Σύνδεση συνδρομητών

Πενθώντας τον άωρο θάνατο

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2026 00:28
23 Οκτωβρίου 1980, Ορτουέγια, Χώρα των Βάσκων, Ισπανία. Διασώστες στα ερείπια του δημόσιου σχολείου της πόλης στο οποίο προκλήθηκε έκρηξη από διαρροή προπανίου που σκότωσε 50 παιδιά και 3 ενήλικους. Η φωτογραφία από την εφημερίδα El Correo.
23 Οκτωβρίου 1980, Ορτουέγια, Χώρα των Βάσκων, Ισπανία. Διασώστες στα ερείπια του δημόσιου σχολείου της πόλης στο οποίο προκλήθηκε έκρηξη από διαρροή προπανίου που σκότωσε 50 παιδιά και 3 ενήλικους. Η φωτογραφία από την εφημερίδα El Correo.

Φερνάντο Αραμπούρου, Το παιδί. Mυθιστόρημα, μετάφραση από τα ισπανικά: Τιτίνα Σπερελάκη, Πατάκη,  Αθήνα 2025, 278 σελ.

Μια έκρηξη από σπινθήρα (μια περίπτωση ανάλογη με το πρόσφατο δράμα στα Τρίκαλα, όπου εξερράγη εργοστάσιο, με πέντε νεκρές εργαζόμενες) βυθίζει στο πένθος μια μικρή πόλη στην Ισπανία. Μεταξύ των νεκρών είναι και ο εξάχρονος Νούκο. Οι γονείς του, η Μαριάχε και ο Χοσέ Μιγκέλ, και μαζί ο παππούς, βυθίζονται στο πένθος. Αλλά τι σημαίνει πένθος; Πώς αλλάζει η απώλεια τη ζωή τους; Πώς μπορούν να συνεχίσουν να ζουν; Κι αυτό που τους συνέβη θα συνεχίσουν να το έχουν μέσα τους για πάντα. Ο Φερνάντο Αραμπούρου είναι ένας συγγραφέας που, περίτεχνα, επίμονα, διεισδύει σε βάθος. Είναι όμως η τέχνη παρηγορία; [ΤΒJ]

 Μια μαγείρισσα στην κουζίνα τον είχε προειδοποιήσει όταν ήρθε για την επισκευή. Αλλά ήταν κρυωμένος, η όσφρησή του είχε χαθεί, δεν την πήρε πολύ στα σοβαρά. Μόλις ο ατζαμής υδραυλικός του δημαρχείου άναψε το καμινέτο του δίπλα στη διαρροή προπανίου, το κτίριο ανατινάχτηκε. Λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα ήταν το δημοτικό σχολείο της μικρής επαρχιακής πόλης Ορτουέγια στην Ισπανία. Πενήντα μικρά παιδιά και τρεις ενήλικοι σκοτώθηκαν και οι διασώστες που έφτασαν περισυνέλεγαν ανάμεσα στα χαλάσματα μέλη μικρών παιδιών. Ένας από τους νεκρούς ήταν  και ο Νούκο, στα έξι του χρόνια· γιος του Χοσέ Μιγκέλ, βιομηχανικού εργάτη, και της Μαριάχε, οικοκυράς· και  εγγονός του Νικάσιο, χήρου και συνταξιούχου. Σε μια πόλη 8.000 κατοίκων το να βυθιστούν τόσες οικογένειες στο πένθος είναι μεγάλη συμφορά.

Το δυστύχημα αυτό συνέβη όντως στην Ισπανία (καλύτερα: στη χώρα των Βάσκων) το 1980. Μόνο που εδώ, όπως μας εξηγεί το ίδιο το κείμενο στο Παιδί, ο συγγραφέας έχει αλλάξει τα ονόματα. Αυτό μάλιστα τον έχει παιδέψει.  Αυτό με το κείμενο το οποίο «εξηγεί» δεν είναι διόλου σχήμα λόγου. Πράγματι, στο μυθιστόρημα εναλλάσσονται σε αρμονική συνύπαρξη τρεις αφηγηματικές φωνές: του τριτοπρόσωπου αφηγητή, του συγγραφέα δηλαδή· της αφήγησης της μαμάς Μαριάχε προς τον συγγραφέα, σε πρώτο πρόσωπο· και του ίδιου του κειμένου, όπου σε ορισμένα κεφάλαια παίρνει τον λόγο, έχοντας πλήρη επίγνωση –όπως μας βεβαιώνει– του ρόλου του:

Έχω επίγνωση ότι λειτουργώ ως αφηγηματικό στήριγμα για μια συμφορά τέτοιων διαστάσεων […] και ανά πάσα στιγμή θα πρέπει να κάνω χώρο μέσα μου για μαρτυρίες με ισχυρή συναισθηματική φόρτιση, αφού ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας που μου ανατέθηκε να αφηγηθώ συνέβη πραγματικά και κρίνω ότι ο κίνδυνος να υποπέσω στη συναισθηματική υπερβολή ή σε στομφώδεις εκφράσεις δεν είναι μικρός.

Είναι σαν ο συγγραφέας να έχει παραδώσει τα γκέμια του συναισθήματός του στο κείμενο, το οποίο γράφει ο ίδιος, και που μολαταύτα τον (αυτο)περιορίζει. Ένας ατυχής ακροβατισμός για τους περισσότερους συγγραφείς, μία στέρεα ωστόσο και ιδιοφυής λογοτεχνική κατασκευή για τον Αραμπούρου, που θυμίζει πίνακα του Έσερ. Ο ίδιος σε συνέντευξή του το εξηγεί: «Μου αρέσουν οι δυσκολίες της φόρμας.  Γιατί το κάνω αυτό; Επειδή η πρόκληση με κρατά παραγωγικό. Επίσης, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι κάποιος βαθμός πειραματισμού, με το αναμφισβήτητο παιγνιώδες στοιχείο του, συμβάλλει στο να με κάνει να απολαμβάνω τη δουλειά».

 

Βιώνοντας την απώλεια

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη χαρακτηριστική του αφηγηματική ικανότητα για να πλάσει μια σπαρακτική, ψυχολογικά πλούσια αφήγηση, αποφεύγοντας τους συναισθηματισμούς και εξερευνώντας παράλληλα την απώλεια, τον βαθύ πόνο και την ανθεκτικότητα. Το βιβλίο είναι λογοτεχνικό επίτευγμα όχι μόνο για την ικανότητά του να αποτυπώνει τη συλλογική μνήμη, αλλά και για τη βαθιά ανθρώπινη αντιμετώπιση μιας τραγωδίας.

To πένθος της απώλειας ο καθένας το βιώνει διαφορετικά, σύμφωνα με τις αντοχές του, τις ενοχές, το χαρακτήρα, τις σχέσεις του, και γενικότερα ανάλογα με το πώς του έχει φερθεί έως τότε η ζωή: μερικοί ξεσκίζοντας τα μάγουλά τους με τα νύχια τους· άλλοι κλαίγοντας σπαρακτικά, με γόους και κοπετούς· άλλοι με ένα βουβό λυγμό και ένα δάκρυ μια στο τόσο· και άλλοι, τέλος, διασχίζοντας το σύνορο προς την τρέλα. Σε κάθε  περίπτωση, «η συμφορά δάκνει». Στο μυθιστόρημα απλώνεται απέραντη θλίψη, όχι μόνον από τους θανάτους αλλά και από τα παρεπόμενά τους.

Ο πατέρας, ο Χοσέ Μιγκέλ –που ο Θεός τον έπλασε καλοκάγαθο μα μονόχνοτο, βαρετό («ο βασιλιάς της πλήξης» θα ομολογήσει η Μαριάχε στον συγγραφέα, όχι χωρίς ενοχές) και καθόλου ερωτεύσιμο– επαναλαμβάνει διαρκώς στη γυναίκα του: «Τι συμφορά μαϊτιά [αγάπη μου στα βασκικά, και ουσιαστικά η μόνη βασκική λέξη που ξέρει]. Τι συμφορά». Είναι γεροδεμένος και «από τα ρούχα του αναδυόταν [μεταφραστικό φάουλ εδώ, το σωστό είναι αναδιδόταν] μια μυρωδιά εργοστασιακού γράσου», αλλά την πραγματική του δύναμη τη δανείζεται από τη γυναίκα του. Όπως όταν «δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να πάει στη δουλειά την επόμενη μέρα. Λόγω του πένθους και όλων αυτών. Τι γνώμη είχε εκείνη;» Αυτά τα πράγματα συνήθως τα ξέρουνε, δεν τα ρωτάνε.

Η Μαριάχε πενθεί και ταυτόχρονα προσπαθεί να δραπετεύσει από τη φυλακή της θλίψης. Δεν της είναι καθόλου εύκολο: «Ο σύζυγος στο εργοστάσιο, το παιδί στο νεκροταφείο, τι μπορεί να κάνει μία γυναίκα για να γεμίσει τις ώρες της; Να καθαρίζει το σπίτι και να τρώει; Να τρώει και να ξανατρώει;» Στο τέλος, και πριν στεγνώσουν εντελώς τα δάκρυα, θα πάει να δουλέψει στο κομμωτήριο της φίλης της, της Γκαρμπίνιε. Πριν η Μαριάχε παντρευτεί, είχαν κάνει μαζί τη μαθητεία τους. Σίγουρα θα βοηθήσουν και τα δύο εκατομμύρια πεσέτες της αποζημίωσης για το θάνατο του Νούκο, θα πάρει και ένα μικρό δάνειο, θα γίνει συνιδιοκτήτρια του κομμωτηρίου και εντέλει θα σταθεί στα πόδια της.

Κι ο παππούς, ο Νικάσιο, τι θα κάνει; Θα φροντίσει να πηγαίνει απαρέγκλιτα κάθε Πέμπτη εκεί πάνω στο νεκροταφείο για να επισκεφθεί τον Νούκο. Στο σκοτισμένο του μυαλό ο εγγονός του έχει πεθάνει μεν, ζει δε. Πολλές φορές μάλιστα τον πηγαίνει βόλτα στην πόλη κρατώντας τον από το χέρι  και μιλώντας του αυστηρά: «Κοίτα με στα μάτια μικρέ. Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί ήσουν τόσο κακό παιδί; Δεν σταμάτησες να μου σπας τα νεύρα όσο μιλούσα με τον πατέρα σου». Αν μαλώνεις έναν νεκρό ίσως με κάποιο τρόπο να τον αναστήσεις στη φαντασία σου, έτσι δεν είναι;

Όταν μάλιστα έρθει η στιγμή να αποφασίσουν οι γονείς του Νούκο τι θα κάνουν με τα πράγματα του μικρού, ο γέρος θα βρει τη χρυσή ευκαιρία να τον κρατήσει  κοντά του για πάντα. Θα του φτιάξει ένα μαυσωλείο στο σπίτι του, ένα δωμάτιο που θα είναι με αρκετή πιστότητα αντίγραφο του δωματίου του εγγονού του.

Αλλόκοτο, δεν είναι; Μα όταν δεν μπορείς να πενθήσεις κανονικά, τότε τρελαίνεσαι. Ο παππούς θα συνεχίσει να τριγυρίζει άσκοπα στα καλντερίμια ψιλοκουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα με τον Νούκο, σαν να είναι δίπλα του και να τον βαστά απ’ το χέρι. Όταν κάποιοι πλησιάζουν να τον συλλυπηθούν θα τους αποκρίνεται πεισματικά ότι ο εγγονός του είναι ένας από τους τέσσερις τυχερούς επιζώντες της έκρηξης. Είναι καλά στην υγεία του.

Δεν χρειάζεται και πολύ για να τον πάρουν στο κατόπι τα κωλόπαιδα στις γειτονιές, με κοροϊδευτικά δίστιχα που σε λίγο θα απλωθούν στην πόλη. Υπάρχει κάποιος να προστατέψει τον δύσμοιρο γέροντα από τον εξευτελισμό και τη διαπόμπευση; Μάλλον, γιατί κάποια στιγμή τα πειράγματα θα σταματήσουν. «Ο ιερέας; Αυτό υπέθεσαν η Μαριάχε και ο Χοσε Μιγκέλ» από μόνοι τους ανήμποροι να τον προστατέψουν, «αλλά το θέμα δεν διευκρινίστηκε ποτέ». Θλίψη πάνω στη θλίψη και στο βάθος μια χαραμάδα φωτός.

Όπως η φυγή και καταφυγή της Μαριάχε είναι στο κομμωτήριο, έτσι και του Χοσέ Μιγκέλ είναι το ψάρεμα, με ένα μικρό αλιευτικό και μερικούς φίλους.  Και (πρέπει οπωσδήποτε να το αναφέρουμε) η βιολογική του συνέχεια – ως φυγή προς τα εμπρός. Δεν θα περιμένει πολύ: θα το προτείνει στη γυναίκα του όσο ακόμη ο πόνος είναι φρέσκος. Διηγείται η Μαριάχε:

Και εκεί που, έχοντας ανακτήσει την ψυχραιμία μου γύριζα γεμάτη σύγχυση και κούραση στην κρεβατοκάμαρα, ο Χοσέ Μιγκέλ με ρώτησε ξαφνικά από πίσω, αναπάντεχα, αν συμφωνούσα  να κάνουμε άλλο ένα παιδί. Στράφηκα σαν να με είχαν πυροβολήσει πισώπλατα  και ήθελα να δω το πρόσωπο του δράστη προτού καταρρεύσω.

Ώσπου κάποια στιγμή η Μαριάχε συγκατένευσε. Θα ξεκινήσουν λοιπόν να επιδίδονται  καθημερινά σε ένα ιδιότυπο σπορ: σεξ για να κάνουν ένα ακόμη παιδί προκειμένου να υποκαταστήσουν τον Νούκο –ένας ήταν ο Νούκο–, κατά δε την προτίμηση του παππού που ήταν ενήμερος να είναι κορίτσι. Για να μη μοιάζει σε τίποτε με τον χαμένο του εγγονό. Θυμάται η Μαριάχε σχετικά: «Όσο περνούσαν οι μέρες τα ζευγαρώματά μας γίνονταν όλο και πιο μηχανικά. Με αμοιβαία συμφωνία αναζητούσαμε την αποτελεσματικότητα, όχι την ευχαρίστηση». Η κρεβατοκάμαρα έχει γίνει ένα εν δυνάμει εκκολαπτήριο. Τα σπερματοζωάρια, ωστόσο, είναι ατίθασα και δεν τους κάνουν το χατίρι, παρ’ όλο που ο Χοσέ Μιγκέλ τα καλοπιάνει, παροτρύνοντας τα να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, όπως μόνο αυτά ξέρουν. Η  ματαίωση μοιάζει με εκείνη της εξωσωματικής. Είναι αλήθεια ότι είχαν δυσκολευτεί και με τον Νούκο, αλλά στο τέλος τα κατάφεραν, έτσι δεν είναι;

Σε αυτό το σημείο, ο αναγνώστης ίσως ανασύρει ένα προηγούμενο απόσπασμα,  φαινομενικά άσχετο με τα υπόλοιπα, όταν μιλά το ίδιο το κείμενο και όπου «τα πράγματα εξελίχθηκαν με τέτοιον τρόπο ώστε ό,τι δεν έπρεπε να μαθευτεί δεν μαθεύτηκε». Κι άλλη θλίψη· ο αναγνώστης αρχίζει να κάνει σκοτεινές σκέψεις. Αλλά και –αν κατορθώσει να κρατήσει κάποια απόσταση– να θαυμάσει την αφηγηματική τεχνική του Αραμπούρου.

Σε κάθε περίπτωση, το «έτσι δεν είναι;» αποτελεί πολύ σαθρή βάση για να χτίσει κάποιος τη ζωή του.

 

Διαρκεί το πένθος για πάντα;

Το βιβλίο είναι σκληρό, είναι δύσκολο, είναι απαιτητικό. Δεν είναι για τους λιπόψυχους ή για εκείνους που μόλις έχουν αρχίσει να καταπίνουν αντικαταθλιπτικά. Το Παιδί απαιτεί από τον αναγνώστη να του δώσει σημασία. Ο Αραμπούρου τον αρπάζει από το πέτο και τον εκσφενδονίζει μέσα στο δράμα για να το ζήσει σε απόσταση χνώτου. Όσοι αντέξουν, συνεχίζουν. Όλοι δηλαδή – γιατί δεν μπορούν να αφήσουν έτσι τον παππού,  την Μαριάχε, τον Χοσέ Μιγκέλ και τους άλλους στο έλεος του πόνου. Πρέπει κάτι οπωσδήποτε να συμβεί,  ακόμη και αν δεν φέρει τη λύτρωση, έτσι δεν είναι;

Το Παιδί δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για την απώλεια, για το πένθος που μαραίνει τη βούληση. Πάει παραπέρα. Περιγράφει πώς η απώλεια διαμορφώνει κατόπιν τις ζωές των ανθρώπων, και τις διαφορετικές τροχιές που μπορεί να διαγράψει ο καθένας – πάλι ανάλογα με τις αντοχές και τις ενοχές του, αλλά κυρίως με το νόημα και το σχήμα που έχει δώσει στη ζωή του. Όπως λέει αλλού ο συγγραφέας:

Το κάθε τι μας διαμορφώνει, συμπεριλαμβανομένου του πόνου. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο ότι αφού τον έχουμε βιώσει από πρώτο χέρι να αναπτυχθούν μέσα μας συναισθήματα αλληλεγγύης, ενσυναίσθησης και αποδοχής.

Όσο για το παρελθόν, αυτό –ως συνήθως– είναι πανταχού παρόν, έτσι δεν είναι;

 

 

Γιώργος Ναθαναήλ

Έχει σπουδάσει στο Yale και στο New York University, επί  προέδρων Τζέραλντ Φόρντ, Τζίμι Κάρτερ και Ρόναλντ Ρέιγκαν. Αφότου επέστρεψε εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων, κυρίως στον τομέα της τεχνολογίας, και γράφει για κακώς κείμενα, βιβλία που έχει διαβάσει, και αιχμές της τεχνολογίας.
 
 
 
 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.