To 2021, η καθηγήτρια φιλοσοφίας Καθλήν Στοκ παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Σάσσεξ έπειτα από μια εκστρατεία εναντίον της στην οποία συμμετείχαν φοιτητικοί σύλλογοι, συνδικαλιστές και πολλοί φοιτητές του πανεπιστημίου που ζητούσαν την απόλυσή της. Ο λόγος ήταν οι θέσεις που εξέφραζε στο έργο της για ζητήματα φύλου. Η Στοκ, που είναι φεμινίστρια, υποστηρίζει ότι ο ορισμός της γυναίκας όταν τίθενται ζητήματα δημόσιας πολιτικής πρέπει να γίνεται με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά και όχι την ταυτότητα φύλου που κάποιος υιοθετεί. Οι επικριτές της την κατηγορούσαν για τρανσφοβία, ισχυριζόμενοι ότι τέτοιες απόψεις συνιστούν εκφοβισμό. Δύο χρόνια αργότερα, το ΒΒC ανέστειλε προσωρινά την συνεργασία του με τον παλιό ποδοσφαιριστή Γκάρι Λίνεκερ που παρουσίαζε την πιο δημοφιλή αθλητική εκπομπή του καναλιού. Ο Λίνεκερ είχε γίνει στόχος έντονης κριτικής από κυβερνητικούς αξιωματούχους και πολίτες που διαμαρτύρονταν ότι είχε παραβιάσει τους κανόνες αμεροληψίας της δημόσιας τηλεόρασης επειδή είχε κάνει ένα σχόλιο στο προσωπικό του tweeter για την πολιτική ασύλου της τότε κυβέρνησης του Συντηρητικού Κόμματος, λέγοντας ότι η αντιμεταναστευτική ρητορική της θύμιζε τη γλώσσα που χρησιμοποιούνταν στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930.
Πολιτική ή ηθική ορθότητα;
Και στις δύο περιπτώσεις, η δημόσια έκφραση απόψεων που ενόχλησαν ή προσέβαλαν ένα μέρος του ακροατηρίου οδήγησε σε αρνητικές συνέπειες στον εργασιακό χώρο. Πρόκειται για μια μορφή λογοκρισίας; Το βιβλίο του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Σπύρου Βλαχόπουλου, Πολιτική ορθότητα: Η σύγχρονη λογοκρισία; είναι η πρώτη εκτενής μελέτη στα ελληνικά για ένα θέμα που απασχολεί το συνταγματικό δίκαιο και την πολιτική φιλοσοφία διεθνώς. Το σύντομο πρώτο κεφάλαιο εξετάζει την έννοια της ορθότητας σε σχέση με τους κανόνες δικαίου και τη δικανική κρίση και εξηγεί γιατί η νομική ορθότητα αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της νομικής επιστήμης. Αντίθετα, η πολιτική ορθότητα δεν σχετίζεται με την τήρηση των νόμων ή την ερμηνεία τους από τον δικαστή, αλλά αφορά αυτό που ένα μέρος της κοινωνίας θεωρεί σωστό ή αποδεκτό. Με αυτή την επισήμανση ξεκινά το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου που συζητάει τα κύρια χαρακτηριστικά της έννοιας της πολιτικής ορθότητας και την ιστορική της εξέλιξη.
Πολιτική ορθότητα υπό την ευρεία έννοια είναι η «ανάπτυξη ενός κώδικα έκφρασης, επικοινωνίας και γενικότερα συμπεριφοράς, ο οποίος θεωρείται ορθός από την κοινωνία ή ένα μεγάλο τμήμα της και από τον οποίο, αν αποστεί κανείς, υφίσταται δυσμενείς συνέπειες» (σ. 23). Ο συγγραφέας εξηγεί ότι το επίθετο «πολιτική» δεν αποδίδει ακριβώς την έκταση του φαινομένου, το οποίο αφορά όχι μόνο ζητήματα πολιτικής φύσης αλλά κάθε πτυχή της δημόσιας έκφρασης, χωρίς καμία εξαίρεση, οπότε θα ήταν ακριβέστερο να μιλάμε για «ηθική ορθότητα».
Αυτή η επισήμανση είναι σημαντική για να καταλάβουμε τη δομή του επιχειρήματος ότι μια μορφή συμπεριφοράς είναι μη πολιτικά ορθή. Στη βάση της πολιτικής ορθότητας είναι μια δεοντολογική κρίση για το πώς οφείλει να ενεργεί κάποιος στον δημόσιο χώρο. Πρόκειται, δηλαδή, για μια κρίση για τις υποχρεώσεις που έχουμε ως ηθικά υποκείμενα: να μη λέμε κάτι με τρόπο που ενοχλεί, αναστατώνει ή προσβάλλει κάποιους συμπολίτες μας. Όταν οι οπαδοί της πολιτικής ορθότητας επικρίνουν μια έκφραση ως μη ορθή, ισχυρίζονται, έστω κι αν δεν το διατυπώνουν με αυτά τα λόγια, ότι ο ομιλητής παραβαίνει τον ηθικό νόμο. Αντίστοιχα, οι αντίπαλοι της πολιτικής ορθότητας εκφράζουν κι εκείνοι ένα ηθικό επιχείρημα, αμφισβητώντας ότι υπάρχει τέτοια υποχρέωση. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την πολιτική ορθότητα είναι πρωτίστως μια συζήτηση για την πολιτική ηθική.
Μια άλλη σημαντική πτυχή που αναδεικνύει το βιβλίο είναι το ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται η πολιτική ορθότητα. Στον δημόσιο διάλογο, είναι πολύ συχνές οι αναφορές σε περιστατικά που συνδέονται με τη λεγόμενη woke κουλτούρα και τις ευαισθησίες ενός κυρίως αριστερού ή φιλελεύθερου κοινού. Στην πραγματικότητα, όμως, αριστεροί και δεξιοί, προοδευτικοί και συντηρητικοί (όπως και αν οριστούν αυτές οι κατηγορίες) χρησιμοποιούν εξίσου την πολιτική ορθότητα εναντίον των απόψεων των άλλων και γίνονται ένθερμοι υποστηρικτές της ελευθερίας του λόγου όταν η πολιτική ορθότητα στρέφεται εναντίον των δικών τους απόψεων. Συνήθως, οι πρώτοι αντιδρούν σε εκφράσεις που θίγουν κάποιες κοινωνικές ομάδες, συχνά μειονότητες· οι δεύτεροι αντιδρούν σε εκφράσεις που αφορούν θρησκευτικά ή εθνικά σύμβολα. Οι μεν διαδήλωναν εναντίον της Ελένης του Νίκου Γκατζογιάννη· οι δε, εναντίον του Τελευταίου πειρασμού. Με άλλα λόγια, η πολιτική ορθότητα δεν έχει πολιτική ιδεολογία.
Τα συνταγματικά ζητήματα που προκύπτουν από τις πρακτικές της πολιτικής ορθότητας συζητιούνται εκτενώς στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, η δυνατότητα να εκφράζει κάποιος δημόσια τις σκέψεις του θεωρείται αξία θεμελιώδους σημασίας για την πολιτική κοινωνία. Η νομική διάσταση αυτής της αξίας είναι το συνταγματικό δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Η Πρώτη Τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος, όπως έχει ερμηνευθεί ιστορικά από το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση διάταξης που προσφέρει ισχυρότατη προστασία στο λόγο. Αν και το αντίστοιχο επίπεδο προστασίας στην Ευρώπη υπολείπεται του αμερικανικού, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει χαρακτηρίσει την ελευθερία της έκφρασης ως «ουσιώδες θεμέλιο» μιας δημοκρατικής κοινωνίας και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «γενική αρχή» του ευρωπαϊκού δικαίου.
Πολιτική ορθότητα και ελευθερία
Η θέση του συγγραφέα είναι ότι «πολιτική ορθότητα και ελευθερία της έκφρασης είναι δύο έννοιες ασύμβατες, δύο ευθείες που δεν τέμνονται ποτέ» (σ. 56). Ως κύριο πρόβλημα θεωρεί την αυτολογοκρισία: ο φόβος των συνεπειών εάν αυτό που θα πούμε ενοχλήσει κάποιους, μας κάνει να μη μιλάμε. Η ιδέα αυτή συνδέεται με την έννοια του «chilling effect» που αναπτύχθηκε στο αμερικανικό συνταγματικό δίκαιο για να περιγράψει τις επιπτώσεις που έχουν ορισμένοι νόμοι όχι μόνο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση αλλά στο πώς οι πολίτες ασκούν γενικότερα το δικαίωμά τους να εκφράζουν τις σκέψεις τους. Νόμοι που είναι υπερβολικά αυστηροί ή που είναι διατυπωμένοι με πολύ ευρείς όρους δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας και ανησυχίας, οπότε προτιμούμε τη σιωπή από το να κινδυνεύσουμε να υποστούμε τις έννομες συνέπειες. Στην περίπτωση της πολιτικής ορθότητας, η αυτολογοκρισία δεν προκαλείται από το φόβο του νόμου αλλά από το φόβο των άλλων· αυτό που μας επιβάλλει τη σιωπή είναι οι πιθανές επιπτώσεις εις βάρος μας στη δημόσια σφαίρα, τις κοινωνικές μας σχέσεις ή τη δουλειά μας.
Δύο χώροι στους οποίους η πολιτική ορθότητα βρίσκει πρόσφορο έδαφος είναι τα πανεπιστήμια και η καλλιτεχνική δημιουργία. Με αφετηρία την Αμερική, έχει καλλιεργηθεί μια αντίληψη ότι το πανεπιστήμιο οφείλει να είναι «ασφαλές». Με τον όρο αυτό, οι οπαδοί της πολιτικής ορθότητας δεν εννοούν μόνο ότι οι φοιτητές πρέπει να προστατεύονται από πράξεις βίας ή άλλες παράνομες συμπεριφορές, αλλά και ότι δεν πρέπει να εκτίθενται σε απόψεις, ιδέες ή λέξεις που τους αναστατώνουν ή τους προσβάλλουν, γιατί αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να τους προκαλέσει ανασφάλεια. Ακόμα και αν η επίμαχη έκφραση δεν απευθύνεται σε κάποιον ατομικά, αλλά είναι διατυπωμένη με γενικό τρόπο, σε ένα βιβλίο, μια ομιλία ή ανάρτηση στο ίντερνετ, το ότι υπάρχει στον δημόσιο χώρο, καθιστά, κατά την γνώμη τους, το πανεπιστήμιο μη ασφαλές. Όπως φαίνεται από τα παραδείγματα που αναφέρονται στο βιβλίο, στον ακαδημαϊκό χώρο έχει γίνει επικίνδυνο να μιλάει κάποιος για πολλά θέματα εάν η άποψή του δεν συμβαδίζει με την αποδεκτή ορθοδοξία ή εάν χρησιμοποιεί λέξεις ή τρόπους έκφρασης που αναστατώνουν κάποιους ακροατές.
Στα πανεπιστήμια, η λογοκρισία συχνά (αλλά όχι πάντα) επιβάλλεται με μια αριστερή οπτική. Στο χώρο των τεχνών είναι πολλές οι περιπτώσεις που η πολιτική ορθότητα στρέφεται εναντίον έργων που θεωρούνται προκλητικά από ένα πιο συντηρητικό ακροατήριο. Εδώ, το επιχείρημα που προβάλλεται για να δικαιολογήσει τη λογοκρισία είναι η προστασία κάποιων σημαντικών θεσμών ή ιδεών, αλλά και εκείνων των πολιτών που ταυτίζονται με αυτές και αναστατώνονται από τους «ασεβείς» καλλιτέχνες. H δεξιόστροφη πολιτική ορθότητα συχνά επικεντρώνεται στο έθνος και στη θρησκεία. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα στην Ελλάδα είναι η περίπτωση αλυσίδας διανομής φαγητού η οποία διέκοψε τη συνεργασία της με ηθοποιό που συμμετείχε στις διαφημίσεις της επειδή σε παράσταση stand up κωμωδίας είχε κάνει σχόλια για την ελληνική σημαία τα οποία εξόργισαν κάποιους που τα άκουσαν αργότερα στο ίντερνετ και ζήτησαν την απόλυσή του.
Eιδική κατηγορία λογοκριτικής ορθότητας στη λογοτεχία είναι οι παρεμβάσεις των sensitivity readers που εντοπίζουν σε δημοσιευμένα έργα λέξεις ή εκφράσεις που σήμερα θεωρούνται μη πολιτικά ορθές (μεταξύ άλλων για το φύλο, τη φυλή, τα σωματικά χαρακτηριστικά) και τις αφαιρούν ή τις αντικαθιστούν με ουδέτερους όρους. Έτσι, όχι μόνο ξαναγράφονται τα βιβλία του χθες για να χωρέσουν στο σήμερα, αλλά ωραιοποιείται το παρελθόν και καθησυχάζεται η συλλογική μας συνείδηση ότι, αλλάζοντας τις λέξεις, αλλάζουμε επίσης τρόπους συμπεριφοράς που σωστά πλέον δεν θεωρούνται αποδεκτοί.
Η ακύρωση
Αντίστοιχης λογικής είναι και η πρακτική της «ακύρωσης» ιστορικών προσώπων εξαιτίας κάποιας αρνητικής πτυχής στην ζωή τους. Τα παραδείγματα είναι και εδώ πολλά: από το γεγονός ότι ο Τόμας Τζέφερσον ήταν ιδιοκτήτης σκλάβων μέχρι τις ρατσιστικές απόψεις που είχε κατά καιρούς εκφράσει ο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Το πρόβλημα με τις πολιτικά ορθές ακυρώσεις είναι ότι διαβάζουν το παρελθόν με τη ματιά του παρόντος καταλήγοντας να προσπαθούν να ελέγξουν, όπως και οι sensitivity readers, τον ίδιο το χρόνο. Προφανώς η εναλλακτική στάση δεν είναι να αποσιωπηθούν οι δυσάρεστες πτυχές αυτών των ανθρώπων. Αντίθετα, πρέπει να αποτελούν αντικείμενο σκέψης και δημόσιας συζήτησης, την οποία όμως οι ακυρώσεις υπονομεύουν, εξαιτίας του απόλυτου και ανιστορικού χαρακτήρα τους.
Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο συγγραφέας επιστρέφει στην αρχική, θετική πλευρά της πολιτικής ορθότητας –στην ιδέα ότι οι λέξεις μας έχουν σημασία και είναι καλό να σκεφτόμαστε πώς επηρεάζουν τους άλλους– και μας προτρέπει να μην την παραβλέπουμε εξαιτίας τής, κατά τα άλλα, δικαιολογημένης κριτικής στις ακρότητες του φαινομένου. Πώς όμως μπορούμε να είμαστε ευαίσθητοι στις ευαισθησίες των άλλων χωρίς να αποστειρώσουμε το λόγο μας και να καταλήξουμε με μια δημόσια σφαίρα αντιπνευματικής ομοιομορφίας; H απάντησή του είναι η αμοιβαία ανεκτικότητα:
από την πλευρά αυτού που προσβάλλεται, ανεκτικότητα για να διαδώσει ο δημιουργός το προκλητικό έργο του σε αυτούς που θέλουν να το διαβάσουν, να το δουν ή να το ακούσουν. Και από την πλευρά του δημιουργού, ανεκτικότητα για να μην εξαναγκάζεται κάποιος να έρχεται σε επαφή χωρίς τη θέλησή του με ένα έργο που τον προσβάλλει. (σ. 145)
Η θέση αυτή είναι ηθικά πειστική. Ταυτόχρονα, εγείρει το ερώτημα, που το βιβλίο αφήνει ανοιχτό για τους αναγνώστες, γιατί η ανεκτικότητα είναι τόσο δύσκολη. Πιστεύω πως μια πιθανή απάντηση είναι πως αυτό που βρίσκουμε δύσκολο να ανεχθούμε είναι η ίδια η ύπαρξη σκέψεων που είναι διαφορετικές από τις δικές μας. Εκείνος που αισθάνεται προσβεβλημένος όταν μια ιδέα ή ένα σύμβολο με τα οποία ταυτίζεται γίνεται στόχος έντονης κριτικής, σάτιρας, ή κοροϊδίας υφίσταται ένα ναρκισσιστικό τραύμα. Βλέπει ότι η εικόνα που έχει για τον εαυτό του και για τον κόσμο δεν είναι αποδεκτή από άλλους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν δικές τους σκέψεις. Όταν αυτές εκφράζονται δημόσια, τις βιώνει σαν απειλή, σαν ένα είδος επίθεσης στο δικό του μυαλό, επειδή συνιστούν απόδειξη ότι οι άλλοι δεν είναι προέκταση του εαυτού του.
Αυτή η δυσανεξία δεν αφορά μια συγκεκριμένη ομάδα πολιτών ή έναν μόνο ιδεολογικό χώρο· είναι στοιχείο της ανθρώπινης συνθήκης. Όταν συναντάμε αυτό που είναι διαφορετικό –σκέψεις, ιδέες, επιθυμίες, τρόπους ζωής–, η πρώτη μας αντίδραση είναι να το εξαφανίσουμε από το πεδίο της εμπειρίας μας. Γι’ αυτό, κανένας δεν είναι άτρωτος στην παρόρμηση να κάνει τους άλλους να σωπάσουν. Το να αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας έναν εν δυνάμει λογοκριτή είναι το πρώτο βήμα μιας άσκησης στην ανεκτικότητα που σταδιακά ίσως να μπορεί να οδηγήσει σε έναν πιο ανεκτικό τρόπο σκέψης ατομικά και μια πιο ανεκτική δημόσια σφαίρα.