».

Η περιβαλλοντική κρίση, η άνοδος της Κίνας που μπορεί να αποτελέσει –αν ήδη δεν αποτελεί– το αντίπαλο δέος για τις ΗΠΑ, η πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης και οι μη δυνάμενες να προβλεφθούν πλήρως συνέπειές της για τον πολιτισμό μας (θετικές αλλά και αρνητικές), η κρίση στις σχέσεις ΕΕ και ΗΠΑ στο εσωτερικό της Δύσης, η τάση για απαξίωση των θεσμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε διάφορα μέρη της υφηλίου, όλα αυτά τα φαινόμενα συγκροτούν το περιβάλλον εντός του οποίου δραστηριοποιείται η σύγχρονη Ελλάδα. Ειδικά για τη σχέση μας με την ΕΕ, ο συγγραφέας μάς προειδοποιεί ότι πρέπει μεν να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια “ever closer union”, πλην όμως, αν τελικώς –ο μη γένοιτο– το ευρωπαϊκό οικοδόμημα καταρρεύσει, οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την επόμενη ημέρα, συνάπτοντας, χωρίς καθυστέρηση, τις συμμαχίες που θα επιβάλουν οι νέες συνθήκες της διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας όπως τότε θα προκύψουν.

Ειδικότερα για την πολιτική πολιτισμικής ισχύος, ο πραγματισμός επιβάλλει να λεχθεί ότι αυτή έχει «πεπερασμένη επήρεια σε εποχές μεγάλων διεθνών κρίσεων, καθώς αυτές υποχρεώνουν ένα μικρομεσαίο κράτος να επιλέξει γεωπολιτικό στρατόπεδο».

Εν κατακλείδι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Πουκαμισάς στο τέλος του δοκιμίου του, οφείλουμε να πλαισιώσουμε την ήπια ισχύ με σκληρή ισχύ. Διότι, διαφορετικά, η Ιστορία θα μας κρίνει πολύ αυστηρά, καθώς αυτή αποτελεί το Δικαστήριο όπου κρίνονται οι πολιτικές αποφάσεις των κρατών. “Die Weltgeschichte ist das Weltgericht”, έλεγε ο Φρήντριχ Σίλλερ. Εγώ, όμως, θα πρόσθετα στο τελικό «διά ταύτα» του βιβλίου, και την ακόλουθη εξαιρετική παράγραφο από προηγούμενη σελίδα του: «Η Ελλάς παραμένει Ελλάς, στο μέτρο που συνεχίζει να θητεύει και να υπηρετεί την ελευθερία, τη νομοκρατία, την ανθρωπιά, στο μέτρο κατά το οποίο ο λαός της αισθάνεται ότι η χώρα αυτή είναι άρρηκτα δική του, ότι είναι η πατρίδα του». Η δε λέξη «πατρίς» δεν είναι μόνον η γενέθλιος γη, αλλά, όπως τονίζεται στην του Ανωνύμου Έλληνος Ελληνική Νομαρχία, «συναιρεί εις εαυτήν όλας τας ιδέας των καλών της ελευθερίας και όλην την ευδαιμονίαν της ζωής».

 

 

[1] Μπάρρυ Στράους, «Δυϊσμός, ντετερμινισμός και δημογραφία: οι Έλληνες στον τομέα της γεωπολιτικής», The Athens Review of Books, τεύχος 160, Σεπτέμβριος 2025, σ. 14.

[2] Κώστας Αξελός, Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, μετάφραση Κατερίνα Δασκαλάκη, Αθήνα: Νεφέλη, 2010, σ. 45.

[3] Ό.π., σ. 37.

[4] Ό.π., σ. 26-27.

[5] Για τον Σπένγκλερ και την επίδραση της σκέψης του στον ανορθολογικό εναγκαλισμό της τεχνολογίας στο εσωτερικό της συντηρητικής επανάστασης της Βαϊμάρης, βλ. Jefrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός – Τεχνολογία, Κουλτούρα και Πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ' Ράιχ, μετάφραση Π. Ματάλας, επιστημονική επιμέλεια Χρ. Χατζηιωσήφ, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1996.

[6] Γιάννης Βούλγαρης, Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική, Αθήνα: Πόλις, 2019.

[7] Gerald Holton, Science and Anti-Science, Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 1993.

[8] Στέφανος Τραχανάς, Ο Κύκλος – Επιστήμη και δημοκρατία σε ανήσυχους καιρούς, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2024.

[9] Η κρίση στη Φυσική και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης – Η πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας, επιμέλεια Θόδωρος Αραμπατζής – Κώστας Γαβρόγλου, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012.

[10] Ενδιαφέρουσα κριτική στο θεωρητικό σχήμα του Σπένγκλερ για την παρακμή της Δύσης, με κύριο επιχείρημα ότι αυτό στηρίζεται σε διαπιστώσεις, χωρίς να προσφέρει τη δυνατότητα εξήγησης, έχει ασκήσει και ο Παναγιώτης Κονδύλης. Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Το Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης, Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη, 1998, σ. 139-142.

[11] Ό.π., σελ. 138.

[12] John Gray, “Global utopias and clashing civilizations: misunderstanding the present”, International Affairs, 74(1): 149-163.

[13] Σταύρος Π. Ψυχάρης, Οι μνηστήρες της εξουσίας – Στο παιχνίδι της αλήθειας, Αθήνα: Το Βήμα, 2013, σ. 160.

[14] Για την ήπια ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου, βλ. την ακόλουθη σύντομη, πλην όμως εξαιρετική, μελέτη: Christopher Hill and Sarah Beadle, The Art of Attraction – Soft Power and the UK’s Role in the World, London: The British Academy, 2014.

[15] Reviel Netz, Η διαμόρφωση της παραγωγικής μεθόδου στα Αρχαία Ελληνικά Μαθηματικά, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2019.

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

Καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας και διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Βιβλία του: Καστοριάδης και σύγχρονη πολιτική θεωρία (2009), Μαθηματικά και φυσική (2010), Μαθηματικά, θεωρητική ή πρακτική επιστήμη, εντέλει; (2016), Ένας αιώνας διεθνών σχέσεων 1919-2019 (επιμ. με τον Ανδρέα Γκόφα και τη Μαριλένα Κοππά, 2020), Κρίσιμες οντολογικές έννοιες στο έργο του Καστοριάδη (2022), Θεωρητικές και θετικές επιστήμες. Οι δύο κουλτούρες και οι διατομές τους (2022), Παναγιώτης Κονδύλης και Alexandre Kojève (2023).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.